EVERCORPORATE LIMITED ν. ALICONA TRADING LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1082/2020, 30/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΚΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1082/2020 Μεταξύ: EVERCORPORATE LIMITED Ενάγουσας και
- ALICONA TRADING LTD
- ASBOLUS HOLDINGS LTD
- BROPAN INVESTMENTS LIMITED
- ELABUGH INVESTMENTS LIMITED
- GOLDROPEL HOLDINGS LIMITED
- OREONA LTD
- OXILIERY HOLDINGS LIMITED
- PALANAX INVESTEMENTS LTD
- SIGADOUR HOLDINGS LIMITED
- ZERIS HOLDINGS LTD
- XXXXX Swietochowska
- XXXXXX Beata Swietochowska
- XXXXX Slawomir Swietochowski
- XXXXX Andrzej Swietochowski Εναγομένων -------------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 24.9.2020 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 30 Μαρτίου, 2021 Για ενάγουσα - αιτήτρια : κα Μ. Χατζησωτηρίου Για εναγομένους 1 - 10 - καθ' ων η αίτηση : κα Α. Νικολάου Απόφαση στην Αίτηση Με την παρούσα αίτηση η ενάγουσα επιζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων 1 - 10 για διαφορετικά ποσά για εκάστη εταιρεία (με μέγιστο το ποσό των €101.502,71 εναντίον της εναγομένης 7), για προσφερθείσες υπηρεσίες και/ή βάσει τιμολογίων και/ή γραπτών συμφωνιών και/ή δυνάμει της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού, πλέον τόκο προς 8% με μηνιαίο ανατοκισμό από 17.4.
- Συνοπτικά αναφέρω ότι σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, οι αξιώσεις βασίζονται σε υπηρεσίες που κατ' ισχυρισμό προσφέρθηκαν από την ενάγουσα στις εναγόμενες εταιρείες δυνάμει γραπτών συμφωνιών παροχής εταιρικών υπηρεσιών ημερ. 23.8.2019 μεταξύ της ενάγουσας και εκάστης εκ των εναγομένων 1 - 10 χωριστά, καθώς και ορισμένων εκ των εναγομένων 11 - 14 ως τελικών δικαιούχων και της εταιρείας Owis Limited η οποία συνδέεται με την ενάγουσα. Οι εναγόμενοι 1 - 10 καταχώρισαν Σημείωμα Εμφάνισης στις 14.7.2020 και στις 24.9.2020 η ενάγουσα καταχώρισε την υπό εξέταση αίτηση για συνοπτική απόφαση. Σημειώνεται ότι το κλητήριο δεν έχει μέχρι στιγμής επιδοθεί στους εναγομένους 11 - 14 (εκδόθηκε διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας). Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του προέδρου («chairman») της ενάγουσας, ο οποίος επισυνάπτει ως τεκμήρια όλες τις συμφωνίες ημερ. 23.8.2019 για την παροχή εταιρικών υπηρεσιών και παραθέτει ορισμένους εκ των όρων και προβάλλει μεταξύ άλλων ότι η ενάγουσα ενημέρωνε συστηματικά τους εναγομένους για τα οφειλόμενα ποσά με ηλεκτρονικά μηνύματα προς τον Πολωνό δικηγόρο τους μαζί με διάφορες αναθεωρημένες καταστάσεις λογαριασμού, ως προνοούσαν οι συμφωνίες. Οι εναγόμενοι προσφέρθηκαν, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα να διευθετήσουν την εξόφληση των ποσών μεταφέροντας χρήματα από τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης 7 σε λογαριασμό της ενάγουσας, πλην όμως λόγω εσωτερικών κανονισμών της Τράπεζας επιτράπηκε μεταφορά μόνο προς τον λογαριασμό των τελικών δικαιούχων εναγομένων 13 και
- Μόλις απεστάλησαν τα χρήματα στον λογαριασμό των 13 και 14, οι εναγόμενοι έστειλαν ειδοποίηση με νέο δικηγόρο για τερματισμό των υπηρεσιών για όλες τις εταιρείες πλην της εναγομένης
- Ο ενόρκως δηλών περιγράφει αναλυτικά όλα τα μετέπειτα γεγονότα και συζητήσεις για τις επίδικες διαφορές και επισυνάπτει όλη την ηλεκτρονική αλληλογραφία με τους Πολωνούς δικηγόρους των εναγομένων. Επισυνάπτει επιπλέον τα σχετικά τιμολόγια ημερ. 2.4.2020 και αναφέρεται στην αλληλογραφία που είχε με τη δικηγόρο των εναγομένων στην Κύπρο. Δηλώνει την πεποίθησή του ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν καλόπιστη υπεράσπιση στην αγωγή και ότι καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης για πρόκληση καθυστέρησης και ταλαιπωρίας, προέβησαν σε παραβιάσεις των επίδικων συμφωνιών και παραδέχθηκαν ότι δεν έχουν πληρώσει τα τιμολόγια και ήταν έτοιμοι να διευθετήσουν την πληρωμή μεταφέροντας χρήματα από τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης 7 σε λογαριασμό της ενάγουσας. Οι εναγόμενοι 1 - 10 καταχώρισαν ένσταση στην οποία προβάλλουν τους εξής λόγους: «
- Η αίτηση είναι δικονομικά και/ή επί της ουσίας ανυπόστατη και/ή αβάσιμη και/ή δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και/ή η Νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου αναφορικά με την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγόμενων - Καθ' ων η αίτηση 1-
- Οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα τα οποία είναι ουσιώδη για την ορθή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου επί τούτου.
- Οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένορκη δήλωση και τα γεγονότα τα οποία συνιστούν το πραγματικό υπόβαθρο της παρούσης αιτήσεως είναι σε κάθε περίπτωση ψευδή και/ή ασαφώς εκτεθέντα και/ή ελλειπή και/ή δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια.
- Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή πάσχει νομικά, καθ' ότι στερείται υποβάθρου και/ή πειστικότητας διά την έκδοση Συνοπτικής Αίτησης.
- Η παρούσα αίτηση εναντίον των Εναγόμενων - Καθ' ων η Αίτηση 1-10 αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας, καθ' ότι αιτείται διάφορα διατάγματα τα οποία δεν μπορούν να εκδοθούν από το Δικαστήριο και/ή είναι κακόπιστη και/ή έχει σκοπό να αποστερήσει από τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση 1-10 το δικαίωμα να υπερασπιστούν τον εαυτό τους κατά τη διάρκεια ακροαματικής διαδικασίας.
- Η παρούσα αίτηση δεν αποσκοπεί το συμφέρον της δικαιοσύνης και η τυχόν έκδοση των διαταγμάτων θα πλήξει και/ή θα επηρεάσει άμεσα τα δικαιώματα των Εναγόμενων - Καθ' ων η Αίτηση 1-10 και/ή επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις εις τους τελευταίους.
- Η Αίτηση για Συνοπτική Απόφαση αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο για τον καθορισμό των δικαιωμάτων των διαδίκων, εφ' όσον παρακάμπτει στην ουσία την πλήρη διεξαγωγή της δίκης μόνο όταν πρόκειται για καθαρές περιπτώσεις όπου είναι αναμφισβήτητο ότι ο Αίτητης δικαιούται σε απόφαση, κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση αφού οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν έχουν παραθέσει τους απαραίτητους και/ή εξαιρετικούς λόγους για έκδοση διατάγματος συνοπτικής απόφασης.
- Η έκδοση Συνοπτικής απόφασης θα πρέπει να γίνεται με φειδώ και η παρούσα υπόθεση δεν εμπίπτει εις τις περιπτώσεις εξαίρεσης του βασικού κανόνα, όπου το Δικαστήριο θα πρέπει να παρέχει το δικαίωμα να ακουστούν και οι δύο πλευρές.
- Οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η αίτηση 1-10 έχουν καλή υπεράσπιση εις την αγωγή και καλύπτουν τέτοια γεγονότα που δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας.
- Εγείρονται πολλά νομικά σημεία, τα οποία πρέπει να εξεταστούν κατά την ακρόαση της αγωγής στα πλαίσια μαρτυρίας που θα δοθεί και τα οποία αν αποδειχτούν βάσιμα καθιστούν παράνομη και αβάσιμη την επίδικη αξίωση των Εναγόντων - Αιτητών.
- Οι Εναγόμενοι / Καθ'ων η Αίτηση έχουν ουσιαστική, καλόπιστη και βάσιμη υπεράσπιση από την οποία προκύπτουν συζητήσιμα θέματα προς εκδίκαση και η οποία φανερώνει ειλικρινή διαφωνία αναφορικά κυρίως με: α) την απαίτηση των Εναγόντων, β) το ύψος της απαίτησης των Εναγόντων, γ) τις υπηρεσίες που παρείχαν δ) την έγκριση των δήθεν παρεχόμενων υπηρεσιών, δ) την εκδικητική έκδοση των επίδικων τιμολογίων, ε) την κατάχρηση της διαδικασίας και στ) όποια άλλη υπεράσπιση προκύπτει επί της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την παρούσα. Οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η Αίτηση 1-10, έχουν το δικαίωμα να προβάλλουν κατά δέοντα τρόπο την Υπεράσπιση τους.
- Οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή δεν έχουν ορατή προοπτική ή πιθανότητα να δικαιούνται στις αιτούμενες θεραπείες στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή.
- Το ποσό που απαιτούν οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν περιγράφεται επαρκώς ή/και δεν εξακριβώνεται από τα όσα αναφέρονται στην υπό εξέταση αίτηση ή/και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτήν, εφόσον οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν παρουσιάζουν κατάσταση λογαριασμού αναφορικά με τις επίδικες χρεώσεις ή/και παρουσιάζουν απλά πίνακα ο οποίος δεν προσδιορίζει ημερομηνίες ή/και λεπτομέρειες αφορώσες τις υπηρεσίες ή/και έχει παρουσιασθεί ένα και μόνο τιμολόγιο για κάθε Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση εταιρεία το οποίο φαίνεται να εκδόθηκε μετά τον τερματισμό της συμβατικής τους σχέσης, εντελώς εκδικητικά.
- Η ένορκη δήλωση και/ή μαρτυρία και/ή οι θέσεις των Εναγόντων - Αιτητών είναι γενικές και/ή αόριστες και/ή αβάσιμες και/ή δεν παραθέτει κανένα στοιχείο και/ή επιχείρημα που να στηρίζει και/ή να δικαιολογεί το αίτημα τους.
- Τυχόν έκδοση διατάγματος υπέρ των Εναγόντων - Αιτητών θα συνιστά παραβίαση των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση για διεξαγωγή δίκαιης δίκης στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας. Διαφορετική αντιμετώπιση συνιστά άρνηση της δικαιοσύνης.
- Οι Ενάγοντες - Αιτητές παραποιούν ουσιώδη, για την εδώ διαδικασία, γεγονότα τα οποία συνιστούν σε κάθε περίπτωση εκ των υστέρων επινοήματα προκειμένου να πιέσουν τους Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση 1-10 να πληρώσουν ποσά τα οποία διαφωνούν πλήρως και απορρίπτουν, καταχρώμενοι την διαδικασία και βασιζόμενοι στο δυσαπόδεικτο της αναλήθειας των παρατιθέμενων ισχυρισμών τους.
- Η συμπεριφορά των Εναγόντων - Αιτητών είναι ασυγχώρητη ή/και περιφρονητική ή/και αποτελεί καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας.
- Η υπό εξέταση αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει καθότι δεν έχει επιδοθεί σε όλους τους Εναγόμενους, με αποτέλεσμα η υπό εξέταση αίτηση να χάσει τον χαρακτήρα της, εφόσον υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή να ακολουθήσει τον δρόμο της Ακροάσεως για τους λοιπούς Εναγόμενους, ενώ δε να αποστερηθεί το δικαίωμα προς δίκαιη δίκη μόνο στους Εναγόμενους - Καθ' ων 1-
- Ενδεχόμενη έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, θα οδηγήσει στην πολυπλοκότητα δικονομικών διαδικασιών ή/και διαβημάτων. » Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του μοναδικού αξιωματούχου των εναγομένων 1 - 10, ο οποίος εμμένει στην ύπαρξη καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης, από την οποία προκύπτουν συζητήσιμα θέματα προς εκδίκαση και η οποία φανερώνει ειλικρινή διαφωνία αναφορικά με την απαίτηση, το ύψος αυτής, τις υπηρεσίες που κατ' ισχυρισμό παρασχέθηκαν και την όποια έγκρισή τους, την εκδικητική (όπως την αποκαλεί) έκδοση των τιμολογίων και την κατάχρηση της διαδικασίας. Αναλύει τους λόγους ένστασης και τονίζει τη θέση ότι η μη επίδοση της αγωγής στους εναγομένους 11 - 14 αποτελεί στοιχείο καίριας σημασίας στην έκβαση της υπό εξέταση αίτησης, καθότι αποτελεί εξαιρετικό μέτρο προς αποφυγή διαιώνισης των διαδικασιών όπου δεν υπάρχει ουσιαστικά υπεράσπιση, και στην παρούσα περίπτωση η έκδοση συνοπτικής απόφασης ως η αίτηση δεν θα οδηγήσει στην ουσιαστική επίλυση της επίδικης διαφοράς, αφού η ουσία αυτής θα εκκρεμεί κατά των εναγομένων 11 - 14, γεγονός το οποίο θα επιφέρει πολυπλοκότητα των διαδικασιών. Θεωρεί ότι η θέση του ενόρκως δηλούντος εκ μέρους της ενάγουσας ότι είναι οι εναγόμενοι 13 και 14 που λάμβαναν τις αποφάσεις για τη διαχείριση των εταιρειών και ήταν σε άμεση επαφή με τους Πολωνούς δικηγόρους, ενώ οι σύζυγοί τους, εναγόμενες 11 και 12, δεν είχαν ενεργό ρόλο - θέση η οποία είναι αποδεκτή από τους εναγομένους 1 - 10 - καταδεικνύει ότι για να επιλυθεί η επίδικη διαφορά θα πρέπει να ακουσθεί μαρτυρία εφ' όλης της ύλης από όλους τους διαδίκους. Προβάλλει ότι η ενάγουσα δεν έχει παραθέσει μαρτυρία σε σχέση με τις οδηγίες ή αποφάσεις που λάμβαναν από τους εναγομένους, καταδεικνύοντας την αυθαιρεσία της τόσο ως προς τις κατ' ισχυρισμό παρασχεθείσες υπηρεσίες όσο και ως προς το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο υπόλοιπο. Ακολούθως, ο ενόρκως δηλών παραθέτει διάφορους ισχυρισμούς αναφορικά με την αξίωση κατά της κάθε εναγόμενης εταιρείας χωριστά, για παραβίαση ουσιωδών όρων των επίδικων συμφωνιών από την ενάγουσα, όπως ότι ουδέποτε εξέδωσε τιμολόγια και ουδέποτε διατήρησε κατάσταση λογαριασμού, ότι ο πίνακας που παραθέτει η άλλη πλευρά δεν περιλαμβάνει λεπτομέρειες για τις υπηρεσίες και τις χρεώσεις οι οποίες είναι αυθαίρετες, ότι ο πίνακας αυτός δεν αποτελεί εκκαθαρισμένη απαίτηση, ότι το τελικό και μοναδικό τιμολόγιο εκδόθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο του τερματισμού της συμφωνίας και δη χωρίς επεξήγηση στο τι αφορά, και ότι καμία μαρτυρία δεν έχει δοθεί για οποιαδήποτε εξουσιοδότηση των εναγομένων για οποιαδήποτε εργασία. Προβάλλει επιπλέον ότι οι κατ' ισχυρισμό παρασχεθείσες εργασίες είναι εντελώς αυθαίρετες, παράλογες, διογκωμένες και υπερβολικές για λόγους που επεξηγεί, και ότι δεν παρασχέθηκαν ποτέ εφόσον οι εναγόμενοι 1 - 10 δεν έχουν συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις τους προς τον Έφορο Εταιρειών (επισυνάπτονται σχετικά τεκμήρια). Υποστηρίζει περαιτέρω ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται στην ενεργοποίηση του όρου για χρέωση τόκου υπερημερίας καθότι η ίδια δεν τήρησε συγκεκριμένους όρους, και ότι ανατοκισμός επί μηνιαίας βάσης είναι παράνομος και καταχρηστικός και δεν μπορεί να αποτελέσει δεσμευτική για τους εναγομένους ρήτρα. Προβάλλει επιπλέον ισχυρισμό για την απουσία γνώσης των εναγομένων για τις επίδικες υπηρεσίες και τις αυθαίρετες χρεώσεις της ενάγουσας. Παρενθετικά, σημειώνεται ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση εκτείνεται, αχρείαστα, σε 54 σελίδες, καθότι επαναλαμβάνονται αυτολεξεί οι ίδιοι ισχυρισμοί για κάθε εταιρεία χωριστά. Βεβαίως, το ίδιο ισχύει όσον αφορά το θέμα της επανάληψης και για την ένορκη δήλωση της πλευράς των εναγόντων. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Οι πρόνοιες της Δ.18, θ. 1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση για συνοπτική απόφαση, αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα υποθέσεων και η σχετική νομολογία είναι διαχρονικά πάγια[1] . Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σε καθαρές υποθέσεις και αφού ικανοποιηθούν τα κριτήρια της Δ.18 θ.1(α), τα οποία είναι τα ακόλουθα:
(1)Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο βάσει της Δ.2 θ.6
(2)Ο εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρίσει εμφάνιση στην αγωγή
(3)Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να προέρχεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά αναφορικά με τα γεγονότα, επαληθεύοντας τη βάση της αγωγής και το απαιτούμενο ποσό, και να δηλώνει ρητά ότι, απ' ό,τι πιστεύει, δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η δε μη ικανοποίησή τους στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Ακολούθως, εάν ο ενάγων ικανοποιήσει τα κριτήρια αυτά, το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στον εναγόμενο, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:
(1)έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή
(2)αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Σκοπός της Δ.18 είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να επιτύχει συνοπτική απόφαση χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης, αν μπορεί να αποδείξει την υπόθεσή του και αν ο εναγόμενος δεν μπορέσει να προβάλει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, το οποίο πρέπει να δικαστεί. Απόφαση δυνάμει της Δ.18 πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που θέτει η Διαταγή αυτή και μόνο σε περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή. Η όλη δικαιοδοσία πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή και με φειδώ ώστε να μην αφαιρεί από διάδικο το δικαίωμα να εγείρει υπεράσπιση. Άδεια για υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται στον εναγόμενο ακόμα και όταν διαφαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Γενικές αρνήσεις και αόριστοι, ατεκμηρίωτοι ή γενικοί ισχυρισμοί του εναγομένου στην ένορκη δήλωσή του, όμως, δεν είναι ικανοποιητικοί. Η ένσταση πρέπει να περιέχει λεπτομερώς τις θέσεις του[2]. Περαιτέρω, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, η συζήτηση του κατά πόσο υπάρχει ή όχι υπεράσπιση γίνεται σε επίπεδο ισχυρισμών μόνο και το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση μαρτυρίας. Στην παρούσα υπόθεση η αγωγή καταχωρίστηκε με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο (Δ.2, θ.6) στις 3.7.2020 και Σημείωμα Εμφάνισης για τους εναγομένους 1 - 10 καταχωρίστηκε στις 14.7.2020. Συνεπώς οι δύο πρώτες προϋποθέσεις της Δ.18, θ.1(α) ικανοποιούνται. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, το ζήτημα του κατά πόσο ένα άτομο μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό ρόλο παίζει και η φύση της απαίτησης [3]. Η νομολογία έχει προσαρμόσει με τέτοιο τρόπο την ερμηνεία του όρου «θετική γνώση», ώστε να ανταποκρίνεται ρεαλιστικά προς τα σημερινά δεδομένα. Για παράδειγμα, στην περίπτωση που ο ενάγων-αιτητής είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκιστεί κάποιο φυσικό πρόσωπο που εργοδοτεί, το οποίο όμως να είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώσει τη βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό, και όχι τα όσα αναφέρει να είναι από πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται μόνο στα όσα ο ίδιος πιστεύει. [4] Ένας αιτητής οφείλει να επιβεβαιώσει την απαίτησή του με αναφορά στα θέματα που εμπεριέχονται στην αγωγή του, ότι οι καθ' ων η αίτηση εξακολουθούν να οφείλουν το ποσό, και ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση. Δεν υπάρχει υποχρέωση παράθεσης περαιτέρω μαρτυρικού υλικού[5]. Περαιτέρω, ανάλογα με τα καθήκοντά του, είναι δυνατόν ο κάθε αξιωματούχος ή υπάλληλος ενός νομικού προσώπου να αποκτά θετική γνώση για τα γεγονότα, μεταξύ άλλων και από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του στο πλαίσιο της διεκπεραίωσης των επαγγελματικών καθηκόντων του. Ουσιαστικά, στον όρο «θετική γνώση» πρέπει να δίδεται τέτοια ερμηνεία που να είναι λογική υπό τις περιστάσεις και όχι αυστηρή σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και να οδηγεί σε τυχόν παράλογα αποτελέσματα [6]. Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα-αιτήτρια είναι εταιρεία και ο ενόρκως δηλών είναι, ως αναφέρει, «ο πρόεδρος (chairman) της ενάγουσας», ο οποίος δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση, ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και ότι έχει επίσης λάβει πληροφορίες και έγγραφα από τη μοναδική εγγεγραμμένη διευθύντρια της ενάγουσας. Σε σχέση με νομικά θέματα, δηλώνει ότι είναι ο ίδιος δικηγόρος αλλά και ότι έχει λάβει και νομική συμβουλή από τη δικηγόρο της ενάγουσας. Επισυνάπτει δε αντίγραφα των επίδικων συμφωνιών και διάφορα άλλα τεκμήρια που αφορούν την αξίωση. Συνεπώς, είμαι ικανοποιημένη ότι ο ενόρκως δηλών είναι πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να επαληθεύσει και να επιβεβαιώσει θετικά το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος και το ποσό της ισχυριζόμενης οφειλής. Όσον αφορά το γεγονός ότι η ενάγουσα επιζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων 1 - 10 ενώ η ουσία της υπόθεσης θα εκκρεμεί κατά των εναγομένων 11 - 14, σημειώνω ότι η Διαταγή 18 θ. 1 δεν θέτει ως κριτήριο ή προϋπόθεση την απόδειξη της απαίτησης εναντίον όλων ανεξαιρέτως των συνεναγομένων και δεν αποκλείει τη δυνατότητα έκδοσης συνοπτικής απόφασης εναντίον ενός εναγομένου και την παροχή άδειας για υπεράσπιση σε άλλο εναγόμενο, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις της Διαταγής 18 θ. 1 μόνο όσον αφορά τον έναν εναγόμενο και όχι άλλο. Βεβαίως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν τίθεται θέμα οποιασδήποτε τέτοιας κρίσης όσων αφορά τους εναγομένους 11 -14 εφόσον η αγωγή δεν τους έχει μέχρι στιγμής επιδοθεί και συνεπώς η αίτηση δεν τους αφορά. Θα επανέλθω, όμως, στο όλο ζήτημα, υπό μια διαφορετική σκοπιά, σε κατοπινό στάδιο της παρούσας. Ως εκ τούτου μετατοπίζεται το βάρος στους εναγομένους 1 - 10 να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα ή να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που να τους δίδουν το δικαίωμα για υπεράσπιση. Βάσει της σχετικής νομολογίας, ένας εναγόμενος θα πρέπει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τις αναγκαίες εκείνες λεπτομέρειες που οδηγούν στη διαπίστωση καλόπιστης υπεράσπισης ή δικάσιμου θέματος. Μελετώντας προσεκτικά το περιεχόμενο της ένστασης και ιδιαίτερα της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, προκύπτει σαφώς ότι προβάλλονται ισχυρισμοί και θέσεις οι οποίες καταδεικνύουν ότι υπάρχουν σοβαρά θέματα προς εκδίκαση. Ειδικότερα, προβάλλεται ισχυρισμός, με αναφορά σε τεκμήρια της άλλης πλευράς και σχετική αιτιολόγηση, ότι δεν πρόκειται περί εκκαθαρισμένου λογαριασμού. Επιπλέον, προβάλλονται συγκεκριμένοι ισχυρισμοί, με αναφορά σε όρους των επίδικων συμφωνιών σε συνάρτηση με ισχυριζόμενα γεγονότα, για παραβίαση όρων από μέρους της ενάγουσας, και τις συνέπειες που θεωρεί η πλευρά των εναγομένων 1 - 10 ότι έχουν αυτές οι (κατ' ισχυρισμό) παραβιάσεις. Περαιτέρω, υποστηρίζεται η θέση ότι η αξίωση για τόκο επί των αξιούμενων ποσών προς 8% «που ανατοκίζεται μηνιαίως» αποτελεί παράνομη και καταχρηστική ρήτρα των επίδικων συμφωνιών, η οποία δεν δύναται να δεσμεύει τους εναγομένους. Χωρίς να παραγνωρίζω το γεγονός ότι οι λεπτομέρειες που έχουν δοθεί για τους ισχυρισμούς των καθ' ων η αίτηση ενδεχομένως να μην είναι απόλυτα ενδελεχείς, ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία κρίνω ότι οι ισχυρισμοί αυτοί θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής ακροαματικής διαδικασίας, εφόσον έχει καταδειχθεί επαρκώς ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Όσον αφορά τις θέσεις για παράνομες και καταχρηστικές ρήτρες, σημειώνω ότι το κατά πόσο ευσταθούν νομικά οι ισχυρισμοί των εναγομένων θα πρέπει να είναι αντικείμενο της δίκης επί της ουσίας[7] . Όσον αφορά τους λοιπούς ισχυρισμούς των εναγομένων 1 - 10, είναι ζητήματα για τα οποία απαιτείται αξιολόγηση και στάθμιση των ισχυρισμών των δύο πλευρών και των τεκμηρίων που επισύναψαν. Σε καμία περίπτωση δεν ενδείκνυται, στο πλαίσιο αίτησης για συνοπτική απόφαση, να υπεισέρχεται το Δικαστήριο στην ουσία της διαφοράς, να γίνεται στάθμιση αντικρουόμενων ισχυρισμών των δύο πλευρών και να καταλήγει σε συμπεράσματα ότι η μία πλευρά προέβαλε πιο πειστικούς και πιο αξιόπιστους ισχυρισμούς από την άλλη [8]. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (υπό εκκαθάριση) κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1 Α.Α.Δ. 418, με αναφορά στην CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Ως εκ των ανωτέρω, δεν μπορεί να λεχθεί στο παρόν στάδιο ότι η απαίτηση είναι ξεκάθαρη και ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε συζητήσιμο θέμα. Η υπό εξέταση υπόθεση δεν είναι από τις περιπτώσεις όπου είναι αναμφίβολο ή αδιαμφισβήτητο ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή. Προκύπτει η ύπαρξη ζητήματος προς εκδίκαση, αφού οι εναγόμενοι αποκαλύπτουν τέτοια γεγονότα που τους δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν την αγωγή. Υπενθυμίζω τη σχετική νομολογία βάσει της οποίας άδεια για υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται στον εναγόμενο ακόμα και όταν φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας, καθώς και ότι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Επανερχόμενη στο γεγονός ότι η αγωγή δεν έχει μέχρι στιγμής επιδοθεί στους εναγομένους 11 - 14, που φαίνεται να είναι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού, σημειώνω ότι το δεδομένο αυτό ενέχει τη δική του σημασία όσον αφορά την υπό εξέταση αίτηση, δεδομένου ότι (όπως φαίνεται να είναι κοινώς αποδεκτό) πρόκειται για τους πραγματικούς δικαιούχους των εναγομένων 1 - 10 και ότι είναι οι εναγόμενοι 13 και 14 που λάμβαναν τις αποφάσεις για τη διαχείριση όλων των εταιρειών και είχαν άμεση επαφή με τους Πολωνούς δικηγόρους τους οποίους επικαλείται η ενάγουσα ως τα άτομα που ενημέρωνε για τις χρεώσεις της για τις επίδικες υπηρεσίες. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να παραγνωρισθεί η θέση των εναγομένων 1 - 10, σε συνάρτηση με τους λόγους υπεράσπισης που επικαλούνται, ότι για σκοπούς επίλυσης της διαφοράς ενδεχομένως να πρέπει να ακουστούν όλοι οι διάδικοι. Με τυχόν έκδοση συνοπτικής απόφασης κατά των εναγομένων 1 - 10, εγείρεται θέμα πιθανού επηρεασμού των δικαιωμάτων των λοιπών εναγομένων, σε περίπτωση που επιτευχθεί η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και προχωρήσει η υπόθεση σε ακρόαση αναφορικά με αυτούς. Με βάση όλα τα πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται. Δίδεται άδεια στους εναγομένους 1 - 10 να καταχωρίσουν Έκθεση Υπεράσπισης εντός 21 ημερών από σήμερα. Δεν υπάρχει λόγος τα έξοδα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και έτσι επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1 - 10 - καθ' ων η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας - αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. μεταξύ άλλων Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, CY.E.M.S. Co. v. Central Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading Ltd v. Tlais
(1991)Α.Α.Δ. 239, Αυγουστή κ.α. ν. Πίριλλου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 5, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 22, Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 817, Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 417, Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1051, Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818. [2] Βλ. Hermes Insurance Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Χ''Νέστορος
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 204. [3] Βλ. Δημητρίου ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ. 782. [4] Βλ. Spyros Stavrinides ν. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 136-138 και Atlaspantou Co Limited v. Angelos Nicolaides Holdings Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. 21/2012, ημερ. 17.12.
- [5] Βλ. Annual Practice του 1958, σελ. 258-
- [6] Βλ. Pathe Freres Cinema Ltd v. United Electric Theatres
(1914)3 K.B. 1253, Marketrends Financial Services v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1Α Α.Α.Δ. 223 στη σελ. 3. [7] Βλ. Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968. [8] Βλ. F.P.P. Fish Processing Ltd κ.α. v Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ. 1230. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο