← Κύπρος

ΤΣΙΤΣΟΣ κ.α. ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, Αίτηση/Έφεση Αρ.: 28 /2020, 31/3/2021

ΤΣΙΤΣΟΣ κ.α. ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, Αίτηση/Έφεση Αρ.: 28 /2020, 31/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Μουγή, Α.Ε.Δ. Αίτηση/Έφεση Αρ.: 28 /2020 Αναφορικά με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 ως τροποποιήθηκε -και- Αναφορικά με τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχής, Εγγραφής και Εκτιμήσεων) Νόμο, Κεφ.224 ως τροποποιήθηκε Μεταξύ:

  1. XXXXX ΤΣΙΤΣΟΣ
  2. XXXXX ΞΥΣΤΟΥΡΗ Αιτητές-Εφεσείοντες -και- ALPHA BANK CYPRUS LTD Καθ'ων η Αίτηση-Εφεσίβλητοι Αίτηση ημερομηνίας 2/3/21 για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Ημερομηνία: 31 Μαρτίου,
  3. Εμφανίσεις: Για Αιτητές-Εφεσείοντες: Ο κ. Γιώργος Τ. Χριστοφίδης για Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Καθ'ων η Αίτηση-Εφεσίβλητους: Η κα Έλενα Πεύκου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι αιτητές με την αίτηση τους ημερομηνίας 5/11/20, εξαιτούνται διατάγματος που να ακυρώνει ή και να παραμερίζει την Ειδοποίηση Τύπου ΙΒ. Εξαιτούνται περαιτέρω την αναστολή της διαδικασίας όπως αυτή προβλέπεται από το Μέρος VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65 μέχρι την εκδίκαση των αγωγών με αρ. 157/16 και 1346/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ως επίσης και διάταγμα που να απαγορεύει την αποστολή οποιασδήποτε περαιτέρω ειδοποίησης προς τους αιτητές. Στην αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του αιτητή 1, καταγράφονται 22 συνολικά λόγοι επί των οποίων οι αιτητές αξιώνουν τις ως άνω θεραπείες. Οι καθ'ων η αίτηση καταχώρισαν ένσταση με την οποία αρνούνται τις θέσεις των αιτητών και αξιώνουν την απόρριψη της αίτησης. Το Δικαστήριο δεν θεωρεί σκόπιμο να προβεί στην παράθεση της αίτησης και ένστασης αλλά αναφορά θα γίνει εκεί όπου κριθεί αναγκαίο. Οι αιτητές στις 2/3/21 καταχώρισαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία εξαιτούνται διάταγμα του Δικαστηρίου που να τους επιτρέπει να προβούν στην κατάθεση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον κ. Τάσο Αναστασιάδη. Η αίτηση εδράζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 Θ.1, Δ.28 Θ.1-4, 8 και 9, Δ.64, στη νομολογία, στην διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και/ή στη νομολογία του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση της δικηγόρου XXXXX Ορφανίδου. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι ζητήθηκε από γραφείο χρηματοοικονομικών συμβούλων να ετοιμάσουν υπολογισμό του λογαριασμού του επίδικου δανείου. Αναφέρει περαιτέρω ότι ετοιμάστηκε σχετική έκθεση, την οποία επισυνάπτουν ως τεκμήριο 1, για να καταδείξει ότι το ποσό που αφορά σχετικές ειδοποιήσεις πλήττει το κύρος τους. Το τεκμήριο 1 υποδεικνύει, κατά την θέση της ενόρκως δηλούσας, τις παράνομες και παράτυπες χρεώσεις που οι καθ'ων η αίτηση προέβηκαν. Επισυνάπτει ως τεκμήριο 2 την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Οι καθ'ων η αίτηση καταχώρισαν ένσταση συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση του εργοδοτούμενου τους XXXXX Χριστοφόρου διά της οποίας προβάλλει τους ακόλουθους λόγους:
  4. Η υπό κρίση Αίτηση υπόκειται εις απόρριψιν υπό του Σεβαστού Δικαστηρίου ως εκ της απουσίας της ορθής ή/και πλήρους δικονομικής βάσης και/ή επί τω ότι το Σεβαστό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοτικής εξουσίας να υπεισέλθει προς θεώρηση αυτής και/ή ποσώς διαπλάθεται ευχέρεια προς τυχόν θετική απόφανση επί του αξιωμένου διατάγματος.
  5. Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν δύναται να ασκήσει οιαδήποτε εξουσία του, τηρουμένων δε της φύσης των εγειρόμενων λόγων ενστάσεως και των δικαιωμάτων που ανακύπτουν ένεκα τούτων υπέρ των Καθ'ων η Αίτηση και/ή της ουσίας του ζητήματος προς αποκατάσταση της παθογένειας και/ή ουδείς καλός λόγος υφίσταται προς τούτο και/ή η κρινόμενη περίπτωση δεν συνιστά κατάλληλη τούτου ως εκ του δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων των Καθ'ων η Αίτηση-Εφεσιβλήτων και της πρόκλησης αδικίας.
  6. Άνευ οιουδήποτε επηρεασμού των προγενεστέρων λόγων ενστάσεως, δεν υφίσταται οιοσδήποτε καλός λόγος προκειμένου για άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και οι Αιτητές-Εφεσείοντες έχουν αποτύχει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο θετικά προς τούτο.
  7. Δεν έχει καταδειχθεί τέτοια μαρτυρία και/ή ικανοποιητικά στοιχεία από τους Αιτητές-Εφεσείοντες κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται η θετική ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Σεβαστού Δικαστηρίου υπέρ της αίτησης.
  8. Οι διωκόμενοι υπό των Αιτητών-Εφεσειόντων προς εισαγωγή ισχυρισμοί δεν συνιστούν αναγκαίο υλικό και/ή στοιχεία προς αντίκρουση και/ή που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που οι Καθ'ων η Αίτηση-Εφεσίβλητοι προέβαλαν στην καταχωρηθείσα στις 27/1/21 Ειδοποίηση περί προθέσεως Ένσταση των στην υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον Αίτηση-Έφεση αφορώσιν ειδικότερα τα κατά νόμω επίδικα ζητήματα.
  9. Η προτεινόμενη προς καταχώρηση Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση δεν αντιστοιχεί και/ή δεν εξυπηρετεί τη φύση και τις ανάγκες της υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον Αίτηση-Έφεσης και/ή όσα ο νομοθέτης όρισε περιοριστικά εκ της οικείας νομοθεσίας.
  10. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης ασκείται σε συνάρτηση με τα θέματα που αναδύονται ως επίδικα κατά νόμω ενώπιον του και δεν υπερβαίνουν τούτα.
  11. Η υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον Αίτηση-Έφεση δεν συνιστά το κατάλληλο δικονομικό διάβημα θεώρησης της νομιμότητας και/ή υπολογισμού των εναπομεινασών υποχρεώσεων των Αιτητών-Εφεσειόντων και/ή της ορθότητας ή μη τούτων ως απορρέουν από πιστωτική διευκόλυνση που εξασφάλισαν από τους Καθ'ων η Αίτηση-Εφεσίβλητους.
  12. Άνευ οιουδήποτε επηρεασμού, οι διωκόμενοι υπό των Αιτητών-Εφεσειόντων προς εισαγωγή ισχυρισμοί δια της υπό κρίση αιτήσεως συνίστανται μεταγενέστερης ημερομηνίας από την καταχώρηση συναφών ένδικων μέσων και/ή εδύνατο να τεθούν σε προγενέστερο χρόνο.
  13. Οι Αιτητές-Εφεσείοντες κωλύονται (areestopped) ένεκα ιδίων δηλώσεων και/ή συμπεριφοράς, να αξιώνουν ενώπιον του Δικαστηρίου όπως τους επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης τοιαύτων ισχυρισμών στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλον Αίτηση/Έφεση.
  14. Τυχόν έγκριση της υπό κρίση αίτησης θα λειτουργήσει ενάντια στην ιδέα της Δικαιοσύνης την οποία το παρόν Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο να περιφρουρήσει από αλλότρια και/ή αδικαιολόγητα και/ή έκνομα κίνητρα των Αιτητών-Εφεσειόντων. Οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους, με τους αιτητές να υποστηρίζουν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος και με τους καθ'ων η αίτηση να υποστηρίζουν ακριβώς το αντίθετο. Το Δικαστήριο, για σκοπούς της παρούσας απόφασης λαμβάνει υπόψιν του τόσο την αίτηση και την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, όσο και τα όσα αναφέρθηκαν κατά το στάδιο των αγορεύσεων. Νομικό υπόβαθρο σε αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποτελεί ο Θεσμός 4

(2)της Δ.48 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, ο οποίος έχει ως εξής: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39». Με βάση την πιο πάνω διαταγή, δεν είναι επιτρεπτή πλέον κατά την εκδίκαση τέτοιας φύσεως αιτήσεων, σε περίπτωση αμφισβητούμενων γεγονότων, η προσαγωγή μαρτυρίας, τηρουμένου του δικαιώματος αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα δυνάμει της Δ.39. Σκοπός της Δ.48 Θ4
(2)είναι να δοθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηριχθούν οι εκατέρωθεν θέσεις τους. Το κατά πόσο θα εγκριθεί ένα τέτοιο αίτημα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ανδρέου κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 510). Μοναδικό κριτήριο για έγκριση αίτησης για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η προβολή καλού λόγου από πλευράς αιτητή, ο οποίος έχει και το βάρος απόδειξης του. Το τι αποτελεί καλό λόγο δεν καθορίζεται στην εν λόγω Διαταγή. Έχοντας κατά νουν όμως τον σκοπό που θέλει να υπηρετήσει, θα πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το δικαίωμα κάθε διάδικου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης. Αυτό όμως δεν είναι απόλυτο. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν το είδος της ενδιάμεσης αίτησης, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, η σημασία που έχει η μαρτυρία με την οποία γίνεται προσπάθεια να προσαχθεί με ένορκη δήλωση, η φύση των θεραπειών που η αίτηση επιδιώκει, αλλά και η ανάγκη αντίκρουσης ή και απάντησης των θεμάτων τα οποία εγείρονται στην ένσταση. Η αμφισβήτηση γεγονότων από μόνη της, δεν μπορεί να αποτελέσει χωρίς άλλο, καλό λόγο για να προσαχθεί επιπρόσθετη μαρτυρία, ή για σκοπό απάντησης ισχυρισμών του αντιδίκου. Ο αιτητής θα πρέπει να θέσει τέτοια στοιχεία έτσι ώστε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει ανάγκη απάντησης σε κάποιους ισχυρισμούς ή στην παράθεση γεγονότων που θα μπορούσαν να ενισχύσουν ένα νομικό επιχείρημα και να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο υλικό. Εξετάζοντας την υπό κρίση αίτηση αυτό που οι αιτητές επιζητούν είναι η καταχώρηση έκθεσης, που ετοιμάστηκε από εγκεκριμένο γραφείο χρηματοοικονομικών συμβούλων, με την οποία καταδεικνύονται οι παράνομες και παράτυπες χρεώσεις στις οποίες, κατά τη θέση τους, προέβηκαν οι καθ'ων η αίτηση. Στην αγόρευση του ο συνήγορος για τους αιτητές, αναφέρει ότι η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση έχει σκοπό να θίξει το θέμα των καταχρηστικών ρητρών των επίδικων συμφωνιών, κάτι που σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ένωσης, ο Εθνικός Δικαστής οφείλει να εξετάζει αυτεπάγγελτα. Το Δικαστήριο όμως για να λάβει δικαιοδοσία και να μπορεί να εξετάσει κατά πόσο οι αιτητές δικαιούνται στο αιτούμενο διάταγμα, θα πρέπει να έχει ενώπιον του το ορθό νομικό υπόβαθρο αποτυπωμένο στη νομική βάση της αίτησης. Η πλευρά των καθ'ων η αίτηση στην ένσταση τους εγείρουν ως ξεχωριστό λόγο ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοτικής εξουσίας να εξετάσει την αίτηση ως εκ της απουσίας της ορθής δικονομικής βάσης. Στην αγόρευση τους αναπτύσσουν με λεπτομέρεια παραθέτοντας και σχετική νομολογία για υποστήριξη της εισήγησης τους για απόρριψη της αίτησης, καθότι ελλείπει η Δ.48 θ.4
(2)που αποτελεί το νομιμοποιητικό θεμέλιο για εξέταση αίτησης για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η Δ.48 θ.2 προβλέπει ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει απαραίτητα να περιλαμβάνονται οι νομικές διατάξεις που τις υποστηρίζουν. Η αναφορά αυτή είναι που στοιχειοθετεί και το νομικό υπόβαθρο της αίτησης και αποτελεί απαραίτητο όρο της εγκυρότητας των δικονομικών μέτρων (βλ. Μαχλουζαρίδης v. Ιωαννίδη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, Kozinskaya River Ltd κ.α. v. KLCC Holdings Ltd, Πολ. Έφεση Ε43/2013, ημερ.23/03/2017). Στην υπό κρίση αίτηση απουσιάζει από τη νομική της βάση η Δ.48 θ.4
(2)που θα προσέδιδε στο Δικαστήριο δικαιοδοσία να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσειςγια έγκριση του αιτήματος. Ελλείψει της ορθής νομικής βάσης η αίτηση υπόκειται σε απόρριψη χωρίς το Δικαστήριο να είναι δυνατόν να υπεισέλθει στην εξέταση της ουσία της. Το ερώτημα τώρα που τίθεται είναι εάν η έλλειψη της απαιτούμενης νομικής βάσης μπορεί να θεωρηθεί παρατυπία την οποία το Δικαστήριο δύναται να διατάξει απαλλαγή της, έχοντας υπόψιν ότι η πλευρά των αιτητών δεν προέβηκε σε οποιοδήποτε διαδικαστικό διάβημα για διόρθωση της, ή θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση λόγω ακυρότητας του δικονομικού μέτρου. Στην υπόθεση Koza Michael David κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ.208/12 ημερ. 24.11.17 τέθηκαν τα ακόλουθα: «Βέβαια, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έκρινε την ουσία του θέματος, περιοριζόμενο στη θεώρηση ότι δεν ετίθετο ζήτημα «αυτεπάγγελτης θεραπείας», αφού απαιτείτο, ως προϋπόθεση για την παροχή της, η υποβολή σχετικού αιτήματος από το διάδικο που ευθυνόταν για την παρατυπία. Η νομολογία μας, όμως, δεν υποστηρίζει τέτοια απαρέγκλιτη προσέγγιση. Το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια, στην κατάλληλη περίπτωση, να προβεί το ίδιο, αυτεπαγγέλτως, στη θεραπεία της παρατυπίας. Καθοδηγητική, επί του προκειμένου, είναι η υπόθεση Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 366, όπου το Εφετείο, υιοθετώντας τα νομολογηθέντα στην αγγλική απόφαση Metroinvest Ansalt a.o v. Commercial Union [1985] 1 WLR 513 υπέδειξε τα εξής: «Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt a.ο. v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520, 521,
  1. Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 - και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
  2. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο interpartes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
  3. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
  4. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
  5. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
  6. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον"» Οι παραπάνω παρατηρήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσειόντων ως προς τη συμμετοχή των εφεσιβλήτων στην πρωτόδικη διαδικασία χωρίς να εγείρουν θέμα παρατυπίας είναι ορθή. Μπορεί δε να λεχθεί, χωρίς δυσκολία, ότι η συμμετοχή αυτή με την καταχώριση ένστασης στη διαδικασία της αίτησης των εφεσειόντων, χωρίς οι εφεσίβλητοι να εγείρουν θέμα παρατυπίας, ισοδυναμεί με παραίτηση από το δικαίωμα που αυτή τους παρείχε. Εξάλλου, οι εφεσίβλητοι, δεν φαίνεται να έχουν υποστεί οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό λόγω της παρατυπίας. Η αίτηση των εφεσειόντων ήταν σαφής τόσο ως προς τις επιδιωκόμενες θεραπείες όσο και το πραγματικό τους βάθρο. Συμμετέχοντας δε στη διαδικασία, οι εφεσίβλητοι υποστήριξαν τις αντίθετες στην αίτηση θέσεις τους. Ούτε επρόκειτο για μείζονα παρατυπία. Δεν μπορεί, επίσης, να παραγνωριστεί ότι το θέμα της παρατυπίας εγέρθηκε για πρώτη φορά και εξετάστηκε από το Δικαστήριο στο στάδιο της απόφασης του, και όχι σε αρχικό στάδιο, με συνέπεια την ταλαιπωρία των διαδίκων και την αύξηση των εξόδων (βλ Wunderlich (ανωτέρω)). Υπό τις περιστάσεις αυτές, θεωρούμε ότι απορρίπτοντας την αίτηση των εφεσειόντων λόγω παρατυπίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε εσφαλμένα τη διακριτική του ευχέρεια προκαλώντας αδικία στους εφεσείοντες. Έχοντας διαπιστώσει το ίδιο την ύπαρξη της παρατυπίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε να προχωρήσει έγκαιρα στη θεραπεία της εκδίδοντας διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία .» Στην παρούσα περίπτωση, ως έχει τεθεί προηγουμένως, νομικό υπόβαθρο σε αίτηση για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποτελεί η Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Διαταγή που δεν περιλαμβάνεται στην νομική βάση της υπό κρίση αίτησης. Καταγράφεται η Δ.39 θ.1, που προνοεί ότι σε αιτήσεις μαρτυρία μπορεί να δοθεί με ένορκη δήλωση με δικαίωμα αντεξέτασης, ως επίσης και η Δ.28 θ.1-4 που προνοεί για την αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων. Οι καθ'ων η αίτηση εγείρουν το εν λόγω ζήτημα στην ένσταση τους με ξεκάθαρο τρόπο και παρά την αντίθετη θέση του συνηγόρου των αιτητών στην αγόρευση του, κάτι που καταδεικνύει μη παραίτηση τους από αυτό. Το προωθούν, επικαλούμενοι και νομολογία, στην αγόρευση τους. Παρά ταύτα οι αιτητές ουδέν μέτρο έλαβαν για θεραπεία της παρατυπίας, παρά το γεγονός ότι θα μπορούσαν να το πράξουν εφόσον η παρατυπία εγείρεται στην ένσταση. Έχοντας κατά νουν τις πιο πάνω αρχές και ότι η παρατυπία έχει να κάνει με την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου, κρίνω ότι είναι από τις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο δεν είναι δυνατόν να διατάξει την απαλλαγή από την παρατυπία. Αντίθετη προσέγγιση θα έχει σαν αποτέλεσμα τον επηρεασμό των δικαιωμάτων των καθ'ων η αίτηση αφού θα επιτρεπόταν στους αιτητές να προωθήσουν την αίτηση τους, που σε περίπτωση επιτυχίας της θα καταχωρούσαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση και θα εισήγαγαν στην διαδικασία επιπρόσθετα στοιχεία. Δεδομένων των πιο πάνω και ελλείψει της ορθής νομικής βάσης της αίτησης, το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της αίτησης. Αναπόφευκτα η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Τα έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των καθ'ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών. Θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.).......... Λ. Μουγής, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.