← Κύπρος

Αναφορικά με τον Λαουτάρη, Αρ. Αιτ.: 1/20, 1/7/2021

Αναφορικά με τον Λαουτάρη, Αρ. Αιτ.: 1/20, 1/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A86 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΠΙΚΥΡΩΣΕΩΣ ΔΙΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΝ Ενώπιον: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αιτ.: 1/20 Αναφορικά με τον περί Διαχειρίσεων Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμο Κεφ.189 Αναφορικά με τον ..... Λαουτάρη Α.Δ.Τ..... ------------------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 11.3.2021 για συμπληρωματική/απαντητική ένορκη δήλωση Ημερομηνία: 1.7.2021 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Π. Χατζηπέτρος για Δημητρίου & Δημητρίου ΔΕΠΕ. Για την Καθ' ης η Αίτηση: κα. Χ. Αργυρού για Αργυρού & Κωνσταντίνου ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 07/1/20 οι αιτητές καταχώρισαν την παρούσα αίτηση, με την οποία ζητούν διάταγμα που να διατάσσει τον/την Πρωτοκολλητή Επικυρώσεως Διαθηκών και Διαχειρίσεων του Ε. Δ. Λάρνακας όπως προχωρήσει στην έκδοση και ή παραχώρηση των εγγράφων διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Γεωργίου Λαουτάρη στους αιτητές στα πλαίσια της αίτησης διαχείρισης 201/

  1. Ο αποβιώσαντας να σημειωθεί ήταν θείος των αιτητών. Η καθ'ης η αίτηση, σύζυγος του αποβιώσαντα, καταχώρησε ένσταση στην εν λόγω αίτηση στις 23/2/
  2. Με την επίδικη αίτηση τους, η οποία καταχωρίστηκε στις 11/3/21, οι αιτητές ζητούν : « Άδεια και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τους Αιτητές προς απάντηση των ισχυρισμών που περιέχονται στην ένορκο δήλωση της XXXXX (XXXXX) Παναγιώτου Σωτηρίου, η οποία συνοδεύει την ένσταση ημερομηνίας 23/02/2021, εντός 5 ημερών από την σύνταξη του διατάγματος και/ή ως ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28 Θ.1-14, Δ.39, Δ.57 Θ.2, Δ.64 και Δ.48 Θ.1-4 και 8-10, στα άρθρα 2, 4, 11, 13, 14, 24, 53, 54, 57, 58 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμος (Κεφ. 189), στους Κανονισμούς 10, 24, 25, 33 του περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Αποβιωσάντων Διαδικαστικός Κανονισμός, 1955 (1/1955), στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στα άρθρα 29 και 30 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στις αρχές της επιείκειας και στο Κοινοδίκαιο, στην Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην ακολουθητέα πρακτική, στις γενικές, συμφυείς και σύμφυτες εξουσίες και την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η αίτηση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (ΕΔ) του XXXXX Ανδρέα Λαουτάρη, εις την οποία αναφέρει τα ακόλουθα: «
  3. Είμαι ένας εκ των αιτητών στην κυρίως αίτηση και προτιθέμενος διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα θείου μου XXXXX Γεωργίου Λαουτάρη στην αίτηση διαχείρισης 201/2016 και εκ των κληρονόμων της περιουσίας του, μαζί με τον XXXXX Γεωργίου, επίσης ανιψιό (αδελφότεκνο) του, ο οποίος με έχει εξουσιοδοτήσει όπως προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση και για λογαριασμό του ιδίου. Αναφέρω ότι γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα που αφορούν και περιβάλλουν την παρούσα αίτηση. Όπου κάνω αναφορά σε νομικά ζητήματα και σε διαδικασίες που έλαβαν χώρα στο Δικαστήριο, γι' αυτές έχω λάβει σχετική νομική συμβουλή και πληροφόρηση από τους δικηγόρους μου ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ & ΔΗΜΗΤΡΙΟΥΔ.Ε.Π.Ε.
  4. Υιοθετώ και επαναλαμβάνω το περιεχόμενο της ένορκης μου δήλωσης η οποία συνοδεύει την αίτηση ημερ. 07/01/
  5. Με την πρόσφατη καταχώρηση της ενστάσεως ημερομηνίας 23/02/2021 από την καθ' ης η αίτηση, σύζυγο του αποβιώσαντος θείου μου, πληροφορήθηκα για το περιεχόμενο της ενστάσεως αλλά και της ενόρκου δηλώσεως που την συνοδεύει, εξ' ου και η αναγκαιότητα καταχώρησης συμπληρωματικής απαντητικής ενόρκου δηλώσεως από μέρους μας, στοχεύοντας στην αντίκρουση των ισχυρισμών που προβάλλει η καθ'ης η αίτηση, προκειμένου να μην παραμείνουν αναπάντητοι.
  6. Εξ' όσων με πληροφορούν και με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, υφίσταται καλός λόγος για καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης στα όσα ισχυρίζεται η καθ' ης η αίτηση, η οποία επιχειρεί να προβάλει μια αναληθή και διαστρεβλωμένη εικόνα προς το Σεβαστό Δικαστήριο, έχοντας απώτερο σκοπό την δημιουργία εσφαλμένων εντυπώσεων.
  7. Παρόλο που δεν είναι πρόθεση μας να επεκταθούμε εις βάθος επί των αναληθών και αβάσιμων γεγονότων που προβάλλει η καθ' ης η αίτηση μέσω της XXXXX (XXXXX) Σωτηρίου), οφείλουμε καθηκόντως να αντικρούσουμε τους ανυπόστατους ισχυρισμούς της καθ' ης η αίτηση, εξ' ου και η καταχώρηση της παρούσας αίτησης για να μας επιτραπεί από το Σεβαστό Δικαστήριο να καταχωρήσουμε απαντητική συμπληρωματική ένορκο δήλωση. Παραθέτω προς τον σκοπό αυτό δείγμα της απαντητικής συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης την οποία σκοπεύουμε να καταχωρήσουμε ως Τεκμήριο Α, σε περίπτωση που μας παραχωρηθεί τέτοια άδεια από το Σεβαστό Δικαστήριο.
  8. Εξ' όσων φαίνεται και από την ένσταση της καθ' ης η αίτηση, αυτή εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι η κατ' ισχυρισμό διαθήκη είναι επικυρωμένη και έχει νομική ισχύ, κάτι το οποίο βεβαίως απορρίπτουμε στην ολότητα του ενώ ισχυρίζεται ότι γνωρίζαμε για την ύπαρξη της κατ' ισχυρισμό διαθήκης, κάτι το οποίο βεβαίως απορρίπτουμε.
  9. Οι ισχυρισμοί που προβάλλει η καθ' ης η αίτηση είναι παραπλανητικοί και δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και προωθούνται με πλήρως παραπλανητικό τρόπο για να δημιουργήσουν εσφαλμένες εντυπώσεις προς το Σεβαστό Δικαστήριο.
  10. Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Συντρέχει επίσης καλός λόγος για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ώστε να μπορέσουμε να απαντήσουμε στους ισχυρισμούς της καθ' ης η αίτηση οι οποίοι είναι ουσίας και μας αποδίδουν ανέντιμες πράξεις και ενέργειες.
  11. Η καταχώρηση της προτεινόμενης συμπληρωματικής Ένορκη Δήλωσης δεν πρόκειται να προκαλέσει καμία ζημιά στην πλευρά της καθ' ης η αίτηση, ούτε και βεβαίως εγείρονται, όπως εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί νεοφανείς θέσεις στην προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκο δήλωση.
  12. Συνεπώς είναι σημαντικό να επιτραπεί η προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκος δήλωση για να μην παραμείνουν αναντίλεκτοι οι ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση.
  13. Όλα τα πιο πάνω τα ορκίζομαι με καλή πίστη.
  14. Δια ταύτα αιτούμαι ως η αίτηση του Αιτητή. » Στο σημείο αυτό αναφέρεται ότι η λανθασμένη αρίθμηση των παραγράφων της ΕΔ ανωτέρω έγινε από τον ενόρκως δηλούντα. Η καθ'ης η αίτηση αντέδρασε στην αίτηση με την καταχώρηση ένστασης, στην οποία προβάλλει σειρά λόγων ένστασης (20 συνολικά). Βασική όμως θέση της καθ' ης η αίτηση είναι πως δεν προκύπτει καλός λόγος για να δοθεί η αιτούμενη άδεια και οι αιτητές δεν απέσεισαν το βάρος που φέρουν για την ύπαρξη καλού λόγου και εν τέλει ότι με βάση τους ισχυρισμούς των αιτητών δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. H ένσταση βασίζεται στη Δ.39, Δ.48 Θ.1-4 και Θ. 7-10, Δ.57 Θ.2, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 2, 4

(1), 13
(1)
(2)
(3), 17, 20, 24, 53, 54, 55, 57 και 58 του Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμος (Κεφ. 189), στον Κανονισμό 9
(1)-
(3)24, 25, 26, 31, 33 και 42 του Περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Αποβιωσάντων Διαδικαστικός Κανονισμός, 1955 (1/1955) (Administration of Estates Rules), στο άρθρο 23 του Περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμος (Κεφ. 195), στα άρθρα 29 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, στην ακολουθητέα πρακτική, σχετική νομολογία, στην διακριτική ευχέρεια και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (ΕΔ) της XXXXX (XXXXX) Παναγιώτου Σωτηρίου και σε αυτήν αναφέρει τα ακόλουθα: « 1. Είμαι αδελφότεκνη της XXXXX (XXXXX) Γεωργίου (στο εξής «XXXXX») που είναι σύζυγος του αποβιώσαντος XXXXX Γεωργίου Λαουτάρη, η οποία διαμένει μόνιμα στο Λονδίνο και γνωρίζω τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από προσωπική μου γνώση ενώ αποκαλύπτω την πηγή της γνώσης μου για οιαδήποτε γεγονότα έχω πληροφορηθεί από τρίτους. Αναφέρω επίσης ότι είμαι μια εκ των εκτελεστών που όρισε ο αποβιώσας με την διαθήκη του. Όσο αφορά στα νομικά θέματα και νομικές θέσεις τις οποίες αναφέρω στην παρούσα, αποτελούν νομική συμβουλή που λαμβάνω από τους δικηγόρους Αργυρού και Κωνσταντίνου Δ.Ε.Π.Ε. 2. Έχω αναγνώσει τους λόγους ένστασης που περιλαμβάνονται στην ειδοποίηση ένστασης επί της αίτησης των αιτητών για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και υιοθετώ και επαναλαμβάνω όλους μαζί και τον κάθε ένα ξεχωριστά αυτούς. 3. Έχω αναγνώσει επίσης προσεκτικά το περιεχόμενο των ισχυρισμών που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του XXXXX Ανδρέα Λαουτάρη ημερομηνίας 11/3/21, η οποία συνοδεύει την παρούσα αίτηση των αιτητών και αρνούμαι όλους και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς που εγείρονται, εκτός όπου ρητά τους παραδέχομαι στην παρούσα. 4. Έχω διαβάσει την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκο δήλωση των αιτητών Τεκμήριο Α με το περιεχόμενο της οποίας διαφωνώ και στο οποίο θα αναφερθώ και θα προβάλω τις θέσεις μου ειδικά κατωτέρω. 5. Δεν παραδέχομαι την παράγραφο 3 της ενόρκου δηλώσεως του κ. XXXXX Λαουτάρη (στο εξής «Α. Λαουτάρη») και ισχυρίζομαι, σύμφωνα με νομική συμβουλή που λαμβάνω ότι ουδεμία ανάγκη προκύπτει για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τους αιτητές. 6. Δεν παραδέχομαι την παράγραφο 4 της ενόρκου δηλώσεως του Α. Λαουτάρη και ισχυρίζομαι ότι όσα αναφέρω στην ένορκο δήλωσή μου είναι η αλήθεια και πρόθεσή μου είναι να παρουσιάσω στο Σεβαστό Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, σε αντίθεση με τους αιτητές που επιδιώκουν με δόλιο τρόπο να εξασφαλίσουν έγγραφα διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντος. Εξάλλου, ως θα διαφανεί και κατωτέρω, οι αιτητές με την επιδιωκόμενη συμπληρωματική ένορκο δήλωση δεν αντικρούουν κανένα από τους ισχυρισμούς μου με θετική μαρτυρία και/ή με ισχυρισμούς που αντικρούουν είτε τις θέσεις που προβάλλω είτε την γραπτή μαρτυρία δηλαδή τα έγγραφα που επισύναψα ως τεκμήρια. 7. Δεν παραδέχομαι την παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης του Α. Λαουτάρη και επαναλαμβάνω ότι τα όσα αναφέρω στην ένορκο δήλωσή μου ημερομηνίας 23/2/21 είναι η μοναδική αλήθεια ενώ καταθέτω τεκμήρια που αποτελούν αδιάσειστα στοιχεία για ουσιαστικούς ισχυρισμούς μου στους οποίους δεν απαντά ο Α. Λαουτάρης. Ο Α. Λαουτάρης αντίθετα, προβαίνει σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς περί αβάσιμων και αναληθών γεγονότων και ανυπόστατων ισχυρισμών μου στην ένορκη μου δήλωση ημερομηνίας 23/2/21 χωρίς όμως να τους εξειδικεύει ως όφειλε, για να υπάρχει έρεισμα στο αίτημα του για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. 8. Δεν παραδέχομαι την παράγραφο 6 της ενόρκου δηλώσεως του Α. Λαουτάρη και ισχυρίζομαι ότι ουδέποτε ανέφερα ότι η διαθήκη είναι επικυρωμένη αλλά αντίθετα, στην παράγραφο 20 της ενόρκου δηλώσεως μου ημερομηνίας 23/2/2021 που συνοδεύει την ένσταση της Μαριούς αναφέρω τους λόγους που δεν επικυρώθηκε η διαθήκη δηλαδή ότι οι ίδιοι οι αιτητές παρεμπόδισαν την επικύρωσή της αφού με δόλιο τρόπο καταχώρησαν αίτηση για να λάβουν έγγραφα διαχείρισης. Και τούτο έπραξαν ενώ συζητούσαν οι δικηγόροι των αιτητών Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. με τους δικηγόρους Γεώργιο Κ. Γεωργίου και μάλιστα, είναι ξεκάθαρο από τα τεκμήρια 4 και 5 που κατέθεσα ότι οι αιτητές ήταν γνώστες της ύπαρξης της διαθήκης όπως επίσης γνώριζαν ότι η XXXXX δεν επιθυμούσε τον διορισμό τους ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος. 9. Δεν παραδέχομαι την παράγραφο 7 της ενόρκου δηλώσεως του Α. Λαουτάρη περί δήθεν παραπλανητικών ισχυρισμών και περί πρόθεσής μου να δημιουργήσω εσφαλμένες εντυπώσεις στο Σεβαστό Δικαστήριο. Οι ισχυρισμοί των αιτητών είναι γενικοί και αόριστοι και δεν συγκεκριμενοποιούν ποιοι ισχυρισμοί μου είναι παραπλανητικοί ούτε προβάλλουν τις θέσεις τους, ώστε να αντικρούουν τους ισχυρισμούς μου γιατί γνωρίζουν πολύ καλά ότι τα όσα αναφέρω είναι η μόνη αλήθεια. Προκύπτει μάλιστα, ότι είναι οι ίδιοι οι αιτητές που προσπαθούν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο αποκρύβοντας γεγονότα τα οποία είναι καθοριστικά επί της ουσία της υπόθεσης ενώ δεν αποκαλύπτουν την αλήθεια για γεγονότα τα οποία γνωρίζουν πολύ καλά όπως αναλυτικά θα αναφερθώ κατωτέρω όταν θα προβάλω τους ισχυρισμούς μου για την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκο δήλωση. 10. Δεν παραδέχομαι την παράγραφο 6 της ενόρκου δηλώσεως του Α. Λαουτάρη (η οποία κατ' αλληλουχία της αρίθμησης των προηγούμενων παραγράφων έπρεπε να φέρει αριθμό 8 και όχι 6) και σύμφωνα με νομική συμβουλή που λαμβάνω αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος να υπάρχει καλός λόγος για την παραχώρηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης κάτι που στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχει. Ο Α. Λαουτάρης προβάλλει τον ισχυρισμό ότι θα πρέπει να απαντήσουν οι αιτητές στους ισχυρισμούς μου που τους αποδίδουν ανέντιμες πράξεις και ενέργειες χωρίς να εξειδικεύουν σε ποιους ισχυρισμούς αναφέρονται και όπως φαίνεται και από την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκο δήλωση στην οποία θα αναφερθώ λεπτομερώς κατωτέρω απλώς αρνούνται τους ισχυρισμούς μου χωρίς να δίνουν την δική τους εκδοχή παρά το γεγονός ότι με το αιτούμενο διάταγμα ισχυρίζονται ότι επιθυμούν να απαντήσουν στους ισχυρισμούς μου. 11. Δεν παραδέχομαι την παράγραφο 7 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Α. Λαουτάρη (η οποία κατ' αλληλουχία της αρίθμησης των προηγούμενων παραγράφων έπρεπε να φέρει αριθμό 9 και όχι 7) και ισχυρίζομαι ότι τυχόν έγκριση του αιτούμενου διατάγματος θα παραβιάσει θεμελιώδη δικαιώματα της XXXXX-Καθ' ης η αίτησης για εκδίκαση της κυρίως αίτησης ημερομηνίας 7/1/2020 μέσα σε εύλογο χρόνο και/ή ότι θα καθυστερήσει την απονομή της δικαιοσύνης για να μπορούν οι εκτελεστές να λάβουν τα απαραίτητα διαβήματα για την επικύρωση και εκτέλεση της διαθήκης ως ήτο η επιθυμία του αποβιώσαντα. 12. Κατωτέρω, θα αναφερθώ σε κάθε μια ξεχωριστά παράγραφο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης του Α. Λαουτάρη για να καταδείξω ότι το περιεχόμενο της δεν προκύπτει οποιαδήποτε ανάγκη και/ή καλός λόγος για να απαντήσουν και/ή αντικρούσουν οι Αιτητές τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην ένορκη μου δήλωση ημερομηνίας 23/2/2021. (ί) Αρνούμαι τους ισχυρισμούς του Α. Λαουτάρη της παραγράφου 3 ότι δηλαδή προέκυψε αναγκαιότητα καταχώρησης συμπληρωματικής απαντητικής ενόρκου δηλώσεως, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι δεν πρέπει να παραμείνουν αναπάντητοι και αναντίλεκτοι οι ισχυρισμοί μου. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω ο ενόρκως δηλών δεν προβάλλει κανένα νέο ισχυρισμό για αντίκρουση και/ή απάντηση στους ισχυρισμούς μου αφού είτε επαναλαμβάνει ισχυρισμούς που ήδη υπάρχουν στην ένορκο δήλωσή του ημερομηνίας 7/1/2020 είτε προβαίνει σε γενική άρνηση ισχυρισμών μου που θα μπορούσε να απαντήσει, αλλά το αποφεύγει, είτε προβαίνει σε επιχειρηματολογία και/ή σχολιασμό που δεν επιτρέπεται όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας. (
  1. ii)Αναφορικά με την παράγραφο 4 λαμβάνω νομική συμβουλή ότι δεν είναι αναγκαία ούτε υπάρχει καλός λόγος για να επιτραπεί η συμπερίληψη της εν λόγω παραγράφου σε συμπληρωματική ένορκο δήλωση γιατί η γενική άρνηση ισχυρισμών χωρίς προβολή θέσεων και/ ή αντίκρουση ισχυρισμών δεν δίνει τέτοιο δικαίωμα. (iii) Αναφορικά με την παράγραφο 5 οι αιτητές προβάλλουν και πάλι γενική άρνηση των ισχυρισμών μου που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 4(ί) μέχρι 4(xvi) χωρίς να απαντούν επί ουσιαστικών ισχυρισμών μου που αφορούν άμεσα τα επίδικα θέματα. Παρά το γεγονός ότι η παράγραφος 4 έχει 16 υποπαραγράφους οι αιτητές δεν αναφέρουν σε ποια υποπαράγραφο επιθυμούν να απαντήσουν. Επί της ουσίας, οι αιτητές επιχειρούν να απαντήσουν σε ισχυρισμούς και/ή γεγονότα που είναι παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα όπως είναι η ημερομηνία θανάτου του αποβιώσαντος και ο τόπος ταφής του. Αναφέρουν επίσης οι αιτητές στην συγκεκριμένη παράγραφο, ότι ο αποβιώσας άφησε ακίνητη περιουσία στην Κύπρο και ότι τυγχάνει αποκλειστικής ρύθμισης από Κυπριακό Δικαστήριο χωρίς και πάλι να αναφέρουν σε ποιο ισχυρισμό μου απαντούν και/ή με ποιο ισχυρισμό μου διαφωνούν αφού στην ένορκο δήλωσή μου δεν ανέφερα ότι δεν έχει αρμοδιότητα Κυπριακό Δικαστήριο. Αυτό το οποίο αναφέρω στην παράγραφο 4 (
  2. i)είναι ότι ο αποβιώσας κατά τον χρόνο του θανάτου του ζούσε μόνιμα στο Λονδίνο και απεβίωσε στο Λονδίνο και επισυνάπτω το πιστοποιητικό θανάτου του Ηνωμένου Βασιλείου ως τεκμήριο 1 και πιστοποιητικό θανάτου προσώπου που απεβίωσε εκτός Κύπρου της Κυπριακής Δημοκρατίας τεκμήριο 2. Τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς αποφεύγουν να απαντήσουν οι αιτητές αφού στην προκειμένη περίπτωση αρμόδιο Δικαστήριο για την διαχείριση σύμφωνα με νομική συμβουλή που έλαβα είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Όσο αφορά στους υπόλοιπους ισχυρισμούς της παραγράφου 5 που αφορούν στην μη επικύρωση της διαθήκης της προτεινόμενης ενόρκου δηλώσεως του Α. Λαουτάρη παραπέμπω το Σεβαστό Δικαστήριο στις παραγράφους 14 και 15 της ενόρκου δηλώσεως του Α. Λαουτάρη ημερομηνίας 7/1/2020 που συνοδεύει την κυρίως αίτησή τους, απλή ανάγνωση των οποίων οδηγεί στην διαπίστωση ότι επαναλαμβάνουν τις ίδιες θέσεις περί μη επικύρωσης της διαθήκης. Κατά συνέπεια οι θέσεις των αιτητών είναι ήδη δικογραφημένες και τις γνωρίζει το Δικαστήριο. Όσο αφορά στους ισχυρισμούς των αιτητών ότι δεν γνώριζαν τις συναντήσεις στο γραφείο του δικηγόρου Γιώργου Κ. Γεωργίου, χωρίς να αναφέρονται και/ή να αμφισβητούν το τεκμήριο 4 που μιλά από μόνο του και το οποίο είναι επιστολή που απευθύνεται στους δικηγόρους των αιτητών δεν προσθέτει τίποτα στην διαδικασία ούτε θεωρείται αναγκαίος ισχυρισμός για την επίλυση των επιδίκων θεμάτων. Οι υπόλοιποι ισχυρισμοί και το ερώτημα που υποβάλλουν οι αιτητές γιατί δεν επικυρώθηκε η διαθήκη, εκτός από το γεγονός ότι απαντήθηκε από μένα στην παράγραφο 20 της ενόρκου δηλώσεως μου την οποία θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν με νομικά επιχειρήματα αφού παραπέμπω στον σχετικό νόμο, ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας, με τον τρόπο που υποβάλλεται αποτελεί ανεπίτρεπτο σχολιασμό και επιχειρηματολογία την οποία δύνανται να προβάλουν οι δικηγόροι τους κατά την αγόρευση της κυρίως αίτησης αριθμός 1/2020. Κατά συνέπεια, είναι ανεπίτρεπτο να τους δοθεί το αιτούμενο διάταγμα σύμφωνα με την νομολογία. (iν) Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της παραγράφου 7 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης διαπιστώνεται ότι οι αιτητές δεν προβάλλουν οποιαδήποτε απάντηση και ή οποιοδήποτε αναγκαίο ισχυρισμό παρά μόνο προβαίνουν σε σχολιασμό της μαρτυρίας μου και επιχειρηματολογία κατά πόσο έχουν λογική υπόσταση οι ισχυρισμοί μου. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με νομική συμβουλή που έλαβα δεν τεκμηριώνεται καλός λόγος για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος αφού σχολιασμοί και επιχειρηματολογία δεν δίνει δικαίωμα σε άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Εν πάση περιπτώσει οι αιτητές μπορούν μέσω της αγόρευσης τους να προβούν σε σχολιασμούς και επιχειρηματολογία και όχι μέσω ενόρκου δηλώσεως. (ν) Αναφορικά με το περιεχόμενο της παραγράφου 8 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αναφέρω ότι σύμφωνα με νομική συμβουλή που έλαβα οι αιτητές έπρεπε να αναφερθούν ξεχωριστά σε κάθε παράγραφο που επιθυμούσαν να απαντήσουν για να μπορεί να κριθεί αν είναι δικαιολογημένο το αίτημά τους. Αντί αυτού, αρνήθηκαν στην ολότητα τους τις παραγράφους που παραθέτουν, αλλά και ως αναφέρουν και ειδικά και όχι εξαντλητικά χωρίς να απαντούν ειδικά στους ισχυρισμούς μου που περιλαμβάνονται σε κάθε παράγραφο την οποία παραθέτουν και /ή να προβάλλουν και/ή αντικρούουν τους ισχυρισμούς μου που περιλαμβάνονται σε κάθε παράγραφο. Ανεξάρτητα όμως από τον πιο πάνω ισχυρισμό μου, ισχυρίζομαι ότι τις θέσεις και ισχυρισμούς τους για την ύπαρξη και/ή ανυπαρξία της διαθήκης τις έχουν ήδη διατυπώσει με λεπτομέρεια στις παραγράφους 11, 12, 13, 14 και 15 της ενόρκου δηλώσεως του Α. Λαουτάρη ημερομηνίας 7/1/2020 που συνοδεύει την κυρίως αίτησή τους όπως επίσης και στο τεκμήριο 2 που είναι επίσης ένορκος δήλωση του Α. Λαουτάρη που συνοδεύει την ένσταση τους στην αίτηση της XXXXX με αρ. 43/2017 στις παραγράφους 9, 10,11,12 και 13. Όσο αφορά στον ισχυρισμό τους ότι η σύζυγος του αποβιώσαντος δεν προέβηκε σε διάβημα για καταχώρηση διαχείρισης άνευ διαθήκης παρά την παρέλευση 3 ετών και προχώρησαν οι ίδιοι, επίσης αποτελεί επανάληψη των ισχυρισμών τους και διερωτώμαι γιατί είναι αναγκαίος αυτός ο ισχυρισμός αφού είναι γεγονότα αδιαμφισβήτητα τα οποία είναι γνωστά στο Δικαστήριο ανεξάρτητα από τους λόγους που η κάθε πλευρά προβάλλει για το νόμιμο ή μη των ενεργειών των αιτητών για καταχώρηση της αίτησης αρ. 201/2016 που θα κριθεί από το Δικαστήριο. Όσο αφορά στον τελευταίο ισχυρισμό τους ότι προβάλλω ψευδώς την ύπαρξη μιας ανύπαρκτης διαθήκης την οποία δεν επικύρωσα επαναλαμβάνω ότι τους ισχυρισμούς τους για την ύπαρξη ή ανυπαρξία της διαθήκης πρόβαλαν στην ένορκο δήλωσή τους ημερομηνίας 7/1/2020 και στο τεκμήριο 2 που την συνοδεύει. Εκτός από τις παραγράφους που παρέθεσα ανωτέρω όσο αφορά στο θέμα της επικύρωσης της διαθήκης τις θέσεις τους τις αναφέρουν επίσης και στην παράγραφο 30 της ενόρκου δηλώσεως του Α. Λαουτάρη ημερομηνίας 7/1/2020. Κατά συνέπεια οι αιτητές δεν δικαιολογούν καλό λόγο για να περιλάβουν την παράγραφο 8 σε συμπληρωματική ένορκο δήλωση. (
  3. vi)Όσο αφορά στην παράγραφο 9 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ισχυρίζομαι ότι το περιεχόμενο αυτής δεν είναι αναγκαίο αλλά ούτε δικαιολογείται καλός λόγος που να τους επιτρέπει να την συμπεριλάβουν σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση αφού η απόφαση του Έντιμου Δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου κ. Τεύκρου Οικονόμου κατατέθηκε από τους αιτητές ως τεκμήριο 8 και το Δικαστήριο θα κρίνει αν αποτελεί δεδικασμένο ή όχι. Άλλωστε, ο ίδιος ο Α. Λαουτάρη αναφέρει ότι το ζήτημα είναι καθαρά νομικό και ότι θα επεκταθούν οι δικηγόροι του στο συγκεκριμένο θέμα και συνεπώς δεν προκύπτει οποιαδήποτε ανάγκη για συμπερίληψη της εν λόγω παραγράφου σε συμπληρωματική ένορκο δήλωση. (vii) Όσο αφορά στην παράγραφο 10 της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης του Α. Λαουτάρη η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 12 της ενόρκου δηλώσεως μου παρατηρώ τα εξής: Στην παράγραφο 12 της ενόρκου δηλώσεως μου εκείνο που τονίζω, είναι ότι ο αποβιώσας διέμενε μόνιμα στο Λονδίνο κατά τον χρόνο του θανάτου του, όπου και απεβίωσε αλλά οι αιτητές σε κανένα σημείο της υπό κρίσιν αίτησης ή της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει αλλά ούτε στην αίτηση διαχείρισης αρ. 201/16 αναφέρουν ποιος ήτο ο τόπο διαμονής του αποβιώσαντος πριν από το θάνατο του που σύμφωνα με νομική συμβουλή που έλαβα, αποτελεί απαραίτητο στοιχείο που πρέπει να περιλαμβάνεται σε τέτοιες αιτήσεις για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που θα παραχωρήσει έγγραφα διαχείρισης. Στην παράγραφο 12 της ενόρκου δηλώσεως μου δεν κάνω οποιαδήποτε αναφορά στον τρόπο διάθεσης της περιουσίας του αποβιώσαντος, και παρόλα ταύτα οι αιτητές προβαίνουν σε ισχυρισμούς σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα στην παράγραφο 10 της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης. Οι αιτητές αναφέρουν ότι αγνοούν και αρνούνται την παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης μου, δηλαδή ισχυρίζονται ότι αγνοούν ότι ο αποβιώσας διέμενε μόνιμα στο Λονδίνο ενώ σε άλλο σημείο, αναφέρουν ότι δεν ανέφεραν οποτεδήποτε ότι ο αποβιώσας απεβίωσε στην Κύπρο αλλά, ότι ο αποβιώσας απεβίωσε στις 20/10/2013 και ετάφη στην Λάρνακα. Εκείνο λοιπόν που διαπιστώνεται, είναι ότι οι αιτητές με την εν λόγω παράγραφο δεν απαντούν στο ουσιαστικό ισχυρισμό μου της παραγράφου 12 ότι ο αποβιώσας διέμενε στο Λονδίνο πριν τον θάνατο του και απεβίωσε στο Λονδίνο ενώ προβαίνουν σε άσχετους ισχυρισμούς σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προβάλλω στην παράγραφο 12 ή επαναλαμβάνουν ισχυρισμούς που ήδη έχουν προβάλει και δεν αμφισβητούνται. Περαιτέρω για το ίδιο θέμα σημειώνω ότι ενώ στην παράγραφο 4(
  4. i)της ενόρκου δηλώσεως μου καταθέτω επίσημα πιστοποιητικά από το Ηνωμένο Βασίλειο και την Κυπριακή Δημοκρατία που πιστοποιεί τον τόπο διαμονής του αποβιώσαντος πριν από τον θάνατο του δεν ζήτησαν να απαντήσουν ειδικά στην συγκεκριμένη παράγραφο και να αμφισβητήσουν τα εν λόγω έγγραφα. Κατά συνέπεια, η παράγραφος 10 τίποτα δεν έχει να προσθέσει στην υπόθεση ούτε είναι αναγκαία, αντίθετα οι αιτητές επιχειρούν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. (viii) Όσο αφορά στην παράγραφο 11 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ισχυρίζομαι ότι οι αιτητές και πάλι επιχειρούν να σχολιάσουν και να ερμηνεύσουν τους ισχυρισμούς μου. Επίσης, η εν λόγω παράγραφος τίποτα ουσιαστικό προσθέτει στο Δικαστήριο αφού πρόκειται για επανάληψη των ισχυρισμών των αιτητών κάτι το οποίο ο ίδιος ο Α. Λαουτάρη παραδέχεται. Συγκεκριμένα, ο ίδιος αναφέρει στην εν λόγω παράγραφο «αυτό που αναφέρω στην παράγραφο 13 της αρχικής μου Ε/Δ..», ενώ σε άλλο σημείο «αυτό που επίσης αναφέραμε στην ένστασή μας..». Συνεπώς, και πάλι δεν προκύπτει οποιαδήποτε ανάγκη για να συμπεριληφθεί η εν λόγω παράγραφος σε συμπληρωματική ένορκο δήλωση αφού το Δικαστήριο έχει ήδη ενώπιον του τις θέσεις των αιτητών. (
  5. ix)Οι αιτητές με την παράγραφο 13 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αρνούνται γενικά το περιεχόμενο της ως ανυπόστατο και αβάσιμο. Ακολούθως, προβαίνουν σε σχόλια ανεπίτρεπτα για δήθεν επίρριψη ευθυνών στους πρώην δικηγόρους μου. Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας σχόλια δεν επιτρέπεται να περιλαμβάνονται σε συμπληρωματική ένορκο δήλωση αλλά μόνο απάντηση επί ισχυρισμών που επιθυμούν να αντικρούσουν αν είναι αναγκαίο τέτοιο εγχείρημα. Παρόλα ταύτα, θεωρώ καθήκον μου να αναφέρω ότι και το σχόλιο στο οποίο προβαίνουν οι αιτητές δεν έχει οποιοδήποτε έρεισμα στα όσα αναφέρω στην εν λόγω παράγραφο αφού ξεκάθαρα φαίνεται ότι αυτούς που μέμφομαι είναι τους ίδιους τους αιτητές και εν πάση περιπτώσει όχι τους πρώην δικηγόρους μου. Όσο αφορά στον ισχυρισμό ότι κανένα διάβημα έλαβε η καθ'ης η αίτηση για επικύρωση ή κατάθεση της διαθήκης προβλήθηκε επανειλημμένα από τους αιτητές όπως αναφέρω στην παράγραφο 12(ν) ανωτέρω και κατά συνέπεια η επανάληψη τέτοιου ισχυρισμού δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό ιδιαίτερα στην ορθή επίλυση των επίδικων θεμάτων ούτε προσθέτει οτιδήποτε στα όσα ήδη ανέφεραν οι αιτητές. 13. Από τα πιο πάνω αναφερθέντα, προκύπτει ότι οι αιτητές δεν ανέφεραν στην ένορκη δήλωση του Α. Λαουτάρη ημερομηνίας 11/3/2021 που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση γεγονότα και πειστικά στοιχεία που να καταδεικνύουν καλό λόγο για να τους δοθεί η άδεια να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκο δήλωση, αλλά ούτε από το περιεχόμενο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης προκύπτει οποιοδήποτε καλός λόγος για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 14. Περιπλέον, από το περιεχόμενο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προκύπτει ότι οι αιτητές όχι μόνο δεν απαντούν στους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην ένορκο μου δήλωση αλλά παραλείπουν να απαντήσουν σε ουσιώδεις ισχυρισμούς μου οι οποίοι θα βοηθήσουν στην επίλυση των επίδικων θεμάτων της κυρίως αίτησης. 15. Το περιεχόμενο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης τίποτα ουσιαστικό δεν θα προσφέρει στο Δικαστήριο αφού το μόνο που περιλαμβάνει είναι αφενός σχολιασμούς και επιχειρηματολογία των ισχυρισμών που αναφέρω στην ένορκη μου δήλωση ημερομηνίας 23/2/2021 και αφετέρου επανάληψη των ισχυρισμών των αιτητών που περιλαμβάνονται τόσο στην ένορκη δήλωση του Α. Λαουτάρη ημερομηνίας 7/1/2020 όσο και σε τεκμήρια που επισύναψε στην εν λόγω ένορκο δήλωση. 16. Οι αιτητές με το περιεχόμενο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωση τίποτε καινούριο προσθέτουν ως προς τα επίδικα θέματα αφού το Σεβαστό Δικαστήριο έχει ήδη ενώπιον του τις θέσεις των αιτητών αναφορικά με τους ισχυρισμούς που επιθυμούν να απαντήσουν οι αιτητές με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Συνεπώς, η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν θα δώσει καλύτερη εικόνα στο Σεβαστό Δικαστήριο και/ή δεν θα βοηθήσει το Δικαστήριο στην επίλυση των επίδικων θεμάτων της κυρίως αίτησης αλλά ούτε θα προσφέρει ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. 17. Οι αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και εμφανίζονται στο Δικαστήριο με κακή πίστη και η αίτηση τους είναι κακόπιστη και/ή εκδικητική αφού δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό της δικαιοσύνης και σκοπό έχει να καθυστερήσει τη διαδικασία στην εκδίκαση της κυρίως αίτησης ημερομηνίας 7/1/2020. 18. Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι Αργυρού και Κωνσταντίνου Δ.Ε.ΠΕ, οι αιτητές έχουν το βάρος απόδειξης να παραθέσουν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την εν λόγω αίτησή τους τέτοια στοιχεία και/ή γεγονότα που να τεκμηριώνουν την ύπαρξη οποιουδήποτε καλού λόγου δυνάμει του οποίου να κληθεί το Σεβαστό Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. 19. Ευσεβάστως υποβάλλω ότι οι αιτητές δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης και ως εκ τούτοι αξιώ απόρριψη της αίτησης των αιτητών ημερομηνίας 11/3/21 με έξοδα υπέρ της καθ' ης η αίτησης. Επιπρόσθετα, εμμένω και επαναλαμβάνω όλους τους ανωτέρω ισχυρισμούς μου και λόγους ένστασης όπως αναφέρονται στην ειδοποίηση ένστασης. 20. Όλα τα πιο πάνω που αναφέρω είναι αληθή εξ' όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω.» Η ακρόαση της αίτησης προχώρησε με γραπτές αγορεύσεις στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση οιουδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων. Οι θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις που παρουσίασαν στο Δικαστήριο. Οι αγορεύσεις σημειώνω έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Δεν κρίνω όμως σκόπιμο αναφέρω εδώ να παραθέσω ότι οι συνήγοροι αναφέρουν με τις αγορεύσεις τους. Θα αναφερθώ σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω αν και όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. Σύμφωνα με τη Δ.48, Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Η παραχώρηση άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής δήλωσης είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Ματθαίου
(2008)1Α ΑΑΔ 510, 514). Ο διάδικος που αιτείται άδεια πρέπει να καταδείξει «καλό λόγο». Η ύπαρξη καλού λόγου εξετάζεται από το Δικαστήριο ανάλογα με τη φύση της ενδιάμεσης αίτησης. Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ. 4)
(1997)1Β ΑΑΔ 979, 982, με αναφορά στην Αγγλική διάταξη O.59, r.6 των Αγγλικών Θεσμών, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο δύναται να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εάν σ' αυτή θα γίνεται αναφορά σε νέα γεγονότα που προκύπτουν από ένορκες δηλώσεις που καταχωρίστηκαν από τους αντιδίκους. Στην υπόθεση Βερεγγάρια Παπακόκκινου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 242/2011, 10/4/2012 (αίτηση για προσθήκη λόγων έφεσης), κρίθηκε πως η επανάληψη ισχυρισμών και επιχειρηματολογίας δεν δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στην A. Messios & Sons Ltd v. Λεωνίδα
(2010)1Α ΑΑΔ 195 (αίτηση επαναφοράς έφεσης), δόθηκε άδεια στους εφεσείοντες - αιτητές για καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων γιατί τα στοιχεία που επιθυμούσαν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν στοιχεία που σχετίζονταν με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Κρίθηκε ότι δεν επρόκειτο για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που ήταν επιθυμητό να τους επιτραπεί να προβάλουν, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων. Επίσης, καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τα λεχθέντα επί του θέματος αυτού, από τον Πρόεδρο του Ε.Δ.Λ/σίας (όπως ήταν τότε) κ.Στ. Ναθαναήλ, στην Πολιτική Αγωγή αρ. 8869/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, MATHEW SHAN ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ V. DEPFA INVESTMENT BANK LTD, ημερ. 28/2/2007: «Στόχος της αναμόρφωσης του θ.4 της Δ.48 με την Κ.Δ.Π. 5/99 ημερομηνίας 23/12/99, ήταν να αποφευχθούν τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από την ερμηνεία που δόθηκε στον προηγούμενο θεσμό από νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου . Προσεκτική ανάγνωση και εξέταση του νέου θεσμού δείχνει, με αναφορά και στα όσα καταγράφονται στην παρ. 1 του θ.4 ότι στόχος της καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Άλλη περίπτωση είναι όπου το Δικαστήριο επί μονομερούς αιτήσεως, συνήθως για απαγορευτικό διάταγμα, εγείρει ερωτηματικά ως προς ορισμένα προαπαιτούμενα της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, οπότε και ο αιτητής δυνατόν να ζητήσει από το Δικαστήριο πριν την τελειωτική εξέταση και απόφαση επί της αιτήσεως του, την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να προσθέσει διάφορους ισχυρισμούς και γεγονότα που έχουν σχέση είτε με το επείγον του χρόνου είτε τη γνώση από πλευράς του αιτητή των γεγονότων που οδήγησαν στην διαφορά κ.τ.λ». Παραπέμπω και στην απόφαση ημερ.13/07/12 του Ε.Δ.Αμμοχώστου, στα πλαίσια της αγωγής 1375/11, Marfin Popular Bank v. Nathan Lucas Walton κ.α., όπου αναφέρθηκαν τα εξής από την Λ.Δημητριάδου - Ανδρέου, ΑΕΔ (όπως ήταν τότε): « Στην πράξη, οι πρόνοιες του πιο πάνω Θεσμού εφαρμόζονται όταν, μετά την καταχώρηση της Ένστασης ο αιτητής αισθάνεται την ανάγκη να απαντήσει, αντικρούσει ή αμφισβητήσει κάποια συγκεκριμένα επί μέρους θέματα που εγείρονται μέσω της Ένστασης, οπότε και ζητεί, είτε προφορικά, είτε με γραπτή αίτηση, όπως του επιτραπεί να καταχωρήσει απαντητική-συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στόχος της καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση είτε της Αίτησης, είτε της Ένστασης ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση στη βάση της ολοκληρωμένης εικόνας της διαφοράς. Και, βεβαίως, σκοπός της Δ.48,θ.4 είναι η παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου όλων εκείνων των γεγονότων που είναι αναγκαία για να υποστηριχθεί η εκατέρωθεν θέση των διαδίκων. Η εξουσία, επομένως, η οποία προβλέπεται από τη Δ.48,θ.4
(2)είναι διακριτικής φύσεως και ασκείται στη βάση των γεγονότων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία θα πρέπει να αποκαλύπτουν την αναγκαιότητα για την παροχή της αιτούμενης άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε συνδυασμό με τη διαπίστωση, στο πλαίσιο αυτό, του τι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Ο «καλός λόγος» είναι συνυφασμένος με τη σημασία που έχει η προτεινόμενη επιπρόσθετη και/ή συμπληρωματική μαρτυρία για την εκδίκαση μιας Αίτησης με την ευχέρεια παρουσίασης της μαρτυρίας αυτής διά των αρχικών ενόρκων δηλώσεων καθώς και με την ανάγκη αντίκρουσης μαρτυρίας του αντιδίκου. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για παραχώρηση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ασκείται με βάση γεγονότα τα οποία τίθενται ενώπιόν του. Σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς διαμόρφωσης της κρίσης του Δικαστηρίου είναι η φύση και οι ανάγκες της διαδικασίας την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει. » Έχοντας μελετήσει την αίτηση και την ένσταση, σε συνάρτηση βεβαίως με την κυρίως αίτηση και την ένσταση σε εκείνη την αίτηση αλλά και τις αρχές πιο πάνω, έχω καταλήξει να απορρίψω την αίτηση. Εξηγώ.
  1. Όσον αφορά την παρ. 4 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (στο εξής ΠΣΕΔ), στην οποία ο Λαουτάρη λέει ότι αρνείται τους ισχυρισμούς της Σωτηρίου πλην όσων παραδέχεται, θα συμφωνήσω με την πλευρά της καθ'ης η αίτηση ότι πράγματι αυτή δεν είναι αναγκαία. Οπότε δεν θα επιτραπεί.
  2. Ούτε όμως η παρ.5 της ΠΣΕΔ θα επιτραπεί. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να επαναληφθεί πότε απεβίωσε ο θείος του Λαουτάρη και που έχει ταφεί ή ότι έχει αφήσει ακίνητη περιουσία στην Κύπρο. Τούτα έχουν τεθεί με την αρχική ΕΔ του Λαουτάρη. Από εκεί και πέρα παρατηρώ πως όσα περαιτέρω αναφέρει ο Λαουτάρη αποτελούν επιχειρηματολογία και τούτα μπορούν να τεθούν με την αγόρευση των συνηγόρων του στην κυρίως αίτηση.
  3. Αναφορικά με την παρ.7 της ΠΣΕΔ (σημειώνεται εδώ ότι η αρίθμηση στην ΠΣΕΔ είναι λανθασμένη αφού μετά την παρ.5 η επόμενη παράγραφος αριθμείται ως 7 αντί ως 6), θα παρατηρήσω και εδώ ότι ουσιαστικά ο Λαουτάρη επιχειρηματολογεί και δεν χρειάζεται να τεθεί οτιδήποτε μέσω ΣΕΔ. Μπορεί να υποδείξει ο δικηγόρος του στην αγόρευση του το σημείο που θίγεται.
  4. Στην παρ. 8 της ΠΣΕΔ, ο Λαουτάρη ουσιαστικά επαναλαμβάνει ισχυρισμούς που έχει προβάλει στην αρχική του ΕΔ ήτοι ότι ο θείος του δεν άφησε διαθήκη και πως οι νόμιμοι κληρονόμοι του είναι η σύζυγος και τα αδέλφια του, ως επίσης ότι οι ίδιοι προχώρησαν με την αίτηση διαχείρισης επειδή η σύζυγος του αποβιώσαντα δεν είχε προχωρήσει. Δεν θα επιτραπεί ούτε η συγκεκριμένη παράγραφος.
  5. Για την παρ.9 της ΠΣΕΔ με βρίσκει σύμφωνο η θέση της καθ'ης η αίτηση. Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην αίτηση προνομιακού εντάλματος έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με την κυρίως αίτηση και το Δικαστήριο θα κρίνει στα πλαίσια της κυρίως αίτησης κατά πόσο υπάρχει ή όχι δεδικασμένο. Εξάλλου ο Λαουτάρη στην εν λόγω παρ.9 δέχεται ότι το θέμα είναι καθαρό νομικό και ότι επ' αυτού θα επεκταθούν οι δικηγόροι του. Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος λοιπόν να επιτρέψω την καταχώρηση ΣΕΔ απλά για να πει ο Λαουτάρη ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο και ότι το θέμα είναι νομικό και θα επεκταθούν οι δικηγόροι του και συνεπώς ορθώς έπραξαν που ήρθαν στο Δικαστήριο με την κυρίως αίτηση τους. Γι' αυτά θα αγορεύσουν οι δικηγόροι του την κατάλληλη στιγμή.
  6. Αν έχει σημασία ο τόπος θανάτου του αποβιώσαντα για τη διάθεση της περιουσίας θα αποφανθεί το Δικαστήριο, όταν και αν εγερθή τελικά τέτοιο θέμα, με βάση τα στοιχεία που θα ευρίσκονται ενώπιον του και αφού ακούσει την επιχειρηματολογία των δύο πλευρών. Εν πάση περιπτώσει σημειώνω ότι η Σωτηρίου σε κανένα σημείο της παρ. 12 της ΕΔ που συνοδεύει την ένσταση στην κυρίως αίτηση δεν έχει αμφισβητήσει τον τρόπο διάθεσης της περιουσίας στην Κύπρο. Από εκεί και πέρα ο Λαουτάρη παρατηρώ ότι στην παρ.10 της ΠΣΕΔ επαναλαμβάνει ισχυρισμούς της αρχικής του ΕΔ. Συναφώς δεν κρίνεται αναγκαία ούτε η εν λόγω παρ.
  7. Ο Λαουτάρη στην παρ.11 της ΠΣΕΔ ουσιαστικά λέει ότι με βάση όσα αναφέρει η Σωτηρίου στην παρ.17 της ΕΔ της έχει παρερμηνεύσει τα λεγόμενα του και επαναλαμβάνει αυτά που έχει πει. Δεν χρειάζεται όμως να επαναλάβει όσα ανέφερε και αν η Σωτηρίου έχει παρερμηνεύσει τα πράγματα είναι κάτι που θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο όταν θα αξιολογήσει τις εκατέρων εκδοχές και ισχυρισμούς.
  8. Ούτε η παρ.13 της ΠΣΕΔ κρίνεται αναγκαία (σημειώνεται ότι και εδώ υπάρχει λανθασμένη αρίθμηση στην ΠΣΕΔ αφού μετά την παρ.11 η επόμενη παράγραφος αριθμείται ως 13 αντί ως 12, αν και διαφορετική θα έπρεπε να ήταν ούτως ή άλλως η αρίθμηση έχοντας υπόψη και το λάθος που επισημάνθηκε σε άλλο σημείο ανωτέρω). Και πάλιν υπάρχει επανάληψη ισχυρισμών και επιχειρηματολογία. Με αυτά υπόψη, δεν έχω ικανοποιηθεί επαρκώς ότι υφίσταται καλός λόγος και ότι δικαιολογείται η παραχώρηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ΕΔ. Συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπερ της καθ'ης η αίτηση και εναντίον των αιτητών, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.