← Κύπρος

ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ κ.α. ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡΥΣΑΦΙΝΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 948/2018, 24/3/2021

ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ κ.α. ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡΥΣΑΦΙΝΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 948/2018, 24/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Μουγή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 948/2018 Μεταξύ:

  1. XXXXX ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ, από τη Λάρνακα
  2. XXXXX ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ, από τη Λευκωσία Εναγόντων και
  3. ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡΥΣΑΦΙΝΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΛΤΔ
  4. XXXXX ΧΡΥΣΑΦΙΝΗΣ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 13.7.2020 για παραμερισμό απόφασης. Ημερομηνία: 24 Μαρτίου,
  5. Εμφανίσεις: Για ενάγοντες-καθ'ων η αίτηση: κ. Α. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ Για εναγόμενους-αιτητές: κ. Α. Χάσικος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 13.1.2020 οι ενάγοντες εξασφάλισαν απόφαση εναντίον των εναγομένων 1 και 2 ομού και/ή κεχωρισμένως, για καταβολή στους ενάγοντες του ποσού των €270.000= πλέον το ποσό των €3.477,60 ως αποζημιώσεις πλέον τόκους και έξοδα. Είχε εκδοθεί και αναγνωριστική απόφαση διά της οποίας αναγνωρίζεται ότι η συμφωνία αντιπαροχής ημερομηνίας 10.12.2008 είχε νόμιμα τερματιστεί εξ υπαιτιότητας των εναγομένων. Στις 13.7.2020 οι εναγόμενοι-αιτητές (εφεξής οι αιτητές) καταχώρισαν την υπό εξέταση αίτηση με την οποία εξαιτούνται διατάγματος του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (set aside) την προηγούμενη εκδοθείσα απόφαση ημερομηνίας 13.1.2020, που εκδόθηκε προς όφελος των εναγόντων-καθ'ων η αίτηση (εφεξής οι καθ'ων η αίτηση). Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.17 θ.10 και Δ.48 θ.9(h). Υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση του XXXXX Χρυσαφίνη, αιτητή 2 και διευθυντή της αιτήτριας 1 εταιρείας. Ο αιτητής 2, στην ένορκη δήλωση του, αναφέρει ότι είναι διευθυντής της αιτήτριας 1 και εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αναφέρει περαιτέρω ότι στις 22.8.2018 του επιδόθηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή με κλητήριο ένταλμα (Ο.2,1) χωρίς εκκαθαρισμένη απαίτηση με την οποία οι καθ'ων η αίτηση αξίωναν γενικές και ειδικές αποζημιώσεις λόγω παράβασης της συμφωνίας αντιπαροχής ημερομηνίας 10.12.
  6. Διαπίστωσε, μετά από έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου, ότι η έκθεση απαίτησης καταχωρίστηκε στις 4.10.2018 χωρίς να του γίνει προσωπική επίδοση της. Στη συνέχεια και κατόπιν αίτησης των καθ'ων η αίτηση, το Δικαστήριο στις 13.1.2020 εξέδωσε απόφαση εναντίον τους. Κατά ή περί τις 20.2.2018 και πριν την καταχώρηση της αγωγής, οι καθ'ων η αίτηση με επιστολή του δικηγόρου τους κάλεσαν την αιτήτρια 1 να προχωρήσει στην υλοποίηση της συμφωνίας αντιπαροχής. Μετά από οδηγίες του ίδιου στον δικηγόρο της εταιρείας, ακολούθησε αλληλογραφία σε απάντηση της επιστολής των καθ'ων η αίτηση, χωρίς όμως κατάληξη σε συμφωνία. Στις 8.7.2020 τού επιδόθηκε η ειδοποίηση πτώχευσης με αριθμό 8/20, με την οποία για πρώτη φορά έλαβε γνώση για την έκδοση της απόφασης. Αναφέρει περαιτέρω ο ενόρκως δηλών, ότι αν και η απόφαση εξεδόθηκε νόμιμα, την θεωρεί αντικανονική αφού δεν του έγινε προσωπική επίδοση της έκθεσης απαίτησης. Στη συνέχεια ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στη συμφωνία αντιπαροχής και ότι αυτή προέβλεπε την από κοινού ανάπτυξη των κτημάτων των καθ'ων η αίτηση, με ολοκλήρωση του έργου εντός 24 μηνών από την υπογραφή της. Η αιτήτρια 1 μετά την υπογραφή της συμφωνίας, άρχισε τις εργασίες υλοποίησης της και ετοίμασε ότι ήτο απαραίτητο για την υποβολή της αίτησης στην αρμόδια αρχή για την έκδοση της πολεοδομικής άδειας. Λόγω όμως της οικονομικής κρίσης που προέκυψε εκείνη την περίοδο, ανέστειλε τις εργασίες της με την ανοχή και συγκατάθεση των καθ'ων η αίτηση. Στην αλληλογραφία του δικηγόρου των καθ'ων η αίτηση, δεν είχε γίνει ποτέ απαίτηση σ' αυτόν ως εγγυητή της συμφωνίας και αντικανονικά εκδόθηκε απόφαση εναντίον του. Από την πρώτη στιγμή λήψης της επιστολής του δικηγόρου των καθ'ων η αίτηση, που καλούσε την αιτήτρια 1 να υλοποιήσει τη συμφωνία, ο ίδιος τους ζήτησε προφορικά μέσω του δικηγόρου του, να πληρώσουν τα έξοδα ετοιμασίας των αρχιτεκτονικών σχεδίων δηλώνοντας την ετοιμότητα του να αποσύρει τη συμφωνία από το κτηματολόγιο και να την ακυρώσουν. Αυτό δεν έγινε αποδεκτό από τους καθ'ων η αίτηση και στις 9.5.2018 τερμάτισαν την συμφωνία και καταχώρισαν την αγωγή στην οποία παράτυπα τον πρόσθεσαν ως εναγόμενο 2, εγγυητή της συμφωνίας, κάτι που δεν αναφέρεται στην εν λόγω συμφωνία. Στη συνέχεια, μετά από τηλεφωνικές επικοινωνίες του δικηγόρου του με τον δικηγόρο των καθ'ων η αίτηση για εξώδικη διευθέτηση, έλαβε συμβουλή από το δικηγόρο του για απόσυρση και ακύρωση του πωλητηρίου εγγράφου από το κτηματολόγιο για την επίλυση της διαφοράς, κάτι το οποίο έγινε στις 24.4.2019 αφού είχε προηγηθεί συνεννόηση και συμφωνία με τους καθ'ων η αίτηση. Όλοι μαζί μετέβηκαν στο Κτηματολόγιο Λάρνακας και απέσυραν το πωλητήριο προς πλήρη διευθέτηση των απαιτήσεων που είχε η κάθε πλευρά εναντίον της άλλης. Στη συνέχεια ο ενόρκως δηλών εξηγεί τον λόγο που δεν καταχώρησε εμφάνιση στο Δικαστήριο, και αυτός ήταν γιατί βρισκόταν σε διαπραγμάτευση με τους ενάγοντες και τελικά διευθέτησαν εξώδικα την υπόθεση. Είναι η θέση του ότι η αγωγή που του επιδόθηκε δεν αφορούσε εκκαθαρισμένη απαίτηση και ουδέποτε του παραδόθηκε η έκθεση απαίτησης, ως είχαν υποχρέωση οι καθ'ων η αίτηση να του επιδώσουν. Αν του επιδίδετο η έκθεση απαίτησης, τότε θα καταχωρούσε εμφάνιση και υπεράσπιση, γιατί έχει καλή υπεράσπιση και εξάλλου η υπόθεση είχε διευθετηθεί. Το ότι δεν του επιδόθηκε η έκθεση απαίτησης φαίνεται από τον φάκελο του Δικαστηρίου και η παράλειψη των καθ'ων η αίτηση να ενημερώσουν το Δικαστήριο για την μη επίδοση της έκθεσης απαίτησης, παρέσυρε το Δικαστήριο στην έκδοση της απόφασης. Με την καταχώριση της παρούσας αίτησης, καταχώρισε και αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης με αριθμό 8/
  7. Αναφέρει τέλος ο ενόρκως δηλών ότι αν δεν παραμεριστεί η απόφαση, θα στερηθεί του δικαιώματος του να προβάλει την υπεράσπιση του, αφού ουδέποτε εγγυήθηκε την αιτήτρια 1 εταιρεία, δεν του επιδόθηκε προσωπικά η έκθεση απαίτησης, και η αγωγή διευθετήθηκε με τη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών με την απόσυρση του πωλητηρίου εγγράφου στις 24.4.
  8. Οι καθ'ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση υποστηριζόμενη από την ένορκη δήλωση του Νικόλα Καλογήρου, προβάλλοντας τους κάτωθι συγκεκριμένους λόγους:
  9. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
  10. Ο ομνύοντας δεν αποκαλύπτει στο Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα και/ή επιδιώκει την παραπλάνηση του Δικαστηρίου.
  11. Οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται και/ή δεν δικαιούνται στην αιτούμενη θεραπεία.
  12. Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη.
  13. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή δεν πληρούνται οι σχετικές νομοθετικές προϋποθέσεις.
  14. Οι αιτητές δεν αιτιολόγησαν τη μη εμφάνιση τους ενώπιον του Δικαστηρίου μετά την επίδοση της αγωγής.
  15. Η αίτηση υποβλήθηκε αδικαιολόγητα καθυστερημένα.
  16. Η αίτηση είναι εκπρόθεσμη.
  17. Οι αιτητές δεν παρουσιάζουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση και/ή συζητήσιμο θέμα.
  18. Τυχόν έγκριση της αίτησης θα πλήξει τα συμφέροντα των καθ' ων η αίτηση ανεπανόρθωτα και/ή με τρόπο που δεν θα μπορεί να επανορθωθεί με κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα.
  19. Ο λόγος μη εμφάνισης των αιτητών στην αγωγή δεν είναι σοβαρός κα/ή εύλογος.
  20. Η αίτηση παραβαίνει τις συνταγματικές πρόνοιες αναφορικά με την τελεσιδικία αποφάσεων.
  21. Η μη εμφάνιση των αιτητών είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική.
  22. Ο τίτλος της αίτησης είναι λανθασμένος και/ή ελλιπής και/ή ελλείπει η κλίμακα.
  23. Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική. Οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους, επικαλούμενοι και σχετική νομολογία και χωρίς να προβούν σε αντεξέταση οποιουδήποτε των ενόρκως δηλούντων. Το Δικαστήριο για σκοπούς της παρούσας απόφασης λαμβάνει υπόψιν του τόσο την αίτηση και ένσταση και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που τις υποστηρίζουν αντίστοιχα, όσο και τις αγορεύσεις των δύο πλευρών. Αναφορά θα γίνει εκεί όπου κριθεί αναγκαίο. Ως έχει τεθεί ανωτέρω η παρούσα αίτηση για παραμερισμό της απόφασης εδράζεται επί της Δ.17 θ.10 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών που προβλέπει τα ακόλουθα: «
  24. Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just.» Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης η οποία παρέχεται από τη Δ.17 θ.10 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών εμπίπτει στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα αυτό αναλύονται στην υπόθεση Evans v. Bartlam

(1937)2 All E.R. 646, όπως αυτές υιοθετήθηκαν και εφαρμόζονται στην Κυπριακή νομολογία (δες Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36, Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 736 και Ανδρέας Κλεάνθους ν. TRADEXLTD,
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 988). Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο να αποφασίζει τον παραμερισμό ή όχι εκδοθείσας απόφασης και βασικό κριτήριο είναι ότι ο αιτητής φέρει το βάρος απόδειξης για να δείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής και ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του (Evans v. Bartlam και Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd (ανωτέρω)). Τι αποτελεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ("prima facie defence") όπως το έθεσε ο Lord Atkin στην υπόθεση Evans v. Bartlam (ανωτέρω) επεξήγησε ο Megarry V.C. στην υπόθεση Land Securities Plc v. Receiver from the Metropolitan Police District
(1980)1 W.L.R. 439 ως ακολούθως: "If the term "prima facie case" is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p. 80 used the term "bona fide arguable case": and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase "prima facie case" bearing the meaning that I have indicated". Καθοδηγητική στο θέμα αυτό είναι επίσης η υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω) στην οποία ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε) επεξήγησε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιόν του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ένας άλλος παράγοντας που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη είναι κατά πόσο ο αιτητής έχει σοβαρό και εύλογο λόγο για τον οποίο δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να καταχωρίσει εμφάνιση και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του και τον χρόνο που πέρασε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου μέχρι την καταχώριση της αίτησης για παραμερισμό της απόφασης (Evans v. Bartlam, Phylactou v. Michael και Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου (ανωτέρω)). Όπως έχει νομολογιακά λεχθεί στην τελευταία υπόθεση, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεσή του. Η ίδια θέση υιοθετήθηκε και στην απόφαση Ανδρέας Κλεάνθους ν. TRADEX LTD (ανωτέρω) όπου ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κραμβής αναφέρει χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «.. η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτη όψεως υπεράσπισης δεν υπερακοντίζει ανυπερθέτως κάθε σοβαρή καταφρόνηση της διαδικασίας η οποία διαπιστώνεται από τον συγκεκριμένο εναγόμενο. Αυτό σημαίνει πως δεν πρέπει να θεωρείται ως δεδομένος ο παραμερισμός της απόφασης εκ μόνου του λόγου ότι ο εναγόμενος αποκαλύπτει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Βλ. K.C.P. Commission Agent and Importers Ltd v. Mιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. και Mine and Quarry Serv. Ltdv. Γεωργίου (ανωτέρω).» Πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου είναι να ισοζυγίσει τους δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη από τη μια αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου και την ανάγκη από την άλλη διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο κατά πόσο θα διατάξει τον παραμερισμό μιας απόφασης ή όχι συναρτάται άμεσα από την συμπεριφορά που επιδεικνύει ο αιτητής έναντι της Δικαστικής διαδικασίας. Όπως αναφέρεται και στην υπόθεση Phylactouv. Michael (ανωτέρω), όπου η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της Δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο μπορεί να μην διατάξει τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Η νομολογία επί του βάρους αποδείξεως σε τέτοιου είδους αιτήσεις αποκαλύπτει ότι το αποδεικτικό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών εξηγήσεων και στοιχείων τόσο για την καθυστέρηση όσο και για το εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Η μαρτυρία που πρέπει να προσκομιστεί από τον αιτητή για να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και δικαιολογημένη καθυστέρηση πρέπει να είναι υπό μορφή ένορκης δήλωσης ή άλλη έγγραφη μαρτυρία που να επισυνάπτεται στις ένορκες δηλώσεις, χωρίς προφορική μαρτυρία αλλά βεβαίως με δικαίωμα αντεξέτασης με βάση τη Δ.39 θ.1. Ο αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπισή του (Γεώργιος Φρίξου Γεωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κώστα Παύλου & Σία Λτδ,
(2000)1 Α.Α.Δ. 1101). Είναι τέλος νομολογημένο ότι οι δύο πιο πάνω προϋποθέσεις θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά (βλ. Jurgen κ.ά. ν. Σταυρινού, Πολ.Έφεση 80/14, ημερ.1/6/20). Πριν όμως προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, είναι ορθό όπως το Δικαστήριο εξετάσει το από τους αιτητές εγειρόμενο ζήτημα που αφορά την επίδοση της Έκθεσης Απαίτησης. Αποτελεί βασικό λόγο της αίτησης των αιτητών για ακύρωση της εκδοθείσας απόφασης, η μη επίδοση σ' αυτούς της έκθεσης απαίτησης της αγωγής, δεδομένου ότι η αγωγή καταχωρίστηκε με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο δυνάμει της Δ.2 θ.1. Το ζήτημα αυτό θα πρέπει να εξεταστεί πρώτο καθότι τυχόν επιτυχία των αιτητών θα έχει καταλυτικές συνέπειες για την αίτηση, αφού το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει την εκδοθείσα απόφαση ex debito justitie λόγω αντικανονικότητας. Κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι ο επικαλούμενος λόγος για παραμερισμό της απόφασης δεν ευσταθεί. Είναι δεκτό και από τις δύο πλευρές ότι όντως η έκθεση απαίτησης δεν επιδόθηκε στους αιτητές. Δεν υπάρχει όμως δικονομικός κανόνας ή νομοθετική πρόνοια που να επιβάλλει στους ενάγοντες, μετά την καταχώριση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου και την επίδοση του, να επιδώσουν και την μεταγενέστερα καταχωρισθείσα έκθεση απαίτησης. Στην υπόθεση Κτηματικές Επιχειρήσεις Μάκης Αυξεντίου Λτδν. Ιωάννη Κυριακίδη κ.ά.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 601, με αναφορά και στην Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 163, τέθηκαν τα εξής: «Όσον αφορά το πρώτο θέμα της παράλειψης επίδοσης της Έκθεσης Απαίτησης δεν θα επεκταθούμε. Συμφωνούμε με τον ευπαίδευτο δικαστή ότι αυτό δεν συνιστούσε αντικανονικότητα και επομένως δεν προέκυπτε θέμα άσκησης εξουσίας από το δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης ex debito justitiae λόγω αντικανονικότητας. Οι ίδιοι οι Εφεσείοντες μάλιστα δεν αναπτύσσουν αυτό το θέμα στο περίγραμμα της αγόρευσης τους και δεν μας παραπέμπουν σε οποιαδήποτε νομοθετική ή κανονιστική πρόνοια ή νομολογία που να στηρίζει τη θέση που διατυπώνεται στην έφεση. Απεναντίας, η ίδια η απόφαση Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 163, στην οποία βασίσθηκε ο ευπαίδευτος δικαστής, ορθά αντανακλά την αντίληψη του αφού, όπως το έθεσε ο Πικής, Δ., ως ήτο τότε, στη σ. 167: "Είναι ορθό ότι δεν επιβάλλεται από τους θεσμούς ως προϋπόθεση η επίδοση τη έκθεσης απαιτήσεως πριν την έκδοση απόφασης λόγω παράλειψης του εναγομένου να εμφανιστεί. Παρέχεται όμως διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να διατάξει τέτοια επίδοση και συνήθως διατάσσεται σε περιπτώσεις όπου η απαίτηση δεν είναι εκκαθαρισμένη."». Περαιτέρω στην υπόθεση Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 64, την οποία επικαλούνται και οι δύο πλευρές, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, είναι γεγονός ότι δεν χρειάζεται επίδοση της έκθεσης απαίτησης στον εναγόμενο, εφόσον δυνάμει της Δ.17 θ.11, εκείνο το οποίο χρειάζεται είναι σε περίπτωση παράλειψης εμφάνισης να αποδειχθεί η επίδοση του κλητηρίου και όπου αυτό δεν είναι ειδικώς οπισθογραφηθέν δυνάμει της Δ.2 θ.6, τότε με την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης, ο ενάγων δύναται να αιτηθεί exparte τη λήψη απόφασης. Η Δ.17 θ.11, προνοεί ειδικά για αίτηση exparte, εφαρμοζόμενης έτσι αυτής της μονομερούς διαδικασίας εφόσον κατά τα άλλα, η Δ.48 θ.8 δεν περιλαμβάνει τη Δ.17 θ.11 στις πρόνοιες της. Η υπόθεση Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd - πιο πάνω - αποτελεί επίσης αυθεντία ότι πράγματι η πρακτική να επιδίδεται η έκθεση απαίτησης στον εναγόμενο, ιδιαίτερα σε υποθέσεις μη εκκαθαρισμένων απαιτήσεων, δεν εξισώνεται με δικονομικό κανόνα, (ο οποίος, ας σημειωθεί, εισήχθη μεταγενέστερα στην Αγγλία - δέστε Annual Practice 1970, σελ. 113-115, O.13, r.6)». Προκύπτει ξεκάθαρα από την πιο πάνω νομολογία ότι η επίδοση της έκθεσης απαίτησης δεν επιβάλλεται δικονομικά και είναι στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει τέτοια επίδοση, που συνήθως διατάσσεται όταν η απαίτηση δεν είναι εκκαθαρισμένη. Οι καθ'ων η αίτηση επέδωσαν το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, ως προβλέπεται από τους θεσμούς, κάτι που δεν αμφισβητείται από τους αιτητές, καταχώρισαν την έκθεση απαίτησης και εφόσον δεν υπήρξε εμφάνιση, προχώρησαν, ως είχαν δικαίωμα, με μονομερή αίτηση για έκδοση απόφασης. Το Δικαστήριο, εξασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, έκρινε ότι δεν απαιτείτο η επίδοση της έκθεσης απαίτησης. Εξ' ου και προχώρησε, εξετάζοντας τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του, και εξέδωσε την απόφαση ημερομηνίας 13.1.
  1. Δεν είχαν δικονομική ή νομολογιακή υποχρέωση οι καθ'ων η αίτηση να επιδώσουν την έκθεση απαίτησης, ούτε και διατάχθηκαν από το Δικαστήριο να το πράξουν. Δεδομένου τούτου, κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι δεν υπάρχει αντικανονικότητα στη διαδικασία και ο λόγος που οι αιτητές προβάλλουν δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Εξετάζοντας τώρα την ουσία της αίτησης, ως είχε λεχθεί πιο πάνω, αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση εκδοθείσας Δικαστικής απόφασης η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Είναι νομολογημένο ότι η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει την προσκόμιση στοιχείων που είναι ικανά να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο περί τούτου ώστε να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Το βάρος βρίσκεται στους ώμους του αιτητή ο οποίος θα πρέπει να προσκομίσει επαρκή κατά την κρίση του Δικαστηρίου γραπτή ένορκη μαρτυρία (βλ. Δανιήλ ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, Πολ.Έφεση Αρ.340/2010, ημερ.17/1/17). Στην υπό κρίση περίπτωση θεωρώ ότι θα πρέπει να υπάρξει διαφοροποίηση ως προς τους δύο αιτητές. Βάση της αγωγής των καθ'ων η αίτηση είναι η παράβαση από πλευράς αιτητών της συμφωνίας αντιπαροχής αφού παρά το ότι κλήθηκαν προς τούτο δεν ολοκλήρωσαν τα σχέδια για την ανέγερση του κτηριακού συγκροτήματος ούτε και υπέβαλαν οποτεδήποτε αίτηση για έκδοση πολεοδομικής άδειας, ως ήταν η ρητή υποχρέωση τους. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα οι καθ'ων η αίτηση να τερματίσουν τη συμφωνία και να αξιώσουν αποζημιώσεις. Ο αιτητής 2 φέρεται να εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της αιτήτριας1 εταιρείας. Η αιτήτρια 1 εταιρεία προβάλλει στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, ότι η συμφωνία προέβλεπε την από κοινού με τους καθ'ων η αίτηση ανάπτυξη των κτημάτων και ότι με την υπογραφή της άρχισε τις εργασίες υλοποίησης της ετοιμάζοντας σχέδια, αιτήσεις και μελέτες και οτιδήποτε ήτο αναγκαίο για την υποβολή της αίτησης στην αρμόδια αρχή. Λόγω της οικονομικής κρίσης ανέστειλε τις εργασίες της. Μόλις δε έλαβε την επιστολή του δικηγόρου των καθ'ων η αίτηση που την καλούσε να υλοποιήσει την συμφωνία, τους ζήτησε προφορικά να πληρώσουν τα έξοδα ετοιμασίας των αρχιτεκτονικών σχεδίων με ανάληψη δικής της υποχρέωσης να αποσύρει τη συμφωνία από το κτηματολόγιο. Επικαλείται επίσης την πλήρη διευθέτηση των μεταξύ τους διαφορών με την μετέπειτα απόσυρση της συμφωνίας. Ως προς την αιτήτρια 1 εταιρεία, κρίνω ότι δεν αποκαλύπτεται υπεράσπιση ικανή να οδηγήσει το Δικαστήριο στον παραμερισμό της εναντίον της εκδοθείσας απόφασης και να της επιτραπεί να καταχωρίσει υπεράσπιση. Από την ανταλλαγείσα αλληλογραφία και ειδικότερα την επιστολή ημερομηνίας 7/3/18, που ο δικηγόρος της απέστειλε ως απάντηση στην επιστολή των δικηγόρων των καθ'ων η αίτηση ημερομηνίας 20/2/18, ουδεμία από τις πιο πάνω θέσεις προκύπτει. Τουναντίον. Η αιτήτρια 1 δηλώνει έτοιμη για την υποβολή των σχεδίων και αιτήσεων για την έκδοση πολεοδομικής άδειας σύμφωνα μάλιστα με τη συμφωνία αντιπαροχής. Ζητά περαιτέρω όπως ενημερωθούν οι καθ'ων η αίτηση ότι θα κληθούν και να είναι έτοιμοι να υπογράψουν την αίτηση για υποβολή αίτησης για την πολεοδομική άδεια. Ουδέν αναφέρει για οικονομική κρίση και αδυναμία της να ανταποκριθεί στις εκ της συμφωνίας αντιπαροχής υποχρεώσεις της λόγω αναστολής των εργασιών της. Δεν επισυνάπτει ούτε και τα σχέδια που ισχυρίζεται ότι ήταν έτοιμη να υποβάλει προς εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας. Τα όσα δε επικαλείται για πλήρη διευθέτηση των μεταξύ τους διαφορών με την απόσυρση της συμφωνίας αντιπαροχής δεν είναι δυνατόν να αποτελέσουν βάση υπεράσπισης. Πουθενά δεν τίθεται ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών ότι με την απόσυρση της συμφωνίας αντιπαροχής από το κτηματολόγιο θα επιλύοντο όλες οι μεταξύ τους διαφορές. Η αγωγή κατά το χρόνο απόσυρσης της συμφωνίας εκκρεμούσε και οι προηγουμένως αποσταλείσες επιστολές από τον δικηγόρο των καθ'ων η αίτηση, αποστάληκαν με επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους για αξίωση αποζημιώσεων. Τα όσα η αιτήτρια 1 εταιρεία προβάλλει για να της επιτραπεί να υπερασπιστεί στην αγωγή στερούνται και επάρκειας αλλά και υποστήριξης. Αναφορικά τώρα με τον αιτητή 2, αυτό που προβάλλει είναι ότι ουδέποτε εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της αιτήτριας 1 εταιρείας για την πιστή εκτέλεση του συμφωνητικού εγγράφου και ότι παράτυπα και αντικανονικά προστέθηκε ως εγγυητής στην αγωγή, αφού πουθενά στην συμφωνία δεν αναφέρεται το όνομα του ως εγγυητής. Οι καθ'ων η αίτηση από την άλλη αντιτείνουν ότι ο αιτητής 1 ανέλαβε προσωπικά την ευθύνη εφαρμογής και υλοποίησης των συμφωνηθέντων ως ο μόνος μέτοχος και διευθυντής της εταιρείας διαβεβαιώνοντας τους ότι είναι προσωπικά υπεύθυνος για την υλοποίηση της συμφωνίας ενώ ανέλαβε και την υποχρέωση να τους αποζημιώσει προσωπικά σε περίπτωση παράβασης ή ζημιάς. Να τονισθεί αρχικά ότι το νομικό πρόσωπο αποτελεί ξεχωριστή οντότητα από τους αξιωματούχους της και ο διευθυντής της δεν υπέχει αστική ευθύνη για τυχόν υποχρεώσεις της εταιρείας. Συνεπώς και στην παρούσα περίπτωση η ευθύνη της εταιρείας για παράβαση της συμφωνίας αντιπαροχής που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και των καθ'ων η αίτηση δεν επιφέρει και προσωπική ευθύνη του διευθυντή της. Έπειτα, στην επίδικη συμφωνία αντιπαροχής πέραν της υπογραφής του αιτητή 2 ως διευθυντή της εταιρείας, πουθενά δεν υπάρχει αναφορά ότι ο πρώτος εγγυάται προσωπικά τις υποχρεώσεις της εταιρείας από τυχόν παράβαση των όρων της επίδικης σύμβασης. Δεν θεωρώ ορθό να επεκταθώ περαιτέρω επί του σημείου αυτού αφού το Δικαστήριο στα πλαίσια της επίδικης αίτησης δεν καλείται να αξιολογήσει την μαρτυρία και τα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον του για να καταλήξει σε τελικά συμπεράσματα. Αυτό θα γίνει, αν και εφόσον εγκριθεί η αίτηση, μετά που θα καταχωριστεί υπεράσπιση και ακουστεί η υπόθεση. Επίσης τόσο η επιστολή ημερομηνίας 20/2/18 όσο και η επιστολή ημερομηνίας 23/3/18 που ο συνήγορος των καθ'ων η αίτηση απέστειλε απευθυνόταν μόνο στην αιτήτρια 1 εταιρεία χωρίς αναφορά και κοινοποίηση στον αιτητή 2 ως εγγυητή της. Το ίδιο ισχύει και για την απαντητική επιστολή του δικηγόρου των αιτητών ημερομηνίας 7/3/
  2. Οι οδηγίες για αποστολή της επιστολής δόθηκαν από την εταιρεία χωρίς αναφορά και πάλι στον αιτητή
  3. Υπάρχει όμως και η επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 9/5/18 που μαζί με τις υπόλοιπες επιστολές επισυνάπτονται στην ένσταση των καθ'ων η αίτηση. Η επιστολή τερματισμού αποστάληκε και πάλι στην αιτήτρια 1 εταιρεία με κοινοποίηση και στον δικηγόρο της, χωρίς να κοινοποιηθεί και στον αιτητή 2 που φέρεται ως εγγυητής των υποχρεώσεων της εταιρείας από την επίδικη συμφωνία αντιπαροχής. Το Δικαστήριο και πάλι δεν είναι δυνατόν να αξιολογήσει σε βάθος τα ενώπιον του στοιχεία και να καταλήξει σε τελικά συμπεράσματα. Αυτό που εξετάζει είναι αν από το περιεχόμενο των γραπτών ενόρκων δηλώσεων, υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Από τα πιο πάνω κρίνω ότι ο αιτητής 2 έχει θέσει ικανοποιητική μαρτυρία για την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης για να του επιτραπεί να την προβάλει και να υπερασπιστεί την αγωγή. Έχει τεθεί προηγουμένως ότι η αποκάλυψη υπεράσπισης δεν εξετάζεται απομονωμένα και δεν επιφέρει από μόνη της τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Οι αιτητές θα πρέπει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι είχαν καλό λόγο για την παράλειψη τους να καταχωρήσουν εμφάνιση στην αγωγή και που είχε σαν αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον τους και ότι προχώρησαν με την αναγκαία ταχύτητα για παραμερισμό της από την στιγμή που έλαβαν γνώση για την εναντίον τους εκδοθείσα απόφαση. Είναι δεκτό και από τις δύο πλευρές, αλλά προκύπτει και από τις ένορκες δηλώσεις επίδοσης που είναι κατατεθειμένες στον φάκελο του Δικαστηρίου, ότι το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο επιδόθηκε στους αιτητές στις 22.8.
  4. Επιδόθηκαν στον αιτητή 2 για τον ίδιο προσωπικά, αλλά και ως διευθυντή της αιτήτριας 1 εταιρείας. Παρέλειψαν να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης με αποτέλεσμα στις 13.1.2020 να εκδοθεί απόφαση εναντίον τους. Ο λόγος που προβάλλεται από τους αιτητές για την παράλειψη τους να εμφανιστούν στην αγωγή, είναι διότι προ της καταχώρισης της αγωγής και συγκεκριμένα στις 20.2.2018, οι καθ' ων η αίτηση με επιστολή του δικηγόρου τους, κάλεσαν την αιτήτρια 1 εταιρεία να προχωρήσει στην υλοποίηση της συμφωνίας αντιπαροχής. Ακολούθησε ανταλλαγή αλληλογραφίας που δεν κατέληξε σε συμφωνία. Είχε ο ενόρκως δηλών ζητήσει και προφορικά μέσω του δικηγόρου του, να πληρώσουν οι καθ'ων η αίτηση τα έξοδα ετοιμασίας των αρχιτεκτονικών σχεδίων, δηλώνοντας την ετοιμότητα του να αποσύρει την συμφωνία αντιπαροχής από το κτηματολόγιο και αυτή να ακυρωθεί. Οι καθ'ων η αίτηση αρνήθηκαν. Κατόπιν παροτρύνσεων και συμβουλών, αλλά και τηλεφωνικών επικοινωνιών των δικηγόρων των δύο πλευρών, και μετά από συμβουλή του δικηγόρου του, στις 24.4.2019 μετέβηκε μαζί με τους καθ'ων η αίτηση στο κτηματολόγιο και απέσυραν το πωλητήριο έγγραφο. Δεν καταχώρισε εμφάνιση στην αγωγή, που είχε εν τω μεταξύ καταχωριστεί, γιατί βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις με τους καθ'ων η αίτηση και με την απόσυρση του πωλητηρίου εγγράφου η αγωγή διευθετήθηκε. Οι καθ'ων η αίτηση αντιτείνουν ότι οι αιτητές, κατά τον χρόνο απόσυρσης του πωλητηρίου εγγράφου από το κτηματολόγιο, γνώριζαν για την ύπαρξη της αγωγής και ότι η απόσυρση του εν λόγω εγγράφου δεν έγινε προς πλήρη διευθέτηση. Δεν είναι δυνατό να ήταν προς πλήρη διευθέτηση και οι αιτητές που εκπροσωπούντο από δικηγόρο να μην ζητήσουν βεβαίωση ως προς τη διευθέτηση που επικαλούντο. Οι ίδιοι από μόνοι τους επέλεξαν να μην εμφανιστούν στην αγωγή και προβαίνουν στην υπό κρίση αίτηση λόγω της καταχώρησης της ειδοποίησης πτώχευσης εναντίον του αιτητή
  5. Ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν τεθεί οι επιστολές που ανταλλάγηκαν μεταξύ των δύο πλευρών. Η πρώτη είναι ημερομηνίας 20.2.2018, με την οποία καλούνται οι αιτητές, είτε να προβούν στην υλοποίηση της συμφωνίας αντιπαροχής, είτε να την αποσύρουν από το κτηματολόγιο με επιφύλαξη των δικαιωμάτων των καθ'ων η αίτηση για αποζημιώσεις. Ακολούθησε η απαντητική επιστολή του δικηγόρου των αιτητών, ημερομηνίας 7.3.2018, στην οποία δηλώνεται η ετοιμότητα τους να υποβάλουν τα σχέδια και αιτήσεις για την έκδοση της πολεοδομικής άδειας. Στη συνέχεια, και συγκεκριμένα στις 23.3.2018, αποστάληκε η επιστολή των καθ' ων η αίτηση, μέσω του δικηγόρου τους, με την οποία δηλώνουν την προθυμία τους να υπογράψουν κάθε αναγκαία αίτηση για την έκδοση της πολεοδομικής άδειας, με επιφύλαξη όμως των δικαιωμάτων τους. Στις 9.5.2018 αποστάληκε η επιστολή των καθ'ων η αίτηση, μέσω του δικηγόρου τους, διά της οποίας τερματίζουν τη συμφωνία, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους για ζημιά και καλούν τους αιτητές να αποσύρουν από το κτηματολόγιο τη συμφωνία αντιπαροχής. Στις 2.8.2018 καταχωρίστηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και στις 24.4.2019 το πωλητήριο έγγραφο ΠΩΕ 17/2009 αποσύρθηκε από το κτηματολόγιο. Στις 13.1.2020 εκδόθηκε η επίδικη απόφαση. Το επόμενο δικαστικό διάβημα που λήφθηκε και που βασιζόταν στην πιο πάνω απόφαση, ήταν η καταχώρηση της Ειδοποίησης Πτώχευσης με αριθμό 8/20, η οποία επιδόθηκε στον αιτητή 2 στις 8.7.
  6. Από τις επιστολές που ανταλλάγηκαν δεν προκύπτει οτιδήποτε που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η απόσυρση της συμφωνίας αντιπαροχής θα επέφερε και την πλήρη διευθέτηση των μεταξύ των μερών τυχόν άλλων διαφορών που ανέκυπταν από την συμφωνία. Στις επιστολές μάλιστα ημερομηνίας 20/2/18 και 23/3/18, που ο δικηγόρος των καθ'ων η αίτηση απέστειλε και επισυνάπτονται ως τεκμήρια στην ένσταση τους και που καλούν τους αιτητές, ανάμεσα σε άλλα, να αποσύρουν τη συμφωνία από το κτηματολόγιο, το κάνουν με επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους να αξιώσουν αποζημιώσεις. Στην δε επιστολή ημερομηνίας 9/5/18, που τερματίζουν τη συμφωνία επιφυλάσσουν και πάλι τα δικαιώματα τους για αποζημιώσεις. Βέβαια η απόσυρση της επίδικης συμφωνίας από το κτηματολόγιο έλαβε χώρα στις 24/4/19, πολύ αργότερα από την αποστολή των πιο πάνω επιστολών και είναι επ'αυτού που βασίζουν τη θέση τους οι αιτητές. Ότι δηλαδή εφόσον πήγαν όλοι μαζί στο κτηματολόγιο και απέσυραν τη συμφωνία αντιπαροχής επήλθε πλήρης διευθέτηση των διαφορών τους. Αρχικά να επαναλάβω την αποστολή, από τον δικηγόρο των καθ'ών η αίτηση, των επιστολών ημερομηνίας 20/2/18 και 23/3/18 που αν και καλούσαν τους αιτητές να αποσύρουν τη συμφωνία αυτό ήταν με επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους. Έπειτα, κατά το χρόνο απόσυρσης της εν λόγω συμφωνίας από το κτηματολόγιο, είχε ήδη καταχωριστεί και επιδοθεί η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Οι αιτητές εκπροσωπούντο ήδη από δικηγόρο στις 24/4/19, ημερομηνία απόσυρσης της συμφωνίας και το πρωταρχικό αυτό ζήτημα θα έπρεπε να διευκρινιστεί και να διευθετηθεί. Το ότι ο ενόρκως δηλών αναφέρει περί τηλεφωνικών επικοινωνιών μεταξύ των δικηγόρων για επίλυση της διαφοράς, εφόσον αποσύρετο η συμφωνία αντιπαροχής από το κτηματολόγιο, στερείται επαρκούς μαρτυριακής υποστήριξης. Η απόσυρση της συμφωνίας δεν συνεπάγεται αλλά ούτε και μπορεί να θεωρηθεί από μόνη της ότι επιφέρει τη λύση όλων των διαφορών δεδομένης της επιφύλαξης των δικαιωμάτων των καθ'ων η αίτηση στις επιστολές που αποστάληκαν, εκτός βέβαια και αν υπάρχει σχετική μεταξύ των μερών συνεννόηση. Εδώ οι καθ'ων η αίτηση και παρά την απόσυρση της συμφωνίας διατηρούσαν κάθε δικαίωμα να αξιώσουν αποζημιώσεις πόσον μάλλον που κατά την ημερομηνία μετάβασης τους στο κτηματολόγιο στις 24/4/19 η αγωγή είχε ήδη καταχωριστεί. Οι αιτητές, έστω και αν μετέβησαν στο κτηματολόγιο μαζί με τους καθ'ων η αίτηση για απόσυρση της συμφωνίας αντιπαροχής, όφειλαν να διευκρινίσουν το θέμα της αγωγής, τη στιγμή μάλιστα που εκπροσωπούντο από δικηγόρο. Δεν διαφεύγει βέβαια του Δικαστηρίου το γεγονός ότι η επίδικη απόφαση εκδόθηκε 9 μήνες μετά την απόσυρση της συμφωνίας από το κτηματολόγιο και 15 σχεδόν μήνες μετά την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης. Θα πρέπει επίσης να τονισθεί εδώ ότι ακόμα και η ειδοποίηση πτώχευσης με αριθμό 8/20, καταχωρίστηκε και επιδόθηκε έξι μήνες μετά την έκδοση της απόφασης. Αναμφίβολα η αντιμετώπιση από τους αιτητές της εναντίον τους εκκρεμούσας αγωγής, δεν ήταν ούτε η αναμενόμενη αλλά ούτε και η ενδεικνυόμενη. Η ύπαρξη της έπρεπε να τους κρατά σε εγρήγορση. Το ερώτημα που τίθεται, είναι αν η πιο πάνω συμπεριφορά των αιτητών στη μη καταχώρηση εμφάνισης και που είχε σαν αποτέλεσμα την έκδοση απόφασης είναι τέτοια που συνιστά καταφρόνηση της διαδικασίας. Στην υπόθεση Κοστανιάν ν. Βασιλείου, Πολ.Έφεση Αρ. 168/13, ημερ. 25/2/20, τέθηκαν τα ακόλουθα: «Εκείνο που είναι σημαντικό, εν πάση περιπτώσει, είναι η αντιμετώπιση από το νόμο χειρισμών όπως οι πιο πάνω, στο πλαίσιο της εφαρμογής της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου, που προβλέπεται στον Κ. 10[1] της Δ.17 των Κ.Π.Δ. Το βέβαιο είναι πως τυχόν επιπόλαιοι χειρισμοί ενός εναγομένου, που οδηγούν στην έκδοση απόφασης εναντίον του, δε θεωρούνται, χωρίς άλλο, από τη νομολογία, ως καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, οποιασδήποτε μορφής· πολύ περισσότερο, δε δικαιολογείται, στη βάση αυτή, η απόρριψη αίτησης για παραμερισμό απόφασης εκδοθείσας εναντίον του ερήμην.» Κρίση του Δικαστηρίου είναι ότι η συμπεριφορά των αιτητών, ως άνω έχει τεθεί, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καταφρόνηση της Δικαστικής διαδικασίας. Πέραν του γεγονότος ότι όφειλαν να διευκρινίσουν το ζήτημα της αγωγής και το θέμα των αποζημιώσεων που οι καθ'ων η αίτηση αξίωναν με αυτή, εν τούτοις φαίνεται από την όλη συμπεριφορά τους ότι μετά την καταχώριση της προέβηκαν σε ενέργειες για αποκατάσταση της προτέρας κατάστασης σε σχέση με το επίδικο ακίνητο, αφού απέσυραν την συμφωνία αντιπαροχής που είχε κατατεθεί στο κτηματολόγιο γεγονός που θεωρώ ότι καταδεικνύει ότι η Δικαστική διαδικασία και οι συνέπειες που ενδεχομένως να προέκυπταν τους είχαν ανησυχήσει. Δεν είναι από τις περιπτώσεις που μετά την καταχώριση και επίδοση της αγωγής αγνόησαν τη Δικαστική διαδικασία χωρίς να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια. Η απόσυρση της συμφωνίας 8 και πλέον μήνες μετά την καταχώριση της αγωγής καταδεικνύει ακόμα ένα στοιχείο. Ότι οι δύο πλευρές βρίσκονταν σε διαπραγμάτευση σε σχέση με τη συμφωνία χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι οι αιτητές δεν όφειλαν να καταχωρίσουν εμφάνιση στην αγωγή. Περαιτέρω, παράγοντας που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση, είναι και η ανεξήγητη αργοπορία διαδίκου να κινηθεί άμεσα για να παραμεριστεί η απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του (βλ. Mine & Quarry Services (ανωτέρω)). Στην υπό εξέταση υπόθεση η επίδικη για παραμερισμό απόφαση εκδόθηκε στις 13/1/
  7. Το επόμενο Δικαστικό διάβημα, με βάση την ως άνω απόφαση ήταν η καταχώριση της Ειδοποίησης Πτώχευσης με αρ. 8/20 εναντίον του αιτητή
  8. Η Ειδοποίηση Πτώχευσης προκύπτει από την ένσταση ότι καταχωρίστηκε στις 26/6/20 και επιδόθηκε στον καθ'ου η αίτηση (αιτητής 1 στην παρούσα), στις 8/7/
  9. Στις 13/7/20, πέντε δηλαδή μέρες μετά την παραλαβή της ειδοποίησης πτώχευσης καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση για παραμερισμό της απόφασης. Αναμφίβολα η ενέργεια αυτή των αιτητών κρίνεται ως άμεση χωρίς επίδειξη αδιαφορίας. Το χρονικό διάστημα των πέντε ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης πτώχευσης, που κατά τους αιτητές είναι και η πρώτη φορά που έλαβαν γνώση για την ύπαρξη της εναντίον τους εκδοθείσας απόφασης-κάτι που δεν αμφισβητήθηκε- δεν είναι δυνατόν να κριθεί ότι υπήρξε ολιγωρία στην καταχώριση της αίτησης παραμερισμού. Με το που έλαβαν γνώση για την ύπαρξη της απόφασης έδρασαν άμεσα για τον παραμερισμό της. Αν κριθεί ότι υπάρχει αδιαφορία σε βαθμό καταφρόνησης της Δικαστικής διαδικασίας τότε ακόμα και αν καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση η αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Στην υπόθεση Δανιήλ (ανωτέρω) τέθηκαν τα εξής: «Η ύπαρξη, εκ πρώτης όψεως, υπεράσπισης επί της ουσίας της απαίτησης αποτελεί τη βασική προϋπόθεση, την οποία έχει αναγνωρίσει η νομολογία για την εφαρμογή της Δ.17, Κ.
  10. Αυτή ικανοποιείται με την προσκόμιση, από τον εναγόμενο, αιτητή, επαρκούς, κατά την κρίση του δικαστηρίου, γραπτής ένορκης μαρτυρίας, προς τούτο. Η αίτησή του δε, σε τέτοια περίπτωση, επιτρέπεται και δίδεται άδεια για καταχώριση υπεράσπισης, εκτός όπου το εκδικάζον δικαστήριο διαπιστώνει, περαιτέρω, να συντρέχει κάποιος λόγος, π.χ. ολιγωρία, στην υποβολή της αίτησης, ο οποίος, παρά ταύτα, δικαιολογεί την άσκηση εναντίον του της διακριτικής του εξουσίας, δυνάμει της προαναφερθείσας δικονομικής πρόνοιας, (βλ. Evans ν. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, σελίδα 650 και Ioannis Kotsapas & Sons Ltd. v. Titan Construction & Engineering Company
(1961)C.L.R. 317).» Στην παρούσα περίπτωση η συμπεριφορά που οι αιτητές επέδειξαν ως προς την ύπαρξη της αγωγής, έχει αναφερθεί προηγουμένως δεν ήταν η ενδεικνυόμενη. Με την απόσυρση της συμφωνίας αντιπαροχής από το κτηματολόγιο, είχαν την ευθύνη να διευκρινίσουν και το ζήτημα αυτό. Έχει λεχθεί στην υπόθεση (Jurgen (ανωτέρω)) ότι δεν υπάρχουν στεγανά στην εξέταση μιας αίτησης της φύσεως αυτής, δεδομένου ότι ανακύπτουν διαφορετικά δεδομένα και γεγονότα στην κάθε υπόθεση. Στην υπό κρίση αίτηση και έχοντας κατά νουν τα γεγονότα που την περιβάλλουν, την απόσυρση της συμφωνίας αντιπαροχής από το κτηματολόγιο υπό τις συνθήκες που ως ανωτέρω έχουν τεθεί, την αποκάλυψη υπεράσπισης από τον αιτητή 2, τις άμεσες ενέργειες που προέβηκαν για ακύρωση της απόφασης μόλις έλαβαν γνώση την ύπαρξη της και που η όλη συμπεριφορά τους δείχνει μη καταφρόνηση της Δικαστικής διαδικασίας κρίνω ότι το Δικαστήριο, ως προς τον αιτητή 2 θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να παραμερίσει την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του στις 13/1/20. Ως εκ τούτου κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι η αίτηση σε σχέση με την αιτήτρια 1 δεν μπορεί να επιτύχει σε αντίθεση με τον αιτητή 2 που επιτυγχάνει. Συνεπώς η αίτηση αναφορικά προς την αιτήτρια 1 απορρίπτεται με έξοδα κατά το ήμισυ σε βάρος της ως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ως προς τον αιτητή 2 η απόφαση ημερομηνίας 13/1/20 που εκδόθηκε εναντίον του παραμερίζεται υπό τον όρο ότι θα καταβάλει το ήμισυ των εξόδων που επιδικάστηκαν εναντίον του κατά την έκδοση της επίδικης απόφασης, ως επίσης και το ήμισυ των εξόδων της παρούσας αίτησης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα σε σχέση με τον αιτητή 2, τόσο της απόφασης όσο και της αίτησης θα καταβληθούν εντός 30 ημερών από την γνωστοποίησης τους στην πλευρά του εναγόμενου 2-αιτητή. Εντός 10 ημερών από την καταβολή των εξόδων να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. (Υπ.)............ Λ. Μουγής, Α.Ε.Δ. Πρωτοκολλητής Πιστό Αντίγραφο /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.