ΤΣΙΤΣΟΣ κ.α. ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, Αρ. Αγωγής: 157 / 2016, Αρ.1346/19, 12/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Μουγή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 157 / 2016 συνεν. με την Αγωγή Αρ.1346/19 Μεταξύ:
- XXXXX ΤΣΙΤΣΟΣ
- XXXXX ΞΥΣΤΟΥΡΗ Ενάγοντα -και- EMPORIKI BANK CYPRUS LTD Εναγομένου και ως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 21/06/2017 Μεταξύ:
- XXXXX ΤΣΙΤΣΟΣ
- XXXXX ΞΥΣΤΟΥΡΗ Ενάγοντα -και- ALPHA BANK CYPRUS LTD Εναγομένου Αίτηση ημερομηνίας 5.11.2020 για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 12 Φεβρουαρίου
- Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: Ο κ. Γ. Χριστοφίδης για Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους-Καθ'ων η αίτηση: Η κα Ε. Πεύκου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες-αιτητέςμε την αίτηση τους ημερομηνίας 5.11.2020 εξαιτούνται την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων:
- Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάττει την αναστολή του πλειστηριασμού του Ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/XXXXX του Δήμου Δρομολαξιάς, Τοποθεσία Παλιόμυλοι της Επαρχίας Λάρνακας Φ/Σχ 50/15/0, τεμ. XXXXX, ιδιοκτησίας της Ενάγουσας 2, που είναι ορισμένος στις 07/05/2021 και ώρα 10:00μ.μ. στην ιστοσελίδα ηλεκτρονικού πλειστηριασμού www.eauction-cy.com, μέχρι εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής ή και μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, ή και
- Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάττει την αναστολή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή όπως αυτή προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/1965)ως έχει τροποποιηθεί αναφορικά με το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXXXX του Δήμου Δρομολαξιάς, Τοποθεσία Παλιόμυλοι της Επαρχίας Λάρνακας Φ/Σχ 50/15/0, τεμ. XXXXX, ιδιοκτησίας της Ενάγουσας 2, μέχρι εκδικάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής ή και μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση βασίζεται επί των Άρθρων 29-32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα στα Άρθρα 5, 21, 27, 44Β
(3), 44Α - 44 ΙΑΑ, και Παραρτήματα αυτού, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς του 2015 - Κ.Δ.Π. 185/2015, στην Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1-9, 8 και 9 και Δ.64, στο Νόμο 14/60 άρθρο 32, στο Κεφ.6, άρθρα 4 και 9, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο - Κεφ.6, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και ειδικότερα στα άρθρα 1 Α, 26, 228 και 30 του Συντάγματος, στις αρχές της Επιείκειας, στις αρχές του Κοινοδικαίου, στον περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμο του 1996, στην νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στη σχετική Νομολογία, και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του XXXXX Τσίτσου, ενάγοντα-αιτητή
- Έναυσμα για την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης αποτέλεσε η έναρξη από πλευράς εναγομένων της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 με αποστολή ειδοποιήσεων που προβλέπονται στον εν λόγω Νόμο. Με βάση τις ειδοποιήσεις αυτές, ορίστηκε πλειστηριασμός του επίδικου ακινήτου στις 7.5.
- Ο ενόρκως δηλών με μία σχετικά μακροσκελή ένορκη δήλωση προβάλλει τις θέσεις και ισχυρισμούς του για τους οποίους θεωρεί ότι δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Το Δικαστήριο δεν θα προχωρήσει στην παράθεση του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, αλλά θα το πράξει εκεί όπου κριθεί αναγκαίο για την εξέταση των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται δυνάμει της νομοθεσίας αλλά και νομολογίας για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος. Αυτό που προκύπτει όμως από την ένορκη δήλωση των αιτητών είναι ότι η αίτηση τους για τα αιτούμενα διατάγματα βασίζεται σε πέντε άξονες. Ο πρώτος είναι η ισχυριζόμενη αντισυνταγματικότητα συγκεκριμένων διατάξεων του Μέρους VIA του Νόμου 9/65, ο δεύτερος η ακυρότητα και ή παρανομία της επίδικης υποθήκης με αριθμό Υ6398/2011 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, αφού σύμφωνα με τους αιτητές έχει καταρτιστεί και εγγραφεί κατά παράβαση ρητών διατάξεων του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65, ο τρίτος ότι τα ισχυριζόμενα υπόλοιπα των χρεωστικών λογαριασμών που είναι συνδεδεμένα με τα ισχυριζόμενα ενυπόθηκα υπόλοιπα, είναι αποτέλεσμα καταχρηστικών, παράνομων και άκυρων ρητρών, ο τέταρτος για κατάχρηση της διαδικασίας και τέλος ο πέμπτος, ότι με την πώληση της επίδικης υποθήκης οι αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. Οι αιτητές προβαίνουν σε αναφορά και για το δικαίωμα τους να προωθήσουν την υπό κρίση αίτηση ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι έχουν προωθήσει και την Αίτηση/Έφεση 28/2020 δυνάμει του Μέρους VIA του περί Υποθηκεύσεως και Μεταβιβάσεως Ακινήτων Νόμου 9/
- Οι καθ'ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση υποστηριζόμενη από την ένορκη δήλωση της Στυλιανής Νικολάου, εργοδοτούμενης των εναγομένων, προβάλλοντας τους κάτωθι λόγους:
- Η υπό κρίση Αίτηση υπόκειται εις απόρριψη φύσει καταχρηστική ως επιδιώκουσα όμοιο σκοπό με την εκκρεμούσα Αίτηση/Έφεση υπ' αριθμόν 28/2020 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και/ή οι Ενάγοντες-Αιτητές προώθησαν την εκκρεμούσα διαδικασία κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (abuse of judicial process).
- Οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960, δεν ικανοποιούνται σωρευτικά ώστε δεν δικαιολογείται η ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Σεβαστού Δικαστηρίου θετικά.
- Δεν αποδείχθηκε και/ή δεν έχουν τεθεί ενώπιον Δικαστηρίου ικανοποιητικά στοιχεία και/ή θετική μαρτυρία προκειμένου για τη στοιχειοθέτηση της ύπαρξης ορατής πιθανότητας οι Ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία.
- Οι θέσεις και/ή ισχυρισμοί των Εναγόντων-Αιτητών προκειμένου να υποστηλώσουν και τυχόν επιτύχουν την έκδοση των αιτούμενων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, δεν ευρίσκουν έρεισμα στη βάση και υπόβαθρο της υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον Αγωγής.
- Δεν δικαιολογείται και/ή δεν κρίνεται απαραίτητη η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος ως εκ του ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ των Εναγόντων-Αιτητών στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους. .
- Ουδεμία ανεπανόρθωτη ζημία δύναται να ανακύψει στους Ενάγοντες-Αιτητές ως εκ της άνευ εκδόσεως των εξαιτούμενων διαταγμάτων και/ή δεν υφίσταται οιοσδήποτε κίνδυνος να μην απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν τύχει έγκρισης η υπό κρίση Αίτηση.
- Οι Εναγόμενοι-Καθ'ων η Αίτηση είναι φερέγγυος οργανισμός και/ή είναι σε θέση να καταβάλουν τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στους Ενάγοντες-Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής.
- Το Δικαστήριο στερείται εξουσίας και/ή δεν προβαίνει σε εξέταση επίδικων θεμάτων της υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον Αγωγής σε ενδιάμεσο στάδιο και δη να αποφανθεί επί του πραγματικού και νομικού υποβάθρου της υπόθεσης ως και επί πολύπλοκων νομικών ζητημάτων.
- Δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις εξέτασης της αντισυνταγματικότητας Νόμου, δη του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν.9/1965από το Δικαστήριο και/ή οι Ενάγοντες-Αιτητές απέτυχαν να καταδείξουν ικανοποιητικά και/ή εγείρουν σύννομα ζητήματα αντισυνταγματικότητας και/ή ουδεμία παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων των υφίσταται.
- Η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκων ακινήτων τηρουμένων των προνοιών του Μέρους VIA του Ν.9/1965 ενεργοποιήθηκε και ακολουθείται σύννομα και ορθά από τους Εναγομένους-Καθ'ων η Αίτηση ενασκήσει των θεσμοθετημένων δικαιωμάτων των.
- Σε περίπτωση θετικής έκβασης της υπό κρίση Αίτησης, οι Εναγόμενοι-Καθ'ων η Αίτηση θα αποστερηθούν των δικαιωμάτων των απορρεόντων από την επίδικη καταρτιθείσα Συμφωνία Δανείου και/ή την επ' ωφελεία τους Υποθήκη υπ' αριθμόν XXXXX/2011 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας και/ή τις διατάξεις του Μέρους VIA του Ν.9/
- Η υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον Αγωγή δεν καθίσταται άνευ αντικειμένου σε περίπτωση απόρριψης του κρινόμενου διαβήματος μήτε παραβιάζεται το δικαίωμα των Εναγόντων-Αιτητών για αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη.
- Το πραγματικό υπόβαθρο και/ή σύνολο γεγονότων που τείνει να υποστηρίξει την κρινόμενη Αίτηση δεν εδράζεται σε στέρεα και ορθή βάση και/ή ενέχει παραπλανητικά στοιχεία κατά το χρόνο δε που οι Ενάγοντες-Αιτητές ενήργησαν σε στάδιο μονομερές.
- Η υπό εκδίκαση Αίτηση συνιστά αντικείμενο απόρριψης από το Σεβαστό Δικαστήριο ως εκ του ότι οι Ενάγοντες-Αιτητές κωλύονται λόγω συμπεριφοράς (estoppels by conduct) και εγγράφων (estoppels by deed) να εγείρουν το κρινόμενο διάβημα και/ή προωθούν τέτοιους ισχυρισμούς προς έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η επίδικη Υποθήκη υπ' αριθμόν XXXXX/2011 έχει καταρτιστεί συμφώνως των προνοιών του Ν.9/
- Οι δύο πλευρές προχώρησαν με αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους χωρίς να έχει ζητηθεί να αντεξεταστεί οποιοσδήποτε των ενόρκως δηλούντων. Οι αιτητές εισηγούνται ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, με τους καθ'ων η αίτηση να εισηγούνται ακριβώς το αντίθετο και να εξαιτούνται απόρριψη της αίτησης. Θεωρώ ορθό όπως εξετάσω πρώτα το ζήτημα του κατά πόσο οι αιτητές δικαιούνται να προωθούν την παρούσα αίτηση, τη στιγμή που έχουν καταχωρήσει και εκκρεμεί προς εκδίκαση η Αίτηση/Έφεση 28/2020, δυνάμει του Νόμου 9/
- Οι αιτητές, για υποστήριξη του δικαιώματος αυτού, επικαλούνται το Άρθρο 44Β
(3)του Νόμου 9/65, το οποίο προνοεί ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν αποκλείουν τον ενυπόθηκο οφειλέτη από του να ασκήσει το δικαίωμα του και να προχωρήσει με ένδικα μέσα ενώπιον του Δικαστηρίου με βάση οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία και κανονισμούς, προς αμφισβήτηση του δικαιώματος του ενυπόθηκου δανειστή να επιζητεί τις θεραπείες του Μέρους VIA του Νόμου 9/65. Είναι περαιτέρω η θέση των αιτητών ότι το δικαιοδοτικό άρθρο 44Β
(3), επί του οποίου βασίζεται το δικαίωμα τους για καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής καθώς και την υπό κρίση αίτηση, είναι αυτοτελές και παρέχει ξεχωριστό αγώγιμο δικαίωμα. Από την άλλη, οι καθ'ων η αίτηση, αμφισβητώντας το δικαίωμα των αιτητών, αναφέρουν στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση τους ότι οι θεραπείες που οι αιτητές αξιώνουν στην αγωγή τους, στα πλαίσια της οποίας καταχωρήθηκε και η υπό κρίση αίτηση, δεν άπτονται των διατάξεων του Μέρους VIA αλλά ούτε και οποιωνδήποτε άλλων προνοιών του Νόμου 9/65, και ειδικά δεν αφορούν την διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Είναι δεκτό εδώ ότι έχει καταχωριστεί η Αίτηση/Έφεση 28/2020 (Τεκμήριο 6 στην αίτηση) διά της οποίας οι αιτητές εξαιτούνται διατάγματος που να ακυρώνει ή και να παραμερίζει την Ειδοποίηση Τύπος ΙΒ και διατάγματος που να αναστέλλεται η διαδικασία όπως προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου 9/65 μέχρι την εκδίκαση των αγωγών 157/16 και 1346/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Η εν λόγω αίτηση καταχωρίστηκε εκκρεμούσης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, στα πλαίσια της οποίας καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Το γεγονός αυτό θεωρώ ότι δεν επιφέρει οποιαδήποτε ακυρότητα στη διαδικασία, δεδομένων των προνοιών του άρθρου 44Β
(3)του Νόμου 9/65, το οποίο δίδει το δικαίωμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη να προχωρήσει με ένδικο μέσο ενώπιον Δικαστηρίου στη βάση άλλης νομοθεσίας και κανονισμών. Η υπό κρίση αίτηση των αιτητών βασίζεται στο Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και είναι κάτω από αυτό το νομικό πλαίσιο που θα εξεταστεί. Ο συνήγορος για τους αιτητές, με την αγόρευση του, για υποστήριξη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, επικαλείται τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και τις νομολογιακές αρχές, που αποτελούν εν πάση περιπτώσει και το νομικό υπόβαθρο της αίτησης. Το ως άνω αναφερθέν άρθρο 44Β
(3)του Ν.9/65 προνοεί ότι: «.............................
(3)Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν Μέρος, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν αποκλείουν τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο από του να ασκήσει το δικαίωμά του να προχωρήσει με ένδικα μέσα ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου με βάση οποιουσδήποτε άλλους εν ισχύι νόμους και Κανονισμούς αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους». Είναι λοιπόν σαφές ότι η προώθηση αίτησης δυνάμει του Μέρους VIA του Ν.9/65 δεν αποκλείει ενυπόθηκο οφειλέτη ή ενδιαφερόμενο πρόσωπο να προωθήσει και αίτηση ενώπιον Δικαστηρίου και να αξιώνει τις θεραπείες που παρέχονται με τον πιο πάνω νόμο. Προωθείται επιπλέον από τους αιτητές και κατάχρηση διαδικασίας από πλευράς καθ'ων η αίτηση, στη βάση του ότι οι τελευταίοι χρησιμοποιούν τη διαδικασία κατά παράβαση του νόμου για να προκαλέσουν ζημιά στους ενάγοντες. Αυτό διότι εκκρεμούσας της εκδίκασης της αίτησης/έφεσης 28/20 και ενώ είχαν προβεί σε δηλώσεις ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν θα προέβαιναν σε ταχεία εκποίηση του ακινήτου μέχρι εκδίκασης της εν λόγω αίτησης/έφεσης. Οι καθ'ων η αίτηση αμφισβητούν τις θέσεις των αιτητών και ότι προέβηκαν σε τέτοιες δηλώσεις. Περαιτέρω υποστηρίζουν ότι οι αιτητές κωλύονται λόγω συμπεριφοράς και εγγράφων να προωθούν τέτοιους ισχυρισμούς. Είναι σε κάθε περίπτωση δικαίωμα του δανειστή δυνάμει του Ν.9/65 προς εξασφάλιση των συμφερόντων του. Στην υπόθεση Τσιακλίδης ν. Ευαγγέλου
(2004)1 Α.Α.Δ. 119 τέθηκαν τα ακόλουθα ως προς την κατάχρηση διαδικασίας: Στην Διευθυντής των Φυλακών ν. Jennaro Perella
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, λέχθηκαν τα εξής (απόφαση Πική, Δ.): «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα. μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Το Δικαστήριο δεν μπορεί να παρακολουθήσει το συλλογισμό των αιτητών. Αρχικώς να λεχθεί ότι αποτελεί δικαίωμα των καθ'ων η αίτηση με βάση το Ν.9/65να προωθήσει τη διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Αυτό ήταν γνωστό στους ενάγοντες όταν υπέγραφαν τη σύμβαση υποθήκης. Πέραν τούτου όμως η αίτηση/έφεση 28/20 ακολούθησε την καταχώριση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και δεν έχει τεθεί κάτι το απτό ως προς τις επικαλούμενες δηλώσεις των εναγομένων ότι δεν θα προωθούσαν την εκποίηση της υποθήκης. Πρόκειται για αόριστες τοποθετήσεις χωρίς τεκμηρίωση. Δεν τέθηκε επίσης οτιδήποτε ως προς τη ζημιά που ισχυρίζονται ότι σκοπό έχουν να τους επιφέρουν οι ενάγοντες. Η θέση περί κατάχρησης της διαδικασίας δεν γίνεται δεκτή. Οι αιτητές επίσης επικαλούνται και αντισυνταγματικότητα συγκεκριμένων διατάξεων του Μέρους VIA του Νόμου 9/65 ως παραβαίνουσες το Άρθρο 26 του Συντάγματος. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, και συγκεκριμένα στις παραγράφους 15-26, προβαίνουν σε μία παράθεση των διατάξεων και των λόγων που, κατά την άποψή τους, στοιχειοθετούν παράβαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος. Η πλευρά των καθ'ων η αίτηση στην δική της ένορκη δήλωση υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο δεν είναι δυνατό να εξετάσει το ισχυριζόμενο ζήτημα αντισυνταγματικότητας καθότι οι αιτητές απέτυχαν να το εγείρουν εξειδικευμένα και με λεπτομέρεια. Πέραν τούτου όμως, προκειμένου να εξεταστεί τέτοιο ζήτημα, θα πρέπει να περιλαμβάνεται με συγκεκριμένο και λεπτομερή τρόπο στα δικόγραφα. Το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει με τη θέση των καθ' ων η αίτηση. Στην υπόθεση Αχιλλέως κ.ά. ν. Πιττάρα κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1590, αναφέρθηκε ότι: «Η νομολογία επιτάσσει ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Σε κάθε περίπτωση το θέμα της συνταγματικότητας νόμου πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν ενώ η σκοπιμότητα της νομοθετικής ρύθμισης εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου. Βλ. Κούρτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1999)3 Α.Α.Δ. 408, Μαυρομάτης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Κυπριανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 8.» Είναι προφανές από την πιο πάνω νομολογία, ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει ζήτημα αντισυνταγματικότητας εκτός και αν προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα. Δεν είναι δυνατό να το εξετάσει ούτε και αυτεπάγγελτα (βλ. Τσολάκη ν. Στυλιανού κ.ά.
(2005)3 Α.Α.Δ. 528). Στην παρούσα περίπτωση, ζήτημα αντισυνταγματικότητας εγείρεται στην υπό εξέταση αίτηση. Ουδέν όμως καταγράφεται για αντισυνταγματικότητα διατάξεων του Μέρους VIA του Νόμου 9/65, ούτε στο Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο, αλλά ούτε και στην Έκθεση Απαίτησης. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν είναι δυνατόν να προχωρήσει στην εξέταση του ζητήματος το οποίο εγείρεται. Εν πάση όμως περιπτώσει, το ζήτημα αυτό φαίνεται να έχει εγκαταλειφθεί, αφού στην αγόρευση του ο συνήγορος για τους αιτητές δεν προωθεί και δεν υποστηρίζει το ζήτημα αυτό. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσο αιτητές έχουν αποσείσει το βάρος που έχουν στους ώμους τους για πλήρωση των προϋποθέσεων που έχουν τεθεί για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Να διευκρινιστεί εδώ ότι οι υπόλοιποι από τους τεθέντες άξονες των αιτητών ως παρατίθενται πιο πάνω συνδέονται με τα κριτήρια που απαιτούνται για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο εξέτασης της παρούσας αίτησης είναι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Το άρθρο αυτό ερμηνεύτηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και αναφέρω ενδεικτικά τις εξής: Karydas Taxi Co Ltd v. Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321, Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltdv. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, K.O.T. v. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1(Ε)Α.Α.Δ. 255, PARΙCO ALUMINIUM DESIGNS LTD ν. MUSKITA ALUMINIUM CO. LIMITED κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015. Από την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή παραθέτω το εξής απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξεταστεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates a.ο.
(1982)1 CLR 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο Ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ'Βασίλη, Πολ. Εφ. Αρ. 7755, ημερ. 13.4.1989). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ.» Σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates & others
(1982)1 C.L.R. 557 και Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, σελ. 207). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα ν. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). To τρίτο κριτήριο - προϋπόθεση, ότι δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, εξετάζεται συνήθως με το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα των θεραπειών που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο. (Βλ. Παναγίδου ν. Παναγίδου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 396. Όπως τονίστηκε στην M&CH Mitsingas Trading Ltd v. The Timberland Co
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία. Επίσης η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται και στην περίπτωση που υπάρχει κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως να εκδοθεί εναντίον του. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, οι αιτητές στην αγωγή τους επικαλούνται την κατάρτιση σύμβασης στεγαστικού δανείου στις 17/11/2006 ύψους Λ.Κ.240,000 σε Ελβετικά Φράγκα. Είναι ισχυρισμός τους ότι καθοδηγήθηκαν από τους εναγόμενους και ή τους υπαλλήλους τους στην επιλογή του δανείου σε Ελβετικό Φράγκο, ως το πλέον συμφέρον. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός τους ότι η συμφωνία δανείου ή και εγγύησης είναι άκυρη και ή ακυρώσιμη λόγω απάτης και ή ψευδών παραστάσεων αφού χωρίς οι ίδιοι να έχουν εξειδικευμένη γνώση περί χρηματαγορών και ή διεθνών αγορών συναλλάγματος, οι εναγόμενοι τους παρέστησαν ότι το δάνειο σε Ελβετικό Φράγκο ήταν το πλέον συμφέρον αφού εξασφάλιζε χαμηλό επιτόκιο και πιο χαμηλή δόση, αποκρύπτοντας τους ότι είχε άλλες παραμέτρους ή κινδύνους. Ισχυρίζονται ανάμεσα σε άλλα και που παραθέτουν στην έκθεση απαίτηση τους, ότι οι εναγόμενοι τους απέκρυψαν ότι επρόκειτο για επενδυτικό προϊόν και όχι στεγαστικό δάνειο, δόλια δεν παρείχαν στους ενάγοντες πληροφορίες για τον κίνδυνο της συναλλαγής και ψευδώς τους παρέστησαν ότι το ισχυριζόμενο δάνειο και συγκεκριμένα το ποσό των Λ.Κ 240,000 θα επιστρεφόταν έντοκο στη λήξη του κατά τη διάρκεια των επόμενων 30 ετών. Διαζευκτικά οι αιτητές επικαλούνται πρόθεση των δύο πλευρών όπως συγκεκριμένοι όροι καταστούν εξυπακουόμενοι όροι της συμφωνίας δανείου ήτοι ότι το ποσό του δανείου θα εκταμιευόταν και θα αποπληρωνόταν σε Λίρες Κύπρου ή και Ευρώ και ο υπολογισμός του δανείου και της δόσης θα γινόταν σύμφωνα με την συναλλαγματική ισοτιμία του Εθνικού Νομίσματος έναντι του Ελβετικού Φράγκου. Σύμφωνα και πάλι με την έκθεση απαίτησης, οι αιτητές επικαλούνται και παράβαση καθήκοντος ή και επιμέλειας ή και παράβαση σχέσης εμπιστοσύνης και ή παράβαση των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων της εναγόμενης παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες. Πέραν των πιο πάνω είναι ισχυρισμός των αιτητών ότι η καθ'ης η αίτηση σκοπό είχε να παραπλανήσει ή και να τους υποκινήσει να συνάψουν το επίδικο δάνειο αλλά και ότι το δάνειο συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης λόγω της κυρίαρχης θέσης της εναγόμενης έναντι των εναγόντων. Αυτό δηλαδή που οι ενάγοντες-αιτητές ισχυρίζονται στην αγωγή τους και αποτελεί την βάση των θεραπειών που αξιώνουν, ως αυτές παρατίθενται στο κλητήριο ένταλμα και την έκθεση απαίτησης τους, είναι ότι το στεγαστικό δάνειο που συνομολογήθηκε μεταξύ αυτών και των εναγομένων-καθ'ων η αίτηση σε Ελβετικό Φράγκο υπογράφηκε κατόπιν απάτης, ψευδών παραστάσεων, αμέλειας και/ή παράβασης καθήκοντος επιμέλειας και σχέσης εμπιστοσύνης από πλευράς εναγομένων αλλά και συνεπεία ψυχικής πίεσης, αφού οι εναγόμενοι ήταν σε κυρίαρχη θέση έναντι των εναγόντων. Για όλα τα πιο πάνω παραθέτουν λεπτομέρειες που κατά τη θέση τους αποδεικνύουν την απαίτηση τους και δικαιολογούν τις θεραπείες που αξιώνουν. Δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους τους ισχυρισμούς των εναγόντων πέραν μιας σύνοψης τους που καθιστούν ξεκάθαρη τη βάση της αγωγής τους και τις θεραπείες που εξαιτούνται. Εξετάζοντας τώρα την υπό κρίση αίτηση και ειδικότερα το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει, αυτή παραθέτει ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο θέσεων και ισχυρισμών. Και είναι επί αυτού που η πλευρά των καθ'ων η αίτηση προβάλλει την ένσταση της, ότι δηλαδή οι αξιώσεις των αιτητών στην αγωγή τους δεν άπτονται των διατάξεων του Μέρους VIA του Νόμου 9/65. Πέραν του ζητήματος της αντισυνταγματικότητας διατάξεων του Μέρους VIΑ του Νόμου 9/65, που οι αιτητές επικαλούνται για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και για το οποίο το Δικαστήριο έχει αναφερθεί πιο πάνω, είναι η θέση τους ότι η επίδικη διαδικασία και πλειστηριασμός θα πρέπει να ακυρωθούν καθότι οι υποθήκες που επιβαρύνουν τα ακίνητα είναι παράνομες, άκυρες και ανεφάρμοστες, αφού είχαν καταρτιστεί και εγγραφεί κατά παράβαση της περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νομοθεσίας. Περαιτέρω, τα χρεωστικά υπόλοιπα που διεκδικούν οι εναγόμενοι είναι αποτέλεσμα και υπολογίστηκαν στη βάση αορίστων και καταχρηστικών όρων των συμφωνιών δανείου με αποτέλεσμα οι όροι αυτοί να είναι άκυροι, καταχρηστικοί, παράνομοι και ανεφάρμοστοι. Οι αιτητές στη συνέχεια αναφέρουν στην ένορκη δήλωσή τους, για το κάθε ζήτημα ξεχωριστά, το αιτιολογικό που υποστηρίζει τις θέσεις τους. Προβαίνουν σε αναφορά των λόγων που καθιστούν τις επίδικες υποθήκες άκυρες και παράνομες και σε αναφορά για ρήτρες στο επίδικο δάνειο που είναι καταχρηστικού χαρακτήρα. Το Δικαστήριο έχει αναφέρει πιο πάνω το τί οι ενάγοντες-αιτητές ισχυρίζονται στην αγωγή τους και τις θεραπείες που αξιώνουν. Δεν περιλαμβάνονται όμως ισχυρισμοί περί ακυρότητας και παρανομίας των επίδικων υποθηκών ως οι θέσεις που παρατίθενται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Υπάρχει μεν αξιούμενη θεραπεία διά της οποίας να κηρύττονται άκυρες και ανεφάρμοστες οι υποθήκες, αλλά στη βάση απάτης, ψευδών παραστάσεων, ψυχικής πίεσης και όλα όσα οι αιτητές επικαλούνται ότι τους οδήγησαν στην κατάρτιση της συμφωνίας. Δεν υπάρχει όμως ισχυρισμός για παρανομία και ακυρότητα των υποθηκών είτε κατά παράβαση του Νόμου 9/65 είτε για ακυρότητα της διαδικασίας κατάρτισης των υποθηκών είτε για την υπό τον εν λόγω Νόμο προβλεπόμενη διαδικασία εκποίησης των υποθηκών. Το ίδιο ισχύει και για τις θέσεις για καταχρηστικές ρήτρες και παράνομες χρεώσεις οι οποίες ως αναφέρουν είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τα ισχυριζόμενα ενυπόθηκα υπόλοιπα. Για τις καταχρηστικές ρήτρες είναι η θέση τους ότι οι συμφωνίες δανείου περιέχουν τέτοιες ρήτρες και ότι εκδόθηκαν πέντε αποφάσεις του διευθυντή Υπηρεσίας Ανταγωνισμού και Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, που έκρινε καταχρηστικούς παρόμοιους ή σε αρκετές των περιπτώσεων ίδιους όρους με τους όρους στις συμφωνίες δανείου. Συμπληρώνουν ότι σε μερικές από τις υποθέσεις αυτές το παράπονο στρεφόταν σε δανειακή σύμβαση ξένου συναλλάγματος και συγκεκριμένα Ελβετικού Φράγκου. Δεν χρειάζεται το Δικαστήριο να επεκταθεί πολύ. Ούτε στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, ούτε και στην έκθεση απαίτησης, παρατίθενται τέτοιοι ισχυρισμοί. Αυτό που ισχυρίζονται είναι για μεταβολή του επιτοκίου και ότι οι εναγόμενοι προέβηκαν σε καταχρηστικές και παράνομες χρεώσεις ή υπερχρεώσεις τόκου επί του εκάστοτε οφειλόμενου ποσού. Ακόμα και αν κριθεί ότι υπάρχει σύνδεση μεταξύ των δύο, πρόκειται και πάλι για γενικές τοποθετήσεις χωρίς παράθεση συγκεκριμένων όρων που θεωρούν ότι είναι καταχρηστικοί και παράνομοι αλλά και πάνω σε ποια βάση τους θεωρούν ως τέτοιους, έτσι ώστε αφενός μεν να υποστηρίζονται από μαρτυρία, και αφετέρου δε το Δικαστήριο να μπορεί να τους αξιολογήσει, στο επίπεδο που απαιτείται για την παρούσα διαδικασία και να αποφανθεί κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, χωρίς βέβαια να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ωσάν να εκδίκαζε την ουσία της αγωγής (βλ. Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1980, Lanomex Development Ltd -v- Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. Ε98/2015 ημερ.19/11/2020). Είναι επιτρεπτό δυνάμει του άρθρου 44Β
(3)του Νόμου 9/65 για ενυπόθηκο οφειλέτη και ενδιαφερόμενο πρόσωπο, πέραν της διαδικασίας που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου 9/65, να προωθήσει ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου και ένδικο μέσο που προβλέπεται για αμφισβήτηση της διαδικασίας που προνοεί το Μέρος VIA του εν λόγω Νόμου. Θα πρέπει όμως, εφόσον προωθείται αίτηση για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, να καλύπτεται από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς στην αγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Έχει σημασία εδώ να τονιστεί ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, καταχωρίστηκε την 21.1.2016. Στις 13.9.2019 καταχωρίστηκε η αγωγή 1346/19 που, κατόπιν διατάγματος Δικαστηρίου, συνενώθηκε με την 157/16 με οδηγό την τελευταία. Η Αίτηση/Έφεση 28/20 καταχωρίστηκε στις 5.11.2020, την ίδια μέρα που καταχωρίστηκε και η υπό εξέταση αίτηση για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η Αίτηση/Έφεση 28/20 όμως έχει σαν βάση της την ακύρωση της Ειδοποίησης Τύπου ΙΒ ή και της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ, ενώ διαφορετική είναι η βάση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Η υπό εξέταση αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων θα έπρεπε να βασίζεται στους δικογραφημένους ισχυρισμούς και την βάση της αγωγής 157/16 και όχι σε εντελώς διαφορετικό υπόβαθρο. Στην υπόθεση Κυτάλα (ανωτέρω) και στο σύγγραμμα Διατάγματα, των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, που απόσπασμα από την σελ.123 παραθέτω, εξηγείται με σαφήνεια το τι απαιτείται και σε ποιο επίπεδο απόδειξης απαιτείται για πλήρωση της προϋπόθεσης αυτής: «Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό. Αναμένεται από τον ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφα του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμα του, το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει ο εναγόμενος και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του με στοιχεία που θα παραθέσει στην ένορκη του δήλωση. Όμως η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι αρκετή. Ταυτόχρονα θα πρέπει να παραθέσει στοιχεία ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να του παραβιάζει τα δικαιώματα του. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματος, αλλά να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης του. . αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία. Γι΄ αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες.» Με βάση τα πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν πιθανότητα να δικαιούνται σε θεραπεία. Η τύχη της αίτησης έχει προδιαγραφεί και η εξέταση για την ύπαρξη των άλλων δύο προϋποθέσεων καθίσταται αχρείαστη. (βλ. Σεβαστού ανωτέρω). Εν πάση περιπτώσει, η απόφαση του Δικαστηρίου για μη αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης καθιστά άνευ ουσίας και υποβάθρου και την δεύτερη προϋπόθεση για ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. [βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα ν. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253]. Παρά τα πιο πάνω, ούτε και η τρίτη προϋπόθεση για τον κίνδυνο να υποστούν οι ενάγοντες ανεπανόρθωτη ζημιά, αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, ευσταθεί. Η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι συνδεδεμένη με την ύπαρξη κάποιου δικαιώματος που φαίνεται να έχει προσβληθεί ή που υπάρχει κίνδυνος να προσβληθεί ή που συνεχίζει να προσβάλλεται. Πρέπει ταυτόχρονα όμως να καταδεικνύεται ότι η έκδοση του συντελεί στο να διατηρηθεί η δυνατότητα για την πλήρη απονομή δικαιοσύνης στο τέλος. Αυτό δηλαδή που απαιτείται από τον αιτητή είναι να πείσει ότι με τη μη έκδοση του διατάγματος θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Δεν πρέπει τέλος να χρησιμοποιείται η διαδικασία έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων για την εξασφάλιση της θεραπείας που επιζητείται με την αγωγή. Δεν αποκλείεται βέβαια η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων αντιστοίχων με αυτά που αξιώνονται στην αγωγή (βλ. Jonitexo Ltd -v- Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οι αιτητές στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση τους αναφέρουν ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αφού το ακίνητο θα πωληθεί και που θα έχει σαν αποτέλεσμα να μην εξεταστούν οι θέσεις και ισχυρισμοί τους για αντισυνταγματικότητα της διαδικασίας του Μέρους VIA του Νόμου 9/65, για την ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών και την ακυρότητα και παρανομία των υποθηκών. Περαιτέρω θα απωλεσθεί το ακίνητο που είναι η οικογενειακή κατοικία τους, που θα πωληθεί σε εξευτελιστικές τιμές. Από την άλλη, οι καθ'ων η αίτηση, με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά. Είναι νομολογημένο ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν συνάδει μόνο με την υλική ζημιά αλλά είναι ευρύτερη και περιλαμβάνει και την προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή (βλ. Highgate Primary School Ltd -v- Φυλακτίδη κ.ά
(2009)1 Α.Α.Δ. 317). Στην υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά -v- Hellenic Bank Public Company Ltd Πολ. Έφ. Ε203/13 ημερ.11/9/19, με αναφορά ανάμεσα σε άλλες και στην Highgate (ανωτέρω), τέθηκαν τα εξής: «Η τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, αφορά στο κατά πόσο, χωρίς την έκδοση του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, στον αιτητή, σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση όπου αυτός, επιτύχει στις αξιώσεις του. Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 αναφέρθηκε ότι: «Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848. Στην υπόθεση Highgate (ανωτέρω),τέθηκε επίσης ότι: «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια. Η πιο πάνω νομολογία σαφώς προσδιορίζει ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των αιτητών. Το θέμα αυτό, βεβαίως, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και συμπεριλαμβάνονται μέσα στην ένορκη δήλωση, επί του προκειμένου, των εφεσειόντων». Είναι προφανές ότι οι αιτητές επικαλούνται ως λόγους για στοιχειοθέτηση της προϋπόθεσης αυτής, τα περί αντισυνταγματικότητας, ακυρότητας των υποθηκών και την ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών και ότι αν εκποιηθεί το ενυπόθηκο ακίνητο τότε τα ζητήματα που εγείρονται δεν θα εξεταστούν από το Δικαστήριο. Υπάρχει περαιτέρω διασύνδεση τους όμως και με την απώλεια του ακινήτου που αποτελεί και την οικογενειακή κατοικία τους και ότι σε περίπτωση μη έκδοσης των διαταγμάτων θα πωληθεί σε εξευτελιστική τιμή. Στην υπόθεση Ανδρέου -ν- Colossos Signs Ltd Αρ.
(2)
(2008)1 Α.Α.Δ. 626, επισημάνθηκε ότι στις περιπτώσεις που η επιδίκαση αποζημίωσης σε τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντος, σε συνάρτηση με την φερεγγυότητα του εναγόμενου, τότε, με βάση τις αρχές της επιείκειας, η έκδοση του διατάγματος δεν κρίνεται αναγκαία. Στην εν λόγω υπόθεση τέθηκε ότι: «Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται ως γενικός και αόριστος. Δεν μπορεί να λεχθεί ότι με αυτό τον ισχυρισμό καταδεικνύεται ανεπανόρθωτη ζημία. Δεν δίδεται καμμία λεπτομέρεια ή επεξήγηση που να υποστηρίζει και να αιτιολογεί τον πιο πάνω ισχυρισμό, που να ικανοποιεί το Δικαστήριο, ώστε να οδηγήσει στην έκδοση διατάγματος. Επιπρόσθετα, δεν περιέχεται κανένας ισχυρισμός ότι η οικονομική κατάσταση της εναγομένης-καθ΄ης η αίτηση είναι τέτοια που θα στερήσει τον ενάγοντα-αιτητή καταβολής αποζημιώσεων, εάν επιτύχει στην αγωγή του.» Στην παρούσα περίπτωση, οι εναγόμενοι-καθ'ων η αίτηση είναι τραπεζικός οργανισμός και δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε στοιχείο περί αφερεγγυότητας του. Συνεπώς, σε περίπτωση που οι ενάγοντες πετύχουν στην αγωγή τους, θα μπορούν να αποζημιωθούν. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι πρόκειται, ως οι ίδιοι αναφέρουν, για την οικία στην οποία διαμένουν. Αυτό δεν διαφοροποιεί την κατάσταση. Το επίδικο ακίνητο είναι το αντικείμενο τα υποθήκης προς όφελος των εναγομένων και δυνάμει των σχετικών συμφωνιών και ήταν εις γνώση τους ότι δυνατό να εκποιείτο σε περίπτωση μη τήρησης των συμφωνηθέντων. Κρίση όμως του Δικαστηρίου είναι ότι η οποιαδήποτε ζημιά τυχόν επέλθει στους ενάγοντες, σε περίπτωση που πετύχουν στην αγωγή τους, αυτή μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και να αποζημιωθεί από τους εναγόμενους. Όσον αφορά το θέμα ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα τότε τα εγειρόμενα ζητήματα δεν θα εξεταστούν, το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση των αιτητών. Η αγωγή θα εκδικαστεί και τα όποια θέματα είναι επίδικα με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς θα εξεταστούν από το Δικαστήριο. Σε περίπτωση δε που επιτύχουν και εφόσον δεν έχουν αποδείξει ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά θα δικαιούνται σε αποζημιώσεις. Συνεπώς ούτε και αυτή η προϋπόθεση πληρείται. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των καθ'ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών. Θα είναι καταβλητέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.).......... Λ. Μουγής Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο