Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Παναγιώτου κ.α., Αρ. Αγωγής? 4118/1999, 9/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A90 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιονː Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγήςː 4118/1999 Μεταξύ: Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Ενάγοντες και
- XXXXX Γεωργίου Παναγιώτου
- XXXXX Παύλου Παναγιώτου
- XXXXX Γεωργίου
- XXXXX Παναγή Καλλή Εναγόμενοι Ημερομηνία: 9.7.21 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/ Αιτητές: κα. Μ. Αβραάμ για Χ. Κυριακίδη Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 4/ Καθ'ων η αίτηση: κα. Ε. Ττοφαλλή ΑΠΟΦΑΣΗ Την 7.12.99 οι ενάγοντες εξασφάλισαν την υπέρ τους και εναντίον των εναγομένων έκδοση Δικαστικής Απόφασης για το ποσό των £6.211,28 με τόκο 8,5% ετησίως από 24.8.99 μέχρι εξόφλησης. Περαιτέρω, επιδικάστηκαν έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενών αλληλέγγυα και κεχωρισμένα ύψους £294,50 ως έξοδα αγωγής, με τόκο προς 8% ετησίως από 24.8.99 μέχρι εξόφλησης πλέον £8 ως έξοδα επίδοσης πλέον ΦΠΑ. Την Δικαστική απόφαση επιχειρούν με αίτηση τους ημερομηνίας 20.10.20 οι ενάγοντες όπως εκτελέσουν. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 Θ.8 , Δ.48 Θ1-3, 8 και
- Το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια όρισε την αίτηση για επίδοση. Παρά την επίδοση της στους εναγόμενους 1-3, αυτοί δεν επέδειξαν κανένα ενδιαφέρον, μη εμφανιζόμενοι στην διαδικασία. Κατόπιν δε αιτήματος των συνηγόρων των αιτητών, το Δικαστήριο την 19.11.20 εξέδωσε σχετικό Διάταγμα για εκτέλεση της απόφασης για 3 χρόνια. Σε αντίθεση με τους λοιπούς εναγόμενους, ο εναγόμενος 4, μέσω δικηγόρου εμφανίστηκε στο Δικαστήριο, ζητώντας χρόνο για καταχώρηση ένστασης. Αυτή καταχωρήθηκε την 22.3.
- Η αίτηση: Την αίτηση στηρίζει με ένορκη δήλωση του ο κ. XXXXX Σωτηρίου από Παραλίμνι, υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd. Εκεί δηλώνει ότι η προαναφερθείσα εταιρεία, έχει συνάψει συμφωνία διαχείρισης και ρύθμισης δανείων με τους ενάγοντες, και ως εκ τούτου, ενεργώντας δια λογαριασμό των εναγόντων, ανέλαβε την διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων, μία εκ των οποίων είναι και η παρούσα, ως αυτή αντανακλάται στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο, αγωγή. Ο. κ. Σωτηρίου δηλώνει πλήρως εξουσιοδοτημένος όπως προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση ενώ γνώση των γεγονότων αντλεί και κατέχει από έγγραφα που έχει στην κατοχή του. Παραπέμπει μέσω της παραγράφου 5 της ένορκης του δήλωσης στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 2, την οποία και επισυνάπτει όπου φαίνεται ότι το σημερινό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού ανέρχεται σε €59.928,92 πλέον τόκο προς 8,5% από 1.7.20, πλέον έξοδα. Το Δικαστήριο για σκοπούς πληρότητας, παραθέτει αυτούσια, ως φαίνονται στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης, τα μέτρα εκτέλεσης στα οποία προέβησαν οι ενάγοντες. (α) Στις 2.3.2000 έχει καταχωριστεί ριτ κινητών εναντίον όλων των εναγομένων το οποίο επεστράφη ανεκτέλεστον. (β) Στις 7.2.2001 έχει καταχωριστεί αίτηση μηνιαίων δόσεων εναντίον όλων των εναγομένων, η οποία αργότερα έχει αποσυρθεί. (γ) Στις 14.6.2011 έχει εκδοθεί διάταγμα μηνιαίων δόσεων κατά της εναγομένης
- (δ) Στις 5.12.2001 καταχωρήθηκε αίτηση φυλάκισης για την εναγομένη
- (ε) Στις 5.12.2001 έχει καταχωριστεί αίτηση μηνιαίων δόσεων εναντίον των εναγομένων 1, 3 και
- (στ) Στις 12.4.2002 καταχωρήθηκε αίτηση φυλάκισης για την εναγόμενη
- (ζ) Στις 12.4.2002 έχει καταχωριστεί νέα αίτηση μηνιαίων δόσεων εναντίον των εναγομένων 3 και
- (η) Στις 29.1.2002 έχει εκδοθεί διάταγμα μηνιαίων δόσεων για τον εναγόμενο
- (θ) Στις 26.7.2002 έχει καταχωριστεί αίτηση φυλάκισης κατά του εναγομένου
- (ι) Στις 3.1.2003 έχει καταχωριστεί αίτηση φυλάκισης κατά του εναγομένου
- (κ) Στις 21.11.2002 έχει εκδοθεί διάταγμα μηνιαίων δόσεων για τον εναγόμενο
- (λ) Στις 29.5.2003 έχει καταχωριστεί αίτηση μηνιαίων δόσεων για τον εναγόμενο
- (μ) Στις 11.2.2005 έχει εκδοθει διάταγμα μηνιαίων δόσεων για τον εναγόμενο
- (ν) Στις 21.1.2009 έχει καταχωριστεί αίτηση για ανανέωση της απόφασης ημερ. 7.12.
- (ξ) Στις 10.2.2011 έχει καταχωριστεί αίτηση για ανανέωση της απόφασης ημερομηνίας 7.12.
- (ο) Στις 10.2.2011 έχει καταχωριστεί αίτηση για ανανέωση του ΜΕΜΟ με αριθμό ΕΒ344/05 και στις 9.3.2011 έχει εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (π) Στις 24.1.13 έχει καταχωριστεί αίτηση για ανανέωση του ΜΕΜΟ με αριθμό ΕΒ344/05 και στις 11.2.2013 έχει εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (ρ) Στις 6.11.2014 έχει καταχωριστεί αίτηση για ανανέωση της απόφασης ημερομηνίας 7.12.1999 και στις 25.11.2014 έχει εκδοθεί διάταγμα ανανέωσης της για δύο χρόνια. (σ) Στις 6.11.2014 έχει καταχωριστεί αίτηση για ανανέωση του ΜΕΜΟ με αριθμό ΕΒ344/05 και στις 25.11.2014 έχει εκδοθεί διάταγμα ανανέωσης του για 10 χρόνια από 31.3.2015 - 30.3.
- H ένσταση: Ο εναγόμενος 4 αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του, ότι το επίδικο χρέος έχει εξοφληθεί, ότι οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος δεν θεμελιώνονται, ότι έχει επιδειχθεί τέτοια αδράνεια και αδιαφορία από πλευράς εναγόντων που να αποστερούνται του δικαιώματος δια έκδοση του Διατάγματος, ότι δεν έχει καταδειχθεί κανένας ειδικός λόγος γιατί να πρέπει να γίνει παρέκκλιση από τον βασικό κανόνα ότι μια απόφαση πρέπει να εκτελείται εντός της περιόδου που προβλέπεται από τους Θεσμούς, ενώ τέλος, αποτελεί θέση του ομνύοντα ότι το εξ' αποφάσεως χρέος δεν αφορά τους νυν αιτητές αφού απόφαση εκδόθηκε υπέρ της Νέας ΣΠΕ Μακράσυκας και όχι προς όφελος των πρώτων. Η οποιαδήποτε δε αλλαγή στην μετονομασία των εναγόντων, ουδέποτε του κοινοποιήθηκε, η δε αίτηση δέον όπως απορριφθεί και για αυτόν τον λόγο. Ως καταγράφει στην παράγραφο 4 της ένορκής του δήλωσης, θεωρεί αδιανόητο να έχει μέχρι την 30.11.07 καταβληθεί ποσό ύψους £5.153,04, και να παραμένει σήμερα προς εξόφληση, το ποσό των €59.928,
- Από την έκδοση δε της απόφασης έχουν παρέλθει 21 χρόνια, οι δε οικονομικές του δυνατότητες έχουν αλλάξει και/ή μεταβληθεί προς το χειρότερο, με τον ίδιο να μην μπορεί να ανταπεξέλθει δια την εξόφληση του χρέους. Λανθασμένα δηλώνει, δεν αναφέρουν οι αιτητές τα μέτρα τα οποία επιθυμούν όπως προβούν δια εκτέλεση, ειδικότερα από την στιγμή που όσα μέτρα έλαβαν, τόσο εναντίον του ιδίου αλλά και εναντίον των λοιπών εναγομένων, δεν καρποφόρησαν, πέραν των ΜΕΜΟ που έχουν ήδη κατατεθειμένα επί τις περιουσίας των. Νομική Πτυχή / Υπαγωγή στα Yπό Kίση γεγονότα: Η Δ.40 Θ.8 ως τροποποιήθηκε από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.1) Διαδικαστικό Κανονισμό 2020, προνοεί ως ακολούθως: 8.« Όταν παρέλθουν δώδεκα έτη από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος, ή όταν έχει γίνει οποιαδήποτε αλλαγή στου διαδίκους οι οποίοι δικαιούνται ή υπόκεινται σε εκτέλεση, ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο ή το Δικαστή για άδεια να εκτελέσει ανάλογα. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής αν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος, ο οποίος υποβάλει την αίτηση αυτή, δικαιούται να εκτελέσει, μπορεί να εκδώσει διάταγμα προς αυτό το σκοπό, ή μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε επίδικο θέμα ή ζήτημα αναγκαίο για να αποφασιστούν τα δικαιώματα των διαδίκων εκδικαστεί με οποιοδήποτε από τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκδικαστεί οποιοδήποτε ζήτημα σε αγωγή. Και σε κάθε μία από τις περιπτώσεις, το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή διαφορετικά, οι οποίοι θα είναι δίκαιοι». Ας λεχθεί για σκοπούς πληρότητας ότι πριν την ισχύ της παρούσας τροποποίησης το 2020, το 2011, και συγκεκριμένα την 9.9.11, είχε τεθεί σε ισχύ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 1) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2011, ο οποίος επέκτεινε την ισχύ μίας Δικαστικής απόφασης από έξι
(6)χρόνια που είχε αρχικά ο θεσμός, σε δέκα
(10). Στην παρούσα αγωγή, η εξασφαλισθείσα Δικαστική απόφαση ήταν το 1999, με αυτή να ανανεώνεται την 25.11.14, ήτοι κατά την λήξη των 6 ετών. Οι αιτητές κατάφεραν την ανανέωση της μετά από καταχώρηση σχετικής αίτησης την 25.11.14, για δύο χρόνια, ως επιμαρτυρείται στην υποπαράγραφο 6(ρ) της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει αυτήν. Συνεπώς η απόφαση στο παρόν στάδιο είναι ανενεργή και/ή έχει χάσει την εκτελεστότητα της. Η νομολογία επί του ζητήματος είναι ομολογουμένως πλούσια, με τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου να διανθίζονται με την πάροδο των χρόνων, ως προς τα κριτήρια που το Δικαστήριο οφείλει όπως λάβει υπόψη κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας όταν εξετάζει τέτοιου είδους αιτήσεις. Αρχική καθοδήγηση οφείλει όπως αντλήσει το Δικαστήριο από το Annual Practice 1958 σελ.1019-1020, το οποίο αναλύει την αντίστοιχη Διαταγή 46 Θ.2 των Αγγλικών Θεσμών. Εκεί αναφέρεται ότι η μαρτυρία που οφείλει όπως προσκομίσει ο αιτητής προς υποστήριξη της αίτησης του θα πρέπει να αναφέρει: (α) την ημερομηνία έκδοσης της Δικαστικής απόφασης, (β) το ποσό του εξ' αποφάσεως χρέους, (γ) το υπόλοιπο αυτού, (δ) τον λόγο της καθυστέρησης αν υπάρχει και (ε) ότι τα γεγονότα συνηγορούν υπέρ της θέσης ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση. Παρά το γεγονός ότι: «Tα κριτήρια που θα πρέπει να απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εγκρίνει ή όχι αίτηση για άδεια εκτέλεσης, δεν απαριθμούνται στην Δ.40 Θ.8» (βλ.Γιαννάκης Κτωρίδης v Alpha Bank Cyprus Ltd
(2014)1(B) A.A.Δ. 1173), η νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων είναι πλήρως ευθυγραμμισμένη με τα κριτήρια και προϋποθέσεις που έχουν τεθεί μέσω των Αγγλικών Δικονομικών Θεσμών (βλ. ενδεικτικά στις Τράπεζα Κύπρου ν Μακρίδης κ.α
(2012)1 Α.Α.Δ. 1218 και Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας ν Μιχαήλ κ.α
(2012)1 Α.Α.Δ. 1604). Στην παρούσα περίπτωση είναι αυταπόδεικτο ότι οι ενάγοντες έχουν, μέσω της ένορκης τους δήλωσης, καταγράψει την ύπαρξη και ημερομηνία έκδοσης της Δικαστικής απόφασης, το σημερινό οφειλόμενο προς αυτούς ποσό, και το γεγονός ότι οι ίδιοι δικαιούνται σε εκτέλεση αυτής. Με δεδομένο ότι πλείστα εκ των κριτηρίων αφορούν στην εκπλήρωση και/ή παράθεση εκ μέρους των αιτητών, τυπικών στοιχείων ή ακόμη και αυταπόδεικτων γεγονότων, το Δικαστήριο καλείται όπως εξετάσει και ικανοποιηθεί ως προς τις ενέργειες που έλαβαν οι αιτητές κατά τον διαρρεύσαντα από την εξασφάλιση της Δικαστικής απόφασης μέχρι και το αίτημα τους δια εκτέλεσης αυτής, χρόνο. Για ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας επί του παράγοντα χρόνου, το Δικαστήριο καλείται όπως εγκύψει επί των ιδιαίτερων και συγκεκριμένων, ενώπιον του γεγονότων, σε μια προσπάθεια εξισορρόπησης του αναφαίρετου δικαιώματος του εξ΄αποφάσεως πιστωτή σε εκτέλεση της υπέρ του Δικαστικής απόφασης (βλ. Roberts Petroleum v Bernar Kenny Ltd
(1983)2 AC σελ. 207E και Credit Lyonnais v SK Global Hong Ltd
(2003)HKCA 250 και του ζητήματος επηρεασμού του οφειλέτη με την πάροδο των χρόνων. Αντιλαμβάνεται συνεπώς κανείς γιατί ο παράγοντας χρόνος, έχει, και όχι αδίκως, χαρακτηριστεί στην απόφαση Κτωρίδης (ante) ως η «λύθια λίθος» για την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, αφού δεν πρέπει να λησμονείται ότι ο βασικός κανόνας, ως λεχθεί μεταξύ άλλων στις Patel v Singh
(2002)EWCA 1668 και W.T. Lamb & sons v Rider
(1948)2 All E.R. 402 είναι, ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να είναι ενάντια στην έγκριση της αίτησης μετά της παρέλευση τότε 6, πλέον 12 ετών, εκτός αν υπάρχουν γεγονότα που να δεικνύουν ότι η δικαιοσύνη εξυπηρετείται καλύτερα με την έγκριση αυτής. Είναι δια αυτό τον λόγο που το Δικαστήριο πάντοτε υποβοηθείται όταν επί των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν τέτοιου είδους αιτήσεις γίνεται αναφορά όχι μόνο στα διαβήματα και/ή ενέργειες που έλαβε ο αιτητής με σκοπό την εκτέλεση της απόφασης και την είσπραξη του λαβείν του, αλλά όταν ο διαρρεύσαντα χρόνος και/ή η καθυστέρηση, αν υπάρχουν, επεξηγούνται, σε συνάρτηση πάντα με τις δυνατότητες ή μη, εκτέλεσης της Δικαστικής απόφασης. Οι αντικειμενικές δυσκολίες στην εκτέλεση Δικαστικών αποφάσεων και η κυπριακή επί του προκείμενου, πραγματικότητα, αντανακλώνται μέσω της αναγκαιότητας δια τροποποίηση του συγκεκριμένου άρθρου, δύο φορές, τροποποιήσεις οι οποίες επέκτειναν τον χρόνο εκτέλεσης μιας Δικαστικής απόφασης από έξι
(6)σε δέκα
(10)χρόνια αρχικώς, και από δέκα
(10)σε δώδεκα
(12), γεγονός το οποίο δεν πρέπει να διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του βάσιμου τέτοιων αιτήσεων. Επανερχόμενο στην εξέταση του παράγοντα χρόνου και/ή καθυστέρησης, το Δικαστήριο οφείλει όπως εξετάζει αυτόν, υπό το πρίσμα του βαθμού ή του μεγέθους επηρεασμού του εξ αποφάσεως οφειλέτη. Με σαφή και ευθύ τρόπο, οι αποφάσεις Westacre Investments Inc v Yugoimport SDPR [2008] EWCH 801 και Good Challenger Nevugante SA v Metalexportimport SA [2004] 1 Lloyd's Rep 67, έδωσαν την απάντηση στον τρόπο ερμηνείας του ως άνω περιγραφόμενου κριτηρίου. Έχει ο εξ΄αποφάσεως πιστωτής με την απραξία του οδηγήσει τον οφειλέτη στο συμπέρασμα ότι το εξ΄αποφάσεως χρέος δεν θα απαιτηθεί; Σημειώνεται ότι η πιο πάνω νομική προσέγγιση υιοθετήθηκε μεταξύ άλλων και στην πολύ πρόσφατη απόφαση Ορφανίδη ν S. & G. Securities and General Finance Ltd Π.Ε. 302/13 ημερ. 8.4.21 στην οποία και παραπέμπω. Έχω εξετάσει με την δέουσα προσοχή τις εκατέρωθεν εισηγήσεις των συνηγόρων ως αυτές αποτυπώνονται στις αγορεύσεις τους, και καθοδηγούμενη από την πιο πάνω νομολογία και γεγονότα, κρίνω ότι οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει τα υπό την νομολογία θέτοντα κριτήρια, σε βαθμό τέτοιο, που να δικαιούνται στην υπέρ τους έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Σημειώνεται ότι από την ένορκη δήλωση του κ. Σωτηρίου έχει τεκμηριωθεί πλήρως ότι εναντίον των εναγομένων, συμπεριλαμβανομένου και του εναγόμενου 4 έχει εκδοθεί απόφαση, ότι υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο, ότι οι αιτητές δικαιούνται σε εκτέλεση της απόφασης, με τους ίδιους να έχουν λάβει μέτρα εκτέλεσης εναντίον όλων των εναγομένων, όμως, καμία αναφορά δεν γίνεται στην παρατηρηθείσα καθυστέρηση με την οποία υποβάλλεται η παρούσα αίτηση, πλην του γεγονότος ότι σε ισχύ βρίσκεται μέχρι και τις 30.3.25, ΜΕΜΟ επί της περιουσίας του εναγόμενου
- Συνεπώς, το καίριο ερώτημα που πρέπει τελικώς να απαντηθεί είναι αν οι αιτητές έχουν συμπεριφερθεί με τέτοιο τρόπο που να έχουν δώσει στον εναγόμενο 4 την εντύπωση ότι δεν επιθυμούν όπως εκτελέσουν και/ή συνεχίσουν να λαμβάνουν μέτρα προς είσπραξη του λαβείν τους. Το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί, για λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, ότι η παρούσα εμπίπτει στις περιπτώσεις που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι ενάγοντες επέδειξαν αδιαφορία για την είσπραξη του λαβείν τους. Καθίσταται σαφές από τα μέτρα εκτέλεσης που λήφθηκαν εναντίον του εναγόμενου 4, ως αυτά καταγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ότι οι ενάγοντες δεν έμειναν άπραγοι στις προσπάθειες τους για είσπραξη του εξ' αποφάσεως χρέους. Και αυτό γιατί κατά την πάροδο των ετών, οι ενάγοντες καταχώρησαν εναντίον του συγκεκριμένου εναγόμενου και ένταλμα κινητών και τρείς αιτήσεις για εξόφληση του εξ΄ αποφάσεως χρέους δια μηνιαίων δόσεων. Τονίζεται ότι το Διάταγμα ημερομηνίας 21.11.2002 εναντίον του εναγόμενου για καταβολή μηνιαίως, ποσών δια εξόφληση του χρέους, ουδέποτε ακυρώθηκε. Από την άλλη, οι θέσεις του εναγόμενου 4 ότι οι προσωπικές του περιστάσεις έχουν μεταβληθεί προβάλλονται με τέτοια γενικότητα που δεν μπορούν να επιτύχουν παραμένοντας απογυμνωμένοι από οποιαδήποτε υποστηρικτικά προς τούτο στοιχεία ή μαρτυρία. Αν η οικονομική του δυνατότητα είχε όντως αλλάξει, ως ισχυρίζεται, του παρείχετο όλος ο χρόνος, αλλά και η ευχέρεια, όπως αποταθεί στο Δικαστήριο για διαφοροποίηση των όρων του εκδοθέντος Διατάγματος. Το εν λόγω επιχείρημα, με την γενικότητα που τίθεται δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο ικανό ή να χρεώνεται ως αδράνεια εκ μέρους των εναγόντων. Επιπλέον, ο επίσης γενικά παρατειθέμενος ισχυρισμός περί εξόφλησης του χρέους, πίπτει στο κενό. Αν με σοβαρότητα ήθελε ο ομνύοντας όπως προωθήσει την εν λόγω θέση, θα μπορούσε όπως, είτε παρουσιάσει σχετική εξοφλητική επιστολή ή όπως ακόμη αντεξετάσει τον κ. Σωτηρίου επί του προκείμενου. Δεδομένου ότι η θέση περί εξόφλησης δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, και εφόσον υπάρχει οφειλόμενο μέχρι σήμερα υπόλοιπο, η θέση περί διάστασης ως προς το ύψος του πραγματικά οφειλόμενου ποσού σήμερα, δεν είναι θέμα το οποίο αγγίζει και αφορά άμεσα την παρούσα αίτηση. Σημειώνεται δε για σκοπούς πληρότητας ότι η αναφορά του οφειλέτη σε καταβολή ποσού ύψους £5.153,04 δεν αφορά σε πίστωση του εν λόγω ποσού με την έκδοση της απόφασης, αλλά αφορά το σύνολο των πιστώσεων που έλαβαν χώρα στον λογαριασμό από το 1999 μέχρι το
- Επιπλέον, ως πολύ εύστοχα έχει λεχθεί στην Κτωρίδης (ante): «Ως προς το ύψος του οφειλόμενου υπολοίπου, θεωρούμε ότι δεν αφορά άμεσα στο ζήτημα της παραχώρησης άδειας εκτέλεσης της απόφασης, αλλά είναι θέμα ορθού υπολογισμού που μπορεί να εγερθεί κατά την εκτέλεση». Τούτων λεχθέντων, αποτελεί γεγονός, και ουδόλως παραγνωρίζεται ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα, εντός του οποίου δεν έχει καταστεί δυνατή η εκτέλεση της απόφασης. Όμως, δεν έχει εντοπιστεί από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, η οποιαδήποτε κακόβουλη ή εσκεμμένη αδράνεια εκ μέρους των εναγόντων στην εκτέλεση της απόφασης ή ότι με την προώθηση της παρούσας αίτησης ενεργούν καταχρηστικά. Όπως έχει νομολογηθεί: «Η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου για αναστολή ή απόρριψή υπόθεσης λόγω κατάχρησης της διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου και όταν εγείρεται ζήτημα κατάχρησης δικαστικής διαδικασία, το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται ότι η περίπτωση είναι εμφανώς και έντονα καταχρηστικής φύσης ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο μέτρο» (βλ. Ορφανίδη (ante). Ας σημειωθεί σε αυτό το στάδιο ότι δεν είναι αμελητέα η υποχρέωση που διατηρεί έκαστος οφειλέτης για εξόφληση του εξ΄αποφάσεως χρέος, πέραν, και ανεξαρτήτως των όποιων τυχόν μέτρων λάβουν έκαστοι πιστωτές. Δεν μπορεί να αποτελέσει συνεπώς δικαιολογία για μη συμμόρφωση του οφειλέτη με τις πρόνοιες μιας Δικαστικής απόφασης αλλά και Διαταγμάτων, η αδυναμία εξαναγκασμού του σε συμμόρφωση εκ μέρους των πιστωτών. Τέλος, εις απάντηση των θέσεων του οφειλέτη περί μετονομασίας και/ή αντικατάστασης των εναγόντων, είναι αρκετό όπως λεχθούν τα ακόλουθα. Στον δικογραφικό φάκελο έχει την 22.8.17 καταχωρηθεί σχετική ειδοποίηση μετονομασίας, στην δε απόφαση χχχχχ Σταυρινίδη ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Π.Ε. 367/12 ημερ. 17.1.19 θεωρήθηκε πως η εν λόγω καταχώρηση είναι αρκετή, με το Δικαστήριο να καταλήγει ότι: «Έν πάση περιπτώσει θα προσθέταμε πως εν προκειμένω η νομιμοποίηση προέκυψε από την ίδια την ταυτόσημή υπόσταση της εφεσίβλητης, αφού η απλή αλλαγή ονόματος, δεν αλλοίωνε την υπόσταση της ως διαδίκου, αλλά και το δικαίωμα προς εκτέλεση και είσπραξη, νοουμένου μάλιστα, ότι εντός του πρωτόδικου φακέλου κατεχωρήθη σχετική ειδοποίηση αλλαγής του ονόματος». Κατάληξη: Ενόψει των πιο πάνω, το Δικαστήριο εξασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, θα εγκρίνει την αίτηση για περιορισμένο όμως χρόνο, δίδοντας εκ νέου την ευκαιρία στους αιτητές όπως λάβουν όλα τα αναγκαία και απαραίτητα μέτρα εναντίον όλων, συμπεριλαμβανομένου και του εναγόμενου 4, εναγομένων για εκτέλεση της απόφασης. Εκδίδεται συνεπώς Διάταγμα για 3 χρόνια από σήμερα. Ως προς τα έξοδα, αυτά, ακολουθώντας τον γενικό κανόνα, επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον του εναγόμενου 4, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο