← Κύπρος

Η Διαχειριστική Επιτροπή της Πολυκατοικίας St. Andrews Court Block A ν. Περατικός, Αγωγή αρ. 1103/19, 12/3/2021

Η Διαχειριστική Επιτροπή της Πολυκατοικίας St. Andrews Court Block A ν. Περατικός, Αγωγή αρ. 1103/19, 12/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1103/19 Μεταξύ: Η Διαχειριστική Επιτροπή της Πολυκατοικίας St. Andrews Court Block A Ενάγοντες και XXXXX Περατικός Εναγόμενος ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 27.2.2020 ΓΙΑ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟΥ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤOY ENAΓΟΜΕΝΟΥ Ημερομηνία: 12.3.21 Εμφανίσεις: Για Αιτητή /Εναγόμενο: κ. Ν. Γ. Νικολάου Για Καθ' ών η Αίτηση / Ενάγοντες : κ. M. A. Τάσου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε την 9.8.19 σε Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα. Αντικείμενο της αποτελεί η απαίτηση των εναγόντων για είσπραξη ποσού ύψους €516,00 ως οφειλόμενο ποσό κοινόχρηστων εξόδων και/ή πάγιων και/ή έκτακτων δαπανών συντήρησης και/ή επιδιόρθωσης ή ως αποζημιώσεις ή δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού αναφορικά με τα διαμερίσματα υπ' αριθμούς 106Β και 204Β για το έτος 2018 επί της πολυκατοικίας και/ή κοινόχρηστης οικοδομής με την ονομασία «St. Andrews Court Block A», στην Οδό XXXXX 17, στην XXXXX. Την 6.9.2019 ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης, ενώ την 7.1.20 καταχώρησε δικόγραφο Υπεράσπισης. Το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση, την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της οποίας αιτείται ο εναγόμενος μέσω της παρούσας αίτησης, καταχωρήθηκε την 12.2.20. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.21, Θ.14

(1),
(2)στην Δ.26 Θ.14, Δ.48 Θ.1-4, 8- 9, στην Δ.64 Θ.1-3 καθώς και στην σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου, ο οποίος αναφέρει ότι το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση δεν καταχωρήθηκε εντός 7 ημερών από την λήψη της Υπεράσπισης του, αλλά μετά την πάροδο 36 ημερών, με αυτό να καταχωρείται μόλις στις 12.2.20 αντί στις 14.1.20. Δυνάμει των πιο πάνω, το δικόγραφο είναι εξ αντικειμένου εκπρόθεσμο και δέον όπως απορριφθεί, σημειώνοντας παράλληλα, την επιλογή των εναγόντων όπως μην προβούν σε κανένα δικονομικό διάβημα και/ή αίτημα για παράταση της προθεσμίας στην καταχώρηση του. Το αίτημα του εναγόμενου συνάντησε την ένσταση των εναγόντων /καθ'ών η αίτηση, καταχωρηθείσα την 19.5.20, στηριζόμενη επί των Δ.19 Θ.4,26, Δ.21 Θ 14(Ι), Δ.26 Θ.11, Δ.30 Θ.2 (β), 3(α),4,5 στην Δ.48 Θ.1-4 στην Δ.64 Θ.1 -3 της Πολιτικής Δικονομίας, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως ακολούθως. Ο εναγόμενος είχε στην διάθεση του επτά
(7)μόνο ημέρες από την καταχώρηση του δικογράφου της Απάντησης για καταχώρηση της παρούσας αίτησης, η δε καταχώρηση της αιτήσεως την 27.2.20 την καθιστά εκπρόθεσμη, και εξ' υπαρχής άκυρή, αφού μετά την περίοδο των επτά
(7)ημερών, τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα και δεν επιτρέπεται η προώθηση άλλων δικονομικών μέτρων που να τα αφορούν. Αποτελεί επιπλέον θέση των εναγόντων ότι η εκπρόθεσμη καταχώρηση του δικογράφου δεν καθιστά την διαδικασία άκυρη, ενώ η προθεσμία των 7 ημερών που προνοούν οι θεσμοί υπόκειται σε επέκταση. Η ακύρωση δικογράφου δε, θεωρείται εξαιρετικό μέτρο και το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια με φειδώ, ενώ η απλή παρατυπία θεραπεύεται και διορθώνεται δυνάμει της Δ.64 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Σκοπός της παρούσας αίτησης είναι η πρόκληση καθυστέρησης στην διαδικασία, ενώ ο εναγόμενος ουδεμία βλάβη θα υποστεί από την απόρριψη αυτής, σε αντίθεση με τους ενάγοντες οι οποίοι θα υποστούν πασιφανή αδικία. Οι πιο πάνω λόγοι ένστασης, αποτελούν αυτούσιο και το σώμα της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει, στην οποία ομνύοντας είναι ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, δηλώνοντας ως προς τούτο, ότι ο κ. Δημήτρης Ανδρέου, πρόεδρος των εναγόντων, απουσιάζει στο εξωτερικό, και δη στην Αγγλία, αδυνατεί δε λόγω των περιοριστικών μέτρων που ισχύουν στο εξωτερικό λόγω της πανδημίας του Kορωνoιού, όπως προσέλθει στην Κυπριακή Δημοκρατία για να ορκιστεί την παρούσα. Ακρόαση της Αίτησης: Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων, ενώ αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων παρέδωσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές τους αγορεύσεις προς στήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Τα όσα ανέφεραν βρίσκονται κατατεθειμένα στον φάκελο του Δικαστηρίου, έχουν μελετηθεί δεόντως, και δεν κρίνω αναγκαίο να επαναλάβω τα όσα τέθηκαν. Αναφορά βεβαίως επί αυτών θα γίνει κατωτέρω όπου αυτό κριθεί απαραίτητο. Νομική Πτυχή και Υπαγωγή στα γεγονότα της παρούσης: Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται κυρίως στις Δ.21 Θ.14 και Δ.64 Θ.1-3 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Αφετηρία δια εξέταση του παρόντος αιτήματος συνεπώς, οφείλουν να αποτελέσουν να αποτελέσουν οι πρόνοιες της εν λόγω Διαταγής 21 Θεσμός 14 οι οποίες διαβάζουν ως ακολούθως: «Order 21: Defence, Counter-Claim, Defence to Counter Claim and Reply:
(1)Where the plaintiff desires to deliver a reply, he shall file and deliver it within seven days from the delivery of the defence:
(2)No subsequent pleading shall be delivered, unless ordered by the Court or a Judge. Where a subsequent pleading is ordered it shall be filed and delivered together with an office copy of the order within the time specified in the order giving leave to deliver the same». Οι πρόνοιες της Διαταγής είναι ξεκάθαρες ως προς τις χρονικές προθεσμίες που οφείλουν να τηρούνται. Τα πιο πάνω, σε συνάρτηση πάντοτε με τις πρόνοιες της Διαταγής 26 Θ. 11 καταδεικνύουν ότι η δικογραφία, θεωρείται ότι έχει κλείσει, είτε (α) εντός επτά ημερών από την καταχώριση της Υπεράσπισης ή της Απάντησης, εάν υπάρχει, ή (β) εάν δικόγραφο μεταγενέστερο της Απάντησης διαταχθεί να καταχωρηθεί και δεν υπάρξει συμμόρφωση εντός της καθορισθείσας προθεσμίας, μετά την λήξη αυτής. Παραπέμπω ενδεικτικά ως προς τα ως άνω στο Annual Practice 1958, V.(I) σελ. 465, 613-
  1. Καθοδήγηση ως προς τις πιο πάνω πρόνοιες άντλησε το Δικαστήριο και από το σύγγραμμα Odgers': «Principles of Pleading and Practice», 16η έκδοση, σελ.
  2. Εκεί καταγράφονται τα ακόλουθα επί του προκειμένου: «Where a pleading subsequent to a Reply is not ordered, then, at the expiration of seven days from the delivery of the defence or Reply (if any), the pleadings are deemed to be closed and material statements of fact in the pleading last delivered are deemed to have been denied and put in issue.. The plaintiff can only remedy such a lapse by subsequently getting Ieave to deIiver a Reply, thus probably incurring a penalty by way of costs». Είναι αυταπόδεικτο από τον δικογραφικό φάκελο ότι το δικόγραφο της Υπεράσπισης καταχωρήθηκε από τον εναγόμενο την 7.1.
  3. Πότε όμως αυτό παραδόθηκε ή επιδόθηκε στην πλευρά των εναγόντων δεν αποκαλύπτεται, ούτε από τον αιτητή που έχει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, ούτε και από τους καθ' ων η αίτηση. Σημειώνεται εδώ και υπενθυμίζεται ότι η Διαταγή 21 προνοεί για καταχώρηση του δικογράφου της Απάντησης εντός 7 ημερών από την επίδοση του δικογράφου Υπεράσπισης (τονισμός δικός μου). Συνεπώς οι ενάγοντες, αφού επιθυμούσαν να καταχωρήσουν Απάντηση, όφειλαν, ως οι πρόνοιες της Διαταγής 21 Θ.14 όπως καταχωρήσουν αυτήν εντός 7 ημερών από την επίδοση της Υπεράσπισης του εναγόμενού σε αυτούς. Με την εκπνοή της πιο πάνω προθεσμίας, τα δικόγραφα θεωρούνταν συμπληρωμένα. Λανθασμένα συνεπώς ο αιτητής δεν αποκαλύπτει και/ή δεν αναφέρει στο Δικαστήριο την ημερομηνία παράδοσης του δικογράφου του στην άλλη πλευρά, αποστερώντας με αυτό τον τρόπο το βάσιμο των ισχυρισμών του από υποστηρικτικά στοιχεία. Ο μοναδικός λόγος που το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της παρούσας αιτήσεως, είναι οι παραδοχές των εναγόντων περί μη συμμόρφωσης τους στην καταχώρηση του δικογράφου τους εμπρόθεσμα, ως αυτές αποτυπώνονται στις παραγράφους 6 μέχρι και 13 της ένορκής δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση. Οι εν λόγω παραδοχές αποκαλύπτουν περαιτέρω το αδιαμφησβήτητο ως αυτό προκύπτει και από τον φάκελο του Δικαστηρίου, γεγονός, ότι οι ενάγοντες δεν έκαναν χρήση του χρήσιμου εργαλείου που τους προσφέρει η Διαταγή 21
(2)για λήψη άδειας από το Δικαστήριο για εξέταση τυχόν αιτήματος τους ως προς το κατά πόσο θα δικαιολογείτο ή μη, η παράταση της θεσμικά τιθέμενης προθεσμίας για καταχώρηση του δικογράφου τους. Αναμφιβόλως συνεπώς, το Δικόγραφο της Απάντησης, με ημερομηνία καταχώρησης την 12.2.20, είναι εκπρόθεσμο. Είναι η θέση του Δικαστηρίου, ότι οι Θεσμοί αποτελούν και/ή οφείλουν να αποτελούν το πρωταρχικό και κύριο εργαλείο στα χέρια των συλλειτουργών της δικαιοσύνης, οι χρονικές δε προθεσμίες που εκεί τίθενται οφείλουν να τηρούνται ευλαβικά, στα πλαίσια της αέναης προσπάθειας απονομής της δικαιοσύνης το ταχύτερο δυνατό. Το Δικαστήριο έχει εντοπίσει πλούσια Νομολογία επί της επιτακτικής ανάγκης τήρησης των προθεσμιών, η οποία επενεργεί προς όφελος των διαδίκων. Ενδεικτικά παραπέμπω στην Αγγλική Απόφαση Revici v. Prentice Hall Incorporated [1969] 1 All E.R. 772, όπου ο Δικαστής Edmund Davies, ανέφερε τα εξής σημαντικά: "When a party has exceeded to a substantial degree the time limit set by the Rules of the Supreme Court within which an interlocutory step has to be taken, can it be said that he is entitled to have his time extended simply on undertaking to pay any costs occasioned by his delay, so that a judge who nevertheless refuses to extend his time must necessarily be regarded as having exercised his discretion wrongly?............ On the contrary, the rules are there to be observed; and if there is non-compliance (other than a minimal kind), that is something which has to be explained away». Αντιστοίχως, τα Κυπριακά Δικαστήρια υιοθέτησαν μέσω δικών τους αποφάσεων, την Αγγλική πρακτική. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην Απόφαση Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ ν Λάμπρου Αδάμου Χ''Νικόλα
(1990)1 Α.Α.Δ. 470, ανέφερε: «Η προσέγγιση των Δικαστηρίων, αναφορικά με τις προθεσμίες που ορίζονται στους Θεσμούς, είναι πολύ διαφορετική από τις Δικαστικές αντιλήψεις του περασμένου αιώνα...Οι προθεσμίες και οι χρόνοι που ορίζονται από τους θεσμούς πρέπει να τηρούνται. Η παράταση του χρόνου είναι εξαιρετικό δικονομικό μέτρο. Το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική εξουσία να παρατείνει το χρόνο. Η εξουσία αυτή είναι ελεύθερη και αδέσμευτη και ασκείται με βάση τα γεγονότα της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Καθυστέρηση, ειδικά όταν είναι μακρά, πρέπει να αιτιολογείται ικανοποιητικά, διαφορετικά αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο για τον παραβάτη των προθεσμιών. Η πρόνοια των θεσμών κάμπτεται με την άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτητή, εάν οι πιο πάνω αρχές ικανοποιούνται και η παράταση είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και τα δοσμένα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης συνηγορούν υπέρ αυτής». Στην απόφαση Αθανασιάδη ν Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945, λέχθηκε ότι «.η κατάταξη μιας παράβασης των κανονισμών στην κατηγορία των παρατυπιών που μπορούν να θεραπευθούν δεν σημαίνει αυτόματα και ανοχή της. Οι κανονισμοί είναι θεσπισμένοι για να τηρούνται. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις προθεσμίες επανειλημμένα τονίστηκε η ανάγκη τήρησής τους. (Βλ. The Attorney- General Cooperative Carob Marketing Society Ltd v. Lufti Kiamil and Another
(1973)1 CLR 1». Τα πιο πάνω καταγράφονται προς υπενθύμιση τόσο της χρησιμότητας, καθώς και της αναγκαιότητας για πιστή τήρηση των καθοριζομένων χρονικών προνοιών των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ειδικά σε υποθέσεις όπως η παρούσα, το αντικείμενο της οποίας εντάσσεται εντός των προνοιών της νέας Διαταγής 30, σκοπός της οποίας είναι η επίλυση των ενώπιον του Δικαστηρίου διαφορών το ταχύτερο δυνατό, αξιοποιώντας στον μέγιστο δυνατό βαθμό τις πρόνοιες και τα χρονοδιαγράμματα της Διαταγής. Παρατηρείται ότι η μη τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων επενεργούν σε βάρος της ίδιας της υπόθεσης, και κατ΄επέκταση των διαδίκων, με το Δικαστήριο να καλείται λόγω αυτής της ασυνέπειας να αποφασίζει επί επιμέρους ζητημάτων που ανατρέπουν την ομαλή πορεία της υπόθεσης, δημιουργώντας ενδιάμεσες διαδικασίες, όπως η παρούσα, και επιπλέον έξοδα. Των πιο πάνω λεχθέντων, το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει την θέση των εναγόντων ότι η παρούσα αίτηση είναι άκυρη και/ή εκπρόθεσμη, αφού όφειλε όπως αυτή καταχωρηθεί το ταχύτερο δυνατό και/ή εντός 7 ημερών από την συμπλήρωση της δικογραφίας. Η θέση των εναγόντων δεν βρίσκει έρεισμα στις πρόνοιες της Διαταγης
  1. Ούτε έχει παραπεμφθεί επι τούτου το Δικαστήριο σε Νομολογία ή Θεσμική πρόνοια. Αντιθέτως, το Δικαστήριο, εντοπίζει, ότι η Διαταγή 64 Θ.2 (δείτε κατωτέρω), προνοεί ότι ο παραμερισμός της διαδικασίας ή του εγγράφου πρέπει να λαμβάνει χώρα: «μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού ο διάδικος που υποβάλλει την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο διάβημα». Επομένως γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο ότι ο αιτητής έδρασε εντός εύλογου χρόνου, αιτούμενος τον παραμερισμό της Απάντησης, και δη εντός 14 ημερών. Σημειώνεται εδώ για σκοπούς πληρότητας, ότι το μοναδικό διάβημα στο οποίο προέβη ο εναγόμενος ήταν η καταχώρηση Κλήσης Οδηγιών, η οποία όμως ακολούθησε της καταχώρησης της Κλήσης Οδηγιών εκ μέρους των εναγόντων, ως είθισται και προνοείται από την νέα Διαταγή
  2. Συνεπώς, η καταχώρηση της παρούσας αιτήσεως έλαβε χώρα προ της λήψης οποιουδήποτε άλλου δικονομικού διαβήματος εκ μέρους του εναγόμενου και δεν μπορεί να θεωρηθεί εκπρόθεσμη. Στρέφομαι τώρα στην εξέταση της θέσης του κ. Νικολάου ότι η εν λόγω παρατυπία δεν θεραπεύεται με την χρήση της Δ.64 και/ή δεν πρέπει να θεραπευτεί, αφού οι ενάγοντες ουδέποτε επικαλέστηκαν τις πρόνοιες της για άρση αυτής. Το Δικαστήριο, εισηγείται ο κ. Νικολάου, δεν μπορεί αυτεπάγγελτα να προβαίνει σε διορθωτικά μέτρα, παρά μόνο όταν υπάρχει επίκληση και χρήση των προνοιών της Διαταγής από τους διαδίκους. Η Διαταγή 64 διαβάζει ως ακολούθως: « ORDER 64 : EFFECT OF NON-COMPLIANCE 1.
(1)H μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2)Τηρουμένης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσον διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον.
(3)To Δικαστήριο δε θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου οποιαδήποτε διαδικασία, ή το κλητήριο ένταλμα, ή άλλο εναρκτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία, για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους παρόντες Κανονισμούς. 2. Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δε θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού o διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση.» Από τα πιο πάνω διαφαίνεται ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά πόσον θα κριθεί επιτυχής η αίτηση παραμερισμού της Απάντησης, λόγω του εκπρόθεσμου στην καταχώρηση της. Στην υπόθεση Γιώργος Φαλέκκος ν Κυριάκου Χριστοφίδη
(2013)1 Α.Α.Δ. 2534, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας είτε να παραμερίσει το παράτυπο έγγραφο, είτε να θεωρήσει τη μη συμμόρφωση θεραπεύσιμη και να εκδώσει διάταγμα για διόρθωση ή άρση της παρατυπίας. Σε απάντηση της θέσης του κ. Νικολάου ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί αυτεπαγγέλτως και χωρίς προηγούμενο αίτημα προς τούτο να θεραπεύσει την όποια παρατυπία, το Ανώτατο Δικαστήριο μέσω της απόφασης Φαλέκκου (ante), δήλωσε πως ο κανόνας αυτός δεν είναι άκαμπτος. Η νομολογία καθιέρωσε κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου με προεξάρχον το ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ της άρσης της παρατυπίας, δεν θα οδηγούσε σε πασιφανή αδικία την άλλη πλευρά. Στην Wunderlich κ.ά.ν Παναγιώτου
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 366, το Εφετείο υιοθέτησε τα όσα αναφέρθηκαν στην Αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt a.ο. v. Commercial Union [1985] 1 WLR 513, στην οποία ερμηνεύθηκε η νέα Αγγλική Δ.2, αντίστοιχη της δικής μας νέας Διαταγής
  1. Εκεί ειπώθηκαν τα εξής: «
  2. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
  3. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
  4. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
  5. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
  6. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην Φαλέκκου (ante), εύστοχα αποφασίζει επί του σημείου της παρατυπίας, αναφέροντας περαιτέρω τα εξής: «Τα όσα αναφέρθηκαν μετέπειτα στις υποθέσεις M.I. Holdings Public Ltd v. Παναγή, ανωτέρω και Αρέστη ν. Ερμογένους, ανωτέρω, ότι η Δ.64 δεν «παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις», ουδόλως επηρεάζουν το δικαστικό λόγο της Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου. Τα όσα αναφέρθηκαν στις πιο πάνω δύο υποθέσεις που επικαλέστηκε ο συνήγορος του Εφεσείοντος, έγιναν με αναφορά στην υπόθεση Πέτριχου ν. Χ"Ιωσήφ, ανωτέρω. Όμως εκείνο που τονίστηκε στην Πέτριχου, ήταν ότι η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, τους οποίους δεν έχει σκοπό να καταργήσει. Τονίστηκε ότι η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο το οποίο ο διάδικος μπορεί να χρησιμοποιήσει για να θεραπεύσει παρατυπίες. Όμως το Δικαστήριο με κανένα τρόπο δεν περιόρισε τη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου, όταν με κάποιο τρόπο εγείρεται ενώπιον του θέμα μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς, να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τη Δ.64 θ.1
(3)και είτε να παραμερίσει το μη θεραπεύσιμο εναρκτήριο μέσο, είτε να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, όπως κρίνει δίκαιο και πρέπον αναφορικά με τη διαδικασία. ..Στην προκειμένη περίπτωση, από τη στιγμή που το πρωτόδικο δικαστήριο προέβη σε διαπίστωση ότι πρόκειται για θεραπεύσιμη παρατυπία, δεν βλέπουμε λόγο γιατί να μην μπορούσε στην ίδια διαδικασία να θεραπεύσει την παρατυπία δυνάμει της Δ.64, εφόσον το έκρινε αναγκαίο. Θα ήταν τυπολατρική προσέγγιση αν κρίναμε ότι για να θεραπευθεί η ήδη διαπιστωθείσα παρατυπία θα έπρεπε το πρωτόδικο δικαστήριο να αναβάλει την υπόθεση, ώστε να δοθεί χρόνος στον Εφεσίβλητο να καταχωρίσει αίτηση δυνάμει της Δ.64 για να θεραπεύσει την παρατυπία. Διερωτόμαστε σε τι θα εξυπηρετούσε η αίτηση, εφόσον η άλλη πλευρά δεν θα μπορούσε να έχει ουσιαστικούς λόγους ένστασης, αφού το ουσιαστικό θέμα είχε ήδη κριθεί από το πρωτόδικο δικαστήριο. Βέβαια οι πιο πάνω παρατηρήσεις μας δεν πρέπει να τύχουν παρανόησης ως προς το καθήκον του κάθε δικηγόρου ή διαδίκου που διαπιστώνει την παρατυπία να λαμβάνει έγκαιρα στην κατάλληλη περίπτωση τα αναγκαία μέτρα για θεραπεία της και όχι να αφήνει τα πράγματα να τύχουν διόρθωσης από το Δικαστήριο. Επομένως ούτε ο δεύτερος λόγος έφεσης ευσταθεί» . Στην υπόθεση Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Aρ. 2)
(2009)1(Α) Α.Α.Δ 35, η οποία περιέχει επίσης χρήσιμη ανάλυση για τον σκοπό και τον τρόπο εφαρμογής της Δ.64, αναφέρονται σχετικά: «Ο σκοπός της νέας Δ.64 είναι η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ άκυρου και αντικανονικού μέτρου, εξισώνοντας έτσι κάθε μορφή παρέκκλισης από τους θεσμούς με αντικανονικότητα δυνάμενη να θεραπευθεί. Το θέμα παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ..Η θεραπεία αυτή επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και η οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους Θεσμούς θα πρέπει να αντιμετωπίζεται έγκαιρα. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στη λήψη διορθωτικών μέτρων, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος που αναλαμβάνει ο αιτητής να πείσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελός του». Εφαρμόζοντας τις νομολογιακές αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η αναντίλεκτη καθυστέρηση στην καταχώριση του απαντητικού δικογράφου των εναγόντων, χωρίς την παράθεση οποιασδήποτε επεξήγησης επι τούτου, οφείλει να εξισορροπηθεί με την έλλειψη μαρτυρίας η παράθεσης γεγονότων, ως αυτά καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του αιτητή που να αποδεικνύουν οτι τα δικαιώματα του τελευταίου θα επηρεαστούν δυσμενώς απο την άσκηση δικαστικής κρίσης υπέρ της άρσης της παρατυπίας. Ουτε έχουν αποκαλυφθεί επαρκείς λόγοι και/ή στοιχεία που να καταδεικνύουν την αναγκαιότητα έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή πώς θα πληγεί η απονομή της δικαιοσύνης αν το Δικαστήριο ασκώντας δικαστική κρίση καταλήξει όπως το εν λόγω Δικόγραφο θεωρηθεί εμπρόθεσμο. Αντιθέτως, κρίνω οτι στο δικογραφο της υπεράσπισης εγείρονται ζητήματα που χρήζουν απάντησης, τα οποία άπτονται της νομιμότητας επί της έγερσης της ίδιας της αγωγής, ειδικότερα απο την στιγμή που μέσω Προδικαστικής 'Ενστασης αμφισβητείται η ύπαρξη των εναγόντων ως νομικού προσώπου. Ενόψει όλων των πιο πάνω δεν βρίσκω κανένα λόγο όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου μην ασκηθεί υπερ της άρσης της παρατυπίας. Τα δε δικαιώματα του εναγόμενου ουδόλως επηρεάστηκαν ή θα επηρεαστούν δυσμενώς με οποιοδήποτε τρόπο, αντιθέτως δε, τώρα θα έχει την δυνατότητα μέσω της ολοκληρωμένης πλέον δικογραφιάς, ως αυτή έχει κριθεί από το Δικαστήριο, όπως καταχωρήσει την γραπτή του μαρτυρία δυνάμει των νέων προνοιών της Διαταγής 30, η καταχώρηση της οποίας ακόμη εκκρεμεί. Σε αυτό το σημείο να αναφέρω ότι η εισήγηση του κ. Νικολάου ότι με το δικόγραφο της απάντησης επιχειρούνται να εισαχθούν και νέοι ισχυρισμοί οι οποίοι λανθασμένα εισάγονται, δεν θα εξεταστεί από το Δικαστήριο καθότι οι θέσεις αυτές προβάλλονται στο κείμενο της γραπτής αγόρευσης του και δεν περικλείονται στο κείμενο της αιτήσεως, ούτε και η αίτηση στηρίζεται επί της Διαταγής 19, επίκληση των προνοιών της οποίας δεν γίνεται, και η οποία δίνει στο Δικαστήριο την δυνατότητα δυνάμει της νομολογίας για μερική διαγραφή ισχυρισμών. Αλώστε το αν υπάρχουν ή όχι ανεπίτρεπτοι ισχυρισμοί, σε σχέση πάντοτε βεβαίως, με το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση, ενδεχομένως να αποτελέσει ζήτημα κατά την παρουσίαση της υπόθεσης στο Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία. Κατάληξη: Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω καταλήγω ότι η αίτηση του εναγόμενου/ αιτητή πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται αφού το Δικαστήριο έχει εξασκήσει την διακριτική του ευχέρεια για άρση της παρατυπίας κατ' εφαρμογή των προνοιών της Δ.64. Παράλληλα το Δικαστήριο εκδίδει σχετική Διαταγή όπως το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση θεωρηθεί εμπρόθεσμο. Το Δικαστήριο εν προκειμένω δεν θα ακολουθήσει τον γενικό κανόνα όπως τα έξοδα της παρούσας ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, ενόψει του γεγονότος ότι η αίτηση μεν αποτυγχάνει, αλλά και οι καθ'ών η αίτηση/ ενάγοντες δεν είχαν εμπρόθεσμα καταχωρήσει την απάντηση τους. Κρίνω συνεπώς δίκαιο όπως κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της. (Υπ.) ............................................... Μ. Ναθαναήλ , Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.