Αφορά τον Πιερίδη, Ειδοποίηση Πτώχευσης Αρ.: 4 / 2020, 26/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Μουγή, Α.Ε.Δ. Ειδοποίηση Πτώχευσης Αρ.: 4 / 2020 Εν Πτωχεύσει: Αφορά τον XXXXX Πιερίδη με Α.Δ.Τ. XXXXX96, XXXXX 4, XXXXX Λάρνακα. Οφειλέτη Αίτηση υπό XXXXX Πιερίδη, ημερομηνίας 4.12.2020 για αντεξέταση. Ημερομηνία: 26 Μαρτίου,
- Εμφανίσεις: Για Οφειλέτη-Αιτητή: κ. Κ. Χρ. Κότροφος για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής& Σία ΔΕΠΕ Για Πιστωτή-Καθ'ου η Αίτηση: Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο αιτητής-εξ αποφάσεως πιστωτής (εφεξής ο πιστωτής) καταχώρισε στις 4/2/20 την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο ειδοποίηση πτώχευσης η οποία επιδόθηκε στον καθ'ου η αίτηση-εξ αποφάσεως οφειλέτη (εφεξής ο οφειλέτης) στις 5/2/
- Ο οφειλέτης την αμέσως επόμενη ημέρα, ήτοι στις 6/2/20, καταχώρισε ένορκη δήλωση για παραμερισμό της εναντίον του καταχωρισθείσας ειδοποίησης πτώχευσης. Στις 11/2/20 καταχώρισε αίτηση εξαιτούμενος διατάγματος που να ακυρώνει την πτωχευτική ειδοποίηση που του επιδόθηκε στις 5/2/20 επικαλούμενος τα εχθρικά αισθήματα που τρέφει προς το πρόσωπο του ο πιστωτής που θέλει να τον εκθέσει και να πετύχει τον εξευτελισμό του. Ο πιστωτής καταχώρισε ένσταση στην αίτηση ημερομηνίας 11.2.2020, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση του ιδίου, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης: · Η Αίτηση του οφειλέτη, ημερομηνίας 11.02.2020 και η υποστηρίζουσα αυτήν Ένορκη Δήλωση του XXXXX Πιερίδη (η «ΕΔΔΠ 11.02.2020» και η «Μαρτυρία του Οφειλέτη» αναλόγως) είναι απαράδεκτες, προβάλλουσες απαράδεκτους ισχυρισμούς. · Η Αίτηση είναι νόμω αβάσιμη καθότι δεν συντρέχουν οι λόγοι και οι προϋποθέσεις τις οποίες θέτει η Νομοθεσία και/ή Νομολογία για παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης. · Η Αίτηση είναι ουσία αβάσιμη καθώς η Μαρτυρία του Οφειλέτη και/ή μέρος αυτής είναι απαράδεκτο και/ή περιττό και/ή άσχετο και/ή αναληθές. Ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στην ΕΔΔΠ 11.02.2020 περί του χαρακτήρα και της ηθικής του Πιστωτή είναι αναληθείς και/ή δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και/ή παραπλανητικοί και/ή επιδιώκουν το σχηματισμό παραπλανητικής και/ή εσφαλμένης εικόνας στο Δικαστήριο ως προς το ποιόν, χαρακτήρα και κοινωνική θέση του Πιστωτή. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι επίσης άσχετοι και/ή μη σχετικοί με την Ειδοποίηση Πτώχευσης και την παρούσα πτωχευτική διαδικασία και/ή ενοχλητικοί και/ή σκανδαλώδεις προς τη διαδικασία και ως τέτοιοι πρέπει να διαγραφούν και/ή αγνοηθούν και/ή μη ληφθούν υπόψη. · Η Αίτηση είναι απαράδεκτη, φέρουσα τυπικά ελαττώματα. · Η Ειδοποίηση Πτώχευσης είναι καθ' όλα νόμιμη, βάσιμη, νομότυπη και έγκυρη. Αντίθετα, η Αίτηση στερείται νομικής και/ή πραγματικής βάσης και κανένα λόγο προβάλλει που να δικαιολογεί τον παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης, ούτε και ηγέρθη από την πλευρά του Οφειλέτη οποιοδήποτε γνήσιο θέμα προς εκδίκαση ώστε η Ειδοποίηση Πτώχευσης να υπόκειται σε ακύρωση. · Η μέχρι σήμερα δικονομική συμπεριφορά του Οφειλέτη είναι καταχρηστική και/ή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και αποσκοπεί στην καθυστέρηση της εκδίκασης της παρούσας διαδικασίας, με επιζήμιες για τον Πιστωτή και τη Δικαιοσύνη συνέπειες (μεταξύ άλλων, αδικαιολόγητα έξοδα και κατασπατάληση του δικαστικού χρόνου). Στον κάθε λόγο ένστασης υπάρχει αιτιολογία προς τεκμηρίωση του η οποία δεν θεωρώ σκόπιμο να παρατεθεί στην παρούσα. Στις 4/12/20 καταχωρίστηκε από πλευράς οφειλέτη η υπό εξέταση αίτηση για αντεξέταση του πιστωτή, ενόρκως δηλούντα στην ένσταση που αφορά την αίτηση ημερομηνίας 11/2/
- Η αίτηση βασίζεται στην Δ.39, θθ.1-21 και Δ.48, θθ.1-4,8,9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση της XXXXX Κονναρή, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον οφειλέτη. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στην παράγραφο 14 (α-στ) της ένστασης του πιστωτή στην αίτηση ημερομηνίας 11/2/20, για την οποία υποβάλλεται το αίτημα για αντεξέταση. Αντιπαραβάλλει τις εν λόγω παραγράφους με το περιεχόμενο της επιστολής, που ο οφειλέτης επισυνάπτει ως τεκμήριο 1 στην αίτηση του ημερομηνίας 11/2/20, για να καταλήξει ότι με την υβριστική επιστολή του πιστωτή συνάγεται πως ουσιαστικό παράπονο του δεν είναι το εξ αποφάσεως χρέος αλλά το ότι δεν τον υιοθέτησε, τον παραμέλησε, αθέτησε υποσχέσεις συντήρησης και φροντίδας και αδίκησε αυτόν και την οικογένεια του. Όλα αυτά κατά την ενόρκως δηλούσα τείνουν να καταδείξουν πως προωθεί την διαδικασία αυτή για αλλότριους σκοπούς, ήτοι εκδικητικά για να πλήξει κοινωνικά τον οφειλέτη. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την πτωχευτική διαδικασία. Είναι γι' αυτόν τον λόγο που θα πρέπει ο πιστωτής να αντεξεταστεί επί της συγκεκριμένης παραγράφου. Ο πιστωτής-καθ'ου η αίτηση καταχώρισε ένσταση στην αίτηση ημερ.4.12.2020 για αντεξέταση, υποστηριζόμενη από δική του ένορκη δήλωση προβάλλοντας 13 συνολικά λόγους ως ακολούθως: i. Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή κακόβουλη και/ή καταχρηστική και/ή αβάσιμη και/ή κακόπιστη και/ή προωθείται για αλλότριους σκοπούς. ii. Η αίτηση είναι κατά Νόμο και κατ' ουσία αβάσιμη, είναι εκδικητική και/ή καταχωρήθηκε για σκοπούς πρόκλησης καθυστέρησης και/ή για σκοπούς εκτροχιασμού της διαδικασίας. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο έχει εξουσία να απορρίψει στο σύνολο της την αίτηση και/ή να εμποδίσει τον Αιτητή από του να προωθεί την παρούσα. iii. Η Αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα και/ή καθυστερημένα σε βαθμό που θα πρέπει δίχως άλλο να απορριφθεί καθότι αποσκοπεί στην καθυστέρηση και μόνο της όλης διαδικασίας. iv. Η στάση που επέδειξε ο Αιτητής μέχρι σήμερα καταχωρώντας σωρεία ενδιάμεσων αιτήσεων τον εμποδίζουν (estopped) από του να δικαιούται να προωθήσει την παρούσα αίτηση, δεδομένου ότι ενεργεί καταχρηστικά. v. Η Ένορκη Δήλωση επί της οποία ζητείται να αντεξετασθεί ο Καθ'ου η Αίτηση ήταν εις γνώση της άλλης πλευράς από την ημέρα της καταχώρησής της, ήτοι από τις 15/06/2020, και δεν δίδεται καμία δικαιολογία ως προς την υπέρμετρη καθυστέρηση καταχώρησης της παρούσας αίτησης. vi. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση γίνεται από γραμματειακό προσωπικό της δικηγορικής εταιρείας που εκπροσωπεί τον Αιτητή υπό περιστάσεις ανεπίτρεπτες νομικά και ως εκ τούτου θα πρέπει το δίχως άλλο να απορριφθεί. vii. Ουδεμία δικαιολογία δίδεται για ποιο λόγο ο Αιτητής δεν προβαίνει ο ίδιος σε ένορκο δήλωση. viii. Η αίτηση αυτή δεν εγείρεται μέσα στα νομικά πλαίσια και/ή πνεύμα της νομοθεσίας και του Νόμου. ix. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας καθώς και της νομολογίας που διέπουν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. x. Τα θέματα επί των οποίων μπορεί να αντεξεταστεί ένας διάδικος θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της υπόθεσης ενώ ο Αιτητής εδώ δεν καταδεικνύει κάτι τέτοιο, ούτε αναφέρει οτιδήποτε που να δείχνει ότι καθίσταται πρόδηλη η αναγκαιότητα έκδοσης του διατάγματος αντεξέτασης. xi. Το Δικαστήριο έχει ήδη ενώπιον του την απαραίτητη μαρτυρία, ήτοι των Ένορκων Δηλώσεων που βρίσκονται εντός του φακέλου του Δικαστηρίου. xii. Ο Αιτητής ενώ επιδιώκει την άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του, παρέλειψε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τους λόγους για τους οποίους η υπόθεση θα έπρεπε να ενταχθεί στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων για την οποία το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια θα μπορούσε να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. xiii. Ενόψει όλων των πιο πάνω λόγων που έχουν τεθεί η αίτηση του Αιτητή καταχωρήθηκε κακόπιστα και/ή για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας και/ή ο Αιτητής έχει καταχραστεί κάθε διαδικασία και/ή ροκανίζει τον χρόνο του Σεβαστού Δικαστηρίου και δεν δικαιολογείται στην παρούσα περίπτωση η εξάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της Αίτησης. Οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους με τον οφειλέτη να υποστηρίζει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος και με τον πιστωτή να υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο. Το Δικαστήριο, για σκοπούς της παρούσας απόφασης λαμβάνει υπόψιν του τόσο την αίτηση και την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν αντίστοιχα, όσο και τα όσα αναφέρθηκαν κατά το στάδιο των αγορεύσεων χωρίς να κρίνει αναγκαία την λεπτομερή παράθεση τους. Αναφορά θα γίνει εκεί όπου κριθεί αναγκαίο. Η αίτηση έχει σαν νομικό υπόβαθρο της την Δ.39 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που προνοεί ότι: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross examination. » Με βάση τις πρόνοιες της πιο πάνω Διαταγής, το κατά πόσο θα εκδοθεί διάταγμα αντεξέτασης ομνύσαντος, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία μπορεί να ασκηθεί ανεξάρτητα και από τυχόν συναίνεση των αντιδίκων πλευρών (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Λ. Μήλου και Π.Χατζηλοϊζου
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 280). Περαιτέρω η αίτηση θα πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1660). Θα πρέπει επίσης το αίτημα να κρίνεται σε συνάρτηση με τη φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης κάθε φορά διαδικασίας. Σχετική προς τούτο είναι η απόφαση στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κούπα ν. Πούλλας Τσαδιώτης Λτδ κ.ά., Πολ. Έφεση 312/10, ημερομηνίας 17/7/14, όπου τέθηκε ότι: «Εξάλλου στις υπό συζήτηση διαδικασίες, άδεια για αντεξέταση σπάνια δίδεται (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660 και σύγγραμμα Injunctions του David Bean, 8η έκδοση, σελ. 70-71) εφόσον στις διαδικασίες αυτές το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητουμένων γεγονότων.» Να τονισθεί εδώ βέβαια ότι η διαδικασία στην υπόθεση Κούπα (ανωτέρω), αφορούσε αμφισβήτηση σε μονομερώς εκδοθέν προσωρινό διάταγμα, διαδικασία στην οποία εξετάζεται αν συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την έκδοση ή συνέχιση της ισχύς του διατάγματος χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Πριν όμως το Δικαστήριο προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της αίτησης, θα πρέπει πρώτα να εξεταστεί η θέση του πιστωτή ότι η αίτηση είναι παράτυπη και αντινομική αφού υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση γραμματειακού προσωπικού της δικηγορικής εταιρείας που εκπροσωπεί τον οφειλέτη, χωρίς να δίδεται λόγος για τον οποίο δεν προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση. Η Δ.39 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι σε περιπτώσεις ενδιάμεσων αιτήσεων η ένορκη δήλωση μπορεί να περιλαμβάνει θέσεις και πληροφορίες εφόσον δηλώνεται από τον ενόρκως δηλούντα η πηγή της γνώσης και πληροφόρησης του. Στην υπό εξέταση αίτηση η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα από τον φάκελο της υπόθεσης που τηρεί στα πλαίσια των καθηκόντων της αλλά και από τα όσα της ανέφεραν ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση και ο οφειλέτης. Συνεπώς και εφόσον πρόκειται για ενδιάμεση αίτηση και η ενόρκως δηλούσα αναφέρει την πηγή της γνώσης της στα όσα αναφέρει, ο λόγος ένστασης κρίνεται αβάσιμος. Εξετάζοντας την υπό κρίση υπόθεση, άξονας της αίτησης του οφειλέτη για ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης είναι ότι η πτωχευτική διαδικασία προωθείται για άλλους λόγους από τους προβλεπόμενους και συγκεκριμένα για εκδίκηση του από τον πιστωτή επειδή στέρησε την περιουσία από τον τελευταίο που ο οφειλέτης τότε είχε. Αναφέρει επίσης ότι αναγκάστηκε από τον πιστωτή να δεχθεί απόφαση και αυτός την χρησιμοποιεί για να τον εκθέσει αφού γνωρίζει ότι το όνομα του είναι πολύ ψηλά και ότι μια πτώχευση για τον οφειλέτη είναι θέμα κοινωνικού εξευτελισμού. Προς επίρρωση των θέσεων του επισυνάπτει και την επιστολή, που ο πιστωτής του απέστειλε, που δείχνει το μίσος που τον διακατέχει. Η πλευρά του πιστωτή, ως έχει τεθεί προηγουμένως, απορρίπτει τις θέσεις του οφειλέτη με αναφορά με τη σειρά του στην εν λόγω επιστολή, λέγοντας ότι από το περιεχόμενο της επιστολής δεν εξάγεται το συμπέρασμα που ο οφειλέτης επικαλείται. Ισχυρίζεται δε ότι η επιστολή στάληκε με κάθε αγάπη, σεβασμό και εκτίμηση προς το πρόσωπο του οφειλέτη. Ο οφειλέτης με βάση τον Περί Πτωχεύσεως Νόμο Κεφ.5 (βλ. Άρθρο 3
(1)(ε)) και τους Περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς (βλ. Κ.41), μπορεί να καταχωρίσει, εντός τριών ημερών από την επίδοση της πτωχευτικής ειδοποίησης, ένορκη δήλωση για παραμερισμό της βασισμένη σε συγκεκριμένους λόγους. Προβλέπεται επίσης το δικαίωμα να καταχωρίσει και αίτηση για ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης για λόγους άλλους από αυτούς που προβλέπονται από τους πτωχευτικούς κανονισμούς. Το κατά πόσο τώρα έχει δικαίωμα να προωθήσει και τις δύο διαδικασίες ταυτόχρονα, δεν είναι της παρούσης. Εν πάση περιπτώσει, προκύπτει ότι ο οφειλέτης στις 6/3/20 ζήτησε άδεια από το Δικαστήριο και απέσυρε την ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 6/2/20 με αποτέλεσμα αυτή να παραμεριστεί. Η διαδικασία ακρόασης της αίτησης διεξάγεται στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων της αίτησης και ένστασης αντίστοιχα. Συνεπώς καμία εκ των δύο πλευρών δύναται να καλέσει μάρτυρα που θα καταθέσει διά ζώσης. Παρέχεται όμως το δικαίωμα για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων δυνάμει της Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Έχει αναφερθεί προηγουμένως ότι με βάση τη νομολογία, άδεια για αντεξέταση σπάνια δίδεται και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, λαμβανομένης πάντα υπόψιν της φύσης της υπόθεσης και τις ανάγκες τις συγκεκριμένης διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, ως τέθηκε ανωτέρω, ο οφειλέτης επικαλείται ως βασικό λόγο για την ακύρωση της πτωχευτικής ειδοποίησης την προώθηση της από τον πιστωτή για λόγους εκδίκησης και έκθεσης του αλλά και για εξευτελισμό του, δηλαδή για λόγους άλλους από το σκοπό της πτωχευτικής διαδικασίας. Θέση του είναι ότι αυτό προκύπτει από το περιεχόμενο της επιστολής που ο πιστωτής του απέστειλε, κάτι που ο τελευταίος αρνείται. Λόγω των αντικρουόμενων αυτών θέσεων σε συνάρτηση με τους λόγους που ο οφειλέτης επικαλείται για ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης αλλά και της φύσης της διαδικασίας που δεν προσφέρεται διά ζώσης μαρτυρία έτσι ώστε το Δικαστήριο να δύναται να την αξιολογήσει μετά από την αντεξέταση των μαρτύρων, κρίνω ότι η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στις εξαιρετικές περιπτώσεις για να δοθεί άδεια για αντεξέταση. Σε διαφορετική περίπτωση η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου υπό μορφή γραπτών ενόρκων δηλώσεων και περιέχει αντικρουόμενες θέσεις, ως ανωτέρω έχει εξηγηθεί, θα παραμείνει ως τέτοια, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην είναι δυνατόν να εξαγάγει τελικά συμπεράσματα ως προς τα επίδικα θέματα. Εγείρεται από πλευράς πιστωτή θέμα καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος. Αν και η αίτηση για ακύρωση της πτωχευτικής διαδικασίας καταχωρίστηκε στις 11/2/20, η υπό εξέταση αίτηση καταχωρίστηκε στις 4/12/20. Δεν πρέπει όμως να παραγνωριστεί το ότι υπήρξαν περιορισμοί και αναβολές της υπόθεσης λόγω της πανδημίας που διέρχεται η χώρα, με την ένσταση του πιστωτή να καταχωρείται περί τα μέσα Ιουνίου του 2020 και στην συνέχεια υπήρξε και αλλαγή του δικηγόρου του. Η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση για πρώτη φορά στις 9/12/20, με την παρούσα αίτηση να καταχωρείται στις 4/12/20. Συνεπώς δεν θεωρώ ότι υπήρξε καθυστέρηση από πλευράς οφειλέτη με σκοπό να καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης. Ούτε βέβαια είναι δυνατόν, με βάση τα πιο πάνω, να εξαχθεί το συμπέρασμα περί κακοπιστίας του αιτητή. Δεδομένων των πιο πάνω, κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα για αντεξέταση του πιστωτή στην παράγραφο 14(α-στ) της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση του. Τα έξοδα της αίτησης ως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του οφειλέτη και εναντίον του πιστωτή . Θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)........ Λ. Μουγής, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο