← Κύπρος

ΤΡΙΚΩΜΙΤΟΥ ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED κ.α., Αγωγή αρ. 1394/2013, 31/3/2021

ΤΡΙΚΩΜΙΤΟΥ ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED κ.α., Αγωγή αρ. 1394/2013, 31/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ.Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1394/2013 Μεταξύ:

  1. XXXXX ΤΡΙΚΩΜΙΤΟΥ
  2. XXXXX ΚΡΑΣΣΑΣ Ενάγοντες και
  3. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED
  4. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
  5. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ Εναγόμενοι Ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερομηνίας 17.6.2014 Μεταξύ:
  6. XXXXX ΤΡΙΚΩΜΙΤΟΥ
  7. XXXXX ΚΡΑΣΣΑΣ Ενάγοντες και
  8. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED
  9. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
  10. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ
  11. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ημερ.: 31.03.2021 Eμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Κ. Μελάς για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για να ακούσει την απόφαση κα Μ Χρυσοβαλάντω. Για την Εναγόμενη 1: κ. Κ. Στυλιανού για Τορναρίτης & Σία ΔΕΠΕ, για να ακούσει την απόφαση κ. Νίκος Μαντοβάνης. Για την Εναγόμενη 2: κ. Λ. Χατζηπέτρου για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ, για να ακούσει την απόφαση, κα Α. Σάββα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η υπό κρίση αγωγή αφορά πέντε συμφωνίες αγοράς αξιογράφων που εξέδωσε η Εναγόμενη
  12. Οι Ενάγοντες ζητούν ακύρωση των πιο πάνω συμφωνιών, αποζημιώσεις για τη ζημιά που έχουν υποστεί από την αγορά των πιο πάνω αξιογράφων, αποζημιώσεις για παράβαση εκ μέρους των Εναγόντων των προνοιών του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων Νόμου, του περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου, των Κανονισμών του ΧΑΚ και ή της Κεφαλαιαγοράς και των Οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας και επιστροφή του ποσού των ευρώ 995.000 που καταβλήθηκε από τους Ενάγοντες προς την Εναγόμενη 1 για την αγορά των συγκεκριμένων αξιογράφων, πλέον τόκους. Ζητούν επίσης δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 1 και 4 δεν δικαιούνται και ή δεν νομιμοποιούνται να απαιτήσουν από τους Ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό που πηγάζει από τρεις συμφωνίες δανείου, που είχαν συναφθεί μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης 1, την 07.05.
  13. Οι Ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησης τους προβάλλουν τη θέση ότι η Εναγόμενη 1 και ή αντιπρόσωποι και ή υπάλληλοι αυτής συνωμότησαν μεταξύ τους και κατόρθωσαν με δόλιο τρόπο, με ψευδείς παραστάσεις και αθέμιτες ενέργειες να ξεγελάσουν και ή καταδολιεύσουν και ή παραπλανήσουν αρκετά πρόσωπα να αγοράσουν αξιόγραφα κεφαλαίου αόριστης διάρκειας, τα οποία είχε εκδώσει η Εναγόμενη 1, κατά ή περί τα έτη 2008, 2009 και
  14. Μεταξύ των πιο πάνω προσώπων ήταν και οι Ενάγοντες. Η Εναγόμενη 1 παρουσίασε στους Ενάγοντες, που είναι αντρόγυνο, ότι επρόκειτο για ένα νέο αναβαθμισμένο καταθετικό σχέδιο, που θα τούς απέφερε εξασφαλισμένο επιτόκιο 7%, χρονικής διάρκειας 5 ετών, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα, που εμπεριείχαν πολλούς κινδύνους, χωρίς εξασφαλισμένο κεφάλαιο, χωρίς εξασφαλισμένη τοκοφορία, χωρίς καθορισμένη χρονική διάρκεια. Η Εναγόμενη 1 είχε μονομερές δικαίωμα εξαγοράς τους. Επιπρόσθετα, οι πιο πάνω αξίες αποτελούσαν δευτερεύουσες υποχρεώσεις της Εναγόμενης
  15. Η Εναγόμενη 1 παρουσιάσθηκε επίσης ότι ήταν κατά τον επίδικο χρόνο φερέγγυα και ότι η οικονομική της κατάσταση ήταν 'ισχυρή και ακλόνητη'. Η Εναγόμενη 1, κατά παράβαση των νομικών της υποχρεώσεων, έδωσε στους Ενάγοντες επενδυτική συμβουλή ενώ παρέλειψε να τους επεξηγήσει το περιεχόμενο των εγγράφων που υπόγραψαν για την αγορά των αξιογράφων, να τούς ενημερώσει για τους κινδύνους που αναλάμβαναν και να διασφαλίσει ότι τα συγκεκριμένα χρηματοοικονομικά μέσα ήταν συμβατά και κατάλληλα για αυτούς. Οι Ενάγοντες δεν είχαν τις απαραίτητες γνώσεις για να μπορέσουν να αξιολογήσουν από μόνοι τους και να αντιληφθούν τους κινδύνους που εμπεριέχονταν στα συγκεκριμένα χρηματοοικονομικά μέσα. Παρέλειψε επίσης να διασφαλίσει ότι τα πρόσωπα που προωθούσαν τα αξιόγραφα εκ μέρους της στους Ενάγοντες και έδιδαν επενδυτικές συμβουλές κατείχαν τα απαραίτητα πιστοποιητικά. Αρχές του 2010 η δόση του οικιστικού δανείου που είχε η Ενάγουσα 1 με την Εναγόμενη 1 δεν καλύφθηκε από τους τόκους των αξιογράφων καθότι το επιτόκιο των αξιογράφων μειώθηκε και η Εναγόμενη 1 της πρότεινε τότε να της πωλήσει αξιόγραφα του 2010 με σταθερό επιτόκιο 7% με ενέχυρο τα αξιόγραφα της του
  16. Οι Ενάγοντες αποδέχτηκαν την πιο πάνω πρόταση και σύναψαν για το σκοπό αυτό τρία δάνεια. Οι Ενάγοντες προβάλλουν επίσης τη θέση ότι η Εναγόμενη 2 άσκησε πλημμελή εποπτεία και ή έλεγχο και ή ήταν αμελής κατά την άσκηση της εποπτείας και ή των άλλων νομίμων καθηκόντων της. Παραθέτω αυτούσιες τις λεπτομέρειες επί των οποίων εδράζονται οι πιο πάνω θέσεις: «(α) Ενώ γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η τράπεζα και τον δόλιο γενικά και/ή όπως περιγράφεται αλλά και γενικά τρόπο διάθεσης των αξιογράφων, εντούτοις άφησαν και/ή επέτρεπαν και/ή αδιαφόρησαν ως προς την διάθεση των συγκεκριμένων χρηματοοικονομικών μέσων από τους εναγόμενους 1 στο κοινό και στους ενάγοντες. (β) Δεν έλαβαν τα ενδεικνυόμενα μέτρα για να ελέγξουν και/ή διασφαλίσουν ότι οι μέθοδοι προώθησης που εφαρμόζονταν κατά την διάθεση των αξιογράφων από τους εναγόμενους 1, βρίσκονταν εντός των πλαισίων των προνοιών των σχετικών Νόμων και/ή κανονισμών και/ή οδηγιών τους. (γ) Παρέλειψαν να λάβουν οποιαδήποτε και/ή τα δέοντα μέτρα έγκαιρα και/ή καθόλου, προκειμένου οι εναγόμενοι 1 να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες των σχετικών νόμων, κανονισμών και οδηγιών αναφορικά με τις διαδικασίες και/ή τρόπους προώθησης των αξιογράφων, (δ) Αδιαφόρησαν για τις δόλιες μεθόδους που μετείρχοντο οι εναγόμενοι 1, παρόλο που τις γνώριζαν και/ή όφειλαν να τις γνωρίζουν, αφήνοντας και/ή επιτρέποντας τους μεταξύ άλλων να ενεργούν ως σύμβουλοι και/ή πωλητές επενδυτικών προϊόντων.» Σε κατοπινό στάδιο, μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η αγωγή εναντίον των Εναγόμενων 3 και 4 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε ανεπιφύλακτα, οι Ενάγοντες όμως διατήρησαν το δικαίωμα τους να προωθήσουν την Υπεράσπιση και την Ανταπαίτηση τους στις αγωγές 832/16 και 798/
  17. Οι πιο πάνω αγωγές καταχωρήθηκαν από την Εναγόμενη 4 εναντίον τους και αφορούν τα δάνεια που σύναψαν για την αγορά αξιογράφων, έκδοσης του
  18. Η Εναγόμενη 1 στην Έκθεση Υπεράσπισης που καταχώρισε, αναγνωρίζει ότι εξέδωσε αξιόγραφα, τα οποία διέθεσε στο κοινό, ισχυρίζεται όμως ότι η ανάμειξη της περιορίσθηκε στην ενημέρωση διαφόρων πελατών της, ' ... χωρίς να συμβουλεύει ή να παρέχει οποιαδήποτε φύσης επενδυτικές και ή χρηματοοικονομικές και/ή άλλες συμβουλές στους πελάτες της'. Αναγνωρίζει επίσης ότι πώλησε στους Ενάγοντες τα επίδικα αξιόγραφα, ισχυρίζεται όμως ότι η Εναγόμενη 1 ουδέποτε τούς παρότρυνε να αγοράσουν τα επίδικα αξιόγραφα και δεν προέβη σε οποιεσδήποτε 'παραστάσεις' σε σχέση με την αποδοτικότητα τους. Τα αξιόγραφα παρουσιάζονταν στο Ενημερωτικό Δελτίο και Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο ως ένα προϊόν 'που περιείχε σειρά κινδύνων τα οποία ήταν σε γνώση των επενδυτών και/ή δεν παρείχε εγγύηση απόδοσης αλλά πιθανότητα'. Οι Ενάγοντες αγόρασαν τα επίδικα αξιόγραφα με δική τους 'ανάληψη ευθύνης και κινδύνου'. Οι Ενάγοντες υπέγραψαν για το σκοπό αυτό αριθμό εντύπων με τα οποία αναγνώριζαν τους σχετικούς κινδύνους. Η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται επίσης ότι ουδέν καθήκον είχε να εξηγήσει τους όρους του επενδυτικού σχεδίου στους Ενάγοντες. Απορρίπτει τη θέση που πρόβαλαν οι Ενάγοντες ότι αυτή ενήργησε δόλια με σκοπό να τους παραπλανήσει και να τους εξαπατήσει και ισχυρίζεται ότι όλες οι ενέργειες της ήταν σύμφωνες με τη νομοθεσία που διέπει το θέμα. Η Εναγόμενη 2 στην Έκθεση Υπεράσπισης που καταχώρισε, εγείρει προδικαστική ένσταση ότι δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε αιτία αγωγής εναντίον της και ότι η αγωγή είναι πρόωρη καθότι η Εναγόμενη 1 βρίσκεται σε καθεστώς εξυγίανσης. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι νομικές της υποχρεώσεις περιορίζονταν στην εποπτεία των τραπεζών και όχι στον έλεγχο 'ενός εκάστου υπαλλήλου' και/ή 'μιάς εκάστης συναλλαγής'. Αρνείται ότι επέδειξε οποιαδήποτε αδιαφορία σε σχέση με τη διάθεση οποιωνδήποτε χρηματοοικονομικών μέσων από την Εναγόμενη 1 στο κοινό και ότι παρέλειψε να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα για να ελέγξει ότι οι μέθοδοι προώθησης των αξιογράφων ήταν εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και ότι ήταν αμελής κατά τον έλεγχο της Εναγόμενης
  19. Στην Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης 2 γίνεται επίσης εκτενής αναφορά στα μέτρα που έλαβε για να διασφαλίσει ότι οι πρακτικές που εφάρμοζαν οι τράπεζες κατά την προώθηση των χρηματοοικονομικών μέσων που εξέδιδαν οι ίδιες ήταν εντός των πλαισίων του σχετικού νόμου και των οδηγιών της ιδίας. Εκ μέρους των Εναγόντων κατέθεσαν οι ίδιοι και ο XXXXX Παυλίδης, ΜΕ3, εκ μέρους της Εναγόμενης 1 κατέθεσαν οι XXXXX Γεωργίου, ΜΥ1, XXXXX Καφά, ΜΥ2 και XXXXX Σκουρουμούνης, ΜΥ3 και εκ μέρους της Εναγόμενης 2 κατέθεσε η XXXXX Αναστασίου, ΜΥ
  20. Συνοψίζω τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου. Η σύνοψη θα περιορισθεί στη μαρτυρία που σχετίζεται με τα επίδικα γεγονότα, με βάση τις δικογραφημένες θέσεις των μερών και δεν θα επεκταθεί σε μαρτυρία ή σε θέσεις οι οποίες δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα. Οι Ενάγοντες είναι, ως αναφέρω και πιο πάνω, αντρόγυνο. Η Ενάγουσα είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας ιδιωτικής σχολής και παρακολούθησε για δύο χρόνια γραμματειακές σπουδές, τις οποίες δεν ολοκλήρωσε, ενώ ο Ενάγοντας είναι απόφοιτος της Ανώτατης Εμπορικής Σχολής. Αμφότεροι δήλωσαν στο Δικαστήριο ότι δεν είχαν γνώσεις σε χρηματοοικονομικά θέματα, οι γνώσεις τους περιορίζονταν σε βασικά οικονομικά θέματα που είχαν σχέση με τη διαχείριση της οικογενειακής τους επιχείρησης, ήτοι της Αντρέας Τρικωμίτης Λτδ, στην οποία εργαζόντουσαν. Η πιο πάνω επιχείρηση ασχολείται με πωλήσεις αυτοκινήτων. Οι σχέσεις των Εναγόντων με την Εναγόμενη 1 ήταν άριστες, χρονολογούνταν για τριάντα και πλέον χρόνια και υπήρχε μεταξύ τους' μια αμοιβαία στήριξη και εμπιστοσύνη'. Οι Ενάγοντες εξυπηρετούνταν από το υποκατάστημα της Εναγόμενης 1 που βρισκόταν στη λεωφόρο XXXXX, στη Λάρνακα. Ο λειτουργός του υποκαταστήματος που τούς εξυπηρετούσε ήταν ο XXXXX Γεωργίου, ΜΥ1, με τον οποίον είχαν πολύ συχνή επαφή και τον εμπιστευόντουσαν «απόλυτα». Η Ενάγουσα κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι όταν τον Ιούνιο του 2008 έληξε το γραμμάτιο της, ύψους ευρώ 400.000, που της απέδιδε επιτόκιο ύψους 6.25%, ο υπάλληλος της Εναγόμενης 1, XXXXX Σκουρουμούνης, ΜΥ3, επικοινώνησε μαζί της και της πρότεινε 'ένα καινούργιο καταθετικό σχέδιο πενταετούς διάρκειας, που το επιτόκιο του ήταν εξίσου υψηλό περίπου 6.50% - 7% σταθερό'. Το μόνο που την ρώτησε ήταν κατά πόσο θα χρειαζόταν τα χρήματα πριν τη συμπλήρωση των πέντε ετών. Δεν την προειδοποίησε για οποιοδήποτε κίνδυνο, απλώς της σύστησε να βιαστεί καθότι 'υπήρχε ζήτηση'. Το πιο πάνω ποσό ήταν κατατεθειμένο σε κοινό λογαριασμό με τον Ενάγοντα και επρόκειτο για χρήματα που η Ενάγουσα είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της και τα προόριζαν για τα παιδιά τους. Την ίδια σύσταση έκανε και ο δεύτερος υπάλληλος της Εναγόμενης 1, XXXXX Γεωργίου, ΜΥ1, που ανέλαβε να διεκπεραιώσει όλες τις απαραίτητες διευθετήσεις. Ουδείς την πληροφόρησε για τους κινδύνους που είχε το συγκεκριμένο σχέδιο, δήλωσε δε χαρακτηριστικά ότι αν την προειδοποιούσαν σχετικά δεν υπήρχε περίπτωση να συμμετείχε στο εν λόγω σχέδιο. Οι Ενάγοντες συμφώνησαν να συμμετάσχουν στο πιο πάνω σχέδιο, με το ποσό των ευρώ 444.000 από τον κοινό τους λογαριασμό και ο Ενάγοντας με το ποσό των ευρώ 74.000, από τον προσωπικό του λογαριασμό. Στη συνέχεια προσήλθε στο γραφείο τους κάποιος υπάλληλος της Εναγόμενης 1 και τούς ζήτησε να υπογράψουν κάποιο μονοσέλιδο έντυπο της Εναγόμενης
  21. Οι Ενάγοντες υπόγραψαν στα σημεία που υπήρχαν κάποια «σταυρουδάκια», ο υπάλληλος πήρε τα έντυπα και αποχώρησε χωρίς να τούς αφήσει οποιοδήποτε αντίγραφο. Λίγες μέρες αργότερα ο XXXXX Σκουρουμούνης, ΜΥ3, τούς πληροφόρησε ότι λόγω της μεγάλης ανταπόκρισης του κοινού, το ποσό της συμμετοχής τους στο σχέδιο θα περιοριζόταν σε ευρώ 369.000 αντί σε ευρώ 444.000, από τον κοινό τους λογαριασμό και σε ευρώ 61.000 από τον προσωπικό λογαριασμό του ενάγοντα, αντί σε ευρώ 74.
  22. Ο τόκος από το σχέδιο καταβαλλόταν αρχικά κάθε τριμηνία και με αυτόν αποπληρωνόταν η δόση του στεγαστικού δανείου που είχε συνάψει η Ενάγουσα με την Εναγόμενη
  23. Αρχές του 2010, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Ενάγουσας, επικοινώνησε μαζί τους ο XXXXX Γεωργίου, ΜΥ1, που ήταν ο υπάλληλος της Εναγόμενης 1, υπεύθυνος για τους λογαριασμούς τους και τούς πληροφόρησε ότι η δόση του στεγαστικού δανείου δεν καλυπτόταν από τον τόκο και θα έπρεπε να καλύψει τη διαφορά. Η Ενάγουσα θορυβήθηκε καθότι ο XXXXX Σκουρουμούνης, ΜΥ3, τούς είχε διαβεβαιώσει ότι το επιτόκιο θα ήταν σταθερό. Ο XXXXX Γεωργίου, ΜΥ1, την καθησύχασε λέγοντας της ότι θα προσπαθούσε να βρει κάποια λύση. Τον Μάιο του 2010 επικοινώνησε μαζί της ο κ. Κουννής ανώτερο στέλεχος της Εναγόμενης 1 και την καθησύχασε και αυτός ότι θα έβρισκαν λύση στο πρόβλημα που παρουσιάστηκε. Λίγο χρόνο αργότερα επικοινώνησε πάλι μαζί τους ο XXXXX Γεωργίου, ΜΥ1 και τούς ενημέρωσε ότι είχε μιλήσει με τον κ. Κουννή και η λύση είχε βρεθεί, θα ενεχυρίαζαν και θα αντάλλαζαν τα αξιόγραφα του 2008 με τα «καλά» αξιόγραφα του 2010, που είχαν σταθερό επιτόκιο 7%. Τούς διαβεβαίωσε ότι με τον τρόπο αυτό θα καλυπτόταν η απώλεια που είχαν από τα αξιόγραφα του 2008, χωρίς να επωμισθούν οποιοδήποτε κόστος. Στη συνέχεια προσκόμισε στο γραφείο τους τα σχετικά έντυπα και τούς ζήτησε να τα υπογράψουν. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι Ενάγοντες εξαπατήθηκαν και αγόρασαν αξιόγραφα την 06.05.2010 και παράλληλα σύναψαν δάνειο ύψους ευρώ 369.000 για την αγορά των αξιογράφων του
  24. Η συμφωνία δανείου φέρει ημερομηνία 07.05.2010 και ο σκοπός του δανείου ήταν με βάση το έγγραφο που υπογράφηκε, η ανακαίνιση της οικίας της. Την ίδια ημέρα ήτοι την 06.05.2010 ο Ενάγοντας αιτήθηκε και απόκτησε αξιόγραφα του 2010, προσωπικά, αξίας ευρώ 61.000, ενεχυριάζοντας τα αξιόγραφα που κατείχε του 2008 και παράλληλα σύναψε δάνειο που φέρει ημερομηνία 07.05.
  25. Εκ των υστέρων όταν 'ξέσπασε το σκάνδαλο των αξιογράφων' οι Ενάγοντες αντιλήφθηκαν ότι από καταθέτες είχαν μετατραπεί σε κατόχους αξιογράφων. Όταν η Ενάγουσα αντιλήφθηκε ότι οι δόσεις της για το οικιστικό δάνειο που είχε συνάψει για αγορά διαμερίσματος δεν καλύπτονταν από τους τόκους των αξιογράφων αλλά διατέθηκαν για εξόφληση των δόσεων οι καταθέσεις που είχε σε τρεχούμενο λογαριασμό, ζήτησε από την Εναγόμενη 1, αρχές του 2013, να κλείσει όλους τους λογαριασμούς που διατηρούσε σε εκείνη. Παρενθετικά διευκρινίζω, για αποφυγή οποιασδήποτε σύγχισης, ότι το πιο πάνω δάνειο καμιά σχέση έχει με τα δάνεια που είχαν συναφθεί το
  26. Ο XXXXX Γεωργίου, ΜΥ1, της παρέδωσε αντίγραφα των εγγράφων που αφορούσαν τους λογαριασμούς της και τότε ήταν που αντιλήφθηκε ότι κατείχε μεταξύ άλλων και αξιόγραφα του 2009, αξίας ευρώ 135.
  27. Το ποσό των ευρώ 135.000 ήταν προηγουμένως κατατεθειμένο σε γραμμάτιο το οποίο της απέφερε επιτόκιο 6.20% ετησίως. Η ενάγουσα επισήμανε ότι στα έγγραφα που αφορούν την αγορά αξιογράφων του 2009 και του 2010 φαίνεται μια σφραγίδα με το όνομα κάποιου 'XXXXX Ιωάννου', το πρόσωπο αυτό η ενάγουσα και ο σύζυγος της δεν το γνώριζαν και αυτός ουδέποτε είχε επικοινωνήσει μαζί τους. Κατά την αντεξέταση υποβλήθηκε σε αυτή ότι λόγω της επιχείρησης της, που ασχολείτο με εισαγωγές αυτοκινήτων, αυτή ήταν σε θέση να αντιληφθεί τη διαφορά μεταξύ «αξιόγραφου» και «κατάθεσης». Η Ενάγουσα δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τους κινδύνους που εμπεριείχαν τα αξιόγραφα και ουδείς τούς προειδοποίησε σχετικά΄. Σε κάποιο άλλο στάδιο της κατάθεσης της ανέφερε ότι η ίδια θεώρησε ότι επρόκειτο για «κατάθεση» και ουδείς την προειδοποίησε ότι επρόκειτο για κάτι διαφορετικό. Παραθέτω αυτούσια τη σχετική αναφορά. « Ε. Μάλιστα. Η ερώτηση μου είναι αφού και στη μια περίπτωση με το γραμμάτιο σας πιάνατε περίπου τόσο, γιατί προτιμήσατε τα αξιόγραφα και δεν προτιμήσατε εκείνο που ξέρατε; Α. Πάλι επρόκειτο για κατάθεση. Δεν μού είπαν ότι είναι προϊόν επικίνδυνο. Δεν με προϊδέασαν ότι είναι κάτι διαφορετικό. Μού το πρότειναν σαν κατάθεση. Εγώ ήδη έπαιρνα ψηλό επιτόκιο. Δεν είχα κανένα λόγο να πάω να κάνω κάτι διαφορετικό που εμπεριέχει κινδύνους. Εάν μού έλεγαν ότι εμπεριέχει κινδύνους απλά δεν θα το έκανα.» Σε κάποιο άλλο στάδιο της αντεξέτασης της δήλωσε ότι εκείνο που της είχε λεχθεί ήταν ότι επρόκειτο για 'μια κατάθεση σε αξιόγραφα'. Τόνισε επίσης ότι κανείς δεν την προειδοποίησε για τους κινδύνους και ότι η ίδια εμπιστευόταν πλήρως την Εναγόμενη 1, την θεωρούσε ως 'τον οργανισμό που φύλαγε τα λεφτά της και ήταν ασφαλισμένα'. Η μάρτυρας απόρριψε τη θέση ότι το 2008 τής δόθηκαν το Ενημερωτικό Δελτίο και το Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο. Απόρριψε επίσης τη θέση ότι τής είχαν δοθεί τα Εμπιστευτικά Πληροφοριακά Μνημόνια και για τα αξιόγραφα έκδοσης του 2009 και έκδοσης του 2010 και ότι είχε συναντηθεί, προτού αγοράσει τα πιο πάνω αξιόγραφα, με το XXXXX Ιωάννου ο οποίος της εξήγησε τους όρους, τις προϋποθέσεις και τους κινδύνους των αξιογράφων. Παρομοίου περιεχομένου ήταν και η μαρτυρία του Ενάγοντα. Και αυτός κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι η Εναγόμενη 1 τούς εξαπάτησε και μετάτρεψε τις καταθέσεις τους σε αξιόγραφα, εν αγνοία τους. Τόνισε δε και αυτός όπως και η Ενάγουσα, ότι ουδέποτε είχαν συναντήσει τον Γιάννο Ιωάννου το όνομα του οποίου αναγράφεται στις αιτήσεις ως ο εξουσιοδοτημένος πωλητής των αξιογράφων. Ο μάρτυρας αντεξετάσθηκε επιστάμενα για τις γνώσεις του σε σχέση με μετοχές, χρεόγραφα, αξιόγραφα και καταθέσεις. Εξήγησε ότι φοίτησε όντως στην Ανώτερη Εμπορική Σχολή, αυτό όμως έγινε πριν πολλές δεκαετίες, τη χρονική περίοδο 1970 - 1974 και τη συγκεκριμένη εποχή εκείνο που διδάχθηκαν ήταν εμπορικά και λογιστικά, ο όρος 'αξιόγραφα' ως ανάφερε χαρακτηριστικά 'δεν υπήρχε τότε'. Υποβλήθηκε σε αυτόν ότι αγόραζε και πουλούσε μετοχές στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Ο ενάγοντας αναγνώρισε ότι για κάποια χρονική περίοδο κατείχε αριθμό μετοχών, δήλωσε όμως ότι δεν ήταν αυτός που αγόρασε τις μετοχές, τις είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του, το 2001, όπως και τα υπόλοιπα αδέλφια του. Ο ίδιος δεν μπορούσε να τις διαχειρισθεί καθότι δεν κατείχε το θέμα και ως εκ τούτου ανέθεσε την εργασία αυτή σε τρίτο πρόσωπο. Υποδείχθηκε στον Eνάγοντα το Τεκμήριο 5, πρόκειται για την αίτηση για την αγορά αξιογράφων του
  28. Ο Eνάγοντας αναγνώρισε την υπογραφή του επί του εγγράφου, επέμενε όμως ότι ο ίδιος ουδέποτε υπόγραψε έγγραφο, το οποίο αφορούσε αξιόγραφα. Δήλωσε εμφαντικά ότι εκείνο που υπέγραψε ήταν έγγραφο που αφορούσε ένα «νέο καταθετικό σχέδιο». Λίγο αργότερα δήλωσε ότι το έγγραφο, όταν το υπόγραψε, δεν ήταν συμπληρωμένο και λόγω της πίεσης του χρόνου, δεν είχε την ευκαιρία να το διαβάσει και να το μελετήσει. Αυτός απλώς υπόγραψε στα σημεία που τού υποδείχθηκαν από τον XXXXX Γεωργίου, ΜΥ
  29. Ασυμπλήρωτα ήταν, σύμφωνα με τον Eνάγοντα, και τα έγγραφα που τού παρουσιάσθηκαν για τη σύναψη δανείων, για την αγορά των αξιογράφων του
  30. Ισχυρίσθηκε ότι αυτός δεν είχε ανάγκη από δάνειο, 'ουδέποτε ζήτησε δάνειο και ουδέποτε έλαβε δάνειο'. Εκείνο που τούς είχε λεχθεί από τους εκπροσώπους της Εναγόμενης 1, ήταν ότι θα γινόταν ανταλλαγή των αξιογράφων του 2008 με τα αξιόγραφα του
  31. Απόρριψε και αυτός τη θέση ότι τούς είχαν δοθεί, το 2010, τα Ενημερωτικά Δελτία και τα Εμπιστευτικά Μνημόνια και ότι κάποιος XXXXX Ιωάννου τούς είχε επεξηγήσει όλους τους όρους που αφορούσαν τα συγκεκριμένα αξιόγραφα. Ήταν δε απόλυτος ότι ουδέποτε είχε συναντήσει το πιο πάνω πρόσωπο και ουδείς τούς εξήγησε για τους κινδύνους που εμπεριείχε η αγορά αξιογράφων. O Νίκος Παυλίδης, ΜΕ3, είναι οικονομολόγος, νομικός και κάτοχος μεταπτυχιακού σε χρηματοοικονομικά θέματα, συμπεριλαμβανομένου του τραπεζικού και χρηματοοικονομικού δικαίου. Εργάσθηκε στο Γραφείο του Δημόσιου Κατηγόρου στην Αυστραλία, στο νομικό τμήμα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και από το 2008 μέχρι σήμερα εργάζεται ως δικηγόρος με ειδίκευση στην παροχή νομικών υπηρεσιών που σχετίζονται με το δίκαιο της Κεφαλαιαγοράς. Κατά την περίοδο 2013 - 2015 παρείχε υπηρεσίες συμβούλου στο Σύνδεσμο Κατόχων Αξιογράφων αναφορικά με τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες των τραπεζών που αφορούν την προώθηση και τη διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων κατά την περίοδο 2007 -
  32. Ο μάρτυρας κατέθεσε σε σχέση με τα αξιόγραφα που εξέδωσε η Εναγόμενη 1, το 2008, το 2009 και το 2010 και τα χαρακτηριστικά αυτών. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, τα πιο πάνω αξιόγραφα αποτελούν 'περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα'. Προέβη στη συνέχεια σε εμπεριστατωμένη ανάλυση των Ενημερωτικών Δελτίων και του Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου του 2010 που εκδόθηκαν και αφορούν τα συγκεκριμένα αξιόγραφα. Κατέθεσε επίσης για τις υποχρεώσεις, τις διαδικασίες και τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται από τις αδειοδοτημένες οντότητες, όπως ήταν η Εναγόμενη 1, για την προστασία των επενδυτών, όταν αυτές προσφέρουν επενδυτικές υπηρεσίες και συμβουλές. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι όταν υπάρχει πρόταση για αγορά χρηματοοικονομικού προϊόντος, όπως είναι τα αξιόγραφα, ο πάροχος επενδυτικών υπηρεσιών πρέπει να αξιολογήσει την πείρα και τις γνώσεις του δυνητικού αγοραστή. Για την επίτευξη της αξιολόγησης ο τελευταίος συμπληρώνει σχετικό ερωτηματολόγιο. Αν κατά την αξιολόγηση διαφανεί ότι αυτός δεν κατέχει την αναγκαία πείρα και γνώσεις τότε πρέπει να προειδοποιηθεί για τους κινδύνους. Πρέπει παράλληλα να ικανοποιηθεί ότι το προϊόν είναι συμβατό με τον πελάτη. Ανέλυσε τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που σύμφωνα με την κρίση του πρέπει να λαμβάνονται από τις εποπτικές αρχές, στη συγκεκριμένη περίπτωση την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, όταν εποπτεύουν οντότητες που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες. Ήταν η θέση του ότι ο εποπτικός έλεγχος που ασκήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, Εναγόμενη 2 προς την Εναγόμενη 1 δεν ήταν ικανοποιητικός. Η Εναγόμενη 2 έπρεπε κατά την κρίση του να διενεργήσει επί τόπου εποπτικούς ελέγχους στα υποκαταστήματα της Εναγόμενης 1, καθότι γνώριζε' για την παροχή κινήτρων προς τα καταστήματα της Λαϊκής Τράπεζας σε σχέση με την προώθηση των επίδικων εκδόσεων ΄και΄ γνώριζε για τον δριμύ ανταγωνισμό μεταξύ των δύο τραπεζών για την άντληση κεφαλαίων από το ευρύ επενδυτικό κοινό' και παρά ταύτα δεν έκανε επιτόπιο εποπτικό έλεγχο. Εκ μέρους της Εναγόμενης 1 κατέθεσαν, ως αναφέρω και πιο πάνω, οι XXXXX Γεωργίου, ΜΥ1, XXXXX Καφά, ΜΥ2 και XXXXX Σκουρουμούνης, ΜΥ
  33. Ο XXXXX Γεωργίου, ΜΥ1, κατέχει σήμερα διευθυντική θέση στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, κατά τον επίδικο χρόνο όμως εργαζόταν στην Εναγόμενη 1 στον Τομέα Εξυπηρέτησης Εμπορικών Επιχειρήσεων. Αναγνώρισε ότι είχε συνεργαζόταν, λόγω της θέσης του με τους Ενάγοντες, που ήταν πελάτες στο υποκατάστημα όπου εργαζόταν, δήλωσε όμως ότι ήταν το πρόσωπο που 'εκτελούσε οδηγίες και ή εντολές και όχι αυτό που θα έδιδε συμβουλές'. Ουδέποτε τούς συμβούλευσε να αγοράσουν ή να επενδύσουν σε αξιόγραφα, δεν είχε την απαραίτητη γνώση για να δώσει τέτοια συμβουλή και εν πάση περιπτώσει ο ίδιος προσωπικά δεν θα είχε κανένα όφελος από την πιο πάνω πράξη. Τα έντυπα για αγορά αξιογράφων δίδονταν από πιστοποιημένους υπαλλήλους. Κατά τα έτη 2009 και 2010 πιστοποιημένοι υπάλληλοι ήταν οι Ιωάννου και Κουσιάππας. Ο μάρτυρας αναγνώρισε το γραφικό του χαρακτήρα και την υπογραφή του στις αιτήσεις για αγορά αξιογράφων του 2008 και 2009, τεκμήρια 8 και 14 αντίστοιχα. Αναγνώρισε την υπογραφή του και τον γραφικό του χαρακτήρα και στο τεκμήριο 12, πρόκειται για την αίτηση αξιογράφων του 2010 που υποβλήθηκε από τον Ενάγοντα. Συμφώνησε με τη θέση που προβλήθηκε από τους Ενάγοντες ότι είχε δημιουργηθεί κάποιο θέμα καθότι οι τόκοι από τα αξιόγραφα δεν κάλυπταν τη δόση του οικιστικού δανείου των εναγόντων, ισχυρίσθηκε όμως ότι η διευθέτηση που επιτεύχθηκε στη συνέχεια, ήτοι η αγορά επιπρόσθετων αξιογράφων του 2010, έγινε μετά που οι δύο Ενάγοντες μίλησαν με ανώτερους του, όπως ήταν οι κύριοι XXXXX Κουννής και XXXXX Λυσσάνδρου. Απέρριψε τη θέση ότι ήταν ο ίδιος που είχε προτείνει στους ενάγοντες την 'ανταλλαγή' αξιογράφων. Σε σχέση με τα δάνεια που σύναψαν οι Ενάγοντες για την αγορά των αξιογράφων του 2010, δήλωσε ότι αμφότεροι γνώριζαν ότι ο λόγος που αναγράφεται στο σχετικό έγγραφο ότι δόθηκαν τα συγκεκριμένα δάνεια, ήτοι για «ανακαίνιση οικίας» ήταν εικονικός και ότι ο πραγματικός λόγος που είχαν δοθεί ήταν για την αγορά αξιογράφων. Απόρριψε επίσης τη θέση ότι ο ίδιος 'έσπασε' το γραμμάτιο της ενάγουσας και το μετάτρεψε εν αγνοία της σε αξιόγραφα έκδοσης του
  34. Ο μάρτυρας ισχυρίσθηκε ότι οι Ενάγοντες ήταν σε θέση να ξεχωρίζουν 'χρηματιστηριακά προϊόντα από καταθετικά' και ήταν επίσης σε θέση να αντιληφθούν ότι υπέγραψαν έγγραφα που αφορούσαν τη σύναψη δανείων. Ουδείς εκ μέρους της Εναγόμενης 1 ανέφερε στους Ενάγοντες ότι οι επίδικες πράξεις αφορούσαν 'απλές καταθέσεις' , εκείνο που τούς έλεγαν σε σχέση με τα χρήματα τους ήταν ότι 'θα υπήρχε κίνδυνος να χαθούν μόνο αν κλείσει η Τράπεζα'. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δηλώσει ποιος ή ποιοι υπάλληλοι της Εναγόμενης 1 είχαν συμβουλεύσει τους Ενάγοντες να αγοράσουν αξιόγραφα, απέκλεισε όμως το ενδεχόμενο να ήταν ο υπεύθυνος του υποκαταστήματος, ο XXXXX Σκουρουμούνης, ΜΥ
  35. Ο ίδιος διεκπεραίωσε την εργασία πώλησης των αξιογράφων, αλλά δεν είχε δώσει οποιαδήποτε συμβουλή στους Ενάγοντες. Απλώς τούς ενημέρωσε ότι το συγκεκριμένο προϊόν διατίθετο από την Τράπεζα. Ο μάρτυρας αντεξετάσθηκε και για τα διάφορα χαρακτηριστικά των αξιογράφων, δεν ήταν όμως σε θέση να δώσει οποιαδήποτε θετική απάντηση. Δήλωσε δε στο Δικαστήριο ότι δεν είχε διαβάσει το Ενημερωτικό Δελτίο και το Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο. Ο XXXXX Καφά, ΜΥ2, ήταν κατά τον επίδικο χρόνο υπάλληλος της Εναγόμενης 1, ουδέποτε όμως κατείχε θέση που σχετιζόταν με την αγορά αξιογράφων. Το 2013 μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και σήμερα εργάζεται σαν σύμβουλος στο Γραφείο του Ειδικού Διαχειριστή της Τράπεζας για την διεκπεραίωση όλων των εργασιών που αφορούν την εξυγίανση της Εναγόμενης
  36. Στα καθήκοντα του περιλαμβάνεται ο χειρισμός των δικαστηριακών υποθέσεων που εκκρεμούν εναντίον της Εναγόμενης
  37. Ο μάρτυρας κλήθηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει αριθμό εγγράφων που σχετίζονται με την υπό κρίση υπόθεση. Κατέθεσε μεγάλο αριθμό τεκμηρίων που αφορούν την αγορά των αξιογράφων έκδοσης του 2008, του 2009 και του 2010, δήλωσε όμως ότι δεν κατέστη δυνατό να εντοπισθούν τα έγγραφα που αφορούσαν τους δύο Ενάγοντες και την αγορά αξιογράφων και φέρουν τους τίτλους 'Επιστολή Συναίνεσης', 'Κατηγοροποίηση Πελατών' και 'Προειδοποιητικό Μήνυμα'. Παρενθετικά επισημαίνω ότι πρόκειται τουλάχιστο για δεκαπέντε διαφορετικά έγγραφα έχοντας υπόψη ότι επρόκειτο για πέντε διαφορετικές πράξεις αγοράς αξιογράφων. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε προβλέψει για πρόνοια υπογραφής παραλαβής του Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου. Υποβλήθηκε τότε στο μάρτυρα ότι δεν υπήρχε η συγκεκριμένη πρόνοια καθότι το πιο πάνω έγγραφο δεν διδόταν στους επενδυτές. Ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν συμμετείχε στη διαδικασία πώλησης των αξιογράφων και ως εκ τούτου δεν ήταν σε θέση 'να πάρει θέση', επί του συγκεκριμένου θέματος. Ο XXXXX Σκουρουμούνης, ΜΥ3, ήταν κατά τον επίδικο χρόνο υπάλληλος της Εναγόμενης 1 και ο διευθυντής του υποκαταστήματος στη λεωφόρο Στρατηγού Τιμάγια, στη Λάρνακα. Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι οι Ενάγοντες ήταν πελάτες την μονάδας εμπορικών επιχειρήσεων της Εναγόμενης 1, που συστεγαζόταν στο ίδιο κτίριο με το υποκατάστημα της τράπεζας του οποίου ήταν διευθυντής. Το υποκατάστημα παρείχε υπηρεσίες που αφορούσαν τα ταμεία και καμιά σχέση είχε με τα αξιόγραφα. Απόρριψε δε τη θέση ότι ο ίδιος είχε εμπλακεί με οποιοδήποτε τρόπο με την προώθηση των επιδίκων αξιογράφων στους Ενάγοντες. Υπεύθυνος για τα χρηματοοικονομικά προϊόντα στη μονάδα εμπορικών επιχειρήσεων ήταν ο XXXXX Κουσιάππας. Ο μάρτυρας δεν γνώριζε το «XXXXX Ιωάννου», το όνομα του οποίου αναγράφεται στις επίδικες αιτήσεις για αγορά αξιογράφων, ανέφερε δε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «Δεν είχαμε συνάδελφο με τέτοιο όνομα κάτω στη Λάρνακα. Δεν γνωρίζω τουλάχιστον τέτοιο συνάδελφο». Ο μάρτυρας ισχυρίσθηκε μεταξύ άλλων ότι δεν γνώριζε ότι ο υπάλληλος του υποκαταστήματος, XXXXX Γεωργίου, ΜΥ1, ήταν αυτός που εξυπηρετούσε τους Ενάγοντες. Ο ίδιος, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του, δεν ασχολείτο με τα δάνεια και κατ΄ επέκταση δεν γνώριζε ότι η τράπεζα, στην οποία εργαζόταν γαι σειρά ετών και το υποκατάστημα που ο ίδιος διηύθυνε χορηγούσε δάνεια για εικονικούς σκοπούς. Αναγνώρισε ότι η διεύθυνση της Τράπεζας τούς έδιδε οδηγίες, κυρίως στους διευθυντές, με τις οποίες τούς ζητούσε όπως προωθούν τα προϊόντα της, στη συγκεκριμένη περίπτωση τα αξιόγραφα. Για την ενέργεια αυτή ελάμβαναν προμήθεια, η οποία όμως δεν ήταν χρηματική ούτε ατομική, αλλά περιλάμβανε γεύματα για όλους τους υπαλλήλους σε κάποιο εστιατόριο ή ολιγοήμερη διαμονή σε ξενοδοχείο. Διευκρίνισε όμως ότι όταν ένας πελάτης επιδείκνυε ενδιαφέρον να αγοράσει αξιόγραφα, τον παραπέμπαν στον υπάλληλο που ήταν αρμόδιος για να χειριστεί τα συγκεκριμένα προϊόντα, δεν χειριζόντουσαν το θέμα οι ίδιοι. Η XXXXX Αναστασίου, ΜΥ4, είναι κάτοχος πανεπιστημιακού πτυχίου στα Μαθηματικά και στη Στατιστική και μεταπτυχιακού σε Χρηματοοικονομικά. Κατέχει τον επαγγελματικό τίτλο ACA (Associate of Chartered Accountancy) και είναι κάτοχος του πιστοποιητικού παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Εργάσθηκε στον ελεγκτικό οίκο PWC, στην Ελληνική Τράπεζα στο τμήμα Private Banking, ενώ από το 2010 εργάζεται στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (ΚΤΚ), ήτοι στην Εναγόμενη
  38. Όταν προσλήφθηκε στην ΚΤΚ εντάχθηκε στην ομάδα που ήταν υπεύθυνη για την εποπτεία και την εφαρμογή του νόμου 144(Ι)/2007 από τις Τράπεζες. Η μάρτυρας αναφέρθηκε σε όλα τα μέτρα που έλαβε η ΚΤΚ τόσο πριν όσο και μετά τη θέσπιση του πιο πάνω Νόμου που σκοπό είχαν την ενημέρωση των Τραπεζών σε σχέση με τις υποχρεώσεις τους και τα καθήκοντα τους όταν παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες κατ΄ εφαρμογή του πιο πάνω Νόμου. Η εποπτεία των Τραπεζών, σύμφωνα πάντα με τη μάρτυρα, γίνεται με επιτόπιους ελέγχους, κατά τους οποίους ελέγχονται οι διαδικασίες και οι πολιτικές που ακολουθούνται, μέσω συνεντεύξεων των στελεχών τους και με την εξέταση των στοιχείων και των πληροφοριών που συλλέγει η ΚΤΚ από τις Τράπεζες. Για την εφαρμογή του Νόμου 144(Ι)/2007, πέραν των πιο πάνω ενεργειών, αποστάλθηκαν επιστολές και εγκύκλιοι στις Τράπεζες, διοργανώθηκαν σεμινάρια και οι λειτουργοί της ΚΤΚ ήταν σε συχνή επαφή με τις Τράπεζες. Η ΚΤΚ απέστειλε, μεταξύ άλλων, εγκύκλιο επιστολή, ημερομηνίας 15.11.2007, με την οποία έγινε επισήμανση στις Τράπεζες ότι θα έπρεπε να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες μόνο μέσω υπαλλήλων που κατείχαν πιστοποιητικό επαγγελματικής ικανότητας. Ζητήθηκε δε από τις Τράπεζες όπως της γνωστοποιήσουν στοιχεία σε σχέση με τις επενδυτικές υπηρεσίες που παρείχαν και τα στοιχεία των στελεχών τους που απασχολούνταν με αυτές τις υπηρεσίες. Η Εναγόμενη 1 συμμορφώθηκε με την πιο πάνω οδηγία εντός της καθορισθείσας ημερομηνίας. Στη συνέχεια η ΚΤΚ απέστειλε επιστολές προς όλες τις Τράπεζες με τις οποίες τους γνωστοποιούσε τη θέσπιση των Οδηγιών Κ.Δ.Π. 557/2007 και Κ.Δ.Π. 558/2007 που αφορούν την εφαρμογή του πιο πάνω Νόμου. Την 11.03.2008 αποστάλθηκε δεύτερη Εγκύκλιος επιστολή, με την οποία ζητήθηκε από όλες τις Τράπεζες που παρείχαν επενδυτικές υπηρεσίες όπως γνωστοποιήσουν στην ΚΤΚ τους μηχανισμούς που εφάρμοσαν για συμμόρφωση με συγκεκριμένα άρθρα του Νόμου 144(Ι)/2007 και των δύο πιο πάνω Οδηγιών. Την 15.05.2008 αποστάλθηκε τρίτη εγκύκλιος επιστολή προς τις Τράπεζες και την 11.12.2008 τέταρτη εγκύκλιος επιστολή και οι δύο εγκύκλιοι αφορούσαν την εφαρμογή του πιο πάνω νόμου. Η Εναγόμενη 1 συμμορφώθηκε και στις τρεις περιπτώσεις με το περιεχόμενο των πιο πάνω επιστολών και διαβίβασε τα στοιχεία που της ζητήθηκαν εντός της καθορισθείσας ημερομηνίας. Την 05.05.2010 στάλθηκε άλλη εγκύκλιος επιστολή, με την οποία ζητήθηκαν από τις Τράπεζες τα στοιχεία των προσώπων που παρείχαν επενδυτικές υπηρεσίες και την ημερομηνία που είχαν εγγραφεί στο Δημόσιο Μητρώο. Η Εναγόμενη 1 συμμορφώθηκε και με αυτή την εγκύκλιο επιστολή. Η ΚΤΚ απέστειλε στις Τράπεζες και αριθμό Οδηγών που περιείχαν κατευθυντήριες γραμμές ως προς τον τρόπο εφαρμογής του πιο πάνω Νόμου Η εποπτεία των Τραπεζών, σύμφωνα με τη μάρτυρα, ήταν συνεχής, πρόκειται, ως ανέφερε χαρακτηριστικά, για μια 'συνεχή δραστηριότητα', διευκρίνισε όμως ότι είναι αδύνατο και ανέφικτο 'ο επόπτης να βρίσκεται συνεχώς δίπλα από κάθε υπάλληλο της εποπτευόμενης τράπεζας για να ελέγχει τις ενέργειες του'. Διευκρίνισε δε ότι αυτός δεν είναι ο ρόλος του επόπτη. Στην Εναγόμενη 1 έγιναν τέσσερις επιτόπιοι έλεγχοι σε σχέση με την εφαρμογή του Νόμου 144/
  39. Ο πρώτος έγινε το Μάρτιο του 2009 στην Ελλάδα για ολόκληρο τον όμιλο, οι επόμενοι δύο κατά το 2011 και ο τέταρτος το
  40. Μέχρι και το καλοκαίρι του 2012 η ΚΤΚ δεν είχε λάβει οποιοδήποτε παράπονο από κατόχους αξιογράφων ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για παροχή επενδυτικής συμβουλής από μη πιστοποιημένο υπάλληλο της Εναγόμενης
  41. Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιο του δικαστηρίου. Με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου, προκύπτουν τα πιο κάτω αδιαμφισβήτητα γεγονότα: Η Εναγόμενη 1 προέβη στην έκδοση των πιο κάτω αξιογράφων : Α. Αξιόγραφα κεφαλαίου, αορίστου διάρκειας χωρίς ημερομηνία λήξης, ονομαστικής αξίας ευρώ 1.000 το καθένα. Εκδόθηκε Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 06.06.2008, που αναφέρει τους όρους και τα χαρακτηριστικά τους, το οποίο εγκρίθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Τα αξιόγραφα μπορούσαν να εξαγοραστούν, κατ΄ επιλογή και με πρωτοβουλία της Εναγόμενης 1, στην ονομαστική τους αξία την 31.06.2013 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου που έπετο, κατόπιν έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας. Τα αξιόγραφα θα έφεραν σταθερό ετήσιο επιτόκιο 6.5%, μόνο για τις τρεις πρώτες τριμηνιαίες περιόδους τόκου. Στη συνέχεια το επιτόκιο θα αναθεωρείτο και θα καθοριζόταν σε συνάρτηση με το επιτόκιο αναφοράς Euribor τριών μηνών. Η πληρωμή του τόκου θα μπορούσε να αναβληθεί, αν η Εναγόμενη 1 διαπίστωνε ότι η πληρωμή τόκου θα επηρέαζε την κεφαλαιακή επάρκεια της. Σε περίπτωση αναβολής καταβολής του τόκου αυτός θα καταβαλλόταν μόνο κατά την ημερομηνία εξαγοράς τους. Β. Αξιόγραφα κεφαλαίου, αορίστου διάρκειας, ονομαστικής αξίας ευρώ 1.000 το καθένα. Εκδόθηκε Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 03.07.2009, που αναφέρει τους όρους και τα χαρακτηριστικά τους. Τα αξιόγραφα μπορούσαν να εξαγοραστούν, κατ΄ επιλογή και με πρωτοβουλία της Εναγόμενης 1, στην ονομαστική τους αξία την 30.09.2014 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου που έπετο, κατόπιν έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας. Τα αξιόγραφα έφεραν σταθερό επιτόκιο 7% που ήταν καταβλητέο ανά τριμηνία. Η πληρωμή του τόκου θα μπορούσε να αναβληθεί, αν η Εναγόμενη 1 διαπίστωνε ότι η πληρωμή τόκου θα επηρέαζε την κεφαλαιακή επάρκεια της. Σε περίπτωση μη καταβολής του τόκου, η Εναγόμενη 1 μπορούσε αντί μετρητών να χορηγήσει στους κατόχους αξιογράφων μετοχές της ιδίας. Γ. Αξιόγραφα κεφαλαίου, αορίστου διάρκειας, ονομαστικής αξίας ευρώ 1.000 το καθένα. Εκδόθηκε Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο, ημερομηνίας 13.04.2010 και μεταγενέστερα Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 28.05.
  42. Τα αξιόγραφα μπορούσαν να εξαγοραστούν, κατ΄ επιλογή και με πρωτοβουλία της Εναγόμενης 1, στην ονομαστική τους αξία την 30.09.2015 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου που έπετο, κατόπιν έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας. Τα αξιόγραφα έφεραν σταθερό επιτόκιο 7% που ήταν καταβλητέο ανά τριμηνία. Η πληρωμή του τόκου θα μπορούσε να αναβληθεί, αν η Εναγόμενη 1 διαπίστωνε ότι η πληρωμή τόκου θα επηρέαζε την κεφαλαιακή επάρκεια της. Η Εναγόμενη 1 είχε δικαίωμα ακύρωσης καταβολής τόκου αν κατά την απόλυτη κρίση της διαπίστωνε ότι δεν ικανοποιούσε τη σχετική κεφαλαιακή της επάρκεια. Τα αξιόγραφα και των τριών εκδόσεων αποτελούσαν μη εξασφαλισμένες και δευτερεύουσας προτεραιότητας υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1, είχαν προτεραιότητα μόνο έναντι των μετόχων της Τράπεζας. Αποτελούσαν μέχρι το 2013, διαπραγματευόμενες αξίες στην Κεφαλαιαγορά. Κατά τον επίδικο χρόνο η Εναγόμενη 1 αποτελούσε χρηματοπιστωτικό οργανισμό και ήταν αδειοδοτημένη από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ήτοι την Εναγόμενη 2, για την παροχή συγκεκριμένων επενδυτικών υπηρεσιών με βάση τον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2007, Νόμος 144

(1)/2007, που αποτελεί εναρμονιστική νομοθεσία με τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες 2004/39/ΕΚ και 2006/73/ΕΚ. Η έκδοση των αξιογράφων και των τριών χρονολογιών εγκρίθηκαν από την Εναγόμενη 2. Η Εναγόμενη 1 κατά τον επίδικο χρόνο και μέχρι την 29/3/2013 λειτουργούσε ως Τράπεζα. Τέθηκε υπό καθεστώς εξυγίανσης το 2013 με βάση τις ΚΔΠ 94/2013 και 104/2013, αφού πωλήθηκαν οι εργασίες της δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 7
(1)(β) και 9 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου, Ν. 17(Ι)/2013, («Ν.17(Ι)/2013») όπως τροποποιήθηκε. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι η εισήγηση που προβλήθηκε από την Υπεράσπιση ότι η αγωγή καταχωρήθηκε πρόωρα καθότι η Εναγόμενη 1 βρισκόταν σε καθεστώς εξυγίανσης δεν με βρίσκει σύμφωνη. Υιοθετώ σε σχέση με το θέμα αυτό το σκεπτικό στην πρωτόδικη απόφαση του Χ. Μαλακτού Π.Ε.Δ., ως ήταν τότε στην απόφαση Χιώτη ν Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, 865/2014, 28.01.
  1. Την 29/3/2013 δυνάμει διατάγματος του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, που εκδόθηκε στη βάση του περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Διάταγμα του 2013, ΚΔΠ 104/2013[1] διατάχθηκε η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Τα επίδικα αξιόγραφα παραμένουν υποχρέωση της Εναγόμενης
  2. Οι Ενάγοντες ήταν πελάτες της Εναγόμενης 1, για τρεις περίπου δεκαετίες και εξυπηρετούνταν από το υποκατάστημα που βρισκόταν στη λεωφόρο Στρατηγού Τιμάγια στη Λάρνακα. Το εν λόγω κατάστημα γειτνίαζε με τα γραφεία της εταιρείας τους. Η επαφή τους με τους υπαλλήλους του εν λόγω καταστήματος ήταν πολύ συχνή καθότι η συνεργασία τους κάλυπτε πέραν των προσωπικών τους θεμάτων και τις εμπορικές δραστηριότητες της επιχείρησης τους. Ιδιαίτερα συχνή επαφή είχαν με το Γιώργο Γεωργίου, ΜΥ1, που ήταν ο λειτουργός εξυπηρέτησης τους. Οι Ενάγοντες διατηρούσαν τις καταθέσεις τους στο πιο πάνω υποκατάστημα της Εναγόμενης
  3. Την 25.06.2008 οι Ενάγοντες αιτήθηκαν από κοινού την αγορά αξιογράφων της Εναγόμενης 1, έκδοσης του 2008, ύψους ευρώ 444.000 και ο Ενάγοντας από μόνος του την αγορά αξιογράφων ύψους ευρώ 74.
  4. Λόγω της μεγάλης ζήτησης, η Εναγόμενη 1 τούς παραχώρησε μόνο αξιόγραφα ύψους ευρώ 369.000 στην πρώτη αίτηση και ευρώ 61.000 στη δεύτερη αίτηση. Η πληρωμή των πιο πάνω αξιογράφων έγινε με τις καταθέσεις που διατηρούσαν οι Ενάγοντες σε καταθετικούς τους λογαριασμούς στην Εναγόμενη
  5. Οι αιτήσεις για την αγορά αξιογράφων κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, πρόκειται για τα Τεκμήρια 3(α) και 5(α) αντίστοιχα. Το επόμενο έτος, το 2009, η Ενάγουσα αιτήθηκε την αγορά αξιογράφων αξίας ευρώ 135.000, η οποία εγκρίθηκε από την Εναγόμενη
  6. Η αίτηση κατατέθηκε στο Δικαστήριο, πρόκειται για το Τεκμήριο
  7. Η πληρωμή των πιο πάνω αξιογράφων έγινε με τις καταθέσεις που αυτή διατηρούσε σε καταθετικό λογαριασμό στην Εναγόμενη
  8. Την 06.05.2010 οι Ενάγοντες αιτήθηκαν από κοινού την αγορά αξιογράφων της Εναγόμενης 1, έκδοσης του 2010, ύψους 369.000 και ο Ενάγοντας από μόνος του την αγορά αξιογράφων ύψους ευρώ 61.
  9. Και οι δύο αιτήσεις εγκρίθηκαν από την Εναγόμενη
  10. Η πληρωμή των πιο πάνω αξιογράφων έγινε και στις δύο περιπτώσεις με τα ποσά που εκταμιεύθηκαν από τα δύο δάνεια που σύνηψαν οι Ενάγοντες με την Εναγόμενη
  11. Η αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας θα επικεντρωθεί στο μέρος της μαρτυρίας που συνδέεται άμεσα με τα επίδικα θέματα και θα αποφευχθεί η ενασχόληση με επιμέρους θέματα. Πέραν τούτου συνειδητά θα αποφύγω να αξιολογήσω σε βάθος τη μαρτυρία που αφορά τα δάνεια, καθότι η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 4 έχει αποσυρθεί και τα συγκεκριμένα δάνεια αποτελούν το αντικείμενο άλλων αγωγών, η εκδίκαση των οποίων εκκρεμεί ενώπιον άλλου δικαστηρίου. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες και να εξετάσω τη μαρτυρία τους. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την αντιπαράβαλα και την εξέτασα σε σχέση με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας. Η αξιολόγηση θα επικεντρωθεί στους ισχυρισμούς που κατέστησαν επίμαχοι καθότι δεν θεωρώ σκόπιμο να επεκταθώ σε ισχυρισμούς που δεν αμφισβητήθηκαν και ή που δεν σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα. Αφού εξέτασα τη μαρτυρία στο σύνολό της, κατέληξα σε ευρήματα και συμπεράσματα τα οποία παραθέτω πιο κάτω, όχι με βάση την αλληλουχία των σκέψεων μου αλλά με βάση τη σειρά η οποία κατά την κρίση μου αποτελεί την καλύτερη δομή της απόφασής μου. Οι Ενάγοντες μού έκαναν γενικά θετική εντύπωση, πρόκειται για δύο άτομα που βρίσκονται σήμερα σε δυσχερή οικονομική κατάσταση καθότι όχι μόνο έχασαν όλες τις αποταμιεύσεις τους λόγω των επενδύσεων τους σε αξιόγραφα της Εναγόμενης 1, αλλά είναι στη δυσάρεστη θέση να οφείλουν μεγάλα ποσά στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, πρώην Εναγόμενη 4, συνεπεία των δανείων που σύναψαν για την αγορά αριθμού αξιογράφων. Διέκρινα όμως ότι στην προσπάθεια τους να καταδείξουν στο Δικαστήριο ότι η Εναγόμενη 1 τούς 'ξεγέλασε', η μαρτυρία τους σε κάποια σημεία περιείχε υπερβολές και ή ανακρίβειες, ιδιαίτερα αυτή του Ενάγοντα. Κατ΄ αρχάς δέχομαι τη θέση τους ότι δεν ήταν εξοικειωμένοι με τέτοιου είδους προϊόντα, ότι δεν γνώριζαν τους κινδύνους που εμπεριείχαν τα αξιόγραφα και ότι δεν τούς εξήγησε οποιοσδήποτε πιστοποιημένος ή μη υπάλληλος της Εναγόμενης 1, τη φύση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των προϊόντων που αγόραζαν. Το μόνο που τούς λέχθηκε ήταν ότι θα έχαναν τα χρήματα τους μόνο σε περίπτωση που έκλεινε η Τράπεζα. Σχετική επί του τελευταίου στοιχείου είναι και η μαρτυρία του ΜΥ
  12. Ουδείς τους υπέβαλε ερωτήσεις για να διακριβώσει κατά πόσο κατανοούσαν τα χαρακτηριστικά της επένδυσης που προτίθεντο να κάνουν, το μόνο για το οποίο ερωτήθηκαν ήταν κατά πόσο θα χρειαζόντουσαν τα συγκεκριμένα χρήματα εντός των επόμενων πέντε ετών . Εξάλλου κανένα στοιχείο τέθηκε ενώπιο του δικαστηρίου που να δεικνύει ότι ακολουθήθηκαν οι πιο πάνω διαδικασίες. Δέχομαι, μεταξύ άλλων τη θέση τους ότι ουδέποτε γνώρισαν το Γιάννο Ιωάννου, που σύμφωνα με τα έγγραφα που κατατέθηκαν και τη θέση που τούς υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση, ήταν το πρόσωπο που τούς εξήγησε όλα όσα αφορούσαν τα αξιόγραφα. Είναι άξιο να σημειωθεί ότι ούτε καν ο υπεύθυνος του καταστήματος XXXXX Σκουρουμούνης, ΜΥ3 γνώριζε το συγκεκριμένο πρόσωπο. Χαρακτηριστική δε είναι η δήλωση του, ότι δεν υπήρχε στη Λάρνακα οποιοσδήποτε υπάλληλος με το συγκεκριμένο όνομα. Αποδεκτή είναι και η δήλωση τους ότι αν γνώριζαν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των αξιογράφων και τους κινδύνους που περιέκλειαν ουδέποτε θα συγκατατίθεντο στην αγορά τους καθότι οι καταθετικοί λογαριασμοί που είχαν, ήδη τούς απέφεραν σταθερό, ψηλό ετήσιο επιτόκιο, πέραν του 6%, σε αντίθεση με τα αξιόγραφα το επιτόκιο των οποίων δεν ήταν σταθερό και η καταβολή των τόκων δεν ήταν εξασφαλισμένη. Η πιο πάνω θέση δεν αμφισβητήθηκε καν από την Υπεράσπιση. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι η ίδια η Εναγόμενη 1 στην Υπεράσπιση της αναφέρει ότι ουδέν καθήκον είχε να προειδοποιήσει τους Ενάγοντες για τους κινδύνους που εμπεριείχαν τα αξιόγραφα. Παραθέτω αυτούσια τη σχετική παράγραφο: "8(στ) Δεν υπήρχε πέραν του ενημερωτικού δελτίου υποχρέωση για εξήγηση ενός εκάστου των όρων του επενδυτικού σχεδίου, αλλά οι Ενάγοντες όφειλαν μόνοι τους στα πλαίσια της δικαιοπρακτικής τους ικανότητας να κατανοούν όρους στους οποίους θα μετέχει και ή θα συμβληθεί και/ή έχει πρόθεση να δεσμευθεί και/ή εν πάση περιπτώσει να λάβει νομική και ή ανεξάρτητη επενδυτική συμβουλή". Αποδέχομαι επίσης τη θέση τους ότι δεν τούς δόθηκε οποιοδήποτε Ενημερωτικό Δελτίο ή Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω ότι η Εναγόμενη 1 ουδεμία θετική μαρτυρία έχει προσκομίσει σε σχέση με το θέμα αυτό. Τα όσα αναφέρθηκαν αποτελούν απλές υποθέσεις των πρώην υπαλλήλων της Εναγόμενης 1, ότι με βάση την πρακτική που ακολουθείτο έπρεπε να τούς είχαν δοθεί. Τα πιο πάνω δεν πείθουν . Έχοντας υπόψη τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο μου, καταλήγω ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν ενημερωθεί ως προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των αξιογράφων και ούτε γνώριζαν τους κινδύνους που εμπεριείχαν. Το γεγονός ότι ο Ενάγοντας αποφοίτησε από μια Ανώτερη Εμπορική Σχολή, τη δεκαετία του 1970 και η Ενάγουσα φοίτησε 1 - 2 χρόνια σε σχολή για γραμματειακές σπουδές, δεν τούς καθιστούσαν ειδήμονες επί των αξιογράφων. Ούτε η τριβή τους με διάφορες εμπορικές πράξεις κατά την ενασχόληση τους με αγοραπωλησίες οχημάτων τούς καθιστούσε γνώστες του θέματος. Το μόνο που γνώριζαν ήταν εκείνο που τούς ανέφεραν οι υπάλληλοι της Εναγόμενης 1, ΜΥ1 και ΜΥ3, ήτοι ότι δεν θα μπορούσαν να πάρουν τις καταθέσεις του πριν παρέλθουν τα πέντε χρόνια και ότι τα χρήματα τους θα χάνονταν μόνο σε περίπτωση που έκλεινε η τράπεζα, πράγμα το οποίο θεωρείτο, από το μέσο Κύπριο, απίθανο να συμβεί κατά τον επίδικο χρόνο . Αποδέχομαι επίσης τη θέση τους ότι το πρόσωπο που επικοινώνησε μαζί τους ήταν ο XXXXX Σκουρουμούνης, ΜΥ3, και αυτός τούς πρότεινε μια εναλλακτική πρόταση σε σχέση με τις αποταμιεύσεις τους, απορρίπτω όμως τη θέση τους ότι ο ΜΥ3 αναφέρθηκε σε ένα «νέο καταθετικό σχέδιο». Επισημαίνω ότι όλες οι αιτήσεις που υπέγραψαν φέρουν τον τίτλο, «ΕΝΤΥΠΟ ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ', ο τίτλος είναι γραμμένος με μεγάλους, έντονους χαρακτήρες και με κεφαλαία. Είναι δύσκολο να πιστέψω ότι ο ΜΥ3 ή οποιοσδήποτε λειτουργός της τράπεζας προωθούσε τη συγκεκριμένη επενδυτική υπηρεσία, ως ένα 'νέο καταθετικό σχέδιο' της τράπεζας, ενώ οι σχετικές αιτήσεις παρέπεμπαν σε αξιόγραφα. Απορρίπτω επίσης τη θέση του Ενάγοντα ότι όταν υπόγραψε τις αιτήσεις για την αγορά αξιογράφων έκδοσης του 2008, τα έντυπα ήταν ασυμπλήρωτα. Παρατηρώ ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν δικογραφείται καν στην Έκθεση Απαίτησης, πρόκειται κατά την άποψη μου για εκ των υστέρων σκέψεις. Εκ των υστέρων σκέψεις είναι κατά την κρίση μου και η εκδοχή τους ότι εκείνο που τούς είχε λεχθεί από τους λειτουργούς της Εναγόμενης 1 και από διευθυντικά στελέχη αυτής, ήταν ότι θα «αντάλλαζαν» τα αξιόγραφα έκδοσης του 2008, με αξιόγραφα έκδοσης του 2010 και ότι οι ίδιοι δεν θα επωμίζονταν οποιοδήποτε κόστος. Το εύλογο ερώτημα που εγείρεται είναι εφόσον επρόκειτο για «ανταλλαγή», ποιος λόγος υπήρχε να συνάψουν δάνεια για να αγοράσουν τα αξιόγραφα έκδοσης του
  13. Απορρίπτω επίσης τη θέση τους ότι τα δάνεια που είχαν συναφθεί το 2010 από τους ιδίους, έγιναν εν αγνοία τους ή ότι εν αγνοία τους ο ένας εγγυήθηκε το δάνειο του άλλου. Περιορίζομαι να επισημάνω ότι όλα τα πιο πάνω έγγραφα φέρουν τις υπογραφές τους. Απορρίπτω επίσης τη θέση της Ενάγουσας ότι τα αξιόγραφα έκδοσης του 2009 αγοράσθηκαν χωρίς η ίδια να δώσει τις σχετικές οδηγίες. Όλα τα έγγραφα που αφορούν την αγορά των πιο πάνω αξιογράφων και τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια φέρουν τις υπογραφές και τις μονογραφές της, γεγονός που από μόνο του καταρρίπτει την εκδοχή της. Ο XXXXX Παυλίδης ΜΕ3, είχε λόγω των προσόντων του και της πείρας του μεγάλη τριβή με τα αξιόγραφα και των τριών χρονολογιών που εξέδωσε η Εναγόμενη 1 και ήταν γνώστης του θέματος. Η μαρτυρία του ήταν διαφωτιστική και βοηθητική για το Δικαστήριο. Ανέλυσε με απλό και κατανοητό τρόπο τις διαδικασίες που αφορούσαν την έκδοση των αξιογράφων από την Εναγόμενη 1, την εμπλοκή της Εναγόμενης 2 στις πιο πάνω διαδικασίες και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των αξιογράφων. Η μαρτυρία του επί των πιο πάνω θεμάτων γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου. Ο μάρτυρας κατέθεσε και για τον εποπτικό ρόλο της Εναγόμενης 2 και κατά πόσο άσκησε τα καθήκοντα της, στη συγκεκριμένη περίπτωση με ικανοποιητικό τρόπο. Τα όσα ανέφερε επί του συγκεκριμένου θέματος αφορούν την προσωπική του άποψη και δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο. Περαιτέρω αναφορά και αξιολόγηση της συγκεκριμένης πτυχής της μαρτυρίας του θα γίνει σε κατοπινό στάδιο. Η μαρτυρία των τριών τραπεζικών υπαλλήλων, του XXXXX Γεωργίου, ΜΥ1, XXXXX Καφά, ΜΥ2 και XXXXX Σκουρουμούνη, ΜΥ3, δημιούργησε διάφορα ερωτήματα τα οποία παρέμειναν αναπάντητα, το κυριότερο ήταν ποιος τελικά ενημέρωσε τους Ενάγοντες για τα αξιόγραφα. Έντονη ήταν η προσπάθεια των ΜΥ1 και ΜΥ3 να ελαχιστοποιήσουν και ή ακόμη να μηδενίσουν την εμπλοκή τους στην εν λόγω υπόθεση και να απαλλαγούν οποιασδήποτε ευθύνης που αφορούσε την προώθηση και πώληση των επιδίκων αξιογράφων στους Ενάγοντες. Αμφότεροι προσπάθησαν να επιρρίψουν τις ευθύνες σε τρίτους, στους ανωτέρους τους, οι οποίοι δεν κλήθηκαν να καταθέσουν ενώπιο του Δικαστηρίου. Από τη μαρτυρία τους όμως προκύπτει ότι ήταν οι ίδιοι που αναλάμβαναν να ενημερώσουν τους πελάτες του υποκαταστήματος, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν και οι Ενάγοντες για τα αξιόγραφα, παρά το γεγονός ότι δεν είχαν καμιά κατάρτιση επί του θέματος. Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να λεχθεί ότι η θέση που προωθήθηκε από την Υπεράσπιση ήταν ότι οι Ενάγοντες ενημερώθηκαν για τα αξιόγραφα από κάποιο Γιάννο Ιωάννου, τον οποίο όμως ο ίδιος ο XXXXX Σκουρουμούνης, ΜΥ3, δήλωσε ότι δεν γνώριζε και ότι ουδείς με το όνομα 'XXXXX Ιωάννου', εργαζόταν στην Εναγόμενη 1, στη Λάρνακα, κατά τον επίδικο χρόνο. Επισημαίνω επίσης ότι ο XXXXX Ιωάννου, τον οποίο ουδείς γνώριζε, δεν κλήθηκε από την Εναγόμενη 1 να καταθέσει ενώπιο του Δικαστηρίου. Απορρίπτω, μεταξύ άλλων, τις θέσεις του XXXXX Σκουρουμούνη, ΜΥ3, ότι δεν ασχολείτο με τα δάνεια και κατ΄ επέκταση δεν γνώριζε ότι στο υποκατάστημα που ήταν ο ίδιος διευθυντής συνάπτονταν δάνεια με εικονικούς σκοπούς και ότι αγνοούσε ότι ο XXXXX Γεωργίου, ΜΥ1, υπάλληλος του υποκαταστήματος, το οποίο ο ίδιος διηύθυνε, εξυπηρετούσε τους δύο Ενάγοντες. Τα πιο πάνω ειπώθηκαν από το μάρτυρα σε μια προσπάθεια του να καταδείξει ότι καμιά ανάμιξη είχε με την εν λόγω υπόθεση. Ο XXXXX Καφά, ΜΥ2 ήταν στην ουσία τυπικός μάρτυρας καθότι καμία προσωπική ανάμειξη είχε με την πώληση αξιογράφων στους Ενάγοντες, κλήθηκε να καταθέσει τα έγγραφα που αφορούσαν την υπόθεση και περιήλθαν εκ των υστέρων στην κατοχή του. Η μαρτυρία του στην έκταση που αφορά τα έγγραφα που κατέθεσε γίνεται αποδεκτή, απορρίπτω όμως τη μαρτυρία του στην έκταση που αφορά δικές του προσωπικές υποθέσεις/απόψεις ως προς τα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν κατά την προώθηση και πώληση των επιδίκων αξιογράφων στους Ενάγοντες, εφόσον δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική γνώση του θέματος. Έντονη ήταν η προσπάθεια του να καταδείξει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ακολουθήθηκαν όλες οι ορθές διαδικασίες, ενώ δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει έστω και ένα στοιχείο που θα μπορούσε να υποστηρίξει την εκδοχή του. Υπενθυμίζω ότι με βάση τη δική του δήλωση δεν είχε εντοπίσει τρία διαφορετικά έγγραφα που αφορούν και τους δύο Ενάγοντες και την αγορά αξιογράφων και φέρουν τους τίτλους 'Επιστολή Συναίνεσης', 'Κατηγοροποίηση Πελατών' και 'Προειδοποιητικό Μήνυμα', πρόκειται στην ουσία για δεκαπέντε συνολικά έγγραφα ως εξήγησα πιο πάνω και ότι δεν διέθετε οποιοδήποτε έγγραφο που θα μπορούσε να καταδείξει ότι παραδόθηκε στους Ενάγοντες το Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε δε ότι η Εναγόμενη 1 δεν είχε προβλέψει για πρόνοια υπογραφής παραλαβής του Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου. Η μάρτυρας XXXXX Αναστασίου, ΜΥ4, μού έκανε θετική εντύπωση και η μαρτυρία στην έκταση που αφορά γεγονότα και όχι τις δικές της απόψεις και ή τη δική της ερμηνεία του Νόμου 144(Ι)/2007 γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Αποδέχομαι, μεταξύ άλλων όλα όσα αφορούν τις ενέργειες και τα μέτρα που έλαβε η ΚΤΚ για την εφαρμογή των προνοιών του Νόμου 144(Ι)/2007 και των σχετικών Κανονισμών, τα οποία στην ουσία δεν έχουν αμφισβητηθεί. Περαιτέρω αξιολόγηση κάποιων εκ των θέσεων της θα γίνει σε κατοπινό στάδιο. Η μαρτυρία που έγινε δεκτή, γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου. Κρίνω αχρείαστο να την επαναλάβω, θα ήθελα απλώς να τονίσω ότι αποτελεί εύρημα μου ότι οι Ενάγοντες δεν ενημερώθηκαν εκ των προτέρων για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους που εμπεριείχαν τα επίδικα αξιόγραφα και ουδέποτε τούς παραδόθηκε οποιοδήποτε Ενημερωτικό Δελτίο και Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο. Η προώθηση και η πώληση των επιδίκων αξιογράφων έγινε μέσω των υπαλλήλων του υποκαταστήματος στη λεωφόρο Στρατηγού Τιμάγια, στη Λάρνακα. Ουδείς εκ των πιο πάνω υπαλλήλων ήταν πιστοποιημένος με βάση τις πρόνοιες του σχετικού νόμου. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά αγορά χρηματοοικονομικών μέσων, διαδικασία που διέπεται από τις πρόνοιες του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος, Ν.144(Ι)/
  14. Με το Ν.144(Ι)/2007ενσωματώθηκαν στο Κυπριακό Δίκαιο οι πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2004/39/ΕΚ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων γνωστής και ως MiFID («MiFID»). Η εν λόγω οδηγία τέθηκε σε ισχύ την 21/4/
  15. Ο Ν.144(Ι)/2007έχει τροποποιηθεί εκτενώς μεταγενέστερα, οι αναφορές μου στον Ν.144(Ι)/2007 περιλαμβάνουν και τις τροποποιήσεις που επέφερε και ο Ν.106(Ι)/2009καθότι η περίοδος που καλύπτει τις επίδικες συναλλαγές αρχίζει τον Ιούνιο του 2008 και τελειώνει τον Οκτώβριο του
  16. Σκοπός της Ευρωπαϊκής Οδηγίας είναι η εναρμόνιση των νομοθεσιών των χωρών μελών σε θέματα ελέγχου παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Όπως φαίνεται στο προοίμιο της εν λόγω Οδηγίας, ένας από τους κύριους στόχους της είναι η προστασία των επενδυτών. Τα μέτρα προστασίας θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένα στις ιδιαιτερότητες καθεμιάς από τις διάφορες κατηγορίες επενδυτών, ιδιώτες, επαγγελματίες και αντισυμβαλλόμενοι. Στο άρθρο 3 του Ν.144(Ι)/2007 καθορίζεται το πεδίο εφαρμογής του Νόμου: 3.-
(1)Ο παρών Νόμος ρυθμίζει- (α) Την παροχή επενδυτικών και παρεπομένων υπηρεσιών καθώς και την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων σε επαγγελματική βάση στη Δημοκρατία, η δε παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών στη Δημοκρατία περιλαμβάνει- . (ii) οποιαδήποτε παροχή ή πρόταση για παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών, η οποία προέρχεται από τη Δημοκρατία ή από πρόσωπο που βρίσκεται, κατοικεί ή διαμένει στη Δημοκρατία και απευθύνεται προς πρόσωπα, τα οποία βρίσκονται, κατοικούν ή διαμένουν στη Δημοκρατία ή εκτός της Δημοκρατίας·» Στο άρθρο 2 του Ν.144(Ι)/2007 δίδεται η ερμηνεία των όρων «επενδυτικές υπηρεσίες» και «επενδυτικές δραστηριότητες»: ««επενδυτικές υπηρεσίες» και «επενδυτικές δραστηριότητες» σημαίνουν οποιεσδήποτε από τις υπηρεσίες και δραστηριότητες, αντίστοιχα, που καθορίζονται στο Μέρος Ι του Τρίτου Παραρτήματος, οι οποίες αφορούν οποιοδήποτε από τα χρηματοοικονομικά μέσα που απαριθμούνται στο Μέρος ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος». Στο Μέρος Ι του Τρίτου Παραρτήματος καθορίζεται τί συνιστά «επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες». Στον πιο πάνω όρο περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η λήψη και διαβίβαση εντολών σχετικών με ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά μέσα, η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών, η παροχή επενδυτικών συμβουλών και η αναδοχή χρηματοοικονομικών μέσων ή/και διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων με δέσμευση ανάληψης. Ο όρος «χρηματοοικονομικά μέσα» ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του πιο πάνω Νόμου. Χρηματοοικονομικά μέσα σημαίνει οποιαδήποτε από τα μέσα τα οποία καθορίζονται στο Μέρος ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος. Στο Μέρος ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος περιλαμβάνονται στον όρο χρηματοοικονομικά μέσα, μεταξύ άλλων, οι μεταβιβάσιμες κινητές αξίες και τα μέσα χρηματαγοράς. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές καταλήγω ότι τα αξιόγραφα αποτελούν χρηματοοικονομικά μέσα. Το επόμενο θέμα που θα με απασχολήσει είναι κατά πόσο τα επίδικα αξιόγραφα αποτελούσαν περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα. Στο άρθρο 17 της ΚΔΠ 558/2007, δίδεται ο ορισμός του 'μη περίπλοκου χρηματοοικονομικού μέσου' κατ΄ επέκταση ότι δεν εμπίπτει στον εν λόγω ορισμό αποτελεί 'περίπλοκο χρηματοοικονομικό μέσο': «17. Χρηματοοικονομικό μέσο μη προσδιοριζόμενο στο άρθρο 36
(1)(ε)(i) του Νόμου θεωρείται μη περίπλοκο εφόσον πληροί τα ακόλουθα κριτήρια: (α) δεν εμπίπτει στην παράγραφο (γ) του ορισμού «κινητές αξίες» του άρθρου 2
(1)του Νόμου ή στις παραγράφους 4 έως 10 του Μέρους ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος του Νόμου∙ (β) υπάρχουν συχνές ευκαιρίες διάθεσης, εξαγοράς ή ρευστοποίησής του με άλλο τρόπο, σε τιμές που είναι δημόσια διαθέσιμες στους συμμετέχοντες στην αγορά και αποτελούν είτε τιμές της αγοράς είτε τιμές που διατίθενται ή επαληθεύονται από συστήματα αποτίμησης το οποία είναι ανεξάρτητα από τον εκδότη∙ (γ) δεν συνεπάγεται για τον πελάτη καμία πραγματική ή ενδεχόμενη υποχρέωση που υπερβαίνει το κόστος απόκτησης του μέσου∙ (δ) είναι διαθέσιμες στο κοινό επαρκείς περιεκτικές πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά του που να είναι εύκολα κατανοητές, ώστε να παρέχεται στο μέσο ιδιώτη πελάτη η δυνατότητα να λάβει απόφαση βασισμένη σε σωστή ενημέρωση στο κατά πόσο, να διενεργήσει ή όχι μια συναλλαγή στο εν λόγω χρηματοοικονομικό μέσο.» Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου, σχετική είναι η μαρτυρία του Νίκου Παυλίδη, ΜΕ3, που δεν έχει αμφισβητηθεί επί του συγκεκριμένου σημείου, προκύπτει ότι στα επίδικα αξιόγραφα ενσωματώνονταν παράγωγα, των οποίων η αξία τους δεν διαμορφωνόταν αυτοτελώς αλλά ήταν συνισταμένη κάποιας άλλης υποκείμενης αξίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το παράγωγο ήταν το δικαίωμα της Εναγόμενης 1 να εξαγοράσει το αξιόγραφο μετά από μια καθορισμένη ημερομηνία ή σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία που έπετο. Επρόκειτο για δικαίωμα προαίρεσης. Πέρα τούτου η αξία των αξιογράφων εξαρτάτο από αριθμό μεταβλητών: I. Τα αξιόγραφα αποτελούσαν αξίες αορίστου διαρκείας. Η Εναγόμενη 1 δεν είχε υποχρέωση εξαγοράς τους σε συγκεκριμένο χρόνο και κατ΄ επέκταση ο κάτοχος δεν γνώριζε κατά πόσο και ή πότε θα έπαιρνε πίσω τα κεφάλαια του. II. Το ύψος και η καταβολή των τόκων υπόκειτο στη διακριτική ευχέρεια της Εναγόμενης
  1. Αν η κεφαλαιακή της επάρκεια δεν ήταν αυτή που καθορίζετο από την Κεντρική Τράπεζα είχε δικαίωμα να μη καταβάλει οποιουσδήποτε τόκους. III. Τα αξιόγραφα ήταν χρηματοοικονομικά μέσα που δεν ήταν εξασφαλισμένα με περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1 και τα δικαιώματα των κατόχων τους ήταν δευτερεύουσας προτεραιότητας. Είχαν προτεραιότητα μόνο έναντι των μετέχων της Εναγόμενης
  2. IV. Τα αξιόγραφα ήταν εισηγμένα στο ΧΑΚ και ήταν πιθανό η αξία τους να παρουσίαζε σημαντικές αυξομειώσεις. Καταλήγω ότι τα συγκεκριμένα αξιόγραφα δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των 'μη περίπλοκων χρηματοοικονομικών μέσων' αλλά στην κατηγορία των 'περίπλοκων χρηματοοικονομικών μέσων'. Μια άλλη σημαντική πτυχή του Νόμου και της ΚΔΠ 558/2007, που είναι μια εκ των Οδηγιών που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου για την επαγγελματική συμπεριφορά των τραπεζών όταν παρέχουν επενδυτικές ή άλλες παρεπόμενες υπηρεσίες, είναι η ανάγκη παροχής σε υφιστάμενους και πιθανούς πελάτες σωστής πληροφόρησης. Οι πληροφορίες που παρέχονται πρέπει να είναι ακριβείς, επαρκείς, να μη αποκρύβουν ή συγκαλύπτουν σημαντικά στοιχεία και να γίνεται γενική περιγραφή της φύσης και των κινδύνων των χρηματοοικονομικών μέσων, λαμβάνοντας υπόψη την κατηγοριοποίηση του πελάτη, ως ιδιώτη ή επαγγελματία πελάτη. Σχετικές είναι οι πρόνοιες των κανονισμών 6 και 10 της ΚΔΠ 558/2007, όπου δίδονται λεπτομερείς οδηγίες στις τράπεζες σε σχέση με τον τρόπο που να πρέπει να ενημερώνουν τους πελάτες τους. Ποιος θεωρείται «ιδιώτης» και ποιος «επαγγελματίας» πελάτης καθορίζεται ρητά στο Νόμο. Στην υπό κρίση υπόθεση καμιά μαρτυρία έχει τεθεί από την Εναγόμενη 1 σε ποια κατηγορία είχαν εντάξει τους Ενάγοντες, ούτε καν κατά πόσο στην περίπτωση τους έγινε η πιο πάνω διεργασία. Η Εναγόμενη 1 είχε παράλληλα υποχρέωση δυνάμει του Νόμου, προτού διαθέσει οποιαδήποτε χρηματοοικονομικά μέσα σε ενδιαφερόμενους επενδυτές, να ελέγξει κατά πόσο τα συγκεκριμένα μέσα ήταν συμβατά με αυτούς, ήτοι ότι αυτοί λόγω της πείρας και των προσόντων τους ήταν σε θέση να κατανοήσουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, συμπεριλαμβανομένων και των κινδύνων. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι συνήθης πρακτική οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές να συμπληρώνουν ένα ερωτηματολόγιο για να αξιολογείται η κατάρτιση τους. Σχετική επί του θέματος είναι η μαρτυρία του ΜΕ3 η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί επί του συγκεκριμένου θέματος. Σε περίπτωση που το χρηματοοικονομικό μέσο δεν είναι συμβατό με τον ενδιαφερόμενο επενδυτή, ο λειτουργός της Τράπεζας θα πρέπει να τον ενημερώσει σχετικά και να τον προειδοποιήσει για τις συνέπειες σε περίπτωση που αυτός επιμένει να προχωρήσει με την αγορά του συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου. Πέραν της συμβατότητας η Τράπεζα έχει καθήκον να αξιολογήσει κατά πόσο το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο είναι κατάλληλο για το συγκεκριμένο πελάτη. Κατά την αξιολόγηση λαμβάνονται υπόψη μεταξύ άλλων η οικονομική κατάσταση του πελάτη και οι επενδυτικοί του στόχοι. Και σε αυτή την περίπτωση αποτελεί συνήθης πρακτική ο ενδιαφερόμενος επενδυτής να συμπληρώνει σχετικό ερωτηματολόγιο. Η ανάγκη αξιολόγησης της συμβατότητας και της καταλληλότητας προνοείται ρητά από το άρθρο 36 του Νόμου 144(Ι)/
  3. Το συγκεκριμένο άρθρο κάνει αναφορά στις υποχρεώσεις των ΚΕΠΕΥ (Κυπριακές Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών), οι πρόνοιες του όμως δεν εφαρμόζονται μόνο σε σχέση με τις ΚΕΠΕΥ αλλά και σε σχέση με τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως ήταν η Εναγόμενη
  4. Σχετικό επί τούτου είναι το άρθρο 120 όπου γίνεται ρητή αναφορά στα άρθρα του Νόμου που εφαρμόζονται και σε σχέση με τα πιστωτικά ιδρύματα. Στο άρθρο 36
(1)του Ν.144(Ι)/2007, γίνεται ρητή αναφορά στο καθήκον του παρόχου επενδυτικών υπηρεσιών να ενεργεί δίκαια, με εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών του. Στις υποπαραγράφους (γ) και (δ) του ιδίου άρθρου, 36
(1), γίνεται ρητή αναφορά στις αρχές με τις οποίες πρέπει να συμμορφώνεται ο παρόχου, όταν εξετάζει θέματα συμβατότητας και καταλληλότητας : « .. (γ) η ΚΕΠΕΥ οφείλει, όταν παρέχει επενδυτικές συμβουλές ή διαχειρίζεται χαρτοφυλάκια πελατών, να αντλεί τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του πελάτη ή του πιθανού πελάτη στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο χρηματοοικονομικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με την οικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς του στόχους ώστε να του συστήσει τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοοικονομικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωσή του· (δ) η ΚΕΠΕΥ οφείλει, όταν παρέχει άλλες επενδυτικές υπηρεσίες πλην των προβλεπόμενων στην παράγραφο (γ), να ζητεί από τον πελάτη ή τον πιθανό πελάτη να δίνει πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοοικονομικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορεί η ΚΕΠΕΥ να εκτιμήσει κατά πόσο η προτεινόμενη επενδυτική υπηρεσία ή χρηματοοικονομικό μέσο είναι συμβατό με αυτόν· εφόσον η ΚΕΠΕΥ κρίνει, βάσει των πληροφοριών που έχει λάβει σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, ότι η επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοοικονομικό μέσο δεν είναι συμβατό με τον πελάτη ή τον πιθανό πελάτη, οφείλει να τον προειδοποιήσει περί τούτου, η δε γνωστοποίηση δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή· αν ο πελάτης ή ο πιθανός πελάτης δεν παράσχει τις πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του, ή παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, η ΚΕΠΕΥ οφείλει να τον προειδοποιήσει ότι η παράλειψή του αυτή δεν της επιτρέπει να κρίνει κατά πόσο η σκοπούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το σκοπούμενο χρηματοοικονομικό μέσο είναι συμβατό με αυτόν· η γνωστοποίηση αυτή δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή· Στην ΚΔΠ 558/2007 και συγκεκριμένα στους κανονισμούς 14 και 16, καταγράφεται με λεπτομέρεια η διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθηθεί από τον πάροχο κατά την αξιολόγηση του πελάτη. Για να τύχουν εφαρμογής οι πιο άνω πρόνοιες στην υπό κρίση υπόθεση το δικαστήριο θα πρέπει κατ΄ αρχάς να ικανοποιηθεί ότι η Εναγόμενη 1 παρείχε στους Ενάγοντες «επενδυτική συμβουλή» στους Ενάγοντες, δυνάμει του άρθρου 36
(1)(γ). Υπενθυμίζω ότι η αξίωση των Εναγόντων έχει ως βάση την «επενδυτική συμβουλή». Στο άρθρο 2 του Ν.144(Ι)/2007, η «επενδυτική συμβουλή» ορίζεται ως ακολούθως: «επενδυτική συμβουλή» σημαίνει την παροχή προσωπικών συστάσεων σε πελάτη, είτε κατόπιν αίτησής του είτε με πρωτοβουλία της ΕΠΕΥ, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοοικονομικά μέσα∙ για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού, προσωπική σύσταση σημαίνει σύσταση που - (α) Δίνεται σε ένα πρόσωπο υπό την ιδιότητα του ως υφιστάμενου ή πιθανού πελάτη, ή υπό την ιδιότητα του ως αντιπροσώπου υφιστάμενου ή πιθανού πελάτη, (β) παρουσιάζεται ως κατάλληλη για τον πελάτη ή βασίζεται στις ιδιαιτερότητες του πελάτη και συμβουλεύει τον πελάτη για τη διενέργεια ενός από τα ακόλουθα σύνολα ενεργειών: (
  1. i)αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, εξαγορά, διακράτηση ή αναδοχή συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου, (
  2. ii)άσκηση ή μη άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος που παρέχει συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό μέσο για την αγορά, πώληση, εγγραφή, ανταλλαγή, ή εξαγορά χρηματοοικονομικού μέσου, αλλά δεν περιλαμβάνει σύσταση που εκδίδεται αποκλειστικά μέσω καναλιού επικοινωνίας ή απευθύνεται στο κοινό». Στρεφόμενη στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης επισημαίνω ότι αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το 2008 ήταν οι λειτουργοί της Εναγόμενης 1 που προσέγγισαν τους Ενάγοντες και τους ενημέρωσαν ότι θα μπορούσαν να αγοράσουν αξιόγραφα αντί να συνεχίσουν να διατηρούν τα κεφάλαια τους σε καταθετικούς λογαριασμούς. Τούς ρώτησαν κατά πόσο θα χρειαζόντουσαν τα χρήματα κατά τα επόμενα έτη και όταν οι Ενάγοντες τούς απάντησαν αρνητικά, αυτοί τούς σύστησαν να επενδύσουν σε αξιόγραφα. Ο XXXXX Γεωργίου ΜΥ1 τούς διαβεβαίωσε δε, ότι θα έχαναν τα κεφάλαια τους, αυτό θα συνέβαινε μόνο στην περίπτωση που θα έκλεινε η τράπεζα, υπονοώντας εμμέσως πλην σαφώς ότι αυτό θα συνέβαινε μόνο σε απίθανη περίπτωση και κατ΄ επέκταση ότι τα κεφάλαια τους ήταν εξασφαλισμένα. Σε σχέση με τα αξιόγραφα του 2009 δεν μπορώ να καταλήξω με θετικό τρόπο τί έλαβε χώρα, υπενθυμίζω ότι η θέση της Ενάγουσας ότι ήταν εν αγνοία τους που αγοράστηκαν τα αξιόγραφα δεν έγινε αποδεκτή. Ενόψει τούτου κρίνω ότι η θέση της, με βάση τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης ότι έλαβε επενδυτική συμβουλή για την αγορά των πιο πάνω αξιογράφων, δεν έχει στοιχειοθετηθεί με αποδεκτή μαρτυρία. Αναφορικά με τα αξιόγραφα του 2010 αποτελεί κατάληξη μου, με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιο μου και δεν έχει αμφισβητηθεί, ότι οι Ενάγοντες αγόρασαν τα αξιόγραφα μετά από σύσταση των λειτουργών της Εναγόμενης 1 ότι τα αξιόγραφα θα απέφεραν σταθερούς τόκους και οι τόκοι αυτοί θα κάλυπταν τις δόσεις του στεγαστικού τους δανείου. . Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω καταλήγω ότι η Εναγομένη 1 παρείχε στους Ενάγοντες επενδυτικές συμβουλές, σε σχέση με τα αξιόγραφα του 2008 και του 2010, δυνάμει του Ν.144(Ι)/2007. Αποτελεί επίσης κατάληξη μου ότι η Εναγόμενη 1 είχε νομικό καθήκον να προβεί σε αξιολόγηση των Εναγόντων, ως την ανέλυσα πιο πάνω, συμμορφούμενη με τις πρόνοιες του άρθρου 36 του νόμου της ΚΔΠ 558/2007, Κανονισμούς 14 και 16, προτού παράσχει στους Ενάγοντες οποιανδήποτε επενδυτική συμβουλή και προτού τούς διαθέσει τα επίδικα αξιόγραφα. Καμιά θετική μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου ότι στην υπό κρίση υπόθεση έγινε αξιολόγηση των εναγόντων με τον τρόπο που ανέλυσα πιο πάνω ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Πέρα τούτου αποτελεί εύρημα μου ότι οι Ενάγοντες δεν ενημερώθηκαν για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των αξιογράφων και δεν τούς εξηγήθηκαν οι κίνδυνοι που αυτά περιέκλειαν. Η ανάγκη για ορθή ενημέρωση στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν ιδιαίτερα αυξημένη, έχοντας υπόψη ότι τα αξιόγραφα αποτελούσαν περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα. Επενδυτικές υπηρεσίες μπορούν να παρασχεθούν μόνο μέσω κατάλληλα πιστοποιημένων από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου προσώπων που είναι εγγεγραμμένα στο δημόσιο μητρώο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Σχετικό είναι το άρθρο 52 του Νόμου. Αποτελεί εύρημα μου ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση οι επενδυτικές συμβουλές δεν παρασχέθηκαν από πιστοποιημένο υπάλληλο της Εναγόμενης 1. Υπενθυμίζω ότι η θέση της Εναγόμενης 1 ότι ήταν κάποιος Γιάννο Ιωάννου, που προέβη στις πιο πάνω ενέργειες δεν έγινε δεκτή. Καταλήγω ότι η Εναγόμενη 1 παραβίασε τις νομικές υποχρεώσεις της που παρέθεσα αναλυτικά πιο πάνω. Παράβαση των προνοιών του Ν.144(Ι)/2007, αλλά και των δυνάμει αυτού Κανονισμών, ήτοι της ΚΔΠ 557/2007 και της ΚΔΠ558/2007 δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα. Σχετικό είναι το άρθρο 143 του Νόμου το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «143.-
(1)Οποιοσδήποτε ενεργεί κατά παράβαση του παρόντος Νόµου ή/και των δυνάµει αυτού εκδιδόµενων οδηγιών ή/και του Κανονισµού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, υποχρεούται να αποζηµιώνει οποιοδήποτε υποστεί ζηµιά ή απώλεια κέρδους ή και τα δύο, που τυχόν έχουν προκύψει λόγω ενέργειας ή παράλειψης του κατά παράβαση των υποχρεώσεων του που απορρέουν από τον παρόντα Νόµο ή/και των δυνάµει αυτού εκδιδόµενων οδηγιών ή/και του Κανονισµού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006: Νοείται ότι τυχόν ποινική ευθύνη ή ευθύνη από διοικητική παράβαση δεν απαλλάσσει τον παραβάτη από τυχόν αστική ευθύνη.» Το άρθρο 143
(1)του Ν.144(Ι)/2007, δημιουργεί ιδιώνυμη αστική βάση αγωγής. Η θεραπεία που προβλέπεται από το άρθρο 143 του Ν. 144(Ι)/2007 είναι η καταβολή αποζημιώσεων. Παράβαση των προνοιών του Ν.144(Ι)/2007 δεν καθιστά τη συμφωνία άκυρη εξ υπαρχής. Στην υπόθεση Genil 48 κ.α v Bankinter SA, C-604/11, 30.05.2013, τέθηκε ενώπιο του ΔΕΕ από Ισπανικό Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα κατά πόσο παράβαση καθήκοντος δυνάμει της MiFID επέφερε απόλυτη ακυρότητα της συμβάσεως. Το ΔΕΕ αποφάσισε ότι εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να καθορίσει τις συνέπειες. Σχετική είναι η παράγραφος 58 της απόφασης, την οποία παραθέτω αυτούσια αμέσως πιο κάτω: «
  1. Επομένως, επιβάλλεται να δοθεί στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα η απάντηση ότι εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να ρυθμίσει τις απορρέουσες από τη σύμβαση συνέπειες εξαιτίας της μη συμμορφώσεως της επενδυτικής επιχειρήσεως που προσφέρει την επενδυτική υπηρεσία προς τις υποχρεώσεις περί αξιολογήσεως κατά το άρθρο 19, παράγραφοι 4 και 5, της οδηγίας 2004/39, υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των αρχών της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας.» Με βάση το άρθρο 143 του Ν. 144(Ι)/2007 δεν δίδεται η δυνατότητα απόδοσης θεραπείας ακύρωσης της συμφωνίας. Το επόμενο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι η θέση των Εναγόντων ότι υπήρξε απάτη, δόλος και ή ψευδείς παραστάσεις από πλευράς της Εναγόμενης
  2. Στο άρθρο 17 του Κεφ. 149 ορίζεται η έννοια της 'απάτης' ως ακολούθως: «17.-
(1)"Απάτη" περιλαμβάνει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω πράξεις οι οποίες διαπράττονται από κάποιο από τους συμβαλλόμενους, ή με τη συγκατάθεση αυτού, ή από τον αντιπρόσωπο του, με σκοπό εξαπάτησης άλλου συμβαλλόμενου ή του αντιπροσώπου του, ή εξώθησης αυτού στη σύναψη σύμβασης- (α) την παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς, από πρόσωπο που δεν πιστεύει ότι αυτό είναι αληθές· (β) την ενεργό απόκρυψη γεγονότος από πρόσωπο που γνωρίζει το γεγονός ή πιστεύει αυτό· (γ) υπόσχεση που δόθηκε χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης της· (δ) κάθε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση· (ε) κάθε πράξη ή παράλειψη που ορίζεται ειδικά από το νόμο ως απάτη.
(2)Απλή σιωπή ως προς γεγονότα, τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν τη βούληση προσώπου προς σύναψη σύμβασης, δεν συνιστά απάτη, εκτός αν οι περιστάσεις είναι τέτοιες ώστε, λαμβανομένων αυτών υπόψη, το πρόσωπο που σιωπά να έχει υποχρέωση να δηλώσει αυτά ή εκτός αν η σιωπή αυτού ισοδυναμεί από μόνη της με δήλωση.» Στο άρθρο 18 του ιδίου Νόμου ορίζεται η έννοια της 'ψευδούς παράστασης' ως ακολούθως: «18. "Ψευδής παράσταση" περιλαμβάνει- (α) τη θετική βεβαίωση κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές· (β) κάθε παράβαση καθήκοντος, η οποία, χωρίς πρόθεση εξαπάτησης, επιφέρει όφελος στον υπαίτιο ή σε οποιοδήποτε ο οποίος αξιώνει μέσω αυτού, με την παραπλάνηση άλλου προς βλάβη αυτού ή προς βλάβη οποιουδήποτε που αξιώνει μέσω αυτού· (γ) την πρόκληση, έστω και ανυπαίτια, πλάνης ως προς την ουσία του αντικειμένου της συμφωνίας σε μέρος αυτής.» Όσον αφορά το άρθρο 17
(1)του Κεφ. 149, στο σύγγραμμα, Pollock & Mulla, The Indian Contract & Specific Relief Acts (15th edn LexisNexis 2017) Vol. 1, αναφέρονται τα πιο κάτω, σε σχέση με το αντίστοιχο άρθρο του Ινδικού Κώδικα, στις σελίδες 398 - 400: 'This section defines fraud, and lists such acts which amount to fraud, i.e., false assertion, active concealment, promise without intention of performing it, any other deceptive act, or any act declared as fraudulent. In order to constitute fraud, such acts should have been done by the party to the contract, or by any other person with his connivance, or by his agent and with intent to deceive the other party thereto or his agent, or to induce him to enter into the contract. There is no duty upon parties to speak about facts likely to affect the other party's consent to the contract and mere silence does not amount to fraud, unless the circumstances of the case show that there is duty to speak, or silence is, in itself equivalent to speech. Στρεφόμενη στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης κρίνω ότι δεν έχει προσκομισθεί μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ότι οι λειτουργοί της τράπεζας εξαπάτησαν τους Ενάγοντες ή ότι προέβησαν σε παραστάσεις γεγονότων που γνώριζαν ότι ήταν ψευδείς. Αποτελεί εύρημα μου ότι αυτοί παρέλειψαν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους που προβλέπονται από το Νόμο 144
(1)/2007 και από τη ΚΔΠ 588/2007, οι παραλείψεις τους όμως δεν συνιστούν δόλο και ή ψευδή παράσταση. Υπενθυμίζω ότι ο ισχυρισμός των Εναγόντων, που είναι επί αυτού που στηρίζουν τον ισχυρισμό ότι εξαπατήθηκαν, ήτοι ότι οι λειτουργοί της Εναγόμενης 1 παρουσίασαν τα αξιόγραφα ως 'ένα νέο καταθετικό σχέδιο', δεν έγινε αποδεκτός. Το επόμενο θέμα που θα με απασχολήσει είναι η αξίωση των Εναγόντων εναντίον της Εναγόμενης 2. Με βάση τις δικογραφημένες θέσεις η Εναγόμενη 2 άσκησε πλημμελή εποπτεία και ή έλεγχο και ή ήταν αμελής κατά την άσκηση της εποπτείας και ή των άλλων νόμιμων καθηκόντων της. Η δικογράφηση των σχετικών θέσεων δεν είναι η καλύτερη δυνατή καθότι έγινε συγκερασμός δύο διαφορετικών αδικημάτων. Η παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος, στις περιπτώσεις βέβαια όπου αναγνωρίζεται αποτελεί χωριστό αστικό αδίκημα από το αστικό αδίκημα της αμέλειας[2]. Τα δύο αυτά αγώγιμα δικαιώματα θα πρέπει να ξεχωρίζονται κατά τη δικογραφία[3]. Αρχίζοντας από την πρώτη αξίωση ήτοι την παράβαση εκτέλεσης νομοθετημένου καθήκοντος επισημαίνω ότι ο γενικός κανόνας είναι ότι υπάρχει δικαίωμα αγωγής εκεί όπου ο Νόμος επιβάλλει θεσμοθετημένο καθήκον. Το δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το συγκεκριμένο Νόμο και να αποφασίσει κατά πόσο οι διατάξεις του Νόμου παρέχουν ατομικό αγώγιμο δικαίωμα σε περίπτωση παράβασης του. Σχετικό είναι το απόσπασμα από την Κουππάρης και Οργανισμός Γεωργικής Ασφάλισης (ανωτέρω): "Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 4th Ed. Vol. 44
(1)para. 1360, εξηγείται ότι η παράλειψη εκπλήρωσης καθήκοντος το οποίο επιβάλλει ο νόμος μπορεί, ανάλογα με την πρόθεση του νομοθέτη να στοιχειοθετήσει το αστικό αδίκημα (tort), της παράβασης εκ του νόμου απορρέοντος καθήκοντος. Πρόκειται για αστικό αδίκημα γνωστό στο κοινό δίκαιο το οποίο αποτελεί μέρος του Κυπριακού Δικαίου βάσει του άρθρου 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, του 1960, (Ν. 14/60), η μή ενσωμάτωση του οποίου στον Κώδικα Αστικών Αδικημάτων δεν αποκλείει την εφαρμογή του. (Βλ. Universal Advertising and Publishing Agency v. Panayiotis A. Vouros Vol. 19 C.L.R. 87.) Στην Lonrho Ltd., and Others v. Shell Petroleum Co. Ltd., and Others [1981] 2 All E.R. 456, η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων, απέρριψε την ευρύτερη αρχή την οποία είχε υιοθετήσει ο Λόρδος Denning στην Island Records Ltd, Ex parte [1978] 3 All E.R. 824, ότι παρέχεται απαρέγκλιτα δικαίωμα σε πρόσωπο του οποίου ζημιούνται τα ιδιωτικά του δικαιώματα, από την παραβίαση καθήκοντος ή υποχρέωσης που επιβάλλει ο νόμος. Στη Lonrho, αποφασίστηκε ότι όπου ο ίδιος ο νόμος δεν προβλέπει αγώγιμο δικαίωμα για την ανάκτηση της ζημίας η οποία προκύπτει από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης την οποία επιβάλλει ο νόμος αφενός, και η παράλειψη ποινικοποιείται αφετέρου, τεκμαίρεται εκ πρώτης όψεως ότι ο νόμος δεν παρέχει αστική θεραπεία. Ο κανόνας όμως υπόκειται σε δύο εξαιρέσεις. (α) Όπου η υποχρέωση επιβάλλεται υπέρ συγκεκριμένης τάξης ή ατόμων, παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα σε άτομα που ανήκουν σ' αυτή την κατηγορία για την ανάκτηση της ζημίας η οποία προκύπτει από την παράβαση του καθήκοντος ή της υποχρέωσης, και (β) Όπου ο νόμος στοιχειοθετεί δημόσιο δικαίωμα (public right), παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα σε μέλος του δημοσίου το οποίο υφίσταται ιδιαίτερη ζημία λόγω της παραβίασης του κοινού δικαιώματος. Κατά πόσο συγκεκριμένος νόμος στοιχειοθετεί αγώγιμο δικαίωμα για την ανάκτηση ζημίας η οποία προκαλείται από την παράβαση νομικής υποχρέωσης, είναι τελικά θέμα ερμηνείας, όπως τονίζεται στην Peristeronopighi (ανωτέρω), με αναφορά στην απόφαση του Atkin L.J., (όπως ήταν τότε) στην Phillips v. Britannia Hygienic Laundry Co. [1923] 2 K.B. 832, 842, και ιδιαίτερα στο ακόλουθο απόσπασμα: «Therefore the question is whether these regulations, viewed in the circumstances in which they were made and to which they relate, were intended to impose a duty which is a public duty only or whether they were intended, in addition to the public duty, to impose a duty enforceable by an individual aggrieved. (Σχετικές με τις αρχές που πραγματεύεται η Peristeronopighi, είναι και οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις, Flourentzou v. Christodoulou
(1988)1 C.L.R. 791. και Ζηντίλη v. Ανδρέου κ.ά. Πολιτική Έφεση αρ. 10020 - 4.12.97)" Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, Εναγόμενη 2 στην παρούσα υπόθεση, ορίσθηκε με βάση το άρθρο 126 του Νόμου 144
(1)/2007, να ασκεί εποπτικό έλεγχο στις τράπεζες κατά την εφαρμογή των διατάξεων του Μέρους ΧΙΙ του πιο πάνω Νόμου. Οι εξουσίες που έχει η Εναγόμενη 2 κατά την ενάσκηση των εξουσιών της είναι ευρείες και σε αυτές περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η ανάκριση προσώπων για συγκέντρωση πληροφοριών και η διενέργεια επιτόπιων ελέγχων. Σχετικό είναι το άρθρο 127 του Νόμου. Παρατηρώ ότι στο άρθρο 126 δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ότι παράβαση εκτέλεσης των πιο πάνω εξουσιών δίδει δικαίωμα σε άτομο που υπέστη ζημιά να διεκδικήσει οποιαδήποτε θεραπεία. Πέρα τούτου επισημαίνω ότι σκοπός του Νόμου είναι η ρύθμιση της παροχής επενδυτικών και άλλων παρεπόμενων υπηρεσιών και ένας από τους κύριους στόχους είναι η προστασία των επενδυτών. Ο Νόμος αφορά σε μεγάλη έκταση τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις των παρόχων των πιο πάνω υπηρεσιών. Τα πρόσωπα αυτά πρέπει να συμμορφώνονται σε κάθε περίπτωση με τις πρόνοιες του Νόμου και να εφαρμόζουν τις νομοθετημένες διαδικασίες. Επόπτες της εφαρμογής των διαδικασιών αυτών από τις Τράπεζες είναι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου είναι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Σε περιπτώσεις όπου ο Νομοθέτης ήθελε να δημιουργήσει ατομικό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου ή των στελεχών της, περιέλαβε στο Νόμο ρητή σχετική πρόνοια. Βλέπετε σχετικά το άρθρο 47 Α
(11)του Νόμου 138(Ι)/2002 και το άρθρο 32 του Νόμου 66(Ι)/1997. Στον υπό κρίση Νόμο καμιά ειδική πρόνοια γίνεται για ατομικό αστικό δικαίωμα εναντίον της Κεντρικής Τράπεζας. Το άρθρο 143 του Νόμου αφορά, κατά την άποψη μου τους παρόχους των επενδυτικών υπηρεσιών και δεν επεκτείνεται στην Κεντρική Τράπεζα που ορίσθηκε να εποπτεύει μια κατηγορία των συγκεκριμένων παρόχων. Καταλήγω ότι ο συγκεκριμένος Νόμος δεν προνόησε για τη δημιουργία ατομικού αστικού αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Το άρθρο 143 του Νόμου αφορά μόνο τα πρόσωπα που παρέχουν τις υπηρεσίες που προανάφερα, που με βάση τις πρόνοιες του Νόμου έχουν ρητές υποχρεώσεις και καθήκοντα, ήτοι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τα ΚΕΠΕΥ και δεν επεκτείνεται στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου που ορίσθηκε να εποπτεύει τις Τράπεζες. Η αξίωση των Εναγόντων εναντίον της Εναγόμενης 2 εδράζεται ως προανάφερα και στο αδίκημα της αμέλειας. Εν πρώτοις θα ήθελα να παρατηρήσω ότι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δεν εξαιρείται λόγω της ιδιότητας της από οποιαδήποτε ευθύνη που εδράζεται στο πιο πάνω αδίκημα. Καθοδηγητική είναι η πιο κάτω αναφορά από την απόφαση του Ναθαναήλ Δ. στην υπόθεση Μ.Σ. Ιακωβίδης & Σία Λτδ ν Γ.Ε. της Δημοκρατίας [4] «Στο σύγγραμμα «Street on Torts» 11η έκδ. σελ. 200 κ.ε., αναφέρεται ότι δεν υπάρχει γενικός κανόνας που να εξαιρεί τις δημόσιες αρχές από οποιαδήποτε ευθύνη λόγω αμελείας, απλώς και μόνο διότι είναι δημόσιες και όχι ιδιωτικές αρχές ή σώματα, (Mersey Docks and Harbour Board Trustees v. Gibbs
(1866)LR 1 HL 93). Δεν υπάρχει με άλλα λόγια ασυλία εναντίον των δημοσίων αρχών ή του κράτους. Τα κριτήρια επιβολής καθήκοντος αμέλειας είναι τα ίδια όπως και στην περίπτωση των ιδιωτών. Στην υπόθεση Home Office v. Dorset Yacht Co Ltd
(1970)AC 1004, HL, η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων αναφέρθηκε στο ότι η πιθανότητα της ζημιάς πρέπει να είναι εύλογα προβλεπτή. Όπου υπάρχει διακριτική ευχέρεια από το δημόσιο όργανο, ευχέρεια που δυνατόν να ασκείται καλόπιστα, αλλά κατά λανθασμένο τρόπο, δεν δημιουργεί κατ΄ ανάγκη δικαίωμα σε αποζημίωση. Στην υπόθεση Anns v. Merton London Borough Council
(1978)AC 728, HL, λέχθηκε ότι εκεί όπου η άσκηση νομίμου δημοσίου καθήκοντως απορρέει από μια ευρεία άσκηση πολιτικής απόφασης, η εναπόθεση στοιχείου αμέλειας κατά το αστικό δίκαιο δεν επαφίεται κατά κανόνα στα πολιτικά Δικαστήρια. Όμως, τέτοιο καθήκον επιμέλειας μπορεί να εναποτεθεί στο στάδιο της εφαρμογής της πολιτικής αυτής του κράτους, («operational sphere»)». Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Εναγόμενης 2 κατά την αγόρευση του επικαλέστηκε τις πρόνοιες του άρθρου 47 Α
(11)του Νόμου 138(Ι)/2002 και του άρθρου 32 του Νόμου 66(Ι)/1997 και εισηγήθηκε ότι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ενάγεται μόνο σε περιπτώσεις σοβαρής και όχι συνήθους αμέλειας. Η πιο πάνω εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνη, οι συγκεκριμένες πρόνοιες αφορούν παράβαση καθήκοντος με βάση τις πρόνοιες των συγκεκριμένων νόμων και δεν εφαρμόζονται γενικά σε κάθε περίπτωση που ενάγεται η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Για να αποδειχθεί το αδίκημα της αμέλειας το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει καθήκον επιμέλειας, ότι υπήρξε παράβαση του πιο πάνω καθήκοντος, είτε δια της τέλεσης κάποιας πράξης είτε δια της παράλειψης τέλεσης κάποιας πράξης και ότι ο ενάγοντας υπέστη ζημιά λόγω της τέλεσης ή της παράλειψης τέλεσης της πράξης. Θα πρέπει δηλαδή να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης του καθήκοντος και της πρόκλησης ζημιάς. Στην υπόθεση Ξενοφώντος ν. KN Zoo Bar Restaurant Ltd κ.α , ECLI:CY:AD:2016:A554, Πολ. Εφ. 447/2011, ημερομηνίας 15.12.2016, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με την έννοια της νομικής αμέλειας και του καθήκοντος επιμέλειας : «Το καθήκον επιμέλειας, η διάρρηξη του καθήκοντος αυτού και η επέλευση ζημιάς ως αποτέλεσμα αποτελούν τα τρία κλασσικά συστατικά ή παράγοντες που ο ενάγων πρέπει να αποδείξει για να στοιχειοθετήσει ισχυριζόμενη αμέλεια εκ μέρους του εναγόμενου. Δεν είναι όμως η έλευση κάθε ζημιάς από τρίτο που καθιερώνει αξίωση αμέλειας. Κατά τη νομολογιακή προσέγγιση της έννοιας της αμέλειας είναι απαραίτητη πρωταρχικά η απόδειξη ότι το άτομο, φυσικό ή νομικό, που προκάλεσε τη ζημιά, όφειλε καθήκον επιμέλειας, έναντι του ζημιωθέντος («duty of care») που περικλείεται στη ρήση του Lord Atkin στην πασίγνωστη υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)AC 562, με τη χρήση της έννοιας ή κριτηρίου του γείτονα («neighbour principle»). Όπου πρόσωπο βρίσκεται σε τέτοια γειτνίαση με άλλο ώστε το τελευταίο να αντιλαμβάνεται ως θέμα εύλογης αποτίμησης των δεδομένων («reasonable foreseeability»), ότι πράξη ή παράλειψη του πιθανόν να επιφέρει στο πρώτο ζημιά, τότε αναδύεται καθήκον επιμέλειας. Η αξίωση των Εναγόντων εναντίον της Εναγόμενης 2 τόσο σε σχέση με την παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος όσο και με την αμέλεια εδράζονται επί των ιδίων θέσεων, τις οποίες έχω ήδη παραθέσει αυτούσιες στις πρώτες σελίδες της απόφασης μου. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η Εναγόμενη 2 γνώριζε ότι η Εναγόμενη 1 χρησιμοποιούσε 'δόλιες μεθόδους' για να προωθήσει τα προϊόντα της και αδιαφόρησε περί τούτου. Παρέλειψε επίσης να διασφαλίσει ότι η Εναγόμενη 1 συμμορφωνόταν με τις πρόνοιες του σχετικού Νόμου, των Κανονισμών και των Οδηγιών. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο οι θέσεις αυτές υποστηρίζονται από την προσκομισθείσα αποδεκτή μαρτυρία. Με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιο μου, η οποία δεν αμφισβητήθηκε και αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου, τα πρώτα παράπονα από τους κατόχους αξιογράφων και από τον Πρόεδρο του ΠΑΣΕΧΑ έγιναν μετά το 2010, ήτοι μετά την αγορά από τους Ενάγοντες των τελευταίων αξιογράφων, έκδοσης του
  1. Μετά το 2010 δόθηκε στην Εναγόμενη 2 και η πληροφορία από τον Πρόεδρο της Κεφαλαιαγοράς ότι γινόταν προώθηση χρηματοοικονομικών μέσων σε ιδιώτες επενδυτές. Ήταν η θέση του XXXXX Παυλίδη, ΜΕ3 ότι η Εναγόμενη 2 γνώριζε ότι η διεύθυνση της Εναγόμενης 1 παρείχε 'κίνητρα' προς τα υποκαταστήματα της για την προώθηση των επιδίκων αξιογράφων και ότι υπήρχε 'δριμύς' ανταγωνισμός μεταξύ των δύο μεγάλων τραπεζών για την άντληση κεφαλαίων από το ευρύ επενδυτικό κοινό. Εξέφρασε την άποψη ότι τα δύο αυτά γεγονότα θα έπρεπε να την προϊδεάσουν ότι θα υπήρχαν σοβαρές παραβιάσεις της νομοθεσίας. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Σε μια καπιταλιστική οικονομία πάντα υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ των Τραπεζών κατά την προώθηση των προϊόντων τους και των υπηρεσιών τους. Σε σχέση δε με τα «κίνητρα» κρίνω ότι η πλευρά των εναγόντων έδωσε επί αυτών υπέρμετρη βαρύτητα η οποία δεν δικαιολογείτο υπό τις περιστάσεις. Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα «κίνητρα» ή άλλως «οι προμήθειες», δεν δίδονταν από τη διεύθυνση της Τράπεζας σε υπαλλήλους κάποιου υποκαταστήματος προσωπικά αλλά δίδονταν προς όφελος του συνόλου των υπαλλήλων. Η «προμήθεια» ήταν συνήθως η προσφορά ενός γεύματος σε κάποιο εστιατόριο, ή ολιγοήμερη διαμονή σε κάποιο ξενοδοχείο της Κύπρου και σε περίπτωση που τα αποτελέσματα ήταν εξαιρετικά η «προμήθεια» θα μπορούσε να είναι και ολιγοήμερο ταξίδι σε κοντινό προορισμό. Η συνύπαρξη των δύο πιο πάνω παραγόντων, ήτοι της 'προμήθειας' και του ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών, δεν οδηγεί κατά την άποψη μου στο συμπέρασμα ότι, υπό τις περιστάσεις, ήταν εύλογα προβλέψιμο ότι η Εναγόμενη 1 θα παραβίαζε τη σχετική νομοθεσία, κατά την προώθηση των χρηματοοικονομικών μέσων, που εξέδιδε η ίδια. Εξάλλου με βάση τη μαρτυρία που παρουσίασε η XXXXX Αναστασίου, ΜΥ4 και η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί, η Εναγόμενη 1 συμμορφωνόταν πλήρως με τις οδηγίες που εξέδιδε η Εναγόμενη 2 σε σχέση με την εφαρμογή του Νόμου και των σχετικών Κανονισμών. Η συμπεριφορά της Εναγόμενης 1 δεν ήταν τέτοια που θα μπορούσε να προδιαθέσει την Εναγόμενη 2 για το τί θα επακολουθούσε. Πέρα των πιο πάνω αποτελεί εύρημα μου ότι η Εναγόμενη 2, στα πλαίσια των καθηκόντων που της επιβάλλει ο Νόμος έλαβε διάφορα μέτρα για να επιμορφώσει τους λειτουργούς των Τραπεζών που ασχολούνταν με τα χρηματοοικονομικά μέσα, σε σχέση με το περιεχόμενο του συγκεκριμένου Νόμου, των Mifid και των Οδηγιών που αυτή είχε εκδώσει. Πέρα τούτου έλαβε μέτρα για να διασφαλίσει ότι οι πρόνοιες των πιο πάνω νομοθετημάτων εφαρμόζονταν από τις Τράπεζες και ότι η παροχή επενδυτικών συμβουλών και επενδυτικών υπηρεσιών γινόταν μόνο μέσω των πιστοποιημένων λειτουργών των Τραπεζών. Θα συμφωνήσω δε με τη θέση που προβλήθηκε εκ μέρους της Εναγόμενης 2 ότι το καθήκον εποπτείας δεν περιλαμβάνει την εκπροσώπηση της σε κάθε υποκατάστημα, κάθε Τράπεζας που παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες και επενδυτικές συμβουλές, ούτε βέβαια τον έλεγχο της κάθε συναλλαγής που αφορά προώθηση χρηματοοικονομικών μέσων. Το θέμα της αμέλειας δεν εξετάζεται στο κενό και χωρίς την εξέταση των απαιτούμενων μέτρων και εξόδων που είναι αναγκαία να ληφθούν για την αποφυγή του επιδίκου συμβάντος. Σχετική επί τούτου είναι η Αγγλική απόφαση Latimer v. AEC Ltd[5] και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα του Π. Πολυβίου, Αστικά Αδικήματα στο Κυπριακό Δίκαιο, τόμος Α, σελίδα 366: " . τί είναι εύλογο υπό τις περιστάσεις λαμβάνοντας υπόψη όλα τα δεδομένα της περίπτωσης μη εξαιρουμένου του γενικότερου δημόσιου συμφέροντος. Τα Δικαστήρια δεν πρέπει να λαμβάνουν υπόψη μόνο τα δικαιώματα και συμφέροντα των διαδίκων, διότι τα εν λόγω δικαιώματα και συμφέροντα ασκούνται στο πλαίσιο του κοινωνικού συνόλου. Το τί είναι 'εύλογο' (δηλαδή τί εύλογο αναμένεται από τον εναγόμενο) δεν εξαρτάται απλώς από τον τραυματισμό του ενάγοντα αλλά και από τα μέτρα τα οποία πρέπει να λάβει ο εναγόμενος για να αποσοβήσει και να εξουδετερώσει τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο ενάγων. Οι κίνδυνοι δεν μπορούν πάντα να εξαλείφονται και να εξαφανίζονται , εκτός εάν ουσιαστικά σταματήσουν όλες οι δραστηριότητες στα πλαίσια της κοινωνίας'. Πέραν όλων των πιο πάνω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ακόμη και σε περίπτωση που η Εναγόμενη 2 προέβαινε σε επιτόπιο έλεγχο στο συγκεκριμένο υποκατάστημα και έλεγχε τα έγγραφα που αφορούσαν τις επίδικες πωλήσεις αξιογράφων, θα μπορούσε να είχε εντοπίσει τις παραλείψεις της Εναγόμενης
  2. Υπενθυμίζω ότι στις αιτήσεις για την αγορά των επιδίκων αξιογράφων αναγράφεται το όνομα του κάποιου XXXXX Ιωάννου, που ήταν πιστοποιημένος λειτουργός για να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες και επενδυτικές συμβουλές με βάση το νόμο, ενώ αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το πρόσωπο αυτό δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με τους ενάγοντες. Καταλήγω ότι ακόμη και σε περίπτωση που έκρινα ότι υπήρξε παράλειψη εκ μέρους της Εναγόμενης 2, δεν έχει αποδειχθεί η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης και της ζημιάς που έχουν υποστεί οι ενάγοντες. Οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την αξίωση τους εναντίον της Εναγόμενης 2, που στηρίζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας αλλά και της παράβασης θεσμοθετημένου καθήκοντος. Υπενθυμίζω βέβαια ότι σε σχέση με την παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος δεν έχω καν ικανοποιηθεί ότι η Εναγόμενη 2 είχε θεσμοθετημένο καθήκον εποπτείας, η παραβίαση του οποίου δημιουργούσε δικαίωμα σε κάποιο να κινηθεί με αστική αγωγή εναντίον της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Το αναφέρω για να καταδείξω ότι ακόμη και σε περίπτωση που έκρινα ότι υπήρχε τέτοιο δικαίωμα, δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία προς στοιχειοθέτηση του. Σε σχέση με την Εναγόμενη 1, ως ανέφερα και πιο πάνω το άρθρο 143
(1)του Ν.144(Ι)/2007, δημιουργεί ιδιώνυμη αστική βάση αγωγής. Η θεραπεία που προβλέπεται από το άρθρο 143 του Ν. 144(Ι)/2007 είναι η καταβολή αποζημιώσεων. Στην υπό κρίση υπόθεση οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει ότι έχουν υποστεί ζημιά που ισούται με τα ποσά που κατέβαλαν για την αγορά αξιογράφων έκδοσης του 2008 και του
  1. Οποιαδήποτε αξίωση σε σχέση με τα αξιόγραφα του έκδοσης του 2009 απορρίπτεται καθότι καμιά αποδεκτή μαρτυρία έχει προσκομισθεί σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούν τη πώληση των συγκεκριμένων αξιογράφων. Εκδίδεται απόφαση υπέρ και των δύο Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης 1 για το ποσό των ευρώ 738.000 με νόμιμο τόκο από την ημέρα καταχώρισης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης 1 για το ποσό των ευρώ 122.000 με νόμιμο τόκο από την ημέρα καταχώρισης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα των Εναγόντων, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ τους και εναντίον της Εναγόμενης
  2. Οι υπόλοιπες αξιώσεις που στρέφονται εναντίον της Εναγόμενης 1 απορρίπτονται. Η αγωγή εναντίον της Εναγόμενη 2 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της και εναντίον της Ενάγουσας 1 και του Ενάγοντα 2 αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα. Τα έξοδα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ). ........................... Τ. Καρακάννα Π.Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [2] Βλέπετε σχετικά Κουππάρης και Οργανισμός Γεωργικής Ασφάλισης
(1997)1 Α.Α.Δ. 1780 Γενικός Εισαγγελέας ν. Κωστάκη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 432, σελ. 445-446. [3]. Βλέπετε σχετικά London Passenger Transport Board v. Upson
(1949)A.C. 155 και το σύγγραμμα Bullen & Leak: Precedents of Pleadings 12η έκδ. σελ. 59-60 και Ελπινίκη Παναγή κ.ά. ν. Παναγιώτη Παναγή
(2009)1 Α.Α.Δ. 145. [4] 378/2009, 386/2009 ημερομηνίας 10.07.2015 [5]
(1957)AC 643. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.