← Κύπρος

Bank of Cyprus Public Company Ltd ν. Πασιουρτίδης κ.α., Αρ. Αγωγής 1077/2020, 28/4/2021

Bank of Cyprus Public Company Ltd ν. Πασιουρτίδης κ.α., Αρ. Αγωγής 1077/2020, 28/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A56 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ.Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1077/2020 Μεταξύ: Bank of Cyprus Public Company Ltd Eναγόντων Και

  1. XXXXX Πασιουρτίδης
  2. XXXXX XXXXX XXXXX Πασιουρτίδου Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 09.09.2020 για έκδοση Συνοπτικής Απόφασης Ημερομηνία: 28.04.2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές : Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση: Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση Αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές, που θα αναφέρονται μετά απλώς ως η «Τράπεζα», ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγόμενων - Καθ' ών η αίτηση, ως οι παράγραφοι 11 Α, Β, Γ, και Η του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου. Συγκεκριμένα, ζητούν τις πιο κάτω θεραπείες: «11.Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι, ή/και οι υπηρέτες τους ή/και αντιπρόσωποι τους ή/και οι υπάλληλοί τους ή/και οποιαδήποτε πρόσωπα ενεργούν κατόπιν εντολών τους ουδέν δικαίωμα έχουν να επεμβαίνουν με οποιονδήποτε τρόπο ή/και να εισέρχονται ή/και να εκμεταλλεύονται ή/και να καρπούνται με οποιονδήποτε τρόπο ή/αι να τοποθετούν αντικείμενα ή/και οποιεσδήποτε κατασκευές στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 3/XXXXX, Φ/Σχ. 0/2-254-355 Τεμάχιο XXXXX τμήμα 3 στο χωριό Περβόλια στην Λάρνακα καθώς και της Κατοικίας που έχει ανεγερθεί εντός αυτού. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους Εναγόμενους ή/και τους υπηρέτες ή/και αντιπροσώπους τους ή/και υπαλλήλους τους ή/και οποιαδήποτε πρόσωπα ενεργούν κατόπιν εντολών τους, όπως εκκενώσουν και παραδώσουν κενή και ελεύθερη την κατοχή του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 3/XXXXX, Φ/Σχ. 0/2-254-355 Τεμάχιο XXXXX τμήμα 3 στο χωριό Περβόλια στην Λάρνακα στους Ενάγοντες καθώς και της Κατοικίας που έχει ανεγερθεί εντός αυτού αμέσως ή/και εντός του χρόνου που ήθελε καθορίσει ως δίκαιο και εύλογο το Δικαστήριο. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους Εναγόμενους ή/και τους υπηρέτες ή/και αντιπροσώπους τους ή/και υπαλλήλους τους ή/και οποιαδήποτε πρόσωπα ενεργούν κατόπιν εντολών τους, όπως παύσουν κάθε επέμβαση που προκαλούν με πράξεις ή/και παραλείψεις ή/και μετακινήσουν οποιαδήποτε αντικείμενα ή/και κατασκευές ή/και απαγορεύον σ΄ αυτούς από του να επεμβαίνουν επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 3/XXXXX, Φ/Σχ. 0/2-254-355 Τεμάχιο XXXXX τμήμα 3 στο χωριό Περβόλια στην Λάρνακα στους Ενάγοντες καθώς και της Κατοικίας που έχει ανεγερθεί εντός αυτού αμέσως ή/και εντός του χρόνου που ήθελε καθορίσει ως δίκαιο και εύλογο το Δικαστήριο». Η Τράπεζα αξιώνει επιπρόσθετα και αποζημιώσεις για τις οποίες όμως δεν αξιώνει συνοπτική απόφαση. Αντικείμενο της αγωγής είναι η κατοικία με αριθμό εγγραφής 3/XXXXX, που βρίσκεται στο χωριό Περβόλια στη Λάρνακα. Η εν λόγω κατοικία κατέχεται σήμερα από τους Εναγόμενους - Καθ΄ων η αίτηση. H Τράπεζα ισχυρίζεται ότι είναι η νόμιμη ιδιοκτήτρια αυτής. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του XXXXX Βασιλείου, υπαλλήλου της Τράπεζας. Συνοψίζω το περιεχόμενο της. Η Τράπεζα παραχώρησε στους Εναγόμενους - Καθ΄ων η αίτηση, πιστωτικές διευκολύνσεις και προς εξασφάλιση αυτών οι τελευταίοι υποθήκευσαν προς όφελος των Αιτητών την πιο πάνω κατοικία. Παραχωρήθηκαν συνολικά τέσσερις υποθήκες. Οι Εναγόμενοι - Καθ΄ων η Αίτηση, που θα αναφέρονται μετά απλώς ως οι οφειλέτες, δεν συμμορφώθηκαν με τις υποχρεώσεις τους και ενόψει τούτου η Τράπεζα τερμάτισε τις πιστωτικές διευκολύνσεις και καταχώρισαν εναντίον τους την αγωγή 1634/17, με την οποία αξιώνουν απόφαση για το οφειλόμενο ποσό και διατάγματα εκποίησης των υποθηκών. Η ακρόαση της πιο πάνω αγωγής δεν έχει αρχίσει ακόμη. Στη συνέχεια η Τράπεζα προώθησε τη διαδικασία που προβλέπεται από το Νόμο 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί, για εκποίηση του επιδίκου ενυπόθηκου ακινήτου με δημόσιο πλειστηριασμό. Την 25.04.2019 οι οφειλέτες καταχώρισαν την Αίτηση - Έφεση, 40/2019, με την οποία ζητούσαν τον παραμερισμό της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ που εκδόθηκε στα πλαίσια της πιο πάνω διαδικασίας. Η Αίτηση - Έφεση εκδικάσθηκε και κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο την 30.07.2019 αποφάσισε την απόρριψη της. Το επίδικο ακίνητο τέθηκε σε πλειστηριασμό, την 31.07.2019, με βάση τις πρόνοιες του πιο πάνω Νόμου. Το ακίνητο δεν πωλήθηκε κατά τον πλειστηριασμό, που έλαβε χώρα κατά την πιο πάνω ημερομηνία, η Τράπεζα αγόρασε η ίδια το ακίνητο έναντι του ποσού των Ευρώ 593.750 και πληροφόρησε σχετικά τους οφειλέτες. Την 09.08.2019 οι οφειλέτες καταχώρισαν έφεση εναντίον της απόφασης που εκδόθηκε την 30.07.2019, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί ενώπιο του Εφετείου. Την 02.12.2019 καταχωρήθηκε ενδιάμεση Αίτηση, με την οποία οι οφειλέτες ζήτησαν όπως ανασταλεί η διαδικασία πώλησης του ακινήτου μέχρι την εκδίκαση της πιο πάνω Αίτησης. Η Αίτηση εκδικάσθηκε και απορρίφθηκε τη 10.03.
  3. Την 03.03.2020 οι οφειλέτες καταχώρισαν, στα πλαίσια της αγωγής 1637/17, μονομερή Αίτηση με την οποία ζητούσαν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να εμποδιζόταν η εκποίηση των τεσσάρων υποθηκών. Η Αίτηση εκδικάσθηκε και απορρίφθηκε με Απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 05.03.
  4. Τη 15.05.2020 η Τράπεζα απέστειλε στους οφειλέτες επιστολή, ημερομηνίας 14.05.2020, η οποία παραλήφθηκε από το δικηγόρο τους την ιδία ημέρα, με την οποία τούς πληροφορούσε ότι το ακίνητο είχε εγγραφεί στο όνομα τους και τούς ζητούσαν όπως παραδώσουν κενή την κατοχή του. Μια εβδομάδα αργότερα και συγκεκριμένα τη 22.05.2020, οι οφειλέτες καταχώρισαν εναντίον της Τράπεζας την αγωγή 827/20, με την οποία αξιώνουν αναγνωριστική απόφαση ότι η διαδικασία που προώθησε η Τράπεζα για εκποίηση της υποθήκης που βαρύνει το επίδικο ακίνητο είναι παράνομη και δήλωση ότι η αγορά του επιδίκου ακινήτου από την Τράπεζα είναι παράνομη και αντισυνταγματική. Ζητούν επίσης αναγνωριστική απόφαση ότι οι ίδιοι είναι τα μόνα πρόσωπα που δικαιούνται να εγγραφούν ως δικαιούχοι του επιδίκου υποστατικού και διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην Τράπεζα και στους υπαλλήλους αυτής να επεμβαίνουν στο πιο πάνω υποστατικό. Την 01.06.2020 οι οφειλέτες απέστειλαν επιστολή στην Τράπεζα, σε απάντηση της επιστολής της τελευταίας, με την οποία πρόβαλαν διάφορους ισχυρισμούς και την πληροφόρησαν, μεταξύ άλλων, ότι δεν αποδέχονταν τη θέση της ότι η ίδια ήταν η νόμιμη ιδιοκτήτρια του επιδίκου ακινήτου. Οι οφειλέτες συνεχίζουν να κατέχουν το επίδικο ακίνητο μέχρι σήμερα και αρνούνται να παραδώσουν την κατοχή του στην Τράπεζα. Ο ομνύοντας σχολιάζει και το περιεχόμενο της Υπεράσπισης που καταχωρήθηκε εκ μέρους των οφειλετών στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και εισηγείται ότι τα θέματα που εγείρονται έχουν ήδη αποφασισθεί και απορριφθεί στα πλαίσια της Αίτησης - Έφεσης 40/19 και ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος ή γεγονός που θα μπορούσε να υποστηρίξει «επαρκή υπεράσπιση». Τονίζει ότι η Τράπεζα είναι η νόμιμη ιδιοκτήτρια του επιδίκου ακινήτου και τόσο η Εμφάνιση όσο και η Υπεράσπιση που καταχωρήθηκαν, έχουν ως μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση και την παρακώλυση της διαδικασίας ανάκτησης της κατοχής της επίδικης κατοικίας. Οι οφειλέτες, Εναγόμενοι στην παρούσα αγωγή, ενίστανται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης και επικαλούνται σωρεία λόγων και γεγονότων που κατά την άποψη τους δικαιολογούν την απόρριψη της Αίτησης. Είναι η θέση τους ότι η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, είναι παράτυπη, καταχρηστική και κακόπιστη και ότι αυτοί έχουν καλή Υπεράσπιση, την οποία έχουν καταχωρίσει την 15.07.
  5. Η Ένσταση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της Εναγόμενης
  6. Η ομνύουσα απορρίπτει τη θέση ότι η Τράπεζα είναι η νόμιμη ιδιοκτήτρια του επιδίκου ακινήτου και επικαλείται το γεγονός ότι οι ίδιοι καταχώρισαν την αγωγή 827/
  7. Η προώθηση της παρούσας διαδικασίας είναι κατά την άποψη τους καταχρηστική ενόψει του γεγονότος ότι η έκβαση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής θα κριθεί στα πλαίσια της των αγωγών 827/2020 και 1634/
  8. Το επίδικο ακίνητο αποτελεί τη μοναδική κατοικία της ιδίας και του συζύγου της, Εναγόμενου
  9. Ισχυρίζεται επίσης ότι η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων της Λαϊκής Τράπεζας προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 17

(1)/2013 ήταν παράνομη και αντισυνταγματική. Παραβιάζει το συνταγματικό τους δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελεύθερα», που προστατεύεται από το Άρθρο 26 του Συντάγματος. Παράνομη και αντισυνταγματική είναι κατά την άποψη της και η μεταβίβαση στο όνομα της Τράπεζας του επιδίκου ακινήτου. Αντιβαίνει το άρθρο 32 του Νόμου 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί. Σε κάποιο άλλο σημείο της Ένορκης Δήλωσης της εγείρει δεκατέσσερις άλλους λόγους που δεικνύουν, σύμφωνα με την εισήγηση της ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν παράνομη, οι λόγοι αυτοί εδράζονται στο Νόμο 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί. Εισηγείται επίσης ότι η διαδικασία εκποίησης της υποθήκης και συγκεκριμένα το Μέρος VIA του Νόμου 9/1965, είναι αντισυνταγματική καθότι παραβιάζει τα Άρθρα 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος. Αντισυνταγματικό είναι, σύμφωνα πάντα με την ομνύουσα, και το άρθρο 44ΙΑ
(1)του Νόμου 9/1965, ως τροποποιήθηκε. Ισχυρίζεται ότι η Τράπεζα ουδέν δικαίωμα είχε να αγοράσει η ίδια το επίδικο ακίνητο, το δικαίωμα της περιοριζόταν στην πώληση αυτού σε τρίτους. Εισηγείται περαιτέρω ότι καμιά διάταξη του πιο πάνω Νόμου δεν εμποδίζει τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή κάποιο ενδιαφερόμενο μέρος να προωθήσει ένδικα μέσα, με βάση οποιοδήποτε άλλο Νόμο. Οι οφειλέτες, όπως και ο κάθε ενυπόθηκος οφειλέτης και το ενδιαφερόμενο μέρος έχουν δικαίωμα, σύμφωνα πάντα με την ομνύουσα, να κινούν διαδικασίες προς αμφισβήτηση της νομιμότητας της εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Το γεγονός δε ότι απορρίφθηκαν η Αίτηση - Έφεση 40/19 και η Αίτηση που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της αγωγής 1634/2017 δεν οδηγεί αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι η Υπεράσπιση που εγείρουν στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει πιθανότητα επιτυχίας. Αναφέρει δε χαρακτηριστικά ότι τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις των πιο πάνω διαδικασιών είναι διαφορετικά από της παρούσας διαδικασίας. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι οι οφειλέτες, Εναγόμενοι στην παρούσα διαδικασία, καταχώρισαν Υπεράσπιση τη 15.07.2020, στην οποία εγείρουν όλα τα θέματα που έχουν συμπεριλάβει στην ένσταση τους. Η παρούσα Αίτηση βασίζεται στη Δ.18 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, το λεκτικό της οποίας είναι ταυτόσημο με την παλαιά Δ.14 θ.4 των Αγγλικών Θεσμών. Παραθέτω τη Δ.18, Θ.4 αυτούσια για σκοπούς εύκολης αναφοράς: "(a) Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. Σκοπός της πιο πάνω διάταξης είναι να εξασφαλίσει στον ενάγοντα απόφαση χωρίς δίκη και χωρίς καθυστέρηση, αν είναι αυτός σε θέση να αποδείξει την υπόθεση του και αν ο εναγόμενος αδυνατεί να προβάλει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει δικάσιμο θέμα εναντίον της απαίτησης το οποίον πρέπει να εκδικαστεί. (Βλέπετε σχετικά Roberts v Plant
(1895)1 QB 597 CA και Robinson & Co v Lynes
(1894)2 QB 577). Οι προκαταρκτικές προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι το κλητήριο ένταλμα να είναι ειδικώς οπισθογραφημένο, ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση, η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση στην οποία να επαληθεύονται τα γεγονότα της Έκθεσης Απαίτησης και να υπάρχει δήλωση ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση επί της ουσίας. Όταν οι πιο πάνω προϋποθέσεις πληρούνται τότε το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγομένου να δείξει ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση ή δικάσιμο θέμα προς συζήτηση. Αποτελεί υποχρέωση του εναγόμενου, εφ' όσον ο ενάγοντας συμμορφωθεί με τις προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1, να αποκαλύψει γεγονότα που του δίδουν δικαίωμα να υπερασπισθεί την αγωγή, παρέχοντας όχι γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς και πιθανολογήσεις αλλά επαρκή στοιχεία και λεπτομέρειες. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση Ζαρτάρ Παχατουριάν και Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2002)1 AAΔ 322. Η Κυπριακή νομολογία είναι πολύ πλούσια επί του θέματος. Παραπέμπω απλώς ενδεικτικά στις υποθέσεις Kypros Kyprianides v Symeon Ioannou
(1966)JSC 1084 και Κώστα Κυριάκου και Θεράποντα Αναστασίου
(2013)1 ΑΑΔ 148. Στην τελευταία απόφαση τονίσθηκε μεταξύ άλλων ότι η έκδοση συνοπτικής απόφασης αποτελεί εξαιρετικό μέτρο. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση όπου γίνεται χρήσιμη ανάλυση των αρχών που διέπουν το θέμα: «Όσον αφορά την ουσία του θέματος, είναι γνωστό ότι η δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προς έκδοση συνοπτικής απόφασης, αποτελεί τον επιτρεπόμενο δικονομικά τρόπο παράκαμψης της συνήθους διεξαγωγής της δίκης και κατά συνέπεια αποτελεί από αυτή την άποψη ένα εξαιρετικό μέτρο. Προσφέρεται στα πλαίσια όσο το δυνατόν γρήγορης απονομής της δικαιοσύνης εκεί όπου ο ενάγων συμμορφούμενος με τις διατάξεις της Δ.18 θ.1, μετατοπίζει το βάρος στους ώμους του εναγομένου για να αποκαλύψει καλή υπεράσπιση. Ο εναγόμενος θα πρέπει σύμφωνα με σαφή και καθιερωμένη νομολογία, να δώσει επαρκείς λεπτομέρειες προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου για να του δοθεί άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση. Αναμφίβολα η εξουσία του Δικαστηρίου κάτω από τη Δ.18 ασκείται με φειδώ και όπου εμφανώς τα γεγονότα που η πλευρά του εναγομένου παραθέτει μέσα από την ένσταση της, δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση, (δέστε Μάρκος Νικολάου Λτδ v Adamko Constructions Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 376)». Στρεφόμενη στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης διαπιστώνω ότι το Κλητήριο Ένταλμα είναι ειδικώς οπισθογραφημένο και ο ομνύοντας XXXXX Βασιλείου είναι υπάλληλος της Τράπεζας και άτομο το οποίο μπορούσε να ορκιστεί θετικά επί των γεγονότων που στηρίζουν την αίτηση και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής. Ήταν γνώστης των γεγονότων και εξουσιοδοτημένος από την Τράπεζα να προβεί στην ένορκη δήλωση. Στην Ένορκη Δήλωση του δηλώνει επίσης ότι οι Εναγόμενοι στερούνται υπεράσπισης. Είναι η θέση των Εναγόμενων ότι οι Ενάγοντες κωλύονται να προωθούν την υπό κρίση Αίτηση, εφόσον η Υπεράσπιση έχει ήδη καταχωρηθεί. Ως ανέφερα και πιο πάνω οι Εναγόμενοι καταχώρισαν Υπεράσπιση τη 15.07.2020, πριν την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης. Η Αίτηση καταχωρήθηκε τη 09.09.2020. Η Δ.18 θ.1 δεν κάνει ρητή πρόνοια σε σχέση με το χρόνο καταχώρισης της Αίτησης για συνοπτική απόφαση, έχοντας όμως υπόψη τη φύση της αίτησης και το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης είναι εύλογο να συμπεράνει κάποιος ότι τέτοια Αίτηση θα πρέπει να καταχωρείται το συντομότερο δυνατό, αμέσως μετά την καταχώριση Σημειώματος Εμφάνισης εκ μέρους του εναγόμενου. Η καταχώριση της Υπεράσπισης δεν μπορεί όμως να θεωρηθεί ότι αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην καταχώριση της αίτησης για συνοπτική απόφαση, τέτοια απαγόρευση δεν περιέχεται στη σχετική διάταξη. Σχετική είναι η πιο κάτω αναφορά από το Annual Practice 1959, σελίδα 290: "The fact that he has delivered a defence may be sufficient to enable a defendant to get leave to defend. But it is clear that a plaintiff may apply for a summary judgment even after defence delivered. See Mc Lardy v Slateum, 24 Q.B.D. 504, where such an application was successfully made one month after defence. It is submitted having regard to that case and to the language of the rule, that a defendant cannot prevent a plaintiff from proceeding under O. 14 by putting in what may be only a sham defence at or soon after the date of his appearance". Στρέφομαι στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο οι Εναγόμενοι έχουν καλόπιστη Υπεράσπιση. Οι περισσότεροι λόγοι που εγείρονται από τους Εναγόμενους καλύπτουν τη διαδικασία πλειστηριασμού του επιδίκου ενυπόθηκου ακινήτου η οποία διενεργήθηκε με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί. Η πιο πάνω διαδικασία υπήρξε αντικείμενο εξέτασης σε δύο τουλάχιστο δικαστικές διαδικασίες, στις οποίες εκδόθηκαν αποφάσεις, λεπτομέρειες των οποίων παραθέτω ανωτέρω. Μετά την έκδοση των αποφάσεων, με τις οποίες είχαν απορριφθεί οι αξιώσεις των οφειλετών, η Τράπεζα προχώρησε στον πλειστηριασμό του ακινήτου. Είναι η θέση της Τράπεζας ότι οι οφειλέτες δεν μπορούν να προβάλουν με την Υπεράσπιση τους θέματα που έχουν ήδη εξετασθεί και αποφασισθεί από δικαστήριο στα πλαίσια άλλων διαδικασιών. Αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Η έγερση ή η προώθηση περισσοτέρων της μιας διαδικασιών για την επίτευξη στόχων που μπορεί και έπρεπε να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, παρατίθενται αναλυτικά στην υπόθεση της Ολομέλειας του Ανώτατου Δικαστηρίου Τζεννάρο Περέλλα v. Διευθυντή των Φυλακών
(1995)1 Α.Α.Δ. 217. «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι΄ αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτώνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου». Η νομική αυτή θέση έχει ως βάση τις αρχές Interest reipublieae ut sit finis litium (το δημόσιο συμφέρον απαιτεί όπως οι δίκες έχουν ένα τέλος) και Nemo debet bis vexari pro eadem causa (κανένας δεν πρέπει να αντιμετωπίζει τον ίδιο κίνδυνο δύο φορές). Σχετικές είναι οι Αγγλικές αποφάσεις Re May
(1885)28 Ch D. 516 CA και Re Graydon, Ex parte Official Receiver
(1896)1 QB 417. Η σημασία της πιο πάνω αρχής τονίζεται και στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, , 3η έκδοση, τόμος 15, παρ. 384-385, όπου διαβάζουμε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «The doctrine of res judicata is not a technical doctrine applicable only to records: it is a fundamental doctrine of all courts that there must be an end of litigation». Η εφαρμογή του κωλύματος λόγω δεδικασμένου προϋποθέτει την ύπαρξη τεσσάρων βασικών στοιχείων: Ι. Η απόφαση να είναι τελεσίδικη. ΙΙ. Ταύτιση διαδίκων. ΙΙΙ. Ταύτιση της ιδιότητας των διαδίκων. IV. Ταύτιση των επιδίκων θεμάτων. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η Αγγλική απόφαση Henderson v. Henderson
(1843)3 Have 100,114 Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «. where a given matter becomes the subject of litigation in, and of adjudication by, a court of competent jurisdiction, the court requires the parties to that litigation to bring forward their whole case, and will not (except) under special circumstances) permit the same parties to open the same subject of litigation in respect of matter which might have been brought forward as part of the subject in contest, but which was not brought forward, only because they have from negligence, inadvertence or even accident, omitted part of their case. The plea of res judicata applies, except in special cases, not only to points upon which the court was actually required by the parties to form an opinion and pronounce a judgment, but to every point which properly belonged to the subject of litigation, and which the parties exercising reasonable diligence, might have brought forward at the time». Με βάση τις πιο πάνω αρχές προκύπτει ότι δημιουργείται δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη διαδικασία αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν, αν ασκείτο εύλογη επιμέλεια να προβληθούν, αλλά δεν προβλήθηκαν. Οι αρχές αυτές υιοθετήθηκαν τόσο από τα Αγγλικά όσο και τα Κυπριακά Δικαστήρια. Στην Κυπριακή απόφαση K.S.R. Commercio S.A. κ.α. v. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 309, διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ΄ επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα». Κατά την εξέταση του θέματος το εκδικάζων Δικαστήριο δύναται να μελετήσει την απόφαση που εκδόθηκε νωρίτερα για να διαπιστώσει ποια νομικά και πραγματικά θέματα είχαν εξετασθεί στη προηγούμενη διαδικασία (Βλέπετε Halsbury's Laws of England, ανωτέρω, παράγραφο 357) . Ο κανόνας του δεδικασμένου εφαρμόζεται σε σχέση με όλα τα Δικαστήρια, το γεγονός δε ότι η προηγούμενη διαδικασία διεξήχθη ενώπιον άλλου Δικαστηρίου ακόμη και δικαστηρίου που ασκεί διαφορετική δικαιοδοσία, ουδόλως επηρεάζει την εφαρμογή του κανόνα. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, ανωτέρω, παράγραφο 362, διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «The doctrine applies equally in all courts and it is immaterial in what court the former proceeding was taken, provided only that it was a court of competent jurisdiction[11]». Έχοντας υπόψη πιο πάνω αρχές στρέφομαι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Τα θέματα που αφορούν τη νομιμότητα του πλειστηριασμού εξετάσθηκαν και αποφασίστηκαν σε δικαστικές διαδικασίες που προηγήθηκαν της παρούσας, τις οποίες παραθέτω εκτενώς πιο πάνω. Καταλήγω ότι πληρούνται και τα τέσσερα στοιχεία που αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κωλύματος λόγω δεδικασμένου. Θα συμφωνήσω με τη θέση των Αιτητών ότι το παρόν Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να εξετάσει ή στην ουσία να "επανεξετάσει" θέματα που αφορούν τη νομιμότητα του πλειστηριασμού που έχει ήδη διεξαχθεί καθότι αυτό αποτελεί δεδικασμένο . Το ακίνητο, ως αναφέρω και ανωτέρω, δεν πωλήθηκε κατά τον πλειστηριασμό που διενεργήθηκε τη 31.07.2019 και αυτό αγοράσθηκε από την ίδια την Τράπεζα. Οι οφειλέτες, ως αναφέρω και πιο πάνω, αμφισβητούν το δικαίωμα της Τράπεζας να αγοράσει η ίδια το ακίνητο και ισχυρίζονται ότι η νομοθετική πρόνοια που δίδει στο δανειστή αυτό το δικαίωμα είναι αντισυνταγματική καθότι παραβιάζει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελεύθερα, που προστατεύεται από το άρθρο 26. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το άρθρο 44ΙΑ
(1)και
(2)του Νόμου για σκοπούς εύκολης αναφοράς: "Επιλογή ενυπόθηκου δανειστή να αγοράσει το ακίνητο 44ΙΑ.-
(1)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος δανειστής δεν πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο εντός χρονικής περιόδου έξι
(6)μηνών από την ολοκλήρωση της διαδικασίας του πρώτου πλειστηριασμού, τότε ο ενυπόθηκος δανειστής έχει την επιλογή να αγοράσει το ενυπόθηκο ακίνητο στην αγοραία αξία του βάσει της τελευταίας εκτίμησης που διενεργήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους ή με εξ υπαρχής διεξαγωγή διαδικασίας εκτίμησής του με βάση τις διατάξεις του άρθρου 44Δ.
(2)Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να συνεχίσει τις προσπάθειες πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 44Ζ και 44Η, χωρίς επιφυλασσόμενη τιμή". Οι εισηγήσεις των οφειλετών, επί των οποίων εδράζεται η θέση περί αντισυνταγματικότητας της συγκεκριμένης πρόνοιας, περιέχονται στην παράγραφο 21 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση. Την παραθέτω αυτούσια: "
  1. Δεν προνοείται σε κανένα σημείο της Σύμβασης Υποθήκης ή και του Εγγράφου Υποθήκης ότι ο ενυπόθηκος δανειστής έχει το δικαίωμα να αγοράσει ο ίδιος το ενυπόθηκο ακίνητο. Ως εκ τούτου, η πιο πάνω διάταξη είναι αντισυνταγματική ως παραβιάζουσα το άρθρο 26 του Συντάγματος το οποίο προστατεύει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελεύθερα. Είναι ξεκάθαρο ότι κατά το χρόνο κατάρτισης της Σύμβασης Υποθήκης οι Εναγόμενοι δεν συμφωνήσαμε να παρέχουμε τέτοιο δικαίωμα στην Ενάγουσα Τράπεζα. Ως εκ τούτου η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη η οποία μεταβάλλει την κατάσταση έτσι ώστε παρέχεται δικαίωμα στον ενυπόθηκο δανειστή το οποίο δεν υφίστατο και δεν υφίσταται με βάση την Σύμβαση Υποθήκης αποτελεί ξεκάθαρη επέμβαση στο περιεχόμενο της Σύμβασης και ή στη διαμόρφωση αυτού". Στο έγγραφο υποθήκης που επισυνάπτεται ως τεκμήριο 2 στην Αίτηση, γίνεται ρητή πρόνοια σε σχέση με τα δικαιώματα του δανειστή αναφορικά με το ενυπόθηκο ακίνητο. Σχετικές είναι οι παράγραφοι 5 και 11, τις οποίες παραθέτω αυτούσιες αμέσως πιο κάτω: "
  2. Σε πρώτη ζήτηση ή /και από τη στιγμή που κάθε ποσό που εξασφαλίζεται από την υποθήκη αυτή, καταστεί πληρωτέο, υποχρεώνομαι προσωπικά να πληρώσω όλο το ποσό αυτό. Σε περίπτωση που θα παραλείψω να πληρώσω το ποσό αυτό, η Τράπεζα θα δικαιούται να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα είτε μέσω του Κτηματολογίου, είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει συμπεριλαμβανομένης και της πώλησης με προσφορές και/ ή με ιδιωτική πώληση ή όπως προβλέπεται πιο κάτω, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση σε μένα ... ..................................................................................
  3. Περαιτέρω και με γνώση όλων των συνεπειών, καθιστώ την Τράπεζα ανέκκλητα (IRREVOCABLY) πληρεξούσιο αντιπρόσωπο μου και με το έγγραφο αυτό δίνω στην Τράπεζα πληρεξουσιότητα ανάλογα με την περίπτωση: ........................................ Να πωλεί τα κτήματα μου με οποιοδήποτε τρόπο συμπεριλαμβανομένων της ίδιας της Τράπεζας και/ή οποιασδήποτε μητρικής ή θυγατρικής της εταιρείας για οποιοδήποτε ποσό για το σκοπό της εξόφλησης των υποχρεώσεων που εξασφαλίζει η υποθήκη αυτή και να προβαίνει σε εξάλειψη της σε όφελος της υποθήκης». Οι οφειλέτες προβάλουν τη θέση ότι όπως είναι διατυπωμένες οι πρόνοιες του πιο πάνω εγγράφου, η Τράπεζα έχει δικαίωμα να πωλήσει το ακίνητο σε τρίτους όχι όμως στον εαυτό της, καθότι σε τέτοια περίπτωση πρόκειται για «αγορά» και όχι «πώληση». Η εισήγηση τους δεν βρίσκει έρεισμα στις πιο πάνω πρόνοιες. Με βάση τους όρους που παραθέτω αμέσως πιο πάνω προκύπτει ότι η Τράπεζα έχει δικαίωμα να πωλήσει το επίδικο ακίνητο ακόμη και στον εαυτό της ή σε μητρική ή σε θυγατρική της εταιρεία. Πέραν τούτου παρατηρώ ότι ο Νόμος 9/65, ως έχει τροποποιηθεί, όχι μόνο δεν διευρύνει τα δικαιώματα του δανειστή προς όφελος του οφειλέτη αλλά αντιθέτως τα περιορίζει με δύο τρόπους. Πρώτον, ο νόμος θέτει ως προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματος αγοράς του ακινήτου από το δανειστή, το ακίνητο να είχε προηγουμένως τεθεί σε πλειστηριασμό με βάση τις πρόνοιες του πιο πάνω και δεύτερον θέτει χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου ο δανειστής δύναται να αγοράσει το ενυπόθηκο ακίνητο. Διαπιστώνω ότι τέτοιοι περιορισμοί δεν περιλαμβάνονται στο Έγγραφο Υποθήκης. Ενόψει των πιο πάνω η εισήγηση περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 44ΙΑ
(1)του Νόμου δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Τέλος οι οφειλέτες προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι η εκχώρηση των επιδίκων υποθηκών προς τους Ενάγοντες είναι παράνομη καθότι έλαβε χώρα κατά παράβαση του άρθρο 32 του Νόμου 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί. Το πιο πάνω άρθρο προβλέπει για τη διαδικασία μεταβίβασης μιας υποθήκης. Πρόκειται για ένα μακροσκελές άρθρο. Κανένα στοιχείο έχει τεθεί ενώπιο του δικαστηρίου που να δεικνύει με ποιο τρόπο παραβιάζεται το συγκεκριμένο άρθρο στην παρούσα υπόθεση. Η εισήγηση η οποία παρέμεινε μετέωρη απορρίπτεται. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση σε σχέση με τις αξιώσεις των παραγράφων 11 Α, Β, Γ και Δ του Κλητηρίου Εντάλματος, για τις οποίες οι αιτητές ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Εκδίδεται συνοπτική απόφαση ως οι παράγραφοι 11 Α, Β, Γ και Δ του Κλητηρίου Εντάλματος. Τα έξοδα ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ών η Αίτηση. Υπ. ........... Τ. Καρακάννα Π.Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.