Hellenic Bank Public Co Ltd ν. Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λάρνακος του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών, κ.α., Αίτηση/Έφεση Αρ.: 122 /2018, 18/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Μουγή, Α.Ε.Δ. Αίτηση/Έφεση Αρ.: 122 /2018 Αναφορικά με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 μέχρι (Αρ.10) του 2015 και Τροποποιητικό Νόμο Αρ. 10/2015 (Ν.139(Ι)/2015), Άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΓ. -και- Αναφορικά με τον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ.224, Άρθρο
- Μεταξύ: Hellenic Bank Public Co Ltd Αιτήτρια-Εφεσείουσα -και-
- Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λάρνακος του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών,
- XXXXX Θεοφάνους
- XXXXX Wilhelmina-Johanna Καθ'ων η Αίτηση-Εφεσίβλητων Ημερομηνία: 18 Μαρτίου,
- Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια-εφεσείουσα: κα. Γ. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ Για Καθ'ου η Αίτηση-Εφεσίβλητο 1: κα Θ. Κουμή για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για καθ'ης η Αίτηση-Εφεσίβλητη 2: Καμία εμφάνιση Για Καθ'ης η Αίτηση-Εφεσίβλητη 3: κ. Γ. Αργυρίδης για Γιάννης Αργυρίδης και Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αιτήτρια-εφεσείουσα με την παρούσα Αίτηση/Έφεση αξιώνει από το Δικαστήριο διάταγμα ή και απόφαση με το οποίο η απόφαση του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λάρνακος στην αίτηση ΑΕΑ1158/2016 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας που περιέχεται στην ειδοποίηση του ημερομηνίας 13.11.2018 να κηρυχθεί άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Αξιώνει περαιτέρω διάταγμα του Δικαστηρίου διά του οποίου να παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται η πιο πάνω απόφαση του κτηματολογίου με την οποία υλοποιεί για την μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι της καθ'ης η αίτηση 3 και απαλλαγή του από ΜΕΜΟ προς όφελος της εφεσείουσας-αιτήτριας. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ, 44ΚΓ και 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/1965όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Αρ.10/2015 (Ν.139(Ι)/2015), στο άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στα άρθρα 80 και 81 του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος Κεφ.224, στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, στα Άρθρα 23, 25, 26 και 28 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον κυρωτικό Νόμου Ν.39/62και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου τούτου. Στην αίτηση-έφεση προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι έφεσης:
- Ο Διευθυντής προέβη στην προσβαλλομένη Απόφαση στη βάση διατάξεων νόμου οι οποίες είναι αντισυνταγματικές όπως εξηγείται πιο κάτω.
- Η προσβαλλόμενη Απόφαση στη βάση των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο Ν. 9/1965όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Αρ. 10/2015(Ν.139(Ι)/2015)(στο εξής «ο Νόμος») παραβιάζει και περιορίζει το δικαίωμα που διασφαλίζεται από το Άρθρο 25
(1)του Συντάγματος, για άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος, απασχόλησης, εμπορίου και/ή επικερδούς εργασίας, εφόσον: (α) παρεμβαίνει στο δικαίωμα της Αιτήτριας να οργανώνει ελεύθερα και να προγραμματίζει την επιχειρηματική της δραστηριότητα όπως αυτή θεωρεί σωστό μέσα στα πλαίσια του νόμου και με σκοπό την κερδοφορία∙ (β) καταργεί το δικαίωμα διεκδίκησης των οφειλόμενων προς την Αιτήτρια εξ αποφάσεως οφειλόμενων ποσών τα οποία εξασφαλίζονται με τα ΜΕΜΟ ΕΒ184/2006 και/ή τη Σύμβαση Δανείου και την εκδοθείσα δικαστική απόφαση (όπως αυτές καθορίζονται στην επισυναπτόμενη Ένορκη Δήλωση) και/ή παραβιάζει το εν λόγω δικαίωμα στερώντας το δικαίωμα της Αιτήτριας στην εξασφάλιση του εν λόγω ΜΕΜΟ και/ή υποχρεώνοντας την Αιτήτρια να δεχθεί εξασφάλιση διαφορετική ή σε διαφορετικό ακίνητο από εκείνο που η ίδια έκρινε και χρησιμοποίησε ως τρόπο εκτέλεσης των προς όφελος της δικαστικών αποφάσεων εναντίον του οφειλέτη, ακόμα και αν αυτό είναι ενάντια στα συμφέροντα της Αιτήτριας∙ (γ) ο Νόμος παραβιάζει το εν λόγω δικαίωμα χωρίς οποιαδήποτε αιτιολόγηση και χωρίς να στοιχειοθετείται η ανάγκη ούτε να συντρέχει οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 25
(2)του Συντάγματος που να δικαιολογεί τον περιορισμό του θεμελιώδους δικαιώματος αυτού. 3. Η προσβαλλόμενη Απόφαση συνιστά παραβίαση των άρθρων 23
(1), 23
(2)και 23
(4)του Συντάγματος καθώς: (α) επιβάλλει αδικαιολόγητα στέρηση, επιβάρυνση και/ή περιορισμούς πάνω στο δικαίωμα ιδιοκτησίας και/ή περιουσίας της Αιτήτριας χωρίς να αποδίδεται σ' αυτή οποιαδήποτε δίκαια αποζημίωση∙ (β) περιορίζει και/ή απαλλοτριώνει το αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας ως εξασφαλισμένου εκ αποφάσεως πιστωτή έναντι του εγγυητή-ενυπόθηκου οφειλέτη - και/ή το δικαίωμα της να διεκδικήσει το οφειλόμενο και αναγνωρισμένο και με δικαστική απόφαση, προς αυτήν χρέος και/ή τα συμβατικά της δικαιώματα που συνιστούν ιδιοκτησία προστατευόμενη από το Άρθρο 23∙ (γ) παραβιάζει και περιορίζει το δικαίωμα που προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος, χωρίς οποιονδήποτε λόγο που με βάση το Άρθρο 23 θα δικαιολογούσε τέτοιο περιορισμό.
- Η προσβαλλόμενη Απόφαση είναι παράνομη αφού προσκρούει στις πρόνοιες του Πρώτου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον κυρωτικό Νόμο Ν.39/
- Η προσβαλλόμενη Απόφαση είναι αντισυνταγματική αφού παραβιάζει το Άρθρο 26 του Συντάγματος: (α) παρεμβαίνοντας στις ήδη αποκρυσταλλωμένες συμβατικές σχέσεις και εκ δικαστικής αποφάσεως δικαιώματα της Αιτήτριας με τον εξ αποφάσεως οφειλέτη∙ (β) παρεμβαίνοντας στο δικαίωμα της Αιτήτριας και του οφειλέτη και/ή στις πρόνοιες της Νομοθεσίας αναφορικά με τον τρόπο εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων∙ (γ) εκ των υστέρων τροποποιώντας και/ή καταργώντας συμβάσεις (την Σύμβαση Δανείου και Εγγύησης) κατά τρόπο αντίθετο προς τη βούληση των συμβαλομένων∙ (δ) κατεδαφίζοντας τα θεμέλια της συμβατικής διευθέτησης των μερών και προκαλώντας αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών∙ (ε) οι πιο πάνω παραβιάσεις γίνονται χωρίς οποιαδήποτε δικαιολόγηση και ούτε στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. (σ) Παραβιάζοντας τη νομοθεσία σε σχέση με την εγγραφή απόφασης επί ακίνητης περιουσίας και επηρεάζοντας τα δικαιώματα εξ αποφάσεως πιστωτή.
- Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ενώ ο διευθυντής τελούσε σε πλάνη, αναφορικά με τα γεγονότα. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της XXXXX Κυριάκου, υπαλλήλου της A.P.S. Debt Servicing Cyprus Ltd, στην οποία μεταφέρθηκε από την αιτήτρια η διαχείριση των προβληματικών λογαριασμών. Σ'αυτούς περιλαμβάνονται και οι λογαριασμοί της καθ'ης η αίτηση
- Αναφέρει στη συνέχεια η ενόρκως δηλούσα ότι περί την 16.5.2018 παραλήφθηκε από την αιτήτρια ειδοποίηση του καθ'ου η αίτηση 1, ημερομηνίας 10.5.2018, με αριθμό ΑΕΑ1158/16, διά της οποίας γνωστοποιείτο στην αιτήτρια η πρόθεση του διευθυντή να προχωρήσει στη μεταβίβαση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, φ/σχέδιο 41/11, τεμάχιο XXXXX, στην Πύλα της επαρχίας Λάρνακας, επ'ονόματι της καθ'ης η αίτηση 3, δυνάμει σύμβασης πώλησης που κατατέθηκε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με αριθμό ΠΩΕ520/
- Το πιο πάνω ακίνητο βαρύνεται με το ΜΕΜΟ ΕΒ184/2006, είναι προς όφελος της αιτήτριας και εγγράφηκε περί τις 8.2.
- Από έρευνα στο κτηματολόγιο η πιο πάνω σύμβαση πώλησης κατατέθηκε την 25.6.2016 δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ενώ κατ'ισχυρισμόν καταρτίστηκε την 21.5.1999, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο του ΜΕΜΟ, χωρίς η αιτήτρια να λαμβάνει οποιαδήποτε ειδοποίηση για την κατάθεση. Μέχρι σήμερα το εκ δικαστικής αποφάσεως υπόλοιπο εναντίον της καθ'ης η αίτηση 2, είναι πέραν των €250.000= πλέον έξοδα. Το ΜΕΜΟ ΕΒ184/2006 έχει αξία περί τις €95.000= πλέον τόκους και έξοδα, ενώ δεν προηγούνται άλλες επιβαρύνσεις. Η διαγραφή και απαλλαγή του ακινήτου από το ΜΕΜΟ θα καταστήσει την δικαστική απόφαση αδύνατο να εκτελεστεί. Αναφέρει περαιτέρω η ενόρκως δηλούσα ότι η αιτήτρια περί την 1.6.2018 καταχώρησε ένσταση στη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα της καθ'ης η αίτηση 3, καθότι το ΜΕΜΟ ΕΒ184/2006 προηγείται χρονικά της καταχώρησης του ΠΩΕ 520/2016 θέτοντας ταυτόχρονα και θέμα αντισυνταγματικότητας της νομοθεσίας. Ο καθ'ου η αίτηση 1 με επιστολή του ημερομηνίας 13.11.2018, η οποία παραλήφθηκε από την αιτήτρια στις 19.11.2018, την ενημερώνει ότι η ένσταση της απορρίπτεται και ότι θα προχωρήσει στη μεταβίβαση του ακινήτου εκτός εάν λάβει σχετικό διάταγμα από το Δικαστήριο περί του αντιθέτου. Είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι η πιο πάνω απόφαση του διευθυντή είναι άκυρη και παράνομη και χωρίς έννομο αποτέλεσμα, αφού στάληκε με βάση πρόνοιες του νόμου που είναι αντισυνταγματικές, καθώς αυτές περιορίζουν και παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα που κατοχυρώνονται με τα άρθρα 23, 25, 26 και 28 του Συντάγματος. Είναι τέλος η θέση της ότι οι λόγοι για τους οποίους τα άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΓ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65 είναι αντισυνταγματικά, συγκεκριμενοποιούνται στην υπό κρίση αίτηση. Ο καθ'ου η αίτηση 1 καταχώρησε ένσταση υποστηριζόμενη από την ένορκη δήλωση του κτηματολογικού λειτουργού στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας, XXXXX Σιταρένου, προβάλλοντας τους κάτωθι λόγους:
- Η αίτηση είναι νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη.
- Δεν προβάλλονται εύλογοι και τεκμηριωμένοι λόγοι για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες από τον Νόμο προϋποθέσεις και/ή δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η Αίτηση-Έφεση της Αιτήτριας είναι αβάσιμη καθώς ενάγει παράνομα και/ή παράτυπα και/ή λανθασμένα τον «Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λάρνακας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών» αντί του «Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας» ως όφειλε.
- Η απόφαση του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (στο εφεξής «ο Διευθυντής») ημερομηνίας 13.11.2018 είναι νόμιμη και/ή ορθή, εκδόθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και/ή ακολουθήθηκε η ορθή κατά το Νόμο και/ή Κανονισμούς διαδικασία.
- Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή είναι επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη.
- Οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ ή/και οι Διατάξεις επί των οποίων βασίστηκε ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα και συγκεκριμένα με τα άρθρα 23, 25, 26 και
- Η αίτηση είναι γενική και ατεκμηρίωτη και δεν ανταποκρίνεται στις νομολογιακές αρχές που διέπουν τον έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων και/ή τρόπος που προβάλλονται τα επιχειρήματα δεν καθιστούν ευχερή τον έλεγχο της συνταγματικότητας.
- Η αιτούσα προβάλλει αόριστες και/ή γενικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας και/ή δεν αντιπαραβάλλει τις κρίσιμες διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε (στο εξής «ο Νόμος») με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν εξειδικεύει επαρκώς πώς ο εν λόγω Νόμος αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν τεκμηριώνει ότι οι πρόνοιες του Νόμου είναι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία αντισυνταγματικές.
- Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει και/ή ούτε περιορίζει και/ή στερεί και/ή δεν περιορίζει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της αιτούσας/εφεσείουσας δυνάμει του άρθρου 23 του Συντάγματος. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει επέμβαση και/ή περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία δικαιωμάτων τρίτου προσώπου, ήτοι του αγοραστή, υπέρ του οποίου επιφυλάσσεται η τρίτη παράγραφος του άρθρου 23 του Συντάγματος.
- Με τον υπό εξέταση Νόμο προστατεύεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου κατά τρόπο εύλογο, αναλογικό και συνταγματικά επιτρεπτό. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση και/ή ανεπίτρεπτο περιορισμό και/ή στέρηση του δικαιώματος περιουσίας του αγοραστή.
- Η απουσία νομοθετικής ρύθμισης αναφορικά με την τυχόν καταβολή αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή ή/και σε άλλο πρόσωπο δεν καθιστά τον υπό εξέταση Νόμο και/ή τις πρόνοιες του αντισυνταγματικές.
- Δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμός δικαιώματος δια του οποίου να προκαλείται ζημιά και/ή ουσιώδης ζημιά στην αιτούσα εφόσον υπάρχουν άλλοι τρόποι εξασφάλισης του εξ αποφάσεως ποσού και/ή εκτέλεσης της απόφασης.
- Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιορίζει ουσιαστικά το περιουσιακό δικαίωμα της αιτούσας/εφεσείουσας και/ή δε μειώνει ουσιωδώς την αξία της περιουσίας της αιτούσας/εφεσείουσας καθότι υπάρχουν άλλοι τρόποι εξασφάλισης του εξ αποφάσεως ποσού και/ή εκτέλεσης της απόφασης και/ή δεν παραβιάζει τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.
- Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή ή/και οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΘ- 44ΚΒ δεν παραβιάζουν ούτε περιορίζουν κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της αιτούσας/εφεσείουσας δυνάμει του άρθρου 25 του Συντάγματος και/ή ούτε καταργούν το δικαίωμα διεκδίκησης των οφειλόμενων προς την αιτούσα ποσών δυνάμει της Υποθήκης. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει επέμβαση, αυτή είναι προς προστασία δικαιώματος τρίτου υπέρ του οποίου επιφυλάσσεται το Σύνταγμα στην δεύτερη παράγραφο του άρθρου
- Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει το άρθρο 26 του Συντάγματος καθότι δεν επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε οιαδήποτε σύμβαση.
- Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβιάζει την αρχή της Ισότητας, όπως κατοχυρώνεται στο Άρθρο 28 του Συντάγματος, εφόσον αφενός δεν δημιουργεί διάκριση μεταξύ ομοίων και αφετέρου πρόκειται για διάκριση εύλογη και όχι αυθαίρετη, η οποία εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και συνάδει με την αρχή της Αναλογικότητας.
- Το άρθρο 44Κ του Νόμου δεν παρέχει διακριτική εξουσία στο Διευθυντή του Κτηματολογίου για απόρριψη της αίτησης που προβλέπεται από τα άρθρα 44ΙΗ μέχρι και 44ΚΖ του Νόμου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από τα στοιχεία (α) και (β) του εν λόγω άρθρου. Εάν ήθελε αποφασιστεί από το Σεβαστό Δικαστήριο ότι παρέχεται διακριτική εξουσία στο Διευθυντή του Κτηματολογίου για απόρριψη της αίτησης, είναι ισχυρισμός του καθ' ου η αίτηση 1 ότι αυτή ενασκήθηκε ορθά, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά με την υπόθεση δεδομένα και/ή περιστατικά. Ένσταση καταχωρίστηκε και από την καθ'ης η αίτηση 3, που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ίδιας και προβάλλει τους κάτωθι λόγους:
- Δεν υπάρχει σήμερα σε ισχύ η απόφαση ημερομηνίας 30/10/2002 που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 2395/2002 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και/ή το ΜΕΜΟ αρ. ΕΒ184/2006 που ενεγράφη στις 08/02/2006 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας, και κατ' επέκταση οι Αιτητές δεν δύνανται να προσβάλλουν την απόφαση του Διευθυντή και/ή η παρούσα Αίτηση είναι άνευ ουσίας και/ή αβάσιμη.
- Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται και/ή δεν έχουν locus standi στο να προωθούν την παρούσα Αίτηση - Έφεση αφού ουδεμία σχέση έχουν με τους εξ αποφάσεως δανειστές - Ελληνική Τράπεζα ΛΤΔ, αλλά ούτε και έχουν παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία με την οποία να δικαιολογείται η καταχώρηση της παρούσας από τους συγκεκριμένους Αιτητές και/ή για να αποδείξουν ότι οι Αιτητές είναι η ίδια νομική οντότητα με τον εξ αποφάσεως δανειστή.
- Οι Αιτητές δεν θέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου ολοκληρωμένη εικόνα και/ή τα πλήρη γεγονότα και/ή αποκρύπτουν ουσιώδη γεγονότα κατά τρόπο που τους αποστερεί το δικαίωμα να εγείρουν ζήτημα αντισυνταγματικότητας. Εξέταση αντισυνταγματικότητας νόμου γίνεται όταν αυτό είναι απαραίτητο για τις ανάγκες της συγκεκριμένης υπόθεσης δυνάμει των πραγματικών γεγονότων αυτής. Δεδομένης της απόκρυψης και/ή μη παρουσίασης των ολοκληρωμένων γεγονότων το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην εξέταση συνταγματικότητας του νόμου.
- Με την υπό αναφορά αίτηση προβάλλονται ως λόγοι ένστασης, κατά τρόπο ανεπίτρεπτο, άλλοι και/ή περαιτέρω λόγοι από αυτούς που αρχικά είχαν προβληθεί και/ή προωθηθεί δια της ένστασης τους ημερομηνίας 01/06/2018 προς τον Διευθυντή και/ή προβάλλουν άρθρα του Συντάγματος που θεωρούν ότι καταστρατηγούνται άλλα από αυτά που αρχικά είχαν προβάλει προς τον Διευθυντή, με αποτέλεσμα να κωλύονται σήμερα να προωθούν οποιαδήποτε άλλα άρθρα πέραν του άρθρου 23 του Συντάγματος που συμπεριλαμβάνεται στην ένσταση τους ημερομηνίας 01/06/
- Η Καθ' ης η Αίτηση 2 δεν είναι η πραγματική ιδιοκτήτης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, τεμ. XXXXX και/ή ενεργεί ως εμπιστευματοδόχος της Καθ' ης η Αίτηση 3, κατ' επέκταση οι Αιτητές δεν έχουν δικαίωμα να επιμένουν στην συνέχιση του Μέμο αρ. ΕΒ184/2006 και/ή δεν δικαιούται να εκτελέσουν την εκδοθείσα με εκποίηση του εν λόγω ακινήτου.
- Δεν δύναται να εξεταστεί αντισυνταγματικότητα νόμου αφού στην προκειμένη περίπτωση οι Αιτητές δεν έχουν οποιοδήποτε Συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα για να παραβιαστεί και/η εμποδιστεί, και/ή εν πάση περιπτώσει οι Αιτητές δεν προβάλλουν καταστρατήγηση του άρθρου 30 που ενδεχομένως να έδιδε μια κάποια βάση στο Δικαστήριο να εξετάσει αντισυνταγματικότητα του νόμου.
- Ο προσβαλλόμενος νόμος δεν περιορίζει τους Αιτητές και/ή δεν τους εμποδίζει από το να εκτελέσουν την προς όφελος τους εκδοθείσα απόφαση και κατ' επέκταση δεν παραβιάζεται το δικαίωμα τους στο να εκτελέσουν την απόφαση και συνεπώς ούτε το Συνταγματικό τους δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το άρθρο
- Εν πάση περιπτώσει ουδεμία αναφορά γίνεται από τους Αιτητές στο άρθρο 30 του Συντάγματος.
- Ζητείται κατά τρόπο ανεπίτρεπτο η ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου Λάρνακας για την μεταβίβαση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ. 41/11, τεμάχιο XXXXX, στην Πύλα, Επαρχίας Λάρνακας, στο όνομα της Καθ' ης η αίτηση 3, δυνάμει του πωλητηρίου εγγράφου με αριθμό ΠΩΕ 520/2016, που κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας στις 26/05/2016 και χωρίς αυτό να δικαιολογείται καθώς η Αιτήτρια δεν προβάλλει εύλογους και τεκμηριωμένους λόγους για την έκδοση των διαταγμάτων.
- Η απόφαση του Διευθυντή όπως αυτή διατυπώθηκε με την ειδοποίηση του ημερομηνίας 10/05/2018 είναι ορθή, νόμιμη και αιτιολογημένη και είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, την Ευρωπαϊκή σύμβαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, με τους κανόνες τις επιείκειας και της φυσικής δικαιοσύνης.
- Ο Διευθυντής ενήργησε εντός των πλαισίων του νόμου και σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί μεταβιβάσεως και υποθηκεύσεως ακινήτων νόμου του
- Η Αίτηση είναι γενική και ατεκμηρίωτη, οι πρόνοιες των άρθρων 44 ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου 9/1965, επί των οποίων βασίστηκε ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κατά την έκδοση της απόφασης του για μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου και εγγραφή του επ' ονόματι της Καθ' ης η αίτηση 3 δεν παραβιάζουν και/ή δεν είναι ασύμφωνες ή αντίθετες με συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των Αιτητών και/ή δεν είναι άδικες προς τα συμφέροντα τους. Στην Αίτηση προβάλλονται αόριστες εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 όπως τροποποιήθηκε χωρίς να εξειδικεύει επαρκώς πώς ο εν λόγω Νόμος αντίκειται στις συγκεκριμένες διατάξεις του Συντάγματος.
- Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή του κτηματολογίου είναι νομικά έγκυρη και υποστατή, και σύμφωνη με τον Νόμο καθότι στηρίζεται στις διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ - 55ΚΖ του Νόμου 9/1965, οι οποίες είναι έγκυρες και/ή σύμφωνες με το Σύνταγμα και με τα άρθρα 23, 25, 26, 28 και 30 του Συντάγματος.
- Η εγγραφή δικαστικής απόφασης στο κτηματολόγιο δεν αποδίδει και/ή δεν δημιουργεί οποιοδήποτε περιουσιακό δικαίωμα και/ή δεν δύναται να χαρακτηρισθεί ως 'ιδιοκτησία' αφού αποτελεί απλή 'εγγύηση' για εξόφληση της εξ αποφάσεως οφειλής. Κατ' επέκταση, δεν δύναται να εγείρεται αντισυνταγματικότητα του νόμου στην βάση του άρθρου 23 του Συντάγματος.
- Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιορίζει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα των Αιτητών δυνάμει του άρθρου 23 του Συντάγματος, εάν βέβαια αποφασισθεί υπό του Δικαστηρίου ότι η εγγραφή Μέμο αποτελεί περιουσιακό δικαίωμα και/ή ιδιοκτησία. Είναι η ίδια η τρίτη παράγραφος του άρθρου 23 του Συντάγματος που δίνει την δυνατότητα επέμβασης και περιορισμού του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και τίθεται με σκοπό την προστασία των τρίτων, ήτοι του αγοραστή και άλλων. Ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμος 9/1965 όπως τροποποιήθηκε, έρχεται να συμπληρώσει την Τρίτη παράγραφο του άρθρου 23 του Συντάγματος στην οποία στηρίζεται και να θέσει στην προστασία των τρίτων και τους αγοραστές ακινήτων εξειδικεύοντας ακριβώς τις περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να τύχει εφαρμογής. Εάν ήθελε φανεί ότι υπάρχει επέμβαση στο δικαίωμα Ιδιοκτησίας της Εφεσείουσας αυτή γίνεται κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό προς προστασία δικαιώματος τρίτων προσώπων, δηλαδή και των αγοραστών.
- Με τον υπό εξέταση νόμο προστατεύεται το δικαίωμα της ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου κατά τρόπο συνταγματικά επιτρεπτό. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση και/ή ανεπίτρεπτο περιορισμό του δικαιώματος της περιουσίας της Καθ' ης η Αίτηση 3 ως Αγοραστή.
- Κενό νόμου δεν καθιστά τον ίδιο τον νόμο και/ή τις πρόνοιες αυτού αντισυνταγματικές. Η απουσία νομοθετικής ρύθμισης στα πλαίσια το περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως 9/1965 νόμου αναφορικά με την καταβολή αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή δεν καθιστά τον νόμο και τις πρόνοιες του αντισυνταγματικές.
- Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκαλεί ουσιώδη ζημιά στην Αιτήτρια και/ή δεν περιορίζει οποιοδήποτε περιουσιακό της δικαίωμα και/ή δεν μειώνει την αξία της περιουσίας της Εφεσείουσας καθότι το ΜΕΜΟ αρ ΕΒ184/2006, πέραν του ότι δεν είναι 'περιουσία' κατά την έννοια του Συντάγματος, δεσμεύει και άλλα ακίνητα από την περιουσία της Καθ' ης η αίτηση 2, η αξία των οποίων υπερκαλύπτει την οφειλή της Καθ' ης η αίτηση 2 προς την Αιτήτρια. Yπάρχουν δε 2 υποθήκες που μπορούν να εξοφλήσουν το εξ αποφάσεως χρέος.
- Η Εφεσείουσα δεν επεξηγεί με ποιο τρόπο παραμένει απροστάτευτη και εκτεθειμένη σε οικονομική απώλεια σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος.
- Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει το άρθρο 25 του Συντάγματος και/ή δεν δύναται να γίνεται επίκληση του άρθρου 25 από τους Αιτητές αφού ουδεμία εφαρμογή έχει στην παρούσα υπόθεση. Ακόμη και εάν ήθελε φανεί ότι υπάρχει επέμβαση, αυτή είναι προς προστασία δικαιώματος τρίτου, υπέρ του οποίου επιφυλάσσεται το Σύνταγμα στην δεύτερη παράγραφο του άρθρου
- Ο νόμος 139(Ι)/2015 δεν παραβιάζει το άρθρο 26 του Συντάγματος, καθότι οι πρόνοιες του προστατεύουν το δημόσιο συμφέρον και/ή τα κοινωνικά και/ή οικονομικά συμφέροντα μεγάλου αριθμού πολιτών της Δημοκρατίας, δηλαδή των καλόπιστων αγοραστών ακινήτων κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό. Εν πάση περιπτώσει η παρούσα περίπτωση αφορά εξ αποφάσεως οφειλή η οποία εγγράφηκε στο κτηματολόγιο, εξ ου και δεν τίθεται ζήτημα ύπαρξης σύμβασης και/ή συμβατικών δικαιωμάτων που θα μπορούσαν να καταστρατηγηθούν.
- Ο νόμος 139(Ι)/2015 δεν παραβιάζει τον πυρήνα του δικαιώματος που προστατεύει το άρθρο 26 του Συντάγματος, αφού οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των συμβαλλομένων παραμένουν σε ισχύ και οι τυχόν περιορισμοί που επιβάλλονται από τον νόμο είναι συνταγματικά επιτρεπτοί και/ή είναι προς προστασία του κοινού και/ή των καλόπιστων τρίτων και/ή τέθηκαν προς προστασία του δημοσίου συμφέροντος και/ή των κοινωνικών και/ή οικονομικών συμφερόντων μεγάλου αριθμού πολιτών και/ή τίθενται προς προστασία από πρόσωπα, τα οποία κατέχουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ.
- Η Εφεσιβληθείσα απόφαση είναι ορθή και νομικά βάσιμη καθότι εκδόθηκε κατόπιν έρευνας και στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει ο Νόμος 9/1965 στον Διευθυντή Κτηματολογίου.
- Η προσβαλλόμενη απόφαση και η διαδικασία που εκτίθεται στο φάκελο ΑΕΑ 1158/2016/ είναι καθ' όλα νόμιμη, σύμφωνη με το Σύνταγμα. Οι συνήγοροι τόσο της αιτήτριας όσο και των καθ'ων η αίτηση 1 και 3, προχώρησαν σε αγορεύσεις, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους, επικαλούμενοι και σχετική νομολογία. Το Δικαστήριο για σκοπούς της παρούσας απόφασης έχει λάβει υπόψη του τόσο το περιεχόμενο της αίτησης και των ενστάσεων αντίστοιχα, όσο και τα όσα οι συνήγοροι των μερών έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου με τις αγορεύσεις τους. Αναφορά επί των πιο πάνω θα γίνει εκεί όπου κριθεί αναγκαίο. Πριν το Δικαστήριο προχωρήσει στην εξέταση του βασικού άξονα των λόγων που προβάλλονται με την υπό κρίση αίτηση, που είναι η ισχυριζόμενη αντισυνταγματικότητα των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65, θεωρώ ορθό όπως εξεταστούν πρώτα οι δύο λόγοι ένστασης που η καθ'ης η αίτηση 3 προβάλλει και που αν κριθούν βάσιμοι θα έχουν καταλυτικές συνέπειες ως προς την τύχη της αίτησης. Είναι η θέση της καθ'ης η αίτηση 3 ότι η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται ή και δεν έχει locus standi στην προώθηση της αίτησης, αφού ουδεμία σχέση έχει με τους εξ αποφάσεως δανειστές Ελληνική Τράπεζα Λτδ αλλά ούτε έχει παρουσιάσει μαρτυρία που να δικαιολογεί την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της καθ'ης η αίτηση 3, καταγράφεται με λεπτομέρεια ο λόγος ένστασης, αναφέροντας ότι ενώ η απόφαση ημερομηνίας 30/10/02 στην αγωγή με αριθμό 2395/02 φέρει σαν ενάγοντα την Ελληνική Τράπεζα Λτδ, η αίτηση καταχωρίστηκε από την Hellenic Bank Public Co Ltd, χωρίς να τεθεί μαρτυρία ότι οι δύο πιο πάνω οργανισμοί είναι οι ίδιοι και ότι υπήρξε συγχώνευση ή μεταβίβαση εργασιών από την μια εταιρεία στην άλλη που θα δικαιολογούσε την καταχώριση της αίτησης. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι οποιαδήποτε συγχώνευση ή μεταβίβαση εργασιών οποιουδήποτε οργανισμού δεν αποτελεί Δικαστική γνώση. Από πλευράς τώρα αιτήτριας δεν γίνεται κάποια αναφορά στην αίτηση γι'αυτή την διαφοροποίηση. Είναι όμως γεγονός, ως προκύπτει από την ίδια την αίτηση και τα επισυνημμένα τεκμήρια ότι η απόφαση στην αγωγή με αριθμό 2395/02 εκδόθηκε προς όφελος της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, ενώ η υπό εξέταση αίτηση καταχωρίστηκε από την Hellenic Bank Public Co Ltd. Είναι επίσης γεγονός ότι ουδεμία αναφορά αλλά ούτε και μαρτυρία, είτε υπό τύπον ένορκης δήλωσης ή και τεκμηρίου, έχει τεθεί για το αν υπήρξε μεταβίβαση εργασιών ή συγχώνευση μεταξύ των δύο πιο πάνω οργανισμών, αν αποτελούν στην ουσία δύο ξεχωριστές οντότητες ή ακόμα και αν απλώς υπήρξε μετονομασία της πρώτης στην δεύτερη. Κλήθηκαν, μετά την επιφύλαξη της απόφασης από το Δικαστήριο, τα μέρη για να τοποθετηθούν και ειδικότερα η αιτήτρια, ως προς αυτό το ζήτημα. Η συνήγορος για την αιτήτρια καταχώρισε συμπληρωματική αγόρευση στην οποία αναφέρει ότι δεν πρόκειται για διαδικασία εκτέλεσης αλλά ούτε και πρόκειται για δύο διαφορετικές οντότητες, ούτε εκχώρηση δικαιωμάτων σε άλλο διάδικο αλλά για την ίδια οντότητα που μετονομάστηκε. Αναφέρει περαιτέρω ότι αντικείμενο της παρούσας αίτησης είναι η προσβολή της απόφασης του διευθυντή και όχι η εγκυρότητα του ΜΕΜΟ. Προχώρησε η κα Ζαχαρίου και αναφέρθηκε στην απόφαση του διευθυντή που απευθύνεται στην αιτήτρια, στην έρευνα ακίνητης ιδιοκτησίας από το κτηματολόγιο με δικαιούχο την αιτήτρια, ως επίσης και σε αναφορές της ίδιας της καθ'ης η αίτηση 3 στην ένορκη δήλωση της ένστασης της όπου προβαίνει σε παραδοχή ότι το συγκεκριμένο ΜΕΜΟ ανήκει στην αιτήτρια. Καταρχάς να λεχθεί ότι η αναφορά της συνηγόρου της αιτήτριας για μετονομασία δεν μπορεί να αποτελέσει μαρτυρία για απόδειξη της θέσης αυτής. Περαιτέρω δεν υπάρχει ούτε και μαρτυρία πώς και πότε η Ελληνική Τράπεζα Λτδ, μία ιδιωτική εταιρεία, μετατράπηκε σε δημόσια με το όνομα Hellenic Bank Public Co Ltd. Το σημαντικό όμως εδώ είναι ότι η υπό κρίση καταχωρισθείσα υπόθεση αποτελεί πρωτογενή αίτηση που έχει σαν βάση της συγκεκριμένη νομοθεσία για προσβολή απόφασης του διευθυντή του κτηματολογίου. Δεν πρόκειται για αίτηση που λήφθηκε στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 2395/02, οπόταν και με βάση τη νομολογία θα έπρεπε να ληφθούν τα απαραίτητα δικονομικά μέτρα στη βάση της Δ.12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής. Σ'εκείνη την περίπτωση οι πρόνοιες της Δ.12 δεν καθίστανται ανενεργές ακόμα και στις περιπτώσεις που υπάρχει τελεσίδικη απόφαση (βλ. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της περιουσίας της D.K. Intercity Buses Larnacas Ltd κ.ά, Πολ.Έφεση 388/11, ημερομηνίας 7/7/
- Στην πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Σταυρινίδη ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (δυνάμει τροποποίησης ημερ. 18/6/18, πρώην Marfin Popular Bank Public Co Ltd), Πολ.Έφεση 367/12, ημερομηνίας 17/1/19, ως προς το ζήτημα της νομιμοποίησης διαδίκου στα πλαίσια αίτησης για ανανέωση και άδεια εκτέλεσης απόφασης, υπήρξε η εξής προσέγγιση: «Στα πλαίσια της θέσης της εφεσείουσας πως δεν καταδείχθηκαν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις έχει διατυπωθεί το παράπονο πως το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να αποφασίσει για τη νομιμοποίηση της αιτήτριας ως Marfin Popular Bank Public Ltd αφού ως ενάγουσα στην αγωγή αναγράφεται η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. Θα πρέπει να αναφέρουμε πως συμφωνούμε με τη θέση που διατύπωσε η πλευρά της εφεσίβλητης πως ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με το θέμα αφού τούτο δεν εγείρετο με τους λόγους ένστασης. Εν πάση περιπτώσει θα προσθέταμε πως εν προκειμένω η νομιμοποίηση προέκυψε από την ίδια την ταυτόσημη υπόσταση της εφεσίβλητης, αφού η απλή αλλαγή ονόματος δεν αλλοίωνε την υπόσταση της ως διαδίκου, αλλά και το δικαίωμα προς εκτέλεση και είσπραξη, νοουμένου μάλιστα ότι εντός του πρωτοδίκου φακέλου κατεχωρήθη σχετική Ειδοποίηση αλλαγής του ονόματος.» Έχοντας κατά νουν τα πιο πάνω και την φύση της διαδικασίας που προωθείται, κρίνω ότι δεν τίθεται ζήτημα νομιμοποίησης της αιτήτριας αλλά ούτε και ήταν απαραίτητο να αναφερθεί οτιδήποτε στην αίτηση (βλ.κατ'άναλογίαν M.A. Goodvalue Suppliers Ltd κ.ά v. Barclays Bank Plc
(2001)1(B) A.A.Δ. 1038). Το δεύτερο ζήτημα που εγείρεται από πλευράς καθ'ης η αίτηση 3 είναι αυτό της ισχύος της Δικαστικής απόφασης και του ΜΕΜΟ με αριθμό ΕΒ184/06 που εγγράφηκε στις 8/2/06 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας. Υπάρχει άρνηση της καθ'ης η αίτηση 3 στο ότι η ως άνω απόφαση στην αγωγή με αριθμό 2395/02 είναι σε ισχύ όπως επίσης και το ΜΕΜΟ ΕΒ184/06. Προσθέτει ότι παρά την δήλωση της αιτήτριας ότι τόσο η απόφαση όσο και το ΜΕΜΟ έχουν ανανεωθεί και βρίσκονται σε ισχύ, κάτι που η ίδια αρνείται, το Δικαστήριο δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει πότε και για πόσο χρόνο ανανεώθηκαν. Ως εκ τούτου η απόφαση και το ΜΕΜΟ μπορεί να μην είναι σε ισχύ σήμερα αφού ούτε προς τούτο έχει κατατεθεί μαρτυρία προς απόδειξη του. Στην αίτηση της η αιτήτρια αναφέρεται στο ΜΕΜΟ ΕΒ184/06 που εγγράφηκε στις 8/2/06 και ότι τόσο η απόφαση όσο και τα ΜΕΜΟ έχουν ανανεωθεί και βρίσκονται μέχρι σήμερα σε ισχύ. Δεν έχει όμως κατατεθεί οποιοδήποτε διάταγμα ανανέωσης δεδομένου ότι με βάση το άρθρο 55 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, η εγγραφή Δικαστικής απόφασης παραμένει σε ισχύ για 10 χρόνια από την ημερομηνία που γράφτηκε για πρώτη φορά. Το δε άρθρο 56 του Κεφ.6 προνοεί την παράταση της εγγραφής, μετά από διάταγμα του Δικαστηρίου για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα 10 χρόνια κάθε φορά, τηρουμένων των προϋποθέσεων που το άρθρο 56
(2)του ίδιου Νόμου θέτει. Πριν την τροποποίηση του Κεφ.6 με το Νόμο 62(Ι)/2014, η ισχύς ήταν για 6 χρόνια με παράταση 2 χρόνια. Η Δικαστική απόφαση εκδόθηκε στις 30/10/02 και η πρώτη εγγραφή της στο κτηματολόγιο επί του επίδικου ακινήτου έγινε στις 8/2/
- Η καθ'ης η αίτηση 3 διατυπώνει την ένσταση της με γενικό τρόπο χωρίς να διευκρινίζει και η ίδια αν η θέση της είναι ότι από την 8/2/06 που έγινε η πρώτη εγγραφή και έληξε, ουδέποτε εκδόθηκε διάταγμα για παράταση του χρόνου εγγραφής της, δεδομένης και της τροποποίησης που επήλθε με το Νόμο 62(Ι)/2014 για αύξηση του χρονικού διαστήματος της παράτασης. Εν πάση όμως περιπτώσει και παρά το ότι η μόνη αναφορά που τίθεται στην αίτηση είναι η έκδοση της Δικαστικής απόφασης στις 30/10/02, η εγγραφή της απόφασης στις 8/2/06 και ότι ανανεώθηκαν και βρίσκονται σε ισχύ, κρίνω ότι η ένσταση της καθ'ης η αίτηση 3 είναι αβάσιμη. Καταρχάς να λεχθεί ότι ο καθ'ου η αίτηση 1, που είναι ο καθ'ύλην αρμόδιος για να εγγράψει την Δικαστική απόφαση επί του ακινήτου αλλά και του διατάγματος παράτασης του χρόνου εγγραφής, ουδέν αναφέρει στην ένσταση του ότι το ΜΕΜΟ ΕΒ184/06 έχει ακυρωθεί δια τον λόγο ότι δεν έχει ανανεωθεί ο χρόνος εγγραφής του. Θα ήταν θεωρώ ο πρώτος που θα έθετε το θέμα ως λόγο στη ένσταση του. Επίσης αν όντως η εγγραφή είχε ακυρωθεί λόγω παράλειψης της αιτήτριας να εξασφαλίσει διάταγμα παράτασης της εγγραφής, ο καθ'ου η αίτηση 1 δεν θα απέστελλε στην αιτήτρια την επιστολή ημερομηνίας 10/5/18, τεκμήριο Δ στην αίτηση, πληροφορώντας την ότι προτίθεται να προχωρήσει στην μεταβίβαση του ακινήτου στην καθ'ης η αίτηση 3 αλλά ούτε και θα εξέταζε την ένσταση, τεκμήριο Ε στην αίτηση, που η αιτήτρια κατάθεσε στην ειδοποίηση του διευθυντή, αφού ουσιαστικά δεν θα υπήρχε εμπράγματο βάρος, τουλάχιστον από την αιτήτρια, επί του επίδικου ακινήτου. Ως εκ τούτου ο λόγος ένστασης δεν γίνεται δεκτός. Στο σημείο αυτό χρειάζεται να γίνει μία επισήμανση σε σχέση με λόγο ένστασης που εγείρει η πλευρά του καθ'ου η αίτηση 1, ότι δηλαδή η αίτηση είναι παράτυπη αφού λανθασμένα ενάγεται ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λάρνακας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών αντί του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Στο άρθρο 2 του Νόμου 9/65 ερμηνεύεται ο όρος «Διευθυντής» ως εξής: «Διευθυντής» σημαίνει τον Διευθυντήν του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών, περιλαμβάνει δε Επαρχιακόν Κτηματολογικόν Λειτουργόν και οιονδήποτε έτερον λειτουργόν διοριζόμενον υπό του Διευθυντού δι' άπαντας ή τινα των σκοπών του παρόντος Νόμου, είτε γενικώς είτε δι' Ειδικόν τινα σκοπόν·» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο όρος «Διευθυντής», πέραν του Διευθυντή του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών περιλαμβάνει και Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό. Συνεπώς όπου γίνεται αναφορά σε ενέργεια του διευθυντή, η αναφορά αυτή δεν υποδηλώνει αποκλειστικά τον Διευθυντή του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας αλλά περιλαμβάνει και Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό. Δεδομένου τούτου η ένσταση του του καθ'ου η αίτηση 1 επί αυτού του λόγου κρίνεται αβάσιμη. Με βάση τα πιο πάνω αλλά και από τα μη αμφισβητούμενα στοιχεία, ως αυτά προκύπτουν από το περιεχόμενο της αίτησης και των ενστάσεων, αποτελούν αποδεδειγμένα γεγονότα για σκοπούς της παρούσας απόφασης ότι στις 30/10/02 εκδόθηκε Δικαστική απόφαση στην αγωγή με αριθμό 2395/02 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας προς όφελος της αιτήτριας και εναντίον της XXXXX Θεοφάνους. Στις 8/2/06 η αιτήτρια ενέγγραψε την πιο πάνω απόφαση επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX Φ/Σχ 41/11, τεμάχιο XXXXX στην Πύλα της επαρχίας Λάρνακας με αριθμό ΜΕΜΟ ΕΒ184/06 το οποίο εμπράγματο βάρος βρίσκεται σε ισχύ. Στις 10/5/18 το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας, απέστειλε στην αιτήτρια την Ειδοποίηση Τύπου ΙΕ δυνάμει του άρθρου 44ΚΒ του Νόμου 9/65, με τη οποία την πληροφορούσε ότι μετά από την αίτηση ΑΕΑ1158/16, που η καθ'ης η αίτηση 3 κατέθεσε, θα προχωρούσε στην μεταβίβαση του πιο πάνω ακινήτου από την Μαγδαληνή Θεοφάνους στην καθ'ης η αίτηση
- Η αιτήτρια στην παρούσα, κατέθεσε ένσταση την 1/6/
- Ο διευθυντής με απόφαση του απέρριψε την ένσταση και με ειδοποίηση του ημερομηνίας 13/11/18 ενημέρωσε την αιτήτρια για την απόρριψη της ένστασης της. Στις 5/12/18 καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση ενώ στις 13/12/18 εκδόθηκε ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα που απαγόρευε στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λάρνακας από του να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο στο όνομα της καθ'ης η αίτηση
- Το διάταγμα κατέστη απόλυτο στις 20/12/
- Η απόφαση του διευθυντή ημερομηνίας 13/11/18 αποτέλεσε το λόγο και έδωσε το έναυσμα για την έναρξη της παρούσας διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 80 του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ.224 που έχει ως ακολούθως: «
- Κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή, που διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού δύναται, εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτόν της διαταγής αυτής, ειδοποίησης ή απόφασης να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει επί αυτής τέτοιο διάταγμα ως ήθελε είναι δίκαιο αλλά, κανένα Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή διαδικασίας επί οποιουδήποτε ζητήματος σε σχέση με το οποίο ο Διευθυντής έχει εξουσία να ενεργεί δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού, εκτός με έφεση όπως προνοείται στο άρθρο αυτό: Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι λόγω απουσίας από τη Δημοκρατία, ασθένειας ή άλλης εύλογης αιτίας το παραπονούμενο πρόσωπο εμποδίζετο από του να υποβάλει έφεση εντός της περιόδου των τριάντα ημερών, να παρατείνει την προθεσμία εντός της οποίας δύναται να υποβληθεί έφεση υπό τέτοιους όρους όπως αυτό ήθελε θεωρήσει σκόπιμο.» Με βάση την πιο πάνω πρόνοια οποιοδήποτε πρόσωπο του οποίου τα δικαιώματα επηρεάζονται από την απόφαση του διευθυντή, δύναται να προσφύγει στο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Ανδρέου Πολ.Εφέσεις 474/12 και 474Α/12 ημερομηνίας 5/12/18 τίθενται οι αρχές της ακολουθητέας διαδικασίας ως εξής: «Αποφασίζοντας κατά τον τρόπο αυτό κάθε απόφαση του Διευθυντή υπόκειται, κατά το άρθρο 80, σε έφεση στο Δικαστήριο εντός τριάντα ημερών, η δε διαδικασία που ακολουθείται ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου υπέχει θέση αναθεώρησης απόφασης διοικητικού οργάνου που επενεργεί όμως στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου, (Κάκουλλου ν. Ποχουζούρη
(1992)1 Α.Α.Δ. 1503 και Κουντουρίδη κ.ά. ν. Νικολάου
(2008)1 Α.Α.Δ. 412). Το Δικαστήριο δύναται σε αυτές τις αιτήσεις-εφέσεις να αναψηλαφίσει την απόφαση του Διευθυντή ακολουθώντας συναφείς προς την αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αρχές, με τη διαφοροποίηση ότι δικαιούται να υποκαταστήσει την απόφαση του Διευθυντή με δική του, (Καφιέρος ν. Θεοχάρους
(1978)1 Α.Α.Δ. 619). Το Δικαστήριο εξετάζει την αιτιολογία που δίνεται από τον Διευθυντή υπό το φως της μαρτυρίας που είχε ενώπιον του ο Διευθυντής, αλλά και της μαρτυρίας που δίδεται ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει την εξουσία να ερευνήσει όχι μόνο το εύλογο της απόφασης του Διευθυντή, αλλά και την κατ΄ ουσία ορθότητα της, (Σάββα ν. Κώστα
(2003)1 Α.Α.Δ. 1944).» Έχει αναφερθεί προηγουμένως ότι κεντρικός άξονας των λόγων της έφεσης για ακύρωση της απόφασης του διευθυντή ημερομηνίας 13/11/18, είναι η αντισυνταγματικότητα προνοιών του Νόμου 9/65, λόγους τους οποίους φυσικά οι καθ'ων η αίτηση 1 και 3 απορρίπτουν προβάλλοντας τις δικές τους θέσεις. Με την τροποποίηση του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65 από το Νόμο 139(Ι)/2015, θεσπίστηκε η διαδικασία που προβλέπουν τα άρθρα 44ΙΗ-44ΚΖ, διά της οποίας δίδεται η εξουσία στον διευθυντή του κτηματολογίου, είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από αίτηση, τηρουμένων των προϋποθέσεων και της διαδικασίας που ο Νόμος θέτει, να προχωρήσει σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και να μεταβιβάσει το ακίνητο επ'ονόματι του αγοραστή. Στην παρούσα υπόθεση, ο διευθυντής ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχονται από τις εν λόγω διατάξεις, με απόφαση του που περιλαμβάνεται στην ειδοποίηση ημερομηνίας 13/11/18, γνωστοποίησε στην αιτήτρια ότι θα προχωρούσε στην μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στην καθ'ης η αίτηση 3 εξαλείφοντας το προϋπάρχον ΜΕΜΟ της αιτήτριας. Η αιτήτρια θεωρεί τις διατάξεις αυτές αντισυνταγματικές εξ ου και η καταχώριση της αίτησης. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι για να εξεταστεί ζήτημα συνταγματικότητας νομοθετικής διάταξης πρέπει να είναι δικογραφημένο και επακριβώς προσδιορισμένο. Στην υπόθεση Αχιλλέως κ.ά. ν. Πιττάρα κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1590, αναφέρθηκε ότι: «Η νομολογία επιτάσσει ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Σε κάθε περίπτωση το θέμα της συνταγματικότητας νόμου πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν ενώ η σκοπιμότητα της νομοθετικής ρύθμισης εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου. Βλ. Κούρτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1999)3 Α.Α.Δ. 408, Μαυρομάτης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Κυπριανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 8.» Στην υπόθεση The Board for the registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 650 έχουν τεθεί οι αρχές που διέπουν τον Δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων: «(
- a)A rule of precautionary nature is that no act of legislation will be declared void except in a very clear case, -or unless the act is unconstitutional beyond alt reasonable doubt. In other words, a Law is presumed to be constitutional until proved otherwise "beyond reasonable doubt". (
- b)Another maxim of constitutional interpretation is that the Courts are concerned only with the constitutionality of legislation and not with its motives, policy or wisdom, or with its concurrence with natural justice, fundamental principles of government or spirit of the Constitution. (
- c)It is a cardinal principle that if at all possible the Courts will construe the statute so as to bring it within the law of the Constitution. (
- d)The judicial power does not extend to the determination of abstract questions viz. the Courts will not decide questions of a constitutional nature unless absolutely necessary to a decision of the case. (
- e)In cases involving statutes, portions of which are valid and other portions invalid, the Courts will separate the valid from the invalid and throw out only the latter unless such portions are inextricably connected. » Δεδομένου του τεκμηρίου της συνταγματικότητας, το βάρος είναι στην αιτήτρια να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι τα άρθρα που αναφέρονται είναι αντισυνταγματικά (βλ. Investylia Ltd v. Tαμπούρη
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1325). Η αιτήτρια επικαλείται παραβίαση και περιορισμό του δικαιώματος της για άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος από την απόφαση του διευθυντή που εκδόθηκε στη βάση των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ του Νόμου 9/65, δικαίωμα που προστατεύεται από το άρθρο 25
(1)του Συντάγματος. Εξειδικεύοντας η αιτήτρια, ως νομολογιακά όφειλε, αναφέρει ότι υπάρχει παρέμβαση στο δικαίωμα της να οργανώνει ελεύθερα και να προγραμματίζει την επιχειρηματική της δραστηριότητα με σκοπό το κέρδος, καταργεί το δικαίωμα διεκδίκησης των προς αυτήν οφειλόμενων ποσών που εξασφαλίζονται με το ΜΕΜΟ ΕΒ184/06 και ο Νόμος παραβιάζει το δικαίωμα αυτό χωρίς αιτιολόγηση. Αυτό που οι καθ'ων η αίτηση αντιπαραβάλλουν προς αμφισβήτηση των θέσεων της αιτήτριας, είναι από τη μια ότι δεν υπάρχει περιορισμός του δικαιώματος της δυνάμει του άρθρου 25 του Συντάγματος και από την άλλη ότι ακόμη και αν φανεί ότι υπάρχει επέμβαση αυτή είναι για την προστασία δικαιώματος τρίτου. Ο καθ'ου η αίτηση 1 προς επίρρωση της θέσης του παραπέμπει στην υπόθεση Lapertas Fisheries v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 335 ενώ από την καθ'ης η αίτηση 3 γίνεται παραπομπή ως προς το ζήτημα αυτό, στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ ν. Επάρχου Λεμεσού
(2002)4 Α.Α.Δ. 1033. Έχω εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις αλλά δεν είναι δυνατόν να συμμεριστώ τις εισηγήσεις της αιτήτριας, ότι τα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ την εμποδίζουν από το να οργανώνει ελεύθερα την επιχειρηματική της δραστηριότητα με σκοπό την κερδοφορία, αλλά ούτε και ότι καταργεί το δικαίωμα της διεκδίκησης των οφειλομένων. Το δικαίωμα έκαστου να ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα είναι απαραβίαστο, εκτός από τις περιπτώσεις που το εδάφιο 2 του άρθρου 25 του Συντάγματος εξαντλητικά καθορίζει. Το άρθρο 25 του Συντάγματος όμως, ως τέθηκε και στην υπόθεση Λανίτη (ανωτέρω), προστατεύει μόνο την άμεση επέμβαση στο δικαίωμα της ελεύθερης άσκησης επαγγέλματος και δεν καλύπτει την έμμεση επέμβαση. Δεν έχει εφαρμογή έναντι ρύθμισης παρεμφερών θεμάτων που δυνατόν να προκαλούν μόνο έμμεση επέμβαση στην άσκηση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει. Ως εκ τούτου κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι δεν υπάρχει παραβίαση του άρθρου 25 του Συντάγματος. Το άρθρο 23 του Συντάγματος προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Θέση της αιτήτριας είναι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά παραβίαση των άρθρων 23
(1), 23
(2)και 23
(4)του Συντάγματος αφού επιβάλλει αδικαιολόγητη στέρηση, επιβάρυνση και/ή περιορισμό στο δικαίωμα ιδιοκτησίας της αιτήτριας χωρίς απόδοση δίκαιας αποζημίωσης, περιορίζει και/ή απαλλοτριώνει το αγώγιμο δικαίωμα της αιτήτριας ως εξ αποφάσεως εξασφαλισμένου πιστωτή. Οι καθ'ων η αίτηση 1 και 3 αντιτείνουν ότι δεν υπάρχει παραβίαση ή περιορισμός του δικαιώματος με ανεπίτρεπτο τρόπο αλλά ακόμα και αν κριθεί ότι υπάρχει, αυτός τίθεται προς προστασία δικαιωμάτων τρίτου. Η καθ'ης η αίτηση 3 προσθέτει περαιτέρω ότι η εγγραφή Δικαστικής απόφασης στο κτηματολόγιο δεν δημιουργεί οποιοδήποτε περιουσιακό δικαίωμα. Αρχίζοντας από το τελευταίο, ότι δηλαδή το ΜΕΜΟ δεν αποτελεί δικαίωμα στην περιουσία, σχετική είναι η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαραλάμπους κ.ά. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.ά.
(2014)3 Α.Α.Δ. 175, όπου τέθηκαν τα εξής: «Όπως αναφέρθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας της Ελλάδος στην υπόθεση Δικηγορικός Σύλλογος Καλαμάτας κ.ά. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.ά., Υπόθ. Αρ. 1283/12, ημερ. 2.2.2012(σκέψη 30):- «Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως", καθώς και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται, κατ' αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλόμενου κράτους.» Περαιτέρω στο σύγγραμμα του Ανδρέα Ν. Λοϊζου Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας στη σελίδα 139, με παραπομπή και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το δικαίωμα που προστατεύεται από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου είναι το δικαίωμα της ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας: το δικαίωμα να έχει, χρησιμοποιεί, διαθέτει ενεχυριάζει, δανείζει, ακόμη και να καταστρέφει ένας την περιουσία του. Εγγυάται το δικαίωμα ιδιοκτησίας και προστατεύει κυρίως την απόλαυση της από επεμβάσεις του κράτους. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ερμήνευσε το άρθρο αυτό με σειρά αποφάσεων του. Η έννοια της ''περιουσίας'' στο άρθρο 1 έχει αυτόνομη σημασία η οποία, βέβαια, δεν περιορίζεται στην ιδιοκτησία υλικών αντικειμένων. Ορισμένα άλλα δικαιώματα που αποτελούν κεφάλαιο μπορούν να θεωρηθούν ''περιουσιακά δικαιώματα'', και έτσι ''ιδιοκτησία'' για τους σκοπούς του άρθρου αυτού. Περιλαμβάνει ακίνητα και κινητά, μετοχές και προνόμια ευρεσιτεχνίας όπως επίσης συμβατικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων ενοικιάσεων και δικαστικών αποφάσεων.» Αναφορά για το δικαίωμα που το άρθρο 23 του Συντάγματος διασφαλίζει γίνεται και στο σύγγραμμα του Δρος Κώστα Παρασκευά, Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο: Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες, στις σελίδες 360 και 363: «Το άρθρο 23 του Συντάγματος, που διασφαλίζει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας στην κυπριακή έννομη τάξη, περιλαμβάνει ένα αρκετά αναλυτικό και λεπτομερές πλέγμα διατάξεων που καθορίζουν τη ρύθμιση και την προστασία της ιδιοκτησίας ως συνόλου εννόμων σχέσεων που μπορούν να αποτιμηθούν χρηματικά. Η διάταξη του άρθρου 23 του Συντάγματος προστατεύει την ιδιοκτησία σε όλες τις σύγχρονες μορφές της. Στην έννοια της ιδιοκτησίας ανήκουν όλα τα περιουσιακά δικαιώματα τόσο τα εμπράγματα όσο και τα ενοχικά, ανήκουν δηλαδή όλα τα οικονομικώς αποτιμητά δικαιώματα. ..............................» «Η έννοια της περιουσίας με βάση τη νομολογία του ΕΔΑΔ είναι ευρύτατη και το ΕΔΑΔ προβαίνει, ομολογουμένως, σε μια εντυπωσιακά, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, διασταλτική ερμηνεία της έννοιας της περιουσίας. Σύμφωνα με την σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ η έννοια της περιουσίας, που προστατεύεται από το εν λόγω άρθρο, περιλαμβάνει τόσο κινητά όσο και ακίνητα.[.] Έχει νομολογηθεί πως στην έννοια των περιουσιακών στοιχείων (possession) ανήκουν.....και δικαιωμάτων που απορρέουν από δικαστικές αποφάσεις. Έτσι, στην έννοια της περιουσίας η νομολογία του ΕΔΑΔ συμπεριλαμβάνει όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα είτε απαιτήσεις αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.» Συνεπώς η Δικαστική απόφαση και τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτή, συνιστά περιουσία που προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος. Η απόφαση τώρα του διευθυντή να απαλλάξει το ακίνητο από το ΜΕΜΟ ΕΒ184/2006 και να το μεταβιβάσει επ'ονόματι της καθ'ης η αίτηση 3 συνιστά ακύρωση του εν λόγω ΜΕΜΟ με συνεπακόλουθο αποτέλεσμα τη στέρηση του συγκεκριμένου δικαιώματος ιδιοκτησίας της αιτήτριας επί του ακινήτου. Να τονισθεί εδώ ότι η αιτήτρια δεν έδωσε τη συγκατάθεση της προς τούτο. Το αντίθετο μάλιστα. Υπέβαλε ένσταση στο διευθυντή η οποία όμως απορρίφθηκε. Περαιτέρω δεν έλαβε και οποιαδήποτε δίκαιη και εύλογη αποζημίωση ως θα έπρεπε να γίνει σύμφωνα με το άρθρο 23
(3)του Συντάγματος. Οι επίδικες διατάξεις του Νόμου 9/65 δεν προνοούν για καταβολή αποζημίωσης. Η απουσία βέβαια πρόνοιας για αποζημίωση δεν οδηγεί από μόνη της σε κατάληξη αντισυνταγματικότητας. Το αποτέλεσμα όμως της απόφασης του διευθυντή είναι η αποστέρηση της εξασφάλισης που είχε η αιτήτρια επί του επίδικου ακινήτου για το εξ αποφάσεως χρέος με αποτέλεσμα να τίθεται ζήτημα πρόκλησης οικονομικής ζημιάς και πιθανώς αποζημίωσης. Θα πρέπει εδώ να υπενθυμίσω ότι ενώ η εγγραφή της Δικαστικής απόφασης έγινε στις 8/2/06, το ΠΩΕ520/16 κατατέθηκε στο κτηματολόγιο στις 26/5/16, δηλαδή σε χρόνο κατά πολύ μεταγενέστερο της εγγραφής της Δικαστικής απόφασης. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι καταρτίστηκε την 21/5/99 δεν διαφοροποιεί την κατάσταση. Σημασία έχει η χρονολογική σειρά που έλαβαν χώρα οι πιο πάνω πράξεις. Όσον αφορά τώρα τη θέση των καθ'ων η αίτηση 1 και 3 ότι και τυχόν περιορισμός, αυτός τέθηκε για την προστασία των δικαιωμάτων τρίτου προσώπου ήτοι της καθ'ης η αίτηση 3, που ήταν ο αγοραστής του ακινήτου, η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Το άρθρο 23
(3)του Συντάγματος προνοεί για το πότε μπορεί να γίνει περιορισμός του συγκεκριμένου δικαιώματος. Στην υπό κρίση περίπτωση δεν υπάρχει εισήγηση και δεν περιλαμβάνεται άλλωστε στις ενστάσεις των καθ'ων η αίτηση 1 και 3 θέση περί ύπαρξης λόγων δημόσιας ασφάλειας, ή δημοσίων ηθών, ή θέματα πολεοδομίας, ή αναπτύξεως προς προαγωγή της δημόσιας ωφελείας. Αυτό που προβάλλεται από τον καθ'ου η αίτηση 1 είναι ότι με την προτεινόμενη τροποποίηση του Νόμου επιλύεται το πρόβλημα που υπάρχει σήμερα με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων που βρίσκονται εγκλωβισμένοι παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Η δε καθ'ης η αίτηση 3 αναφέρει ότι τυχόν επέμβαση στο δικαίωμα ιδιοκτησίας, αυτή γίνεται κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό προς προστασία δικαιώματος των αγοραστών. Για το πιο πάνω ζήτημα παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (ως ήταν τότε), κας Λ.Δημητριάδου-Ανδρέου, στην Αίτηση/Έφεση Αρ.128/19 ημερομηνίας 8/12/20, μεταξύ Astrobank Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.ά, με το περιεχόμενο της οποίας συμφωνώ και υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας απόφασης: «Όσον αφορά την ανάγκη προστασίας δικαιωμάτων τρίτων προσώπων και δη των αγοραστών/Καθ΄ων η Αίτηση 3 και 4, προβάλλεται πως ο Νομοθέτης κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό παράκαμψε την σειρά προτεραιότητας των εμπραγμάτων βαρών για να επιλύσει το πρόβλημα που δημιουργήθηκε με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων οι οποίοι βρίσκονται «εγκλωβισμένοι» παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Εν πρώτοις η υπό εξέταση περίπτωση δεν αφορά παράκαμψη χρονικής προτεραιότητας αλλά συνιστά διαγραφή δικαιωμάτων του ενυπόθηκου δανειστή χωρίς την ικανοποίηση της οφειλής του και χωρίς τη συναίνεση του. Κατά δεύτερο όπως αναφέρεται στην Πρόεδρος ν. Βουλής (Αρ. 2)
(2000)3 Α.Α.Δ. 238, εναπόκειται στη Νομοθετική Εξουσία να δικαιολογεί την αναγκαιότητα περιορισμού κάποιου θεμελιώδους δικαιώματος και η όποια ρύθμιση πρέπει να είναι ανάλογη προς την τεκμηριωμένη ανάγκη. Στον Ν. 139
(1)/2015 δεν αναφέρεται οτιδήποτε. Από την Αιτιολογική Έκθεση του προκύπτει ότι σκοπός ήταν να δοθεί η ευχέρεια στον Διευθυντή να ακυρώνει υποθήκη ή γενικά εμπράγματο βάρος με περαιτέρω σκοπό τη μεταβίβαση επ΄ονόματι εγκλωβισμένου αγοραστή ο οποίος εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Συγκεκριμένα στην υπό εξέταση περίπτωση και, ως προκύπτει από την Αιτιολογική Έκθεση του υπό κρίση Νόμου[13], η ψήφιση του Νόμου 139(Ι)/2015 - ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο υποβολής και εξέτασης της αίτησης των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 - για την εισαγωγή των διατάξεων των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ στον Νόμο 9/1965 έγινε για να επιλύσει «. το πρόβλημα που υπάρχει σήμερα με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι, παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων». Στην ουσία, σκοπός του Νόμου ήταν να δοθεί η ευχέρεια στον Διευθυντή να ακυρώνει Υποθήκη ή γενικά εμπράγματο βάρος με περαιτέρω σκοπό τη μεταβίβαση επ' ονόματι του εγκλωβισμένου αγοραστή ο οποίος εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Δεν επεξηγείται, όμως, για ποιο λόγο ανάμεσα στα δύο δικαιώματα γίνεται επιλογή του δικαιώματος του αγοραστή και για ποιο λόγο δεν υπήρξε πρόνοια για αποζημίωση του ενυπόθηκου δανειστή (στην προκειμένη περίπτωση της Αιτήτριας) ο οποίος με την επίδικη απόφαση αποστερείται πλήρως του περιουσιακού του δικαιώματος επί του επίδικου ακινήτου. Αυτή η κατάσταση ουδόλως εξισορροπεί τα δύο αυτά περιουσιακά στοιχεία εφόσον εκείνο το οποίο επιτυγχάνεται είναι η διασφάλιση του δικαιώματος του αγοραστή και η διαγραφή δια παντός του δικαιώματος του ενυπόθηκου δανειστή. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η εισήγηση ότι ο περιορισμός του δικαιώματος της Αιτήτριας γίνεται για σκοπούς προστασίας δικαιωμάτων τρίτων προσώπων. Όσον αφορά την επίκληση του δημοσίου συμφέροντος, θα πρέπει να σημειωθεί πως το «δημόσιο συμφέρον» δεν συμπεριλαμβάνεται στους προβλεπόμενους στο Άρθρο 23.3 λόγους οι οποίοι θα δικαιολογούσαν περιορισμούς στην άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Όπως δε προκύπτει από την απόφαση Ολομέλειας στην Κουτσελίνη - Ιωαννίδου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Υποθ. 740/11, ημ. 7/10/14, η συνταγματικώς επιτρεπόμενη επιβολή απαραίτητων περιορισμών (στην άσκηση δικαιώματος ιδιοκτησίας) προς το συμφέρον της ανάπτυξης και χρήσης ιδιοκτησίας προς προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας, διαφέρει από τους μη επιτρεπόμενους περιορισμούς για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος[14]. Θα πρέπει δε να επισημανθεί πως ούτως ή άλλως ούτε στις επίμαχες διατάξεις του Νόμου Ν.139
(1)/2015 αλλά ούτε και στην Αιτιολογική Έκθεση αυτού περιέχεται οποιαδήποτε επίκληση και/ή προσδιορισμός λόγων «δημοσίου συμφέροντος». Αντίθετα, εκείνο το οποίο προκύπτει από την Αιτιολογική Έκθεση του Νόμου είναι ότι αυτός κατ' ουσίαν εξυπηρετεί και προστατεύει συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων - αυτή των λεγομένων «εγκλωβισμένων αγοραστών» - και όχι το σύνολο των πολιτών. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Πιτσιλλίδης κ.α ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7,«το δημόσιο συμφέρον πρέπει να εξυπηρετεί το σύνολο των πολιτών και όχι μια συγκεκριμένη τάξη πολιτών», όπως έγινε με τον Νόμο 139(Ι)/2015. Η υπόθεση James and Others v. The United Kingdom, Application Νο. 8793/1979, ημερ. 21/2/1986, στην οποία έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα ηευπαίδευτη συνήγορος του Καθ΄ου η Αίτηση 1, και πάλι δεν προσφέρει καθοδήγηση στην παρούσα περίπτωση. Αφενός αυτή αφορά στην έννοια του δημοσίου συμφέροντος και αφετέρου σημειώνει πως μηχανισμός για την αναγκαστική μεταβίβαση, με εύλογη αποζημίωση, συνιστά κατάλληλη και ανάλογη μέθοδο αναπροσαρμογής του νόμου, ενώ στην προκειμένη περίπτωση δεν γίνεται, όπως ήδη επισημάνθηκε ανωτέρω, επίκληση δημοσίου συμφέροντος και δεν προβλέπεται αποζημίωση στον ενυπόθηκο δανειστή στο πλαίσιο του μηχανισμού μεταβίβασης στον αγοραστή.» Υπάρχει επίσης η θέση ότι η αιτήτρια θα μπορούσε να μεταφέρει το ΜΕΜΟ σε άλλη ακίνητη περιουσία ιδιοκτησίας της καθ'ης η αίτηση 2, ως είχε δικαίωμα, που όμως δεν το άσκησε. Είναι γεγονός ότι τη δυνατότητα αυτή την παρέχει το άρθρο 44ΚΒ
(4)του Νόμου 9/65, το οποίο προβλέπει ότι ενυπόθηκος δανειστής ή πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος μπορεί να αιτηθεί όπως η υποθήκη ή το εμπράγματο βάρος μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του προσώπου που σε βάρος του υπάρχει υποθήκη ή εμπράγματο βάρος. Θεωρώ όμως ότι στην προκειμένη περίπτωση, πέραν του ότι δεν υπάρχει τέτοια υποχρέωση στο πρόσωπο του δανειστή, η συζήτηση περί αυτού του ζητήματος είναι εντελώς ακαδημαϊκή αφού δεν είναι δεδομένο και δεν έχει τεθεί, ότι ο πωλητής διαθέτει άλλη ακίνητη περιουσία που να εξασφαλίζει το λαβείν του πιστωτή και να είναι ελεύθερη από εμπράγματα βάρη. Περαιτέρω όμως τίθεται και ζήτημα ως προς τον τρόπο που δίδεται η εξουσία στον διευθυντή, με απόφαση του να προβεί στη μεταφορά της υποθήκης ή του εμπράγματου βάρους με τις υποδείξεις του δανειστή χωρίς να ακουστεί ο ιδιοκτήτης. Αυτό μπορεί να γίνει χωρίς μάλιστα Δικαστικό διάταγμα, αφού το άρθρο 44ΚΒ
(4)προβλέπει αίτηση να γίνεται στον διευθυντή ο οποίος και την εξετάζει. Συνεπώς κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι τα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ του Νόμου 9/65 παραβιάζουν το δικαίωμα της ιδιοκτησίας που το άρθρο 23 του Συντάγματος κατοχυρώνει. Τίθεται ως λόγος έφεσης και παραβίαση του άρθρου 26 του Συντάγματος από την προσβαλλόμενη απόφαση του διευθυντή του κτηματολογίου (βλ. λόγος έφεσης από 5(α-σ) ανωτέρω). Θέση του καθ'ου η αίτηση 1, επικαλούμενος και σχετική νομολογία με επίκεντρο την Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125, είναι ότι για λόγους δημοσίου συμφέροντος είναι εφικτό να περιορισθεί το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι. Είναι περαιτέρω εισήγηση του ότι το ΠΩΕ520/16 αποτελεί εμπράγματο βάρος επί του επίδικου ακινήτου με προορισμό την απόκτηση της κυριότητας του. Δεν υπάρχει άλλος δίκαιος, αναλογικός και πρόσφορος τρόπος να σταθμιστούν τα δύο αντικρουόμενα συμφέροντα. Η πλευρά της καθ'ης η αίτηση 3 επαναλαμβάνει τα όσα ο καθ'ου η αίτηση 1 αναφέρει για το δημόσιο συμφέρον και προβάλλει ότι το άρθρο 26 δεν έχει εφαρμογή αφού πρόκειται για εκτέλεση Δικαστικής απόφασης και τα συμβατικά δικαιώματα της αιτήτριας έχουν αναγνωριστεί δια της έκδοσης της απόφασης. Το άρθρο 26 του Συντάγματος προνοεί πως έκαστος έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως και ότι αυτό υπόκειται σε όρους ή περιορισμούς ή δεσμεύσεις τιθέμενους επί τη βάσει των γενικών αρχών του Δικαίου των Συμβάσεων. Το εν λόγω άρθρο εκτός από το δικαίωμα έκαστου για κατάρτιση και σύναψη σύμβασης περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης με την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων. Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη δεν συμβιβάζεται καταρχήν με την ελευθερία των συμβάσεων. Τα πιο πάνω αποφασίστηκαν στις Αναφορές Αρ.1/14 και 4/14, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 31/10/14 τα οποία επαναλήφθηκαν και στην Αναφορά Αρ.9/16 Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 26/1/17. Παρατίθενται τα σχετικά αποσπάσματα ως ακολούθως: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όμως, δεν παρέμεινε στατική αναφορικά με το προαναφερόμενο θέμα, αλλά εξελίχθηκε και μάλιστα προς κατεύθυνση διαφορετική από εκείνη που διατυπώθηκε στην Chimonides (ανωτέρω), από την πλειοψηφία. Στην υπόθεση Republic v. Meneleou
(1982)3 C.L.R. 419 η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξέτασε την εμβέλεια του Άρθρου 26.1 του Συντάγματος και έκαμε αναφορά, μεταξύ άλλων, στη Chimonides (ανωτέρω). Παρατήρησε ότι υπήρχαν τρεις διαφορετικές γνώμες στη Chimonides(ανωτέρω) και ότι εκείνο για το οποίο υπήρχε ομοφωνία, ως προς το Άρθρο 26.1, ήταν ότι αυτό κατοχυρώνει το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» υπό τους όρους και τις διασαφηνίσεις που περιέχονται σ' αυτό (το Άρθρο). Στην Menelaou (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι θα ήταν αντίθετο προς την κοινή λογική και τους κανόνες της δικαιοσύνης να επιτραπεί η κατεδάφιση των θεμελίων μιας συμβατικής διευθέτησης και με αυτό τον τρόπο να προκληθεί αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών. Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 Α.Α.Δ. 36 τονίστηκε και πάλι ότι, σύμφωνα με το συνταγματικό μας δίκαιο, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από τον νόμο που εξετάστηκε εκεί, δεν σχετίζονταν με οποιονδήποτε από τους περιορισμούς που επιτρέπονται από στο Άρθρο 26.1, καθότι με το νόμο εκείνο, αποστερείτο ο ένας συμβαλλόμενος της ελεύθερης επιλογής του ως προς τον προσδιορισμό του περιεχομένου της σύμβασης του και γενικότερα του καταρτισμού της σύμβασης, κατά τη βούλησή του. Ο νόμος, επομένως, σε εκείνη την περίπτωση ήταν αντισυνταγματικός. Στην πλέον πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας σε Αναφορά του Προέδρου της Δημοκρατίας, στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2011)3 Α.Α.Δ. 683 εξετάστηκε και πάλι το Άρθρο 26 του Συντάγματος και τονίστηκε ότι η έννοια του όρου «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» στις διατάξεις του Άρθρου 26.1 επιδέχεται περιορισμούς μόνο ως προς τους όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που προβλέπονται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Κρίθηκε ότι η ελευθερία του «συμβάλλεσθαι» περιλάμβανε και το δικαίωμα, των συμβαλλομένων, να καθορίσουν την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της σύμβασης τους. Σε εκείνη την υπόθεση, πρόνοια νόμου που μετέθετε την ημερομηνία έναρξης της ισχύος σύμβασης, κρίθηκε ως αντισυνταγματική. Στην προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (Δέστε την Απόφαση του Ελληνικού ΣτΕ 2944/1980 (Τμήμα Δ) και Δαγτόγλου: Συνταγματικό Δίκαιο - Ατομικά Δικαιώματα, 4η Αναθεωρημένη Έκδοση, 2012, Οικονομική Ελευθερία, παράγραφοι 1302-1303). Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται καταρχήν με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση.» Είναι σαφές από την πιο πάνω τεθείσα νομολογία ότι το δικαίωμα έκαστου πολίτη να συμβάλλεται ελεύθερα δεν επιδέχεται περιορισμούς εκτός όπου ο νόμος ορίζει. Το δικαίωμα του μάλιστα αυτό περιλαμβάνει και την ελευθερία να διαμορφώσει το περιεχόμενο και τους όρους της σύμβασης όπως ο ίδιος επιλέξει. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν βλέπω με ποιο τρόπο η προσβαλλόμενη απόφαση του διευθυντή αποτελεί επέμβαση στην ελευθερία της αιτήτριας του συμβάλλεσθαι. Η σύμβαση μεταξύ της αιτήτριας και της καθ'ης η αίτηση 2 καταρτίστηκε χωρίς να υπάρχει θέση ότι ο διευθυντής με οιονδήποτε τρόπο επηρέασε την ελεύθερη βούληση των αντισυμβαλλομένων στην κατάρτιση της. Η σύμβαση αυτή τερματίστηκε μετά από παράβαση των όρων της από την καθ'ης η αίτηση 2, αποτέλεσε τη βάση της αγωγής με αριθμό 2395/02 και στις 30/10/02 εκδόθηκε η απόφαση που η αιτήτρια στις 8/2/06 ενέγραψε επί του επίδικου ακινήτου. Η εγγραφή της απόφασης αποτελεί, σύμφωνα με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, μέτρο εκτέλεσης της απόφασης και δεν συσχετίζεται με το δικαίωμα και την βούληση των μερών προς το συμβάλλεσθαι, δικαίωμα το οποίο να παραβιάστηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση του διευθυντή. Η εγγραφή της Δικαστικής απόφασης είναι διάβημα της αιτήτριας προς εξασφάλιση του λαβείν της και η απόφαση του διευθυντή να την ακυρώσει, παραβιάζει μεν το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, ως έχει εξηγηθεί προηγουμένως, πλην όμως δεν υπεισέρχεται καθ'οιονδήποτε τρόπο στο δικαίωμα της να συμβάλλεται ελεύθερα. Ακόμα και να γίνει δεκτή η θέση ότι το δικαίωμα κάποιου να συμβάλλεται ελεύθερα καλύπτει και τον χρόνο από την κατάρτιση της συμφωνίας μέχρι και την εκτέλεση της, κάτι που δεν έχει νομολογιακά διασαφηνιστεί (βλ. Chimonides (ανωτέρω) και Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων
(1997)3 Α.Α.Δ. 36), δεν διακρίνω πώς μπορεί να επεκτείνεται και να καλύπτει την διαδικασία εκτέλεσης της Δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε και είχε ως βάση τη σύμβαση. Συνεπώς κρίνω ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση του διευθυντή δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 26 του Συντάγματος. Έχει τεθεί πιο πάνω ότι για να είναι δυνατή η εξέταση θέματος αντισυνταγματικότητας θα πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα (Πιττάρα (ανωτέρω)). Το Δικαστήριο έχει εξετάσει τις εισηγήσεις της αιτήτριας σε σχέση με τα άρθρα 23, 25, και 26 του Συντάγματος αφού οι λόγοι έφεσης, ως προς αυτά τα άρθρα, τίθενται με επάρκεια στην αίτηση και με τις απαραίτητες νομολογιακά λεπτομέρειες. Υπάρχει όμως και θέση για παραβίαση του άρθρου 28 του Συντάγματος που κατοχυρώνει την αρχή της ισότητας. Η εισήγηση αυτή της αιτήτριας τίθεται στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση. Δεν συμπεριλαμβάνεται όμως ως λόγος έφεσης αλλά ούτε και επεξηγείται καθοιονδήποτε τρόπο το τι συνιστά και πού έγκειται η παραβίαση του άρθρου 28 του Συντάγματος. Συνεπώς δεν είναι δυνατόν να εξεταστεί. Πριν την τελική κατάληξη του Δικαστηρίου θα πρέπει να γίνουν τέσσερεις επισημάνσεις για θέματα που η καθ'ης η αίτηση 3 εγείρει. Η πρώτη αφορά την θέση ότι οι ειδοποιήσεις του κτηματολογίου αναφέρονται σε ΜΕΜΟ άλλο από το επίδικο. Πέραν του γεγονότος ότι δεν επεξηγείται στην ένσταση της το ζήτημα αυτό, οι ειδοποιήσεις που το κτηματολόγιο απέστειλε, ημερομηνίας 13/11/18 και 1/5/18, τεκμήρια 1 και Α αντίστοιχα στην αίτηση, αναφέρονται στο ΜΕΜΟ ΕΒ184/06 που είναι το επίδικο. Η δεύτερη έχει σχέση με το ότι η αιτήτρια όταν υπέβαλε την ένσταση της ημερομηνίας 1/6/18, στην Ειδοποίηση Τύπου ΙΕ, που ο διευθυντής της απέστειλε, οι λόγοι που προέβαλε ήταν διαφορετικοί από τους λόγους που προβάλλει στην υπό κρίση αίτηση. Είναι γεγονός ότι στην ένσταση της στον διευθυντή η αιτήτρια προβάλλει και άλλους λόγους. Σ'αυτούς όμως περιλαμβάνεται και το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας. Η τρίτη προέρχεται από την μη αναφορά της αιτήτριας αν έχει προβεί σε μέτρα εκτέλεσης, παρά μόνο αναφέρει ότι το σημερινό υπόλοιπο ανέρχεται σε €250.000 έναντι του αρχικού εξ αποφάσεως χρέους ύψους Λ.Κ 55.877. Δεν έχει προβεί η αιτήτρια, προσθέτει η καθ'ης η αίτηση 3, σε παράθεση της πλήρους εικόνας των γεγονότων. Το Δικαστήριο στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης αυτό που εξετάζει είναι το εύλογο και η κατ'ουσίαν ορθότητα της απόφασης του διευθυντή. Το αν η αιτήτρια προχώρησε σε άλλα μέτρα εκτέλεσης προς είσπραξης του εξ αποφάσεως χρέους δεν αποτελεί και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στην παρούσα αίτηση. Τέταρτη και τελευταία επισήμανση είναι η αποδεκτότητα των καταστάσεων λογαριασμών, ως τίθεται στην αγόρευση της καθ'ης η αίτηση 3, που η αιτήτρια επισυνάπτει ως τεκμήριο Δ στην αίτηση της αφού η ομνύουσα για την αιτήτρια δεν πληρεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 22
(3)του Περί Αποδείξεως Νόμου. Η επισυνημμένη κατάσταση λογαριασμού τίθεται για να καταδείξει ότι υπάρχει χρεωστικό υπόλοιπο, κάτι που δεν αμφισβητείται εν πάση περιπτώσει και όχι- και δεν είναι δυνατόν- για να τύχει εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι έχει καταδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι τα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65, ως ετροποποιήθηκε με το Νόμο 139(Ι)/15, επί των οποίων βασίζεται η απόφαση του διευθυντή ημερομηνίας 13/11/18 και η οποία επιτρέπει την απαλλαγή του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ.41/11 τμήμα-τεμάχιο XXXXX, στην Πύλα της επαρχίας Λάρνακας, από το ΜΕΜΟ ΕΒ184/2006 παραβιάζει το άρθρο 23 του Συντάγματος και ως εκ τούτου η εν λόγω απόφαση θα πρέπει να ακυρωθεί. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η απόφαση του καθ'ου η αίτηση 1 ημερομηνίας 13/11/18 ακυρώνεται ως οι αιτούμενες θεραπείες υπό Α και Β της αίτησης. Τα έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθών η αίτηση 1 και 3. Αναφορικά με την καθ'ης η αίτηση 2, η οποία δεν έλαβε μέρος στη διαδικασία, κρίνω σωστό όπως μη εκδοθεί διαταγή για έξοδα. (Υπ.).......... Λ. Μουγής, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο