GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. DAVIES, Αρ. Αγωγής: 2251/2020, 8/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2251/2020 Μεταξύ: GORDIAN HOLDINGS LIMITED Ενάγουσας και XXXXX XXXXX DAVIES Εναγομένου --------------------- Αίτηση ημερ. 17.12.2020 για προσωρινά διατάγματα Ημερομηνία: 8 Ιουνίου, 2021 Για την ενάγουσα - αιτήτρια : κ. Χρ. Στρόππος Για τον εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση : κα Μ. Μικελλίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, η ενάγουσα αξιώνει, ως ιδιοκτήτρια τριών συγκεκριμένων ακινήτων στη Βορόκληνη, εναντίον του εναγομένου, διάφορες Δηλώσεις και Διατάγματα προς άρση ισχυριζόμενης παράνομης επέμβασης στα επίδικα ακίνητα. Αξιώνει επίσης €611 μηνιαίως για κάθε ακίνητο ως αποζημιώσεις ή και ενδιάμεσα οφέλη από 4.10.2019 μέχρι εκκενώσεως και παραδόσεως κενής και ελεύθερης κατοχής αυτών, και γενικές ή και ειδικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και/ή παρέμβαση και/ή παράνομη εκμετάλλευση και/ή χρήση των ακινήτων και/ή για ζημιές ή απώλειες που υπέστη η ενάγουσα συνεπεία της παράνομης επέμβασης. Με την καταχώριση της αγωγής, η ενάγουσα καταχώρισε μονομερώς την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητεί την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με τα οποία να απαγορεύεται στον εναγόμενο ή και στους υπαλλήλους ή και εντολείς του να επεμβαίνουν ή και να παρεμβαίνουν ή και να χρησιμοποιούν ή και να κατέχουν ή και να εισέρχονται ή και να εκμεταλλεύονται ή και να καρπούνται τα τρία επίδικα ακίνητα, μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου (αιτητικά Α, Β και Γ). Αιτείται επιπλέον την έκδοση προσωρινών προστακτικών διαταγμάτων με τα οποία να διατάσσεται ο εναγόμενος ή και οι υπάλληλοι ή και εντολείς του να παύσουν κάθε εργασία ή ενέργεια ή πράξη επί των ακινήτων και να παραδώσουν ελεύθερη και κενή κατοχή των ακινήτων εντός 7 ημερών από την επίδοση του διατάγματος (αιτητικό Δ), και να διατάσσεται ο εναγόμενος ή και υπάλληλοι ή και εντολείς του να απομακρύνουν οποιοδήποτε αντικείμενο ή και ζώο / σκύλο βρίσκεται εντός των ακινήτων και με το οποίο εμποδίζεται η ενάγουσα να εισέλθει, εντός 7 ημερών από την επίδοση του διατάγματος (αιτητικό Ε). Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 21, 29 - 32 και 47 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 3 - 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στη Διαταγή 48 θ. 1-4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 43 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, στις αρχές του κοινοδικαίου και της επιείκειας, στα άρθρα 23, 25, 26, 30 και 35 του Συντάγματος, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Ελευθεριών και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Αδάμου, υπαλλήλου της ενάγουσας, ο οποίος αναφέρει ότι η αιτήτρια ζητεί την προστασία του Δικαστηρίου μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, απέναντι στον εναγόμενο ο οποίος παρά το γεγονός ότι τα ακίνητα έχουν περιέλθει στην ιδιοκτησία και κατοχή της ενάγουσας, εντούτοις παρεμποδίζει με αθέμιτους τρόπους και με ανυπόστατους ισχυρισμούς την ενάγουσα να εισέλθει και να ασκήσει όλα τα νόμιμα δικαιώματά της. Πρόκειται για τρία άδεια οικόπεδα τα οποία δεν χρησιμοποιούνται και για τα οποία δεν υπάρχει κάποιο ενοικιαστήριο έγγραφο. Εντός αυτών υπάρχει μια μικρή αποθήκη με ορισμένα εμφανώς εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα. Ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στο ιστορικό απόκτησης των επίδικων ακινήτων από την ενάγουσα από τις 4.10.2019, ενώ προηγουμένως ανήκαν στην Τράπεζα Κύπρου και στις εταιρείες Harrydi Ltd και Hyermo Holdings Ltd. Πολύ συνοπτικά, σημειώνω ότι ο ενόρκως δηλών επεξηγεί ότι είχαν παραχωρηθεί πιστωτικές διευκολύνσεις από την Τράπεζα Κύπρου προς τις εν λόγω εταιρείες, με την εξασφάλιση υποθηκών επί των επίδικων ακινήτων των εταιρειών, ενώ το 2012, εκδόθηκαν δικαστικές αποφάσεις εναντίον των εταιρειών και του εναγομένου ως εγγυητή, για χρηματικά ποσά και διατάγματα εκποίησης των υποθηκών (Τεκμήρια 5-7). Η Τράπεζα προχώρησε στην έναρξη διαδικασιών για την πώληση των ακινήτων με πλειστηριασμούς σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας, δεν υπήρξε ενδιαφερόμενος αγοραστής και το 2018 τα ακίνητα ενεγράφησαν στο όνομα της Τράπεζας αφού αυτή κατέθεσε το ποσό που αντιστοιχούσε στην αγοραία αξία εκάστου ακινήτου στον λογαριασμό των οφειλετριών εταιρειών έναντι του ενυπόθηκου χρέους, βάσει σχετικών προνοιών του Νόμου 9/
- Στις 30.5.2019 τα εξ αποφάσεως χρέη, πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις της Τράπεζας μεταφέρθηκαν στην ενάγουσα και κατά συνέπεια στις 4.10.2019 τα επίδικα ακίνητα ενεγράφησαν στο όνομα της ενάγουσας. Η διαδικασία ανάκτησης των ακινήτων ουδέποτε αμφισβητήθηκε από οποιοδήποτε πρόσωπο, ούτε και παρουσιάστηκε στη διαδικασία οποιοδήποτε πρόσωπο να προβάλει ότι είχε οποιοδήποτε δικαίωμα αξιοποίησης ή κατοχής ή ενοικίασης των ακινήτων. Ακολούθως, ο ενόρκως δηλών περιγράφει τις ενέργειες που έγιναν από την ενάγουσα για σκοπούς ετοιμασίας των ακινήτων για πώληση, τις προσπάθειες πώλησης των ακινήτων μέσω συγκεκριμένης κτηματομεσιτικής εταιρείας, την τοποθέτηση κλειδαριάς στην πύλη των ακινήτων στις 14.4.2020, και τη λήψη ηλεκτρονικών μηνυμάτων από τον εναγόμενο, όπου προέβαλλε ισχυρισμούς περί δικαιώματος κατοχής, αμφισβητώντας τη μεταβίβαση των ακινήτων και την παραχώρηση των δανείων, ότι εκκρεμούν ποινικές διαδικασίες στην Αγγλία για τη μία εταιρεία, ότι στα ακίνητα είχαν ανευρεθεί αρχαία αντικείμενα και ότι ήταν κάτοχος για τα τελευταία 13 χρόνια. Ο ενόρκως δηλών αναφέρεται επιπλέον στην προσφορά που λήφθηκε από τρίτη εταιρεία για €190.000 για την αγορά των ακινήτων, στην παραβίαση της κλειδαριάς και αφαίρεση των διαφημιστικών πινακίδων που είχαν τοποθετηθεί από τους κτηματομεσίτες για την ενάγουσα, και στην τοποθέτηση ανακοίνωσης στην είσοδο ότι απαιτείται άδεια για να εισέλθουν με παραπομπή σε κάποια ιστοσελίδα, η οποία όπως διαφάνηκε ήταν του εναγομένου περί ανασκαφών στα ακίνητα. Η ενάγουσα κατήγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία λόγω του ότι ο εναγόμενος την εμπόδιζε να εκμεταλλεύεται την ακίνητη ιδιοκτησία της και εκφόβιζε τους συνεργάτες και υποψήφιους αγοραστές (η πρώτη προσφορά αποσύρθηκε μετά τη λήψη του ηλεκτρονικού μηνύματος του εναγομένου προς τους κτηματομεσίτες). Αναφέρεται επιπλέον στην τοποθέτηση από τον εναγόμενο εντός των ακινήτων ενός σκύλου, ο οποίος παρουσίαζε επιθετική συμπεριφορά και παρεμπόδιζε τους εκπροσώπους της ενάγουσας να εισέλθουν, και στις ενέργειες που έλαβε η ενάγουσα μέσω του Κοινοτικού Συμβουλίου για απομάκρυνση του σκύλου, όπου συνάντησαν την έντονη αντίδραση του εναγομένου. Αναφέρεται επιπλέον στις περιφράξεις που τοποθέτησε παράνομα ο εναγόμενος, αλλά και στην τοποθέτηση κάγκελων την 1.12.2020, στην υποβολή νέας προσφοράς από νέο αγοραστή για €220.000 και στη συμπεριφορά του εναγομένου προς παρεμπόδιση των προσπαθειών της ενάγουσας να εκμεταλλευθεί τα ακίνητά της, με απειλές και χειρονομίες προς όσους επιχειρούν επιτόπια επίσκεψη, με περίφραξη, και με την τοποθέτηση του σκύλου και των απαγορευτικών πινακίδων. Η θέση της ενάγουσας είναι ότι μοναδικό εμπόδιο στην επικείμενη πώληση αποτελούν οι παράνομες ενέργειες του εναγομένου, ο οποίος εκδιώκει όλους τους αγοραστές. Ο ενόρκως δηλών αναλύει εκτενώς τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η ενάγουσα έχει καλή και συζητήσιμη υπόθεση, τον κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης και το κατεπείγον της υπόθεσης. Σημειώνεται ότι επισυνάπτει όλα τα σχετικά έγγραφα, όπως τίτλους ιδιοκτησίας, δικαστικές αποφάσεις, ειδοποιήσεις για την ανάκτηση των ακινήτων, ηλεκτρονικά μηνύματα καθώς και φωτογραφικό υλικό, ως Τεκμήρια 1 -
- Καταχωρίστηκε, επιπλέον, μετά από άδεια του Δικαστηρίου, συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Αδάμου, προς τον σκοπό διόρθωσης λάθους ως προς το Τεκμήριο 20, όπου επισυνάφθηκε εκ παραδρομής η αρχική προσφορά για την αγορά των ακινήτων (η οποία είναι ήδη Τεκμήριο 13) ενώ έπρεπε να είχε επισυναφθεί η δεύτερη προσφορά, για €220.000, και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 την εν λόγω προσφορά. Το Δικαστήριο επιλήφθηκε της μονομερούς αίτησης και εξέδωσε τα αιτούμενα υπό Α, Β και Γ προσωρινά διατάγματα, με την υπογραφή σχετικής εγγύησης, και τα όρισε επιστρεπτέα εντός των επόμενων ημερών. Τα αιτητικά υπό Δ και Ε ορίστηκαν την ίδια ημερομηνία για επίδοση. Μετά την έκδοση διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης στις 13.1.2021 και τη μετέπειτα επίδοση των προσωρινών διαταγμάτων και της αίτησης, ο εναγόμενος - καθ' ου η αίτηση καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης μέσω δικηγόρου στις 8.3.2021 και ένσταση στην υπό κρίση αίτηση στις 14.5.2021, με νομική βάση παρόμοια με αυτή της αίτησης. Στην ένστασή του ο εναγόμενος επικαλείται τους εξής λόγους (οι παρατιθέμενοι λόγοι μεταφέρθηκαν αυτούσιοι από την ένσταση και συνεπώς τυχόν συντακτικά ή γραμματικά λάθη ή ελλείψεις, όπως για παράδειγμα η αναφορά σε κ. Αβραάμ και κ. Αδάμου ή και η αναφορά σε εναγόμενους στον πληθυντικό, είναι του αυθεντικού κειμένου που καταχωρίστηκε από την πλευρά του εναγομένου): « Α. Το προσωρινό διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί με την αίτηση άνευ κλήσεως διότι δεν υπήρχε το στοιχείο του επείγοντος. Β. Η ένορκος δήλωση του κ. Αβραάμ δεν δικαιολογεί την έκδοση του προσωρινού διατάγματος σ' ότι αφορά τον κίνδυνο αποξένωσης της επίδικης περιουσίας από τους εναγόμενους, της οποίας περιουσίας η αξία εν πάση περιπτώσει είναι τεράστια και η οποία είναι εν πάση περιπτώσει υποθηκευμένη και για την οποία δεν φαίνεται να έγινε οποιαδήποτε εκτίμηση εν πάση περιπτώσει. Γ. Η ένορκος δήλωση του κ. Αβραάμ δεν δικαιολογεί την έκδοση του προσωρινού διατάγματος σ' ότι αφορά τον κίνδυνο να υποστούν οι ενάγοντες ανεπανόρθωτη ζημιά ή και να είναι αδύνατη η πλήρης απονομή δικαιοσύνης στο μέλλον σε περίπτωση που δεν εκδίδετο το προσωρινό διάταγμα. Δ. Το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως κ. Αδάμου γενικά δεν περιέχει τα απαραίτητα στοιχεία και προϋποθέσεις για την έκδοση αλλά και την διατήρηση σε ισχύ του αιτούμενου ή και του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος. Ε. Οι ενάγοντες/αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα ή και παραπλάνησαν το Δικαστήριο με σκοπό την εξασφάλιση του προσωρινού διατάγματος. » Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου, ο οποίος υποστηρίζει ότι η αίτηση δεν εγείρεται καλόπιστα, είναι καταχρηστική και σκοπό έχει την παρεμπόδιση απονομής δικαιοσύνης, όπως διαφαίνεται από τις αναληθείς και συκοφαντικές δηλώσεις της άλλης πλευράς. Προβάλλει ότι οι συμφωνίες δανείων που αφορούν τα επίδικα ακίνητα υπογράφηκαν παράτυπα ή παράνομα, εφόσον ήταν στην ελληνική γλώσσα, ενώ η μητρική του γλώσσα είναι η αγγλική και δεν κατανοούσε το περιεχόμενο των εγγράφων, γεγονός για το οποίο πληροφόρησε την τράπεζα. Συνεπώς θεωρεί ότι οι συμφωνίες δύνανται να κριθούν άκυρες και/ή παράνομες και/ή παράτυπες. Όσον αφορά την υπό εξέταση αίτηση, ο εναγόμενος αναφέρει ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ότι η ενάγουσα δεν παρεμποδίζεται να λάβει μέτρα εναντίον του, δεδομένου ότι έχει ήδη λάβει μέτρα έτσι ώστε να κατακτήσει την κυριότητα των ακινήτων και να ασκήσει τα δικαιώματά της. Αρνείται κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς της άλλης πλευράς ότι με αθέμιτους τρόπους προσπαθεί να αποτρέψει την ενάγουσα και εξουσιοδοτημένα από αυτήν πρόσωπα να εισέλθουν στα ακίνητα και να ασκήσουν τα δικαιώματά τους, κάτι που ουδέποτε έπραξε. Όσον αφορά τη μεταβίβαση των ακινήτων, δηλώνει ότι αυτή έγινε παράνομα και/ή άτυπα και/ή χωρίς να έχει περιέλθει στη γνώση του, καθότι ό,τι υπέγραφε και ό,τι ενημερωνόταν από την τράπεζα ήταν στην ελληνική γλώσσα και χωρίς επεξήγηση. Διευκρινίζει ότι τα ακίνητα είναι σημαντικής αξίας χωράφια. Δεν αποδέχεται το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Αδάμου και καλεί την ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη όλων των ισχυρισμών της. Όσον αφορά τα διατάγματα εκποίησης των ακινήτων ιδιοκτησίας της εταιρείας Harydi Ltd, ισχυρίζεται ότι και σε αυτή την περίπτωση όλα τα έγγραφα είχαν συνταχθεί στην ελληνική γλώσσα και ότι θα αναφέρει περαιτέρω λεπτομέρειες στην υπεράσπισή του. Αρνείται ότι είναι ο ίδιος που παραβίασε την κλειδαριά που είχε τοποθετήσει η ενάγουσα και ότι αφαίρεσε τις διαφημιστικές πινακίδες για πώληση των ακινήτων. Όσον αφορά το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 31.8.2020 το οποίο απέστειλε στους κτηματομεσίτες, επισημαίνει ότι απλώς επεξηγούσε την κατάσταση και ότι ο χώρος είναι αρχαιολογικής σημασίας καθότι έχουν ανακαλυφθεί αρχαιολογικά αντικείμενα επί των τεμαχίων. Η πρόθεσή του με την αποστολή του μηνύματος δεν ήταν ο εκφοβισμός και η απομάκρυνση αγοράστριας εταιρείας, αλλά η πληροφόρησή της όσον αφορά τα ακίνητα. Αρνείται επιπλέον τους ισχυρισμούς που αφορούν την καταγγελία της ενάγουσας στην αστυνομία για την τοποθέτηση σκύλου με επιθετική συμπεριφορά εντός των ακινήτων. Ισχυρίζεται ότι ο σκύλος δεν του ανήκει και δεν γνωρίζει πώς βρέθηκε εκεί. Θεωρεί ότι η ενάγουσα τον κατηγορεί και σπιλώνει το πρόσωπό του με ψευδείς δηλώσεις και υπόνοιες, ενώ καμία δική του ενέργεια δεν έχει εμποδίσει κανέναν υποψήφιο αγοραστή από του να επισκεφθεί και να καταλήξει σε συμφωνία πώλησης, παρά τα όσα του καταλογίζει η ενάγουσα. Σε ό,τι αφορά την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης, τον κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης και το κατεπείγον, ο εναγόμενος προβάλλει ότι η ενάγουσα παράνομα και/ή παράτυπα κατέλαβε την περιουσία του, καθότι υπέγραφε έγγραφα στην ελληνική, και ότι δεν υπάρχει κίνδυνος ανεπανόρθωτης βλάβης εφόσον οι όποιοι υποψήφιοι αγοραστές αποσύρονται από μόνοι τους όταν συνειδητοποιούν την αξία των ακινήτων, εξού και στο τέλος υπαναχωρούν. Σε σχέση με το κατεπείγον και τη θέση της ενάγουσας περί ύπαρξης νέου υποψήφιου αγοραστή, η θέση του εναγομένου είναι ότι η όλη υπόθεση δεν επείγει, καθότι υπάρχουν αρκετά άτομα που ενδιαφέρονται για την αγορά των ακινήτων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ζητεί της απόρριψη της αίτησης με έξοδα εις βάρος της ενάγουσας. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων (παρεμπίπτοντα, διηνεκή ή προστακτικά) και παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία σχετική εξουσία. Το εν λόγω άρθρο καθορίζει τρεις ουσιαστικές προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει το αιτούμενο παρεμπίπτον διάταγμα, εφόσον βέβαια το κρίνει δίκαιο και πρόσφορο. Οι προϋποθέσεις είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την ακροαματική διαδικασία. (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία. (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Περαιτέρω, το Δικαστήριο πρέπει να σταθμίσει και το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Κατά την εξέταση του κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το διάταγμα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και το κριτήριο του ισοζυγίου ευχέρειας (balance of convenience) των διαδίκων. Η ερμηνεία του άρθρου 32 αποτέλεσε το αντικείμενο πολλών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Τransport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Οdysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, Tσολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Jonitexco Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska B.D.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Η πρώτη προϋπόθεση - η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη - ικανοποιείται όταν με βάση τα δικόγραφα αποκαλύπτεται μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case). H δεύτερη προϋπόθεση - η ύπαρξη πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία - ικανοποιείται όταν με βάση το σύνολο της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα ή ενδεχόμενο επιτυχίας του στην αγωγή. Είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι αναγκαίο για την απόδειξη της αγωγής (βλ. υπόθεση Οdysseos, ανωτέρω, και Πουργουρίδης κ.α. ν. Μέλου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, σελ. 2075). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση - ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή - εξετάζεται το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Συνήθως, εάν κατά την τελική απόφαση επί της ουσίας της αγωγής η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Οι πρώτες δύο προϋποθέσεις είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και τη μαρτυρία που προκύπτει από τυχόν αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος έχει άμεση σχέση με την ύπαρξη νομικής βάσης αγωγής, εφόσον κάτι τέτοιο αποκαλύπτεται από το δικόγραφο. Η δεύτερη προϋπόθεση προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης . Είναι όμως σαφώς νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας, εκτός εκεί όπου τούτο είναι απολύτως αναγκαίο, καθότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo Ltd ν. Αdidas, ανωτέρω, στις σελ. 267 - 8 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή πρέπει να παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία και το Δικαστήριο αποφεύγει να υπεισέλθει στην ουσία σε αυτό το στάδιο. (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 225, Τ.Α. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802). Η παρούσα αίτηση εκτός από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 στηρίζεται και στα άρθρα 3 - 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Το άρθρο 3 του Κεφ. 6 αφορά την επίδοση κλητηρίου. Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να διατάσσει τον εναγόμενο να μην αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομά του, η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα και τα έξοδα. Τα υπό κρίση διατάγματα δεν περιλαμβάνουν τέτοιο ζήτημα. Το άρθρο 6 έχει καταργηθεί. Το άρθρο 8 αφορά τη λήψη μαρτυρίας. Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 έχει εφαρμογή όπου η περιουσία σχετικά με την οποία ζητείται το διάταγμα είναι αντικείμενο της αγωγής. Το βασικό / γενικότερο άρθρο είναι το 32 του Ν.14/
- Στην υπόθεση ΑΒP Ηοldings Ltd κ.α. ν. Κιταλίδη κ.α. (Aρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 αναφέρθηκε ότι η εξουσία των άρθρων 4 και 5 του Κεφ. 6, τα οποία προνοούν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται, δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 (βλ. επίσης την υπόθεση Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253). Το άρθρο 7 του Κεφ. 6 αφορά το δικαίωμα ενός εναγομένου για αποζημίωση για τη δαπάνη και βλάβη που προξενήθηκε σε αυτόν λόγω της εκτέλεσης διατάγματος, σε περίπτωση που εκδόθηκε διάταγμα, ενώ διαφανεί στη συνέχεια ότι ζητήθηκε για ανεπαρκείς λόγους ή η αγωγή αποτύχει και δεν υπήρχε πιθανή βάση αγωγής. Συνεπώς δεν τυγχάνει εφαρμογής στο παρόν στάδιο. Το άρθρο 9 του Κεφ. 6 αποτελεί το υπόβαθρο αιτήσεων που υποβάλλονται μονομερώς, εφόσον προβλέπει ότι κάθε διάταγμα, το οποίο έχει εξουσία το Δικαστήριο να εκδώσει, δύναται να εκδοθεί κατόπιν αίτησης του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο διάδικο, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, κρίθηκε δικαιολογημένη η έκδοση των διαταγμάτων των αιτητικών Α, Β και Γ μονομερώς, λόγω του ότι, από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προέκυπτε, εκ πρώτης όψεως, ότι ο εναγόμενος συνέχιζε να επεμβαίνει παράνομα στα επίδικα ακίνητα, εμποδίζοντας την πλευρά της ενάγουσας με διάφορους τρόπους να εκμεταλλευτεί την περιουσία της, παρεμποδίζοντας/εκδιώκοντας λειτουργούς της ενάγουσας αλλά και υποψήφιους αγοραστές από το να επισκέπτονται τα ακίνητα, και έθετε σε άμεσο κίνδυνο επικείμενη πώληση σε συγκεκριμένη εταιρεία η οποία είχε υποβάλει προσφορά, όπως είχε πράξει στο παρελθόν με άλλο υποψήφιο αγοραστή, δεδομένου ότι, μεταξύ άλλων, παρουσιάζεται ως αρχαιολόγος και τους ενημερώνει ότι ο χώρος είναι αρχαιολογικής σημασίας και γίνονται εκσκαφές ένεκα υποτιθέμενης ανακάλυψης αρχαίων αντικειμένων, παρά το ότι δεν εμπλέκεται το αρμόδιο κρατικό τμήμα. Η κατάσταση αυτή διαφαινόταν ξεκάθαρα να υφίσταται από τα τεθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία και τεκμήρια, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν φαίνεται να έχει κανένα δικαίωμα επί της επίδικης ακίνητης περιουσίας. Εν όψει αυτών των περιστάσεων, η επείγουσα αναγκαιότητα έκδοσης των διαταγμάτων ήταν και εξακολουθεί να είναι εμφανής. Στρέφομαι στο σημείο αυτό να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που προνοούνται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Εξετάζοντας τις πρώτες δύο προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32
(1)για σοβαρό θέμα προς εκδίκαση και την κατάδειξη ορατού ενδεχομένου επιτυχίας, σημειώνω ότι από μελέτη του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, καθώς και της ενώπιόν μου μαρτυρίας στο πλαίσιο της υπό εξέταση αίτησης, προκύπτει ότι η απαίτηση βασίζεται κυρίως στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης ορίζεται στο άρθρο 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο αναφέρει ότι παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο. Το αδίκημα της παράνομης επέμβασης είναι αγώγιμο per se και δεν χρειάζεται απόδειξη ζημιάς. Η απουσία, όμως, συγκεκριμένης ζημιάς ουσιαστικά περιορίζει τον ενάγοντα στην επιδίκαση ονομαστικών αποζημιώσεων μόνο. Το δε βάρος απόδειξης της ισχυριζόμενης επέμβασης φέρει ο ενάγων, αλλά, με την απόδειξη της επέμβασης, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγομένου να αποδείξει ότι δεν ήταν παράνομη (βλ. άρθρο 43
(2)του Κεφ. 148 και Μάρκου ν. Χρυσοστόμου κ.α.,
(2004)1Β Α.Α.Δ. 813). Η απόδειξη ιδιοκτησίας αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής, εκτός αν προκύπτει από μαρτυρία ότι την κατοχή την έχει άλλος (βλ. Γλυκύς ν. Ιερά Μονή Μαχαιρά,
(1999)1Α Α.Α.Δ. 654). Στην παρούσα περίπτωση, τα επίδικα ακίνητα είναι εγγεγραμμένα στο όνομα της ενάγουσας (Τεκμήρια 1 - 3 οι τίτλοι ιδιοκτησίας) και ο τρόπος με τον οποίο περιήλθαν στην ιδιοκτησία της περιγράφεται αναλυτικά και (εκ πρώτης όψεως πάντοτε) τεκμηριωμένα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Ο εναγόμενος προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς περί παρατυπίας ή παρανομίας όσον αφορά το πώς περιήλθαν τα ακίνητα στην ιδιοκτησία της ενάγουσας, χωρίς, ωστόσο, να προκύπτει ότι ανήκαν σε οποιοδήποτε στάδιο στον ίδιο, παρά μόνο σε δύο εταιρείες οι οποίες τα είχαν υποθηκεύσει προς όφελος της τράπεζας, και χωρίς να προβάλλει ότι υφίσταται κάποια συμφωνία ενοικίασης ή άδεια χρήσης ή άλλο δικαίωμα. Το μοναδικό σημείο της ένορκης δήλωσης του εναγομένου όπου επικαλείται, στην ουσία, ότι τα επίδικα ακίνητα του ανήκουν, είναι στην παράγραφο 18 όπου ισχυρίζεται, σε σχέση με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32, ότι «it is my position that the applicants illegally and/or irregularly have taken over my properties as I have mentioned above I was signing documents in Greek» (η υπογράμμιση δική μου). Εν τούτοις, όπως δήλωσε η συνήγορός του στο στάδιο των αγορεύσεων, ουδέποτε ανήκαν στον ίδιο τον εναγόμενο, αλλά σε εταιρείες του. Το δε κύριο επιχείρημα της πλευράς του εναγομένου, όπως προωθήθηκε από τη συνήγορό του στο στάδιο των αγορεύσεων, είναι ότι υπήρξε παρανομία ή παρατυπία στο στάδιο της υπογραφής των εγγράφων για τα δάνεια των εταιρειών, τα οποία ήταν στην ελληνική γλώσσα την οποία ο εναγόμενος δεν αντιλαμβάνετο, και συνεπώς όλα όσα συνέβησαν στη συνέχεια (όπως η διαδικασία απόκτησης των ενυπόθηκων ακινήτων από την ενάγουσα) είναι επίσης παράνομα ή παράτυπα ή άκυρα. Εν τούτοις, η συνήγορος του εναγομένου στο στάδιο των αγορεύσεων δεν αμφισβήτησε, αλλά αποδέχθηκε, ότι οι δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν από το έτος 2012 εναντίον των εταιρειών στη βάση των εν λόγω δανείων και του εναγομένου ως εγγυητή, με διατάγματα εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων, είναι τελεσίδικες (Τεκμήρια 5 - 7 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση). Βεβαίως, δεν θα ήταν ορθό να προβώ στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης σε οποιαδήποτε αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε ευρήματα αναφορικά με τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς επί της ουσίας της διαφοράς. Αυτό όμως το οποίο μπορεί να λεχθεί είναι ότι, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, από την εξέταση της ενώπιόν μου μαρτυρίας, εκ πρώτης όψεως και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε ευρήματα ή αξιολόγηση μαρτυρίας, κρίνω ότι η ενάγουσα έχει αποκαλύψει στο δικόγραφό της σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, καθώς και συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Η διαπίστωση κατά πόσο όντως ευσταθούν οι θέσεις της ενάγουσας, και οι αντίθετοι ισχυρισμοί του εναγομένου είναι θέματα τα οποία θα εξεταστούν, θα αξιολογηθούν και θα αποφασιστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Στη συνέχεια πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η ενάγουσα έχει ικανοποιήσει την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60, κατά πόσο δηλαδή κατάφερε να αποδείξει ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν διατηρηθούν τα υφιστάμενα διατάγματα και εκδοθούν αυτά που δεν είχαν εκδοθεί μονομερώς. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία, αλλά και στην περίπτωση όπου υφίσταται κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως να ληφθεί εναντίον του. Δεν πρέπει όμως να παραγνωριστεί το γεγονός ότι δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί (βλ. Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 A.A.Δ. 1237). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία, εφόσον κάποια θέματα, όπως ο επηρεασμός της εμπορικής εύνοιας και φήμης, είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε χρήμα ή να εξακριβωθούν με βεβαιότητα (βλ. Μ. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.α. ν. The Timberland Co.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791, 1799). Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών (βλ. Highgate Primary School Ltd κ.α. ν. Φυλακτίδης κ.α.
(2009)1Α Α.Α.Δ. 317). Επαναλαμβάνω ότι η παρούσα υπόθεση βασίζεται κυρίως σε ισχυρισμό για παράνομη επέμβαση. Στην Κυρισάββα κ.α. ν. Κύζη
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1245, η οποία επίσης αφορούσε προσωρινό διάταγμα στο πλαίσιο αγωγής για παράνομη επέμβαση, επισημάνθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. επίσης Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231). Συγκεκριμένα, λέχθηκε ότι μπορεί να ληφθεί υπόψη προς ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου και τυχόν εκδηλωθείσα παρανομία (βλ. επίσης Avila Managment Services Ltd κ.α. ν. Stepanek κ.α., Πολιτική Έφεση 54/2012 ημερ. 27.6.2012). Όπως λέχθηκε στην Zena Company Ltd ν. Demenian Catering Ltd
(2011)1Γ Α.Α.Δ. 1848, στην περίπτωση παράνομης επέμβασης σημασία έχει να διατηρηθεί στο status quo ante - πριν δηλαδή την επέμβαση στον αμφισβητούμενο χώρο. Είναι αυτό που οφείλει να διασφαλίσει το Δικαστήριο με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, εφόσον έχει ήδη κριθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς συζήτηση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Στο σύγγραμμα Kerr on Injunctions, 6η έκδοση, αναφέρονται τα εξής σχετικά, στο κεφάλαιο 5 με τίτλο «Injunctions Against Trespass», στη σελίδα 92: «The jurisdiction of the Court by injunction in cases of trespass is in aid of the legal right. If the right at law is clear and the breach clear, and serious damage is likely to arise to the plaintiff if the defendant is allowed to proceed with what he is doing or threatens to do, an injunction will be granted pending the trial of the right. But if the right at law is not clear or the breach is doubtful, and no irreparable injury can arise to the plaintiff pending the trial of the right, the case resolves itself into a question of comparative convenience.» Στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει από τα ενώπιόν μου στοιχεία ότι η ενάγουσα, ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των επίδικων ακινήτων, επιχειρεί να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά της και να εκμεταλλευτεί την περιουσία της, δυσχεραίνεται προς τούτο από τις ενέργειες του εναγομένου και χωρίς τα επίδικα διατάγματα θα υφίστατο πραγματικός και ορατός κίνδυνος ματαίωσης προσδοκώμενης πώλησης αυτών σε τρίτο πρόσωπο. Σημειώνεται, συναφώς, ότι ο εναγόμενος στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσής του παραδέχεται ότι απέστειλε το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 31.8.2020 προς τους κτηματομεσίτες της ενάγουσας, (Τεκμήριο 16 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση), «.explaining the situation and indicating that the premises are of archaeological value, as ancient items have been recovered from the properties», αρνούμενος ότι η πρόθεσή του ήταν να τους εκφοβίσει ή απομακρύνει από την πώληση των ακινήτων, και δηλώνοντας ότι η πρόθεσή του ήταν η πληροφόρησή τους όσον αφορά τα ακίνητα. Από μια πρώτη ανάγνωση των ηλεκτρονικών μηνυμάτων Τεκμήρια 11 και 16, προκύπτει ότι ο εναγόμενος, μεταξύ άλλων, προβάλλει προς τους κτηματομεσίτες την ακυρότητα της μεταβίβασης ακινήτου στην ενάγουσα ένεκα του ότι η αρχική ιδιοκτήτρια εταιρεία εμπλέκεται σε ποινικές διαδικασίες στο Ηνωμένο Βασίλειο, επικαλείται ο ίδιος δικαιώματα ως «occupier» για πέραν των δέκα ετών («full rights of lawful occupancy») και τους απαγορεύει οποιαδήποτε πράξη σε σχέση με τα ακίνητα χωρίς την άδεια του ιδίου ως «occupier». Αναφέρεται επιπλέον στην πιθανή αρχαιολογική αξία της γης και προειδοποιεί ότι όποιοι κάνουν ζημιά στην εν λόγω γη θα ευθύνονται με βάση τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ισχυρισμοί που αφορούν εκσκαφές στα ακίνητα υπάρχουν και στην ιστοσελίδα του εναγομένου, όπου, σύμφωνα με το Τεκμήριο 15 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και δεν αμφισβητήθηκε, ο εναγόμενος ως «Chief Archeologist» διενεργεί «επιτρεπόμενες ιδιωτικές εκσκαφές» («permitted private digs»), δηλώνει ότι οι τοποθεσίες στη Βορόκληνη είναι κλειστές σε επισκέπτες («all sites are CLOSED to any visitor») και για επίσκεψη θα πρέπει να δοθεί άδεια από τη «Διεύθυνση», με πιθανή αναγκαιότητα χρηματικής εισφοράς στο ινστιτούτο του. Εν τούτοις, ο εναγόμενος με την ένστασή του, δεν προσκομίζει κανένα απολύτως στοιχείο που να υποστηρίζει τα όποια προσόντα του, την όποια άδεια του αρμοδίου Διευθυντή Τμήματος Αρχαιοτήτων της Δημοκρατίας για αρχαιολογικές εκσκαφές, αλλά και για το όποιο δικαίωμα που θεωρεί ότι έχει ο ίδιος επί των επίδικων ακινήτων είτε ως αρχαιολόγος είτε άλλως πως. Σύμφωνα δε με το Τεκμήριο 12 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, κανένα ακίνητο στη συγκεκριμένη περιοχή δεν έχει ανακηρυχθεί ως αρχαίο μνημείο με βάση τον περί Αρχαιοτήτων Νόμο, Κεφ. 31. Επισημαίνω ότι, σύμφωνα με τον Περί Αρχαιοτήτων Νόμο, Κεφ. 31, η μη ειδοποίηση των αρμοδίων αρχών για την ανακάλυψη αρχαιοτήτων χωρίς άδεια εκσκαφής αποτελεί ποινικό αδίκημα. Παρομοίως, αποτελεί ποινικό αδίκημα η διενέργεια ανασκαφών για τον σκοπό ανακάλυψης αρχαιοτήτων χωρίς έγγραφη άδεια από τον Διευθυντή Αρχαιοτήτων. Περαιτέρω, η πλευρά της ενάγουσας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δηλώνει ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμία οικονομική επιφάνεια και στερείται οικονομικής δυνατότητας να καταβάλει οποιαδήποτε αποζημίωση για παράνομη επέμβαση, και δεν θα είναι δυνατή η ανάκτηση των ζημιών που θα προκληθούν προς την ενάγουσα μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, από τη συνεχόμενη εκδίωξη αγοραστών και την απώλεια της αξίας των ακινήτων ένεκα του ότι ο εναγόμενος, ο οποίος διαμένει στο γειτονικό ακίνητο, επεμβαίνει κατά το δοκούν εντός των επίδικων ακινήτων, διαφημίζοντας ψευδώς ότι διενεργεί αρχαιολογικές εκσκαφές, ενώ η ενάγουσα απέκτησε τα ακίνητα με σκοπό την πώλησή τους. Όλα όσα προβλήθηκαν από την πλευρά της ενάγουσας σε σχέση με την οικονομική κατάσταση του εναγομένου ουδόλως αμφισβητήθηκαν ή αντικρούστηκαν από την πλευρά του. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60, και ότι δεν ευσταθούν οι λόγοι ένστασης Α - Δ. Όσον αφορά τον λόγο ένστασης Ε, σημειώνω ότι δεν προκύπτει καμία απολύτως απόκρυψη οποιουδήποτε ουσιώδους στοιχείου από την πλευρά της ενάγουσας ή πρόθεση παραπλάνησης. Η ένορκη δήλωση του εναγομένου δεν πλαισιώνεται από οποιοδήποτε τεκμήριο ή απτό στοιχείο και αποτελείται κυρίως από γενικούς ισχυρισμούς και αρνήσεις, χωρίς να αποκαλύπτεται καθ' οιονδήποτε τρόπο η ισχυριζόμενη απόκρυψη της άλλης πλευράς. Στο στάδιο αυτό, θα προχωρήσω να εξετάσω και το κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο να συνεχίσει η ισχύς των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων, και να εκδοθούν αυτά που δεν είχαν εκδοθεί μονομερώς, ως θέμα ισοζυγίου της ευχέρειας. Η φράση αυτή είναι, όπως σημειώθηκε στην υπόθεση Francome v. Mirror Group Newspaper
(1984)1 WLR 892, 898, μια ατυχής έκφραση, εφόσον το Δικαστήριο ασχολείται με τη δικαιοσύνη και όχι με την ευχέρεια των διαδίκων. Το Δικαστήριο θα πρέπει να προσπαθεί να εξισορροπήσει τα δικαιώματα των διαδίκων σε αυτό το αρχικό στάδιο (βλ. σχετικά Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 21, σελ. 366 «Balance of convenience considered»). H ανάγκη προστασίας της ενάγουσας πρέπει να σταθμίζεται με την αντίστοιχη ανάγκη του εναγομένου και συνεπώς θα πρέπει να εξεταστεί η επίδραση που ενδεχομένως θα είχε τυχόν διατήρηση / έκδοση του διατάγματος στα συμφέροντα των δύο πλευρών. Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω στο πλαίσιο εξέτασης των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32
(1), το γεγονός ότι η ενάγουσα είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των ακινήτων, ενώ ο εναγόμενος συνεχώς επιχειρεί με διάφορα μέσα να την εμποδίσει να τα εκμεταλλευτεί, χωρίς να επικαλείται κάποιο νόμιμο δικαίωμα επί αυτών (και συνεπώς δεν προκύπτει ότι θα υποστεί οποιαδήποτε βλάβη), κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς προς την οριστικοποίηση των διαταγμάτων υπό Α, Β και Γ και προς την έκδοση των διαταγμάτων υπό Δ και Ε. Δεν παραγνωρίζω ότι, όσον αφορά τα αιτούμενα υπό Δ και Ε, πρόκειται για προστακτικά διατάγματα. Η εξουσία έκδοσης προστακτικών διαταγμάτων ασκείται με φειδώ και μόνο σε ξεκάθαρες υποθέσεις, όπου η ανάγκη και η φύση της υπόθεσης επιβάλλει (βλ. επίσης Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21 στη σελίδα 362, παράγραφος 758 σε σχέση με τις περιπτώσεις όπου εκδίδονται προστακτικά διατάγματα). Θεωρώ ότι προκύπτει σαφώς από όλα τα πιο πάνω, ότι πρόκειται περί ξεκάθαρης περίπτωσης, και κρίνεται δίκαιο και πρόσφορο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, εν όψει της φύσης της υπόθεσης και των πιο πάνω αναφερόμενων δεδομένων. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να ασκηθεί ανάλογα η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Δεν θα ήταν ορθό να επιτραπεί στον εναγόμενο να συνεχίζει, μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής, να επικαλείται τη διενέργεια μη αδειοδοτημένων αρχαιολογικών εκσκαφών επί ακινήτων που δεν φαίνεται να του ανήκουν, και να διατηρεί εντός αυτών σκύλο ο οποίος εμποδίζει την πρόσβαση στους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες ή εξουσιοδοτημένα από αυτούς πρόσωπα. Συναφώς, σημειώνω ότι από τη στιγμή που ο ίδιος ο εναγόμενος επικαλείται ότι ο χώρος είναι αρχαιολογικής σημασίας και εμποδίζει την επίσκεψη και πρόσβαση σε τρίτους, τοποθετεί ανακοίνωση / «Προειδοποίηση» (Τεκμήριο 14) ότι απαγορεύεται η πρόσβαση, παραπέμποντας στην ιστοσελίδα του, αποστέλλει σχετικά ηλεκτρονικά μηνύματα στους κτηματομεσίτες, και δεν αντικρούει καθ' οιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο τη θέση της άλλης πλευράς περί ενεργειών του Κοινοτικού Συμβουλίου να τον πείσουν να απομακρύνει τον σκύλο του, δεν μπορεί να αρνείται γενικώς, και δίχως άλλο, ότι ο σκύλος είναι δικός του. Σημειώνω, επιπλέον, ότι η περίπτωση διαφοροποιείται ουσιωδώς από την πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Κωστάκη κ.ά., αγωγή 225/2020 Ε.Δ. Αμμοχώστου, ημερ. 29.10.2020 που επικαλείται η συνήγορος του εναγομένου στην αγόρευσή της, καθότι σε εκείνη την υπόθεση οι εναγόμενοι είχαν προβάλει ότι κατείχαν την επίδικη κατοικία νόμιμα στη βάση συμφωνίας με τους προηγούμενους ιδιοκτήτες, ενώ οι ενάγοντες είχαν προβάλει ότι οι εναγόμενοι κατείχαν την κατοικία ως επεμβασίες, και το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχαν ίσες πιθανότητες επιτυχίας, και συνεπώς εάν η αγωγή εν τέλει απορριπτόταν, η ζημιά που θα προκαλείτο στους εναγομένους με την έκδοση των προστακτικών διαταγμάτων για εκκένωση και παράδοση της κατοχής της κατοικίας στους ενάγοντες, θα ήταν μεγαλύτερη από τις συνέπειες που θα είχε η μη έκδοση των διαταγμάτων. Στην υπό κρίση περίπτωση, όμως, όπως έχει προαναφερθεί και δεν αμφισβητείται, ο εναγόμενος ουδέποτε υπήρξε ιδιοκτήτης των ακινήτων, και δεν επικαλείται κάποια συμφωνία ενοικίασης ή άδεια χρήσης ή κάποιο άλλο νόμιμο δικαίωμα επί των ακινήτων, πέραν του ισχυρισμού ότι οι αρχικές συμφωνίες δανείου των εταιρειών του, σε σχέση με τις οποίες εκδόθηκαν τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις το 2012, θα πρέπει να κριθούν άκυρες. Ούτε και επεξηγεί ποια θα είναι η ζημιά του από την έκδοση των διαταγμάτων, δεδομένου ότι τα ακίνητα ουδέποτε ανήκαν στον ίδιο. Αναφορικά με τα όσα προβάλλονται με την αγόρευση της πλευράς του εναγομένου περί κατάχρησης της διαδικασίας, σημειώνω ότι στην Αγγλική υπόθεση Bristol Corporation v. Ross & Another
(1973)3 All ER. 393, στην οποία γίνεται αναφορά τόσο στην Thanos Hotels Limited κ.ά. v. Ιωακείμ
(2004)1Β Α.Α.Δ. 1167 όσο και στην Kennedy Hotels Ltd v. Haig Ildjirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400, επεξηγήθηκε, αναφορικά με τη θεραπεία της αυτοβοήθειας («the remedy of self-help») ότι παρόλο που ένας πολίτης δικαιούται να προχωρήσει σε ανάκτηση της κατοχής του ακινήτου, εκεί που κάποιο πρόσωπο κατέχει τούτο σαφώς παράνομα, χωρίς τη βοήθεια του δικαστηρίου και νοουμένου ότι μπορεί να πράξει τούτο ειρηνικά, εντούτοις συνιστάται όπως πράττει τούτο μέσω δικαστηρίου. Ταυτόχρονα, όμως, και τα δικαστήρια θα πρέπει να φροντίζουν όπως το δικαίωμά του αυτό εξασφαλίζεται σύντομα. Σχετικό είναι και το σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 20η έκδοση, σελ. 2017- 2022. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν μπορεί να λεχθεί ότι η πλευρά της ενάγουσας, ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των επίδικων ακινήτων, έχει ενεργήσει κακόπιστα και καταχρηστικά. Καταληκτικά των πιο πάνω και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, τα προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 18.12.2020 ως το Α, Β και Γ της αίτησης, καθίστανται απόλυτα. Εκδίδονται, επιπλέον, εναντίον του εναγομένου διατάγματα ως επιζητούνται υπό στοιχεία Δ και Ε της αίτησης. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν υπάρχει λόγος απόκλισης από τον γενικό κανόνα ότι θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Συνεπώς, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας - αιτήτριας και εναντίον του εναγομένου - καθ' ου η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο