ΜΑΡΚΟΥ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1000 / 20, 28/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Μουγή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1000 / 20 Μεταξύ: XXXXX ΜΑΡΚΟΥ Ενάγοντα -και- XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Εναγομένου Αίτηση ημερομηνίας 4.11.2020 για παραμερισμό απόφασης. Ημερομηνία: 28 Ιανουαρίου
- Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο-Αιτητή: Η κα Δ. Χρυσοστόμου για Νίκος & Χριστόφορος Δημητρίου ΔΕΠΕ Για Ενάγοντα-Καθ'ου η αίτηση: Ο κ. Χ. Σκορδής. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 8.7.2020 ο ενάγοντας εξασφάλισε απόφαση εναντίον του εναγόμενου λόγω μη καταχωρήσεως σημειώματος εμφάνισης, με την οποία ο εναγόμενος διατάττετο όπως εκκενώσει και παραδώσει ελεύθερη την κατοχή κατοικίας στην Αραδίππου, όπως πληρώσει στον ενάγοντα το ποσό των €450= μηνιαίως από 1.6.2020 μέχρι παράδοσης ελεύθερης κατοχής της οικίας, όπως πληρώσει το ποσό των €1.150= πλέον τόκο από 16.6.2020 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον τα έξοδα. Στις 4.11.2020 ο εναγόμενος καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση, με την οποία εξαιτείται διατάγματος που να ακυρώνει και/ή να παραμερίζει την Απόφαση ημερομηνίας 8.7.
- Η Αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.17 θ.10 και Δ.48 θ.9(h). Υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση του ίδιου του εναγόμενου. Ο εναγόμενος-αιτητής στην ένορκη δήλωση του αναφέρει ότι στις 18.6.2020 τού επεδόθη το κλητήριο ένταλμα και μόλις το παρέλαβε επικοινώνησε με τους δικηγόρους του για καταχώριση σημειώματος εμφάνισης. Περί τα τέλη Ιουνίου, αρχές Ιουλίου, πήγε στο Δικαστήριο Λάρνακας, μαζί με τον δικηγόρο του Χριστόφορο Δημητρίου, και καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης. Τον Σεπτέμβριο του επιδόθηκε η Δικαστική απόφαση που αφορούσε την αγωγή. Θορυβούμενος από το γεγονός αυτό, αποτάθηκε ξανά στον δικηγόρο του και μαζί μετέβηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, όπου μετά από σχετική έρευνα στον φάκελο της υπόθεσης, διαπίστωσαν ότι πράγματι υπήρχε καταχωρημένο εμπρόθεσμο σημείωμα εμφάνισης. Ο αρμόδιος πρωτοκολλητής τον ενημέρωσε για τα δικαιώματα του, λέγοντας του ότι το πιθανότερο πρόκειται περί καλόπιστου λάθους και ότι ο ίδιος ο πρωτοκολλητής θα συντάξει επιστολή προς το Δικαστήριο σχετικό με το λάθος το οποίο προέκυψε και που αφορούσε την υπόθεση του. Είναι περαιτέρω η θέση του, ως τον συμβουλεύουν και οι δικηγόροι του, ότι έχει καλή υπεράσπιση, και το ποσό για το οποίο εξεδόθη η απόφαση είναι αναληθές. Έχει στην κατοχή του διάφορες αποδείξεις και προτίθεται να τις παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφέρει περαιτέρω ότι έχει υποστεί πρόσφατα εγκεφαλικό επεισόδιο και αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα υγείας. Είναι πατέρας δύο ανήλικων παιδιών, εκ των οποίων το ένα αντιμετωπίζει πρόβλημα αυτισμού. Το πιο πάνω αίτημα του εναγόμενου-αιτητή προσέκρουσε στην ένσταση του ενάγοντα- καθ'ου η αίτηση, ο οποίος καταχώρησε ένσταση υποστηριζόμενη από δική του ένορκη δήλωση, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: Α. Ο εναγόμενος/Αιτητής δεν προβάλλει και/ή δεν επικαλείται οποιοδήποτε και/ή επαρκή και/ή ικανοποιητικό λόγο για την παράλειψη του να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή. Β. Ο εναγόμενος/Αιτητής δεν προβάλλει καμία σοβαρή και/ή εύλογη αιτιολογία για την παράλειψη του να καταχωρήσει εντός των προθεσμιών εμφάνιση. Γ. Ο εναγόμενος/Αιτητής δεν προβάλλει καμία ουσιαστική και/ή καλή υπεράσπιση στην απαίτηση του ενάγοντα και/ή τα όσα αναφέρει δεν αποτελούν υπεράσπιση και/ή δεν ευσταθούν. Δ. Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους επικαλούμενοι και σχετική νομολογία και χωρίς να προβούν σε αντεξέταση οιουδήποτε των ενόρκως δηλούντων. Ως έχει τεθεί ανωτέρω η παρούσα αίτηση για παραμερισμό της απόφασης εδράζεται επί της Δ.17 θ.10 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών που προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just.» Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης η οποία παρέχεται από τη Δ.17 Κ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών εμπίπτει στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα αυτό αναλύονται στην υπόθεση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, όπως αυτές υιοθετήθηκαν και εφαρμόζονται στην Κυπριακή νομολογία (δες Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36, Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 736 και Ανδρέας Κλεάνθους ν. TRADEX LTD,
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 988). Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο να αποφασίζει τον παραμερισμό ή όχι εκδοθείσας απόφασης και βασικό κριτήριο είναι ότι ο αιτητής φέρει το βάρος απόδειξης για να δείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής και ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του (Evans v. Bartlam και Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd (ανωτέρω)). Τι αποτελεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ("prima facie defence") όπως το έθεσε ο Lord Atkin στην υπόθεση Evans v. Bartlam (ανωτέρω) επεξήγησε ο Megarry V.C. στην υπόθεση Land Securies plc v. Receiver from the Metropolitan Police District
(1980)1 W.L.R. 439 ως ακολούθως: "If the term "prima facie case" is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p. 80 used the term "bona fide arguable case": and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase "prima facie case" bearing the meaning that I have indicated". Καθοδηγητική στο θέμα αυτό είναι επίσης η υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω) στην οποία ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε) επεξήγησε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιόν του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ένας άλλος παράγοντας που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη είναι κατά πόσο ο αιτητής έχει σοβαρό και εύλογο λόγο για τον οποίο δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να καταχωρίσει εμφάνιση και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του καθώς επίσης και τον χρόνο που πέρασε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου μέχρι την καταχώριση της παρούσας αίτησης (Evans v. Bartlam, Phylactou v. Michael και Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου (ανωτέρω)). Όπως έχει νομολογιακά λεχθεί στην τελευταία υπόθεση, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεσή του. Η ίδια θέση υιοθετήθηκε και στην απόφαση Ανδρέας Κλεάνθους ν. TRADEX LTD (ανωτέρω) όπου ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κραμβής αναφέρει χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «.. η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτη όψεως υπεράσπισης δεν υπερακοντίζει ανυπερθέτως κάθε σοβαρή καταφρόνηση της διαδικασίας η οποία διαπιστώνεται από τον συγκεκριμένο εναγόμενο. Αυτό σημαίνει πως δεν πρέπει να θεωρείται ως δεδομένος ο παραμερισμός της απόφασης εκ μόνου του λόγου ότι ο εναγόμενος αποκαλύπτει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Βλ. K.C.P. Commission Agent and Importers Ltd v. Mιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. και Mine and Quarry Serv. Ltd v. Γεωργίου (ανωτέρω).» Πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου είναι να ισοζυγίσει τους δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη από τη μια αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου και την ανάγκη από την άλλη διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο κατά πόσο θα διατάξει τον παραμερισμό μιας απόφασης ή όχι συναρτάται άμεσα από την συμπεριφορά που επιδεικνύει ο αιτητής έναντι της δικαστικής διαδικασίας. Όπως αναφέρεται και στην υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω), όπου η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο μπορεί να μην διατάξει τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Η νομολογία επί του βάρους αποδείξεως σε τέτοιου είδους αιτήσεις αποκαλύπτει ότι το αποδεικτικό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών εξηγήσεων και στοιχείων τόσο για την καθυστέρηση όσο και για το εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η μαρτυρία που πρέπει να προσκομιστεί από τον αιτητή για να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και δικαιολογημένη καθυστέρηση πρέπει να είναι υπό μορφή ένορκης δήλωσης ή άλλη έγγραφη μαρτυρία που να επισυνάπτεται στις ένορκες δηλώσεις, χωρίς προφορική μαρτυρία αλλά βεβαίως με δικαίωμα αντεξέτασης με βάση τη Δ.39 θ.1. Ο αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπισή του (Γεώργιος Φρίξου Γεωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κώστα Παύλου & Σία Λτδ,
(2000)1 Α.Α.Δ. 1101). Ερχόμενος τώρα στην υπό κρίση αίτηση θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο ο αιτητής έχει αποσείσει το βάρος που έχει στους ώμους του να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την παράλειψη του να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή και που είχε σαν αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του, ως επίσης και αν προχώρησε με την αναγκαία ταχύτητα για παραμερισμό της από την στιγμή που έλαβε γνώση για την εναντίον του εκδοθείσα απόφαση. Η παρούσα περίπτωση έχει μία ιδιαιτερότητα από την άποψη ότι την ημέρα κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, ήτοι στις 8/7/2020, καταχωρήθηκε και σημείωμα εμφάνισης από τον εναγόμενο προσωπικά. Ο ίδιος στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση του αναφέρει ότι μόλις παρέλαβε την αγωγή επικοινώνησε με τους δικηγόρους του για καταχώρηση εμφάνισης. Λίγες μέρες αργότερα πήγε μαζί με το δικηγόρο του, XXXXX Δημητρίου, στο πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης. Το λογικό θα ήταν εφόσον είχε επικοινωνήσει με δικηγόρο όταν παρέλαβε την αγωγή και πήγε και στο πρωτοκολλητείο μαζί του για καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης, η εμφάνιση να καταχωριζόταν από τον δικηγόρο που θα τον εκπροσωπούσε και όχι από τον εναγόμενο προσωπικά. Εν πάση περιπτώσει σε ό,τι αφορά, το δεδομένο ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι στις 8/7/20 που εκδόθηκε η απόφαση είχε καταχωριστεί και σημείωμα εμφάνισης χωρίς αυτό να είχε τεθεί εντός του φακέλου του Δικαστηρίου και χωρίς το Δικαστήριο που επιλαμβανόταν της υπόθεσης να γνωρίζει για μια τέτοια καταχώριση. Θεωρώ όμως σημαντικό όπως ο αιτητής έθετε στην ένσταση του την ώρα που μετέβηκε στο Δικαστήριο και καταχώρισε το σημείωμα εμφάνισης. Δεν υπάρχει όμως και οτιδήποτε το μεμπτό στο ότι το σημείωμα εμφάνισης καταχωρίστηκε σε μεταγενέστερο στάδιο από ότι προβλεπόταν στο κλητήριο ένταλμα, αφού σύμφωνα και με τη Δ.16 Θ.7, εναγόμενος μπορεί να εμφανιστεί σε οποιονδήποτε χρόνο πριν την έκδοση της απόφασης. Σε περίπτωση που καταχωρήσει εμφάνιση σε μεταγενέστερο χρόνο από αυτόν που αναφέρεται στο κλητήριο ένταλμα, τότε θα κληθεί να καταβάλει τα έξοδα. Αυτό που θα αποφεύγετο, αν καταχωρούσε την εμφάνιση του εντός των διαδικαστικών κανονισμών ταχθείσας προθεσμίας ή και πριν την 8/7/2020, είναι η έκδοση απόφασης. Θα έπρεπε όμως, σύμφωνα με τους Θεσμούς, να παραδώσει στον δικηγόρο του ενάγοντα αντίγραφο της εμφάνισης του ή και θα μπορούσε να τον ενημερώσει για την πρόθεση του να εμφανιστεί στην αγωγή έτσι ώστε ο τελευταίος να γνώριζε περί τούτου. Το θέμα όμως, υπό τις δεδομένες συνθήκες, που χρήζει εξέτασης είναι οι ενέργειες που ο αιτητής προέβηκε, από τη στιγμή που έλαβε γνώση της απόφασης και πόσο γρήγορα ενήργησε προς το σκοπό ακύρωσης της. Η απόφαση ημερ.8/7/2020 επιδόθηκε προσωπικά στον αιτητή στις 23/7/2020. Αυτό προκύπτει τόσο από την ένσταση του καθ'ου η αίτηση όσο και από την ένορκη δήλωση επίδοσης που βρίσκεται κατατεθειμένη στο φάκελο του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου η θέση του αιτητή, στην ένορκη δήλωση της αίτησης του, ότι η απόφαση του επιδόθηκε το Σεπτέμβριο δεν ευσταθεί. Μετά την επίδοση της απόφασης, ο ενάγοντας προχώρησε με σχετική μονομερή αίτηση και εξασφάλισε στις 13/8/2020 ένταλμα ανάκτησης κατοχής του υποστατικού. Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του μαρτυρία αν και πότε εκτελέστηκε το εν λόγω ένταλμα. Γίνεται αναφορά στην αγόρευση του δικηγόρου για τον καθ'ου η αίτηση, ότι ο δικαστικός επιδότης επέδωσε στον αιτητή στις 19/10/20 ειδοποίηση εκτέλεσης του εντάλματος ανάκτησης κατοχής πλην όμως η αναφορά αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο χρόνος όμως που παρήλθε από τις 23/7/20, ημερομηνία επίδοσης της απόφασης, μέχρι και τις 4/11/20, ημερομηνία καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης, κρίνω κάτω από αυτές τις συνθήκες ότι υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό της απόφασης. Ο αιτητής με την εκδοθείσα απόφαση και την επίδοση της σε αυτόν στις 23/7/20 διατασσόταν, ανάμεσα σε άλλα, όπως εντός επτά ημερών παραδώσει ελεύθερη την κατοχή του υποστατικού. Το ζήτημα αυτό θα έπρεπε να τον ανησυχήσει στον μέγιστο βαθμό την στιγμή μάλιστα που είχε καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και παρά ταύτα εκδόθηκε απόφαση εναντίον του. Θα έπρεπε τις αμέσως επόμενες ημέρες να προβεί στις απαραίτητες δικονομικές ενέργειες για ακύρωση της εναντίον του Δικαστικής απόφασης και όχι να αφήσει να παρέλθουν τρεις και πλέον μήνες να το πράξει, με τον ενάγοντα να προχωρεί και να εξασφαλίζει και ένταλμα ανάκτησης κατοχής του επίδικου υποστατικού. Η ολιγωρία του αιτητή δεν έχει δικαιολογηθεί. Σε σχέση τώρα προς την έτερη προϋπόθεση και αν ο αιτητής έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση κρίνω ότι απέτυχε να το πράξει. Έχει τεθεί προηγουμένως ότι ο αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει και να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα στοιχεία εκείνα που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του. Στην ένορκη δήλωση του που υποστηρίζει την αίτηση του δεν αποκαλύπτονται τέτοια στοιχεία. Το μόνο που ο αιτητής αναφέρει είναι ότι, ως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, έχει καλή υπεράσπιση και το ποσό για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση είναι αναληθές. Συμπληρώνει ότι έχει στην κατοχή του αποδείξεις τις οποίες έχει πρόθεση να παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Καμία όμως απόδειξη έχει θέσει προς υποστήριξη του ισχυρισμού του και που θα ήταν ικανή να στοιχειοθετήσει συζητήσιμη υπεράσπιση. Πρόκειται για γενικές και αόριστες τοποθετήσεις χωρίς οποιοδήποτε στοιχείο προς απόσειση του βάρους που έχει στους ώμους του. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου -ν- Hellenic Bank Public Co Ltd Πολ. Έφεση Ε66/14 ημερ.12/4/19, τέθηκαν τα εξής τόσο ως προς την καθυστέρηση όσο όμως και για την απόδειξη συζητήσιμης υπεράσπισης: «Όπως τονίστηκε στη NSM Democars Ltd κ.ά. και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A677, Πολ. Εφ. 121/2010, ημερ. 14.10.2015, το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο δύναται, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης. Πρέπει συναφώς να ομιλούμε όχι απλώς για καθυστέρηση που θα μπορούσε να κριθεί, μέσα σε θεμιτά πλαίσια, δικαιολογημένη. Όσο δε μεγαλύτερη χρονικά είναι η καθυστέρηση, τόσο πιο εύκολα μπορούμε να ομιλούμε για αδιαφορία, η οποία, εξ ορισμού, προσλαμβάνει τη μορφή της περιφρόνησης στο δικαίωμα του άλλου αλλά και στην δικαστική διαδικασία, αυτή καθ' εαυτή.″ (Βλ. επίσης Νικολαΐδου Ευσταθίου ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A344, Πολ. Έφ. 130/2012, ημερ. 10 Οκτωβρίου 2017 και Χρυσοδόντας ν. Ακουολογικό Κέντρο Λάρνακας Γιώργος Παναγιώτου Λτδ, Πολ. Έφ. Ε10/2013, ημερ. 6 Ιουνίου 2018). Δεν έχουμε πεισθεί ότι υπήρξε λανθασμένη άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου δικαστηρίου. Ούτε η αναφορά περί ύπαρξης υπεράσπισης, όπως αυτή καταγράφεται με γενικότητα και αοριστία στην ένορκη δήλωση, μπορεί να θεωρηθεί ότι ανατρέπει το συμπέρασμα του δικαστηρίου ότι ήταν άνευ συγκεκριμένων στοιχείων που να τεκμηριώνουν καλόπιστη υπεράσπιση.» Καταληκτικά κρίνω ότι η αίτηση για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στις 8/7/20 δεν μπορεί να επιτύχει και συνεπώς απορρίπτεται. Τα έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται προ όφελος του καθ'ου η αίτηση και εναντίον του αιτητή. (Υπ.).......... Λ. Μουγής Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο