← Κύπρος

Β2KAPITAL CYPRUS LTD ν. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 147/2014, 23/7/2021

Β2KAPITAL CYPRUS LTD ν. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 147/2014, 23/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: M. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 147/2014 Μεταξύ : Β2KAPITAL CYPRUS LTD Εναγόντων και

  1. ...... ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
  2. .... ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ Εναγόμενων ------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 23 Ιουλίου 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα. Γ. Μαλέκου για Πελεκάνος & Πελεκάνου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1 και 2: κα. Ο. Λάμπρου για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης (για ν' ακούσει απόφαση ο κ.Χ''Κωνσταντή). Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγικά - Η υποκατάσταση και ή αντικατάσταση της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ από τους ενάγοντες που φαίνονται στον τίτλο της αγωγής ανωτέρω. H παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε στις 14/01/2014, με ενάγοντες την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής η Τράπεζα Κύπρου ή η Τράπεζα) και εναγόμενους τα πρόσωπα που φαίνονται ως εναγόμενοι 1 και 2 στον τίτλο της αγωγής πιο πάνω. Στις 23/07/20 όμως καταχωρίστηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου η ακόλουθη ειδοποίηση: « ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 18

(4)ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΠΕΡΙ ΑΓΟΡΑΠΩΛΗΣΙΑΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΩΝ ΚΑΙ ΓΙΑ ΣΥΝΑΦΗ ΘΕΜΑΤΑ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2015 (169(Ι)/2015) ΩΣ ΑΥΤΟΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ. Με την παρούσα δίδεται ειδοποίηση ότι η B2KAPITAL CYPRUS LΤD (H.E.378002) (στο εξής αναφερόμενος ως η «Αγοραστής»), ως το αποκτών πρόσωπο δυνάμει συμφωνίας πώλησης και/ή μεταβίβασης και/ή εκχώρησης ημερομηνίας 02/01/2020 έχει υποκαταστήσει και/ή αντικαταστήσει αυτόματα κατά το χρόνο της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων τον εκχωρητή, ήτοι την ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (στο εξής αναφερόμενος ως ο «Εκχωρητής»), αναφορικά με οποιαδήποτε νομική διαδικασία και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση που κατά το χρόνο μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων εκκρεμεί ή υφίστατο από ή εναντίον ή εις όφελος του Εκχωρητή σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που μεταβιβάζονται. Ο Αγοραστής, που είναι η B2KAPITAL CYPRUS LTD, από την ημερομηνία μεταβίβασης, ήτοι από τις 08/05/2020 ανέλαβε όλα τα πιο πάνω δικαιώματα και/ή υποχρεώσεις του Εκχωρητή, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος τυχόν συνέχισης της πιο πάνω αγωγής και/ή τυχόν αναγνώρισης και/ή εκτέλεσης της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης από τον Αγοραστή. » Έχοντας δε υπόψη το περιεχόμενο της ειδοποίησης πιο πάνω και το άρθρο 18
(4)του Ν.169(Ι)/2015, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι ουδεμία ενέργεια έχει γίνει από μέρους των εναγόμενων είτε για παραμερισμό της ειδοποίησης - οι οποίοι δεν έχουν αμφισβητήσει ποτέ ότι η εν λόγω ειδοποίηση τους έχει κοινοποιηθεί όπως φαίνεται στο σώμα της ειδοποίησης - είτε για τροποποίηση των υπερασπίσεων τους με συμπερίληψη ισχυρισμών για μη ύπαρξη συμφωνίας 02/01/20 ή για μη συμπερίληψη της παρούσας αγωγής στην αναφερόμενη συμφωνία 02/01/20 ή για μη νόμιμη ή κανονική υποκατάσταση / αντικατάσταση, το Δικαστήριο κρίνει, και ήδη από το σημείο αυτό αποφαίνεται, ότι δεν θα πρέπει να ασχοληθεί με οποιαδήποτε θέση των εναγόμενων που υποβλήθηκε στους μάρτυρες των εναγόντων κατωτέρω και έτεινε να αμφισβητήσει ακριβώς την ύπαρξη της συμφωνίας 02/01/20, την συμπερίληψη της επίδικης τραπεζικής διευκόλυνσης στη συμφωνία αυτή και εν τέλει το γεγονός της υποκατάστασης/αντικατάστασης της Τράπεζας Κύπρου από την B2KAPITAL CYPRUS LΤD (στο εξής η B2KAPITAL) στην παρούσα αγωγή ή και με τις σχετικές αναφορές στην γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγόμενων. Εξάλλου εάν οι εναγόμενοι θεωρούσαν ότι πλέον οι ενάγοντες που προωθούσαν την αγωγή δεν είχαν αυτό το δικαίωμα για οποιοδήποτε λόγο τότε θεωρώ θα έπρεπε να αποταθούν στο Δικαστήριο με αίτηση για διαγραφή των εναγόντων και τερματισμό της διαδικασίας (βλ., κατ' αναλογία, όσα αναφέρθηκαν στην LIOUFIS AND CO. LTD
(1996)1 ΑΑΔ 773), και όχι να αφήσουν τη διαδικασία να εξελιχθεί και την υπόθεση να εκδικαστεί μέχρι τέλους. Με αυτά υπόψη δεν θεωρώ ότι τίθεται οιονδήποτε θέμα για την υποκατάσταση / αντικατάσταση της Τράπεζα Κύπρου από την B2KAPITAL και γι' αυτό στον τίτλο της παρούσας το Δικαστήριο έχει σημειώσει ως ενάγοντες την B2KAPITAL. Δικογραφία Οι Ενάγοντες με την παρούσα αγωγή τους αξιώνουν εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 ποσό €42.293,37 πλέον τόκο 10,25% ετησίως επί ποσού €41.299,36 από 29/11/13 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιούμενου την 30η Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει δανείου σε τρεχούμενο λογαριασμό ή και τραπεζικών διευκολύνσεων που παρείχαν οι ενάγοντες στον εναγόμενο 1 με βάση γραπτή συμφωνία ημερ.16/09/05, τη αιτήσει του εναγόμενου 1 ημερ.21/01/2004 και 08/04/2005, τις υποχρεώσεις του οποίου εγγυήθηκε γραπτώς κατά ή περί την 08/04/2005 ο εναγόμενος 2 για ποσό ΛΚ3600 (€6.150). Σύμφωνα δε με τους ενάγοντες, με επιστολές τους ημερ. 17/05/07, 28/06/07, 07/08/07 και 13/12/13 τερμάτισαν τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού (η αναφορά στην έκθεση απαίτησης σε τερματισμό των «δύο λογαριασμών» προφανώς έγκειται σε λάθος) και κάλεσαν επανειλημμένα τους εναγόμενους να εξοφλήσουν το υπόλοιπο του χρέους, πλην όμως οι εναγόμενοι αμελούν και ή αρνούνται να πληρώσουν το οφειλόμενο ποσό το οποίο έχει καταστεί πληρωτέο και απαιτητό. Στην Έκθεση Υπεράσπισης που καταχώρισε ο εναγόμενος 1 στις 02/03/2016, παραδέχεται μόνον την παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης, ότι δηλαδή οι τότε ενάγοντες, ήτοι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νόμιμα εγγεγραμμένοι στην Κύπρο και είναι τραπεζικός οργανισμός που διεξάγει τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο και στο εξωτερικό, ως επίσης ότι μέχρι την 11/07/2004 οι ενάγοντες λειτουργούσαν με το όνομα Τράπεζα Κύπρου Λτδ και από 12/07/2004 έχουν μετονομαστεί σε Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Από εκεί και πέρα αρνείται όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των εναγόντων στην έκθεση απαίτησης τους. Για την αναφερόμενη από τους ενάγοντες συμφωνία δανείου δε αναφέρει ότι το επίδικο έγγραφο, εάν ήθελε αποδειχτεί ότι υπογράφτηκε στις 16/09/2005, δεν αποτελεί έγγραφο συμφωνίας δανείου ή και έγκυρο έγγραφο συμφωνίας πού να διέπεται από τον νόμο περί καταναλωτικής πίστης. Περαιτέρω, αναφορικά με τους όρους της συμφωνίας που αναφέρουν οι ενάγοντες, προβάλλει διάφορους λόγους γιατί αυτοί ουσιαστικά είναι καταχρηστικοί και ή καταπιεστικοί για τα δικαιώματα των εναγόμενων και ή αυθαίρετοι και ή παράνομοι και ή άκυροι και ή ανεφάρμοστοι. Ο εναγόμενος 1 δε αναφέρει ότι οι ενάγοντες ουδέποτε απέστειλαν ή απέστειλαν δεόντως τις ισχυριζόμενες επιστολές ή και κατέστησαν ολόκληρο το ποσό ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ή και τερμάτισαν δεόντως τον επίδικο λογαριασμό. Περαιτέρω, ο εναγόμενος 1 λέγει ότι το ισχυριζόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού είναι εσφαλμένο ή και διογκωμένο ή και αποτέλεσμα παράνομων ή και αντισυμβατικών ή και καταχρηστικών χρεοπιστώσεων ή και η ισχυριζόμενη αύξηση του επιτοκίου είναι παράνομη ή και αντισυμβατική ή και άκυρη ή και ανεφάρμοστη. Για τους πιο πάνω λόγους ο εναγόμενος 1 αξιώνει την απόρριψη της αγωγής. Ο εναγόμενος 1 δε εγείρει ανταπαίτηση με την οποία αξιώνει δήλωση ότι η επίδικη συμφωνία δανείου είναι άκυρη ή και ακυρώσιμη ή και παράνομη ή και ανεφάρμοστη, καθώς επίσης δήλωση που να κηρύττει τους όρους της συμφωνίας, ως αυτοί αναφέρονται στις παραγράφους 3(
  1. i)και 3(
  2. ii)της έκθεσης απαίτησης άκυρους και ανεφάρμοστους. Στην Έκθεση Υπεράσπισης δε που καταχώρισε o εναγόμενος 2 στις 10/11/2014, παραδέχεται μόνον ότι και ο εναγόμενος 1 ανωτέρω και αρνείται τους λοιπούς ισχυρισμούς των εναγόντων στην έκθεση απαίτησης τους. Αναφορικά με τη συμφωνία δανείου ισχυρίζεται δε ότι το επίδικο έγγραφο που υπογράφτηκε στις 16/09/2005 δεν αποτελεί έγγραφο συμφωνίας δανείου ή και έγκυρο έγγραφο συμφωνίας πού να διέπεται από τον νόμο περί καταναλωτικής (προφανώς παραλήφθηκε στο τέλος η λέξη «πίστης»), ενώ για την ισχυριζόμενη συμφωνία εγγύησης αναφέρει ότι ουδέποτε έχει υπογράψει συμφωνία εγγύησης ή και κάλυψης και ουδέποτε εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 προς τους ενάγοντες είτε παρούσες είτε μελλοντικές είτε μέχρι κάποιο συγκεκριμένο ποσό. Τέλος, ο εναγόμενος 2 αναφέρει ότι σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι υπέγραψε τη συμφωνία εγγύησης τότε η συμφωνία αυτή δεν είναι έγκυρη και εκτελεστή με βάση τον περί προστασίας ορισμένης κατηγορίας εγγυητών νόμο για τους λόγους που σημειώνει, ενώ αναφέρει ότι ουδέποτε έλαβε ενημερωτική επιστολή ή επιστολή τερματισμού οιουδήποτε λογαριασμού. Για τους πιο πάνω λόγους αξιώνει την απόρριψη της αγωγής εναντίον του. Στα απαντητικά τους δικόγραφα οι Ενάγοντες αρνούνται και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των εναγόμενων και επαναλαμβάνουν τους δικούς τους ισχυρισμούς. Και βεβαίως αρνούνται και απορρίπτουν την ανταπαίτηση του εναγόμενου 1. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης τους εναντίον των Εναγόμενων, οι ενάγοντες κάλεσαν 3 μάρτυρες ήτοι τον XXXXX Νικολάου (ΜΕ1), τον XXXXX Σωφρονίου (ΜΕ2) και τον XXXXX Χαρίση (ΜΕ3). Οι εναγόμενοι δεν έδωσαν μαρτυρία, ούτε παρουσίασαν άλλο μάρτυρα. XXXXX Νικολάου (ΜΕ1) Ο μάρτυρας ανέφερε (βλ. και την κατάθεση του τεκμ.1) ότι είναι στην υπηρεσία της Τράπεζας Κύπρου και ταυτόχρονα είναι εξουσιοδοτημένος από την B2KAPITAL για να δώσει τη μαρτυρία του. Συγκεκριμένα είναι τοποθετημένος στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών (Μονάδα Ανάκτησης Χρεών) σαν ένας εκ των υπεύθυνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών των πελατών στους οποίους περιλαμβάνεται και ο επίδικος λογαριασμός των εναγόμενων. Στο εν λόγω τμήμα της Τράπεζας Κύπρου κατέχουν και φυλάσσουν όλα τα σχετικά έγγραφα και έχουν την ευθύνη της παρακολούθησης των εν λόγω λογαριασμών. Περαιτέρω ανέφερε ότι στα συγκεκριμένα αρχεία της παρούσας υπόθεσης σε σχέση με τον λογαριασμό των εναγόμενων έχει πρόσβαση τόσο υπό την ιδιότητά του ως υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου όσο και υπό την ιδιότητά του ως πρόσωπο το οποίο έχει λάβει οδηγίες δυνάμει ειδικής συμφωνίας από την εταιρεία B2KAPITAL να δώσει μαρτυρία. Του έχει ανατεθεί η παρακολούθηση του λογαριασμού των Εναγόμενων, τα σχετικά έγγραφα των οποίων έχει στην κατοχή του και υπό τον έλεγχο και φύλαξη του. Ετοιμάζει τις καταστάσεις προβληματικών λογαριασμών μεταξύ των οποίων και τις καταστάσεις λογαριασμού της παρούσας υπόθεσης. Ακολούθως ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην υποκατάσταση και ή αντικατάσταση της Τράπεζας Κύπρου από την Β2KAPITAL, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά ότι και στην ειδοποίηση ημερ. 23/07/20 που αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας, και κατέθεσε: 1. Επιστολή της Τράπεζας Κύπρου προς τον εναγόμενο 1 ημερ. 24/01/2020, με την οποία ο τελευταίος ενημερώθηκε για την πρόθεση πώλησης της πιστωτικής διευκόλυνσης, ως Τεκμήριο 2. 2. Επιστολές της Τράπεζας Κύπρου προς τους εναγόμενους 1 και 2 ημερ. 14/05/2020, με τις οποίες πληροφορήθηκαν την μεταφορά της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης τους από την Τράπεζα Κύπρου, ως Τεκμήριο 3. 3. Επιστολές της Β2KAPITAL ημερ.13/05/20 προς τον εναγόμενο 2, με πληροφόρηση αναφορικά με την μεταφορά, ως Τεκμήριο 4. 4. Την ειδοποίηση των δικηγόρων των εναγόντων ημερ. 23/07/20 που αναφέρθηκε και στην αρχή της παρούσας, ως Τεκμήριο 5. Από εκεί και πέρα ο μάρτυρας ανέφερε ότι δυνάμει απόφασης/έγκρισης ημερ.07.01.2004, γενομένης αποδεκτής υπό του εναγόμενου 1 την 21/01/2004 (τεκμήριο 6) και συμφωνίας ημερ. 21/01/2004 (τεκμήριο 7), συμφωνήθηκε όπως η Τράπεζα παραχωρήσει όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό υπ' αρ. XXXXX9657 εκ ΛΚ3.000, υπό την εγγύηση του εναγόμενου 2, με όρους τους οποίους παραθέτει. Περαιτέρω, δυνάμει εγγράφου απόφασης/έγκρισης ημερ.05/04/2005, γενομένης αποδεκτής υπό του εναγόμενου 1 την 08.04.2005 (Τεκμήριο 8) και συμφωνίας ημερ.09/09/2005 (Τεκμήριο 9), συμφωνήθηκε η επανέγκριση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού αρ. XXXXX9657 εκ ΛΚ3.000. Δυνάμει της συμφωνίας ημερ. 09/09/2005 συμφωνήθηκε μεταξύ άλλων ότι ο λογαριασμός θα χρεώνεται με συνολικό επιτόκιο εκ 7,25% ετησίως. Δυνάμει εγγυητήριου εγγράφου ημερ. 08/04/2005 (Τεκμήριο 10), ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 προς τους ενάγοντες είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές είτε αυτές κατέστησαν ή ενδέχεται να καταστούν απαιτητές, είτε είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι. Η Τράπεζα άνοιξε στον εναγόμενο 1 τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό XXXXX9657, ο οποίος κατά παράβαση της συμφωνίας δεικνύει υπόλοιπο οφειλόμενο εκ €51.752,67 πλέον τόκο προς 9,50% από 31/08/2019 επι ποσού €50.930,80, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο στις 30/06 και 31/12 μέχρι εξόφλησης (βλ. το πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του Κεφ. 9, συνοδευόμενο από την σχετική κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 11 και 12 αντίστοιχα). Η Τράπεζα με επιστολή της ημερ. 17/05/2007 κάλεσε τον πρωτοφειλέτη όπως μέσα σε είκοσι μία
(21)μέρες προβεί σε διευθέτηση του λογαριασμού ο οποίος παρουσίαζε υπόλοιπο εκ ΛΚ9.605,22 (βλ. την 1η επιστολή στο τεκμήριο 15). Μη συμμόρφωση με την εν λόγω επιστολή μέσα στα πιο πάνω χρονικά πλαίσια θα είχε ως αποτέλεσμα τον τερματισμό της συμφωνίας και απαίτηση άμεσης εξόφλησης του λογαριασμού σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας. Ο εναγόμενος 1 ενημερώθηκε επίσης ότι ο λογαριασμός θα επιβαρύνεται με αυξημένο επιτόκιο. Ακολούθως, η τράπεζα με επιστολή της ημερ. 28/06/2007 (βλ. την 2η επιστολή στο τεκμήριο 15) τερμάτισε τη συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού με βάση το άρθρο 4 της εν λόγω συμφωνίας και κάλεσε τον εναγόμενο 1 όπως εξοφλήσει άμεσα ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού περιλαμβανομένου κεφαλαίου και τόκων. Επιπλέον, τον ενημέρωσαν ότι ο λογαριασμός θα επιβαρύνεται με τόκο υπερημερίας. Σχετικά για τα πιο πάνω ενημερώθηκε με επιστολές ημερ. 17/05/2007 και 28/06/2007 και ο εναγόμενος 2, εγγυητής (βλ. Τεκμήριο 13 και 14 αντίστοιχα), ο οποίος κλήθηκε όπως προσέλθει και εξοφλήσει το ποσό δια το οποίο ευθύνεται δυνάμει της εγγυήσεως του. Οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερ.07/08/2007 ενημέρωσαν τον εναγόμενο 1 μεταξύ άλλων για το ότι εκ παραδρομής στην επιστολή ημερ. 28/06/2007 αναφερόταν ως ημερομηνία εγγράφου η 09/09/2005 αντί η ορθή ήτοι η 16/09/
  1. Ακόμη, με επιστολή τους ημερ. 07/08/2007 ενημέρωσαν τον εναγόμενο 2 εκ νέου για τον τερματισμό του λογαριασμού του εναγόμενου 1 και κάλεσαν αυτόν όπως εντός 7 ημερών εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο, καθώς και ότι ο λογαριασμός θα χρεώνεται με συνολικό ποσοστό επιτοκίου προς 12,75%. Οι εν λόγω επιστολές κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
  2. Τέλος, οι ενάγοντες με επιστολές τους ημερ. 13/12/2013 προς τους εναγόμενους 1 και 2, επιβεβαίωσαν τον τερματισμό του λογαριασμού και κάλεσαν αυτούς για τελευταία φορά όπως εξοφλήσουν άμεσα το χρεωστικό υπόλοιπο. Περαιτέρω, τους ενημέρωσαν ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού θα επιβαρύνεται με επιπρόσθετο τόκο υπερημερίας προς 2,00%. Οι εν λόγω επιστολές έγιναν τεκμήριο
  3. Από την θέση που κατέχει γνωρίζει ότι υπάρχει σύστημα αποστολής επιστολών τερματισμού και επιστολών προς τους εναγόμενους και ότι όταν μία επιστολή δεν επιστραφεί ως αζήτητη θεωρείται ότι αυτή έχει παραληφθεί από τον παραλήπτη της. Στην συγκεκριμένη περίπτωση γνωρίζει ότι οι επιστολές προς τους εναγόμενους έχουν σταλεί στην διεύθυνση που δόθηκε παρά αυτών και οι οποίες φαίνονται στα Τεκμήρια που έχουν καταχωρηθεί. Με βάση τα πιο πάνω οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγόμενους 1 και 2: (α) €51.752,67 πλέον τόκο προς 9,50% από 31/08/2019 επί ποσού €50.930,80, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο στις 30/06 και 31/12 μέχρι εξόφλησης. (β) τα έξοδα της παρούσας υπόθεσης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν έχει μαζί του εξουσιοδότηση από την Β2KAPITAL, όμως είναι εξουσιοδοτημένος από αυτήν την Εταιρεία για να εμφανιστεί για την υπόθεση στο Δικαστήριο. Τόνισε δε ότι η μαρτυρία που δίνει είναι μέχρι τις 31/08/2019, όπου η υπόθεση ήταν υπό τη διαχείριση της Τράπεζας Κύπρου. Επίσης είπε ότι δεν έχει μαζί του την ειδική συμφωνία από την B2Kapital στην οποία έκανε αναφορά, η οποία αντιλαμβάνεται ότι είναι μία γενική συμφωνία με τις υποθέσεις που έχουν μεταφερθεί σε αυτήν την εταιρεία, μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και της Εταιρείας B2Kapital. Δεν έχει στην κατοχή του αυτή τη συμφωνία και δεν την έχει διαβάσει, όμως υπάρχει. Τα ίδια ισχύουν για την συμφωνία ημερ.02/01/20 που αναφέρεται στο τεκμ.
  4. Ο μάρτυρας δε ανέφερε ότι η επίδικη συμφωνία συμπεριλαμβάνεται στη συμφωνία 02/01/20 και αυτό φαίνεται και από τις επιστολές που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο, όπου η εν λόγω συμφωνία έχει μεταφερθεί στην Εταιρεία B2Kapital. Αναφορικά με τις επιστολές τεκμ.2, 3 και 4 είπε ότι δεν γνωρίζει αν οι εναγόμενοι γνωρίζουν την αγγλική γλώσσα, ούτε αν οι πελάτες είχαν δώσει οποιανδήποτε στιγμή οδηγίες να λαμβάνονται οι επιστολές από την τράπεζα στην αγγλική γλώσσα. Ανέφερε δε ότι οι επιστολές τεκμ.2 και 3 δεν φέρουν υπογραφή και δεν γνωρίζει ποιος τις έχει συντάξει, ενώ για τις επιστολές τεκμ.4 της B2Kapital ανέφερε ότι υπογράφονται από εκπρόσωπο τον οποίο δεν γνωρίζει από την υπογραφή και από το φάκελο είδε ότι η επιστολή έχει σταλεί και δεν έχει επιστραφεί. Στη συνέχεια ανέφερε ότι όλες οι επιστολές πιο πάνω έχουν σταλεί στη διεύθυνση που τους έχουν δώσει οι πελάτες και δεν έχουν επιστραφεί ποτέ πίσω, και συνεπώς έχουν παραληφθεί. Στη συνέχεια ο μάρτυρας αναφέρθηκε αναλυτικά στις αυξομειώσεις του επιτοκίου και είπε πως αυτές γίνονται από ειδικό τμήμα της τράπεζας, το οποίο λαμβάνει υπόψη τα οικονομικά δεδομένα της Κύπρου και της Ευρώπης και καθορίζει το βασικό επιτόκιο της τράπεζας ποιο θα είναι και γίνεται με ανακοίνωση στον τύπο. Ο ίδιος όμως διαφάνηκε από ερωτήσεις που του έγιναν ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες ούτε να εξηγήσει τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη με βάση τον όρο 3 του τεκμ.
  5. Ως προς τη συμφωνία εγγύησης που έχει υπογράψει ο εναγόμενος 2, ανέφερε ότι είναι η συμφωνία τεκμ.10 ημερ. 08/04/
  6. Ερωτώμενος δε για την αναφορά στο τεκμ.6 ημερ.08/01/04 σε προσωπικές εγγυήσεις του εναγόμενου 2, είπε ότι δεν έχει άλλο έγγραφο. Όσον αφορά τη μη συμπλήρωση των όρων 2(β) και (γ) του τεκμ.7, που αναφέρονται σε προμήθεια και τραπεζικά δικαιώματα, είπε ότι δεν γνωρίζει γιατί δεν είναι συμπληρωμένα. Ανέφερε όμως, βλέποντας τις καταστάσεις λογαριασμού, ότι δεν έχουν χρεωθεί οποιαδήποτε έξοδα. Για τα τραπεζικά έξοδα εκ €15 που αναγράφονται την περίοδο 01/10/05-30/12/05, τεκμ.12, είπε ότι δεν εμπίπτουν στα πιο πάνω. Τα έξοδα αναφέρονται στους όρους της συμφωνίας αλλά δεν γνωρίζει πως καθορίζεται το ύψος τους. Και πρόσθεσε ότι οι εναγόμενοι έλαβαν τις καταστάσεις λογαριασμού, οι οποίες καταστάσεις όποτε αποστέλλονταν ανέφεραν στους πελάτες εάν διαφωνούν σε οποιανδήποτε χρέωση ή πίστωση να επικοινωνήσουν με την τράπεζα. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι οι όροι 3, 4, 5 και 6 της συμφωνίας τεκμ.7 είναι αόριστοι, ασαφείς και κατά συνέπεια άκυροι. Όσον αφορά το Τεκμήριο 8 ανέφερε ότι είναι η έγκριση από τους πελάτες για την παραχώρηση πιστωτικού ορίου που τους έχει δοθεί και μετέπειτα υπογράφηκε η συμφωνία Τεκμήριο
  7. Το επιτόκιο όπως φαίνεται έχει μειωθεί εν σχέση με τις 05/04/
  8. Για τον μη καθορισμό των τραπεζικών δικαιωμάτων στο τεκμ.8, ανέφερε ότι δεν έχουν χρεωθεί κάποια έξοδα πέραν των Λ.Κ.15 που αφορά την ετοιμασία του συμβολαίου και αυτό φαίνεται στη συμφωνία ημερομηνίας 09/09/2005 (βλ. παρ.7 τεκμ.9). Για τα «έξοδα κατάστασης» που αναγράφονται στο τεκμ.12, ο μάρτυρας είπε ότι έχει δοθεί στους πελάτες κατάλογος επιτοκίων και χρεώσεων, όπου φαίνονται αναλυτικά όλες οι χρεώσεις που θα υπόκειτο ο λογαριασμός (βλ. παρ. 7 του τεκμ.9). Έχει δοθεί στους πελάτες ο εν λόγω κατάλογος επιτοκίων και χρεώσεων, όπως γίνεται σε όλες τις συμφωνίες της τράπεζας με τους πελάτες. Είναι η πρακτική της τράπεζας, όπως πάντοτε στις συμφωνίες να επισυνάπτονται και να δίδονται και οι κατάλογοι προμηθειών και χρεώσεων. Επίσης, ερωτώμενος για τα έξοδα υπερβάσεων και που είχαν καθοριστεί στη συμφωνία, ο μάρτυρας παρέπεμψε στην παράγραφο «Τροποποίηση Τόκου / Δικαιωμάτων κ.α.» του τεκμ.
  9. Ο μάρτυρας σε άλλο σημείο διαφώνησε ότι οι όροι 3, 4, 5, 6, 9 και 10 των Γενικών Όρων του Τεκμηρίου 9 και οι όροι 5, 14, 15, 16 και 19 του Τεκμηρίου 10, είναι αόριστοι, ασαφούς περιεχομένου και κατά συνέπεια άκυροι. Για την αναδομημένη κατάσταση που επισυνάπτεται στο τεκμήριο 12 (βλ. τις 3 τελευταίες σελίδες) ανέφερε ότι ξεκινά από την 01/01/2007, όπου ήταν η τελευταία κεφαλαιοποίηση πριν τον τερματισμό, όπου έγινε στις 28/06/2007, δηλαδή η συνέχιση είναι από τις 31/12/2006 όπου έγινε κεφαλαιοποίηση με αυτό το υπόλοιπο. Έχουν τις καταστάσεις του λογαριασμού που στέλνονταν στον πελάτη, τις αναλυτικές καταστάσεις για την περίοδο 2004-2016 και η αναδομημένη ξεκινά ουσιαστικά από τον τερματισμό και μετά, όπου στον τερματισμό έχουν περιορίσει και τον τόκο υπερημερίας στο 2%. Η αναδομημένη είναι μέχρι τις 31/08/2019, όπου είναι η τελευταία ημερομηνία όπου ο εν λόγω λογαριασμός ήταν υπό τη διαχείριση της Τράπεζας Κύπρου και είναι ο ίδιος που είχε το τραπεζικό βιβλίο μέχρι την ημερομηνία αυτή. Τέλος, ο μάρτυρας απάντησε σε διάφορες υποβολές που του έγιναν. XXXXX Σωφρονίου (ΜΕ2) Ανέφερε κατ' αρχήν (βλ. και την δήλωση του τεκμ.18) ότι είναι στην υπηρεσία της Τράπεζας Κύπρου και ταυτόχρονα είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες/Β2ΚΑΡΙΤΑL να δώσει μαρτυρία, ενώ δήλωσε ότι έχει πρόσβαση στα συγκεκριμένα αρχεία της παρούσας υπόθεσης σε σχέση με το λογαριασμό των εναγόμενων τόσο υπό την ιδιότητά του ως υπάλληλος της Τράπεζας όσο και υπό την ιδιότητά του ως πρόσωπο το οποίο έχει λάβει οδηγίες από τους ενάγοντες/ B2KAPITAL να δώσει μαρτυρία. Ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε επίσης στη συμφωνία πώλησης και ή μεταβίβασης και ή εκχώρησης ημερ.02/01/20 (βλ. και τεκμήριο 5). Ακολούθως ανέφερε ότι η διευκόλυνση του τρεχούμενου λογαριασμού συμφωνήθηκε την 21/01/2004 και επαναβεβαιώθηκε με νεότερη συμφωνία ημερ.09/09/2005 αφού είχε προηγηθεί απόφαση/έγκριση ημερ.05/04/2005, όπου ρητά ανέφερε ότι η επανέγκριση του ορίου εκ Λ.Κ.3000 θα εξασφαλιζόταν με νέα προσωπική εγγύηση του XXXXX Γεωργιάδη-εναγόμενου 2 για ποσό Λ.Κ.3600 αφού ακυρωνόταν το εγγυητήριο ημερ.07/01/
  10. Στη συνέχεια ο μάρτυρας κατέθεσε πιστοποιητικό δυνάμει άρθρου 35
(3)του Κεφαλαίου 9 μαζί με αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, την οποία έχει ετοιμάσει ο ίδιος, όπου συνεχίζεται ο λογαριασμός να χρεώνεται με συνολικό επιτόκιο προς 9.50%, όμως έχει αφαιρέσει όλες τις χρεώσεις που επιβάρυναν τον εν λόγω λογαριασμό με αποτέλεσμα κατά την 07/05/2020 το χρεωστικό υπόλοιπο να ανέρχεται σε €50.116,34 πλέον τόκο προς 9,50% από 07/05/2020 επί ποσού €48.504,
  1. Το πιστοποιητικό και η αναδομημένη κατάσταση πιο πάνω έγιναν τεκμήρια 19 και
  2. Για τις χρεώσεις που έχουν αφαιρεθεί είπε συγκεκριμένα ότι στο τεκμήριο 20, στις 28/06/07, υπάρχει μια αντιλόγηση χρεώσεων Λ.Κ.706,50 το οποίο αφαιρούσε τις χρεώσεις που είχαν προηγηθεί πριν την 01/01/07 στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού που είχε κατατεθεί από τον ΜΕ
  3. Αυτό το ποσό έχει πιστωθεί στον πελάτη και επιπλέον έχουν υπολογίσει και τους συνολικούς τόκους γι' αυτό το ποσό από την έναρξη του τρεχούμενου λογαριασμού, που αντιστοιχεί με το ποσό των Λ.Κ.176,
  4. Για την εν λόγω κατάσταση του επίδικου λογαριασμού με αρ. XXXXX9657, είπε ότι μετά από εντολή του παρήχθη και εκτυπώθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, και αφού συγκρίθηκαν από τον ίδιο τα εν λόγω ποσά με την αρχική καταχώρηση του ηλεκτρονικού υπολογιστή διαπίστωσε ότι είναι ορθά και στην συνέχεια προχώρησε λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο του Καταλόγου Προμηθειών και Χρεώσεων της Τράπεζας Κύπρου όπως είχε συμφωνηθεί με τον εναγόμενο 1 (τεκμήριο 21). Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι έχουν πάρει οδηγίες, ως δικαστηριακοί λειτουργοί της Τράπεζας Κύπρου, να παρουσιάζονται για υποθέσεις που έχουν πωληθεί στην B2KAPITAL και πήραν αυτή την εξουσιοδότηση προφορικά από την B2KAPITAL ενώ υπάρχει συμφωνία μεταξύ των δύο μερών. Ακολούθως δε ανέφερε ότι η μαρτυρία που δίνει αφορά τον χρόνο που το επίδικο δάνειο ήταν στην κατοχή της Τράπεζας Κύπρου και όχι για μετά που μεταφέρθηκε στην B2KAPITAL. Ως προς την συμφωνία πώλησης και/ή μεταβίβασης και/ή εκχώρησης ημερ.02/01/20 μεταξύ της B2KAPITAL και της Τράπεζας Κύπρου, είπε ότι έχει δει αυτή τη συμφωνία αλλά δεν την έχει μελετήσει εμπεριστατωμένα. Ερωτώμενος δε είπε ότι δεν μπορεί να πει αν περιλαμβάνεται στην εν λόγω συμφωνία η επίδικη σύμβαση. Έχει πωληθεί ένας αριθμός δανείων και έχουν ενημερωθεί οι πελάτες με επιστολές ότι αυτές οι διευκολύνσεις έχουν μεταφερθεί στην συγκεκριμένη εταιρεία με γραπτές ενημερώσεις, επιστολές. Αναφορικά με τη συμφωνία τεκμ.9, ανέφερε ότι η ημερομηνία 09/09/05 είναι η ημερομηνία που αποφασίστηκε και εγκρίθηκε από την τράπεζα αυτή η συμφωνία. Ο πελάτης προσήλθε στην τράπεζα και υπέγραψε στις 16/09/05, οπότε και επικυρώθηκε η συμφωνία. Ο μάρτυρας επίσης ρωτήθηκε και ανέφερε μία προς μία τις συγκεκριμένες χρεώσεις στις οποίες έχει προβεί σε αφαίρεση, και οι οποίες συμποσούνται στο ποσό που έχει αναφέρει ήτοι Λ.Κ.706,50.-, πλέον ο ανάλογος τόκος. Όσον αφορά τον κατάλογο προμηθειών και χρεώσεων που έχει καταθέσει ως τεκμ.21, διευκρίνισε ότι είναι μεταγενέστερος της αρχικής συμφωνίας και άρα δεν δόθηκε στην αρχική συμφωνία. Αυτός ο κατάλογος είναι σε ισχύ από 03/06/
  5. Αυτοί οι κατάλογοι ξεκίνησαν από αυτή την ημερομηνία, δηλ. από τις 3.6.05, και πρακτική της τράπεζας ήταν να παραδίδονται στους πελάτες και υπήρχε και η πρόσβαση των πελατών που μπορούσαν να ανατρέξουν στις αναγνώσεις των τύπων για τις χρεώσεις ή με άλλους τρόπους για τις χρεώσεις. Στη συνέχεια υπήρχαν και τροποποιητικοί κατάλογοι. Όμως, ως ανέφερε, δεν ξέρει αν έχει ουσία το θέμα με τις χρεώσεις από τη στιγμή που κατάθεσαν τεκμήριο χωρίς καμία χρέωση. Σε άλλο σημείο ρωτήθηκε γιατί η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που κατέθεσε ο ΜΕ1, Τεκμήριο 12, φαίνεται ότι τελειώνει μέχρι τις 31/08/19, ενώ το Τεκμήριο 20 συνεχίζει μέχρι 07/05/20 και γιατί αυτό δεν είχε γίνει εξ΄ αρχής. Ο μάρτυρας απάντησε ότι 08/05/20 έγινε η μεταφορά του δανείου στην B2KAPITAL και είχαν πρόσβαση στους λογαριασμούς αυτούς μέχρι την ημερομηνία που έχει καταθέσει το τεκμήριο. Μέχρι εκείνη την ημέρα μπορούσε να έχει πρόσβαση γι΄ αυτό το τεκμήριο που κατέθεσε, εννοεί στις 07/05/
  6. Δεν έγινε εξ΄ αρχής η αναδομημένη κατάσταση μέχρι αυτή την ημερομηνία γιατί υπήρξε μια σύγχυση στην ημερομηνία που μπορούσε να γίνει αυτή η κατάσταση λογαριασμού από την Τράπεζα Κύπρου. Τα τραπεζικά βιβλία της Τράπεζας Κύπρου μεταφέρθηκαν στην B2KAPITAL στις 08/05/
  7. XXXXX Χαρίση (ΜΕ3) Ανέφερε (βλ. και την δήλωση του τεκμήριο 22) ότι είναι υπάλληλος των Εναγόντων/Β2ΚΑΡΙΤΑL και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στη δήλωση του. Είναι Λειτουργός Διαχείρισης Πιστωτικών Διευκολύνσεων (ASSET MANAGER) και είναι ο υπεύθυνος λειτουργός για την επίδικη διευκόλυνση. Ακολούθως αναφέρθηκε και αυτός στη συμφωνία πώλησης και/ή μεταβίβασης και/ή εκχώρησης ημερ. 02/01/2020, καθώς επίσης στην ενημέρωση που έτυχαν οι εναγόμενοι για την αντικατάσταση/υποκατάσταση της Τράπεζας Κύπρου από την B2KAPITAL και τη μεταφορά της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης με τις επιστολές τεκμήρια 2, 3 και
  8. Το ηλεκτρονικό αρχείο του επίδικου λογαριασμού, συμπεριλαμβανομένων και των διευθύνσεων των εναγόμενων, μεταφέρθηκαν αυτούσια στο ηλεκτρονικό αρχείο των νυν Εναγόντων κατά την μεταβίβαση και/ή μεταφορά του επίδικου λογαριασμού σε αυτούς. Έχει ελέγξει και βεβαιώθηκε ότι οι επιστολές που έστειλαν στους εναγόμενους 1 και 2 ημερ. 13/05/2020/Τεκμήριο 4, δεν τους έχουν επιστραφεί ως αζήτητες ή ως έχουσες λανθασμένες διευθύνσεις και ως εκ τούτου τεκμαίρει ότι έχουν παραληφθεί από αυτούς. Συνεπώς, οι εναγόμενοι γνωρίζουν για την υποκατάσταση και/ή αντικατάσταση της Τράπεζας Κύπρου από τους νυν Ενάγοντες και λόγω του ότι έλαβαν τις επιστολές ημερ. 13/05/2020 όπως επίσης και τις επιστολές της Τράπεζας Κύπρου/Τεκμήριο 3, καθώς επίσης και από την λήψη της επιστολής ημερ. 24/01/2020 / Τεκμήριο 2 όπου έγινε γνωστή η πρόθεση της Τράπεζας Κύπρου να πωλήσει την επίδικη τραπεζική διευκόλυνση. Εν πάση περιπτώσει οι δικηγόροι των νυν εναγόντων ενημέρωσαν με ειδοποίηση τους δικηγόρους των εναγόμενων την 23/07/
  9. Ως έχει αναφέρει σε άλλο σημείο της δήλωσης του, κατά ή περί τις 08/05/2020, ολοκληρώθηκε η μεταφορά του χαρτοφυλακίου με την ονομασία «VELOCITY II» και το τραπεζικό βιβλίο της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ που τηρείτο και σε ηλεκτρονική μορφή, μεταφέρθηκε αυτούσια στο ηλεκτρονικό αρχείο των εναγόντων. Στο εν λόγω αρχείο της Τράπεζας Κύπρου, καταχωρήθηκαν όλες οι πράξεις που αφορούσαν τον επίδικο λογαριασμό από την έναρξη/άνοιγμα του μέχρι την 07/05/2020, ως οι καταστάσεις λογαριασμού που καταχωρήθηκαν από τους προηγούμενους μάρτυρες, ήτοι ως το Τεκμήριο 12 και ως το Τεκμήριο 20 που καταχώρησε ο ΜΕ2 που αφορούσε αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού από την 01/01/2007 μέχρι και την 07/05/2020 όπου ο λογαριασμός χρεωνόταν με συνολικό επιτόκιο 9.50%. Από τις 08/05/2020, πλήρη έλεγχο του αρχείου του επίδικου λογαριασμού έχουν οι νυν Ενάγοντες/Β2ΚΑPITAL. Έχει ετοιμάσει κατάσταση λογαριασμού η οποία ξεκινά από την 08/05/2020 και καταλήγει την 30/11/2020 και έχει χρησιμοποιήσει συνολικό επιτόκιο προς 7.50% καθότι αφαίρεσε τον τόκο υπερημερίας που ανερχόταν σε 2%. Το πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του Κεφαλαίου 9, συνοδευόμενο από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 23 και 24 αντίστοιχα. Με βάση τα πιο πάνω δηλώνει ότι οι ενάγοντες αξιώνουν: (α) €52.248,98 πλέον τόκο προς 7,50% από 30/11/2020 επί ποσού €50.660,64 με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο στις 30/06 και 31/12 μέχρι εξόφλησης. (β) Τα έξοδα της παρούσας υπόθεσης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, πλέον ΦΠΑ πλέον έξοδα επίδοσης. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι εργάζεται στην εταιρεία B2KAPITAL από την 01/11/20. Προηγουμένως εργαζόταν στην Τράπεζα Κύπρου, όπου είχε τα ίδια καθήκοντα. Στη συνέχεια ο μάρτυρας έδωσε τις εξής απαντήσεις: (α) H εξουσιοδότηση που λέει ότι έχει να προβεί στη δήλωση του δεν γνωρίζει αν είναι γραπτή ή προφορική και δεν γνωρίζει ποιος τον έχει εξουσιοδοτήσει. Αρνείται όμως ότι δεν είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στη μαρτυρία του. (β) (
  1. i)Αναφορικά με τη συμφωνία 02/01/20 μεταξύ της B2KAPITAL με την Τράπεζα Κύπρου, είπε αρχικά ότι δεν γνωρίζει να απαντήσει. Ακολούθως είπε ότι γνωρίζει ότι «έχουν μεταφερθεί στις 02/01/20», και στη συνέχεια ότι δεν έχει τη συμφωνία αυτή μαζί του, δεν γνωρίζει ποιος την κατέχει, δεν έχει δει τη συμφωνία και δεν την έχει διαβάσει. (
  2. ii)Αρνείται όμως ότι η επίδικη σύμβαση δεν συμπεριλαμβάνεται στην εν λόγω συμφωνία. Ερωτώμενος γιατί θεωρεί ότι συμπεριλαμβάνεται, είπε ότι δεν γνωρίζει να απαντήσει. (γ) (
  3. i)Ερωτώμενος για ποιο λόγο τα τεκμήρια 2, 3 και 4 έχουν συνταχθεί στα αγγλικά, είπε ότι γνωρίζει ότι στο σύστημα της τράπεζας ως πελάτης είχε καταχωρημένη την αγγλική γλώσσα. Όμως στη συνέχεια είπε ότι δεν γνωρίζει σε ποιο σύστημα υπάρχει τέτοια ενημέρωση. (
  4. ii)Όταν ανέφερε δε ότι το αναφέρει αυτό κατόπιν ενημέρωσης από την Τράπεζα Κύπρου και ερωτήθηκε ποιος τον ενημέρωσε, είπε ότι δεν μπορεί να απαντήσει. (iii) Ακολούθως αρνήθηκε υποβολή ότι δεν υπάρχει τέτοια ενημέρωση σε κανένα σύστημα και όταν ερωτήθηκε πως το αρνείται, είπε ότι δεν γνωρίζει να απαντήσει για το συγκεκριμένο. (δ) Στην ερώτηση τι γνωρίζει για την επίδικη σύμβαση, απάντησε ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει την κατάσταση λογαριασμού 08/05/20 έως 30/11/20, και δεν γνωρίζει να απαντήσει κάτι άλλο. (ε) Γι' αυτά που αναγράφει στην 2η σελίδα της γραπτής του δήλωσης και συγκεκριμένα στις παραγράφους 4, 5 και 6, είπε ότι γνωρίζει ότι έχουν κατατεθεί αλλά δεν μπορεί να πει κάτι. Δεν μπορεί να απαντήσει παραπάνω. (στ) (
  5. i)Για το αν γνωρίζει ποιος έχει συντάξει τις επιστολές ή αν αυτές έχουν αποσταλεί ή παραληφθεί, ανέφερε πως γνωρίζει ότι από την στιγμή που δεν έχουν επιστραφεί ως αζήτητες ή ως λανθασμένη διεύθυνση, έχουν παραληφθεί. (
  6. ii)Όταν ερωτήθηκε πως το γνωρίζει αυτό και αν προέβη σε κάποια έρευνα, είπε ότι δεν έχουν επιστραφεί στο σύστημα. Ερωτώμενος σε ποιο σύστημα αναφέρεται, απάντησε ότι δεν γνωρίζει να πει παραπάνω. (ζ) (
  7. i)Αφού αρνήθηκε υποβολή ότι καμία απολύτως γνώση δεν έχει προσωπικά αναφορικά με τα Τεκμήρια 2, 3 και 4, ερωτήθηκε αν έχει τέτοια γνώση. Ο μάρτυρας απάντησε : «Αρνούμαι να απαντήσω». (
  8. ii)Όταν δε στη συνέχεια του υποβλήθηκε ότι τα Τεκμήρια 2, 3 και 4 ουδέποτε έχουν σταλεί στους εναγόμενους 1 και 2 και ουδέποτε έχουν παραληφθεί, απάντησε ότι δεν γνωρίζει να απαντήσει. (η) Ερωτώμενος να περιγράψει τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για τη μεταφορά του χαρτοφυλακίου στις 08/05/20, είπε ότι δεν γνωρίζει να απαντήσει. (θ) Στην ερώτηση αν έχει γνώση για την μεταφορά του τραπεζικού βιβλίου της Τράπεζας Κύπρου προς την B2KAPITAL, είπε ότι δεν γνωρίζει να απαντήσει. Αρνείται όμως ότι δεν έχει καμία γνώση σχετικά με την επίδικη σύμβαση. (ι) Τέλος, ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι το τεκμήριο 24 δεν αποτελεί τραπεζικό βιβλίο σύμφωνα με το άρθρο 22 και ότι η κατάσταση τεκμήριο 24 είναι λανθασμένη, ως επίσης αρνήθηκε ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν οφείλουν τέτοιο υπόλοιπο. Αγορεύσεις των συνηγόρων / Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών Οι θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών περιλαμβάνονται σημειώνεται στις γραπτές αγορεύσεις που ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών έχουν τύχει σημειώνεται ενδελεχούς μελέτης. Δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων οι συνήγοροι αναφέρουν στις αγορεύσεις τους και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο θα παρατεθούν κατωτέρω συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων. Νομική Πτυχή Σε παρόμοιες περιπτώσεις τραπεζικού χρέους όπως η υπό εξέταση και με βάση τα λεχθέντα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829 τα βασικά στοιχεία τα οποία χρήζουν απόδειξης ούτως ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι: (α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της. (β) Η παράβαση όρου της σύμβασης. (γ) Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Και βεβαίως, στην περίπτωση που η υπόθεση αφορά και εγγυητή, επιπρόσθετα χρειάζεται η απόδειξη σύναψης της σύμβασης εγγύησης. Αξιολόγηση μαρτυρίας Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες των εναγόντων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και έχω εξετάσει τόσο την προφορική τους μαρτυρία όσο και την γραπτή μαρτυρία που προσέφεραν στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Η εντύπωση που σχημάτισα για τους ΜΕ1 και ΜΕ2 ήταν απόλυτα θετική. Μου έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων μαρτύρων και ότι αυτοί προσπάθησαν έντιμα να παραθέσουν με ειλικρίνεια ότι γνώριζαν για την υπόθεση. Συναφώς αποδέχομαι τη μαρτυρία τους, με τις εξής παρατηρήσεις. Δεν έχει διαφύγει του Δικαστηρίου ότι τόσο ο ΜΕ1 όσο και ο ΜΕ2 στην κυρίως εξέταση αλλά και στην αντεξέταση τους αναφέρθηκαν σε συμφωνία ημερ.09/09/
  1. Αμφότεροι αναφέρονταν στη συμφωνία τεκμ.9, η οποία ναι μεν φέρει στην 1η σελίδα, πάνω αριστερά, ημερομηνία 09/09/05, όμως είναι σαφές ότι μιλούμε για συμφωνία ημερ.16/09/
  2. Την τελευταία αυτή ημερομηνία υπογράφηκε η συμφωνία από τα μέρη (βλ. στη 2η σελίδα του εγγράφου) ή και αυτή επικυρώθηκε, όπως ορθά αποδέχτηκε ο ΜΕ2 κατά την αντεξέταση του. Ας σημειωθεί εδώ ότι η ίδια η Τράπεζα προέβη σε διόρθωση της λανθασμένης αναφοράς στην επιστολή τερματισμού σε έγγραφο ημερ.09/09/05 με νέα επιστολή και σχετικά είναι όσα αναφέρονται από το Δικαστήριο κατωτέρω, στο σημείο όπου το απασχολεί η θέση των εναγόμενων περί μη τερματισμού και ή κανονικού τερματισμού. Επίσης σημειώνω την αναφορά του ΜΕ1 ότι η μαρτυρία που δίνει είναι μέχρι τις 31/08/2019 - ημερομηνία που τελειώνει και η κατάσταση λογαριασμού τεκμ.12 που κατέθεσε - όπου η υπόθεση ήταν υπό τη διαχείριση της Τράπεζας Κύπρου. Τούτη η αναφορά όπως προκύπτει τόσο από τη μαρτυρία του ΜΕ2, όσο και από την ειδοποίηση ημερ. 23/07/20 (τεκμ.5), είναι προφανώς λανθασμένη αφού η υπόθεση ή και ο επίδικος λογαριασμός ήταν υπό τη διαχείριση της Τράπεζας Κύπρου μέχρι 07/05/
  3. Λέγοντας αυτά, ίσως εκ του περισσού, λέγω ευθέως ότι τα πιο πάνω λάθη ουδόλως επηρεάζουν την εντύπωση που σχημάτισε το Δικαστήριο για τους μάρτυρες και την διαπίστωση ότι ήταν ειλικρινείς. Ερχόμενος στον ΜΕ3 θα πω ευθέως ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας έδωσε την εικόνα, με κάθε σεβασμό λέω, κάποιου που του έδωσαν μια κατάσταση λογαριασμού και του είπαν να πάει στο Δικαστήριο να την καταθέσει, χωρίς να έχει την παραμικρή γνώση για την υπόθεση. Ούτε καν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες του δόθηκαν οδηγίες και εξουσιοδοτήθηκε για να μαρτυρήσει για την υπόθεση δεν ήταν σε θέση να πει. Είναι δε σαφές ότι όσα αναφέρονται στην δήλωση του τεκμ.22 δεν αποτελούν γεγονότα που εμπίπτουν στη δική του σφαίρα γνώσης, ούτε όμως και υποστήριξε τα λεγόμενα του κατόπιν μελέτης του φακέλου της υπόθεσης ή των συγκεκριμένων εγγράφων στα οποία αναφέρθηκε. Στο βαθμό λοιπόν που αναφέρθηκε σε παραλαβή από τους εναγόμενους των επιστολών τεκμ.2, 3 και 4 και στο λόγο που οι επιστολές έχουν συνταχθεί στην αγγλική γλώσσα, η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή. Αν και είναι γεγονός ότι ενόψει των όσων αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας για την υποκατάσταση και ή αντικατάσταση της Τράπεζας Κύπρου αυτά δεν έχουν κάποια ουσιαστική σημασία. Από εκεί και πέρα όμως θα πρέπει να παρατηρήσω, ανεξάρτητα των ανωτέρω, ότι η αναφορά του στη συμφωνία ημερ.02/01/20 και στη μεταφορά του τραπεζικού βιβλίου από την Τράπεζα Κύπρου στις 08/05/20 είναι στοιχεία που επιβεβαιώνονται από τη μαρτυρία των άλλων μαρτύρων των εναγόντων. Βεβαίως, και παρόλο που η κατάσταση τεκμ.24 θα με απασχολήσει κατωτέρω, να πω εδώ ότι προφανώς η κατάθεση της εν λόγω κατάστασης δεν έγινε ως τραπεζικό βιβλίο, και συνεπώς δεν τίθεται θέμα εξέτασης αν πληρούνται εν σχέση με αυτήν οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Κεφ.9 (βλ. κατωτέρω). Η Β2KAPITAL δεν είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα με βάση το Ν.66(Ι)/1997(ο οποίος κατάργησε τον περί Τραπεζικών Εργασιών (Προσωρινοί Περιορισμοί) Νόμο, που αναφέρεται στο εδάφιο 6 του άρθρου 22 του Κεφ.9) - ούτε υπάρχει τέτοια μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου - αλλά εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων, ως επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο των επιστολών τεκμ.2-
  4. Γι' αυτό δεν είναι αντιληπτή ούτε η προσπάθεια της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγόμενων στην αγόρευση της να πείσει ότι δεν είναι τραπεζικό βιβλίο, ούτε και είναι βεβαίως κατανοητή η θέση του ΜΕ3 ότι ουσιαστικά είναι τέτοιο βιβλίο που βεβαίως δεν γίνεται αποδεκτή. Εξέταση των θέσεων που προωθούν τελικά οι εναγόμενοι με την γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου τους
  5. Δεν κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου καταστάσεις λογαριασμού που να πληρούν τις επιτακτικές προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 (βλ. σελ.5-17 της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγόμενων). Το Άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, προνοεί τα εξής: «22.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.
(2)Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.
(3)Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση. ................................................
(6)Στo παρόv άρθρo- "τράπεζα" ή "τραπεζίτης" σημαίvει τράπεζα η oπoία έχει άδεια vα διεξάγει τραπεζική εργασία δυvάμει τoυ περί Τραπεζικώv Εργασιώv (Πρoσωριvoί Περιoρισμoί) Νόμoυ. "τραπεζικά βιβλία", oπoυδήπoτε απαvτάται, εκτός αv από τo κείμεvo πρoκύπτει διαφoρετική έvvoια, περιλαμβάvει καθoλικά, ημερoλόγια, ταμεία, λoγιστικά βιβλία και άλλα αρχεία χρησιμoπoιoύμεvα κατά τη συvήθη εργασία τράπεζας, είτε αυτά είvαι σε γραπτή μoρφή είτε φυλάσσovται σε μικρoταιvίες, μαγvητoταιvίες ή σε oπoιαδήπoτε άλλη μoρφή μηχαvικoύ ή ηλεκτρovικoύ μηχαvισμoύ αvάκτησης πληρoφoριώv». Στα εδάφια
(2)και
(3)του Άρθρου 22 τίθενται οι προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν ώστε να γίνει αποδεκτό έγγραφο (αντίγραφο). Οι προϋποθέσεις είναι: - Κατά το χρόνο καταχώρισης το βιβλίο να ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας. - Η καταχώριση να έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. - Το βιβλίο να βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Τράπεζας. - Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις μπορούν να αποδειχθούν με σχετική ένορκη δήλωση ή προφορική μαρτυρία. Για τις πρώτες τρεις αρκεί η μαρτυρία Διευθυντή ή υπαλλήλου της Τράπεζας, ενώ για την τελευταία, απαιτείται μαρτυρία από το πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση. Ο Μ.Ε.1, ο οποίος παρουσίασε την κατάσταση λογαριασμού τεκμ.12, αναφέρθηκε σε γεγονότα, ως εμφαίνεται στη μαρτυρία του, τα οποία κατά την κρίση μου ικανοποιούν το σύνολο των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  1. Παρεμβάλλω ότι παρόλο που ο μάρτυρας αναφέρεται κατωτέρω σε ενάγοντες και σε τραπεζικό βιβλίο που τηρείται «μέχρι σήμερα», αντιλαμβάνομαι ότι η μαρτυρία του καλύπτει την περίοδο μέχρι 31/08/19, οπότε ανέφερε σε άλλο σημείο ότι είχε πρόσβαση στον λογαριασμό ως υπάλληλος της Τράπεζας. Συγκεκριμένα ανέφερε στις παρ.10 και 11 της δήλωσης του τεκμ.1 τα εξής: «
  2. Λόγω της θέσης και των καθηκόντων μου γνωρίζω τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ο χειρισμός της οποίας, όπως έχω αναφέρει, μου έχει, μεταξύ άλλων, ανατεθεί από τους Ενάγοντες. Λόγω της ιδιότητας μου αυτής, γνωρίζω ότι οι Ενάγοντες τηρούν τραπεζικά βιβλία και σε ηλεκτρονική μορφή. Έχω προβεί σε αναλυτικό έλεγχο των τραπεζικών βιβλίων που διατηρούν οι Ενάγοντες σε ηλεκτρονική μορφή. Στο σύστημα που τηρείται στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμούς των πελατών των Εναγόντων συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου λογαριασμού του Εναγόμενου 1 που ανέφερα πιο πάνω. Το τραπεζικό βιβλίο που τηρείται από τους Ενάγοντες σε ηλεκτρονική μορφή είναι και ήταν καθ' όλο τον ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα του πιο πάνω επίδικου λογαριασμού μέχρι και σήμερα, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία των Εναγόντων. Κατά το χρόνο καταχώρησης στο τραπεζικό βιβλίο όλων των πράξεων που αφορούσαν τον λογαριασμό του Εναγόμενου 1 που ανέφερα πιο πάνω, το τραπεζικό βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία των Εναγόντων. Όλες οι καταχωρήσεις στο εν λόγω τραπεζικό βιβλίο συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για τον λογαριασμό που ανέφερα πιο πάνω έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των Εναγόντων.
  3. Το Τραπεζικό βιβλίο καθ' όλο τον ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ευρίσκετο, και εξακολουθεί να βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις των Εναγόντων, υπό τον έλεγχο αυτών και έχουν σε αυτό πρόσβαση τραπεζικοί λειτουργοί, μεταξύ των οποίων και εγώ. Οι καταστάσεις λογαριασμού αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό με αρ. XXXXX657-0 μετά από εντολή μου παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, και αφού συγκρίθηκαν από εμένα τα εν λόγω ποσά με την αρχική καταχώρηση του ηλεκτρονικού υπολογιστή διαπίστωσα ότι είναι ορθά. Η τράπεζα απέστελλε ανελλιπώς τις ανωτέρω καταστάσεις λογαριασμού από την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού στον Εναγόμενο 1 στην διεύθυνση με την οποία ο ίδιος προμήθευσε και/ή συνέχισε να προμηθεύει την Τράπεζα. ......... » Όσον αφορά την κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 20 που παρουσίασε ο Μ.Ε.2, και πάλιν βρίσκω ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας αναφέρθηκε σε γεγονότα τα οποία κατά την κρίση μου ικανοποιούν το σύνολο των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  4. Συγκεκριμένα ανέφερε στις παρ.6, 7 και 8 της δήλωσης του τεκμ.18 τα εξής: «
  5. Λόγω της θέσης και των καθηκόντων μου γνωρίζω ότι η Τράπεζα τηρεί τραπεζικά βιβλία και σε ηλεκτρονική μορφή. Στο σύστημα που τηρείται στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμούς των πελατών της Τράπεζας συμπεριλαμβανομένου και του λογαριασμού του εναγόμενου 1/πρωτοφειλέτη με αριθμό XXXXX
  6. Το τραπεζικό βιβλίο που τηρείτο από την Τράπεζα σε ηλεκτρονική μορφή ήταν καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της Τράπεζας το οποίο ευρισκόταν φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις της Τράπεζας. Κατά το χρόνο καταχώρησης στο τραπεζικό βιβλίο όλων των πράξεων που αφορούσαν τον λογαριασμό του Εναγόμενου 1 που ανέφερα πιο πάνω, το τραπεζικό βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας. Όλες οι καταχωρήσεις στο εν λόγω τραπεζικό βιβλίο συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για τον λογαριασμό που ανέφερα πιο πάνω έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας.
  7. ......... Έχω ετοιμάσει αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού όπου συνεχίζεται ο λογαριασμός να χρεώνεται με συνολικό επιτόκιο προς 9.50%, έχω όμως αφαιρέσει όλες τις χρεώσεις που επιβάρυναν τον εν λόγω λογαριασμό με αποτέλεσμα κατά την 07.05.2020 το χρεωστικό υπόλοιπο να ανέρχεται σε €50.116,34 πλέον τόκο προς 9,50% από 07.05.2020 επί ποσού €48.504,
  8. Καταθέτω ως Τεκμήριο Πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35 του Κεφαλαίου 9 συνοδευόμενο από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού αναφορικά με τον λογαριασμό του δανείου υπ' αριθμό XXXXX9657 ως Τεκμήριο.
  9. Η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό με αρ. XXXXX9657 μετά από εντολή μου παρήχθη και εκτυπώθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, και αφού συγκρίθηκαν από εμένα τα εν λόγω ποσά με την αρχική καταχώρηση του ηλεκτρονικού υπολογιστή διαπίστωσα ότι είναι ορθά και στην συνέχεια προχώρησα λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο του Καταλόγου Προμηθειών και Χρεώσεων της Τράπεζας Κύπρου όπως είχε συμφωνηθεί με τον εναγόμενο 1, τον οποίο επισυνάπτω και καταχωρώ ως Τεκμήριο αφαιρώντας τις χρεώσεις όπως αναφέρω πιο πάνω. » Εξάλλου θα πρέπει να τονιστεί ότι οι καταστάσεις πιο πάνω έχουν καταχωριστεί συνοδεία πιστοποιητικών δυνάμει του άρθρου 35
(3)του Κεφ.9, τα οποία δεν έχουν με οποιοδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί. Έχοντας αυτά υπόψη προχωρώ και λέγω πως το άρθρο 22 δημιουργεί ένα μαχητό τεκμήριο που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης. Η συνέπεια της εφαρμογής του τεκμηρίου είναι να υποβοηθηθεί ο διάδικος προς όφελος του οποίου αυτό εγείρεται και να αναμένει να δει κατά πόσο ο αντίδικος θα αμφισβητήσει το τεκμήριο και θα παρουσιάσει ανταπόδειξη προς αντίκρουση του τεκμηρίου. Το βάρος απόδειξης, επομένως, για αντίκρουση των καταχωρίσεων στην κατάσταση του επίδικου λογαριασμού έχει ο Εναγόμενος. Ή διαφορετικά, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του Εναγόμενου να καταδείξει, αν αυτή ήταν η θέση του, ότι δεν έγινε ανάληψη του ποσού του δανείου ή μέρους του ή ότι υπήρξαν καταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που έπρεπε να πιστωθούν στο λογαριασμό (βλ. Ζερβός v. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 2357). Στην προκειμένη περίπτωση είναι γεγονός πως η υπεράσπιση δεν παρουσίασε καμία μαρτυρία με την οποία να αμφισβητεί συγκεκριμένες καταχωρήσεις στον λογαριασμό ή ότι υπήρξαν πιστώσεις που έπρεπε να γίνουν και δεν έγιναν. Ούτε έχει αποδειχτεί από μέρους των εναγόμενων ότι οι χρεώσεις επί του λογαριασμού ήταν λανθασμένες ή αντισυμβατικές ή παράνομες. Οι υποβολές δε περί χρέωσης του λογαριασμού με λανθασμένο επιτόκιο και με χρεώσεις εξόδων που δεν περιλαμβάνονται στη συμφωνία παρέμειναν κενές περιεχομένου. Ειδικότερα ν΄ αναφέρω εδώ όσον αφορά το επιτόκιο, ότι ο ΜΕ1 έχει επεξηγήσει τις αυξομειώσεις του επιτοκίου και την χρέωση του λογαριασμού με 9,50%, ήτοι 4,50% βασικό επιτόκιο, 3% περιθώριο και 2% τόκο υπερημερίας, μέχρι 31/08/19 που σταματά η κατάσταση τεκμ.12 που έχει παρουσιάσει, χωρίς ουσιαστικά να έχει αμφισβητηθεί. Σημειώνω ότι η Τράπεζα είχε δικαίωμα να προβαίνει σε αυξομειώσεις του επιτοκίου με βάση τα έγγραφα που έχουν υπογραφεί (βλ. τεκμ.6 στο κάτω μέρος σε συνδυασμό με τον όρο 3 του τεκμ.7 και το τεκμ.8, υπό τον τίτλο «Τροποποίηση Τόκου/Δικαιωμάτων κ.α.» σε συνδυασμό με τον όρο 3 των Γενικών Όρων του τεκμ.9), και οι οποίες γίνονταν με ανακοινώσεις στον τύπο, όπως επίσης είχε δικαίωμα να χρεώνει τόκο υπερημερίας (βλ. την τελευταία παράγραφο του όρου 2 του τεκμ.7 και το τεκμ.8, υπό τον τίτλο «Τροποποίηση Τόκου/Δικαιωμάτων κ.α.» σε συνδυασμό με τον όρο 2 των Γενικών Όρων του τεκμ.9). Και ο λογαριασμός συνέχισε να χρεώνεται με το ίδιο επιτόκιο μέχρι 07/05/20 (βλ. τη μαρτυρία του ΜΕ2 και το τεκμ.20). Όσον αφορά τώρα τις διάφορες χρεώσεις στο λογαριασμό, θα πω εδώ πολύ επιγραμματικά ότι παρά το γεγονός ότι ο ΜΕ2 έδωσε εξηγήσεις για τις συγκεκριμένες χρεώσεις με αναφορά σε συγκεκριμένους όρους της συμφωνίας και στον κατάλογο προμηθειών και χρεώσεων τεκμ.21, εντούτοις η περαιτέρω ενασχόληση με το θέμα κρίνεται άσκοπη. Ο ΜΕ2 κατά την ετοιμασία του τεκμ.20 έχει προβεί σε αφαίρεση όλων των χρεώσεων και του ανάλογου τόκου, με αποτέλεσμα αυτά να μην συμπεριλαμβάνονται στο ποσό που αξιώνεται. Παρεμβάλλω εδώ, αν και ίσως εκ του περισσού, ότι το τεκμ.21 δεν είχε δοθεί στους εναγόμενους κατά την αρχική συμφωνία, αφού ούτως ή άλλως τέθηκε σε ισχύ μεταγενέστερα αυτής και συγκεκριμένα στις 03/06/05, όμως προκύπτει από το τεκμ.9 (βλ. τις τελευταίες 3 γραμμές στην 1η σελίδα) ότι στις 16/09/05 είχε δοθεί. Εδώ όμως έχει σημασία να τονιστεί και το εξής. Με βάση τον ΜΕ1 η τράπεζα απέστελλε ανελλιπώς τις καταστάσεις λογαριασμού από την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού στον Εναγόμενο 1 στην διεύθυνση με την οποία ο ίδιος προμήθευσε και/ή συνέχισε να προμηθεύει την Τράπεζα. Επίσης, ο πελάτης όταν λάμβανε τις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού καλείτο από την Τράπεζα να ελέγξει την κατάσταση λογαριασμού του, να επικοινωνήσει με την Τράπεζα για οποιαδήποτε διευκρίνιση και σε περίπτωση διαφοράς να επικοινωνήσει άμεσα και χωρίς καθυστέρηση με την Τράπεζα διαφορετικά θα θεωρηθεί ότι οι λογαριασμοί είναι ορθοί και ότι ο πελάτης συμφωνεί με τα υπόλοιπα. Ο εναγόμενος 1 δε ουδέποτε προέβη σε οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση είτε με τα υπόλοιπα είτε με τους τόκους είτε με οποιαδήποτε περαιτέρω έξοδα αναγράφονται επί των εν λόγω καταστάσεων λογαριασμού και δεν υπήρξε οποιαδήποτε επικοινωνία από οιονδήποτε εκ των Εναγόμενων, είτε σε σχέση με τις καταγραφές των αναλυτικών καταστάσεων λογαριασμού που λάμβαναν οι πελάτες είτε για οιονδήποτε άλλο θέμα που αφορά την επίδικη διευκόλυνση. Όσα ανέφερε ο ΜΕ1 ανωτέρω δεν έχουν αμφισβητηθεί, ενώ ουδείς εκ των εναγόμενων παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να θέσει κάτι διαφορετικό. Με αυτά υπόψη θεωρώ πως ούτως ή άλλως οι εναγόμενοι κωλύονται τώρα να προβάλλουν ισχυρισμούς περί χρέωσης λανθασμένου επιτοκίου ή για αντισυμβατικές χρεώσεις και εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι αυτές οι ούτως ή άλλως γενικές, αόριστες και χωρίς υπόβαθρο υποβολές τους ή και αυτοί οι όψιμοι ισχυρισμοί τους δεν αποτελούν τίποτε άλλο παρά μόνον εκ των υστέρων σκέψεις σε μια προσπάθεια να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους. Καταληκτικά επί του συγκεκριμένου θέματος αναφέρω πως η σχετική εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγόμενων περί μη δημιουργίας του τεκμηρίου δυνάμει του άρθρου 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, στην έκταση που μιλούμε για τα τεκμήρια 12 και 20, δεν γίνεται αποδεκτή. Και έρχομαι στην κατάσταση τεκμήριο 24 που κατέθεσε ο ΜΕ
  1. Επαναλαμβάνω και εδώ ότι από τη στιγμή που ο λογαριασμός μεταφέρθηκε σε μια εταιρεία που δεν αποτελεί τράπεζα/πιστωτικό ίδρυμα δεν μπορούμε να μιλούμε για τραπεζικό βιβλίο από 08/05/20 και μετά και για εφαρμογή του άρθρου 22 του Κεφ.
  2. Ότι προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΕ3, η οποία επιβεβαιώνεται ουσιαστικά από τη μαρτυρία των ΜΕ1 και 2, είναι ότι στις 08/05/20 ο επίδικος λογαριασμός μεταφέρθηκε στην B2Κapital, η οποία έκτοτε έχει τον έλεγχο του. Προκύπτει επίσης από το πιστοποιητικό που κατέθεσε ο ΜΕ3 τεκμ.23, το οποίο δεν έχει αμφισβητηθεί, ότι η κατάσταση λογαριασμού τεκμ.24 αποτελεί μέρος του αρχείου τήρησης και διατήρησης λογαριασμών των πελάτων της B2Κapital. Το τεκμ.24, το οποίο ξεκινά ακριβώς από 08/05/20, αποτελεί συνέχεια του τεκμ.20, το οποίο σταματά στις 07/05/
  3. Γι' αυτό και το υπόλοιπο στις 08/05/20 στο τεκμ.24 είναι ίδιο με το τελευταίο υπόλοιπο στο τεκμήριο
  4. Ότι άλλο προκύπτει με βάση το τεκμ.24 είναι η χρέωση τόκου στις 30/06/20 και 30/11/
  5. Το ποσοστό επιτοκίου δε με το οποίο χρεώθηκε ο λογαριασμός - και το οποίο αξιώνουν οι ενάγοντες - είναι 7,50% δηλ. έχει αφαιρεθεί ο τόκος υπερημερίας 2% από το ποσοστό 9,50% που αναφέρθηκε ανωτέρω. Με αυτά υπόψη, ευθέως αναφέρω ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από την Υπεράσπιση οτιδήποτε που να αμφισβητεί το τεκμ.24 ή κάποια χρέωση σε αυτό και δεν προκύπτει κανένας λόγο για να μην γίνει αποδεκτό το συγκεκριμένο τεκμήριο.
  6. Η επίδικη σύμβαση ουδέποτε τερματίστηκε ή και τερματίστηκε ορθά (βλ. σελ.27-28 της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγόμενων). Να ξεκινήσω λέγοντας ότι από την γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγόμενων συνάγεται ότι δεν αμφισβητείται η αποστολή της επιστολής τερματισμού ημερ.28/06/2007 τεκμ.15 (και 14 προς τον εναγόμενο 2) και των επιστολών ημερ.07/08/2007 και 13/12/2013, τεκμ.16 και 17 αντίστοιχα. Αντίθετα η επιχειρηματολογία της συνηγόρου εξ' όσων γίνεται αντιληπτό λαμβάνει υπόψη ως δεδομένη την αποστολή. Εν πάση περιπτώσει θα πω εδώ επιγραμματικά, πριν προχωρήσω περαιτέρω, ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 ότι υπάρχει σύστημα αποστολής επιστολών τερματισμού και επιστολών προς τους εναγόμενους και ότι όταν μία επιστολή δεν επιστραφεί ως αζήτητη θεωρείται ότι αυτή έχει παραληφθεί από τον παραλήπτη της, και ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση οι επιστολές προς τους εναγόμενους έχουν σταλεί στην διεύθυνση που δόθηκε από αυτούς και οι οποίες φαίνονται στα Τεκμήρια που έχουν καταχωρηθεί, δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί. Προφανώς είναι με αυτά υπόψη, και έχοντας κατά νουν τη νομολογία, που η ευπαίδευτη συνήγορος δεν υποστηρίζει στην αγόρευση της ότι οι επιστολές δεν έχουν αποσταλεί ή ότι δεν έχουν παραληφθεί. Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η εκδοση, τόμος 17, παράγραφος 210 - 211, αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου): "Proof of posting. The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it, or that it was put into a box which was cleared every day by the postman. Proof of delivery. Proof that a letter has been posted, and that it was prepaid, properly addressed and not returned undelivered, is evidence of its delivery in the ordinary course of post". Σύμφωνα με τη Νομολογία υφίσταται τεκμήριο ότι επιστολή η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν. Το τεκμήριο είναι μαχητό και μπορεί να ανατραπεί. Παρεμβάλλω εδώ ότι με βάση τη συμφωνία τεκμ.9 οποιαδήποτε ειδοποίηση μπορούσε να δοθεί με απλό ταχυδρομείο (βλ. όρο 17). Στην υπόθεση Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 λέχθηκε ότι υφίσταται τεκμήριο ότι αν αποδειχθεί ότι μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο, αυτό συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη της παράδοσης της στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται. Παρατίθεται κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: "There is a presumption that a letter shown to have been posted, and not returned by the post office, is prima facie evidence of its delivery to the person to whom it is addressed .." Αφ΄ ης στιγμής αποδειχθεί ότι μια επιστολή φέρει την ορθή διεύθυνση, ταχυδρομήθηκε και δεν επιστράφηκε, τεκμαίρεται ότι έφθασε στον προορισμό της. Το δε βάρος της απόδειξης ότι η επιστολή έφερε την ορθή διεύθυνση, ότι ταχυδρομήθηκε και ότι δεν επιστράφηκε, το φέρει ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται κάτι τέτοιο (βλ. και Σάββα v. Κυπριακής Δημοκρατίας Προσφυγή αρ. 341/10, ημερ. 6/12/2012). Εδώ, ενόψει των όσων αναφέρθηκαν, και λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αναφερόμενες στις εν λόγω επιστολές διευθύνσεις είναι ακριβώς αυτές που δόθηκαν από τους εναγόμενους και αναφέρονται στα τεκμ.9 και 10 αντίστοιχα, υπάρχει θεωρώ το υπόβαθρο για να υπάρξει συμπέρασμα ότι οι επιστολές έχουν παραληφθεί από τους εναγόμενους. Επανέρχομαι και λέγω πως βάση για την εισήγηση των εναγόμενων αποτελεί το γεγονός ότι η Τράπεζα με τις επιστολές ημερ. 28/06/07 (βλ. τεκμ.15 και 14) τερμάτισε τη συμφωνία «ημερ.09/09/2005» και στην επιστολή ημερ.07/08/07, τεκμ.16, με θέμα «Γενική Συμφωνία ημερομηνίας 16/09/2005», ανέφερε ότι στην επιστολή τερματισμού εκ παραδρομής αναφέρεται ως ημερομηνία εγγράφου η 09/09/2005 αντί της σωστής ημερομηνίας που είναι η 16/09/2005, χωρίς να αναγράφεται οπουδήποτε ότι έχει τερματιστεί ο λογαριασμός. Επίσης με την επιστολή ημερ.13/12/13, τεκμ.17, αναφέρουν στους εναγόμενους ότι επιβεβαιώνουν την επιστολή τους τεκμ.16 με την οποία τους πληροφόρησαν ότι τερματίστηκε η λειτουργία του λογαριασμού, η οποία όμως επιστολή τεκμ.16 δεν αναγράφει πουθενά ότι η συμφωνία 16/09/2005 τερματίζεται, ενώ οι ΜΕ1 και ΜΕ2 ισχυρίζονται ότι η επίδικη σύμβαση τερματίστηκε με την επιστολή 28/06/
  1. Στο σημείο αυτό, πριν προβώ στον σχολιασμό της θέσης των εναγόμενων, ν' αναφέρω ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της συνηγόρου ότι στην επιστολή τεκμ.16 δεν αναγράφεται οπουδήποτε ότι έχει τερματιστεί ο λογαριασμός, αφού προφανώς διέφυγαν της συνηγόρου οι 3 πρώτες γραμμές της επιστολής όπου ακριβώς αναφέρεται ότι επιβεβαιώνουν την επιστολή του καταστήματος ημερ. 28/06/2007 με την οποία πληροφορήθηκαν ότι τερματίστηκε η λειτουργία του λογαριασμού. Από και πέρα και με κάθε σεβασμό προς την ευπαίδευτη συνήγορο των εναγόμενων, θεωρώ πως ενώ τα πράγματα είναι πολύ απλά, γίνεται ερμηνεία τους κατά το δοκούν και βεβαίως διαπιστώνεται μια προσπάθεια εκμετάλλευσης ενός απλού λάθους στην επιστολή τερματισμού με απώτερο σκοπό να αποφύγουν οι εναγόμενοι τις υποχρεώσεις τους. Εξηγώ. Η Τράπεζα προέβη στον τερματισμό του επίδικου λογαριασμού με την επιστολή ημερ.28/06/2007 (βλ. τεκμ.15) και απλά σημειώθηκε εκ λάθους, στο θέμα, ως ημερομηνία της γενικής συμφωνίας η 09/09/2005 αντί της 16/09/2005 που ήταν η ορθή (βλ. τεκμ.9). Ήταν ξεκάθαρο όμως στον εναγόμενο 1 ποια συμφωνία τερματιζόταν αφού αναφερόταν στην επιστολή και ο αριθμός του επίδικου λογαριασμού. Ας σημειωθεί ότι δεν ήταν ποτέ η θέση της υπεράσπισης ότι ο εναγόμενος 1 δεν είχε αντιληφθεί σε ποια συμφωνία αναφερόταν η επιστολή. Η Τράπεζα δε στη συνέχεια θεώρησε ορθό, αν και ίσως εκ του περισσού, να διευκρινίσει το ζήτημα και απέστειλε την επιστολή τεκμ.
  2. Ούτε όμως η επιστολή τεκμ.16, αλλά ούτε και η μεταγενέστερη αυτής επιστολή τεκμ.17, αλλάζει την ουσία του πράγματος και το γεγονός ότι έλαβε χώραν τερματισμός της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού με την επιστολή 28/06/
  3. Συνεπώς αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε κανονικός τερματισμός με την επιστολή της Τράπεζας ημερ. 28/06/2007 και η αντίθετη εισήγηση της υπεράσπισης απορρίπτεται.
  4. Καταχρηστικοί Όροι (βλ. σελ.20-24 της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγόμενων). Κατ' αρχήν αναφέρω, ως ένα πρώτο γενικό σχόλιο, ότι η Υπεράσπιση κατά την ακροαματική διαδικασία προσέγγισε το θέμα πολύ γενικά, υποβάλλοντας απλά στον ΜΕ1 ότι κάποιοι εκ των όρων των συμφωνιών είναι «αόριστοι, ασαφείς και κατά συνέπεια άκυροι». Δεύτερον, όπως σαφώς συνάγεται από την υπεράσπιση του εναγόμενου 1, καταχρηστικοί για την υπεράσπιση θεωρούνται οι αναφερόμενοι όροι στις παραγράφους 3(i) και 3(ii) της έκθεσης απαίτησης, πλέον οποιοσδήποτε όρος για επιβολή τόκου υπερημερίας, οι οποίοι παρατίθενται ως όροι της συμφωνίας 16/09/2005 (βλ. τεκμ.8 και 9). Πρόκειται για τη συμφωνία με την οποία υπήρξε επανέγκριση υφιστάμενου ορίου τρεχούμενου λογαριασμού και η οποία ίσχυε πλέον για τη σχέση μεταξύ των μερών, μέχρι τον τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού με την επιστολή 28/06/
  5. Με αυτά υπόψη κρίνω πως στα πλαίσια εξέτασης του θέματος αφενός δεν θα πρέπει να με απασχολήσουν και οι όροι της προηγούμενης συμφωνίας (βλ. τεκμ.6 και 7), ενώ περαιτέρω δεν θα με απασχολήσουν όροι του τεκμ.9 που δικογραφικά δεν έχει υπάρξει εισήγηση ότι είναι καταχρηστικοί. Και σίγουρα δεν θα με απασχολήσει η εισήγηση για καταχρηστικότητα όρων της σύμβασης εγγύησης τεκμ.10 αφού δεν ήταν ποτέ θέση του εναγόμενου 2 με την υπεράσπιση του ότι συγκεκριμένοι όροι της σύμβασης είναι καταχρηστικοί. Σχετικός με το συγκεκριμένο ζήτημα είναι τόσο ο Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996, αρ.93(Ι)/96 (στο εξής ο Νόμος), που ίσχυε τον ουσιώδη χρόνο σύναψης της σύμβασης (έχει καταργηθεί από τον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο του 2021, αρ. 112(I)/2021), όσο και η Οδηγία 93/13 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής η Οδηγία). Το σύστημα προστασίας που θεσπίζει η Οδηγία στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία τόσο ως προς την δυνατότητα διαπραγμάτευσης όσο και ως προς το επίπεδο της πληροφόρησης, και ως εκ τούτου είναι υποχρεωμένος να προσχωρεί στους όρους που έχει καταρτίσει εκ των προτέρων ο επαγγελματίας χωρίς να μπορεί να ασκήσει επιρροή επί του περιεχομένου τους. Ακριβώς δε επειδή οι καταναλωτές βρίσκονται σε ασθενέστερη θέση, το άρθρο 6
(1)της Οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι οι καταχρηστικές ρήτρες δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Banco Espanol de Credito SA v. Joaquin Calderon Camino C-618/10 ημερ. 14.6.2012, παρ. 39 και 40). Το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας εφόσον διαθέτει συναφώς τα αναγκαία νομικά και πραγματικά στοιχεία (βλ. τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις υποθέσεις Pannon GSM Zrt v. Erzsebet Sustikne Gyorfi C-243/08 ημερ. 4.6.2009, Elisa Maria Mostaza Claro v. Centro Movil Milenium C-168/05, ημερ. 26.10.2006 και Banco Espanol de Credito SA, ανωτέρω). Οι έννοιες του καταναλωτή, του προμηθευτή και του πωλητή καθορίζονται στον Νόμο. Στην Οδηγία καθορίζονται οι έννοιες του καταναλωτή και του επαγγελματία. Καταναλωτής «σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησης του». Προμηθευτής «σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο προμηθεύει αγαθά ή υπηρεσίες και το οποίο, κατά την κατάρτιση σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος, ενεργεί για σκοπούς σχετικούς με την άσκηση της επιχείρησής του». Πωλητής «σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο πωλεί αγαθά και το οποίο κατά τη σύναψη σύμβασης στην οποία εφαρμόζεται ο παρών Νόμος ενεργεί για σκοπούς σχετικούς με την άσκηση της επιχείρησης του.» (βλ. άρθρο 2 του Νόμου και Οδηγίας). Ο Νόμος τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συνάπτεται μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και εναπόκειται στον πωλητή ή στον προμηθευτή που ισχυρίζεται ότι μια ρήτρα υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης να το αποδείξει (βλ. άρθρο 3
(1)και 3
(5)αντίστοιχα του Νόμου). Όταν ρήτρα σύμβασης είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, καμία αμφισβήτηση του θεμιτού χαρακτήρα της δεν επιτρέπεται, εφόσον αυτή αφορά (α) τον καθορισμό του κύριου αντικειμένου της σύμβασης ή (β) την αντιπροσωπευτικότητα της τιμής ή του ανταλλάγματος για τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που πωλήθηκαν ή παρασχέθηκαν (βλ. άρθρο 3
(2)του Νόμου). Καταχρηστική ρήτρα θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση (βλ. άρθρο 5
(1)του Νόμου και 3
(1)της Οδηγίας). Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά τον χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που την περιβάλλουν, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία εξαρτάται (βλ. άρθρο 5
(2)του Νόμου και 4
(1)της Οδηγίας). Για να διαπιστωθεί κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης, λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη τα ακόλουθα (βλ. άρθρο 5
(3)του Νόμου): (α) Η διαπραγματευτική δύναμη των μερών, (β) αν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις, για να συμφωνήσει στη ρήτρα, (γ) αν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή, και (δ) ο βαθμός στον οποίο ο πωλητής ή προμηθευτής χειρίστηκαν δίκαια τον καταναλωτή. Το παράρτημα του πιο πάνω Νόμου περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που δυνατό να θεωρηθούν καταχρηστικές. Παρά τις διατάξεις του Περί Συμβάσεων Νόμου, καταχρηστική ρήτρα σε σύμβαση μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή δεν δεσμεύει τον καταναλωτή. Η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλομένους, εκτός αν αυτή δεν δύναται να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα (βλ. άρθρο 6
(1)
(2)του Νόμου και άρθρο 6
(1)της Οδηγίας). Σχετικά με το θέμα παραπέμπω και στο σύγγραμμα του Πολύβιου Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», Τόμος Α', σελ. 438-446. Στην προκείμενη περίπτωση οι αρχικοί ενάγοντες ήταν τραπεζικός οργανισμός που διεξάγουν τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο και το εξωτερικό. Από την άλλη, ο εναγόμενος 1 ενήργησε και συνομολόγησε συμφωνία δανείου σε τρεχούμενο λογαριασμό για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με την άσκηση της επιχείρησης του (με βάση το άρθρο 2 του Νόμου "επιχείρηση" περιλαμβάνει εμπόριο ή επάγγελμα, καθώς και τις επιχειρηματικές δραστηριότητες οποιουδήποτε κυβερνητικού τμήματος ή τοπικής ή δημόσιας αρχής) και εμπίπτει στην έννοια καταναλωτής. Η διαπίστωση αυτή σημειώνω δεν γίνεται με βάση στοιχεία που παρουσίασε η πλευρά του εναγόμενου 1 για το επάγγελμα του, αλλά επειδή η συμφωνία τεκμ.9 διέπεται από τον Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο, αρ. 39(Ι)/2001, και με βάση τον νόμο αυτό καταναλωτής σηµαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, για σκοπούς των συναλλαγών που καλύπτονται από τον παρόντα Νόµο, ενεργεί εκτός της εµπορικής, επιχειρηµατικής ή επαγγελµατικής δραστηριότητας του. Άρα οι ίδιοι οι ενάγοντες με τη συμφωνία αναγνωρίζουν ουσιαστικά ότι ο εναγόμενος 1 είναι καταναλωτής. Από εκεί και πέρα διαπιστώνεται ότι η επίδικη συμφωνία δανειοδότησης του εναγόμενου 1 δεν ήταν προϊόν ατομικής διαπραγμάτευσης. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3
(5)του Νόμου εναπόκειται στον πωλητή ή στον προμηθευτή που ισχυρίζεται ότι μια ρήτρα υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης να το αποδείξει. Στην υπό κρίση περίπτωση, οι ενάγοντες ή και η τράπεζα δεν προσκόμισαν τέτοια μαρτυρία. Με βάση τα πιο πάνω αλλά και το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 3
(1), κρίνω ότι ο συγκεκριμένος Νόμος έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση. O όρος 3 των Γενικών Όρων της συμφωνίας τεκμ.9 (βλ. και το τεκμ.8, υπό τον τίτλο Τροποποίηση Τόκου/Δικαιωμάτων κ.α.), έχει ως εξής: « Η τράπεζα δικαιούται να μεταβάλλει (είτε να αυξάνει είτε να μειώνει) κατά την κρίση της και οποτεδήποτε, μέσα στα πλαίσια της Νομοθεσίας, των νομισματικών και πιστωτικών κανόνων που ισχύουν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το Βασικό Επιτόκιο, τις προσαυξήσεις, τον Τόκο Υπερημερίας, τις προμήθειες και/ή Τραπεζικά δικαιώματα (και/ή να επιβαρύνει το λογαριασμό με ποσοστά προμήθειας και/ή Τραπεζικά (ledger) και/ή άλλα δικαιώματα κατά την κρίση της αν η συμφωνία αυτή δεν προνοεί τέτοιες επιβαρύνσεις) και η αλλαγή και/ή επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον Πελάτη, που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή ειδοποίηση με τον προσφορότερο κατά την κρίση της Τράπεζας τρόπο και θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση.» Η εισήγηση της υπεράσπισης ότι ο συγκεκριμένος όρος είναι αόριστος, ασαφής και καταχρηστικός, βασίζεται κατ' αρχήν στο ότι (βλ. σελ. 21 της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγόμενων-η υπογράμμιση είναι της συνηγόρου): «... ούτε ο ΜΕ1 ήταν καν σε θέση να μας εξηγήσει τον όρο ή την έννοια του αλλά έστω καν να δώσει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες, παρά μόνο να αναφέρει συγκεκριμένα ότι δεν γνωρίζει τον νόμο και δεν είναι νομικός και ούτε γνώριζε τους νομισματικούς κανόνες που αναφέρονται στον ως άνω όρο αλλά ούτε και γνώριζε να μας αναφέρει και να μας εξηγήσει ποιες ήταν οι συνθήκες της αγοράς κατά την επίδικη συμφωνία. » Και καταλήγει ως εξής (βλ. σελ. 22 της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγόμενων-η υπογράμμιση είναι της συνηγόρου): « Ως εκ τούτου ευσεβάστως υποβάλλουμε στο Σεβαστό Δικαστήριο ότι ο συγκεκριμένος όρος, ιδιαίτερα σημαντικός, είναι αόριστος, με ασαφή περιεχόμενο και κατ' συνέπεια άκυρος και καταχρηστικός, αφού σε καμία περίπτωση δεν γίνετε ρητή αναφορά ή δεν έχουν δοθεί οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ή και ρητές αναφορές των ως άνω κριτηρίων αλλά ούτε και έχει δοθεί οποιαδήποτε μαρτυρία με ποια δεδομένα και κριτήρια στηρίζονταν ή και χρησιμοποιούσαν οι Ενάγοντες δια την μεταβολή των ως άνω επιτοκίων, τόκων, προμηθειών, δικαιωμάτων ή και άλλως πως και πόσο μάλλον όχι μόνο δεν καθορίζονται ή και δεν δίδονται σαφείς εξηγήσεις ή και λεπτομέρειες αναφορικά με τα κριτήρια με τα οποία θα στηρίζονταν σε αυτές τις μεταβολές αλλά ούτε και γίνετε επακριβής αναφορά σε ποιούς τομείς συγκεκριμένα θα γινόταν οι ως άνω επιβολές και οι αλλαγές, αφού αναφέρετε γενικώς σε τραπεζικά δικαιώματα και/ή άλλα δικαιώματα. » Η εισήγηση της υπεράσπισης δεν με βρίσκει σύμφωνο. Εξηγώ. Είναι γεγονός ότι υποβλήθηκαν κάποιες ερωτήσεις στον ΜΕ1 αναφορικά με τον όρο 3 του τεκμ.7, που είναι ίδιος με τον όρο 3 του τεκμ.9 ανωτέρω, και ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δώσει εξηγήσεις είτε για την αναφερόμενη νομοθεσία, είτε για τους νομισματικούς και πιστωτικούς κανόνες, είτε για τις συνθήκες της αγοράς το διάστημα που ερωτήθηκε ή ακόμα για την αξία του χρήματος κατά την επίδικη σύμβαση. Όμως εκ τούτου δεν συνεπάγεται αυτόματα, όπως εισηγείται ουσιαστικά η υπεράσπιση, ότι προκύπτει αοριστία και ασάφεια του όρου. Απλά ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δώσει εξηγήσεις. Εν πάση περιπτώσει να υπενθυμίσω εδώ ότι ο εναγόμενος 1 δεν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και συνεπώς αναφορικά με τις περιστάσεις που περιβάλλουν την σύμβαση κατά τον χρόνο της σύναψης της η μόνη μαρτυρία που ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου προέρχεται από τους ενάγοντες και τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί. Επίσης, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου η θέση του εναγόμενου 1 για το πώς αντιλήφθηκε ο ίδιος τον συγκεκριμένο όρο της συμφωνίας, τον οποίο τεκμαίρεται ότι διάβασε και κατανόησε για να υπογράψει τη συμφωνία. Εν πάση περιπτώσει καμία μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την υπεράσπιση ότι ο εναγόμενος 1 δεν κατανόησε τον συγκεκριμένο όρο ή τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου ή ότι ζήτησε οποιαδήποτε διευκρίνιση για τον συγκεκριμένο όρο και δεν του δόθηκε. Με αυτά υπόψη θεωρώ εκ πρώτης ότι ελλείπει αναγκαία μαρτυρία, προκειμένου να αποφασιστεί το ζητούμενο, ήτοι μαρτυρία για το ότι ο εναγόμενος 1 δεν κατανόησε τον συγκεκριμένο όρο και ή τη συγκεκριμένη λειτουργία του τρόπου υπολογισμού του επιτοκίου, παρά το ότι ο ίδιος ήταν ευλόγως επιμελής και συνετός, ή και ότι δεν πληροφορήθηκε όλα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την έκταση της δεσμεύσεως που αναλάμβανε και τις οικονομικές συνέπειες που απορρέουν για τον ίδιο (βλ. τις σκέψεις 49-52 της απόφασης του Δικαστηρίου της ΕΕ στην υπόθεση C-125/18, Guasch κατά Bankia SA, ημερ.03/03/20, και τις σκέψεις 73-75 της απόφασης του Δικαστηρίου της ΕΕ στην υπόθεση C-143/13, Matei κατά SC Volksbank Romania SA, ημερ.26/02/15). Όμως θεωρώ ότι η περαιτέρω συζήτηση για το θέμα αυτό κρίνεται άσκοπη, αφού σε κάθε περίπτωση διαπιστώνω ότι καμία μαρτυρία δεν έχει παρουσιαστεί από την υπεράσπιση με την οποία να καταρρίπτεται η ύπαρξη καλής πίστης εκ μέρους της Τράπεζας κατά τη σύναψη της συμφωνίας. Ούτε καν τέθηκε τέτοια υποβολή ή θέση κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των εναγόντων. Ούτε όμως η μαρτυρία που ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου δικαιολογεί συμπέρασμα ότι η Τράπεζα δεν επέδειξε καλή πίστη. Η κατάρριψη όμως της ύπαρξης καλής πίστης είναι στοιχείο απαραίτητο για να μπορεί να καταλήξει το Δικαστήριο σε εύρημα περί καταχρηστικής ρήτρας (βλ. Πολιτική Έφεση Αρ. 9/2011, 1.FRAKAPOR COURIER LTD, κ.α. v ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, ημερ.15 Ιουνίου, 2016, ECLI:CY:AD:2016:A286). Πάντως για τον άλλο όρο που υπάρχει εισήγηση για ύπαρξη καταχρηστικής ρήτρας θα πρέπει να παρατηρήσω ότι στην παράγραφο 3(ii) της έκθεσης απαίτησης έχει παρατεθεί εξ' όσων γίνεται αντιληπτό ο όρος 3 της συμφωνίας τεκμ.7, με βάση τον οποίο η Τράπεζα μπορούσε όποτε θέλει και χωρίς προειδοποίηση να τερματίσει τη λειτουργία του λογαριασμού και να καταστήσει απαιτητό το δάνειο ή πιστωτική διευκόλυνση, και όχι ο όρος 4 της συμφωνίας ημερ.16/09/05. Ο όρος 4 προνοεί ότι «Τηρουμένων των προνοιών του Νόμου Περί Καταναλωτικής Πίστης 39(Ι) 2001 η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να τερματίσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσει απαιτητό οποιοδήποτε δάνειο και/ή πίστωση.....». Όπως προκύπτει δε με βάση την επιστολή ημερ.17/05/2007 (βλ.τεκμ.15) η Τράπεζα έδωσε την ευκαιρία στον εναγόμενο 1 να προβεί σε διευθέτηση της εκκρεμότητας του, ενημερώνοντας παράλληλα και τον εναγόμενο 2 για την υπέρβαση του ορίου με επιστολή ίδιας ημερομηνίας (βλ. τεκμ.13), και ο τερματισμός της συμφωνίας ακολούθησε με επιστολή ημερ.28/06/2007 (βλ. τεκμ.15 και 14). Άρα η Τράπεζα δεν προέβη σε τερματισμό επειδή απλά ο λογαριασμός υπερέβη το συμφωνηθέν όριο, ούτε χωρίς καμία προειδοποίηση, αλλά μόνον μετά που ο εναγόμενος 1 δεν ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα της να διευθετήσει την εκκρεμότητα του και ουσιαστικά να επαναφέρει το λογαριασμό εντός του επιτρεπτού ορίου και να άρει την παράβαση. Συνεπώς καμία ανισότητα σε βάρος του εναγόμενου 1 δεν εντοπίζεται. Εν κατακλείδι η εισήγηση της υπεράσπισης απορρίπτεται. Ευρήματα Με βάση την αξιολόγηση πιο πάνω και τα παραδεκτά γεγονότα, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: Κατόπιν αίτησης του εναγόμενου 1 ημερ. 11/03/05 προς την Τράπεζα για επανέγκριση ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό, η οποία έγινε αποδεκτή με την επιστολή της Τράπεζας ημερ. 07/04/05 (τεκμ.8) - την οποία επιστολή ο εναγόμενος 1 αποδέχτηκε στις 08/04/05 - υπεγράφη μεταξύ των εναγόντων και του εναγόμενου 1 η συμφωνία ημερ. 16/09/05 (τεκμ.9) και παραχωρήθηκε στον εναγόμενο 1 διευκόλυνση υπό μορφή ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό με όριο Λ.Κ.3000.-. Η διευκόλυνση θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο 7,250% ετησίως που θα αποτελείται από το βασικό επιτόκιο της τράπεζας που κατά την υπογραφή της συμφωνίας ήταν 4,250%, προσαυξημένο κατά 3%. Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται κάθε έξι μήνες ήτοι την 30η Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Συνέχισε δε με βάση τα πιο πάνω η λειτουργία του υφιστάμενου λογαριασμού αρ. XXXXX9657, ο οποίος είχε ανοιχθεί κατόπιν προηγούμενης αίτησης του εναγόμενου 1 προς την Τράπεζα για παραχώρηση ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό Λ.Κ.3000, η οποία είχε γίνει αποδεκτή με την επιστολή της Τράπεζας ημερ.08/01/04 και την οποία επιστολή ο εναγόμενος 1 αποδέχτηκε στις 21/01/04 (τεκμ.6), και κατόπιν υπογραφής σχετικής συμφωνίας ημερ.21/01/04 μεταξύ της Τράπεζας και του εναγόμενου 1 (τεκμ.7). Προς εξασφάλιση δε των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1 ή και των πιστωτικών διευκολύνσεων που του παραχωρήθηκαν, ο εναγόμενος 2 υπέγραψε με τους ενάγοντες συμφωνία εγγύησης ημερ.08/04/05 για ποσό Λ.Κ.3600.- (τεκμ.10) και εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 παρούσες ή μελλοντικές, είτε αυτές κατέστησαν ή ενδέχεται να καταστούν απαιτητές, είτε είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι. Ο εναγόμενος 2 θα ευθυνόταν περαιτέρω για τόκους, τραπεζικά δικαιώματα, δικηγορικά και άλλα έξοδα, ενώ συμφώνησε ότι θα έχει ευθύνη σαν να ήταν πρωτοφειλέτης (βλ. τον όρο 18). Ένεκα υπέρβασης του εγκεκριμένου ορίου του λογαριασμού και μη τήρησης των όρων της συμφωνίας από μέρους του εναγόμενου 1, η Τράπεζα με επιστολή της ημερ. 17/05/07 προς τον εναγόμενο 1 (τεκμ.15) ζήτησε τη διευθέτηση της εκκρεμότητας του μέσα στις επόμενες 21 μέρες. Την ίδια στιγμή σημειώνεται, με επιστολή ίδιας ημερομηνίας (τεκμ.13), ενημερώθηκε και ο εναγόμενος 2 για την υπέρβαση και ακινησία του λογαριασμού. Ακολούθως δε η Τράπεζα με επιστολές ημερ. 28/06/07 (τεκμ.15 και 14) προέβη σε τερματισμό της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού και κάλεσε τους εναγόμενους να εξοφλήσουν παν οφειλόμενο υπόλοιπο πλέον τόκους, ενημερώνοντας τους και ότι ο λογαριασμός θα επιβαρύνεται με τόκο υπερημερίας όπως τους έχει κοινοποιηθεί. Κατόπιν συμφωνίας πώλησης και ή μεταβίβασης και ή εκχώρησης ημερ.02/01/20 η B2KAPITAL (ή και οι ενάγοντες) υποκατέστησε και ή αντικατέστησε την Τράπεζα και από 08/05/20 ανέλαβε όλα τα δικαιώματα και ή υποχρεώσεις της Τράπεζας, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος συνέχισης της παρούσας αγωγής. Με βάση δε την αναδομημένη / αναθεωρημένη κατάσταση λογαριασμού τεκμ.24 που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού στις 30/11/20 ανερχόταν σε ποσό €52.248,98.-, πλέον τόκο προς 7,50% επί ποσού €50.660,64.- από 30/11/20 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιούμενου την 30ην Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω βρίσκω ότι οι ενάγοντες απέσεισαν το βάρος που ήταν στους ώμους τους και πέτυχαν να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό την αγωγή τους εναντίον των εναγόμενων 1 και 2, η οποία επιτυγχάνει. Αντίθετα ο εναγόμενος 1 απέτυχε να αποδείξει την ανταπαίτηση του. Συναφώς εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα για ποσό €52.248,98.-, πλέον τόκο προς 7,50% επί ποσού €50.660,64.- από 30/11/20 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιούμενου την 30ην Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των Εναγόμενων 1 και 2, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση του εναγόμενου 1 απορρίπτεται. Τα έξοδα της ανταπαίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος του Εναγόμενου 1, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)....................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.