ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ ν. ΑΛΠΕΡΤ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2240/2014, 28/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A84 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: M. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2240/2014 Μεταξύ : ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ Εναγόντων και
- ...... ΑΛΠΕΡΤ
- ....... ΑΝΤΩΝΙΟΥ
- ....... ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
- ....... ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 28 Ιουνίου 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα. Τζ. Σαββοπούλου μαζί με κα. Τσαλακού. Για Εναγόμενη 4: κ. Αδ. Πετρίδης για Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σία. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Η παρούσα υπόθεση προχώρησε για Ακρόαση μόνον εν σχέση με την εναγόμενη
- Εναντίον των υπόλοιπων εναγόμενων έχει εκδοθεί απόφαση. Πιο συγκεκριμένα εκδόθηκε απόφαση εναντίον των εναγόμενων 1 και 3 στις 27/10/17, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στη διαδικασία αν και τους επιδόθηκε δεόντως η αγωγή, ενώ περαιτέρω εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον του εναγόμενου 2 στις 14/12/
- Δικογραφία Οι Ενάγοντες σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης αξιώνουν εναντίον της Εναγόμενης 4 διάταγμα για πώληση κτήματος, το οποίο έχει υποθηκεύσει (αρ. υποθήκης XXXXX/10 του Κτηματολογίου Λάρνακας) στις 28/9/10 προς εξασφάλιση και εγγύηση της αποπληρωμής του δανείου που σύνηψε με τους ενάγοντες στις 17/06/09 η εναγόμενη
- Με βάση την έκθεση απαίτησης η εναγόμενη 1 δεν πλήρωνε τις συμφωνηθείσες δόσεις του δανείου και οι ενάγοντες ζήτησαν εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου, ενώ στη συνέχεια τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού του δανείου. Το υπόλοιπο δε είναι €8.237,67.- πλέον τόκος 12% από 01/07/14, με κεφαλαιοποίηση την 1η Ιουλίου και 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Η εναγόμενη 4 στην υπεράσπιση της αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων, προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς και ζητά την απόρριψη της αγωγής. Εδώ δεν θα γίνει αναφορά στους ισχυρισμούς της εναγόμενης 4 αφού όπως θα διαφανεί κατωτέρω τούτο θα ήταν άνευ ουσίας. Ακρόαση-Παραδεκτά γεγονότα Κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών η διαδικασία ολοκληρώθηκε με τη δήλωση παραδεκτών γεγονότων και την κατάθεση εκ συμφώνου δύο τεκμηρίων, έτσι ώστε, όπως δηλώθηκε, να παραμένει μόνο ένα νομικό ζήτημα για το οποίο οι συνήγοροι θα αγορεύσουν. Παρεμβάλλω εδώ, ίσως εκ του περισσού, πως είναι σαφές ότι με την τελευταία δήλωση από μέρους των δύο πλευρών, συνεπάγεται ότι εγκαταλείπονται από την εναγόμενη 4 όλες οι υπόλοιπες θέσεις, ισχυρισμοί ή ενστάσεις που προβάλλει με το δικόγραφο της. Πιο συγκεκριμένα:
- Έγγραφα που κατατέθηκαν εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου τους: (α) Πιστό αντίγραφο της υποθήκης XXXXX/10 με συνημμένο τον τύπο Ν.271 του Κτηματολογίου και τη σχετική απόδειξη κατάθεσης, Τεκμήριο
- (β) Η κατάσταση λογαριασμού αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό της εναγόμενης 1, Τεκμήριο
- Με βάση την κατάσταση το υπόλοιπο την 02/12/20 ήταν €9.846,35.- πλέον τόκους.
- Παραδεκτά γεγονότα: Κατά το χρόνο κατάθεσης της υποθήκης στο Κτηματολόγιο από την εναγόμενη 4 προς όφελος των εναγόντων υπήρχε ήδη και προηγείτο το εμπράγματο βάρος του πωλητηρίου ΠΩΕ 1207/2009, το οποίο συνεχίζει να βρίσκεται σε ισχύ. Τα πιο πάνω βεβαίως γίνονται ευρήματα του Δικαστηρίου. Αγορεύσεις των συνηγόρων / Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών Οι θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών περιλαμβάνονται σημειώνεται στις γραπτές αγορεύσεις που ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών έχουν τύχει σημειώνεται ενδελεχούς μελέτης. Θέση της εναγόμενης 4 είναι η εξής:
- Η επίδικη Σύμβαση Υποθήκης, με αριθμό XXXXX/10 - Τεκμήριο 1, δεν προηγείται του Πωλητηρίου - ΠΩΕ 1207/09 και δε μπορεί να το υπερπηδήσει και/ή παρακάμψει εις βάρος των δικαιωμάτων του αγοραστή.
- Τυχόν έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος εναντίον της Εναγόμενης αρ. 4 θα συνεπάγεται την παράτυπη εξουδετέρωση του Εμπράγματου Βάρους του Πωλητηρίου που προηγείται, χωρίς να ακουστεί ο δικαιούχος του, ο οποίος ΔΕΝ έχει καταστεί μέρος της διαδικασίας από την Ενάγουσα, ΔΕΝ έχει τοποθετηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και ΔΕΝ έχει αποκαλυφθεί στο Δικαστήριο από την Ενάγουσα.
- Δε μπορεί, με βάση το νόμο, να εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του ΠΩΕ 1207/09, την οποία οι Ενάγοντες ουδέποτε ζήτησαν. Αντίθετα, όλη η δικαστική διαδικασία και ο τρόπος ενέργειας των Εναγόντων, απολήγει να συνιστά μία εν κρυπτό από τον αγοραστή διαδικασία, με σκοπό την εξουδετέρωση του πωλητηρίου του (ΠΩΕ 1207/09) και κατ' επέκταση την καταδολίευση και εξαπάτηση του.
- Τυχόν έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος θα ήταν αντίθετη με το Εδάφιο
(1), του Άρθρου 12, του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του
- Οι ενάγοντες λέγουν ότι δεν αναγράφεται στο δικόγραφο της εναγόμενης 4 ότι το επίδικο ακίνητο ήταν κατά την εγγραφή της επίδικης υποθήκης επιβαρυμένο με οποιοδήποτε πωλητήριο έγγραφο, ήτοι με το ΠΩΕ 1207/09, και ή ότι θα μπορούσε αυτό να τεθεί ως εμπόδιο στην εκποίηση της υποθήκης υπ' αρ. XXXXX/
- Άρα, εφόσον αποτελεί μη δικογραφημένο ισχυρισμό, θα πρέπει να αγνοηθεί. Με επιφύλαξη τούτης της θέσης τους δε, η ευπαίδευτη συνήγορος επιχειρηματολογεί γιατί εμμένουν στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ευθέως όμως αναφέρω ότι το μεγαλύτερο μέρος της επιχειρηματολογίας της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγόντων στις σελ.6-17 της γραπτής της αγόρευσης της, είναι, με κάθε σεβασμό λέω, άσχετο με την παρούσα. Η τροποποίηση του Ν.9/1965 και το μέρος VIB που προνοεί για την προστασία των αγοραστών, αλλά και τα θέματα συνταγματικότητας της διαδικασίας που προβλέπεται στο πιο πάνω μέρος του νόμου, τα οποία απασχολούν την συνήγορο, ως αν το επίδικο στην παρούσα να είναι η μεταβίβαση του ακινήτου στον αγοραστή παρά την ύπαρξη της υποθήκης, είναι θέματα που καμία σχέση δεν έχουν με ότι εγείρει η υπεράσπιση ή και με ότι έχει στο τέλος της ημέρας να αποφασίσει το Δικαστήριο. Εδώ αναφέρω ότι αν κριθεί αναγκαίο θα παρατεθούν κατωτέρω συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων. Αξιολόγηση-Συμπεράσματα Κατ' αρχήν να σημειωθεί ότι πράγματι στο δικόγραφο της εναγόμενης 4 δεν εντοπίζεται ισχυρισμός ή θέση περί ύπαρξης κατατεθειμένου προγενέστερου πωλητηρίου εγγράφου (ΠΩΕ) στο επίδικο ακίνητο και ανάγκης λήψης συγκατάθεσης από τον αγοραστή του ακινήτου με βάση το εν λόγω ΠΩΕ ή για την ύπαρξη κωλύματος έκδοσης εναντίον της εναγόμενης 4 διατάγματος πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος λόγω των πιο πάνω. Άρα, η θέση που προβάλλεται τώρα με την αγόρευση είναι πράγματι εκτός δικογράφων. Εν πάση περιπτώσει, ανεξάρτητα τούτου, θα πω εδώ σε κάθε περίπτωση και με κάθε σεβασμό ότι στο βαθμό που η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγόμενης 4 βασίζεται στο άρθρο 44Θ
(1)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, αρ.9/65, δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να γίνει αποδεκτή. Το συγκεκριμένο άρθρο εμπίπτει στο Μέρος VIA του νόμου, το οποίο προστέθηκε στο νόμο με τον Ν.142(Ι)/2014 και το οποίο προνοεί για την πώληση ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή. Το άρθρο 44Θ δε ακριβώς αφορά την πολύ συγκεκριμένη διαδικασία πώλησης ακινήτου με βάση το συγκεκριμένο μέρος του νόμου και δεν ισχύει καθολικά για κάθε περίπτωση. Εδώ ο ενυπόθηκος δανειστής επιδιώκει έκδοση διατάγματος στα πλαίσια αγωγής και όχι με βάση τις πιο πάνω διατάξεις του νόμου. Εξάλλου με βάση το άρθρο 44Α
(4)του νόμου, το οποίο είναι το πρώτο άρθρο του Μέρους VIA πιο πάνω, : «Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου.» Παρά τα πιο πάνω, απομένει να εξεταστεί ένα θέμα. Η πλευρά της εναγόμενης 4 παρατηρώ ότι το έχει μεν θίξει, αλλά δεν το έχει αναπτύξει επαρκώς. Αυτό βεβαίως γιατί είχε στραμμένη την προσοχή της στο άρθρο 44Θ του νόμου πιο πάνω. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στο κατά πόσο ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου οι αναγκαίοι διάδικοι. Δεν μου διαφεύγει βεβαίως ότι δεν περιλαμβάνεται τέτοια θέση στο δικόγραφο της εναγόμενης 4. Όμως θεωρώ πως πρόκειται για θέμα που μπορεί να εξεταστεί και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (βλ. κατ' αναλογία την Perihan Mustafa Korkut v. Αποστόλου Γεωργίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1213 και την υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Edward,
(2013)1 Α.Α.Δ. 2387). Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι κατά το χρόνο κατάθεσης της υποθήκης στο Κτηματολόγιο υπήρχε ήδη κατατεθειμένο το εμπράγματο βάρος του ΠΩΕ 1207/2009, το οποίο ευρίσκεται σε ισχύ μέχρι σήμερα. Τούτο, ως εξάλλου είναι αποδεκτό με τις αγορεύσεις των δύο πλευρών, συνεπάγεται ότι κάποιος τρίτος έχει αγοράσει το ακίνητο. Δυστυχώς δεν δόθηκαν περισσότερα στοιχεία για το πρόσωπο του αγοραστή ή και άλλες λεπτομέρειες. Λέγοντας αυτά, θα πω εδώ παρενθετικά ότι όσα αναφέρει η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγόντων στην παράγραφο 11 (σελ.7) της αγόρευσης της δεν ευσταθούν. Μιλώ πιο συγκεκριμένα για την αναφορά της ότι το ΠΩΕ «δεν αποτελεί και δεν θεωρείται εμπράγματο βάρος εν τη εννοία του Νόμου». Αφενός τούτη η αναφορά προσκρούει στα παραδεκτά γεγονότα. Αφετέρου είναι σαφές με βάση το άρθρο 7 του περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ.232, που ίσχυε κατά τον χρόνο κατάθεσης του επίδικου ΠΩΕ (και της επίδικης υποθήκης), αλλά και το άρθρο 5
(1)του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου του 2011, αρ. 81(Ι)/2011, που αντικατέστησε τον πρώτον - και ισχύει σήμερα - ότι η κατάθεση σύμβασης συνιστά εμπράγματο βάρος επί της ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης. Με βάση δε τον Ν.9/65 (βλ. άρθρο 12
(5)(α)), εις τον οποίο παράπεμπε το Κεφ.232 και παραπέμπει ο Ν.81(Ι)/2011ως προς την έννοια εμπράγματο βάρος, "εμπράγματον βάρος" σημαίνει άμεσον τινα επί ακινήτου απαίτησιν, δικαίωμα επιβαρύνσεως (lien) ή υποχρέωσιν, υφισταμένην δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου. Το άρθρο 12
(1)του Ν.9/1965 προνοεί τα ακόλουθα (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου): « 12.-
(1)Εκτός ως προνοείται εν άρθρω 29 ή 31, οσάκις ακίνητον υπόκειται εις οιονδήποτε εμπράγματον βάρος ή ο κύριος αυτού τελεί υπό απαγόρευσιν- (α) ουδεμία δήλωσις μεταβιβάσεως ή υποθήκης τοιούτου ακινήτου γίνεται δεκτή παρά τω αρμοδίω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω (β) ουδεμία δήλωσις μεταβιβάσεως ή υποθήκης τοιούτου ακινήτου γίνεται δεκτή παρ' οιωδήποτε ετέρω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω ή παραρτήματι, οσάκις η ύπαρξις του τοιούτου εμπραγμάτου βάρους ή απαγορεύσεως είναι γνωστή εις τον αρμόδιον λειτουργόν του ετέρου τοιούτου Κτηματολογικού Γραφείου ή, αναλόγως της περιπτώσεως, παραρτήματος (γ) ουδεμία μεταβίβασις ή υποθήκη τοιούτου ακινήτου δηλωθείσα παρ' οιωδήποτε ετέρω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω ή παραρτήματι άνευ γνώσεως του αρμοδίου λειτουργού περί της υπάρξεως τοιούτου εμπραγμάτου βάρους ή απαγορεύσεως εγγράφεται παρά τω αρμοδίω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω.» Έχοντας δε υπόψη όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, ακριβώς προκύπτει το ερώτημα αν το Κτηματολόγιο, με δεδομένο ότι προηγείτο εμπράγματο βάρος, ορθά αποδέχτηκε την κατάθεση της υποθήκης στο ακίνητο, χωρίς προηγουμένως να ενημερωθεί ο αγοραστής και να δώσει τη συγκατάθεση του. Δεν χρειάζεται θεωρώ να αποφανθώ οριστικά επί του θέματος αυτού. Ο λόγος που καταγράφω το ερώτημα είναι διότι ακριβώς αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία η συμμετοχή του αγοραστή, ως κατωτέρω αναφέρεται, στην παρούσα διαδικασία. Και λέγοντας αυτά, έρχομαι στην ουσία του πράγματος. Είναι σαφές πως η απόφαση του Δικαστηρίου για την πώληση ακινήτου που υποθήκευσε η εναγόμενη 4, αλλά στην ουσία είναι αποδεκτό ότι ανήκει δυνάμει του ΠΩΕ σε τρίτο πρόσωπο, θα επηρεάσει τα δικαιώματα του τελευταίου. Δεν είναι όμως θεωρώ δυνατόν, υπό το φως και της Νομολογίας που αναφέρεται κατωτέρω, χωρίς αυτός να αποτελέσει μέρος της διαδικασίας, να λάβει γνώση και να ακουστεί, να αποφασιστεί το πιο πάνω θέμα. Από το έγγραφο υποθήκης προκύπτει ότι η εναγόμενη 4 υποθήκευσε μερίδιο ενός οικοπέδου στην Βορόκλινη. Αν υπήρχε κάποια κατοικία ή άλλο οικοδόμημα εντός αυτού είναι άγνωστο. Όπως άγνωστο είναι αν μετά την αγορά του, ο αγοραστής προέβη στην ανέγερση τέτοιας κατοικίας ή άλλου οικοδομήματος. Πως θα μπορούσε όμως το Δικαστήριο, χωρίς να γνωρίζει ακριβώς περί τίνος πρόκειται και χωρίς να ακούσει τον αγοραστή, να εκδώσει διάταγμα για την πώληση; Πρόσφατα, στην Πολ.Εφ.68/2019, Αναφορικά με την αίτηση της Bank of Cyprus Public Company Ltd, ημερ.08/05/2020, ECLI:CY:AD:2020:A144, αναφέρθηκαν τα εξής: «Υπενθυμίζουμε επί του προκειμένου ότι κατά πάγια νομολογία (Hadjipetrou v. Petsoloukas
(1965)1 CLR 83, HjiSavva and Others v. Loizou
(1982)1 CLR 218, Tιτινίδου ν. Ρεσιάντ
(1993)1 Α.Α.Δ. 429, Γεωργιάδου ν. Γεωργιάδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1210 και Κωνσταντίνου κ.α. ν. Διευθυντή Κτηματολογίου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1990), σε διαδικασίες που έχουν ως αντικείμενο ακίνητη ιδιοκτησία επιβάλλεται να συνενώνονται ως διάδικοι όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, κάτι που στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έγινε. » Βλ. επίσης, HJI SAVVA AND OTHERS v. LOIZOU
(1982)1 CLR 218, Marcoulis and Others v. Tsakkistos and Another
(1970)1 C.L.R. 1, Χ"ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ v. ΙΩΑΝΝΟΥ, ΩΣ ΝΟΜΙΜΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ Π...ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΙ ΆΛΛΗΣ
(1996)1 ΑΑΔ 764, ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ v. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ
(1999)1 ΑΑΔ 1210, Κωνσταντίνου v. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 1990, ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ Κ.. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΕΩΣ ΕΚ ΜΑΛΟΥΝΤΑΣ v. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 350/2010, ημερ. 6 Ιουνίου, 2014, ΠΙΤΤΑΡΑ κ.α. ΧΗΡΑΤΗ ΚΑΙ AΛΛΩΝ
(2011)1 Α.Α.Δ. 2312, ΑΓΡΟΤΟΥ v. ΑΓΡΟΤΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 288/2010, ημερ. 31 Μαΐου 2016. Στην ΑΓΡΟΤΟΥ πιο πάνω αναφέρθηκαν τα εξής: "Αν έχουν συνενωθεί ή όχι στην αγωγή όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι συναρτάται άμεσα με τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις (Παπαχριστοφόρου κ.α. ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 906, Χ"Δαυϊδ ν. Χ"Δαυϊδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 1176, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστόπουλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 479, Δ. ν. Α. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 578, Τιτσινίδης ν. Ρεσιατ
(1993)1 Α.α.Δ. 429, Α. Οδυσσέως ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1372). Στην Mepa Underwriting Management Ltd κ.α. ν. Αγροτικής Ανώνυμης Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772 επανατονίστηκε η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες τροποποιήσεις ως προς τους διαδίκους, ώστε να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων. Η δε επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει βασικά στον ενάγοντα (Α. Οδυσσέως (ανωτέρω) και Supreme Court Practice, 1982, σ. 210). " Καταληκτικά επί του θέματος κρίνω πως δεν ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι και δεν μπορούν να αποφασιστούν τα εγειρόμενα ζητήματα κατά τρόπο δίκαιο και αποτελεσματικό μεταξύ όλων των ενδιαφερόμενων προσώπων. Η παράλειψη συνεπώς αυτή των εναγόντων, να προσθέσουν δηλαδή στην παρούσα όλους τους αναγκαίους διαδίκους, κρίνεται μοιραία για την αγωγή τους εναντίον της εναγόμενης 4. Στην ΠΙΤΤΑΡΑ πιο πάνω αναφέρθηκε και ότι : «Η απουσία όλων των αναγκαίων διαδίκων στη διαδικασία είναι ελάττωμα θεμελιακό που σφραγίζει την τύχη της υπόθεσης.» Παρεμβάλλω πως δεν μου διέφυγε η κατάληξη του Εφετείου στην Αλεξάνδρου πιο πάνω, όμως εδώ δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ή στοιχεία αναφορικά με τον αγοραστή. Εν πάση περιπτώσει η Αλεξάνδρου κρίθηκε με βάση τα δικά της γεγονότα. Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες γνώριζαν από την ημέρα κατάθεσης της υποθήκης στις 28/09/10 περί της ύπαρξης του ΠΩΕ και κατ' επέκταση για την ύπαρξη αγοραστή (βλ. τη βεβαίωση του ενυπόθηκου δανειστή (εναγόντων) στο τεκμ.1 ήτοι στο κάτω μέρος της 2ης σελίδας της σύμβασης και δήλωσης υποθηκεύσεως ακινήτου), όπως επίσης το γνώριζαν 4 περίπου χρόνια μετά όταν καταχώρησαν την παρούσα αγωγή. Επέλεξαν όμως να καταχωρήσουν την αγωγή χωρίς να συμπεριλάβουν σε αυτήν τον αγοραστή και χωρίς αυτός να λάβει γνώση. Ακολούθως, κατά την ακροαματική διαδικασία της παρούσας, είχε τεθεί το θέμα της μη συμπερίληψης του αγοραστή στην παρούσα διαδικασία. Η πλευρά των εναγόντων όμως, η οποία είχε την ευθύνη να παρουσιάσει την υπόθεση της παρουσία όλων των αναγκαίων διαδίκων, δεν υπέβαλε αίτημα για προσθήκη του αγοραστή ως αναγκαίου διαδίκου. Αντίθετα δήλωσε δια της συνηγόρου της, μεταξύ άλλων, ότι ο αγοραστής σε καμία ενέργεια δεν προέβη μέχρι σήμερα και ουδέποτε εμφανίστηκε, αλλά και ότι «ως το άμεσα ενδιαφερόμενο και επηρεαζόμενο πρόσωπο ουδέποτε καλέστηκε από την εναγόμενη 4 να παρευρεθεί στην υπόθεση» (βλ. σελ.14, παρ.35 της αγόρευσης της συνηγόρου των εναγόντων), και επέμενε στην έκδοση του διατάγματος στην απουσία του. Ας σημειωθεί εδώ πως στην Χ"ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ανωτέρω, όπου η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε και η έφεση απορρίφθηκε, ο συνήγορος της εφεσείουσας, θεωρώντας αχρείαστη την προσθήκη άλλου διαδίκου, είπε ότι ήταν «υποχρέωση της νυν ιδιοκτήτριας να κάνει αίτηση να έλθει ως διάδικος». Λέχθηκε ότι: « Η σαφήνεια της δήλωσης αυτής δεν επιδέχεται οποιαδήποτε αμφισβήτηση. Η εφεσείουσα ήταν ενήμερη όλων των επιπτώσεων και σκόπιμα αδράνησε. Το δικάσαν Δικαστήριο εν τέλει, αφού αναφέρθηκε σε δύο συναφείς αποφάσεις HjiSavva and Others v. Loizou
(1982)1 C.L.R. 218 και Marcoullis and Others v. Tsakkistos and Another
(1970)1 C.L.R. 1, έκρινε πως στην απουσία της ιδιοκτήτριας δεν μπορούσε έγκυρα να προχωρήσει στη διάγνωση των δικαιωμάτων των διαδίκων. Και απέρριψε την αγωγή (καθώς και την ανταπαίτηση των εναγομένων), με μεγάλη διάθεση επιείκειας, χωρίς να καταδικάσει την εφεσείουσα στα έξοδα της δίκης.» Και αμέσως μετά ότι: « Η κρίση αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι το αντικείμενο της έφεσης. Ο κ. Κορακίδης επέμεινε, χωρίς όμως να δώσει πειστική εξήγηση νομικής υφής, πως οι διεκδικήσεις της εφεσείουσας μπορούσαν να διευκρινιστούν ανεξάρτητα από τη συμμετοχή της ιδιοκτήτριας στη διαδικασία που η ίδια είχε αρχίσει. Παραδόξως, υποστήριξε ακόμα τη θέση πώς ήταν καθήκον του δικάσαντος Δικαστηρίου να φροντίσει ώστε η ιδιοκτήτρια να γίνει διάδικος, υποχρέωση που έχει ακόμη και το Δικαστήριο αυτό ως Εφετείο. Έχοντας υπόψη την απόλυτη στάση του δικηγόρου της αιτήτριας, πάλιν, η πρόταση αυτή είναι έξω από κάθε δικονομική πραγματικότητα. Και παράλληλα αντιστρατεύεται βασική πτυχή του δικαιϊκού μας συστήματος της αντιδικίας, δεδομένου ότι ο δικηγόρος της εφεσείουσας πήρε σαφή θέση εναντίον της προσθήκης.» Εν κατακλείδι οι ενάγοντες εδώ έκαναν την επιλογή τους, που δεν ήταν άλλη από το να προχωρήσουν την υπόθεση τους μέχρι τέλους στην απουσία όλων των αναγκαίων διαδίκων, εν γνώσει των συνεπειών ή εν πάση περιπτώσει τις οποίες με εύλογη επιμέλεια θα μπορούσαν να γνωρίζουν. Κατάληξη Συνακόλουθα η αγωγή εναντίον της εναγόμενης 4 απορρίπτεται. Για τα έξοδα έχω προβληματιστεί. Το θέμα που καθόρισε την έκβαση της παρούσας ήταν μόνον το κατά πόσο ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι και ηγέρθη ουσιαστικά από την εναγόμενη 4 κατά την ακρόαση της παρούσας. Όλοι οι υπόλοιποι ισχυρισμοί και θέσεις της εναγόμενης 4 με τους οποίους πορεύτηκε δικογραφικά μέχρι την ακρόαση, στο τέλος εγκαταλείφθηκαν. Με αυτά υπόψη θεωρώ ορθό να επιδικάσω έξοδα υπερ της εναγόμενης 4 και εναντίον των εναγόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, από 03/12/20, ημερομηνία έναρξης της ακρόασης, και μέχρι την έκδοση της παρούσας απόφασης. Για προηγουμένως η κάθε πλευρά θα επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα. (Υπ.).......................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο