ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ: OFF PLAN DEVELOPMENTS CYPRUS LTD ν. Επί τοις αφορώσι τον Ξενή, Αίτηση Πτώχευσης Αρ.: 6/ 2019, 22/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Μουγής, Α.Ε.Δ. ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΝ Αίτηση Πτώχευσης Αρ.: 6/ 2019 Εις πτώχευση: Επί τοις αφορώσι τον XXXXX Ξενή Καθ'ου η αίτηση ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ: OFF PLAN DEVELOPMENTS CYPRUS LTD Ημερομηνία: 22 Ιουνίου, 2021. Εμφανίσεις: Για Αιτητές: Ο κ. Α. Κασιανής για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σία ΔΕΠΕ Για Καθ'ου η Αίτηση: Η κα Γ. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι αιτητές με την υπό εξέταση αίτηση τους εξαιτούνται την έκδοση διατάγματος πτώχευσης του καθ'ου η αίτηση (εφεξής ο χρεώστης). Σύμφωνα με την αίτηση οι αιτητές είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νομίμως συσταθείσα, ασχολείται με εργασίες ανάπτυξης γης και είναι πιστωτής του XXXXX Ξενή. Αναφέρεται περαιτέρω ότι, παρόλο που οι δικοί του χρεώστη δηλώνουν ότι είναι δήθεν στο εξωτερικό, εν τούτοις ενημερώνεται για οτιδήποτε τον αφορά αλλά έχει και τη δυνατότητα να διορίσει δικηγόρους για να τον εκπροσωπήσουν σε κάθε διαδικασία που εγείρεται εναντίον του, ως επίσης ότι λειτουργεί και ή ενημερώνεται και ή διεξάγει εργασίες και ή χειρίζεται υποθέσεις που τον αφορούν δια αντιπροσώπου, που είναι η σύζυγος του XXXXX Ξενή από την Ορόκλινη. Ο χρεώστης ουδέν ποσό έχει καταβάλει για το εξ αποφάσεως χρέος του δυνάμει της Δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 18/6/2012 στην αγωγή με αριθμό 1168//12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας για το ποσό των €341.720,29 πλέον τόκους και έξοδα. Αναφέρεται επίσης ότι ούτε οι αιτητές αλλά ούτε και οιονδήποτε άλλο πρόσωπο εκ μέρους τους κατέχει οιανδήποτε εξασφάλιση επί της περιουσίας του χρεώστη ή μέρους αυτής για πληρωμή του χρέους. Ο χρεώστης εντός τριών
(3)μηνών από της υποβολής της παρούσας αίτησης διέπραξε πράξη πτώχευσης αφού κατά τις 19/9/19 επιδόθηκε η πτωχευτική ειδοποίηση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με αριθμό 6/2019 και αυτός παρέλειψε να συμμορφωθεί. Αναφέρεται τέλος στην αίτηση ότι δεν υποβλήθηκε αίτηση ή δεν βρίσκεται σε ισχύ προσωπικό σχέδιο αποπληρωμής ή προστατευτικό διάταγμα σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου. Η Αίτηση στηρίζεται επί των άρθρων 2, 3, 4, 5, 6, 87, 88, 90, 93, 102, 112 και 113 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5, ως έχει τροποποιηθεί, τους περί Πτωχεύσεως Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Bankruptcy Rules), Κανονισμοί 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 13, 14, 15, 16, 25, 38, 39, 40, 42, 43, 44, 45, 46, 47, 48, 50, 51, 52, 57, 60, 126
(2), 187 και 190, τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.5 Θ.1, 9 και 10, Δ.5Α Θ.8
(1)(e) και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του δικηγόρου XXXXX Θ. Κούμα. Ο χρεώστης καταχώρισε ένσταση υποστηριζόμενη από την ένορκη δήλωση της συζύγου του XXXXX Ξενή, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Η αίτηση είναι αντικανονική και παράτυπη.
- Η αίτηση δεν αναφέρει την ορθή νομική βάση και τους κανονισμούς που στηρίζεται και/ή η αναφερόμενη είναι εντελώς ασαφής και αόριστη.
- Η καταχώρηση και προώθηση της αίτησης είναι εκπρόθεσμη.
- Η συνοδευόμενη στην αίτηση ένορκος δήλωση έγινε από πρόσωπο το οποίον δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και ούτε αποκαλύπτει την πηγή των γνώσεων του.
- Η πτωχευτική ειδοποίηση η οποία αναφέρεται στην αίτηση ουδεμία σχέση έχει με τον καθ'ου η αίτηση και είναι λανθασμένη.
- Τα οποιαδήποτε έγγραφα τα οποία επιδόθηκαν δεν φέρουν την πιστοποίηση του Πρωτοκολλητή και την σφραγίδα του Δικαστηρίου και ουδέποτε επιδόθηκαν κανονικά στον καθ'ου η αίτηση όπως ούτε και η απόφαση για την ύπαρξη της οφειλής που επικαλούνται οι αιτητές.
- Η αίτηση βασίζεται σε ψεύδη και ανακρίβειες.
- Οι αιτητές είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές και δεν αποκαλύπτουν ούτε
- Η αίτηση γίνεται για σκοπούς πίεσης και για αλλότριους σκοπούς.
- Η αίτηση πάσχει τυπικά και ουσιαστικά.
- Γενικά δεν τηρήθηκαν τα όσα προβλέπουν οι Περί Πτωχεύσεως Νόμοι και Κανονισμοί και εν πάση περιπτώσει τα έγγραφα που επιδόθηκαν στον καθ'ου η αίτηση δεν ήταν ορθά πιστοποιημένα και σφραγισμένα από το αρμόδιο Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου ή/και δεν έγινε κανονική επίδοση.
- Η πτωχευτική ειδοποίηση δεν επιδόθηκε προσωπικά στον καθ'ου η αίτηση.
- Η αίτηση πτώχευσης δεν επιδόθηκε προσωπικά στον καθ'ου η αίτηση.
- Η οφειλή είναι λανθασμένη και εξασφαλισμένη.
- Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας αφού χρησιμοποιείται για αλλότριους σκοπούς ήτοι για την άσκηση πίεσης και/ή ως μέτρο εκτέλεσης για να εισπράξουν οι αιτητές το ισχυριζόμενο χρέος.
- Η αίτηση υποβάλλεται από ανύπαρκτο και/ή λανθασμένο πρόσωπο.
- Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης γίνεται εκβιαστικά και καταχρηστικά.
- Το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αίτηση.
- Ο καθ'ου η αίτηση είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού.
- Η αίτηση είναι καταχρηστική και γίνεται για σκοπούς εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης και για πίεση αφού οι αιτητές γνωρίζουν ότι ο καθ'ου η αίτηση δεν αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη του.
- Ο καθ'ου η αίτηση ουδέποτε διέπραξε πράξη πτώχευσης.
- Η αίτηση είναι παράτυπη, αφού υπογράφεται από τους δικηγόρους των αιτητών και όχι τους αιτητές και/ή χωρίς τη δέουσα εξουσιοδότηση.
- Ο ενόρκως δηλών δεν είναι εξουσιοδοτημένος από τους αιτητές. Κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας οι αιτητές κάλεσαν τρεις μάρτυρες ενώ από πλευράς χρεώστη κλήθηκε μία μάρτυρας. Κατατέθηκαν τέσσερα τεκμήρια. Πέραν της ως άνω αναφερόμενης μαρτυρίας οι δύο πλευρές συμφώνησαν και δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: (α) Η απόφαση στην αγωγή 1168/12 επιδόθηκε στον καθ'ου η αίτηση στις 17/5/2014 δια της δήλωσης της κυρίας XXXXX Ξενή έναντι της υπογραφής της, (β) Στις 9/7/2019 καταχωρίστηκε η αίτηση για έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης που έλαβε τον αριθμό 6/19 και η οποία αποτελεί μέρος του τεκ.1, (γ) Στις 9/7/2019 καταχωρίστηκε η αίτηση για υποκατάσταση της επίδοσης στη βάση της οποίας εκδόθηκε στις 11/09/2019 σχετικό διάταγμα. Τόσο το διάταγμα ημερομηνίας 11/10/2019 όσο και η αίτηση, αποτελούν μέρος του τεκ.1, (δ) Στις 19/9/2019 η ειδοποίηση πτώχευσης με αριθμό 6/19 θυροκολλήθηκε στην οικία που βρίσκεται στην οδό XXXXX 4 στην Ορόκλινη. Η ένορκη δήλωση της επίδοσης βρίσκεται στο τεκ.1, (ε) Στις 2/12/2019 καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση πτώχευσης. Στις 23/12/2019 καταχωρίστηκε η αίτηση για υποκατάστατο επίδοση της αίτησης πτώχευσης, αντίγραφο το οποίο βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου της επίδικης αίτησης. Εκδόθηκε στις17/1/2012 διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση της αίτησης πτώχευσης το οποίο βρίσκεται στο φάκελο της παρούσας αίτησης. Η παρούσα αίτηση πτώχευσης θυροκολλήθηκε στην οικία που βρίσκεται στην οδό XXXXX 4 στην Ορόκλινη στις 25/1/2020 και (στ) Η ειδοποίηση πτώχευσης με αριθμό 6/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας δεν έχει σχέση με την υπό εξέταση υπόθεση. Ερχόμενος τώρα στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, πρώτος μάρτυρας για τους αιτητές ήταν ο XXXXX Αντωνίου ΜΑ1, υπάλληλος στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στο Τμήμα Πτωχεύσεων. Ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε τον φάκελο της ειδοποίησης πτώχευσης με αριθμό 6/
- Η XXXXX Ιωάννου ΜΑ2, βοηθός εξεταστή στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών, κατέθεσε σε σχέση με την εταιρεία X.ST.MERCHANΤS LIMITED παρουσιάζοντας και το τεκ.2 που αποτελείται από πιστοποιητικό σύστασης της εν λόγω εταιρείας, πιστοποιητικό εγγραφής της, πιστοποιητικό διεύθυνσης εγγεγραμμένου γραφείου, πιστοποιητικό διευθυντή και γραμματέως, πιστοποιητικό μετόχων, πιστό αντίγραφο εντύπου ΗΕ1 και αντίγραφο του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού της εταιρείας στο οποίο περιλαμβάνονται αντίγραφα των εντύπων ΗΕ2, ΗΕ3, ΗΕ4 και ΗΕ
- Η ΜΑ2 κατέθεσε ότι η εταιρεία ουδέποτε υπέβαλε οικονομικές καταστάσεις και εκθέσεις και έχει καταβάλει ετήσιο τέλος μόνο για τα έτη 2012 και
- Ο XXXXX Κούμα ΜΑ3, δικηγόρος στο επάγγελμα και ομνύοντας στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, κατέθεσε σε σχέση με την υπό κρίση αίτηση υιοθετώντας το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ημερομηνίας 2/12/
- Κατέθεσε επίσης τα τεκ.3 και 4 που είναι εξουσιοδότηση με ημερομηνία 10/2/2021 και αντίγραφο του παραρτήματος της Δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 18/6/12 αντίστοιχα. Η XXXXX Νικολάου, κόρη του χρεώστη, κατέθεσε σε σχέση με τον τόπο διαμονής του πατέρα της και ότι αυτός απουσιάζει από την Κύπρο εδώ και τέσσερα χρόνια. Είχα την ευκαιρία κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας να παρακολουθήσω τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους, έχοντας υπόψιν, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ειλικρίνεια τους, τη μνήμη τους και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Αθανασίου κ.ά. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Ο ΜΑ1 XXXXX Αντωνίου, κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας και τα όσα ανέφερε γίνονται δεκτά στην ολότητα τους. Η μαρτυρία του περιορίστηκε στην κατάθεση του φακέλου της ειδοποίησης πτώχευσης με αριθμό 6/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και δεν αντεξετάστηκε. Η XXXXX Ιωάννου ΜΑ2 κατέθεσε με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα χωρίς προσπάθεια υποβοήθησης της μιας ή της άλλης πλευράς. Η αντεξέταση της δεν είχε σκοπό να κλονίσει την αξιοπιστία της αλλά είχε διευκρινιστικό περισσότερο χαρακτήρα. Η εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε το τεκ.2 που είναι στην ουσία η δομή της εταιρείας X.ST.MERCHANΤS LIMITED αναφέροντας ότι διευθυντής από τη σύσταση της εταιρείας είναι ο XXXXX Ξενής με γραμματέα τη XXXXX Ξενή που είναι και οι μέτοχοι της και τα τελευταία δύο χρόνια αλλά μέχρι και σήμερα. Αντεξεταζόμενη είπε ότι στην εταιρεία στάληκε επιστολή υπενθύμισης που σημαίνει ότι παραλείπει να παραδώσει τις ετήσιες εκθέσεις της. Είπε τέλος ότι η εταιρεία ουδέποτε υπέβαλε οικονομικές καταστάσεις και ετήσιες εκθέσεις. Δεν έχει επίσης καταβάλει ετήσιο τέλος εκτός από τα έτη 2012 και
- Η μαρτυρία της ΜΑ2 γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Θετική ήταν και η εντύπωση που το Δικαστήριο δημιούργησε για τον τελευταίο μάρτυρα των αιτητών XXXXX Κούμα, ΜΑ
- Ήταν άμεσος, σαφής και επεξηγηματικός στις απαντήσεις του χωρίς η αξιοπιστία του να κλονίζεται κατά το στάδιο της αντεξέτασης του. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, της οποίας το περιεχόμενο υιοθέτησε, αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τους αιτητές για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αναφέρει περαιτέρω τα περί της έκδοσης της Δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 18/6/12 και ότι ο χρεώστης διέπραξε πράξη πτώχευσης αφού του επιδόθηκε, με υποκατάστατη επίδοση η ειδοποίηση πτώχευσης 6/19 και αυτός παρέλειψε να συμμορφωθεί. Στη συνέχεια ο ΜΑ3 αναφέρει το ιστορικό τριών προηγούμενων πτωχευτικών ειδοποιήσεων που καταχωρίστηκαν εναντίον του χρεώστη για τις οποίες εξασφαλιζόταν διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης, οι οποίες δεν προχώρησαν για το δικό της λόγο η καθεμιά. Αναφορά από τον ΜΑ3 γίνεται και για διαδικασία αναγκαστικής πώλησης περιουσίας του χρεώστη χωρίς όμως να πωληθεί οτιδήποτε από την περιουσία του. Ο χρεώστης όμως, επισημαίνει ο ΜΑ3, αν και δεν μπορεί να εντοπιστεί εν τούτοις καταχώρισε την Αίτηση/Έφεση με αριθμό 53/19 με ένορκη δήλωση της συζύγου του XXXXX Ξενή αιτούμενος την αναστολή της πώλησης. Στα πλαίσια της πιο πάνω έφεσης επικοινώνησε και με τον ΜΑ3 για να μη διενεργηθεί ο πλειστηριασμός αποστέλλοντας του και δήλωση με πιστοποίηση του Δήμου Θεσσαλονίκης. Του στάληκε περαιτέρω και μήνυμα από τον γαμπρό του, κάτι που δείχνει μέχρι ποιου σημείου μπορεί να φθάσει ο χρεώστης για να επιτύχει το σκοπό του. Αυτό όμως που προκύπτει, ως αναφέρει ο μάρτυρας, είναι ότι ενώ η πιστοποίηση είναι από την Θεσσαλονίκη το τηλεφώνημα που δέχθηκε προερχόταν από την Αίγυπτο αφού είχε τον κωδικό
- Τα πιο πάνω στοιχεία δείχνουν ότι ο χρεώστης όχι μόνο ενημερώνεται για οτιδήποτε τον αφορά αλλά διορίζει και δικηγόρους προς εκπροσώπηση του παρόλο που οι δικοί του δηλώνουν ότι δήθεν βρίσκεται στο εξωτερικό. Ο ΜΑ3 στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 27/11/20 αναφέρεται στην εξουσιοδότηση που έλαβε από τον διοικητικό σύμβουλο των αιτητών για να προωθήσει την υπό κρίση αίτηση και απορρίπτει τις θέσεις του χρεώστη ότι είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΑ3 ρωτήθηκε για την εξουσιοδότηση που ο ίδιος έλαβε λέγοντας ότι όταν υπογράφηκε η εξουσιοδότηση την 21/11/19, διευθυντής των αιτητών ήταν μόνο ο Philip Glen Thompson. Ο άλλος διευθυντής που ήταν η εταιρεία Off Plan Developments Ltd διαλύθηκε χωρίς όμως να ενημερωθεί ο έφορος εταιρειών. Ανέφερε επίσης ότι οι αιτητές κατέθεσαν ΜΕΜΟ επί της περιουσίας του χρεώστη που είναι €2.400,
- Αρνήθηκε ότι η διαδικασία της πτώχευσης καταχωρίστηκε για να εισπράξουν οι αιτητές το λαβείν τους, αλλά διότι ο οφειλέτης διέπραξε πράξη πτώχευσης. Ρωτήθηκε ο μάρτυρας και για το ζήτημα της διαμονής του οφειλέτη λέγοντας ότι ο τελευταίος δεν μπορεί να εντοπιστεί, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι είναι στο εξωτερικό. Από τις Δικαστικές όμως διαδικασίες που καταχωρίστηκαν εναντίον του και πάντα διόριζε δικηγόρους να τον εκπροσωπήσουν, είπε ότι ο χρεώστης βρίσκεται στην Κύπρο και κρύβεται. Μαρτυρία για τον χρεώστη ως αναφέρθηκε προηγουμένως έδωσε η κόρη του XXXXX Νικολάου. Η θέση που η μάρτυρας έκφρασε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι ο πατέρας της λείπει από την Κύπρο τα τελευταία τέσσερα χρόνια χωρίς ακόμα να δει το εγγόνι του που είναι δύο χρονών. Έχουν τηλεφωνική επικοινωνία μία φορά τον μήνα με τηλεφώνημα του πατέρα της και κάθε φορά από διαφορετικό αριθμό. Δεν γνωρίζει για την υπόθεση και δεν ρώτησε ούτε την δικηγόρο που εκπροσωπεί τον πατέρα της. Η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε από την εν λόγω μάρτυρα δεν ήταν καλή. Θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τον πατέρα της. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση της όταν ρωτήθηκε από τον συνήγορο των αιτητών το λόγο που ήρθε στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει τον οφειλέτη. Είπε, «επειδή είναι ο πατέρας μου». Δεν μπορεί όμως να γίνει δεκτό ότι κλήθηκε να έρθει στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία, χωρίς μάλιστα να εκδοθεί μαρτυρική κλήση προς τούτο, και δεν γνώριζε περί τίνος επρόκειτο. Δεν γνώριζε ότι η μητέρα της έκανε την ένορκη δήλωση αλλά ούτε και την κα Ζαχαρίου ρώτησε σχετικά με την υπόθεση. Το λογικώς αναμενόμενο θα ήταν, με την κλήση της να καταθέσει ενώπιον Δικαστηρίου να ρωτήσει το λόγο και για ποιο θέμα θα κατέθετε χωρίς απαραίτητα να υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες της υπόθεσης. Δεν μπορεί επίσης να γίνει πιστευτό ότι δεν γνωρίζει εδώ και πέντε χρόνια που βρίσκεται ο πατέρας της και ότι η μόνη επικοινωνία που μπορεί να έχει μαζί του είναι όταν ο τελευταίος της τηλεφωνήσει. Η μαρτυρία της XXXXX Νικολάου δεν γίνεται δεκτή. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία και τα δηλωθέντα παραδεκτά γεγονότα καταλήγω στα κάτωθι ευρήματα: Οι αιτητές είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο και ασχολείται με εργασίες ανάπτυξης γης. Στις 18/6/12 στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 1168/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας εκδόθηκε απόφαση υπέρ των αιτητών και εναντίον του χρεώστη για το ποσό των €341.720,29 πλέον τόκο προς 5.5% ετησίως από 30/3/09 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα. Η απόφαση επιδόθηκε στον χρεώστη στις 17/5/14 δια της δήλωσης της XXXXX Ξενή έναντι της υπογραφής της. Ο χρεώστης από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό προς εξόφληση της. Οι αιτητές επί της ακίνητης περιουσίας του καταχώρισαν το ΜΕΜΟ ΕΒ1583/12 και δυνάμει αυτού την αίτηση για αναγκαστική πώληση ΑΝΠ18/2016, χωρίς όμως να καταστεί δυνατή η πώληση της. Στις 9/7/19 καταχωρίστηκε η αίτηση για έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης με αριθμό 6/
- Στις 11/9/19, δυνάμει διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης, η Ειδοποίηση Πτώχευσης 6/19 θυροκολλήθηκε στην οικία που βρίσκεται στην οδό XXXXX 4 στην Ορόκλινη. Στις 2/12/19 καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση η οποία στις 25/1/20, δυνάμει διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης θυροκολλήθηκε στην πιο πάνω οδό. Η ειδοποίηση πτώχευσης με αριθμό 6/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ουδεμία σχέση έχει με την υπό κρίση αίτηση. Οι δύο πλευρές κατά το στάδιο των αγορεύσεων τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους επικαλούμενοι και σχετική νομολογία. Οι αιτητές εισηγήθηκαν ότι έχουν αποδειχθεί όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος πτώχευσης, ενώ αντίθετη ήταν η θέση του χρεώστη. Συγκεκριμένα, προβάλλεται από τον χρεώστη ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι, (α) δεν πληρείται η προϋπόθεση της συνήθους διαμονής του οφειλέτη ή διεξαγωγής εργασίας στην Κύπρο, (β) οι αιτητές είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές που ούτε δήλωσαν την εξασφάλιση τους αλλά ούτε και παραιτήθηκαν από αυτήν, (γ) δεν έγινε ορθή επίδοση της πτωχευτικής ειδοποίησης και συνεπώς δεν τελέστηκε πράξη πτώχευσης, (δ) δεν υπάρχει νομότυπη εξουσιοδότηση αφού η τεθείσα εξουσιοδότηση υπογράφεται από ένα διευθυντή τη στιγμή που οι αιτητές έχουν δύο διευθυντές αλλά είναι και χωρίς την ορθή πιστοποίηση. Μεταγενέστερη της καταχώρισης της αίτησης προσκόμιση εξουσιοδότησης δεν διορθώνει την παρατυπία και (ε) η αίτηση είναι καταχρηστική και χρησιμοποιείται ως μοχλός πίεσης και μέτρο εκτέλεσης. Το άρθρο 5
(1)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.5, θέτει τους όρους βάσει των οποίων πιστωτής μπορεί να υποβάλει αίτηση για πτώχευση χρεώστη ενώ το άρθρο 6, τη διαδικασία που ακολουθείται και το τι πρέπει να αποδειχθεί για να καταστεί δυνατή η έκδοση διατάγματος πτώχευσης. Θεωρώ σκόπιμο όπως τα πιο πάνω άρθρα παρατεθούν και έχουν ως εξής: 5.—
(1)Πιστωτής δεν θα δικαιούται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης εναντίον χρεώστη, εκτός αν— (α) το χρέος που οφείλεται από το χρεώστη προς τον αιτητή πιστωτή, ή, αν δύο ή περισσότεροι πιστωτές υποβάλλουν από κοινού την αίτηση, το συνολικό ποσό των χρεών που οφείλεται στους διάφορους αιτούντες πιστωτές συμποσούται σε δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15.000), και, (β) το χρέος είναι εκκαθαρισμένο ποσό, πληρωτέο είτε αμέσως είτε σε καθορισμένο μελλοντικό χρόνο, και (γ) η πράξη πτώχευσης στην οποία στηρίζεται η πτώχευση συνέβηκε μέσα σε έξι μήνες πριν από την υποβολή της αίτησης, και (δ) ο οφειλέτης κατοικεί στην Κύπρο ή, μέσα σε περίοδο ενός χρόνου πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, είχε τη συνήθη διαμονή, ή είχε τόπο διαμονής ή τόπο εργασίας στην Κύπρο ή διεξήγαγε εργασίες στην Κύπρο προσωπικά, ή με αντιπρόσωπο ή διευθυντή, ή είναι ή μέσα στην περίοδο που αναφέρθηκε ήταν μέλος οίκου ή συνεταιρισμού που διεξήγαγε εργασίες στην Κύπρο μέσω εταίρου ή εταίρων ή αντιπροσώπου ή διευθυντή, και (ε) ο πιστωτής ή οι πιστωτές που υποβάλλουν από κοινού την αίτηση δηλώσουν στην αίτηση τόσο το πλήρες όνομα, τον αριθμό ταυτότητας, το επάγγελμα και τη διεύθυνσή τους, όσο και εκείνα του οφειλέτη, και (στ) ο πιστωτής καταβάλλει στον Επίσημο Παραλήπτη τέλος ύψους πεντακοσίων ευρώ (€500): Νοείται ότι, σε περίπτωση απόσυρσης ή απόρριψης της σχετικής αίτησης από το Δικαστήριο, το εν λόγω τέλος δεν επιστρέφεται στον αιτητή, και (ζ) ο αιτητής, θα πρέπει να παραδώσει αντίγραφο της αίτησης και του διατάγματος πτώχευσης όταν εκδοθεί, στον Επίσημο Παραλήπτη, στον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, στον Διευθυντή του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας, στον Γενικό Διευθυντή του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και στον Διευθυντή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών.
(2)Αν ο αιτητής πιστωτής είναι εξασφαλισμένος πιστωτής, οφείλει στην αίτηση του είτε να δηλώσει ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την εξασφάλιση του προς όφελος των πιστωτών σε περίπτωση που ο χρεώστης κηρυχτεί σε πτώχευση, ή να δώσει εκτίμηση της εξασφάλισης του. Στην τελευταία περίπτωση μπορεί να γίνει δεκτός ως αιτητής πιστωτής στην έκταση του υπόλοιπου του προς αυτόν οφειλόμενου χρέους, που προκύπτει μετά την αφαίρεση της εκτιμημένης αξίας, κατά τον ίδιο τρόπο ωσάν να ήταν μη εξασφαλισμένος πιστωτής. 6.—
(1)Αίτηση πιστωτή θα βεβαιώνεται από ένορκο δήλωση του πιστωτή, ή από πρόσωπο για λογαριασμό του που γνωρίζει τα γεγονότα, και θα επιδίδεται κατά τον καθορισμένο τρόπο.
(2)Κατά την ακρόαση της αίτησης, το Δικαστήριο θα απαιτεί απόδειξη του χρέους που οφείλεται προς τον αιτούντα πιστωτή, της επίδοσης της αίτησης, και της πράξης πτώχευσης, ή, αν στην αίτηση προβάλλεται ισχυρισμός για τέλεση περισσότερων από μιας πράξεις πτώχευσης, μιας από τις ισχυριζόμενες πράξεις πτώχευσης και το Δικαστήριο αν ικανοποιηθεί με τέτοια απόδειξη, θα εκδίδει διάταγμα πτώχευσης σύμφωνα με την αίτηση. ....................................... Το ότι το οφειλόμενο χρέος είναι πέραν των €15.000 και εκκαθαρισμένο δεν έχει αμφισβητηθεί. Εκδόθηκε στις 18/6/2012 Δικαστική απόφαση, κάτι που αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, υπέρ των αιτητών και εναντίον του χρεώστη στην αγωγή με αριθμό 1168/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας για το ποσό των €341.720,29 πλέον και έξοδα. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο χρεώστης δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι του χρέους του. Αυτό που αμφισβητείται όμως και προβάλλεται ως λόγος απόρριψης της αίτησης, είναι ότι δεν έχει αποδειχθεί η διαμονή του χρεώστη ή η διεξαγωγή εργασίας από τον χρεώστη στην Κύπρο. Είναι η θέση του ότι δεν έχει τεθεί μαρτυρία από πλευράς αιτητών που να πληρεί την προϋπόθεση αυτή. Ο ίδιος ο ΜΑ3, σύμφωνα με τον χρεώστη, ανέφερε ότι δεν έχει εντοπιστεί στην Κύπρο ενώ δεν υπάρχει καμία αναφορά για διεξαγωγή εργασίας στην Κύπρο. Ακόμα και ποινική υπόθεση που εκκρεμούσε εναντίον του διακόπηκε αφού ο τελευταίος δεν μπορούσε να εντοπιστεί. Αντίθετη βέβαια είναι η θέση των αιτητών οι οποίοι στη δική τους αγόρευση και επικαλούμενοι τόσο συγγράμματα επί εκκαθάρισης εταιρειών όσο και επί κληρονομικού δικαίου για θέμα κατοικίας (domicile), ισχυρίζονται ότι δόθηκε εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι ο χρεώστης έχει την κατοικία του στην Κύπρο. Η μαρτυρία αυτή προέρχεται από την συμπεριφορά του αναφορικά με τις νομικές διαδικασίες και από την ιδιότητα του ως μέλος εταιρείας που διεξάγει εργασίες στην Κύπρο. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα ότι, ενώ το νομικό βάρος ήταν και παραμένει στους ώμους του αιτητή, το μαρτυρικό βάρος απόδειξης μετακινείται στους ώμους του χρεώστη. Να προστεθεί εδώ ότι και ο ΜΑ3 αντεξεταζόμενος είπε ότι ο χρεώστης βρίσκεται στην Κύπρο και κρύβεται. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)(δ), ως ανωτέρω έχει παρατεθεί, προϋπόθεση καταχώρισης αίτησης πτώχευσης είναι είτε ο χρεώστης να κατοικεί στην Κύπρο, ή μέσα σε περίοδο ενός χρόνου πριν από την υποβολή της αίτησης να είχε τη συνήθη διαμονή του ή είχε τόπο διαμονής ή τόπο εργασίας ή να διεξήγαγε εργασίες στην Κύπρο προσωπικά ή με αντιπρόσωπο. Αν δηλαδή καταχωριστεί η αίτηση και στο χρονικό πλαίσιο ενός έτους, πριν από την καταχώριση διέμενε ή διεξήγαγε εργασίες στην Κύπρο, έστω και αν μετά έφυγε από την Κύπρο, τότε δεν τίθεται οποιοδήποτε θέμα νομότυπου της αίτησης. Στην υπόθεση Κυριάκου ν. Μιχαήλ
(2007)1(Β) Α.Α.Δ 933, στα πλαίσια εξέτασης αίτησης για ασφάλεια εξόδων, όπου απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο το θέμα της συνήθους διαμονής του καθ'ου η αίτηση, τέθηκαν τα εξής: «Η έννοια της συνήθους διαμονής αντιδιαστέλλεται προς την έκτακτη ή προσωρινή. Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Κόρακα ν. Γεωργίου κ.ά. (Αρ.2)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1935, σε κάθε περίπτωση το εγχείρημα δεν εξαντλείται στην αναζήτηση οποιουδήποτε συγκεκριμένου στοιχείου, το οποίο αφ΄ εαυτού θα ήταν δυνατό να δώσει απάντηση. Αντίθετα, εκτείνεται στον συνυπολογισμό ποιοτικών χαρακτηριστικών ή δεδομένων και εν γένει στον τρόπο και τις συνήθειες της ζωής, που βεβαίως δεν είναι δυνατόν να προκαθοριστούν κατά τρόπο εξαντλητικό. Επιπλέον αναγνωρίζεται και η δυνατότητα τεκμαιρόμενης συνήθους διαμονής (constructive residence), στην περίπτωση προσωρινής απομάκρυνσης από ορισμένο τόπο για κάποιο σκοπό με πρόθεση την επάνοδο.». Περαιτέρω στην Αγγλική υπόθεση In Re Brauch
(1978)1 All E.R. 1004, λέχθηκαν τα εξής ως προς την έννοια της συνήθους διαμονής: «.............................. (ii)In order to establish 'ordinary residence' for the purposes of s4(i)(
- d)it was not essential for the petitioning creditors to specify the place or places at which the debtor had resided in England during the relevant period or to show that he had been there for a commercial purpose. The absence of evidence on either of those matters was merely a factor, albeit an important one, to be considered by the court in determining whether a debtor had in fact ordinarily resided in England during the relevant period. The fact that the debtor had not been a casual visitor in England, had spent nights there, had come to England on business and had so spent a material proportion of his time was sufficient to establish that he had 'ordinarily.......resided in England', within the meaning of s4(i)(d)». Συνεπώς για να καθοριστεί ο τόπος συνήθους διαμονής του χρεώστη, έτσι ώστε το Δικαστήριο να αποκτήσει δικαιοδοσία εκδίκασης της αίτησης, λαμβάνονται υπόψιν σειρά παραγόντων και χαρακτηριστικών χωρίς να είναι δυνατόν να καθοριστούν εξαντλητικά. Αυτό που θεωρώ έχει σημασία είναι από αυτά τα χαρακτηριστικά που θα πρέπει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου να είναι επαρκή προς απόδειξη της θέσης περί συνήθους διαμονής του στην Κύπρο. Στην υπό εξέταση περίπτωση τώρα, να επισημανθεί ότι οι αιτητές δεν αναφέρουν με ξεκάθαρο τρόπο στο σώμα της αίτησης ότι ο χρεώστης κατοικεί στην Κύπρο και δη στην οδό XXXXX 4 στην Ορόκλινη. Ούτε και στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση τίθεται τέτοια θέση. Αυτό που αναφέρεται στο σώμα της αίτησης είναι ότι, αν και οι δικοί του δηλώνουν ότι είναι δήθεν στο εξωτερικό, εν τούτοις ενημερώνεται για τις εναντίον του Δικαστικές διαδικασίες και διορίζει δικηγόρους να τον εκπροσωπήσουν αλλά λειτουργεί ή και διεξάγει εργασίες και χειρίζεται τις υποθέσεις που τον αφορούν δια αντιπροσώπου, που είναι η σύζυγος του XXXXX Ξενή. Αυτό όμως που αβίαστα προκύπτει είναι η θέση ότι διαμένει στην Κύπρο αλλά παρά τις προσπάθειες τους δεν εντοπίζεται. Στο σώμα της αίτησης αναγράφεται σε κάθε περίπτωση ως διεύθυνση διαμονής του η οδός XXXXX 4 Ορόκλινη. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση παρατίθεται με λεπτομέρεια το ιστορικό προηγούμενων προσπαθειών των αιτητών να προωθήσουν διαδικασία πτώχευσης εναντίον του, οι οποίες όμως δεν τελεσφορούσαν. Κοινή συνισταμένη όλων των προσπαθειών ήταν ο μη εντοπισμός του και η καταφυγή των αιτητών στην έκδοση διαταγμάτων υποκατάστατης επίδοσης. Στις Δικαστικές διαδικασίες συμπεριλαμβάνεται και η διαδικασία αναγκαστικής πώλησης ακίνητης περιουσίας του, χωρίς όμως να καταστεί δυνατή η πώληση οποιασδήποτε περιουσίας. Πανομοιότυπος όμως ήταν και ο τρόπος αντίδρασης του χρεώστη σε αυτές τις διαδικασίες. Διόριζε, κατά τους αιτητές, δικηγόρους να τον εκπροσωπήσουν και χειριζόταν τις υποθέσεις του δια της αντιπροσώπου του XXXXX Ξενή που υπέγραφε και τις οποιεσδήποτε απαραίτητες ένορκες δηλώσεις. Για το θέμα μάλιστα της αναγκαστικής πώλησης επικοινώνησε και ο ίδιος προσωπικά με τον ΜΑ3 για να μη γίνει ο πλειστηριασμός αλλά αποστάληκε και μήνυμα από τον γαμπρό του. Ο ΜΑ3 τέλος αναφέρει ότι του τηλεφώνησαν από το δικηγορικό γραφείο Γιώργος Α. Βασιλείου ΔΕΠΕ και του ανέφεραν ότι είχαν οδηγίες από τον χρεώστη για να πωλήσουν περιουσία του στην Ορόκλινη για να εξοφληθεί το εξ αποφάσεως χρέος του. Η θέση που εξέφρασε ο ΜΑ3 ήταν ότι ο χρεώστης βρίσκεται στην Κύπρο αλλά κρύβεται. Αυτό που στην ουσία επικαλούνται οι αιτητές και είναι αυτό που προωθούν με την αίτηση τους, είναι ότι ο χρεώστης διαμένει στην Κύπρο και ότι διεξάγει εργασίες και αντιπρόσωπος του είναι η σύζυγος του XXXXX Ξενή. Από πλευράς χρεώστη τώρα η μόνη αναφορά που υπάρχει στην ένορκη δήλωση της ένστασης του, την οποία υπογράφει η σύζυγος του, είναι ότι το 2016 εγκατέλειψε την Κύπρο χωρίς να έχει επιστρέψει. Η ίδια, η σύζυγος του δηλαδή, έχει πολύ αραιά επικοινωνία μαζί του τηλεφωνικώς, όταν της τηλεφωνήσει ο χρεώστης χωρίς αυτή να μπορεί να επικοινωνήσει μαζί του. Συνεπώς το ερώτημα που τίθεται είναι αν με τα στοιχεία που έχουν θέσει οι αιτητές έχουν αποδείξει εκ πρώτης όψεως ότι ο τόπος συνήθους διαμονής του χρεώστη είναι η Κύπρος, δεδομένου ότι δεν εντοπίζεται, με αποτέλεσμα το βάρος απόδειξης για το αντίθετο να έχει μετατεθεί στον χρεώστη. Στο σύγγραμμα του Δρος Α. Ποιητή, Το Δίκαιο της Πτώχευσης στη σελίδα 33, αναφέρεται ότι αν Κύπριος διαμείνει στο εξωτερικό χωρίς να αποδεικνύεται ότι εγκατέλειψε την Κυπριακή κατοικία του θεωρείται και πάλι ότι έχει τη συνήθη κατοικία του στην Κύπρο. Θα πρέπει να αποδείξει ο ίδιος ότι έχει εγκαταλείψει τη συνήθη διαμονή του στην Κύπρο επιλέγοντας αλλού διαμονή αν θέλει να επιτύχει σε ένσταση του για έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στην υπό εξέταση περίπτωση κρίνω ότι ο χρεώστης έχει το βάρος να αποδείξει ότι εγκατέλειψε τη συνήθη διαμονή του που είναι η οδός XXXXX 4, Ορόκλινη. Τα όσα οι αιτητές έχουν παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου καταδεικνύουν ότι η συνήθης διαμονή του χρεώστη παραμένει η Κύπρος και παρά το γεγονός ότι δεν μπορεί να εντοπιστεί. Το ότι τα έγγραφα των Δικαστικών διαδικασιών επιδίδονται, ακόμα και με υποκατάστατο τρόπο, στην πιο πάνω οδό με τον χρεώστη να ενημερώνεται, να αντιδρά και να δίδει οδηγίες ως προς τον χειρισμό τους, καταχωρώντας ενστάσεις που υπογράφει η σύζυγος του αλλά επικοινωνεί και ο ίδιος με δικηγόρους για προάσπιση των συμφερόντων του, αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως ότι έχει τη συνήθη διαμονή του στην πιο πάνω διεύθυνση. Συνεπώς το βάρος απόδειξης περί του αντιθέτου μετατίθεται στους ώμους του χρεώστη. Ο χρεώστης το μόνο που αναφέρει είναι ότι από το 2016 έχει εγκαταλείψει την Κύπρο και δεν έχει επιστρέψει. Ουδεμία αναφορά γίνεται για το που βρίσκεται και αν εκεί είναι πλέον η συνήθης διαμονή του. Η αόριστη αναφορά ότι εγκατέλειψε την Κύπρο χωρίς καν να αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της ένστασης που στο εξωτερικό βρίσκεται, κάθε άλλο παρά επαρκή κρίνονται. Ακόμα και η κόρη του με την μαρτυρία της απέφυγε να τοποθετήσει τον πατέρα της κάπου συγκεκριμένα στο εξωτερικό, λέγοντας απλώς ότι έχει φύγει από την Κύπρο και έχει μόνο τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του. Κρίση του Δικαστηρίου είναι ότι ο χρεώστης για να αποδείξει ότι τόπος της συνήθους διαμονής του δεν είναι η Κύπρος θα έπρεπε με σαφήνεια να θέσει τόσο τη χώρα του εξωτερικού στην οποία βρίσκεται όσο και την διεύθυνση διαμονής του. Το γεγονός ότι, ως ανέφερε η κόρη του, της τηλεφωνεί από διαφορετικό αριθμό κάθε φορά, αλλά και το ότι, ως δήλωσε ο ΜΑ3, απέστειλε δήλωση στους αιτητές πιστοποιημένη από κάποια κυρία του Δήμου Θεσσαλονίκης και τηλεφώνησε στον ΜΑ3 από αριθμό τηλεφώνου με κωδικό Αιγύπτου, δεν βοηθούν την υπόθεση του χρεώστη. Το αντίθετο μάλιστα. Το συμπέρασμα που δυνατόν να εξαχθεί είναι ότι ο χρεώστης, ακόμα και αν βρίσκεται στο εξωτερικό, δεν διαμένει μόνιμα κάπου συγκεκριμένα αλλά περιφέρεται σε διάφορες χώρες, με τη συνήθη διαμονή του να παραμένει η Κύπρος. Σε περιπτώσεις μάλιστα που αποδειχθεί ότι ο χρεώστης εγκαταλείψει την Κύπρο ή ενώ βρίσκεται εκτός Κύπρου παραμένει εκτός Κύπρου με πρόθεση να καθυστερήσει τους πιστωτές του διαπράττει πράξη πτώχευσης (βλ.Williams and Muir Hunter on Bankruptcy 19η έκδοση, σελ.16-18). Προβλήθηκε επίσης από τους αιτητές, ως μέρος της θέσης τους ότι ο χρεώστης διαμένει στην Κύπρο, το γεγονός ότι έχει εταιρεία που διεξάγει εργασίες και χωρίς να δηλώσει ότι είναι ανενεργή. Στο σύγγραμμα του Δρος Α. Ποιητή, Το Δίκαιο της Πτώχευσης στη σελίδα 31, αναφέρεται ότι δεν αρκεί μια και μόνο πράξη διεξαγωγής εργασίας στην Κύπρο, αλλά απαιτείται η συνήθης διεξαγωγή εργασιών στην Κύπρο. Στην Αγγλική υπόθεση Re Brauch (ανωτέρω) τέθηκαν τα εξής ως προς το πότε χρεώστης διεξήγαγε εργασίες σύμφωνα με το νόμο έτσι ώστε να εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του: «(
- i)In order to establish that a debtor had 'carried on business in England', within the s4(I), it was not sufficient to show that he had been running his company's business in England, even if he was the sole beneficial shareholder and in complete control». Το τι προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι θα πρέπει να τεθεί μαρτυρία ότι ο χρεώστης κατά τον κρίσιμο χρόνο, που είναι ένα έτος πριν την υποβολή της αίτησης, διεξήγαγε εργασίες στην Κύπρο προσωπικά ή με αντιπρόσωπο. Οι εργασίες μάλιστα θα πρέπει να έχουν κάποια συνέχεια και να μην πρόκειται για μία μεμονωμένη περίπτωση. Περαιτέρω, ακόμα και αν τεθεί ως γεγονός ότι είναι ο μόνος μέτοχος και έχει τον πλήρη έλεγχο εταιρείας δεν οδηγεί σε εύρημα ότι, κατά την προβλεπόμενη από το νόμο περίοδο πριν την υποβολή της αίτησης, ασκούσε εργασίες στην Κύπρο. Θα πρέπει να υπάρχει μαρτυρία για διεξαγωγή εργασιών και ότι ο χρεώστης είχε άμεση και προσωπική εμπλοκή στη διεξαγωγή των εργασιών αυτών. Η διατήρηση της εταιρείας ακόμα και με την ιδιότητα του μοναδικού μέτοχου δεν είναι αρκετή. Θέση τώρα των αιτητών είναι ότι ο χρεώστης είναι μέλος-μέτοχος της εταιρείας X.ST.MERCHANTS LTD (εφεξής η εταιρεία) και ο μοναδικός διευθυντής της. Είναι πασιφανές, σύμφωνα με τη θέση των αιτητών, ότι λειτουργεί μέσω αντιπρόσωπου, ήτοι της XXXXX Ξενή αφού δια μέσω της χειρίζεται Δικαστικές και νομικές διαδικασίες που τον αφορούν και της δίνει οδηγίες. Αναφέρουν επίσης ότι για την εταιρεία ο χρεώστης δεν προσκόμισε μαρτυρία ότι είναι ανενεργή. Να λεχθεί καταρχάς ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ουδεμία αναφορά γίνεται για την εν λόγω εταιρεία. Δεν γίνεται αναφορά ούτε και αν διεξήγαγε ή διεξάγει εργασίες. Δόθηκε όμως μαρτυρία από την λειτουργό του Εφόρου Εταιρειών ΜΑ2 η οποία και αντεξετάστηκε από τη συνήγορο του χρεώστη. Η ΜΑ2 πέραν των στοιχείων της εταιρείας, μετόχους, διευθυντή και γραμματέα, δεν μπορούσε να διαφωτίσει το Δικαστήριο αν η εταιρεία δραστηριοποιείται καθ'οιονδήποτε τρόπο. Αυτό που είπε η μάρτυρας είναι ότι η εταιρεία, πλην των ετών 2012 και 2013, οφείλει για τα υπόλοιπα έτη τα ετήσια τέλη ενώ ουδέποτε έχει υποβάλει οικονομικές καταστάσεις και εκθέσεις. Αναφορά έγινε και από τον ΜΑ3 σε σχέση με την ποινική υπόθεση με αριθμό 7466/2016 την οποία αντιμετώπιζε η εταιρεία για έκδοση ακάλυπτων επιταγών που στο τέλος διακόπηκε αφού δεν εντοπιζόταν ο διευθυντής της. Είναι προφανές ότι μόνο με τα πιο πάνω στοιχεία και χωρίς μαρτυρία ότι η εταιρεία διεξήγαγε εργασίες, με τον χρεώστη να είναι ο κινητήριος μοχλός της, δεν είναι δυνατόν το Δικαστήριο να καταλήξει ότι ο τελευταίος κατά τον κρίσιμο χρόνο διεξήγαγε εργασίες στην Κύπρο. Τα τεθέντα στοιχεία κρίνονται τουλάχιστον ανεπαρκή. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί ότι ο χρεώστης έχει τη συνήθη διαμονή του στην Κύπρο. Οι αιτητές με την μαρτυρία που έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου απέδειξαν ότι ο χρεώστης έχει τη συνήθη διαμονή του στην Κύπρο εν τη εννοία του Νόμου. Ο χρεώστης απέτυχε να ανατρέψει το δεδομένο αυτό και να αποδείξει ότι συνήθης τόπος διαμονής του είναι άλλος από την Κύπρο. Προβάλλεται περαιτέρω από πλευράς χρεώστη, ως λόγος ένστασης, ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι οι αιτητές είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές, κάτι που δεν το δήλωσαν στην αίτηση τους. Έχουν εγγράψει επί της ακίνητης περιουσίας του το ΜΕΜΟ με αριθμό ΕΒ1583/2012 με την αξία της περιουσίας να είναι €2.444,000. Η αξία της περιουσίας, σύμφωνα πάντα με τον χρεώστη, προκύπτει από την ένορκη δήλωση του ΜΑ3 ημερομηνίας 27/5/19 (τεκ.Γ στην ένσταση), ο οποίος αναφέρει ότι βάσει εκτίμησης του κτηματολογίου η αξία της ανέρχεται στο πιο πάνω ποσό. Η ένορκη δήλωση του ΜΑ3 κατατέθηκε στα πλαίσια της Αίτησης/Έφεσης 53/2019 για πώληση της περιουσίας δυνάμει της ΑΝΠ18/2016. Υπάρχει παραδοχή του ΜΑ3 στην εν λόγω ένορκη δήλωση ότι ο οφειλέτης έχει αρκετή περιουσία για να καλύψει τις οφειλές του. Δεδομένου ότι το ΜΕΜΟ αποτελεί εμπράγματο βάρος και δη εξασφάλιση, καθιστά τους αιτητές εξασφαλισμένους πιστωτές. Οι αιτητές από την άλλη προβάλλουν μία εκ διαμέτρου αντίθετη θέση. Η εγγραφή Δικαστικής απόφασης γίνεται με σκοπό η ακίνητη περιουσία να πωληθεί και θεωρείται μέτρο εκτέλεσης σύμφωνα και με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6. Επομένως η εγγραφή της απόφασης δεν αποτελεί εξασφάλιση αλλά μέτρο εκτέλεσης. Οι αιτητές προβαίνουν σε αναφορά για το ΜΕΜΟ εντάσσοντας το κατά κάποιο τρόπο και στο θέμα της κατάχρησης, λέγοντας ότι η εκτέλεση απόφασης δεν αποτελεί εμπόδιο έναρξης πτωχευτικής διαδικασίας. Δεν εγείρεται όμως τέτοιο ζήτημα από την πλευρά του χρεώστη και έτσι δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο περαιτέρω. Αυτό συνεπώς που θα πρέπει να κριθεί πρώτα είναι αν η εγγραφή Δικαστικής απόφασης επί της ακίνητης ιδιοκτησίας του χρεώστη αποτελεί εξασφάλιση προς το οφειλόμενο χρέος. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να είναι θετική. Στο άρθρο 2 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.5 ερμηνεύεται ο όρος του εξασφαλισμένου πιστωτή ως ακολούθως: «"εξασφαλισμένος πιστωτής" σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει υποθήκη ή εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, ή κατέχει οποιοδήποτε ενέχυρο, δικαίωμα επίσχεσης, άλλη επιβάρυνση ή άλλη εξασφάλιση επί της περιουσίας του χρεώστη ή σε οποιοδήποτε μέρος αυτής, ως ασφάλεια για χρέος που οφείλεται σε αυτόν από το χρεώστη». Βάσει της πιο πάνω ερμηνείας, εξασφαλισμένος πιστωτής θεωρείται όχι μόνο ο ενυπόθηκος, αλλά και αυτός που κατέχει εμπράγματο βάρος ή και άλλη επιβάρυνση επί της περιουσίας του χρεώστη. Σύμφωνα τώρα με τα άρθρα 53 επόμενα του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, η εγγραφή Δικαστικής απόφασης επί της περιουσίας χρεώστη αποτελεί εμπράγματο βάρος, η οποία καλύπτεται από τον ως άνω ορισμό. Το γεγονός ότι η εγγραφή Δικαστικής απόφασης αποτελεί μέτρο εκτέλεσης δεν αναιρεί το ότι αποτελεί και επιβάρυνση επί της περιουσίας του χρεώστη. Ως εκ τούτου οι αιτητές είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές. Το επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης και έχει σχέση με την εξασφάλιση που οι αιτητές έχουν επί της περιουσίας του χρεώστη είναι αν η μη δήλωση της εξασφάλισης ή παραίτηση από αυτήν αποβαίνει μοιραία για την αίτηση τους. Καταρχάς να τεθεί ότι και που αποτελεί κοινό έδαφος των δύο πλευρών, οι αιτητές δεν δηλώνουν την εκτίμηση της εξασφάλισης τους στην αίτηση αλλά ούτε και παραιτήθηκαν από αυτήν, σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου 2 του άρθρου 5 του Κεφ.5 ως αυτό έχει παρατεθεί πιο πάνω. Στην υπόθεση Αναφορικά με τον Σ. Συμεού, Πολ.Έφεση Αρ.348/13, ημερομηνίας 15/12/20, παρατίθενται οι αρχές που διέπουν το εν λόγω ζήτημα με εκτενή τρόπο, ως εξής: «Στην Παπαδόπουλος ν. Οργ. Χρημ. Παγκυπριακής (ανωτέρω), όπου αναφέρονται τα εξής σχετικά: «Το πιο πάνω αρ. 5
(2)του Κεφ. 5 αποτελεί πιστή αντιγραφή του αρ. 4
(2)της Αγγλικής Bankruptcy Act 1914. Επομένως μπορούμε να προστρέξουμε στην Αγγλική Νομολογία, ερμηνευτική του αρ. 4
(2), για καθοδήγηση. Στην Moor v. Anglo-Italian Bank [1879] 10 Ch. 681, 689 o Jessel M.R. έθεσε το θέμα ως εξής: "I am not aware of any rule in bankruptcy that forfeits the petitioning creditors' debt. The rule in bankruptcy requires the judicial authority in bankruptcy - the Registrar or Judge, as the case may be - before he adjudicates a man a bankrupt, to see there is a proper unsecured debt in the manner I have explained. But if the adjudication is made without this being looked into, the only result is, the adjudication is bad, and you may set it aside in due time." Σε μετάφραση: «Δεν είμαι ενήμερος οποιουδήποτε κανόνα πτώχευσης δυνάμει του οποίου ο αιτητής πιστωτής χάνει τα δικαιώματα του επί του χρέους του. Ο κανόνας πτώχευσης απαιτεί από την Δικαστική Αρχή της Πτώχευσης - τον Πρωτοκολλητή ή τον Δικαστή, ως θα ήτο η περίπτωση - προτού αποφασίσει να κηρύξει κάποιον ως πτωχεύσαντα να προσέξει κατά πόσο υπάρχει ένα ορθό μη εξασφαλισμένο χρέος με τον τρόπο που έχω εξηγήσει. Πλην όμως αν η κήρυξη γίνεται χωρίς να εξεταστεί αυτό, το μόνο αποτέλεσμα είναι ότι η κήρυξη είναι εσφαλμένη και μπορεί να την παραμερίσεις στον πρέποντα χρόνο.» Η πιο πάνω απόφαση έχει επεξηγηθεί στην In re A Debtor [1922] 2 K.B. 109 στην οποία ο αιτητής λόγω αβλεψίας παρέλειψε να δηλώσει στην αίτηση του μια εξασφάλιση που είχε. Ο Πρωτοκολλητής αρνήθηκε να παραμερίσει το διάταγμα παραλαβής και να δώσει οδηγίες όπως η αίτηση στην οποία εκδόθηκε το διάταγμα παραλαβής επανακουσθεί. Ενώπιον του Εφετείου οι εφεσείοντες υπέβαλαν ότι εφόσον το διάταγμα παραλαβής εκδόθηκε χωρίς να είχε δηλωθεί η εξασφάλιση το διάταγμα παραλαβής ήταν εσφαλμένο. Βάση της σχετικής εισήγησης ήταν το πιο πάνω απόσπασμα από την Moor (πιο πάνω). Στην απόφαση του Εφετείου το πιο πάνω απόσπασμα έχει επεξηγηθεί ως εξής: "The question is, suppose there were an omission of something of no value, something not affecting the matter in any way, does that make the receiving order altogether bad? I think that in a case like that Sir George Jessel would himself have said 'No, my dictum was never intended to go as far as that'. The Registrar has decided, and I think correctly, that this security is of no value, and I think that if the question had been raised before the receiving order was made he could have made the necessary amendment. The only question is whether he can make that amendment after the receiving order has been made. My view is that even without this amendment it is doubtful whether the order could be set aside, but I think that the case of Lovell & Christmas v. Beauchamp [1894] A.C. 607 in the House of Lords shows that an amendment can be made after the receiving order has been made. That case decides the only point to be decided in this matter, and I think the appeal should be dismissed with costs." Σε μετάφραση: «Το ζήτημα είναι, αν υποθέσουμε ότι υπήρξε παράλειψη να αναφερθεί κάτι που δεν είχε αξία, κάτι που δεν επηρεάζει το θέμα με οποιοδήποτε τρόπο, κατά πόσο αυτό καθιστά το διάταγμα παραλαβής καθ' ολοκληρίαν εσφαλμένο. Νομίζω ότι σε μια τέτοια περίπτωση ο Sir George Jessel ο ίδιος θα έλεγε: 'Όχι με αυτό που είπα δεν είχα πρόθεση να πάει το θέμα μέχρις σε εκείνο το σημείο'. Ο Πρωτοκολλητής έχει αποφασίσει, και νομίζω σωστά, ότι η εξασφάλιση ήταν χωρίς αξία και νομίζω, αν το ζήτημα εγειρόταν πριν την έκδοση του διατάγματος παραλαβής, μπορούσε να κάμει την αναγκαία τροποποίηση. Το μόνο ζήτημα είναι κατά πόσο μπορεί να κάμει εκείνη την τροποποίηση μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής. Είναι η άποψη μου ότι έστω και χωρίς αυτή την τροποποίηση είναι αμφίβολο κατά πόσο το διάταγμα μπορούσε να παραμεριστεί, πλην όμως νομίζω ότι η υπόθεση Lovell & Christmas v. Beauchamp [1894] Α.C. 607 της Δικαστικής Επιτροπής των Λόρδων υποδεικνύει ότι μια τέτοια τροποποίηση μπορεί να γίνει μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής. Εκείνη η υπόθεση αποφάσισε το μόνο σημείο που πρέπει να αποφασιστεί σ' αυτή την υπόθεση και νομίζω ότι η έφεση πρέπει ν' απορριφθεί με έξοδα.» Η απόφαση στην In re a Debtor (πιο πάνω) έχει επεξηγηθεί στην In re Small Westminster Bank v. Trustee [1934] 1 Ch. 541 στην οποία κρίθηκε ότι όπου οι αιτητές λόγω αβλεψίας παρέλειψαν, τόσο στην αίτηση όσο και στην επαλήθευση, να εκτιμήσουν μια εξασφάλιση σημαντικής αξίας αλλά πολύ μικρότερη από το ύψος του χρέους, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να δώσει άδεια για τροποποίηση της αίτησης και της επαλήθευσης με το να εκτιμήσει την εξασφάλιση*. Είναι αξιοσημείωτα τα όσα λέχθηκαν στη σελ. 548: "In my judgment, when Lord Sterndale in this case referred to an omission of something of no value, he did not mean something which would fetch nothing in pounds, shillings and pence, but he meant, as he explained in the next phrase, something which was not important when one was considering whether the petition was one which could have been presented in the first instance had the proper disclosure been made. I can well appreciate that if there was any sort of doubt as to the amount of the security being less than the amount of the petitioning creditor's debt, then the Court might hesitate long before allowing an amendment, but in the preset case there is no possible doubt whatever that the petitioning creditors, even if they had done what they should have done and stated the security and valued it at its proper value, would have been still entitled to the order which was made." Σε μετάφραση: «Κατά την κρίση μου όταν ο Lord Sterndale αναφέρθηκε σε παράλειψη ν' αναφερθεί κάτι που δεν έχει αξία, δεν εννοούσε στοιχείο το οποίο δεν θα απέφερνε τίποτε σε στερλίνες, σελίνια και πέννες, αλλά, όπως εξηγεί στην επόμενη φράση, εννοούσε κάτι το οποίο δεν ήταν σημαντικό όταν κάποιος εξέταζε κατά πόσο η αίτηση ήταν αίτηση που μπορούσε να κατατεθεί σε πρώτο στάδιο αν γινόταν η ορθή αποκάλυψη. Μπορώ καλώς να αντιληφθώ ότι αν υπήρχε οποιοδήποτε είδος αμφιβολίας σε σχέση με το ποσό της εξασφάλισης ότι ήταν μικρότερη από το ποσό του χρέους του αιτητή πιστωτή, τότε το δικαστήριο δυνατό να δίσταζε προτού επιτρέψει την τροποποίηση, πλην όμως στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει πιθανή αμφιβολία ότι οι αιτητές πιστωτές έστω και αν έκαμναν αυτά που έπρεπε να είχαν κάμει και δήλωναν την εξασφάλιση και την εκτιμούσαν στην ορθή της _______ * "Where a petition is presented under s.130 of the Bankruptcy Act, 1914, and the petitioners have, by inadvertence, omitted, both in the petition and in the proof, to value a security of considerable substance, but greatly below the value of the debt, the Court has jurisdiction to give leave to amend the petition and the proof by valuing the security." αξία και πάλι θα εδικαιούντο στο διάταγμα το οποίο εκδόθηκε. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, κατά την κρίση μου, έχω δικαιοδοσία να δεχθώ αυτή την αίτηση και νομίζω ότι αυτή είναι η πρέπουσα περίπτωση στην οποία θα το πράξω.» Τέλος, σύμφωνα με την Αγγλική Νομολογία, είναι επιτρεπτή η τροποποίηση ανεξάρτητα από το ύψος της εξασφάλισης. Αυτό έχει βεβαιωθεί στην Re a Debtor (No. 39 of 1974) [1977] 3 AllE.R. 489, 495 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "In our judgment, no injustice is done by allowing amendment irrespective of the value of the security in a case such as the present, where in petition and in proof the creditor has wholly ignored his security, and he then seeks an amendment that surrenders it. Further, when Jessel M.R. said in Moor v. Anglo-Italian Bank[1989] 10 Ch. 681 that an adjudication is bad and may be set aside in due time, if made without seeing that there is a proper unsecured debt, he did not mean to exclude the possibility of amendment, or indeed of maintaining the adjudication even without amendment, where no injustice has been done: see Re a Debtor [1922] 2 Κ.Β. 109. The insistence of the judge below on the value of the security was accordingly in our view mistaken." Σε μετάφραση: «Κατά την κρίση μας δεν προκαλείται αδικία με το να επιτραπεί τροποποίηση ανεξάρτητα από την αξία της εξασφάλισης σε υπόθεση όπως η παρούσα όπου στην αίτηση και στην επαλήθευση ο πιστωτής είχε πλήρως αγνοήσει την εξασφάλιση του και επιδιώκει τροποποίηση με την οποία θα την παραδώσει. Περαιτέρω όταν ο Jessel M.R. είπε στην Moor v. Anglo-Italian Bank[1989] 10 Ch. 681 ότι μια κήρυξη σε πτώχευση είναι εσφαλμένη και μπορεί να παραμεριστεί στον πρέποντα χρόνο αν γίνει χωρίς να εξεταστεί κατά πόσο υπάρχει ένα ορθό μη εξασφαλισμένο χρέος δεν εννοούσε να αποκλειστεί η δυνατότητα τροποποίησης ή πράγματι η διατήρηση της κήρυξης ακόμη και χωρίς τροποποίηση, όπου δεν είχε δημιουργηθεί αδικία: βλ. Re a Debtor [1922] 2 Κ.Β. 109. Η επιμονή του Πρωτόδικου Δικαστηρίου επί της αξίας της εξασφάλισης ήταν κατά την άποψη μας εσφαλμένη.» Αυτά που προκύπτουν από την Αγγλική Νομολογία είναι κυρίως τα εξής:
(1)Παρά την επιτακτική διατύπωση του αρ. 4
(2)- η οποία είναι παρόμοια με εκείνη του δικού μας αρ. 5
(2)- η παράλειψη να δηλωθεί η εξασφάλιση δεν αποβαίνει μοιραία για την αίτηση.
(2)Είναι δυνατή η τροποποίηση της αίτησης για να περιληφθεί η εξασφάλιση ακόμα και στο στάδιο της επαλήθευσης.
(3)Είναι δυνατή η έκδοση διατάγματος παραλαβής ακόμα και χωρίς τροποποίηση της αίτησης.
(4)Είναι δυνατή η τροποποίηση ανεξάρτητα από την αξία ή το ύψος της εξασφάλισης.
(5)Αυτό που έχει σημασία είναι το ποσό του χρέους μετά την αφαίρεση της εξασφάλισης.
(6)Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο προκαλείται αδικία συνεπεία της παράλειψης να δηλωθούν οι εξασφαλίσεις». Περαιτέρω, στη Νεοκλέους ν. Alpha Bank,
(2014)1Β΄ ΑΑΔ 1700, αναφέρονται τα εξής: «Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου, ασφαλισμένος πιστωτής σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει υποθήκη ή ενέχυρο, ή επιβάρυνση ή δικαίωμα επίσχεσης επί της περιουσίας του χρεώστη ή σε οποιοδήποτε μέρος της, ως ασφάλεια για χρέος που του οφείλεται από τον χρεώστη (Williams & Hunteron Bankruptcy, 19η έκδοση, σ.525, Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 3, §. 318-319 και 785). Πιστωτής θεωρείται εξασφαλισμένος αν, μεταξύ άλλων, έχει επιβάρυνση επί της περιουσίας του οφειλέτη. Η ύπαρξη εξασφάλισης οφειλής, δεν συνιστά από μόνη της κώλυμα για προώθηση αίτησης για έκδοση διατάγματος παραλαβής. Το άρθρο 5
(2)του Νόμου οριοθετεί τον τρόπο ενέργειας του αιτητή σε σχέση με το θέμα των εξασφαλίσεων, ορίζοντας ότι, στην περίπτωση όπου πιστωτής δεν δηλώνει ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την εξασφάλιση του, έχει την υποχρέωση να δώσει κάποιο υπολογισμό της αξίας της εξασφάλισης η οποία έχει δοθεί. Σε κάθε όμως περίπτωση, είναι δυνατή η προώθηση αίτησης πτώχευσης παρά την ύπαρξη εξασφάλισης, ενόσω μάλιστα η παράλειψη δήλωσης εκ μέρους του πιστωτή δεν αποβαίνει αφ΄ εαυτής μοιραία για την αίτηση πτώχευσης (Παπαδόπουλος ν. Οργαν. Χρημ. Παγκυπριακής Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1716)».». Στην υπόθεση Συμεού (ανωτέρω), η μη αποκάλυψη στην αίτηση των επιβαρύνσεων που ήταν πολύ μεγαλύτερης αξίας από την οφειλή, δεν επηρέαζε την εγκυρότητα της αίτησης τη στιγμή που ο συνήγορος του αιτητή κατά την ακροαματική διαδικασία παραιτήθηκε από τις εξασφαλίσεις. Στην υπόθεση Παπαδόπουλος (ανωτέρω), εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής αφού (α) η μη συμπερίληψη των εξασφαλίσεων δεν έγινε κακόπιστα, (β) κατά την ακρόαση οι αιτητές παραδέχθηκαν την ύπαρξη τους και (γ) με την αναφορά των εξασφαλίσεων το χρέος δεν θα ήταν μικρότερο των Λ.Κ.500. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση ανέφερε ότι ο εφεσείων δεν ήγειρε θέμα παρατυπίας στην ένσταση του λόγω της παράλειψης, το θέμα κατέστη επίδικο εν όψει του περιεχομένου της ένστασης με αποτέλεσμα οι εφεσίβλητοι να θέσουν μαρτυρία σε σχέση με το θέμα της αξίας της εξασφάλισης όσο και σε σχέση με τους λόγους της παράλειψης τους να δηλώσουν την εξασφάλιση τους και η εν λόγω παράλειψη δεν προκάλεσε αδικία στον εφεσείοντα εφόσον είχε την ευκαιρία να αντικρούσει με μαρτυρία το ύψος της εξασφάλισης. Αυτό που προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία είναι ότι η μη αναφορά στην αίτηση της εξασφάλισης επί της περιουσίας του οφειλέτη δεν επιφέρει και την χωρίς άλλο απόρριψη της. Υπάρχουν όμως στοιχεία που λαμβάνονται υπόψιν από το Δικαστήριο κατά την εξέταση του ζητήματος αυτού. Στην υπό κρίση περίπτωση, ως έχει τεθεί και προηγουμένως, οι αιτητές δεν αναφέρουν στην αίτηση τους την εξασφάλιση που κατέχουν επί της περιουσίας του χρεώστη αλλά ούτε και εκτίμηση της αξίας της. Δεν αναφέρουν και οποιοδήποτε λόγο για την παράλειψη τους αυτή. Το ζήτημα αυτό εγείρεται ρητώς στην ένσταση του οφειλέτη επικαλούμενος και παρατυπία της αίτησης. Περαιτέρω μαρτυρία τέθηκε και κατά την αντεξέταση του ΜΑ3 ο οποίος αν και στην αρχή συμφώνησε ότι η αξία της εξασφάλισης είναι €2.444,000 στη συνέχεια δεν ήταν βέβαιος αν όντως έχει αυτή την αξία σήμερα. Το σημαντικό, και αυτό δεν αμφισβητήθηκε, είναι ότι η αξία της δεν είναι εικονική και είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από το εξ αποφάσεως χρέος, το οποίο και υπερκαλύπτει (βλ. Επί τοις αφορώσι τον Παναγιώτη Σταυρινίδη
(2000)1 Α.Α.Δ 645). Να υπενθυμίσω ότι το εξ αποφάσεως χρέος είναι €341.720,29 πλέον τόκους και έξοδα ενώ η αξία της περιουσίας υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια Ευρώ. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα ύπαρξης υπολοίπου χρέους για το οποίο θα μπορούσε να καταχωριστεί η αίτηση. Ο ΜΑ3 και ο δικηγόρος των αιτητών, ακόμα και κατά την ακρόαση, δεν δήλωσαν ότι παραιτούνται από την εξασφάλιση αυτή παρά το ότι το ζήτημα αυτό εγέρθηκε από την πλευρά του χρεώστη και αντεξετάστηκε επί τούτου ο ΜΑ
- Παρά ταύτα όμως, στην αίτηση επισυνάπτονται το τεκ.8 που είναι επιστολή του τμήματος κτηματολογίου που απευθύνεται προς το δικηγορικό γραφείο Γεώργιος Κούμας ΔΕΠΕ, πληροφορώντας το ότι δεν υπήρχε πλειοδότης στον πλειστηριασμό με βάση την ΑΠ18/
- Επισυνάπτεται επίσης και το τεκ.9 που είναι αντίγραφο της Αίτησης/Έφεσης με αριθμό 53/19 στην οποία αίτηση επισυνάπτεται αριθμός τεκμηρίων, συμπεριλαμβανομένης και γνωστοποίησης του κτηματολογίου ημερομηνίας 22/3/2019 στην οποία αναφέρεται η ύπαρξη του ΜΕΜΟ 1583/12 επί της περιουσίας του χρεώστη. Επισυνάπτονται και άλλα έγγραφα επί του τεκ.9 που δείχνουν την ύπαρξη της εξασφάλισης, όπως και η επιστολή ημερ.23/4/19 και πάλι του κτηματολογίου. Συνεπώς θεωρώ ότι δεν υπάρχει, οποιαδήποτε πρόθεση εκ μέρους των αιτητών απόκρυψης του γεγονότος ότι είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές. Δεν έχει επίσης προκύψει οτιδήποτε που θα οδηγούσε σε συμπέρασμα κακοπιστίας εκ μέρους των αιτητών. Ακόμα όμως και η αναφορά των αιτητών στην αίτηση τους για τη διαδικασία της αναγκαστικής πώλησης, οδηγεί στην αποκάλυψη της ύπαρξης της εξασφάλισης που ήταν το ΜΕΜΟ 1583/12 βάσει του οποίου καταχωρίστηκε η αίτηση ΑΠ18/
- Υπάρχει και η δήλωση του ΜΑ3, κάτι που δέχθηκε και κατά την αντεξέταση του, για την κατάθεση του ΜΕΜΟ επί της περιουσίας του χρεώστη που αποδεικνύει την ύπαρξη της εξασφάλισης και αφαιρεί οποιαδήποτε υπόνοια για κακοπιστία εκ μέρους των αιτητών. Η ύπαρξη της εξασφάλισης είναι διάχυτη στην αίτηση και στα επισυνημμένα σε αυτήν τεκμήρια, με αποτέλεσμα η μη ρητή δήλωση της να μην προκαλεί οποιαδήποτε αδικία στον χρεώστη αφού γνώριζε περί αυτής. Τέλος, το ότι η εξασφάλιση είναι μεγαλύτερη της οφειλής δεν επηρεάζει την προώθηση της αίτησης πτώχευσης. (βλ. Συμεού (ανωτέρω)). Ως εκ των ανωτέρω κρίνω ότι η παράλειψη των αιτητών να αναφέρουν την εξασφάλιση που είχαν επί της περιουσίας του χρεώστη ή και εκτίμηση της, δεν αποβαίνει μοιραία για την αίτηση. Θα πρέπει όμως, με βάση τα πιο πάνω και τις τεθείσες νομολογιακές αρχές, να τροποποιηθεί η αίτηση με την έκδοση διατάγματος τροποποίησης της ώστε να συμπεριληφθεί σ' αυτήν η εξασφάλιση. Είναι επιπλέον θέση του χρεώστη ότι δεν έχει τελεστεί η πράξη πτώχευσης αφού στην πτωχευτική ειδοποίηση, της οποίας η επίδοση έγινε με υποκατάστατη επίδοση, επισυνάφθηκε διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση που ουδεμία σχέση έχει με τους διάδικους στην παρούσα περίπτωση. Συνεπώς η θυροκόλληση στη βάση ενός λανθασμένου διατάγματος καθιστά την επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης λανθασμένη. Από την άλλη οι αιτητές αναφέρουν ότι η επίδοση είναι νομότυπη και ο χρεώστης παρέλειψε να καταχωρίσει αίτηση για παραμερισμό της. Θα πρέπει να τεθεί εξαρχής ότι αν ο χρεώστης αμφισβητούσε την επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης θα έπρεπε να την προσβάλει με το κατάλληλο δικονομικό διάβημα και θεωρώ ότι δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της εξέτασης της αίτησης πτώχευσης. Εν πάση όμως περιπτώσει την διασυνδέει με την πράξη πτώχευσης και ως εκ τούτου θα προχωρήσω να εξετάσω το εν λόγω θέμα. Το άρθρο 6
(2)του Κεφ.5 προνοεί ότι κατά την ακρόαση της αίτησης το Δικαστήριο θα απαιτεί απόδειξη και της πράξης πτώχευσης. Η δε πράξη πτώχευσης σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)(γ) θα πρέπει να έχει επισυμβεί μέσα σε έξι μήνες πριν από την υποβολή της αίτησης πτώχευσης. Το ζήτημα που εδώ εγείρεται έχει να κάνει με τον αριθμό της ειδοποίησης πτώχευσης που αναγράφεται στο διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση της. Έχει κατατεθεί από τον ΜΑ1 ο φάκελος της ειδοποίησης πτώχευσης με αριθμό 6/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, τεκ.
- Εντός του φακέλου υπάρχει η ένορκη δήλωση επίδοσης του ιδιώτη επιδότη XXXXX Γεωργίου, ο οποίος αναφέρει ότι επέδωσε την ειδοποίηση πτώχευσης με αριθμό 6/2019 δια θυροκολλήσεως. Η ειδοποίηση πτώχευσης τώρα που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση επίδοσης είναι η υπ'αριθμόν 6/2019 με αιτητές την εταιρεία Off Plan Developments Cyprus Ltd και καθ'ου η αίτηση τον XXXXX Ξενή στον οποίο και απευθύνεται. Είναι τέλος επισυνημμένο και το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11/9/19 για υποκατάστατη επίδοση. Το διάταγμα όμως - και είναι επί αυτού η εγειρόμενη ένσταση - φέρει ως αριθμό ειδοποίησης πτώχευσης τον 6/
- Είχε δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός ότι η ειδοποίηση πτώχευσης με αριθμό 6/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας δεν έχει σχέση με την υπό εξέταση υπόθεση. Είναι ξεκάθαρο ότι η αναγραφή του αριθμού ειδοποίησης πτώχευσης 6/16 στο διάταγμα ημερομηνίας 11/9/19, αντί του αριθμού 6/19, είναι τυπογραφικό λάθος. Αυτό φαίνεται και από το ότι εντός του φακέλου, τεκ.1 είναι καταχωρισμένη και η αίτηση για υποκατάστατη επίδοση ημερομηνίας 9/7/19 με ημερομηνία ορισμού της τις 11/9/19, ημερομηνία δηλαδή που εκδόθηκε το διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση. Περαιτέρω τα διάδικα μέρη είναι τα ίδια και με την υπό αναφορά υπόθεση. Δεν προκλήθηκε οιαδήποτε αδικία στον χρεώστη ο οποίος έλαβε γνώση αυτής και δεν προέβηκε και σε οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα για παραμερισμό της επίδοσης. Η ειδοποίηση πτώχευσης επιδόθηκε σ'αυτόν δια θυροκολλήσεως στις 19/9/19 με τον τελευταίο να μην συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του άρθρου 3
(1)(ε) του Κεφ.5 με αποτέλεσμα στις 2/12/19 να καταχωριστεί εναντίον του η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση πτώχευσης. Ως εκ τούτου έχει διαπραχθεί η πράξη πτώχευσης. Έτερος λόγος που προωθήθηκε από τον χρεώστη για απόρριψη της αίτησης είναι το παράτυπο της υποβολής της αίτησης λόγω μη ύπαρξης εξουσιοδότησης. Ως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, ενώ οι αιτητές είναι εταιρεία που έχει δύο διευθυντές, εν τούτοις η εξουσιοδότηση που κατ'ισχυρισμόν δόθηκε για την καταχώριση της αίτησης έχει δοθεί μόνο από τον ένα εκ των διευθυντών τη στιγμή που μία εταιρεία λαμβάνει αποφάσεις από τους διευθυντές της και όχι από ένα εξ αυτών. Υπάρχει και δεύτερο σκέλος στην προβαλλόμενη θέση του χρεώστη η οποία τέθηκε κατά την ακρόαση της αίτησης και υποστηρίχθηκε με την τελική αγόρευση της πλευράς του. Εισηγείται ότι από τη στιγμή που η εξουσιοδότηση δεν επικυρώνεται με τον ορθό τρόπο δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν. Η δε προσπάθεια διόρθωσης του μετά την καταχώριση της αίτησης δεν αποτελεί απλή παρατυπία που μπορεί να διορθωθεί ακόμη και δυνάμει της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Από την πλευρά τους οι αιτητές με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση τους ημερομηνίας 27/11/20, δέχονται ότι η δοθείσα εξουσιοδότηση για προώθηση της αίτησης δόθηκε από τον διοικητικό σύμβουλο της εταιρείας Philip Glen Thompson αλλά απορρίπτουν την θέση περί μη εγκυρότητας της εξουσιοδότησης. Αναφέρει ο ενόρκως δηλών ότι η εταιρεία έχει δύο διευθυντές καταχωρημένους στο ηλεκτρονικό σύστημα του εφόρου εταιρειών που είναι οι XXXXX XXXXX Thompson και η εταιρεία Off Plan Developments Ltd με την τελευταία να έχει διαλυθεί στις 28/5/19 με αποτέλεσμα να μην ήταν δυνατόν να χορηγήσει εξουσιοδότηση. Προς τούτο επισύναψε και σχετικό πιστοποιητικό διάλυσης ως τεκμήριο. Αναφέρει τέλος ότι παραμένει ως διοικητικός σύμβουλος ο XXXXX XXXXX Thompson με αποτέλεσμα η εξουσιοδότηση να είναι έγκυρη. Στην αγόρευση τους βέβαια οι αιτητές έθεσαν το ζήτημα σε διαφορετική βάση εισηγούμενοι ότι δεδομένου του γεγονότος ότι οι αιτητές είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο δεν απαιτείτο εξουσιοδότηση. Επικαλέστηκαν και τον κανονισμό 46 των Περί Πτωχεύσεως Διαδικαστικών Κανονισμών. Σε σχέση με την δεύτερη πτυχή της ένστασης του χρεώστη αναφέρουν ότι πρόκειται περί απλής παρατυπίας που είναι θεραπεύσιμη με τη Δ.64 των Θεσμών. Οι αιτητές σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της αίτησης, είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο με το εγγεγραμμένο γραφείο της να βρίσκεται στο Παραλίμνι. Το γεγονός αυτό δεν αμφισβητείται από τον χρεώστη. Δεν αμφισβητείται επίσης ότι ο XXXXX XXXXX Thompson είναι ένας εκ των διευθυντών της. Η εξουσιοδότηση που επισυνάπτεται ως τεκ.1 και που υπογράφεται από το πιο πάνω πρόσωπο εξουσιοδοτεί το γραφείο Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σία ΔΕΠΕ να καταχωρίσει αίτηση πτώχευσης και τον κ. Γεώργιο Κούμα να υπογράψει ένορκη δήλωση για να εξασφαλίσει διάταγμα πτώχευσης εναντίον του XXXXX Ξενή. Αναφέρεται στην εν λόγω εξουσιοδότηση, από το πρόσωπο που την υπογράφει, ότι εκπροσωπεί και ενεργεί εκ μέρους των αιτητών, διευθυντών, γραμματέων, μετόχων, συνεργατών και αντιπροσώπων. Δηλώνεται τέλος ότι ο XXXXX Κούμας δεν θα έχει ευθύνη για την υπογραφή της ένορκης δήλωσης αν για οποιονδήποτε λόγο δεν εκδοθεί το διάταγμα και ότι θα τον αποζημιώσουν πλήρως για οποιαδήποτε ζημιά υποστεί από τέτοια αποτυχία. Ο Κανονισμός 46
(2)των Περί Πτωχεύσεως Διαδικαστικών Κανονισμών προνοεί και εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου ο αιτητής δεν βρίσκεται στη Δημοκρατία και επιθυμεί να καταχωρίσει αίτηση πτώχευσης εναντίον χρεώστη. Σε τέτοια περίπτωση μπορεί να εξουσιοδοτήσει πρόσωπο που βρίσκεται στη Δημοκρατία για να επαληθεύσει με ένορκη δήλωση τα γεγονότα που αναφέρονται στην αίτηση. Η εξουσιοδότηση θα πρέπει να πιστοποιείται από την αρμόδια αρχή της χώρας του αιτητή. Στην παρούσα υπόθεση οι αιτητές είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Το αν ο διευθυντής της δεν βρίσκεται στη Δημοκρατία δεν έχει σημασία δεδομένης και της αρχής ότι η εταιρεία αποτελεί ξεχωριστή οντότητα από τους αξιωματούχους της. Περαιτέρω η αίτηση πτώχευσης σύμφωνα με τον Κανονισμό 46
(1)υπογράφεται από το πρόσωπο που την υποβάλλει ή τον δικηγόρο του. Εδώ υπογράφεται από τον δικηγόρο τους. Υπό το πρίσμα που τίθεται η ένσταση δεν απαιτείται εξουσιοδότηση προς τον ενόρκως δηλούντα, που να είναι πιστοποιημένη από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με τον Κανονισμό 46
(2), για να καταχωρίσουν αίτηση πτώχευσης εναντίον του χρεώστη. Οι αιτητές είναι εταιρεία με έδρα την Κύπρο. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 126 των Πτωχευτικών Κανονισμών, όταν αιτητής είναι εταιρεία, η αίτηση μπορεί να καταχωριστεί με ένορκη δήλωση οποιουδήποτε λειτουργού της που δηλώνει ότι είναι λειτουργός και ότι εξουσιοδοτήθηκε κανονικά να υποβάλει την αίτηση. Η επισυναφθείσα εξουσιοδότηση τεκ.1, αποτελεί θεωρώ έγγραφο που διορίζει τον XXXXX Κούμα να υπογράψει ένορκη δήλωση και να προωθήσει αίτηση πτώχευσης με τη δέσμευση των αιτητών να τον αποζημιώσουν σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του Κανονισμού 46
(2)δυνάμει του οποίου να απαιτείται η πιστοποίηση από την αρμόδια αρχή της χώρας που βρίσκεται ο πιστωτής. Τα πιο πάνω προκύπτουν αβίαστα από το περιεχόμενο του εγγράφου. Εξ ου και ο τίτλος του εγγράφου που είναι «DECLARATION / CONFIRMATION AND SPECIAL INDEMNITY». Αν τώρα δεν υπάρχει απόφαση του διοικητικού συμβουλίου των αιτητών για τον διορισμό του XXXXX Κούμα για να προβεί στις εν λόγω ενέργειες για να εξασφαλίσει διάταγμα πτώχευσης εναντίον του XXXXX Ξενή είναι διαφορετικό ζήτημα που όμως δεν εγείρεται στην ένσταση. Αν και με την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου απαντάται και το δεύτερο σκέλος της ένστασης του χρεώστη, ότι δηλαδή η εξουσιοδότηση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν από τη στιγμή που δεν επικυρώνεται με το σωστό τρόπο, θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω και αυτή την πτυχή. Έχει αναφερθεί πιο πάνω ότι η θέση του χρεώστη είναι ότι η εξουσιοδότηση θα έπρεπε να πιστοποιηθεί από την αρμόδια αρχή, αφού ο υπογράφων βρίσκεται εκτός της Δημοκρατίας, λαμβανομένου υπόψιν του γεγονότος ότι η επισυναφθείσα στην αίτηση εξουσιοδότηση δεν φέρει τέτοια πιστοποίηση. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκε από τον ΜΑ3 και παρά την ένσταση της συνηγόρου του χρεώστη, εξουσιοδότηση ημερομηνίας 10/2/21, τεκ.3, η οποία πιστοποιείται από τον επίτιμο πρόξενο της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Birmingham. Να επαναληφθεί ότι επικαλούμενος σχετικός προς το εν λόγω ζήτημα είναι ο Καν.46
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών δια του οποίου προβλέπεται ότι η εξουσιοδότηση θα πρέπει να πιστοποιείται από τη αρμόδια αρχή. Ακόμα και αν κριθεί στην παρούσα υπόθεση ότι απαιτείτο η ύπαρξη εξουσιοδότησης, κρίνω ότι η μη πιστοποίηση της εξουσιοδότησης από την αρμόδια αρχή, έτσι ώστε η ορθή εξουσιοδότηση να επισυνάπτεται κατά τη καταχώριση της αίτησης, πρόκειται περί τυπικού ελαττώματος που θα μπορούσε να διορθωθεί με την ανάλογη διαταγή. Η αίτηση καταχωρίστηκε από τον σωστό πιστωτή, η εξουσιοδότηση υπογράφεται από διευθυντή των αιτητών, η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης υπογράφεται από το πρόσωπο προς το οποίο δίδεται η εξουσιοδότηση και δεν έχει προκύψει παραπλάνηση του χρεώστη ή και ότι αδικήθηκε από το ελάττωμα αυτό (βλ. κατ'αναλογίαν Βιολάρης ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd
(2012)1B A.A.Δ 1054). Τελευταίο εγειρόμενο ζήτημα είναι αυτό της κατάχρησης της διαδικασίας. Ως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα στην ένσταση, η αίτηση είναι καταχρηστική και γίνεται για σκοπούς εκτέλεσης της Δικαστικής απόφασης και πίεσης εναντίον του χρεώστη. Αυτό προκύπτει από την επιστολή ημερομηνίας 8/9/17 που ίδιος ο δικηγόρος των αιτητών απέστειλε στο κτηματολόγιο όπου αναφέρει ότι οι αιτητές προχώρησαν και σε άλλα μέτρα εκτέλεσης καταχωρώντας αιτήσεις για πτώχευση εναντίον του. Έτσι η καταχώριση άλλων διαδικασιών πτώχευσης αποδεικνύει ότι η πτωχευτική διαδικασία χρησιμοποιείται καταχρηστικά και ως εκτέλεση της Δικαστικής απόφασης. Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι βέβαια η θέση των αιτητών οι οποίοι απορρίπτουν τον ισχυρισμό ότι η αίτηση καταχωρίστηκε ως μέτρο πίεσης για είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους επικαλούμενοι και την μαρτυρία του ΜΑ3. Σκοπός της πτωχευτικής διαδικασίας δεν είναι ο εξαναγκασμός του χρεώστη να εξοφλήσει το χρέος του αλλά η προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση έτσι ώστε να χρησιμοποιηθεί όπως ο νόμος ορίζει για την ικανοποίηση εξ ολοκλήρου ή μερικώς και κατ'ισονομίαν όλων των πιστωτών (βλ.London Clubs Ltd κ.ά ν. Παπαδόπουλου
(2002)1Γ Α.Α.Δ 1699). Στην υπόθεση Πετράκη ν. Κίμωνος
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1311 τέθηκε ότι: «Το όλο θέμα είναι θέμα γεγονότων. Εκεί όπου δεν υπάρχουν στοιχεία δόλου ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος του συγκεκριμένου αιτητή-πιστωτή και εις βάρος του χρεώστη και των άλλων πιστωτών του, αίτηση εκδόσεως διατάγματος παραλαβής δεν θεωρείται ότι γίνεται για παράλληλο και αθέμιτο σκοπό ή κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, έστω και αν έχει σαν συνεπαγόμενο αποτέλεσμα κάποιο πλεονέκτημα για τον πιστωτή.». Στην παρούσα περίπτωση κεντρικός άξονας της επιχειρηματολογίας της πλευράς του χρεώστη είναι η ύπαρξη προηγούμενων αιτήσεων για πτώχευση και σε συνάρτηση με την επιστολή ημερομηνίας 8/9/17 που ο ΜΑ3 απέστειλε στο κτηματολόγιο με το περιεχόμενο ως ανωτέρω έχει αναφερθεί αποδεικνύει ότι η αίτηση καταχωρίστηκε με σκοπό να τον πιέσουν για να εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος του. Θα πρέπει καταρχάς να τεθεί ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε κανόνας ότι η καταχώριση αίτησης για παραλαβή της περιουσίας χρεώστη για χρέος για το οποίο είχε προηγουμένως καταχωριστεί αίτηση από τον ίδιο πιστωτή, αποτελεί αυτόματα κατάχρηση της διαδικασίας και αποτελεί καταπιεστικό μέσο για τα δικαιώματα του χρεώστη (βλ. Εν Πτωχεύσει Δημήτρης Κουταλης, ECLI:CY:AD:2016:A247, Πολ.Έφεση 36/2011, ημερομηνίας 19/5/2016). Συνεπώς και στην υπό κρίση αίτηση η προώθηση προηγούμενων πτωχευτικών διαδικασιών, ως αυτές καταγράφονται στην αίτηση, που εν πάση περιπτώσει παρέμειναν μέχρι την καταχώριση ειδοποιήσεων πτώχευσης και στη συνέχεια αποσύροντο λόγω μη εντοπισμού του χρεώστη, δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι καταχωρίστηκαν για είσπραξη του χρέους. Ούτε και η ύπαρξη της επιστολής ημερομηνίας 8/9/17, με το περιεχόμενο που αυτή έχει, μπορεί να οδηγήσει με την απαραίτητη ασφάλεια σε συμπέρασμα περί κατάχρησης της διαδικασίας. Ο ΜΑ3, αν και το περιεχόμενο της επιστολής και το τι καταγράφει δεν αλλάζει, ανέφερε ότι αποστάληκε στο κτηματολόγιο στα πλαίσια της επίσπευσης της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης ακίνητης περιουσίας του. Ο ΜΑ3 ήταν κατηγορηματικός επί τούτου και δεν προέκυψε κάτι που θα οδηγούσε το Δικαστήριο ότι η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε με σκοπό την άσκηση πίεσης προς τον χρεώστη για να εξοφλήσει το χρέος του προς τους αιτητές. Μόνο το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής με τις προηγούμενες διαδικασίες υπό τις συνθήκες που έχουν τεθεί κρίνονται ανεπαρκείς για απόδειξη κατάχρησης διαδικασίας. Ως εκ των ανωτέρω η εισήγηση περί κατάχρησης της διαδικασίας απορρίπτεται Λαμβανομένων υπόψιν των πιο πάνω τεθέντων η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα πτώχευσης του χρεώστη XXXXX Ξενή. Αντίγραφο του διατάγματος να επιδοθεί στον χρεώστη ο οποίος καλείται με την επίδοση του να παρουσιαστεί στον Επίσημο Παραλήπτη ο οποίος καθίσταται διαχειριστής της περιουσίας του. Το διάταγμα του Δικαστηρίου να συνταχθεί αμέσως μετά την καταχώριση τροποποιημένης αίτησης στην οποία να περιλαμβάνεται η εξασφάλιση που έχουν οι αιτητές επί της περιουσίας του χρεώστη. Τα έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον του χρεώστη. (Υπ.).......... Λ. Μουγής, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο