← Κύπρος

SHOLPAN ν. A.J.K. TRUSTEE SERVICES LTD κ.α., Εναρκτήρια Κλήση αρ: 5/18, 12/5/2021

SHOLPAN ν. A.J.K. TRUSTEE SERVICES LTD κ.α., Εναρκτήρια Κλήση αρ: 5/18, 12/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Εναρκτήρια Κλήση αρ: 5/18 Αναφορικά με τον περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμο του 1992, Ν. 69(Ι)/1992, ως έχει τροποποιηθεί, και Αναφορικά με τη Σύμβαση της Χάγης περί του νόμου που εφαρμόζεται σε εμπιστεύματα και περί της αναγνώρισης αυτών Νόμος του 2017 (Κυρωτικός Νόμος 4(III)/2017), και Αναφορικά με το «Wycombe Settlement», ένα Κυπριακό Διεθνές Εμπίστευμα που εγκαθιδρύθηκε με τη Συμφωνία Εμπιστεύματος ημερομηνίας 29/04/2009 μεταξύ του XXXXX Arip, νυν υπήκοος της Κυπριακής Δημοκρατίας και διαμένων στην Ελβετία, και της RYSAFFE FIDUCIAIRES SARL, από την Ελβετία, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα (το Εμπίστευμα), και Αναφορικά με τα πιο κάτω πρόσωπα ή/και μεταξύ: XXXXX SHOLPAN, νυν υπήκοος της Κυπριακής Δημοκρατίας και διαμένουσα στην Ελβετία Ενάγουσας και

  1. A.J.K. TRUSTEE SERVICES LTD, από την Λάρνακα, Κύπρος
  2. XXXXX ARIP, Κύπριος υπήκοος και διαμένων στην Ελβετία
  3. KAZAKHSTAN KAGAZY PLC, από το Isle of Man
  4. KAZAKHSTAN KAGAZY JSC, από το Καζακστάν
  5. PRIME ESTATE ACTIVITIES KAZAKHSTAN LLP, από το Καζακστάν
  6. PEAK AKZHAL LLP, από το Καζακστάν
  7. PEAK AKSENGER LLP, από το Καζακστάν
  8. ASTANA - CONTRACT JSC, από το Καζακστάν
  9. PARAGON DEVELOPMENT LLP, από το Καζακστάν Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 21/05/2018 Hμερομηνία:12.05.2021 Εμφανίσεις: Για Αιτητές / Εναγόμενους 3, 4, 5 και 6: κ. Π.Παναγίδης για Chrysses Demetriades & Co LLC Για Ενάγουσα / Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Γ.Τσαρδελλής για Ηλίας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό κρίση υπόθεση αφορά το Eμπίστευμα, "Wycombe Settlement". Προτού εξετάσω την ουσία της Αίτησης κρίνω σκόπιμο να παραθέσω με συνοπτικό τρόπο το ιστορικό της υπόθεσης, στην έκταση που αυτό σχετίζεται με τα υπό κρίση ζητήματα. Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Eναρκτήρια Kλήση η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των εναγόμενων, δέκα θεραπείες, τις οποίες συνοψίζω πιο κάτω: «

(1)Aναγνωριστική απόφαση ότι το εν λόγω εμπίστευμα είναι έγκυρο διεθνές εμπίστευμα και ότι τα περιουσιακά του στοιχεία ανήκουν αποκλειστικά σε αυτό, κατέχονται νόμιμα από την εναγόμενη 1, που είναι η επίτροπος του εμπιστεύματος και δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς εκτέλεσης οποιασδήποτε απόφασης που δεν στρέφεται και ή σχετίζεται με αυτό.
(2)Διάταγμα και ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι οποιοδήποτε ζήτημα αφορά το εμπίστευμα και τα περιουσιακά του στοιχεία, διέπεται και ρυθμίζεται από τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας.
(3)Διάταγμα εναντίον της εναγόμενης 1 όπως μη αποξενώσει τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στο εμπίστευμα και διαθέσει αυτά σε οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν είναι δικαιούχος του εμπιστεύματος. Στα περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνεται και ένα ακίνητο που βρίσκεται στο Λονδίνο, στην περιοχή Κένσιγκτον.
(4)Διάταγμα ή/και απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ή/και δηλώνεται ή/και διακηρύττεται ότι οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακών στοιχείων του Εμπιστεύματος που έγινε από τους Εναγόμενους 1 ή/και από οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργούσε υπό την ιδιότητα του επιτρόπου (trustee) του εν λόγω Εμπιστεύματος έγινε ανεξάρτητα και άνευ επηρεασμού τους από οποιοδήποτε πρόσωπο και ήταν νόμιμη και έγκυρη.
(5)Οδηγίες από το Δικαστήριο ότι:
(1)Οι Εναγόμενοι 1 δεν υποχρεούνται να εμφανιστούν ενώπιον οποιουδήποτε αλλοδαπού Δικαστηρίου στο πλαίσιο διαδικασιών που εγέρθηκαν ή πρόκειται να εγερθούν από τους Εναγόμενους 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 ή/και οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο και οι οποίες αφορούν το Εμπίστευμα ή/και την περιουσία ή/και τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στο εν λόγω Εμπίστευμα ή/και τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται άμεσα ή έμμεσα από αυτό.
(2)Οι Εναγόμενοι 1 ή/και το πρόσωπο που ενεργεί ως επίτροπος (trustee) του Εμπιστεύματος να μην προβαίνει σε οποιαδήποτε διάθεση ή μεταβίβαση ή αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στο Εμπίστευμα σε πρόσωπο άλλο πέραν των δικαιούχων (beneficiaries) του εν λόγω Εμπιστεύματος.» Αρχικά αξίωναν και διάφορα διατάγματα εναντίον των εναγόμενων 3 μέχρι 9, οι πιο πάνω αξιώσεις όμως αποσύρθηκαν τη 12.02.21. Με την υπό κρίση Αίτηση οι Εναγόμενοι 3, 4, 5 και 6 ζητούν την απόρριψη και ή παραμερισμό και ή αναστολή της Εναρκτήριας Κλήσης και οποιουδήποτε διατάγματος εκδόθηκε στα πλαίσια αυτής. Η Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.2, θθ. 1, 2 και 8, Δ.6, θθ. 1 - 9, Δ.9, θ.θ. 1, 3 - 12, Δ.16, θθ. 1 - 9, Δ.17 Θ.10, Δ.19 θ.26, Δ.25, Δ.27 θθ. 1 - 3, Δ.48 Θ.1-4, Θ.7, Θ.8, Θ.8
(4), Θ.9, Θ.11, Δ.55, Δ.57, Δ.64, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 6 -9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60άρθρα 2, 22, 29, 31 και 32, στον Περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμο Ν. 69(Ι)/1992, άρθρα 2 - 4, 9, 10, 11Α - 15, στον Περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμο, άρθρα 2 και 3, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρα 1Α, 30 ΚΑΙ 179, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στα 1-4, 22
(1), 22
(5), 23, 24, 25 και 32 - 52 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού του Ευρωκοινοβουλίου και του Συμβουλίου ΕΕ 44/2001 ημερομηνίας 22.12.2000 και της Σύμβασης του Lugano για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις του 2007 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού του Ευρωκοινοβουλίου και του Συμβουλίου ΕΕ 44/2001 ημερομηνίας 22.12.2000 και της Σύμβασης του Lugano για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις του 2007, στα άρθρα 1-6, 24
(1), 24
(5), 25, 26, 27 και 36 - 44 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού του Ευρωκοινοβουλίου και του Συμβουλίου ΕΕ 1215/2012 ημερομηνίας 12.12.2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, στη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρα 67-70 και 81, στους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης, στη Νομολογία, στις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.) και των Αγγλικών Δικαστηρίων, στην πρακτική του Δικαστηρίου και στις συμφυείς εξουσίες του, στους κανόνες του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου, στην πάγια πρακτική και/ή σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου και στη Νομολογία. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της XXXXX Παπαθωμά, δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους/Αιτητές. Συνοψίζω το περιεχόμενο της. Οι Εναγόμενοι/Αιτητές ήταν τέσσερις από τους έξι Ενάγοντες που καταχώρισαν την αγωγή αρ. CL-2013-000683 στο Commercial Court του Queen's Bench Division του High Court of Justice του Ηνωμένου Βασιλείου, εναντίον του XXXXX Arip συζύγου της Ενάγουσας. Η απαίτηση τους εναντίον του XXXXX Arip εδραζόταν σε ισχυρισμούς δόλου, απάτης και κλοπής μεγάλων χρηματικών ποσών από τον τελευταίο. Την 22.12.2017 εκδόθηκε απόφαση από το High Court of Justice με αρ. [2017] EWHC 3374 (Comm), στα πλαίσια της αγωγής CL-2013-000683 υπέρ των εναγόντων (εναγόμενων/αιτητών στην παρούσα διαδικασία) και εναντίον του XXXXX Arip. Την 28.2.2018 το Αγγλικό Δικαστήριο επιδίκασε αποζημιώσεις προς όφελος των εναγόντων συνολικού ΄ύψους $300.000.000 Δολαρίων Αμερικής, περίπου. Την 22.2.2018 παραδόθηκαν στην εταιρεία Estera LLP στο Isle of Man τα δικαστικά έγγραφα που αφορούν την Εναρκτήρια Κλήση. Η πιο πάνω εταιρεία ενεργεί ως αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 3. Την επόμενη ημέρα τα πιο πάνω έγγραφα παραδόθηκαν στον XXXXX Abulgazin, υπάλληλο της εταιρείας Kagazy Recycling LLP. Η τελευταία είναι μέλος του ομίλου εταιρειών Kazakhstan Kagazy, έχει όμως χωριστή διοίκηση. Τα πιο πάνω πρόσωπα δεν ήταν εξουσιοδοτημένα να παραλαμβάνουν έγγραφα εκ μέρους των εναγόμενων. Πέραν τούτου δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν τη φύση των εγγράφων αυτών. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στους πιο κάτω λόγους: (α) Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να απαγορεύσει σε οποιοδήποτε Δικαστήριο άλλου κράτους μέλους από τού να επιλαμβάνεται την εκτέλεση, και/ή δεν έχει εξουσία να αναστείλει με οποιονδήποτε τρόπο την εκτέλεση, της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε τη 22.12.2017 από το High Court of Justice με αρ. [2017] EWHC 3374 (Comm) του Ηνωμένου Βασιλείου, στην Αγωγή CL-2013-000683. Τέτοιο διάταγμα θα αντίκειται στις πρόνοιες των Ευρωπαϊκών Κανονισμών του Ευρωκοινοβουλίου και του Συμβουλίου ΕΕ 44/2001 ημερομηνίας 22.12.2000 (άρθρα 32 - 52) και 1215/2012 ημερομηνίας 12.12.2012 (άρθρα 22
(1), 24
(5)και 36 - 44), καθώς και στην Σύμβαση του Lugano του 2007 (άρθρα 22 και 33 - 49), για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις, ως επίσης και στη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διασφαλίζει ένα κοινό χώρο δικαιοσύνης μεταξύ των Κρατών Μελών που βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αναγνώρισης και εκτέλεσης των Δικαστικών Αποφάσεων. Παραβιάζει επίσης το δικαίωμα των Αιτητών για δίκαιη δίκη και πρόσβαση στη δικαιοσύνη, δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. (β) Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν την εξουσία να εκδίδουν αντι-αγωγικά διατάγματα (anti-suit injunctions) σε σχέση με διαδικασίες που μπορεί να εγερθούν ή που εγείρονται σε δικαστήρια άλλων κρατών μελών και δεν μπορούν να εκδίδουν διατάγματα τα οποία αναιρούν την ισχύ διαταγμάτων που έχουν ήδη εκδοθεί και/ή διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει σε άλλα κράτη μέλη. Τέτοια διατάγματα αντίκεινται στους σκοπούς των Ευρωπαϊκών Κανονισμών 44/2001 και 1215/2012 όπως και στη Σύμβαση του Lugano, για την Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις και 'στις εδραιωμένες αρχές που έχει θέσει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης μεταξύ άλλων στην υπόθεση Case C-159/02, Turner v Grovit'. (γ) Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία για το αντικείμενο της Εναρκτήριας Κλήσης, το οποίο εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία των δικαστηρίων άλλων κρατών μελών. (δ) Η Εναρκτήρια Κλήση στερείται νομικής και πραγματικής βάσης και καταχωρήθηκε 'πρώιμα'. (ε) Η παρούσα διαδικασία προωθείται κακόπιστα και καταχρηστικά και έχει σκοπό να επηρεάσει τα μέτρα εκτέλεσης της απόφασης του High Court. (η) Η επίδοση των δικογράφων δεν έγινε κανονικά. Η Ενάγουσα, Καθ΄ης η Αίτηση στην παρούσα διαδικασία, καταχώρισε Ενσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Συνοψίζω τους λόγους επί των οποίων εδράζεται η ένσταση. (α) Τα όσα προβάλλονται στην Αίτηση αποτελούν θέματα ουσίας τα οποία δεν θα πρέπει να εξετασθούν στο στάδιο αυτό. Πέραν τούτου δεν έχει προσαχθεί μαρτυρία για να μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε ευρήματα και σε περίπτωση που η Αίτηση πετύχει θα παραβιασθεί το συνταγματικό δικαίωμα της Ενάγουσας να ακουσθεί. (β) Οι Ευρωπαϊκοί Κανονισμοί επί των οποίων εδράζεται η Αίτηση δεν τυγχάνουν εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση. (γ) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των Διαταγών Δ.19 θ 26, Δ.26 θ.3 και Δ.55 θ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. (δ) Οι διάδικοι και τα επίδικα θέματα της διαδικασίας ενώπιον του High Court δεν είναι τα ίδια με της παρούσας διαδικασίας. (ε) Ο Νόμος 69
(1)/1992 προσδίδει αποκλειστική δικαιοδοσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, να εκδικάσει την υπό κρίση διαφορά και οποιοδήποτε ζήτημα αφορά το εμπίστευμα. (στ) Το εφαρμοστέο δίκαιο του επιδίκου εμπιστεύματος είναι αυτό της Κυπριακής Δημοκρατίας, δυνάμει ρητής πρόνοιας της συμφωνίας. Η πιο πάνω ρήτρα προσδίδει αποκλειστική δικαιοδοσία στο παρόν Δικαστήριο και στη βάση του άρθρου 25 του Κανονισμού (ΕΕ) αρ. 1215/
  1. Η 'Ενσταση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της δικηγόρου XXXXX Χριστοδούλου, που εργάζεται στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την Ενάγουσα. Συνοψίζω το περιεχόμενο της. Eμπιστευματοπάροχος του επιδικου Εμπιστεύματος,Wycombe Settlement, είναι ο σύζυγος της Ενάγουσας, XXXXX Arip και δικαιούχοι αυτού είναι ο XXXXX Arip, οι γονείς του και οι κατιόντες των γονέων του, η Ενάγουσα και τα παιδιά που απέκτησε από το γάμο της με τον XXXXX Arip. "Προστάτης" του επιδίκου Εμπιστεύματος ήταν κατά τον χρόνο καταχώρισης της Εναρκτήριας Κλήσης η Εναγόμενη 1, αυτή όμως παραιτήθηκε και την 11.05.2018 διορίστηκε στη θέση της η Pilatus Trustees Ltd. Δυνάμει εγγράφου, ημερομηνίας 08.09.2010, το Κυπριακό Δίκαιο καθορίσθηκε ως το εφαρμοστέο δίκαιο σε σχέση με το Εμπίστευμα και αποκλειστική δικαιοδοσία εκδίκασης οποιουδήποτε ζητήματος προκύψει σε σχέση με το εμπίστευμα έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια. Η προσπάθεια εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε από το Αγγλικό Δικαστήριο εναντίον του συζύγου της Eνάγουσας, XXXXX Arip, είναι παράνομη καθότι αφενός ο τελευταίος δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με το εμπίστευμα και αφετέρου η εγκυρότητα και η νομιμότητα του εμπιστεύματος εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Η καταχώριση του Κλητηρίου Εντάλματος κατέστη αναγκαία λόγω της ενημέρωσης που έλαβαν οι δικηγόροι του XXXXX Arip ότι οι δικηγόροι των Αιτητών ( στην παρούσα διαδικασία) είχαν πρόθεση 'να διορίσουν παραλήπτη στις εξουσίες του XXXXX ως εμπιστευματοπάροχου του επιδίκου εμπιστεύματος, ο οποίος θα προέβαινε σε διαδικασίες στην Αγγλία για ακύρωση των μεταβιβάσεων των περιουσιακών στοιχείων του XXXXX στο επίδικο εμπίστευμα'. Σκοπός της διαδικασίας, σύμφωνα πάντα με την ομνύουσα, δεν είναι η απαγόρευση εκτέλεση της αγγλικής απόφασης αλλά η μη εκτέλεση απόφασης εναντίον περιουσίας που είναι εγγεγραμμένη 'άμεσα ή έμμεσα στο επίδικο εμπίστευμα'. Η ομνύουσα απορρίπτει τις θέσεις που προβάλλουν οι Εναγόμενοι/Αιτητές ήτοι ότι το παρόν δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδικάσει τα θέματα που εγείρονται στην Εναρκτήρια Κλήση όπως επίσης και τη θέση ότι η επίδοση των δικογράφων δεν έγινε με τον ορθό τρόπο. Στη συνέχεια καταχωρήθηκε, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, Συμπληρωματική Ενορκη Δήλωση εκ μέρους των Εναγομένων / Αιτητών και λίγες ημέρες αργότερα καταχωρήθηκε Συμπληρωματική Ενορκη Δήλωση εκ μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση. Οι Εναγόμενοι / Αιτητές στη Συμπληρωματική Ενορκη Δήλωση που καταχώρισαν παραθέτουν στοιχεία σε σχέση με δύο αποφάσεις που εκδόθηκαν από Αγγλικά Δικαστήρια και συνδέονται με την εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε από το High Court. O ομνύοντας προβάλλει τη θέση ότι οι εν λόγω αποφάσεις υποστηρίζουν τη θέση των Εναγομένων / Αιτητών ότι η καταχώριση της Εναρκτήριας Κλήσης έγινε κακόπιστα και καταχρηστικά «για να αποκτηθεί αθέμιτο πλεονέκτημα στην προσπάθεια της Καθ΄ ης η Αίτηση και του συζύγου της να αποφύγουν την εκτέλεση της απόφασης στην Αγγλική Διαδικασία». Η Ενάγουσα / Καθ΄ ης η Αίτηση απορρίπτει, μέσω της Συμπληρωματικής Ενορκης Δήλωσης που καταχωρήθηκε εκ μέρους της, την πιο πάνω θέση. Πρόκειται για «παρεμφερείς αναφορές», οι οποίες δεν δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο. Αυτές ήταν συνοπτικά οι θέσεις που έχουν προβληθεί εκατέρωθεν. Το θέμα που καλείται στην ουσία να εξετάσει το παρόν Δικαστήριο είναι θέμα δικαιοδοσίας, κατά πόσο έχει εξουσία να παραχωρήσει τις θεραπείες που ζητά η Ενάγουσα με την Εναρκτήρια Κλήση. Η βασική θέση που προβάλλει η Ενάγουσα, Καθ΄ης η αίτηση στην παρούσα διαδικασία, είναι ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία για οποιοδήποτε ζήτημα αφορά το επίδικο Εμπίστευμα και κατ΄ επέκταση τα Αγγλικά Δικαστήρια δεν είναι αρμόδια να διατάξουν την εκτέλεση απόφασης εναντίον περιουσίας που περιλαμβάνεται στο επίδικο Εμπίστευμα. Προς υποστήριξη της θέσης της γίνεται επίκληση στις πρόνοιες του εγγράφου με τίτλο 'Instrument of Change of Proper law' τεκμήριο 4, το οποίο έχει τροποποιήσει τις σχετικές πρόνοιες του Deed of Settlement, τεκμήριο
  2. Διαπιστώνω ότι εκείνο που αναγράφεται στο συγκεκριμένο έγγραφο είναι ότι το Εμπίστευμα θα διέπεται από τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν εξουσία να εκδικάσουν διαφορές που αφορούν τη διαχείριση του Εμπιστεύματος. Πουθενά δεν αναφέρεται ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι αρμόδια να εκδικάσουν οποιοδήποτε θέμα προκύψει σε σχέση με το εν λόγω εμπίστευμα. Η Ενάγουσα επικαλείται παράλληλα το άρθρο 12Β του Περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου Ν.69
(1)/1992, που διέπει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ο πιο πάνω Νόμος διέπει τα θέματα που αφορούν διεθνή εμπιστεύματα και καθορίζει τις εξουσίες του Δικαστηρίου. Σχετικό είναι το άρθρο 11(Α) του Νόμου, που θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσιο: «Εξουσίες Δικαστηρίου 11Α.
(1)Επίτροπος δύναται να καταχωρήσει αίτηση στο Δικαστήριο για οδηγίες αναφορικά με τον τρόπο που θα πρέπει να ενεργήσει σχετικά με οποιοδήποτε θέμα, το οποίο αφορά διεθνές εμπίστευμα και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα, όπως σχετικά προβλέπεται στο εδάφιο
(2): Νοείται ότι, η αίτηση για οδηγίες απευθύνεται σε πρόεδρο επαρχιακού δικαστηρίου.
(2)Το Δικαστήριο δύναται- (α) να εκδώσει διάταγμα που αφορά:- (
  1. i)την εκτέλεση ή τη διαχείριση οποιουδήποτε εμπιστεύματος, (
  2. ii)τον επίτροπο ή τον προστάτη οποιουδήποτε διεθνούς εμπιστεύματος, περιλαμβανομένου διατάγματος σχετικά με την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας, διακριτικής ευχέρειας ή καθήκοντος του επιτρόπου ή του προστάτη, το διορισμό ή την παύση επιτρόπου ή προστάτη, την αμοιβή του επιτρόπου ή του προστάτη, την υποβολή λογαριασμών, τη διαγωγή του επιτρόπου ή του προστάτη, πληρωμές στο Δικαστήριο είτε άλλως πως, (ϊii) το δικαιούχο ή οποιοδήποτε πρόσωπο έχει οποιαδήποτε σχέση με το εμπίστευμα, ή (iν) το διορισμό ή την παύση του επιθεωρητή εφαρμογής εμπιστεύματος σχετικά με οποιουσδήποτε μη κερδοσκοπικής φύσεως σκοπούς εμπιστεύματος· (β) να εκδώσει απόφαση ή να προβεί σε δήλωση αναφορικά με την εγκυρότητα ή την εκτελεστότητα εμπιστεύματος· (γ) να ακυρώσει ή να τροποποιήσει οποιοδήποτε διάταγμα ή δήλωση βάσει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή να εκδώσει οποιοδήποτε νέο ή επακόλουθο ή περαιτέρω διάταγμα ή απόφαση.
(3)(α) Αίτηση προς το Δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος ή απόφασης σύμφωνα με το εδάφιο
(2)δύναται να γίνει από επίτροπο, δικαιούχο ή προστάτη και με την άδεια του Δικαστηρίου απʼ οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο˙ (β) Αίτηση προς το δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος ή απόφασης σύμφωνα με το εδάφιο
(2), μπορεί να υποβληθεί από τον επίτροπο, τον εμπιστευματοπάροχο ή τους προσωπικούς του αντιπροσώπους ή από τον επιθεωρητή εφαρμογής εμπιστεύματος και με την άδεια του δικαστηρίου απʼ οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.
(4)Σε περίπτωση που το Δικαστήριο εκδίδει διάταγμα για το διορισμό επιτρόπου δύναται να επιβάλει όρους που το ίδιο κρίνει σκόπιμο, περιλαμβανομένων όρων σχετικών με την παραχώρηση (vesting) της περιουσίας του εμπιστεύματος..» Το άρθρο 12(Β) του ιδίου Νόμου, ρυθμίζει το θέμα της δικαιοδοσίας. Παραθέτω το λεκτικό του, για σκοπούς εύκολης αναφοράς, αυτούσιο, αμέσως πιο κάτω: «Δικαιοδοσία- 12B. Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία στην περίπτωση που: (α) το εφαρμοστέο δίκαιο εμπιστεύματος ή συγκεκριμένης πτυχής του εμπιστεύματος είναι το δίκαιο της Δημοκρατίας- (β) ο επίτροπος οποιουδήποτε εμπιστεύματος είναι κάτοικος της Δημοκρατίας· (γ) εταιρεία ενεργεί ως επίτροπος εταιρεία παροχής διοικητικών υπηρεσιών, εφόσον αυτή έχει συσταθεί στη Δημοκρατία· (δ) οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο του εμπιστεύματος βρίσκεται στην Δημοκρατία- (ε) η διοίκηση οποιουδήποτε εμπιστεύματος διεξάγεται στην Δημοκρατία· (στ) τα μέρη αποδέχονται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου· (ζ) το έγγραφο που δημιουργεί ή που τεκμηριώνει το εμπίστευμα περιέχει πρόβλεψη για παραπομπή των διαφορών στη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων της Δημοκρατίας: Νοείται ότι τέτοια δικαιοδοσία είναι αποκλειστική, εκτός εάν στο έγγραφο που δημιουργεί ή που τεκμηριώνει το εμπίστευμα προβλέπεται διαφορετικά.» Με βάση το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι η ύπαρξη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων σε σχέση με Διεθνή Εμπιστεύματα, στις περιπτώσεις όπου υφίστανται τα στοιχεία που αναφέρονται από το (α) - (ζ), θα είναι χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του Κανονισμού 44/2001, τον οποίον αντικατέστησε ο Κανονισμός 1215/2012. Το Άρθρο 12Β του Νόμου 69
(1)/1992 θα πρέπει να διαβάζεται έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Κανονισμού 1215/2012, ο οποίος υπερισχύει του εθνικού νόμου. Πέρα τούτου όμως το άρθρο 12(Β) θα πρέπει να διαβάζεται σε συνάρτηση με το άρθρο 11(Β) του ιδίου Νόμου που ρυθμίζει με σαφή και ρητό τρόπο τις εξουσίες του Δικαστηρίου. Τέλος θα ήθελα να επισημάνω ότι αναφορά σε αποκλειστική δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων γίνεται μόνο στην περίπτωση που το έγγραφο που δημιουργεί ή που τεκμηριώνει το εμπίστευμα περιέχει πρόβλεψη για παραπομπή των διαφορών στη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων της Δημοκρατίας, παράγραφος (ζ). Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, παράγραφοι (α) μέχρι (στ) τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία όχι όμως αποκλειστική. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως ανέφερα και πιο πάνω, στο Deed of Settlement δεν γίνεται πρόνοια για παραπομπή όλων των διαφορών στα Κυπριακά Δικαστήρια. Βάσει του άρθρου 67 της Συμφωνίας για την Αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας από την Ευρωπαϊκή Ενωση και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, ο Κανονισμός 1215/2012 συνεχίζει να εφαρμόζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και στα κράτη μέλη σε περιπτώσεις στις οποίες εμπλέκεται το Ηνωμένο Βασίλειο, σε σχέση με διαδικασίες που ασκήθηκαν πριν από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου. Η μεταβατική περίοδος σύμφωνα με το άρθρο 126 έληξε την 31η Δεκεμβρίου 2020. Η υπό κρίση Εναρκτήρια Κλήση καταχωρήθηκε πριν την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση και πριν από την υπογραφή της πιο πάνω Συμφωνίας Αποχώρησης. Κατ΄επέκταση ο Ευρωπαϊκός Κανονσμός εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση. Στρέφομαι στη συνέχεια στο άρθρο 24 του Κανονισμού 1215/2012, το οποίο προβλέπει τα εξής: «Τα ακόλουθα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία των διαδίκων: 1)σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου. ...... 5) σε δίκες που έχουν ως αντικείμενο την αναγκαστική εκτέλεση αποφάσεων, τα δικαστήρια του κράτους μέλους εκτέλεσης της απόφασης». Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η παρούσα διαδικασία καταχωρήθηκε για να αποτραπεί η προώθηση στο Ηνωμένο Βασίλειο μέτρων εκτέλεσης από μέρους των εναγόμενων/αιτητών, για ικανοποίηση της απόφασης του Αγγλικού Δικαστηρίου εναντίον του Maksat Arip. Επιδιώκουν να αποτρέψουν μέτρα εκτέλεσης κατά των περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται στην Αγγλία και περιλαμβάνονται στο επίδικο εμπίστευμα. Οι αιτούμενες θεραπείες έχουν σκοπό να περιορίσουν την αποκλειστική δικαιοδοσία των δικαστηρίων άλλων κρατών, ενέργεια που αντίκειται στις πρόνοιες των παραγράφων
(1)και
(5)του άρθρου 24 του Κανονισμού 1215/2012. Σχετική επί του θέματος που εγείρεται είναι η πιο κάτω αναφορά που γίνεται στο Σύγγραμμα The Brussels I Regulation Recast (ed. Andrew Dickinson and Eva Lein), 2015, Oxford University Press: «8.47 In proceedings concerning the enforcement of judgments, Art 24
(5)attributes exclusive jurisdiction to the courts of the Members State where the enforcement takes place. The provision applies to judgments rendered by the State's own courts or by those of other countries alike. The CJEU considers that «the essential purpose of the exclusive jurisdiction of the courts of the place in which the judgment has been or is to be enforced is that it is only for the courts of the Member State on whose territory enforcement is sought to apply the rules concerning the action on that territory of the authorities responsible for enforcement. The rationale of Art 24
(5)is thus closely to the State's monopoly to use force within its own territory. As a result this monopoly, the State's courts have exclusive jurisdiction over matters that relate to enforcement of judgment in their territory.» Καθοδηγητική επί του θέματος είναι και η απόφαση του ΔΕΕ Komu v Komu (Case C-605/14) , αντικείμενο της οποίας ήταν κάποια ακίνητα στην Ισπανία, που ανήκαν σε υπηκόους της Φιλανδίας. Κάποιοι εκ των ιδιοκτητών καταχώρισαν δικαστική διαδικασία στην Φινλανδία, με την οποία ζητούσαν την πώληση τους. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κλήθηκε τότε να αποφασίσει το θέμα της δικαιοδοσίας και αυτό αποφάσισε ότι τα Ισπανικά δικαστήρια είχαν αποκλειστική δικαιοδοσία επί του θέματος που εγείρετο. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: [25] "the essential reason for conferring exclusive jurisdiction on the courts of the contracting state in which the property is situated is that the courts of the locus rei sitae are the best placed, for reasons of proximity, to ascertain the facts satisfactorily and to apply the rules and practices which are generally those of the state in which the property is situated: see, by analogy, Weber's case, para 41 and the case law cited." [26] "the exclusive jurisdiction of the courts of the contracting state in which the property is situated does not encompass all actions concerning rights in rem in immovable property, but only those which both come within the scope of the Brussels Convention or of Regulation No 44/2001 and are actions which seek to determine the extent, content, ownership or possession of immovable property or the existence of other rights in rem therein and to provide the holders of those rights with protection for the powers which attach to their interest: see Weber's case, para 42 and the case law cited." [27] "Also, according to settled case law of the court, the difference between a right in rem and a right in personam is that the former, existing in corporeal property, has effect erga omnes, whereas the latter can be claimed only against the debtor: Weber's case, para 43 and the case law cited." [.] [29] "an action, designed to bring about the transfer of a right of ownership in immovable property, concerns rights in rem which have effect erga omnes and is intended to ensure that the holders of those rights can protect the powers attached to their interest." (υπογράμμιση και έμφαση δική μας) Εξίσου καθοδηγητική επί του θέματος είναι και η Αγγλική απόφαση Magiera ν. Magiera
(2016)EWCA Civ. 1292, που αφορούσε εμπίστευμα. Το Αγγλικό Εφετείο αποφάσισε ότι τα Αγγλικά δικαστήρια είχαν αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάσουν το θέμα καθότι αντικείμενο της αγωγής ήταν η πώληση του ακινήτου που βρισκόταν στην Αγγλία και η αγωγή αφορούσε τις εξωτερικές και όχι τις εσωτερικές σχέσεις του εμπιστεύματος. Στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θα ήθελα αρχικά να επισημάνω ότι το γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 έχει την έδρα της στην Κύπρο ουδόλως επηρεάζει το θέμα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δεν δίδει δηλαδή στα Κυπριακά Δικαστήρια αποκλειστική δικαιοδοσία. Υπενθυμίζω ότ με βάση τις ρητές πρόνοιες του άρθρου 24 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού, δεν λαμβάνεται υπόψη η κατοικία των διαδίκων. Το άρθρο 24 εφαρμόζεται ανεξαρτήτως της κατοικίας των διαδίκων Αμφότεροι οι διάδικοι επικαλέστηκαν τo Άρθρο 25 του Κανονισμού 1215/2012, ο καθένας προς υποστήριξη των δικών του θέσεων. Το συγκεκριμένο άρθρο αφορά τις πρόνοιες για δικαιοδοσία των Δικαστηρίων. Στην παράγραφο
(3)γίνεται αναφορά στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο έχει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σε σχέση με ένα εμπίστευμα. Το παραθέτω αυτούσιο, τόσo στην Εληνική όσο και στην Αγγλική γλώσσα, καθότι ο τρόπος που είναι διατυπωμένο το κείμενο στην Ελληνική δυνατό να δημιουργήσει κάποια ερωτηματικά σε σχέση με την ερμηνεία του: «25
(3). Το δικαστήριο ή τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους στα οποία απονέμει διεθνή δικαιοδοσία η συστατική πράξη ενός trust έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία ως προς αγωγές κατά του ιδρυτή, του trustee ή του δικαιούχου ενός trust, αν πρόκειται για σχέσεις μεταξύ των προσώπων αυτών ή για δικαιώματα ή υποχρεώσεις τους από το trust». "25
(3). The court or courts of a member State on which a trust instrument has conferred jurisdiction shall have exclusive jurisdiction in any procceedings brought against a settlor, trustee or beneficiary, if relations between those persons or their rights or obligations under the trust are involved". Με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία στην περίπτωση ενός εμπιστεύματος μόνο σε σχέση με αγωγές κατά του ιδρυτή, του trustee ή του δικαιούχου ενός εμπιστεύματος ή αν πρόκειται για σχέσεις μεταξύ των προσώπων αυτών ή για δικαιώματα ή υποχρεώσεις τους που πηγάζουν από το trust. Στην παράγραφο 4 του Άρθρου 25 προβλέπεται ρητά ότι οι συμφωνίες διεθνούς δικαιοδοσίας και οι ανάλογες ρήτρες της συστατικής πράξεως του trust δεν παράγουν αποτελέσματα αν τα δικαστήρια, τη διεθνή δικαιοδοσία των οποίων αποκλείουν, έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 24. Σχετικές επί του θέματος είναι οι αναφορές που γίνονται στο σύγγραμμα The Brussels I Regulation - Recast (ανωτέρω) τις οποίες παραθέτω αμέσως πιο κάτω: «8.01 Art 24 contains five heads of exclusive jurisdiction. The list is mandatory and exhaustive, though the Recast Regulation also provides for other grounds of exclusive jurisdiction else-where [Arts 14
(1), 18
(2), 22
(1). Cf Art 25
(1)]. «Exclusivity» means in this context that the designated court is the only one to have competence. In particular, the claim cannot be brought in the country of the domicile of the defendant or under any head of special jurisdiction. Moreover, a choice-of-forum agreement or a trust instrument cannot override Art 24 because the provision trumps party autonomy. 8.02 This already shows the considerable importance of the exclusive heads of jurisdiction. The legislature takes so seriously that it requires courts of the Members States to heed to them on their own motion (ex officio). As the CJEU has clarified, this duty extends to appeal and supreme courts and applies even where their national rules of procedure limit their review to the grounds raised by the parties. Thus, every Member State court must verify - within the scope of the Recast Regulation - where another court has exclusive jurisdiction before deciding on the merits of the claim. There is no room for national exceptions, such as the application of the forum non conveniens doctrine. ..... 9.89 - Article 25
(3)deals with choice of court provisions in trust instruments. This provision was introduced by the 1978 Brussels Convention. It extends the regime of choice of court agreement to unilateral instruments creating a trust. The settlor of the trust may include a choice of court clause among the terms and conditions governing that trust. Article 25
(3)establishes the validity and effectiveness of that clause, resulting in the exclusive jurisdictions of the designated court or courts to rule on any controversy deriving from the internal relationships in the trust. Art 25 is limited to proceedings brought against the settlor, trustee or beneficiary, when relations between these persons or their rights and obligations under the trust are involved.» Στην υπό κρίση υπόθεση οι διαφορές που προέκυψαν μεταξύ των μερών δεν αφορούν τον ιδρυτή, τον trustee ή το δικαιούχο του εμπιστεύματος ή τις σχέσεις μεταξύ των προσώπων αυτών ή τα δικαιώματα και/ή τις υποχρεώσεις τους που πηγάζουν από το trust. Δεν διαλάθει της προσοχής μου ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ενάγεται και η επίτροπος του εμπιστεύματος, εναγόμενη 1, διαπιστώνω όμως ότι αυτό έγινε καταχρηστικά, άνευ λόγου και αιτίας καθότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ της επιτρόπου και του εμπιστεύματος, δεν προέκυψε οποιαδήποτε διαφορά σε σχέση με τις εσωτερικές σχέσεις του εμπιστεύματος. Εν κατακλείδι δεν υπάρχει βάση αγωγής εναντίον της εναγόμενης 1 και αυτή δεν είναι αναγκαίος διάδικος. Καταλήγω, με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου, ότι εφόσον δεν υπάρχει οποιαδήποτε αξίωση εναντίον του ιδρυτή ή του trustee ή του δικαιούχου του Εμπιστεύματος και η Εναρκτήρια Κλήση δεν αφορά τις εσωτερικές σχέσεις του trust, τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία. Ένα ζήτημα που με προβλημάτισε έντονα είναι κατά πόσο αυτό είναι το κατάλληλο στάδιο να εξετασθεί το θέμα της δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου να εκδικάσει Εναρκτήρια Κλήση. Το θέμα αυτό πιστεύω ότι απαντάται από τις πρόνοιες των άρθρων 27 και 29 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 27, τα Εθνικά Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να εξετάσουν αυτεπάγγελτα το ζήτημα της εφαρμογής του Άρθρου 24 και να δηλώσουν ότι στερούνται δικαιοδοσίας. Θέτω τις πρόνοιες του σχετικού άρθρου αυτούσιες : «27. Where a court of a Member State is seised by a claim which is principally concerned with a matter over which the courts of another Member State have exclusive jurisdiction by virtue of Article 24, it shall declare of its own motion that it has no jurisdiction.» Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Case 288/82, Duijnstee v Lodewijk Goderbauer, όπου αποφασίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι τα εθνικά δικαστήρια έχουν υποχρέωση να εξετάσουν από μόνα τους το θέμα της δικαιοδοσίας ακόμη και στις υποθέσεις που αφορούν εφέσεις και ανεξάρτητα από τα όρια επέμβασης που θέτει η εθνική διαδικασία στο εκδικάζον δικαστήριο σε τέτοιες διαδικασίες. Καταλήγω, με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου, ότι οι πρόνοιες του άρθρου 12(Β) του Νόμου 69
(1)/1992 και των άρθρων 24 και 25 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012 δεν παρέχουν στα Κυπριακά Δικαστήρια αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάσουν ζητήματα που αφορούν την εκτέλεση της Αγγλικής απόφασης και συγκεκριμένα την επιβάρυνση της περιουσίας του εμπιστεύματος στα πλαίσια της πιο πάνω εκτέλεσης. Τονίζω ότι και σε περίπτωση που έκρινα ότι ο Νόμος 69
(1)/1992 έδιδε αποκλειστική δικαιοδοσία στο παρόν δικαστήριο να εκδικάσει την υπό κρίση υπόθεση, δεν θα το έπραττα καθότι οι πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012 υπερισχύουν του εθνικού νόμου. Πέραν του θέματος της αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Αγγλικών Δικαστηρίων με βάση το άρθρο 24 του ΕΕ Κανονισμού 1215/2012, οι Αιτητές προβάλλουν το επιχείρημα ότι ανεξαρτήτως των προνοιών του Νόμου και του Ευρωπαϊκού Κανονισμού, το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσία να εμποδίσει την προώθηση δικαστικών διαδικασιών που εκκρεμούν ενώπιο Δικαστηρίου άλλου κράτους. Το θέμα που εγείρεται, ήτοι η απαγόρευση προώθησης και ή λήψης δικαστικών μέτρων εξετάσθηκε στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην υπόθεση Case C-159/02, Turner v Grovit, ημερομηνίας 27.4.2004, η οποία είναι καθοδηγητική επί του θέματος. Στην εν λόγω υπόθεση, το Δικαστήριο εξέτασε τις πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Βρυξελλών του 1968, για τη Διεθνή Δικαιοδοσία και Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις Σύμβαση, η οποία αποτέλεσε τη βάση για τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς 44/2001 και 1215/2012. Η υπόθεση αφορούσε απαγορευτικό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε από Αγγλικό Δικαστήριο και απαγόρευε τη συνέχιση νομικών διαδικασιών που εκκρεμούσαν ενώπιον Ισπανικού Δικαστηρίου. Το Αγγλικό Εφετείο επικύρωσε το διάταγμα. Η απόφαση εφεσιβλήθηκε και τέθηκε ενώπιο της Βουλής των Λόρδων, η οποία έκρινε ότι εγείρετο θέμα Ευρωπαϊκού Δικαίου και παρέπεμψε το θέμα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφάσισε ότι τέτοιας φύσης απαγορευτικά διατάγματα δεν ήταν σύμφωνα με τις πρόνοιες της Συνθήκης των Βρυξελλών καθότι αποστερούσαν από τον διάδικο το δικαίωμα να λάβει δικαστικά μέτρα και έμμεσα επενέβαιναν με την απόλυτη δικαιοδοσία των Ισπανικών Δικαστηρίων. Η Συνθήκη δεν επιτρέπει σε Δικαστήριο ενός κράτους μέλους να εξετάσει κατά πόσο δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει μια υπόθεση, έστω και αν η διαδικασία είναι ενοχλητική και ή καταπιεστική. Κάθε Δικαστήριο μπορεί να αποφασίζει για τη δική του δικαιοδοσία όχι όμως για τη δικαιοδοσία δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα. "The Convention of 27 September 1968 on Jurisdiction and the Enforcement of Judgments in Civil and Commercial Matters [.] is to be interpreted as precluding the grant of an injunction whereby a court of a Contracting State prohibits a party to proceedings pending before it from commencing or continuing legal proceedings before a court of another Contracting State, even where that party is acting in bad faith with a view to frustrating the existing proceedings". Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν σε σωρεία αποφάσεων, αναφέρω ενδεικτικά τις OT Africa Line Ltd v Magic Sportswear Corporation and others
(2006)1 All ER (Comm) 32, Nussberger and Another v Phillips and Another (No.4)
(2006)1 WLR 2598 και Allianz Spa v West Ham United Football Club Plc
(2008)EWHC 2855. Στην τελευταία υπόθεση αποφασίσθηκε ότι η απαγόρευση ισχύει ακόμη και στις περιπτώσεις όπου το αντικείμενο της διαφοράς δεν εμπίπτει στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, κρίνω ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να αποστερήσει από τους Αιτητές το δικαίωμα να προσφύγουν σε Αγγλικό Δικαστήριο για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε υπέρ τους ή να συνεχίσουν την προώθηση της διαδικασίας που έχουν ήδη καταχωρίσει. Αυτό θα ισοδυναμούσε κατά την άποψη μου με σφετερισμό της εξουσίας του Αγγλικού Δικαστηρίου να αποφασίσει το ίδιο κατά πόσο έχει ή όχι δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση που ήδη εκκρεμεί ενώπιο του. Kαταλήγω ότι το παρόν δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου δεν κρίνω σκόπιμο να εξετάσω οποιαδήποτε άλλα θέματα που ηγέρθηκαν από τα δύο μέρη στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. H Αίτηση πετυχαίνει. Η Εναρκτήρια Κλήση παραμερίζεται. Τα έξοδα της Αίτησης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων/ Αιτητών και εναντίον της Ενάγουσας/ Καθ΄ης η αίτηση . (Υπ.).............................. Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.