← Κύπρος

Ν. HADDAD LTD ν. A.J. GEORGHIADES ESTATES LTD, Αρ. Αγωγής: 10/2021, 14/5/2021

Ν. HADDAD LTD ν. A.J. GEORGHIADES ESTATES LTD, Αρ. Αγωγής: 10/2021, 14/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 10/2021 Μεταξύ: Ν. HADDAD LTD Εναγόντων και

  1. A.J. GEORGHIADES ESTATES LTD
  2. XXXXX Α. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
  3. XXXXX ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ
  4. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Εναγομένων Ημερομηνία:14.5.21 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/ Αιτητές: κα. Σιακού Για Εναγόμενους/ Καθ'ων η Αίτηση: κ. Ν. Κ. Χριστοφόρου Αίτηση και Προσωρινό Διάταγμα ημερ. 26.1.21 ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε την 26.1.
  5. H αξίωση των εναγόντων αφορά την καταβολή ποσού €85.000 δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και ή παράβαση συμφωνίας εναντίον όλων των εναγόμενων, ενώ παράλληλα διεκδικούνται περαιτέρω εναντίον της εναγομένης 4, αποζημιώσεις συνεπεία παράβασης ρητής και ή εξυπακουόμενης συμφωνίας και ή αμέλειας και ή παράνομης κατακράτησης πράγματος, γενικές και ή ειδικές αποζημιώσεις, και παραδειγματικές και ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, πλέον νόμιμο τόκο από 30.11.16 πλέον έξοδα, πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης. Της καταχώρησης της αγωγής ακολούθησε την ίδια ημέρα η καταχώρηση μονομερούς αίτησης για έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων ως ακολούθως: Α. Προσωρινό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να εμποδίζονται οι Εναγόμενοι 1 - Καθ' ων η Αίτηση 1 και / ή ο Διευθυντής και / ή Γραμματέας και / ή οι υπηρέτες και / ή οι αντιπρόσωποι τους από το να πωλήσουν και / ή μεταπωλήσουν και / ή μεταβιβάσουν και / ή με οποιοδήποτε τρόπο επιβαρύνουν και / ή αποξενώσουν το 11 /50 μερίδιο του ακινήτου με αριθμό εγγραφής XXXXX, Φ / Σχ. 41 / 57.1.3, Τμήμα D Τεμάχιο XXXXX, Ενορία Σκάλα στην Λάρνακα επί της οδού XXXXX 34, XXXXX στην Λάρνακα μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας Αγωγής και / ή μέχρι νετέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου. Β. Προσωρινό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να εντέλλει τον Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας και / ή τους λειτουργούς και / ή υπαλλήλους και / ή υπηρέτες και / ή αντιπρόσωπους τους να μην προβεί σε οιανδήποτε Δήλωση Πώλησης και / ή Μεταβίβασης και / ή με οποιοδήποτε τρόπο αποξένωσης του 11/50 μεριδίου του ακινήτου με αριθμό εγγραφής XXXXX, Φ / Σχ. 41 / 57.1.3, Τμήμα D Τεμάχιο XXXXX, Ενορία Σκάλα στην Λάρνακα επί της οδού XXXXX 34, XXXXX στην Λάρνακα μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας Αγωγής και / ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου. Γ. Οποιοδήποτε περαιτέρω Διάταγμα και / ή Διαταγή το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και / ή εύλογη. Δ. Έξοδα της παρούσας Αίτησης πλέον Φ.Π.Α. Το Δικαστήριο εξετάζοντας την Έκθεση Απαίτησης, την αίτηση και την ένορκη δήλωση που συνόδευε αυτή, εξέδωσε μονομερώς τα Διατάγματα υπό τα στοιχεία (Α) και (Β) ανωτέρω. Τα εν λόγω Διατάγματα ορίστηκαν επιστρεπτέα την 8.2.
  6. Κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία, οι εναγόμενοι εμφανίστηκαν στη διαδικασία μέσω του κ. Χριστοφόρου, ο οποίος έφερε ένσταση στη συνέχιση της ισχύος του πιο πάνω διατάγματος, ζητώντας χρόνο όπως καταχωρήσει και γραπτώς, ένσταση. Από τα πρακτικά του Δικαστηρίου φαίνεται ότι οι συνήγοροι ζήτησαν εκατέρωθεν, χρόνο, καταβάλλοντας προσπάθειες εξωδικαστικής επίλυσης της παρούσας διαφοράς, ενώ στο μεσοδιάστημα, οι εναγόμενοι, την 9.4.21 καταχώρησαν μετά από σχετική άδεια του Δικαστηρίου σχετική συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση την 19.4.21, ημερομηνία κατά την οποία οι συνήγοροι παρέδωσαν στο Δικαστήριο τις εκατέρωθεν αγορεύσεις τους. Η Μονομερής Αίτηση: Η Αίτηση βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4, 5, 6, 7, 8 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 Άρθρα 29, 30, 31 και 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 Θ.1- 2, Δ.48 Θ.1-9 και Δ.64 Θ.1-2, στον Περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149, στο άρθρο 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο Δίκαιο της Επιείκειας, στην πάγια Νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου και στις Συμφυείς Εξουσίες και Πρακτική του Δικαστηρίου. Υπόβαθρο των ισχυριζόμενων γεγονότων αποτελεί η ένορκη δήλωση του XXXXX Γεωργίου εκ Λάρνακας, ενός εκ των Διευθυντών των Εναγόντων, ο οποίος είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος υπ' αυτών όπως προβεί στην παρούσα. Τα ιδιαίτερα γεγονότα που οδήγησαν στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, αποδιδόμενα μέσω της ενόρκου δηλώσεως του ενάγοντα, συνοψίζονται ως ακολούθως. Η εναγόμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Διευθυντής αυτής ο κ. XXXXX Γεωργιάδης. (Ερεύνα του Εφόρου Εταιρειών-Τεκμήριο Β). Ο Εναγόμενος 2 είναι ο υιός του Διευθυντή της εναγόμενης 1 και η Εναγόμενη 3 είναι η σύζυγος του του εναγόμενου
  7. Οι Εναγόμενοι 4 είναι Συνεργατική Εταιρεία, νομίμως εγγεγραμμένη συμφώνως με τον Νόμο. Η αρχική ονομασία των εναγόμενών 4 ήταν Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου /Λάρνακας Λτδ, ενώ κατά την 3.9.18 μετονομάστηκαν σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ. Τον Ιούνιο του 2016 οι ενάγοντες συμφώνησαν με την εναγόμενη 1 όπως οι πρώτοι αγοράσουν και οι τελευταίοι πωλήσουν έξι διαμερίσματα επί του κτιρίου με την ονομασία «XXXXX» στην οδό XXXXX 34, XXXXX στην Λάρνακα, τα οποία αντιστοιχούσαν στο 32/100 μερίδιο του όλου ακινήτου με αριθμό εγγραφής XXXXX, Φ/Σχ.41/ 57/1.3, Τμήμα D, Τεμάχιο XXXXX, Ενορία Σκάλα στην Λάρνακα Το τίμημα πώλησης συμφωνήθηκε στις €400.000,00.(Τεκμήριο Γ). Ο όρος 2 του Τεκμηρίου Γ (Συμφωνία Πώλησης) δήλωνε ότι το προαναφερθέν τίμημα θα καταβάλλετο σε συγκεκριμένους λογαριασμούς καθ' υπόδειξη της εναγομένης
  8. Οι ενάγοντες κατέθεσαν αντιστοίχως την 6.9.16 και 30.11.6: (α) ποσό €200.000,00 σε λογαριασμό του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αμμοχώστου- Λάρνακας Λτδ επ' ονόματι των εναγομένων 1 (Τεκμήριο Δ) και (β) €200.000,00 σe λογαριασμό του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αμμοχώστου - Λάρνακας Λτδ υπ' αριθμό XXXXX118-3 επ' ονόματι των εναγομένων 2 και 3 (Τεκμήριο Ε). Oι εναγόμενοι 4 με την συνολική καταβολή του ποσού των €400.000, αποδέσμευσαν και απάλλαξαν το 32/100 του όλου μεριδίου του ακινήτου, παραχωρώντας ειδική συγκατάθεση στην εναγόμενη 1 με επιστολή τους ημερομηνίας 17.10.16 (Τεκμήριο Στ). Η πράξη αγοραπωλησίας προγραμματίστηκε για την 29.11.16, ημερομηνία κατά την οποία ο αιτητής μετέβηκε για ολοκλήρωση της πράξης στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας, με την πώληση να λαμβάνει τον χαρακτηριστικό αριθμό 2324/2016 (Απόδειξη Κατάθεσης υπ' αριθμό 2324/2016 Τεκμήρια Ζ και Η). Τα γεγονότα περιπλάκησαν όταν ο ομνύοντας την 30.11.2016, μετέβηκε σε υποκατάστημα των εναγομένων 4, παραδίδοντας την επιταγή υπ' αριθμό XXXXX0709 δια το ποσό των €200.000,00 η οποία αφορούσε την επίδικη αγοραπωλησία προς κατάθεση, στον καθ' υπόδειξη λογαριασμό των εναγομένων 2 και 3 και ακόμη μία επιταγή με αριθμό XXXXX0708 (Τεκμήριο Θ) για το ποσό των €85.000,00 προς κατάθεση σε λογαριασμό εταιρείας συμφερόντων των εναγόντων, ήτοι της GA DIGNITY GROUP LTD, ως αυτή μετονομάστηκε, επιταγή η οποία ουδεμία σχέση είχε με την επίδικη πράξη αγοραπωλησίας. Όμως ως ισχυρίζεται ο ομνύοντας, οι εναγόμενοι 4, λανθασμένα και/ή εκ παραδρομής κατέγραψαν επί αυτής ως δικαιούχους τους εναγόμενους 2 και 3, με αποτέλεσμα το εν λόγω ποσό να καταλήξει και αυτό σε δικό τους λογαριασμό αντί στον λογαριασμό της GA DIGNITY GROUP LTD (Τεκμήριο Κ). Το πιο πάνω λάθος δεν είχε διαπιστωθεί παρά μόνο όταν, τον Σεπτέμβριο του 2020, η Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ζήτησε από τους αιτητές, πελάτες της, όπως επικαιροποιήσουν τα στοιχεία τους, γεγονός που οδήγησε αυτούς στην διεξαγωγή οικονομικού και λογιστικού ελέγχου, εξ' ού και ο εντοπισμός της λανθασμένης κατάθεσης του επίδικου ποσού. Τα πιο πάνω, οδήγησαν τον ομνύοντα σε επικοινωνία με τον διευθυντή των εναγόμενων 1, ο οποίος επιβεβαίωσε ότι πράγματι, το εν λόγω ποσό κατατέθηκε σε λογαριασμό των εναγομένων 2 και 3, αναφέροντας μάλιστα ότι και το Τμήμα Φορολογίας απαίτησε την καταβολή επιπρόσθετης φορολογίας από τους εναγόμενους 1, θεωρώντας ότι το τίμημα πώλησης του επίδικου ακινήτου ήταν €485.000,00 αντί €400.000,
  9. Οι εναγόμενοι 4, του ανέφερε, κατέθεσαν το ποσό των €85.000 έναντι των υποχρεώσεων των Καθ' ων 2 και 3, με τον λογαριασμό υπ' αριθμό XXXXX0776 να διευθετείται μετά την κατάθεση και του προαναφερθέντος ποσού. Δυνάμει των πιο πάνω, ο διευθυντής των εναγομένων 1 διαβεβαίωσε τον ομνύοντα ότι θα προέβαινε στις κατάλληλες ενέργειες για επιστροφή του εν λόγω ποσού. Οι αιτητές και οι εναγόμενοι 1, από κοινού, μέσω του δικηγορικού γραφείου Νέστορας Αδάμου Νικηφόρου Δ.Ε.Π.Ε. απέστειλαν στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, η οποία δυνάμει συμφωνίας μεταφοράς εργασιών ημερομηνίας 25.6.18 απέκτησε και/ή ανέλαβε το χαρτοφυλάκιο και/ή τις υποχρεώσεις και/ή τα δικαιώματα του Συνεργατικού Ταμιευτήριου Αμμοχώστου - Λάρνακας Λτδ επιστολή, (Τεκμήριο Λ) καλώντας την όπως μεταφέρει το εν λόγω ποσό στον λογαριασμό υπ' αριθμό XXXXX3401, ως η αρχική πρόθεση των εναγόντων. Με επιστολή της ημερ. 14.1.21 (Τεκμήριο Μ) η Ελληνική Τράπεζα ενημέρωσε ότι ο λογαριασμός υπ' αριθμό 40110776, επ' ονόματι των εναγομένων 2 και 3, δεν έχει μεταφερθεί στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Μέσω δε δεύτερης πράξης, την 2.7.19 οι αιτητές αγόρασαν από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 ακόμη δύο

(2)διαμερίσματα επί του επίδικου Ακινήτου, με τον ομνύοντα να επισυνάπτει αντίγραφο σχετικής απόδειξης κατάθεσης πώλησης του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας ως Τεκμήριο Ξ. Την 16.12.20, και μη έχοντας λάβει πίσω το ποσό των €85.000, ο ομνύοντας κάλεσε παρουσία και αντιπροσώπου των εναγόντων, σε συνάντηση τον Διευθυντή των Καθ' ων η Αίτηση 1, κ. XXXXX Γεωργιάδη, όπου πληροφορήθηκε περί της πρόθεσης των Καθ' ων η Αίτηση 1 όπως πωλήσουν το υπόλοιπο μερίδιο τους επί του επίδικου ακινήτου, προκειμένου να τακτοποιήσουν τις οικονομικές εκκρεμότητες τους τόσο προς τους Καθ' ων η Αίτηση 4, αλλά και προς τους αιτητές. Αντιθέτως, όμως, όταν ο ομνύοντας επικοινώνησε εκ νέου την 22.1.21 με τον κ. Γεωργιάδη προς μεγάλη του έκπληξη ενημερώθηκε ότι όχι μόνο οι Καθ' ων η Αίτηση 1 εξηύραν αγοραστή, αλλά και ότι ολόκληρο το τίμημα πώλησης θα δίδετο αυτόματα στους Καθ' ων η Αίτηση 4 έναντι των οικονομικών υποχρεώσεων των Καθ' ων η Αίτηση 2 και
  1. Ο κ. Γεωργιάδης, αναφέρει ο ομνύοντας, τον ενημέρωσε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 4 συμφώνησαν για την πώληση του εναπομείναντος μεριδίου, νοουμένου ότι ολόκληρο το τίμημα πώλησης θα κατατίθετο έναντι των οικονομικών υποχρεώσεων των Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 και υπό την προϋπόθεση ότι η μεταβίβαση θα λάμβανε χώρα μέχρι την 29.1.
  2. δηλαδή, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του Ιανουαρίου. Στο επισυναπτόμενο Τεκμήριο Ζ φαίνεται ότι οι οφειλές των Καθ' ων η Αίτηση 1- 3 για το 2016 ξεπερνούσαν το ενάμιση εκατομμύριο ευρώ. Περαιτέρω, ο ομνύοντας μέσω του ίδιου τηλεφωνήματος, ενημερώθηκε ότι το επίδικο ακίνητο είναι το μοναδικό ακίνητο το οποίο είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι των Καθ' ων η Αίτηση 1, με την αξία του εναπομείναντος μερίδιού να ανέρχεται περίπου στις €500.000 ( Τεκμήριο Ο). Τέλος, ο κ. Γεωργίου δηλώνει ότι σε περίπτωση κατά την οποία πωληθεί, μεταβιβασθεί ή με οποιονδήποτε τρόπο αποξενωθεί το εναπομείναν μερίδιο του ακινήτου δεν θα υπάρχει άλλος τρόπος να αποζημιωθούν οι αιτητές και να τους επιστραφεί το ποσό των €85.000,00 το οποίο δικαιούνται και το οποίο επωφελήθηκαν οι Καθ' ων η Αίτηση. Για αυτούς του λόγους αποτάθηκε μέσω καταχώρησης της παρούσας διαδικασίας στο Δικαστήριο, αφού ως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, συντρέχουν όλες οι νομικές προϋποθέσεις για την χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών, οι ενάγοντες δε, έχουν πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή, του, ενώ θα είναι οι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε περίπτωση κατά την οποία δεν εκδοθούν τα Διατάγματα και οι αιτητές πετύχουν στην αγωγή τους, καθότι γνωρίζει πολύ καλά ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν διαθέτουν άλλη ακίνητη ή κινητή περιουσία πέραν του επίδικου ακινήτου. Η Ένσταση: Στον αντίποδα, οι εναγόμενοι προβάλουν μέσω της ένστασης τους, δεκαέξι
(16)λόγους για απόρριψη της παρούσας αίτησης, οι οποίοι περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη, ότι η αγωγή εγέρθηκε και προωθείται από τους ενάγοντες παράτυπα, ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν δικαιολογείται, ότι δεν αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ότι δεν υπάρχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας των εναγόντων στην αγωγή τους, ενώ δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο όπως απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ένσταση αντιστοίχως βασίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/1960 άρθρα 29, 30 31, 32 και 35, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9, στον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο του 1992 Ν. 31(Ι)/1992, στον περί Δόλιων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμο Κεφ. 62 άρθρα 2, 3, 4 και 5, στις αρχές των Mareva Injunctions, στις αρχές στις Καλής Πίστης, στις αρχές στις Απαγόρευσης του Αδικαιολόγητου και/ή Αθέμιτου Πλουτισμού, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 και στις περί Εταιρειών Κανονισμούς, στις αρχές στις Φυσικής Δικαιοσύνης, στις Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ. 39 Κ. 1 και 2, Δ. 48 Κ. 1, 2, 3, 4,
(1)και 4
(2), 8 και 9 - 13, Δ. 57, Δ. 64 Κ. 1 και 2, στις αρχές στις Νομολογίας, στις αρχές στις Επιείκειας και στις συμφυείς και γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Ο κ. XXXXX Γεωργιάδης, εκ των διευθυντών των εναγομένων 1, δηλώνει πλήρως εξουσιοδοτημένος όπως προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση, έχοντας προσωπική γνώση επί των γεγονότων. Επισημαίνεται στο στάδιο αυτό ότι η ένορκη δήλωση Γεωργιάδη αποτελεί επανάληψη των παραδεκτών μεταξύ των διαδίκων γεγονότων, ως αυτά έχουν καταγραφεί ανωτέρω. Για σκοπούς πληρότητας και μόνο, αναφέρω ότι, παραδεκτό γεγονός αποτελεί η αγοραπωλησία των διαμερισμάτων, το τίμημα πώλησης, το γεγονός ότι οι εναγόμενοι 1 αποφάσιζαν σε ποιους αριθμούς λογαριασμών θα κατατίθονταν οι €400.000, το γεγονός ότι οι €85.000 λανθασμένα, ως εκ των υστέρων ανακαλύφθηκε, κατατέθηκε σε λογαριασμούς των εναγομένων 2 και 3, ενώ παραδεκτό είναι και το περιεχόμενο των επισυναπτόμενων στην ένορκη δήλωση Γεωργίου, τεκμηρίων. Αυτό που προστίθεται μέσω της ένορκης δήλωσης Γεωργιάδη, είναι ότι οι κ.κ XXXXX και XXXXX Γεωργιάδη, μαζί με τους εναγόμενους 2 και 3 κατέληξαν την 30.4.20 σε συμφωνία διευθέτησης (Τεκμήριο 5) των υποχρεώσεων τους με την ALTAMIRA ASSET MANAGEMENT [CYPRUS] LTD, (εφεξής η Altamira), η οποία ενεργεί πλέον εκ μέρους των εναγομένων 4, για διευθέτηση των λογαριασμών τους με αριθμούς XXXXX0650 και XXXXX
  1. Σκοπός της συμφωνίας ήταν η πώληση καταστημάτων των οποίων ιδιοκτήτες είναι η εταιρεία ANGY' S TOURIST CENTER LTD, (εφεξής η Angy) με το τίμημα πώλησης να διατίθεται για εξόφληση των προαναφερθέντων λογαριασμών. Η εν λόγω συμφωνία ως προκύπτει από το Τεκμήριο 5 θα λάμβανε χώρα σε δύο φάσεις, η δε πρώτη φάση έχει ήδη υλοποιηθεί και παραμένει προς εκπλήρωση η δεύτερη. Η Altamira είναι διατεθειμένη όπως υποβάλει εκ νέου αίτημα για έγκριση της υλοποίησης της δεύτερης φάσης πώλησης, ενώ ο λόγος της καθυστέρησης στην ολοκλήρωση της πράξης ήταν το γεγονός ότι η Angy βρισκόταν σε αναμονή έγκρισης χορήγησης δανείου, η οποία καθυστέρησε λόγω της πανδημίας. Λίγες μέρες πριν την επίδοση του παρόντος διατάγματος οι Καθ'ων η αίτηση 1 ενημερώθηκαν ότι το αίτημα της Angy εγκρίθηκε, με την τελευταία να δηλώνει έτοιμη όπως προχωρήσει στην υλοποίηση της δεύτερης φάσης, ως η μεταξύ των μερών συμφωνία πώλησης ημερ. 9.6.20 ( Τεκμήριο 6). Ήταν εντός του ανωτέρω περιγραφόμενου πλαισίου πώλησης που ανακαλύφθηκε η λανθασμένη κατάθεση των €85.000, με το Τμήμα Φορολογίας να δηλώνει στους εναγόμενους 1 ότι το ζήτημα της επιπρόσθετης φορολογίας θα εξεταζόταν κατά την υλοποίηση της δεύτερης φάσης πώλησης των καταστημάτων. Ως Τεκμήρια 7 και 8 επισυνάπτονται αντίστοιχα, επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων ημερομηνίας 19.10.2020 προς την Ελληνική Τράπεζα με κοινοποίηση προς την Κ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ και την Altamira και επιστολή του Λογιστή των εναγομένων 1 προς τον Έφορο Φορολογίας ημερομηνίας 29.12.
  2. Αποτελεί θέση του κ. Γεωργιάδη ότι η λανθασμένη κατάθεση του ποσού των €85.000 σε λογαριασμό των καθ' ων η 2 και 3 είναι αποτέλεσμα αμέλειας των υπαλλήλων των εναγομένων 4, ενώ, με δεδομένο ότι η εν λόγω επιταγή δεν συνδέεται με οποιανδήποτε συμφωνία μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1, οι ίδιοι δεν είναι υπόλογοι για οποιοδήποτε λάθος. Στην παρούσα, αναφέρει, επηρεάζονται τα συμφέρονταν τρίτων προσώπων οι οποίοι αγνοούν για την ύπαρξη της παρούσας διαδικασίας, ενώ τυχόν οριστικοποίηση του Διατάγματος δύναται να τους προκαλέσει ζημιά. Ως αποκαλύπτεται από το (Τεκμήριο 5- επιστολή προσφοράς ημερ. 30.4.2020), καμία διαγραφή χρέους των εναγομένων 2 και 3 και τους XXXXX και XXXXX Γεωργιάδη, η οποία ανέρχεται στις €665.000, δεν θα λάβει χώρα αν δεν ολοκληρωθούν και οι δύο φάσεις πώλησης των καταστημάτων, ενώ παράλληλα ζημιά θα υποστεί και η εταιρεία Αngy. Συγκριτικά δε, οι Καθ'ων η αίτηση θα υποστούν μεγαλύτερη ζημιά από τους αιτητές οι οποίοι, εν πάση περπτώσει λανθασμένα δεν αντιλήφθηκαν περί της λανθασμένης κατάθεσης του ποσού των €85.
  3. Οι αιτητές, διατηρούν μηδενικές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής τους εναντίον τους, αφού το λάθος έγινε αποκλειστικά εκ μέρους των εναγομένων 4, ενώ η εγγύηση που κατατέθηκε, σε καμία περίπτωση δεν είναι αρκετή να καλύψει τις ενδεχόμενες ζημιές των καθ' ων η αίτηση. Ως ο ίδιος γνωρίζει, το ποσό των €85.000 σε καμία περίπτωση δεν ωφέλησε τους καθ' ων η αίτηση 2 και 3, ενώ η οριστικοποίηση του διατάγματος καμία ζημιά δεν θα επιφέρει στους ενάγοντες, οι οποίοι μπορούν να αποζημιωθούν καταλλήλως από τους εναγόμενους
  4. Τέλος, δηλώνει, ότι ουδέποτε ανέλαβε όπως επιστρέψει το επίδικο ποσό, ενώ οι λογιστές και οι δικηγόροι του, του ανέφεραν ότι σε καμία περίπτωση δεν έχει ευθύνη η εναγόμενη 1 για να προβεί σε τέτοια πράξη. Ακροαματική Διαδικασία: Έχω μελετήσει τις εκατέρωθεν αγορεύσεις των συνηγόρων. Η πλευρά των εναγόντων, με αναφορά στο γεγονότα, ισχυρίζεται ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που επιτάσσει ο Νόμος και η νομολογία για την οριστικοποίηση των εν λόγω διαταγμάτων. Αντίθετα, οι εναγόμενοι υποστήριξαν ότι δεν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις για οριστικοποίηση αυτών, εστιάζοντας κυρίως στις μηδενικές, κατά την εισήγηση τους, πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής εναντίον των. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι εισηγούνται ότι οι Καθ'ων η αίτηση 1, καθώς και τρίτα πρόσωπα θα αδικηθούν σε μεγαλύτερο βαθμό από τους ενάγοντες αν το Δικαστήριο δεν προβεί στην ακύρωση του Διατάγματος. Υπαγωγή Νομικών Αρχών στα Υπό Κρίση Γεγονότα Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, η γενική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων πηγάζει από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί. Το Δικαστήριο διατηρεί ευρεία διακριτική ευχέρεια στην έκδοση τέτοιων διαταγμάτων σε περίπτωση που ικανοποιηθεί ότι: (α) υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ότι ο αιτών έχει ορατή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και (γ) ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Σε περίπτωση ικανοποίησης των τριών προϋποθέσεων, τίθεται προς εξέταση και το ισοζύγιο της ευχέρειας. Οι προϋποθέσεις που αποτυπώνονται στο εν λόγω άρθρο, η σωρευτική ύπαρξη των οποίων αποτελεί προαπαιτούμενο για την έκδοση των διαταγμάτων, έχουν ερμηνευθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557, Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2015 και Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.α ν Λοιζίδου (Π.Ε. Ε7/18 ημερ. 21/3/19). Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της ουσιαστικής απαίτησης του αιτητή, ενώ επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει όπως προβεί σε ευρήματα ή συμπεράσματα επί της ουσίας της διαφοράς. Στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση του κατά πόσον πληρούνται οι υπό τον Νόμο προϋποθέσεις, με τους αίτητές να διατηρούν εξ' ολοκλήρου το βάρος απόδειξης της πλήρωσης αυτών, εάν επιθυμούν την έκδοση ή και συνέχιση ή και οριστικοποίηση των διαταγμάτων. (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν Beograbska Banka
(1999)1 (A) A.A.Δ. 235, Άκης Γρηγορίου κ.α. v Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248), T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802). H πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται, εφόσον αποκαλύπτεται από τον αιτητή, συζητήσιμη υπόθεση με βάση την καταχωρηθείσα δικογραφία. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι στο παρόν στάδιο, δηλαδή για σκοπούς έκδοσης και ενδεχόμενης οριστικοποίησης των εκδοθέντων διαταγμάτων, η εν λόγω προϋπόθεση πληρούται, έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης. Προκύπτει ότι το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων / αιτητών εδράζεται επί των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ας σημειωθεί ότι ο αδικαιολόγητος πλουτισμός, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, δηλαδή σε περιπτώσεις όπου τα Δικαστήρια εκδίδουν Διατάγματα με σκοπό την αποκατάσταση, εκεί όπου η θεραπεία δεν εδράζεται σε προγενέστερη διάπραξη αστικού αδικήματος ή σε παράβαση μίας συμβατικής σχέσης, μπορεί να αποτελέσει βάση δια απόκτηση αγώγιμου δικαιώματος, ενώ ταυτοχρόνως, η συγκεκριμένη νομική αρχή, της αποκατάστασης, ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, τείνει προς ταχεία αναγνώριση ως μια τρίτη νομική κατηγορία, πέραν του δικαίου των συμβάσεων και των αστικών αδικημάτων. (βλ. Σύγγραμμα Π. Γ. Πολυβίου, «Η Σύμβαση στο Κυπριακό Δίκαιο -Θεωρία και Πράξη», σελ. 708). Εκεί όπου θεμελιώνεται ο αδικαιολόγητος πλουτισμός ως βάση αγωγής, η αποκατάσταση είναι η κύρια θεραπεία. Υπενθυμίζεται ότι όπως έχει λεχθεί στην αυθεντία Benedetti v Sawiris
(2013)3 WLR 351, το Δικαστήριο, εξετάζοντας κατά πόσο τυγχάνουν εφαρμογής στα ενώπιον του γεγονότα οι αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, οφείλει όπως απαντήσει καταφατικά τα ακόλουθα ερωτήματα: «
(1)Has the defendant been enriched?
(2)was the enrichment at the claimant's expense?
(3)was the enrichment unjust?
(4)are there any defences available to the defendant? ». Αντιστοίχως στο Σύγγραμμα των Pollock & Mulla «The Indian Contract & Specific Relief Acts» 16η έκδοση, Τόμος 1, σελ. 1052, βρίσκουμε την ρωμαϊκή αρχή : «Nemo debet locupletari ex aliena jactura», η οποία σε ελεύθερη μετάφραση, αποτυπώνει τις βασικές αρχές του δικαίου της επιείκειας, ήτοι, ότι ουδείς πρέπει να καθίσταται πλουσιότερος εις βάρος και/ή δυνάμει απώλειας άλλου προσώπου, αρχή η οποία τυγχάνει πλήρους εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Περαιτέρω, το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων εναντίον των εναγομένων βρίσκει έρεισμα και στις πρόνοιες του άρθρου 70 του Κεφ. 149, το οποίο προνοεί ότι: « Αν κάποιος πράξει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν ο,τιδήποτε χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος εφόσον ήθελε προσποριστεί όφελος, υποχρεούνται να αποζημιώσει τον πρώτο σε σχέση με την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγμα που παραδόθηκε». Συνεπώς, δυνάμει των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η απαίτηση των εναγόντων φανερώνει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον όλων των εναγομένων, αφού, δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού, θεραπεία μπορεί να αποδοθεί και εναντίον κάποιου ακόμη και αν κριθεί ότι λανθασμένα και/ή χωρίς δόλο έχει προσποριστεί το εν λόγω όφελος. Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση, θα πρέπει να γίνει μια εκ πρώτης όψεως εξέταση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να κρίνεται η αξιοπιστία της ή το βάσιμο των εν λόγω ισχυρισμών. Ως έχει νομολογηθεί, η δεύτερη προϋπόθεση χαρακτηρίζεται ως «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέταση της μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η ερμηνεία του εν λόγω κριτηρίου καθορίζεται από την Νομολογία ως «η αποδεικτική ισχύς της υπόθεσης του ενάγοντα». (βλ Π.Ε Ε7/2018 ημερ. 21.3.2019 ante). Υπενθυμίζεται εδώ ότι το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου που καλείται να ξεπεράσει ο αιτητής είναι αυτό της πιθανότητας επιτυχίας, κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και συνάμα πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, που είναι το επίπεδο απόδειξης σε πολιτική αγωγή. Οι αναφερόμενοι ισχυρισμοί στις ένορκες δηλώσεις των μερών ως προς τα γεγονότα ουδόλως διαφέρουν, υπάρχει δε πλήρης σύμπνοια ως προς την πορεία που αυτά ακολούθησαν. Τα πιο πάνω γεγονότα, ως αυτά περιγράφονται και επιβεβαιώνονται μέσω των αντίστοιχων ένορκων δηλώσεων Γεωργίου και Γεωργιάδη, καταδεικνύουν κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι και η δεύτερη προϋπόθεση πληρούται, αφού οι ενάγοντες έχουν καταλλήλως τεκμηριώσει μια πιθανότητα επιτυχίας επί της ουσίας της αγωγής, εναντίον, μεταξύ άλλων και των εναγόμενων
  1. Σε αντίθεση με την επιχειρηματολογία του συνηγόρου των εναγομένων, η μεταξύ των μερών συμφωνία και το τίμημα πώλησης κατατέθηκαν σε λογαριασμούς των εναγόμενων 2 και 3 καθ' υπόδειξη των εναγομένων 1, με σκοπό όμως την ολοκλήρωση και συμπλήρωση των όρων της μεταξύ των εναγόμενών 1 και εναγόντων, συμφωνίας. Επιπλέον, εξασφάλιση του λογαριασμού υπ' αριθμό 40110776 επ' ονόματι των εναγομένων 2 και 3 στον οποίο κατατέθηκε το ποσό των €85.000 αποτελεί το επίδικο ακίνητο, αποκλειστικοί ιδιοκτήτες του οποίου και πάλι, είναι οι εναγόμενοι
  2. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι 1, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν οι ενυπόθηκοι οφειλέτες του λογαριασμού στον οποίο κατατέθηκε η επιταγή του ποσού των €85.
  3. Επιβεβαίωση των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελεί το περιεχόμενο των παραγράφων 7 και 9 της ένορκης δήλωσης και συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Γεωργιάδη αντιστοίχως, καθώς και τα Τεκμήρια 1-4 και 9 που κατέθεσαν οι ίδιοι οι εναγόμενοι 1 στην παρούσα διαδικασία. Επιπλέον, οι επιστολές της Συνεργατικής Κεντρικής τράπεζας ημερ. 12.12.15 και 17.10.16, αντίστοιχα, (Τεκμήρια 2 και 9 της μαρτυρίας Γεωργιάδη), έχουν ως θέμα την διευθέτηση δανειακών συμβάσεων, συμπεριλαμβανομένου και του λογαριασμού υπ' αριθμό XXXXX0776, επιστολές οι οποίες προσυπογράφονται από τον ομνύοντα ως Διευθυντή των εναγομένων 1 και ενυπόθηκων οφειλετών των προς διευθέτηση λογαριασμών των εναγομένων 2 και
  4. Ορθή κρίνει το Δικαστήριο την τοποθέτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου των αιτητών στην γραπτή της αγόρευση, ότι το όφελος των €85.000 δεν το έλαβαν μόνο οι εναγόμενοι 2 και 3, οι οποίοι βρέθηκαν με το επιπλέον αυτό ποσό στους λογαριασμούς τους, αλλά έμμεσο όφελος έλαβαν και οι εναγόμενοι 1, αφού με την εν λόγω κατάθεση το υπόλοιπο του λογαριασμού των εναγομένων 2 και 3, όχι μόνο μειώθηκε, αλλά αντιστοίχως, μειώθηκε και η επιβάρυνση επί του ενυπόθηκου ακινήτου, ιδιοκτησίας των εναγομένων
  5. Περαιτέρω, μια προσεκτική εξέταση των γεγονότων, αλλά και της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, δείχνει ότι η εκ παραδρομής κατάθεση του εν λόγω ποσού είχε ως αποτέλεσμα, όπως οι εναγόμενοι 2 και 3 επωφεληθούν διαγραφής υποχρεώσεων τους, ύψους €288.041,77 υποχρεώσεις οι οποίες εξασφαλίζονταν από την παραχωρηθείσα υποθήκη επί του επίδικου ακινήτου εκ μέρους των εναγομένων
  6. Είναι λογικό ότι της εν λόγω διαγραφής, επωφελήθησαν και οι εναγόμενοι
  7. 'Άξιο επίσης αναφοράς στο σημείο αυτό, είναι το παραδεκτό μεταξύ των διαδίκων γεγονός, ότι το κατατεθέν ποσό των €85.000 δεν αφορούσε την επίδικη αγοραπωλησία, με το Δικαστήριο να μνημονεύει από την ενώπιον του μαρτυρία, χωρίς αυτή βέβαια να αξιολογείται εις βάθος στο παρόν στάδιο, ότι τα εν λόγω χρήματα ουδέποτε προορίζονταν από τους αιτητές να καταλήξουν σε λογαριασμούς των εναγόμενων 2 και 3, ούτε όπως αυτά χρησιμοποιηθούν εμμέσως προς μείωση και/ή ακόμη και εξόφληση των δανειακών υποχρεώσεων των προαναφερόμενων, από την οποία διευθέτηση, επωφελήθησαν και οι εναγόμενοι
  8. Οι εναγόμενοι, ας σημειωθεί, καμία αναφορά δεν κάνουν επί της πολυσέλιδης κατά τα άλλα ένορκης τους δήλωσης, για τον λόγο, αφού παραδέχονται ότι το χρηματικό ποσό δεν τους οφειλόταν, και εκ παραδρομής κατατέθηκε στον λογαριασμό των εναγομένων 2 και 3, που αυτό δεν επιστρέφεται στους αιτητές. Αντιθέτως, ο κ. Γεωργιάδης, ως ανωτέρω καταγράφηκε, δηλώνει, ως λαμβάνει νομικών και οικονομικών συμβουλών, ότι καμία τέτοια υποχρέωση δεν έχει η εταιρεία του. Δυνάμει, συνεπώς, όλων των πιο πάνω, αποτελεί θέση του Δικαστηρίου ότι τα πιο πάνω γεγονότα, ως έχουν αποτυπωθεί από την ενώπιον του Δικαστηρίου μη αμφισβητούμενη μαρτυρία, εφαρμοζόμενα επί των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως βάσης αγωγής, υποδεικνύουν πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής στον απαιτούμενο από τη νομολογία βαθμό. Η τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή κατά πόσο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Άλλο κριτήριο αφορά την περίπτωση κατά την οποία, αν και μπορεί να υπολογιστεί ή αποτιμηθεί η ζημιά του αιτητή σε χρήμα, εντούτοις δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί λόγω της οικονομικής αδυναμίας του εναγομένου. (βλ. Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited και άλλοι
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1301). Επίσης, λαμβάνεται υπόψη ότι ακόμη και εκεί που η ζημιά θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού (βλ Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1791). Στην Κυρίσαββα κ.α ν Χάρη Γεώργιου Κύζη ως Διαχειριστή της περιουσίας της Αποβιωσάσης Μαριτσούς Κωστή Κίζη
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκαν τα ακόλουθα επί του προκειμένου: «Όμως, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης ν Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231)». Αποτελεί νομολογιακή αρχή ότι οι ενάγοντες έχουν το βάρος απόδειξης ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση που δεν οριστικοποιηθούν τα υπό κρίση διατάγματα. Σημειώνεται ότι δεν έχει τύχει αμφισβήτησης από τους εναγόμενους 1 ότι το μοναδικό ακίνητο, ιδιοκτήτες του οποίου είναι οι ίδιοι, και για το οποίο εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα θα πωληθεί προκειμένου να διευθετηθεί η δανειακή σύμβαση των εναγομένων 2 και
  1. Το πιο πάνω γεγονός όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά επιβεβαιώνεται μέσω του περιεχομένου του Τεκμηρίου 5 στην ένορκη δήλωση Γεωργιάδη, στο οποίο καταγράφεται και το πλαίσιο συμφωνίας πώλησης του ακινήτου. Ούτε είχε αμφισβητηθεί ότι η ολοκλήρωση πώλησης του εναπομείναντος μεριδίου θα ολοκληρώνετο την 29.1.
  2. Υπενθυμίζεται, ότι η εταιρεία Angy's έχει λάβει έγκριση για παραχώρηση δανείου προς όφελος της με σκοπό την αγορά των καταστημάτων, ενώ αντιστοίχως, η Altamira είναι έτοιμη να υποβάλει εκ νέου αίτημα στην εγκρίνουσα αρχή αναφορικά με την ολοκλήρωση της δεύτερης φάσης της πώλησης. Το παρόν ζήτημα οφείλει να αποφασιστεί μεταξύ άλλων και δυνάμει του κατά πόσο θα είναι αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη, με το Δικαστήριο να εξετάζει κατά πόσο οι εναγόμενοι θα είναι σε θέση να καταβάλουν οποιεσδήποτε τυχόν αποζημιώσεις επιδικαστούν εναντίον τους. Αναφορικά με το ζήτημα των αποζημιώσεων δεν έχει τεθεί οτιδήποτε χειροπιαστό από τους εναγόμενους. Καμία αναφορά δεν έχει γίνει ως προς την ικανότητα τους να καταβάλουν, αν κληθούν να το πράξουν, το οποιοδήποτε ποσό, ενώ κανένα στοιχείο δεν παραθέτουν ως προς τις οικονομικές τους ικανότητες, ή δυνατότητες, εάν και εφόσον επιδικαστούν εναντίον τους, δυνάμει τελικής απόφασης, οι οποιεσδήποτε αποζημιώσεις. Ούτε έχει αμφισβητηθεί η μαρτυρία Γεωργίου ότι το επίδικο ακίνητο είναι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο των εναγομένων 1, ή η αφερεγγυότητα ακόμη των εναγομένων 2 και
  3. Ας λεχθεί εδώ επίσης, ότι, οι εναγόμενοι 1 κάνουν αναφορά μόνο στην ζημιά που θα υποστούν οι εναγόμενοι 2 και 3 από την διατήρηση του διατάγματος σε ισχύ, ενώ καμία αναφορά δεν κάνουν για τη όποια τυχόν δική τους ζημιά. Εξίσου σημαντικό, είναι, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση είναι παραδεκτό ουσιαστικά ότι τα εν λόγω χρήματα, δεν ανήκουν στους εναγόμενους 1, ή, ακόμη στους εναγόμενους 2 και 3, γιατί, το ποσό αυτό δεν επιστρέφεται, αφού σκοπός των εναγομένων 1, ως αναφέρουν δεν ήταν η παρακράτηση των χρημάτων αυτών. Η παντελής έλλειψη αναφοράς επί του σημείου τούτου, δεν υποβοηθά το Δικαστήριο, δημιουργώντας και επιβεβαιώνοντας ενδεχομένως, τον έντονο προβληματισμό των εναγόντων ως προς την οικονομική κατάσταση και φερεγγυότητα των εναγομένων, γεγονότα που τους οδήγησαν μεταξύ άλλων στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Συνεπώς καταλήγω ότι και η τρίτη προϋπόθεση πληρούται. Νοείται ότι η ικανοποίηση των τριών ως ανωτέρω προϋποθέσεων, δεν σημαίνει ότι αυτομάτως ο αιτών διάδικος δικαιούται στην υπέρ του έκδοση διατάγματος. Το ζήτημα παραμένει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους παράγοντες που βρίσκονται ενώπιον του και να εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ.
  1. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρεια δεν είναι εξαντλητικοί. Η ανάλυση του σκεπτικού του Δικαστηρίου αναφορικά με την ικανοποίηση των τριών προϋποθέσεων, ως αυτή έχει αποτυπωθεί ανωτέρω, οδηγεί το Δικαστήριο στην κρίση ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των εναγόντων, έχοντας πάντα κατά νου ότι το Δικαστήριο ασχολείται στην ουσία με την Δικαιοσύνη και όχι με την ευχέρεια των διαδίκων. (Francome v Mirror Group Newspaper [1984] 1 W.L.R. 892). Το ισοζύγιο στην παρούσα κλίνει υπέρ των αιτητών, αφού το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει αφ' ενός την πιθανότητα επιτυχίας από οποιονδήποτε των διαδίκων και αφ' ετέρου να διασφαλίσει ότι τίποτα δεν θα συμβεί κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας που θα επηρεάσει αρνητικά τα δικαιώματα του. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που έχουν αναφερθεί, καταλήγω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως τα εκδοθέντα Διατάγματα οριστικοποιηθούν με έξοδα υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ'ων η αίτηση 1, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δεδομένου ότι η αξία της περιουσίας που δεσμεύεται με το παρόν διάταγμα είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από το αξιούμενο στην αγωγή ποσό, και δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από οποιανδήποτε πλευρά η αξία οποιουδήποτε μεριδίου επί της ακίνητης αυτής περιουσίας, θεωρώ ορθό όπως η οριστικοποίηση του παρόντος προσωρινού διατάγματος, συνοδευτεί από τον όρο ότι, σε περίπτωση που οι καθ'ων η αίτηση/ εναγόμενοι 1 ήθελαν καταθέσει το ποσό των €90.000 (το οποίο αντιπροσωπεύει το ποσό της αξίωσης πλέον τόκους και υπολογιζόμενα έξοδα), μέσω τραπεζικής επιταγής ή άλλον παρόμοιο τρόπο στην ικανοποίηση του Πρωτοκολλητή ή να καταθέσει το εν λόγω ποσό σε μετρητά, το παρόν οριστικοποιηθέν διάταγμα θα παύει αμέσως να ισχύει ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η απελευθέρωση της περιουσίας των εναγόμενων
  2. (Υπ.)............. Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.