ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. THE CENTAURLAND DEVELOPERS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1732/13, 28/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Μουγή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1732/13 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Εναγόντων -και-
- THE CENTAURLAND DEVELOPERS LTD
- XXXXX XXXXX ΑΧΙΛΛΕΩΣ Εναγομένων Ημερομηνία: 28 Μαΐου,
- Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: κ. Γ. Πέτρου για Δρ Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία Για εναγόμενους: κα Ολ. Λάμπρου για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες με την αγωγή τους αξιώνουν εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα ή και κεχωρισμένα το ποσό των €478.740,10 οφειλόμενο ποσό λογαριασμού δανείου, πλέον τόκο 9.75% επί του πιο πάνω ποσού από 26.02.13 μέχρι εξοφλήσεως και με κεφαλαιοποίηση των τόκων ανά εξάμηνο ήτοι την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Αξιώνουν περαιτέρω εναντίον της εναγόμενης 1 διάταγμα εκποίησης της υποθήκης με αριθμό XXXXX/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας ως επίσης και όλα τα Δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερομηνίας 27.07.2010 που έγινε στη Λάρνακα μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 1 οι ενάγοντες χορήγησαν σε αυτή δάνειο για το ποσό των €401.000,00 που θα ήταν πληρωτέο δια 10 ετήσιων δόσεων εκ €58.800,00 έκαστη με την πρώτη δόση να είναι πληρωτέα την 27.07.2011 και τις υπόλοιπες την αντίστοιχη ημέρα επόμενου εκάστου έτους μέχρι πλήρους εξόφλησης. Αντί νομίμου ανταλλάγματος ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε την εναγόμενη 1 ως προς όλες τις υποχρεώσεις της προς τους ενάγοντες με έγγραφο εγγύησης που υπεγράφη στη Λάρνακα την 5.08.2010 και κάλυπτε ποσό κεφαλαίου €401.000,00, πλέον τόκους, προμήθειες, έξοδα και άλλες επιβαρύνσεις. Αντί νομίμου ανταλλάγματος και για περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 προς τους ενάγοντες δυνάμει της ως άνω συμφωνίας, η εναγόμενη 1 παρεχώρησε προς όφελος των εναγόντων την υποθήκη με αριθμό XXXXX/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας για το ποσό των €401.000,00 πλέον 7.50% ετησίως σύνθετο κυμαινόμενο επιτόκιο από 5.08.2010 μέχρι εξοφλήσεως, επί των πιο κάτω ακινήτων: (α) ισόγεια κατοικία με αριθμό τεμαχίου XXXXX, αριθμό εγγραφής 2/XXXXX, Φ/ΣΧ 40/640304, στον Άγιο Λάζαρο, στη Σκάλα, στο Δήμο Λάρνακας, της Επαρχίας Λάρνακας. (β) ισόγεια κατοικία με αριθμό τεμαχίου XXXXX, αριθμό εγγραφής 2/XXXXX, Φ/ΣΧ 40/640304, στην οδό XXXXX, στη Σκάλα, στο Δήμο Λάρνακας, της Επαρχίας Λάρνακας. Το ποσό της υποθήκης θα ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση ή και την 27.07.2020 πλέον τόκους και έξοδα. Οι ενάγοντες άνοιξαν λογαριασμό δανείου επ'ονόματι της εναγόμενης 1 και τον χρέωσαν με το ποσό του χορηγηθέντος δανείου. Κατά ή περί την 26.02.2013 ο λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ή και καθυστερήσεις με αποτέλεσμα οι ενάγοντες κατά ή περί την 26.02.2013 με επιστολή τους προς τους εναγόμενους τους κάλεσαν να εξοφλήσουν τις καθυστερημένες δόσεις του δανείου τους και τους γνωστοποίησαν ότι το επιτόκιο αυξήθηκε σε 9.75% ετησίως από 26.02.
- Λόγω μη συμμόρφωσης των εναγομένων οι ενάγοντες κατά ή περί την 11.03.2013 με επιστολή των δικηγόρων τους κάλεσαν τους εναγόμενους να εξοφλήσουν σε 21 ημέρες κάθε χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού πλέον τόκους προς 9.75% ετησίως από 26.02.2013 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου πλέον έξοδα. Οι εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν και οι ενάγοντες με επιστολές των δικηγόρων τους προς έκαστο των εναγομένων ημερομηνίας 10.05.2013 τερμάτισαν τη συμφωνία δανείου και τους κάλεσαν όπως εντός 5 ημερών εξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού πλέον τους τόκους. Οι εναγόμενοι παρέλειψαν να το πράξουν και εξακολουθούν να οφείλουν ως υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου ή και δυνάμει εγγυήσεως το ποσό των €478.740,10 πλέον τόκους προς 9.75% ετησίως από 26.02.13 μέχρι εξοφλήσεως με τον τόκο να κεφαλαιοποιείται δύο φορές το χρόνο. Οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση και ανταπαίτηση τους παραδέχονται μεν ότι υπέγραψαν συμφωνία δανείου με επιτόκιο δανεισμού 5,25% ετησίως, πλην όμως αρνούνται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των εναγόντων σε σχέση με τους όρους της επίδικης συμφωνίας. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι οι επιμέρους όροι που αναφέρονται στη συμφωνία δανείου, καταρτίστηκαν από τους ενάγοντες χωρίς δικαίωμα διαπραγμάτευσης από τους εναγόμενους 1 και 2 και ως τέτοιοι είναι άκυροι και ανεφάρμοστοι. Επικαλούνται επίσης ότι οι ενάγοντες εκμεταλλεύτηκαν τη θέση τους έναντι των εναγομένων και επέβαλαν στους τελευταίους, όρους, τους οποίους οι εναγόμενοι δεν είχαν καμία πρόθεση να υπογράψουν. Οι όροι του δανείου και της σύμβασης εγγύησης είναι καταχρηστικοί και παράνομοι για τους λόγους τους οποίους απαριθμούν στην υπεράσπισή τους. Οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι εγγράφηκε η ισχυριζόμενη υποθήκη, αλλά αυτή είναι άκυρη και ανεφάρμοστη καθότι εγγράφηκε παράνομα και κατά παράβαση του Περί Υποθηκών Νόμου 39/
- Είναι επίσης ισχυρισμός των εναγομένων ότι οι ενάγοντες είχαν την υποχρέωση να τηρούν και να χρεωπιστώνουν τον λογαριασμό μέσα στα πλαίσια της δημόσιας χρηματοπιστωτικής πολιτικής του Κράτους, ως επίσης και την υποχρέωση τιμιότητας ή/και πίστεως σε ό,τι αφορά την τήρηση του λογαριασμού. Διαζευκτικά δε ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες χρεωπίστωναν τον εν λόγω λογαριασμό δανείου κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας ή/και κατά παράβαση της νόμιμης τραπεζιτικής πρακτικής. Αρνούνται ότι οι ενάγοντες απέστειλαν ή/και ότι οι ίδιοι παρέλαβαν τις επιστολές που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι απέστειλαν. Είναι η θέση των εναγομένων ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι αναρμόδιο για την εκδίκαση της παρούσας αγωγής δυνάμει της Περί Συνεργατικών Εταιρειών νομοθεσίας, αφού ο εναγόμενος 1 κατά τους ουσιώδεις χρόνους ήταν μέλος της ενάγουσας με αποτέλεσμα η διαφορά να έπρεπε να παραπεμφθεί σε αναγκαστική διαιτησία. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η αγωγή είναι πρόωρη και θα έπρεπε οι ενάγοντες να προχωρήσουν πρώτα στην εκποίηση της υποθήκης και αφού δεν ικανοποιηθούν να στραφούν με αγωγές εναντίον των εναγομένων. Είναι τέλος ισχυρισμός τους ότι το αξιούμενο υπόλοιπο είναι προϊόν παράνομων χρεώσεων ή και χρεώσεων καθ' υπέρβαση των όρων της επίδικης συμφωνίας και οι εναγόμενοι δεν χρωστούν και δεν υποχρεούνται να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό διότι η επίδικη συμφωνία είναι αόριστη ή και διότι περιλαμβάνει παράνομους όρους και ως εκ τούτου είναι άκυρη, καταχρηστική και ανεφάρμοστη. Ανταπαιτητικώς η εναγόμενη 1 αξιώνει διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την ακύρωση ή και την εξάλειψη της υποθήκης XXXXX/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας ως άκυρη και ανεφάρμοστη. Οι ενάγοντες με την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγομένων που έρχονται σε αντίθεση με την έκθεση απαίτησης, εμμένουν στους δικούς τους ισχυρισμούς και αξιώνουν απόρριψη της ανταπαίτησης. Οι ενάγοντες για απόδειξη της υπόθεσης τους κάλεσαν τρεις μάρτυρες και κατατέθηκαν και 13 συνολικά τεκμήρια. Οι εναγόμενοι δεν πρόσφεραν οποιαδήποτε μαρτυρία. Η XXXXX Βασιλείου, ΜΕ1, υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd, κατάθεσε σε σχέση με την υπόθεση είτε από προσωπική της γνώση, είτε από έγγραφα που έχει στην κατοχή της ενώ αναφορικά με νομικά θέματα έλαβε νομική συμβουλή από τους δικηγόρους των εναγόντων. Κατάθεσε την συμφωνία δανείου ημερομηνίας 27.07.10 Τεκμήριο 2, την σύμβαση εγγύησης ημερομηνίας 5.08.10 Τεκμήριο 3, τη σύμβαση και το έγγραφο υποθήκης Τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα, δέσμη αντιγράφων επιστολών ημερομηνίας 26.02.13 Τεκμήριο 6, δέσμη αντιγράφων επιστολών ημερομηνίας 11.03.13 Τεκμήριο 7, δέσμη αντιγράφων επιστολών ημερομηνίας 10.05.13 Τεκμήριο 8, κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 9 και αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο
- Η XXXXX Μηνά, ΜΕ2, που από το έτος 1999 εργαζόταν στο Συνεργατισμό αλλά τώρα είναι υπεύθυνη του επαρχιακού γραφείου όσον αφορά τα Δικαστικά μέτρα στην AltamiraAssetManagement (Cyprus) Ltd, κατάθεσε σε σχέση με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκ.
- Η XXXXX Κονναρή, υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο Δρ Ανδρέας Ποιητής & Σία ΔΕΠΕ και υπεύθυνη για όλες τις καταχωρίσεις του γραφείου και για την αποστολή επιστολών που αφορούν υποθέσεις τραπεζών κατάθεσε σε σχέση με την ετοιμασία και ταχυδρόμηση των επιστολών ημερομηνίας 11.03.13 και 10.05.13 Τεκ.7 και 8 αντίστοιχα. Είχα την ευκαιρία κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας να παρακολουθήσω τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους, έχοντας υπόψιν, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ειλικρίνεια τους, τη μνήμη τους και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Αθανασίου κ.ά v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Η XXXXX Βασιλείου ΜΕ1 δημιούργησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε με αμεσότητα χωρίς υπεκφυγές. Παρά το γεγονός ότι δεν ήταν παρούσα κατά τον χρόνο κατάρτισης της συμφωνίας και δεν μπορούσε να εκφράσει άποψη αν επεξηγήθηκαν στους εναγομένους όροι της συμφωνίας, εν τούτοις αναφερόταν στην πρακτική των εναγόντων ότι επεξηγούνται οι όροι. Αυτό από μόνο του δεν κλονίζει την αξιοπιστία της ΜΕ1 τη στιγμή που σε άλλη περίπτωση κατά την αντεξέταση της και ερωτώμενη αν επεξηγήθηκε στον εναγόμενο 2 ο όρος συνεχής εγγύηση απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Η ΜΕ1 στη γραπτή δήλωση της Τεκ.1 αναφέρεται στο ιστορικό της αλλαγής του ονόματος των εναγόντων είτε μέσω συγχώνευσης είτε μετονομασίας και την κατάληξη στους παρόντες ενάγοντες. Προβαίνει σε αναφορά στις συμφωνίες δανείου, εγγύησης και υποθήκης και στη διαδικασία που ακολουθήθηκε από τους ενάγοντες μετά που οι εναγόμενοι δεν κατέβαλλαν τις δόσεις ως προέβλεπε η επίδικη συμφωνία και που κατέληξε στον τερματισμό της. Αναφέρει επίσης και σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού Τεκ.9 και ότι αυτή αποτελεί αντίγραφο καταχώρισης στο ηλεκτρονικό σύστημα των εναγόντων που αποτελεί και το τραπεζικό τους βιβλίο. Το Τεκ.9 ανάφερε η μάρτυρας αποτελεί τη βάση της δημιουργίας της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού Τεκ.
- Η μαρτυρία της ΜΕ1 γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο. Ειλικρινής και αξιόπιστη κρίνεται και η XXXXX Μηνά ΜΕ
- Ήταν άμεση και σαφής στις απαντήσεις της χωρίς να προκύψει οτιδήποτε κατά το στάδιο της αντεξέτασης της που θα αλλοίωνε αυτή την εικόνα. Ανάφερε ότι δεν ασχολήθηκε με την κατάρτιση του Τεκ.10 αλλά ήταν σε συνεχή επαφή με τη ΜΕ1 και το έχει ελέγξει εξηγώντας τη διαδικασία και τα στοιχεία που ελέγχει. Είπε ότι το Τεκ.10 αποτελεί τραπεζικό βιβλίο και το ποσό που αναφέρεται σ'αυτό οφείλεται από τους εναγόμενους. Η μαρτυρία της ΜΕ2 γίνεται αποδεκτή. Η XXXXX Κονναρή ΜΕ3 δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε με σαφήνεια χωρίς παλινδρομήσεις στις ερωτήσεις που της τίθεντο. Στην γραπτή δήλωση της Τεκ.13 αναφέρει για τις επιστολές Τεκ.7 και 8, τις οποίες αναγνώρισε ενώπιον του Δικαστηρίου, και τη διαδικασία που ακολουθείται μέχρι και την ταχυδρόμηση τους. Ανέφερε ότι τις ταχυδρόμησε και ότι αν επιστρέφοντο θα τις είχαν στο γραφείο με τον φάκελο που ταχυδρομήθηκαν και τον λόγο που επιστράφηκαν και θα ενημέρωναν τους πελάτες, βάζοντας την ενημέρωση στο φάκελο της υπόθεσης. Το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία της ΜΕ
- Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, η πλευρά των εναγόντων κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί την μαρτυρία που προσκόμισαν και να εκδώσει απόφαση προς όφελος του ενώ η πλευρά των εναγομένων εισηγήθηκε ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την απαίτηση τους και κάλεσαν το Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή με έξοδα υπέρ τους. Με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία και την αξιολόγηση της καταλήγω στα κάτωθι ευρήματα: Οι ενάγοντες είναι Συνεργατική Εταιρεία νομίμως εγγεγραμμένη και από τις 24.06.13 έγινε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας Λτδ. Από τις 15.02.14 συγχωνεύθηκε ως το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου-Λάρνακας Λτδ. Με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης και με έγγραφη συμφωνία που εγγράφηκε από τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών, έχουν μεταφέρει στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού τους με αποτέλεσμα η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ να έχει διαδεχθεί το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου-Λάρνακας Λτδ σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της. Η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ η οποία έχει μετονομαστεί σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ. Η Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd έχει συνάψει συμφωνία διαχείρισης και ρύθμισης δανείων με τους ενάγοντες, ενεργεί δια λογαριασμό τους και έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων. Δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερομηνίας 27/7/10 μεταξύ εναγόντων και εναγόμενης 1 οι ενάγοντες χορήγησαν δάνειο ύψους €401.000 που θα ήταν πληρωτέο με 10 ισόποσες ετήσιες δόσεις εκ €58.800 έκαστη, με την πρώτη να είναι πληρωτέα την 27/7/
- Το δάνειο θα χρεώνετο με ετήσιο συνολικό επιτόκιο εκ 7,50% που θα υπολογίζετο επί ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων. Σε περίπτωση που ποσό καθίστατο πληρωτέο και δεν πληρώνετο την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέο η εναγόμενη 1 θα πλήρωναν τόκο υπερημερίας 2%. Δυνάμει σύμβασης εγγύησης ημερομηνίας 5/8/10 ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 που απέρρεαν από την επίδικη συμφωνία δανείου μέχρι ποσού €401.000 πλέον τόκους, έξοδα και άλλες επιβαρύνσεις. Προς περαιτέρω εξασφάλιση η εναγόμενη 1 παραχώρησε προς όφελος των εναγόντων την υποθήκη με αριθμό XXXXX/2010 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας για το ποσό των €401,000 πλέον τόκους και έξοδα. Οι ενάγοντες , άνοιξαν λογαριασμό στο όνομα της εναγόμενης 1 και παραχώρησαν το εν λόγω δάνειο. Κατά την 26/2/13 ο λογαριασμός παρουσίαζε καθυστερήσεις και οι ενάγοντες με επιστολή τους προς τους εναγόμενους ημερομηνίας 26/2/13 τους γνωστοποίησαν ότι το επιτόκιο αυξήθηκε σε 9.75% καλώντας τους να εξοφλήσουν τις καθυστερημένες δόσεις του δανείου. Οι εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν και οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 11/3/13 τους κάλεσαν να εξοφλήσουν κάθε υπόλοιπο εντός 21 ημερών πλέον τους τόκους και τα έξοδα. Οι εναγόμενοι δεν το έπραξαν. Αυτό που αμφισβητείται στην υπό κρίση υπόθεση είναι η απόδειξη των όρων των επίδικων συμφωνιών, ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Οι εναγόμενοι κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων επικαλούμενοι την υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βασίλης Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829, προέβαλαν την θέση ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν τα πιο πάνω γεγονότα έτσι ώστε να επιτύχει η απαίτηση τους. Αντίθετη βέβαια είναι η θέση των εναγόντων οι οποίοι με τη δική τους αγόρευση και αναφερόμενοι στη μαρτυρία και σε νομολογία, εισηγούνται ότι θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση προς όφελος τους. Είναι καλά θεμελιωμένο ότι το βάρος απόδειξης στις πολιτικές δίκες βρίσκεται στους ώμους του ενάγοντα ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή μαρτυρία και αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση και η εκδοχή του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων είναι πιο πιθανή παρά όχι. Στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργου Οικονόμου
(2014)1(Γ) Α.Α.Δ. 2287 λέχθηκαν τα εξής: «Η Τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησης της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση (Μπούλος Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μια εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1Β ΑΑΔ 1138).» Στην παρούσα περίπτωση και σε σχέση με την απόδειξη του υπολοίπου, η εισήγηση των εναγομένων είναι διπλή. Η πρώτη θέση που προβάλλεται είναι ότι τα κατατεθέντα τεκμήρια 9 και 10, που είναι η κατάσταση λογαριασμού και αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού αντίστοιχα, δεν αποτελούν τραπεζικά βιβλία σύμφωνα με το άρθρο 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9. Εξειδικεύοντας, αναφέρουν ότι δεν έχει τεθεί μαρτυρία και δεν αποδείχθηκε ότι βρίσκονταν υπό την φύλαξη και έλεγχο της τράπεζας. Περαιτέρω, διαφάνηκε, κατά τη θέση τους, μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία πως οι ενάγοντες, Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, δεν είναι τραπεζικό ίδρυμα αλλά ούτε και κάτοχοι τέτοιας άδειας, κατ'επίκληση και του ορισμού που δίδεται στο άρθρο 22
(6)του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
- Τέλος ότι για τα τραπεζικά βιβλία μπορεί να δοθεί μαρτυρία μόνο από διευθυντή ή υπάλληλο της τράπεζας, ιδιότητα που δεν την είχαν οι ΜΕ 1 και
- Η δεύτερη θέση που προβάλλεται από τους εναγόμενους αναφορικά με τα τεκμήρια 9 και 10 είναι ότι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που το άρθρο 22 του Κεφ.9 θέτει, με αποτέλεσμα τα τεκμήρια αυτά να μην έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Αναφέρουν ότι η απόδειξη του υπολοίπου θα πρέπει να γίνεται με την κατάθεση αναλυτικών καταστάσεων λογαριασμού στις οποίες να φαίνονται με επαρκή λεπτομέρεια οι χρεωπιστώσεις στον επίδικο λογαριασμό αλλά και ο τρόπος υπολογισμού του τόκου έτσι ώστε να είναι δυνατή η κατάληξη και προς το πώς προκύπτει το υπόλοιπο του λογαριασμού αλλά και τι αυτό περιλαμβάνει. Εισήγηση τους είναι ότι οι ενάγοντες απέτυχαν α αποδείξουν την ύπαρξη και τη λειτουργία του τραπεζικού βιβλίου και κατ'επέκταση την ορθότητα του και την ύπαρξη οποιασδήποτε οφειλής και εφόσον αυτή υπάρχει, το ύψος της. Για την εξέταση των πιο πάνω θέσεων των εναγόντων θεωρώ σκόπιμο να παρατεθεί το άρθρο 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 που προνοεί τα εξής: «22.—
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, αντίγραφο καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίνεται δεκτό σε όλες τις νομικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρισης και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρισμένα σ' αυτό.
(2)Αντίγραφο καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίο δε γίνεται δεκτό ως απόδειξη δυνάμει του παρόντος άρθρου, εκτός αν αποδειχθεί ότι κατά το χρόνο της καταχώρισης το βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών και ότι το βιβλίο βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της τράπεζας. Μαρτυρία για το πιο πάνω δύναται να δοθεί από διευθυντή ή υπάλληλο της τράπεζας είτε προφορικά είτε με ένορκη δήλωση.
(3)Αντίγραφο της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίο δε γίνεται δεκτό ως απόδειξη δυνάμει του παρόντος άρθρου, εκτός αν αποδειχθεί περαιτέρω ότι το αντίγραφο έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Μαρτυρία για το πιο πάνω δύναται να δοθεί είτε προφορικά είτε με ένορκη δήλωση, από πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση.
(4)Τραπεζίτης ή τραπεζικός υπάλληλος δεν είναι υπόχρεος να παρουσιάσει οποιοδήποτε τραπεζικό βιβλίο, το περιεχόμενο του οποίου δύναται να αποδειχθεί δυνάμει του παρόντος άρθρου, ή να εμφανισθεί ως μάρτυρας, για να αποδείξει τα θέματα, τις συναλλαγές και τους λογαριασμούς που είναι καταχωρισμένοι σ' αυτό, παρά μόνο με δικαστικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται ειδικά για το σκοπό αυτό.
(5)Κατόπιν αίτησης διαδίκου, δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο να επιτρέπεται σε διάδικο να επιθεωρήσει και να λάβει αντίγραφα καταχωρίσεων σε τραπεζικό βιβλίο για σκοπούς της διαδικασίας. Διάταγμα δυνάμει του παρόντος άρθρου δύναται να εκδοθεί με κλήτευση ή μη της τράπεζας ή άλλου διαδίκου και επιδίδεται στην τράπεζα τρεις ημέρες πριν από την ημέρα κατά την οποία πρέπει να υπάρξει συμμόρφωση με το διάταγμα, εκτός αν το δικαστήριο ήθελε διαφορετικά διατάξει. Οι τραπεζικές αργίες, οι οποίες ορίζονται στον περί Τραπεζικών Αργιών Νόμο, και το άρθρο 65 του περί Κεντρικής Τραπέζης της Κύπρου Νόμου, εξαιρούνται από τον υπολογισμό του χρόνου δυνάμει του παρόντος εδαφίου.
(6)Στο παρόν άρθρο— 'τράπεζα' ή 'τραπεζίτης' σημαίνει τράπεζα η οποία έχει άδεια να διεξάγει τραπεζική εργασία δυνάμει του περί Τραπεζικών Εργασιών (Προσωρινοί Περιορισμοί) Νόμου. 'τραπεζικά βιβλία', οπουδήποτε απαντάται, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια, περιλαμβάνει καθολικά, ημερολόγια, ταμεία, λογιστικά βιβλία και άλλα αρχεία χρησιμοποιούμενα κατά τη συνήθη εργασία τράπεζας, είτε αυτά είναι σε γραπτή μορφή είτε φυλάσσονται σε μικροταινίες, μαγνητοταινίες ή σε οποιαδήποτε άλλη μορφή μηχανικού ή ηλεκτρονικού μηχανισμού ανάκτησης πληροφοριών.». Εξετάζοντας την πρώτη θέση των εναγομένων, ότι δηλαδή οι ενάγοντες δεν είναι τραπεζικό ίδρυμα, κρίνω ότι αυτοί παραβλέπουν το τι αναφέρει η ΜΕ1 XXXXX Βασιλείου στην γραπτή δήλωση της Τεκ.1 αλλά και το περιεχόμενο του Τεκ.12 που η ίδια μάρτυρας κατέθεσε και που δεν αμφισβητήθηκε. Η ΜΕ1 αναφέρει ότι η ΣΠΕ Κοντέας από τις 24/6/13 άλλαξε και έγινε ΣΠΕ Κοντέας Λτδ και από τις 15/2/14 συγχωνεύθηκε ως το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου-Λάρνακας Λτδ και μετά από απόφαση της γενικής συνέλευσηςκαι έγγραφη συμφωνία μετέφερε τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού τους στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ η οποία μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. Η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ έχει μετονομαστεί σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων με ισχύ από 3/9/
- Ο Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμος 66(Ι)/1997 ορίζει ως τράπεζα το αδειοδοτημένο τραπεζικό ίδρυμα. Ως εκ τούτου και για τους σκοπούς του άρθρου 22 του Κεφ.9 ο όρος τράπεζα θα πρέπει να ερμηνεύεται με βάση τον πιο πάνω όρο ο οποίος καλύπτει και την ενάγουσα. Ούτε και την εισήγηση των εναγομένων ότι η ΜΕ1 δεν είναι υπάλληλος της τράπεζας και άρα δεν μπορεί να δώσει μαρτυρία για τραπεζικά βιβλία, συμμερίζεται το Δικαστήριο. Κατατέθηκε ως τεκμήριο 11 έγγραφο που αναφέρει ότι η XXXXX Βασιλείου ήταν υπάλληλος της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ και από 1/2/18 μεταφέρθηκε στην Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd δυνάμει σχετικής συμφωνίας με την οποία η Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd ενεργεί για λογαριασμό της ενάγουσας για τη διαχείριση χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων που σ'αυτές περιλαμβάνεται και το επίδικο δάνειο. Επαναλαμβάνω τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω σε σχέση με τις διάφορες συγχωνεύσεις που έλαβαν χώρα με τελική κατάληξη στους ενάγοντες. Συνεπώς η ΜΕ1 είναι τραπεζικός υπάλληλος που δύναται να δώσει μαρτυρία σε σχέση με τραπεζικό βιβλίο. Αναφορικά τώρα με τη δεύτερη εισήγηση των εναγομένων για την αποδεκτότητα εγγράφου ως τραπεζικό βιβλίο, οι προϋποθέσεις που τίθενται στα εδάφια 2 και 3 του άρθρου 22 για να γίνει αποδεκτό ένα τέτοιο έγγραφο είναι: - Κατά το χρόνο καταχώρισης το βιβλίο να ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας. - Η καταχώριση να έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. - Το βιβλίο να βρίσκεται υπό τον έλεγχο και φύλαξη της τράπεζας. - Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Ως προνοείται από την εν λόγω διάταξη για τις τρείς πρώτες προϋποθέσεις μαρτυρία μπορεί να δοθεί από διευθυντή ή υπάλληλο της τράπεζας ενώ για την τελευταία απαιτείται μαρτυρία από το πρόσωπο που έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί προηγουμένως ότι η ΜΕ1 είναι τραπεζικός υπάλληλος και ότι οι ενάγοντες αποτελούν τράπεζα εν τη εννοία του νόμου. Η ΜΕ1 καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου και αναφερόμενη στην κατάσταση λογαριασμού τεκ.9 ανέφερε ότι αποτελεί αντίγραφο καταχώρισης στο ηλεκτρονικό σύστημα των εναγόντων που αποτελεί το τραπεζικό τους βιβλίο. Το αρχείο αυτό αποτελούσε και αποτελεί ένα από τα συνήθη βιβλία των εναγόντων και όλες οι καταχωρίσεις έγιναν κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών τους και βρισκόταν και βρίσκεται υπό τη φύλαξη και έλεγχο των εναγόντων. Έλεγξε όλες τις καταχωρίσεις μία προς μία με τις καταχωρίσεις στο τραπεζικό βιβλίο και διαπίστωσε ότι αυτές που εκτυπώθηκαν αποτελούν ακριβή αναπαραγωγή όλων των σχετικών καταχωρίσεων. Με βάση λοιπόν τις πρόνοιες του άρθρου 22 ως ανωτέρω έχει παρατεθεί η κατάσταση λογαριασμού τεκ.9 αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρισμένη σε αυτή. Από το λεκτικό του άρθρου 22 προκύπτει η δημιουργία μαχητού τεκμηρίου το οποίο αντιστρέφει το βάρος απόδειξης, εναποθέτοντας το στους ώμους των εναγόμενων οι οποίοι θα πρέπει να αποδείξουν τις θέσεις τους ως προς το μη νόμιμο και ορθό των χρεώσεων που ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες χρέωναν τον επίδικο λογαριασμό. Η ΜΕ1, ως έχει αναφερθεί προηγουμένως κατέθεσε την κατάσταση λογαριασμού τεκ.9 όπου αναφέρονται οι χρεωπιστώσεις και η κίνηση του από την ημερομηνία που ανοίχθηκε ο λογαριασμός και έγινε ανάληψη του ποσού του δανείου, ήτοι στις 6/8/2010 μέχρι και την 31/12/
- Αυτό που στην ουσία προκύπτει από το τεκ.9 είναι ότι ο λογαριασμός καθόλη την διάρκεια κίνησης του είχε μόλις τρεις πιστώσεις σε τρεις διαφορετικές ημερομηνίες. Η υπόλοιπη κίνηση του αφορά μόνο χρεώσεις. Κατά την αντεξέταση της ΜΕ1 δεν αμφισβητήθηκε συγκεκριμένα κάποια από τις χρεώσεις που καταγράφονται στην επίδικη κατάσταση. Η υποβολή της θέσης ότι τα τεκμήρια 9 και 10 είναι λανθασμένες καταστάσεις στερούνται και επάρκειας και ερείσματος. Ούτε και έχει προβληθεί από τη υπεράσπιση ότι δεν έγινε ανάληψη του ποσού του χορηγηθέντος δανείου ή και ότι υπήρξαν καταθέσεις ποσών που δεν πιστώθηκαν στον επίδικο λογαριασμό προς όφελος του οφειλέτη. Θεωρώ ότι αν η πλευρά των εναγομένων αμφισβητούσε οποιαδήποτε χρέωση και την ορθότητα της κατάστασης λογαριασμού όφειλε να την υποβάλει. Δεν έχει προσκομιστεί και μαρτυρία από την υπεράσπιση προς απόδειξη του παράνομου των χρεώσεων. Στην υπόθεση Αlpha Bank Cyprus Ltd ν. Ζαλούμη κ.ά., ECLI:CY:AD:2020:A123, Πολ.Έφεση 149/13, ημερομηνίας 14/4/2020, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το τεκμήριο του άρθρου 22: «Με δεδομένο, επομένως, ότι το δάνειο των ΛΚ35.000 είχε δοθεί στον πρωτοφειλέτη και οι εφεσίβλητοι είχαν ρητώς εγγυηθεί την εξόφληση του δανείου αυτού, τα πράγματα ήταν πολύ πιο απλά. Λανθασμένα το Δικαστήριο, συνεπώς, απέρριψε ολόκληρη την αγωγή (εξουδετερώνοντας ουσιαστικά την καθ΄ αυτή ύπαρξη του δανείου και της οφειλής), επειδή ο μάρτυρας της τράπεζας δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με ακρίβεια ορισμένες χρεοπιστώσεις και τον τρόπο με τον οποίο χρεώνονταν οι τόκοι και οι διάφορες άλλες χρεώσεις διότι δεν είχε μαζί του τα υποστηρικτικά έντυπα για κάθε εγγραφή. Η αμφισβήτηση αυτών των ζητημάτων όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να ανατρέψει το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 22 που έδειχνε εκ πρώτης όψεως την ορθότητα των καταχωρήσεων και των σχετικών δοσοληψιών. Όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Ιωαννίδης ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1 Α.Α.Δ. 1491, οι καταστάσεις λογαριασμού κατατέθηκαν χωρίς ένσταση και δεν απεδείχθη με σαφή μαρτυρία το εσφαλμένο του υπόλοιπου του λογαριασμού από την πλευρά των εγγυητών. Ακόμη και η αναγνώριση και ο εντοπισμός από την τράπεζα κάποιου λάθους και η διόρθωση του, δεν ανατρέπει το μαχητό τεκμήριο αλλά, αντίθετα, ενισχύει την αξιοπιστία των λογαριασμών. Οι εφεσίβλητοι, με δεδομένη στην ουσία τη μετατόπιση του βάρους επί των ώμων των, δεν προσκόμισαν σαφή μαρτυρία περί του τελικού οφειλόμενου ποσού προβάλλοντας προς το Δικαστήριο τη δική τους εκδοχή που θα παρέμενε βεβαίως προς αξιολόγηση, ως προς την ορθότητα των χρεώσεων, την εκάστοτε επιβολή τόκων και το τυχόν λανθασμένο των όποιων ποσών καταγράφηκαν ή εμφαίνονταν στους λογαριασμούς. Οι γενικές και αόριστες υποβολές δεν ήταν επαρκείς. Η υποβολή, για παράδειγμα, προς το μάρτυρα από το συνήγορο του εφεσίβλητου 1 ότι «το υπόλοιπο είναι λανθασμένο κατά £10.000», χωρίς ουσιαστική επεξήγηση και χωρίς μαρτυρία από πλευράς του εφεσίβλητου 1, δεν ήταν παρά μια άσφαιρη υποβολή. Επομένως, στη βάση και της νομολογίας, όπως την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, υπήρχε μαρτυρία από τον xxx Άδωνη ότι η εφεσείουσα τράπεζα διατηρούσε με την τυπικότητα και ορθότητα που αναφέρεται στο άρθρο 22 του Κεφ. 9, τα σχετικά βιβλία τα οποία και παρουσιάστηκαν υπό μορφή ηλεκτρονικών λογαριασμών που είχαν συγκριθεί με τα πρωτότυπα. Οι θέσεις του Δικαστηρίου ότι ανατράπηκε το μαχητό τεκμήριο στη βάση και της αναξιοπιστίας, καθώς έκρινε, του μάρτυρα της τράπεζας δεν ήταν βάσιμες. Από τη στιγμή που κατατέθηκαν οι λογαριασμοί στη βάση του άρθρου 22, δεν καθίστατο αναξιόπιστος ο μάρτυρας επειδή κατά την αντεξέταση δέχθηκε ότι έλαβε γνώση για τους λογαριασμούς του πρωτοφειλέτη μετά που αυτοί μεταφέρθηκαν στις καθυστερήσεις. Οι λογαριασμοί, τόσο του χρεωστικού, όσο και του δανείου, αποτύπωναν όλη την πορεία αυτών και φανέρωναν την εκ πρώτης όψεως ορθότητα τους έγιναν δεκτοί δε στη βάση του ότι ο μάρτυρας, ως υπάλληλος της τράπεζας, τους είχε στην κατοχή του και τους παρουσίασε. Ούτε ήταν δείγμα αναξιοπιστίας το ότι ο μάρτυρας δεν μπορούσε να τοποθετηθεί συγκεκριμένα για καθυστερήσεις στο δάνειο ή ότι δεν φαίνονταν τελικά να γίνονταν μεταφορές από τον τρεχούμενο στο λογαριασμό δανείου. Περαιτέρω, πολλές από τις θέσεις του Δικαστηρίου για να απορρίψει παντελώς τη μαρτυρία του xxx Άδωνη συνδέονταν και με την εκτενή ανάλυση που κατέγραψε για τη σχέση του λογαριασμού δανείου και των υποχρεώσεων των εγγυητών με τον τρεχούμενο λογαριασμό. Λανθασμένα αναμείχθηκαν τα δύο ως επηρεάζοντα εν τέλει την αξιοπιστία του μάρτυρα ώστε να αναιρείται αυτή τούτη η παροχή του δανείου που αποδεδειγμένα υπήρξε, και που σαφώς εγγυήθηκαν οι εφεσίβλητοι».¨ Βέβαια η ΜΕ1 ρωτήθηκε από τη συνήγορο των εναγομένων, με γενικότητα οφείλω να πω, επί κάποιων όρων της σύμβασης τεκ.2 που έχουν σχέση με τα έξοδα που χρεώνονται στο λογαριασμό. Δεν υπήρξε όμως αντιστοιχία του συγκεκριμένου όρου με συγκεκριμένη χρέωση στο λογαριασμό. Ρωτήθηκε επί παραδείγματι σε ποιο όρο της σύμβασης φαίνεται το ύψος του ποσού των εξόδων που χρεώνονταν. Η ΜΕ1 επικαλέστηκε τον όρο 4 της σύμβασης χωρίς όμως να γνωρίζει το ύψος του ποσού. Δεν γνώριζε επίσης να αναφέρει τον τρόπο που υπολογίζεται ο τόκος πάνω στα χρεωστικά υπόλοιπα με διαιρέτη το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες. Ούτε και τι λήφθηκε υπόψιν για τη μεταβολή του επιτοκίου. Εξήγησε όμως ότι το επιτόκιο ήταν κυμαινόμενο παραθέτοντας και το ύψος που χρεωνόταν κατά συγκεκριμένες περιόδους, με το τελευταίο να είναι 7.25% από 1/10/18 και ότι οι μεταβολές ήταν κατόπιν οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας. Αυτό όμως που θα πρέπει να επισημανθεί είναι η δήλωση της μάρτυρος ότι όλα τα έξοδα έχουν αφαιρεθεί δήλωση που εκφράστηκε με την κατάθεση της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού τεκ.10. Να λεχθεί εδώ ότι η ετοιμασία αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού είναι καθόλα επιτρεπτή όταν το τραπεζικό ίδρυμα κρίνει ότι θα πρέπει να μειώσει την απαίτηση του με την αφαίρεση δικαιωμάτων, εξόδων και επιβαρύνσεων ή ακόμα και υπολογισμού του τόκου επί χαμηλότερου ποσοστού (βλ. Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ 1238, Παπαχριστοφόρου κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A743, Πολ.Έφεση 331/2010, ημερομηνίας 11/11/2015). Στο τεκ.10 φαίνεται η διαφοροποίηση του αξιούμενου ποσού από αυτό που καταγράφεται στο τεκ.
- Συνεπώς και βάσει των πιο πάνω κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει το οφειλόμενο υπόλοιπο. Οι εναγόμενοι απέτυχαν να καταρρίψουν το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
- Το επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης και εγείρεται από την πλευρά της υπεράσπισης είναι αυτό των καταχρηστικών ρητρών. Δικογραφημένη θέση στην υπεράσπιση των εναγομένων είναι ότι οι όροι που περιλαμβάνονται στις συμβάσεις δανείου και εγγύησης είναι καταχρηστικοί. Προχωρούν και επεξηγούν τους λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι είναι καταχρηστικοί και κατά συνέπεια άκυροι. Μεταξύ άλλων είναι ότι οι ενάγοντες δικαιούνται να καταγγέλλουν και να τερματίζουν τη σύμβαση ενώ οι εναγόμενοι όχι, δεν επιτράπηκε στους εναγόμενους να διαπραγματευτούν τους όρους των επίδικων συμφωνιών, ουδέποτε οι ενάγοντες ενημέρωσαν τους εναγόμενους και καθόρισαν ξεκάθαρα το επιτόκιο που θα χρεώνετο το επίδικο δάνειο, οι συμφωνίες επιβάλλουν στους εναγόμενους υπερβολικά ψηλές κυρώσεις και ή χρεώσεις και ή δικαιώματα και τόκους και ότι οι ενάγοντες μπορούν να μεταβάλουν μονομερώς σημαντικούς όρους των συμφωνιών. Κατά το στάδιο της αντεξέτασης, ρωτήθηκε επί αυτών και υποβλήθηκε στην ΜΕ1 η θέση ότι οι όροι 3(β),4,5,6,7,8 και 10 της συμφωνίας δανείου τεκ.2 είναι ασαφείς, αόριστοι και άκυροι, με την ΜΕ1 να διαφωνεί. Της ίδιας υποβολής έτυχε και σε σχέση και με όρους της σύμβασης εγγύησης τεκ.3 και του εγγράφου υποθήκης τεκ.5 Είναι εισήγηση της υπεράσπισης ότι στους υπό εξέταση όρους δεν παρατίθενται τα στοιχεία σχετικά με τη μέθοδο και τα κριτήρια που θα χρησιμοποιήσει η τράπεζα για να καθορίσει το συνολικό επιτόκιο, τις παραμέτρους που θα λάβει υπόψιν για τη χρονική συχνότητα αλλαγής του επιτοκίου αλλά ούτε και τα κριτήρια που θα χρησιμοποιήσει για να υπολογίσει την προσαύξηση. Περαιτέρω οι όροι δεν καθορίζουν επακριβώς τα οποιαδήποτε άλλα έξοδα και δικαιώματα ούτε και τα κριτήρια με τα οποία αυτά υπολογίζονται. Είναι τέλος η θέση τους ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε ενημερώθηκαν αναφορικά με τις οποιεσδήποτε μεταβολές των επιτοκίων και τον εξόδων και των χρεώσεων με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να γνωρίζουν επακριβώς τις υποχρεώσεις τους. Αν και δεν γίνεται επίκληση νομοθετήματος προς υποστήριξη των θέσεων των εναγομένων εν τούτοις σχετικός επί καταχρηστικών ρητρών είναι ο Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος 93(Ι)/1996, στον οποίο γίνεται αναφορά από πλευράς εναγόντων. Θεωρώ σκόπιμο όπως παρατεθεί η πρόνοια του άρθρου 3 του εν λόγω νόμου που καθορίζει το πλαίσιο εφαρμογής του ως εξής: «3.—
(1)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 4, ο παρών Νόμος τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης.» Σύμφωνα τώρα με το άρθρο 2 ερμηνεύεται η έννοια του καταναλωτή ως ακολούθως: «"καταναλωτής" σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησης του». Είναι σαφές και ξεκάθαρο ότι ο πιο πάνω νόμος τυγχάνει εφαρμογής μόνο σε συμβάσεις όπου καταναλωτής είναι φυσικό πρόσωπο. Στην υπό κρίση περίπτωση η σύμβαση δανείου καταρτίστηκε μεταξύ των εναγόντων και της εναγόμενης 1 εταιρείας με τον εναγόμενο 1 να εγγυάται τις υποχρεώσεις της πρώτης. Δεδομένου ότι η εναγόμενη 1 είναι νομικό πρόσωπο, ο Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος 93(Ι)/1996 δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση. Οι εναγόμενοι με την ανταπαίτηση τους αξιώνουν διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την ακύρωση της υποθήκης XXXXX/2010. Υπόβαθρο της αξίωσης τους αυτής αποτελεί ο ισχυρισμός στην υπεράσπιση τους ότι τα έγγραφα που συνοδεύουν την υποθήκη και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος τους αντιβαίνουν ή και δεν συνάδουν με τις ρητές πρόνοιες του Περί Υποθηκών Νόμου 9/65 και πιο συγκεκριμένα τα άρθρα 5 και 21
(1)(γ) του νόμου. Οι πιο πάνω διατάξεις προβλέπουν ότι: «5.—
(1)Ουδεμία μεταβίβασις ή υποθήκευσις ακινήτου είναι έγκυρος εκτός εάν γενή συμφώνως ταις διατάξεσι του παρόντος Νόμου.
(2)Απόπειρα προς μεταβίβασιν ή υποθήκευσιν ακινήτου γενομένη άλλως ή συμφώνως ταις διατάξεσι του παρόντος Νόμου ουδόλως επάγεται την σύστασιν, μεταβολήν, μεταβίβασιν, απόσβεσιν οιουδήποτε δικαιώματος ή συμφέροντος επί ακινήτου ουδ' επηρεάζει τούτο καθ' οιονδήποτε τρόπον. .
(3)Ουδέν των εν τω παρόντι άρθρω διαλαμβανομένων τυγχάνει εφαρμογής επί της κτήσεως οιουδήποτε δικαιώματος, προνομίου, ελευθερίας (liberty), δουλείας, ή οιουδήποτε πλεονεκτήματος δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 11 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου, ή επί της μεταβιβάσεως αυτών δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)του άρθρου 12 του προμνησθέντος νόμου.» «21.—
(1)Αι έγγραφοι δηλώσεις αίτινες προσάγονται τω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω υπό του ενυποθήκου οφειλέτου και του ενυποθήκου δανειστού διαλαμβάνουσι τα ακόλουθα στοιχεία: (α) περιγραφήν του ακινήτου εφ' ου σκοπείται η σύστασις υποθήκης, γενομένην δι' αναφοράς εις την τοποθεσίαν αυτού, τον αριθμόν και ημερομηνίαν εγγραφής και την μερίδα ή συμφέρον εφ' ου σκοπείται η σύστασις υποθήκης· (β) βεβαίωσιν περί του εάν επήλθεν οιαδήποτε αλλαγή εις την κατάστασιν του ακινήτου εφ' ου σκοπείται η σύστασις υποθήκης, ως αύτη περιγράφεται εν τη εγγραφή αυτού, και περί της φύσεως της τοιαύτης αλλαγής, και βεβαίωσιν περί του εάν υπάρχη οιαδήποτε υφισταμένη μίσθωσις του τοιούτου ακινήτου· (γ) εις την περίπτωσιν του ενυποθήκου οφειλέτου, σύμβασιν υποθήκης χαρτοσεσημασμένην συμφώνως ταις διατάξεσι του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου, εκθέτουσαν ότι εις πρώτην ζήτησιν ή κατά τινα ημερομηνίαν καθωρισμένην ή δυναμένην να προσδιορισθή, ούτος επέχει υποχρέωσιν, τελούσαν υπό αίρεσιν ή απόλυτον τοιαύτην, όπως καταβάλη τω ενυποθήκω δανειστή χρηματικόν τι ποσόν, καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή, ομού μετά τυχόν συμφωνηθέντος τόκου επί του ποσού τούτου ή μέρους αυτού, εις ποσοστόν καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή δι' αναφοράς εις οιονδήποτε έτερον ποσοστόν, και ομού μετά των εξόδων των διενεργουμένων εν περιπτώσει λήψεως νομίμων μέτρων προς είσπραξιν του ως είρηται ποσού και τόκου: Νοείται ότι οσάκις συνιστάται υποθήκη προς εξασφάλισιν μελλούσης ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως, περιλαμβανομένης και υποχρεώσεως αφορώσης εις χρηματικόν τι ποσόν καταβλητέον διά δόσεων ή αφορώσης εις το υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασμού, δέον όπως τυγχάνη καθορισμού το μέγιστον ποσόν της πιθανής υποχρεώσεως όπερ και θα λογίζηται ως το ποσόν προς εξασφάλισιν ούτινος συνιστάται η εν λόγω υποθήκη· .....................................» Η θέση που η υπεράσπιση προβάλλει είναι ότι με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(γ) οι έγγραφες δηλώσεις που προσάγονται στο κτηματολόγιο πρέπει να διαλαμβάνουν ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης υπέχει υποχρέωση όπως καταβάλει στον ενυπόθηκο δανειστή καθορισμένο ή που μπορεί να καθοριστεί χρηματικό ποσό μαζί με τυχόν συμφωνηθέντα τόκο επί του ποσού ή μέρους αυτού σε ποσοστό καθορισμένο ή που μπορεί να καθοριστεί. Από τους όρους όμως της επίδικης υποθήκης τεκ. 4 και 5 το ποσό δεν μπορεί να καθοριστεί αλλά ούτε και είναι δυνατόν να καθοριστεί.Είναι περαιτέρω η θέση τους ότι το άρθρο 21
(1)(γ) δεν προνοεί ότι στους όρους των υποθηκών δύναται να προνοούνται προμήθειες, τέλη και άλλα έξοδα. Τα ίδια ισχύουν, κατά τη θέση της υπεράσπισης και για τους όρους 7,8,11,12,14 και 17 της υποθήκης αφού η διατύπωση τους καθιστά αμέσως το ποσό της υποθήκης να μη συνάδει με τις ρητές πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(γ) αφού βάσει αυτού του άρθρου η υποθήκη δεν μπορεί να καλύπτει δικαιώματα παροχής υπηρεσιών και ή άλλα έξοδα και δικαιώματα. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τις θέσεις που η υπεράσπιση προβάλλει. Στους όρους του εγγράφου υποθήκης τεκ.5 προβλέπεται ότι το συνολικό επιτόκιο θα ήταν 7.50% με επιπρόσθετο τόκο υπερημερίας 2%. Η τράπεζα έχει το δικαίωμα να χρεώνει το δάνειο δικαιώματα παροχής υπηρεσιών και με οποιαδήποτε άλλα έξοδα και δικαιώματα. Ο τόκος θα υπολογίζεται επί των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων και ως διαιρέτης θα λαμβάνεται υπόψιν το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες και θα κεφαλαιοποιείται δύο φορές το χρόνο. Αναφορικά με την επιβολή δικαιωμάτων και άλλων εξόδων, ως προνοείται στους όρους της υποθήκης δεν θεωρώ ότι επηρεάζει την εγκυρότητα της σύμβασης υποθήκης. Ουδεμία αναφορά γίνεται στο άρθρο 21 του νόμου ότι τέτοια έξοδα θα πρέπει να περιλαμβάνονται στα έγγραφα υποθήκης ή και ότι η αναφορά τέτοιων εξόδων καθιστά την υποθήκη άκυρη. Συνεπώς η θέση ότι η υποθήκη καλύπτει έξοδα κατά παράβαση του νόμου κρίνεται ως αβάσιμη. Το ζήτημα που παραμένει και χρήζει εξέτασης είναι αυτό του τερματισμού δεδομένου ότι στην υπεράσπιση των εναγομένων υπάρχει η άρνηση, χωρίς βέβαια κάτι το συγκεκριμένο, ότι οι ενάγοντες απέστειλαν ή και ότι οι εναγόμενοι παρέλαβαν οποιεσδήποτε επιστολές. Αυτή ήταν και η θέση που προωθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Για το εγειρόμενο θέμα, μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου έδωσε η ΜΕ3, η οποία αναγνώρισε τις επιστολές με ημερομηνία 11/3/13 και 10/513 τεκμ. 7 και 8 αντίστοιχα, ως τις επιστολές που η ίδια ταχυδρόμησε στους εναγόμενους και δεν επεστράφηκαν. Η επιστολή τεκ.7 αποτελεί προειδοποιητική επιστολή για τερματισμό του λογαριασμού λόγω μη κανονικής λειτουργίας του ενώ το τεκ.8 είναι η επιστολή τερματισμού. Τα πιο πάνω τεκμήρια αποστάληκαν στην οδό XXXXX 23, XXXXX, XXXXX, Λάρνακα. Η εν λόγω διεύθυνση αναγράφεται, όχι μόνο στη σύμβαση δανείου και στη σύμβαση εγγύησης, τεκ. 2 και 3, αλλά και στη σύμβαση και έγγραφο υποθήκης, τεκ.4 και
- Ως η ΜΕ3 κατέθεσε, τις ταχυδρόμησε την ίδια μέρα που αναγράφεται σ'αυτές και ουδέποτε επιστράφηκαν ως μη παραδοθείσες ή με οποιαδήποτε άλλη ένδειξη. Αρχικώς να τεθεί εδώ ότι σχετικός με την αποστολή των επιστολών και που ακολουθήθηκε από τους ενάγοντες είναι ο όρος 12 της σύμβασης δανείου που έχει ως εξής: «Κάθε ειδοποίηση που έχει σχέση με το έγγραφο αυτό μπορεί να δοθεί στο χρεώστη με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή ιδιόχειρα, ή σε οποιαδήποτε διεύθυνση που θα δώσει ο χρεώστης στην Συνεργατική ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση. Οποιαδήποτε ένδειξη ή καταχώρηση στα αρχεία της Συνεργατικής για χορήγηση ειδοποίησης συνιστά αμάχητη απόδειξη ότι δόθηκε η ειδοποίηση αυτή». Οι ενάγοντες απέστειλαν τόσο τις προειδοποιητικές επιστολές όσο και τις επιστολές τερματισμού στην διεύθυνση που δόθηκε από τους εναγόμενους και αναγράφεται και στα τεκ.2-
- Σχετική προς το εν λόγω ζήτημα είναι η υπόθεση Έλληνας κ.ά ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ.Έφεση 87/13, ημερομηνίας 3/12/19, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Επομένως, εφόσον η Θεοτόκη xx ως διεύθυνση αλληλογραφίας συνδεόταν με τους εφεσείοντες, δημιουργήθηκε τουλάχιστον μαχητό τεκμήριο ότι οι επιστολές που αποστάλησαν με κοινό ταχυδρομείο παραδόθηκαν και περιήλθαν στη γνώση των εφεσειόντων. Είναι γνωστή η νομολογία ότι επιστολή η οποία απεστάλη ταχυδρομικώς και δεν έχει επιστραφεί αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται, (Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, 18 και Χριστόδουλος Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895). Η εφεσίβλητη τράπεζα δεν έκανε οτιδήποτε άλλο εκτός από ό,τι προνοούσε η σχετική μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, σύμφωνα δε με τον όρο 20 αυτής κάθε ειδοποίηση μπορούσε να αποστέλλεται στον πελάτη με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή να επιδίδεται διά χειρός στη δηλωθείσα στην τράπεζα διεύθυνση ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του. Η αποστολή, επομένως, των επιστολών με συνηθισμένο ταχυδρομείο ήταν εντός των δικαιωμάτων της τράπεζας και η χρησιμοποιηθείσα διεύθυνση ήταν η τελευταία γνωστή διεύθυνση των εφεσειόντων, (Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059). ............................... Περαιτέρω, να λεχθεί ότι προκειμένου να αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός περί νομότυπης αποστολής και παραλαβής των επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού, το δικόγραφο της υπεράσπισης θα έπρεπε να ήταν πλέον επεξηγηματικό και να θέτει τους αναγκαίους ισχυρισμούς. Η γενική άρνηση ισχυρισμών δεν εξυπακούει και την προβολή θετικών ισχυρισμών (Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24), ενώ, όπως λέχθηκε και στη Latifundia Properties Ltd v. Ψακή
(2003)1 Α.Α.Δ. 670, ισχυρισμός περί μη έγκαιρης παραλαβής επιστολής θεωρείται ουσιωδέστατος και θα αναμενόταν να περιεχόταν σαφής ισχυρισμός στην έκθεση υπεράσπισης ώστε να καθίστατο επίδικο θέμα. ................................ Εν πάση περιπτώσει, η ίδια η καταχώρηση της αγωγής τερμάτιζε τη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ακόμη και εάν μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι επιστολές δεν είχαν περιέλθει στη γνώση των εφεσειόντων, θέμα που προκύπτει ως απόρροια της εισήγησης ότι οι εφεσείοντες δεν παρέλαβαν τις επιστολές. Η καταχώρηση της αγωγής από μόνη της δηλώνει επιλογή από πλευράς της εφεσίβλητης τράπεζας τερματισμού της συμφωνίας και ενεργοποίηση των αναγκαίων διαδικασιών προς είσπραξη των οφειλομένων ποσών, (Μακεδόνας ν. Λαζάρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1322 και Κυριάκου ν. Χρυσοστόμου
(2004)1 Α.Α.Δ. 2029).» Αφ'ης στιγμής οι ενάγοντες απέστειλαν τις προειδοποιητικές επιστολές και τις επιστολές τερματισμού στην διεύθυνση που φέρουν οι συμβάσεις δανείου, εγγύησης και υποθήκης αλλά και το έγγραφο υποθήκης χωρίς καν να υποβληθεί οποιαδήποτε θέση ότι η εν λόγω διεύθυνση δεν αποτελεί την διεύθυνση των εναγομένων, κρίνω ότι υπάρχει νομότυπος τερματισμός. Ακόμη όμως και έτσι να μην ήταν τα πράγματα, δηλαδή να μην είχαν αποσταλεί ή παραληφθεί οι επιστολές, η καταχώρηση της αγωγής αποτελεί επαρκή τερματισμό της επίδικης συμφωνίας. Καταληκτικά οι ενάγοντες έχουν πετύχει να αποδείξουν την αξίωση τους. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα για το ποσό των €767.343,60 με τόκο 7,25% από 1/1/20 μέχρι εξοφλήσεως. Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται δύο φορές το χρόνο ήτοι 30/6 και 31/12 εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Περαιτέρω εναντίον της εναγόμενης 1 εκδίδεται απόφαση ως η παράγραφος Β(α)(αα)(ββ) της έκθεσης απαίτησης. Να επισημανθεί εδώ ότι το Δικαστήριο έχει επιδικάσει ποσό μεγαλύτερο από αυτό που έχει δικαιοδοσία να επιδικάσει και που είναι μέχρι €500.000. Σύμφωνα όμως με την έκθεση απαίτησης το αξιούμενο ποσό είναι €478.740,10 πλέον τόκοι από 26/2/13. Το ποσό αυτό είναι εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Το επιδικασθέν ποσό περιλαμβάνει τόκους που προστέθηκαν στην αξίωση των εναγόντων. Υπό αυτά τα δεδομένα και δυνάμει του άρθρου 22
(3)(α)
(5)του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να επιδικάσει το ποσό της παρούσας απόφασης. Τα έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Δεν εκδίδεται διαταγή για έξοδα εφόσον εκδικάστηκε μαζί με την αγωγή. (Υπ.).......... Λ. Μουγής Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο