← Κύπρος

IACOVOU BROTHERS (CONCRETE) LTD ν. K. & Y. THEODOROU INVESTMENTS & CONSTRUCTION LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 261/2018, 5/4/2021

IACOVOU BROTHERS (CONCRETE) LTD ν. K. & Y. THEODOROU INVESTMENTS & CONSTRUCTION LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 261/2018, 5/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A102 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 261/2018 Μεταξύ: IACOVOU BROTHERS (CONCRETE) LTD Ενάγουσα και

  1. K. & Y. THEODOROU INVESTMENTS & CONSTRUCTION LTD
  2. XXXXX ΘΕΟΔΩΡΟΥ Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερ. 6.9.2019 Ημερομηνία: 5 Απριλίου, 2021 Για την ενάγουσα - αιτήτρια: κα Μ. Χριστοφή Για την εναγομένη 1 - καθ' ης η αίτηση 1 (εκ μέρους διαχειριστή): κα Δ. Μιχαήλ Για τον διευθυντή της εναγομένης 1 Κ. Θεοδώρου : κα Γ. Δημητρίου Για εναγόμενο 2 καμία εμφάνιση (ανεπίδοτη) Ενδιάμεση Απόφαση Στις 11.6.2019 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 ΚΑΙ 2 για €236.484 πλέον τόκους και έξοδα. Στις 6.9.2019 η ενάγουσα καταχώρισε αίτηση έρευνας, εκδίδοντας κλήσεις προς τέσσερα πρόσωπα - τον εναγόμενο 2 προσωπικά και ως διευθυντή της εναγομένης 1, τον Κυριάκο Θεοδώρου ως διευθυντή της εναγομένης 1 και προς τους δύο διαχειριστές της εναγομένης 1 - αιτούμενη τη διεξαγωγή έρευνας για την οικονομική κατάσταση των εναγομένων, την έκδοση διατάγματος για την κατάθεση ένορκης δήλωσης από τους καθ' ών η αίτηση στην οποία να περιγράφουν την περιουσία των εναγομένων, καθώς και την έκδοση διαταγμάτων μηνιαίων δόσεων, ακύρωσης τυχόν καταδολιευτικών μεταβιβάσεων, αποκοπής απολαβών, μη αποξένωσης περιουσίας και κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. Η αίτηση συνοδευόταν από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της ενάγουσας. Στις 13.1.2020 η εναγομένη 1 - καθ' ης η αίτηση 1 καταχώρισε ένσταση, επικαλούμενη, μεταξύ άλλων λόγων ένστασης, ότι η ενάγουσα στερείται του δικαιώματος να προωθεί οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης εναντίον της εναγομένης 1 καθότι τελεί υπό διαχείριση δυνάμει ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης από τις 24.6.
  3. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τις διάφορες δικασίμους παρουσιαζόταν τόσο η διαχειρίστρια όσο και ένας εκ των διευθυντών της εναγομένης 1 εταιρείας, ο οποίος εκπροσωπείται από διαφορετικό δικηγόρο. Ο διευθυντής δεν καταχώρισε οποιαδήποτε γραπτή ένσταση. Η αίτηση δεν επιδόθηκε στον εναγόμενο
  4. Στη συνέχεια, και μετά από εισήγηση του Δικαστηρίου (με διαφορετική σύνθεση), ορίστηκε για ακρόαση το αιτητικό αρ. 2 στην αίτηση, ήτοι για διάταγμα για την κατάθεση ένορκης δήλωσης των καθ' ών η αίτηση στην οποία να περιγράφουν την περιουσία στην οποία η εναγομένη 1 εταιρεία έχει ή είχε συμφέρον, προτού διεξαχθεί η οικοδομική έρευνα. Σημειώνεται ότι σε κάθε στάδιο, οι συνήγοροι της εναγομένης 1 επαναλάμβαναν (κυρίως μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων, ένεκα των μέτρων που λαμβάνονται για προστασία λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού covid-19) τη θέση τους, η οποία περιλαμβάνεται στην ένορκη δήλωση της διαχειρίστριας που συνοδεύει την ένσταση, ότι μετά την αποκρυστάλλωση των ομολόγων, ουδείς ανεξασφάλιστος πιστωτής, ως η ενάγουσα, έχει τη δυνατότητα να προβεί σε μέτρα εκτέλεσης απόφασης, λόγω του διορισμού διαχειριστή. Την 1.3.2021 που ήταν ορισμένο το αιτητικό αρ. 2 για ακρόαση, η συνήγορος της ενάγουσας ζήτησε (ηλεκτρονικώς) αναβολή, ενόψει του ότι η εναγομένη 1 τέθηκε υπό εκκαθάριση, γεγονός το οποίο πληροφορήθηκε από τη συνήγορο της εναγομένης 1, και όπως δήλωσε «ενδεχομένως να υπάρξει διαφορετική εξέλιξη». Η πλευρά της εναγομένης 1 (που εμφανίζεται με οδηγίες της διαχειρίστριας) δεν έφερε ένσταση, και επιβεβαίωσε ότι είχε πληροφορήσει την πλευρά της ενάγουσας από τουλάχιστον τις 25.11.2020 για το θέμα της εκκαθάρισης. Η πλευρά του διευθυντή της εναγομένης επίσης δεν έφερε ένσταση. Στις 24.3.2021 που επανορίστηκε η αίτηση, η ενάγουσα ζήτησε άδεια να αποσύρει την αίτηση, λόγω του ότι η εναγομένη 1 τέθηκε υπό εκκαθάριση. Προέκυψε, όμως, διαφωνία ως προς το ζήτημα των εξόδων. Η εισήγηση της συνηγόρου της ενάγουσας - αιτήτριας ήταν όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδά της, καθότι η απόσυρση της αίτησης γίνεται ενόψει του ότι η εναγομένη 1 εταιρεία τέθηκε υπό εκκαθάριση, και όχι λόγω του ότι τελούσε εξαρχής υπό διαχείριση, ενώ η ύπαρξη του εξ αποφάσεως χρέους υφίσταται. Η πλευρά της εναγομένης 1 ζήτησε όπως τα έξοδα επιδικαστούν προς όφελός της, καθότι είχε από την πρώτη εμφάνιση εγείρει τη θέση ότι ουδείς ανεξασφάλιστος πιστωτής δύναται να προβεί σε μέτρα εκτέλεσης μετά την αποκρυστάλλωση του ομολόγου, αλλά η ενάγουσα επέμεινε στην προώθηση της αίτησης, με αποτέλεσμα η εναγομένη 1 να υποχρεωθεί να καταχωρίσει ένσταση και να προετοιμάσει αγόρευση αναφορικά με το αιτητικό αρ. 2, ενώ από τουλάχιστον τις 25.11.2020 ενημέρωσε την ενάγουσα και για την εκκαθάριση. Η δε συνήγορος του διευθυντή της εναγομένης 1, δήλωσε ότι θεωρεί ορθό να επιδικαστούν υπέρ του τα έξοδα που προκλήθηκαν συνεπεία της κλήτευσης του διευθυντή, αφού μεταξύ άλλων ετοίμασαν αγόρευση για το αιτητικό αρ.
  5. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Σύμφωνα με το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, αλλά και τη Διαταγή 59 Θ. 1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, το θέμα των εξόδων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Βεβαίως, η εν λόγω ευχέρεια πρέπει πάντοτε να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα. Ο βασικός, γενικός κανόνας είναι ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για την έκδοση διαφορετικής διαταγής. Όπως λέχθηκε στη Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd

(1993)1 Α.Α.Δ. 12 «θεωρείται ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο (όπως τεκμηριώνεται από το αποτέλεσμα) αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία των εξόδων.» . Στην ίδια υπόθεση, το Εφετείο επεσήμανε, με αναφορά στη Glykys v. Ioannides (1959-60) 24 C.L.R. 220, ότι η επίδειξη καλής προαίρεσης (kindness) από το Δικαστήριο στον αποτυχόντα διάδικο, προς μετριασμό των οποιωνδήποτε αισθημάτων πικρίας, δεν συνιστά κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας για τη μη επιδίκαση εξόδων. Στην υπόθεση Ζαβρού ν. Μιχαηλίδου
(1996)1Α Α.Α.Δ. 477 λέχθηκε ότι «[Σ]την άσκηση αυτής της εξουσίας προέχει ο κανόνας λογικής σύμφωνα με τον οποίο τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Τόσο μάλιστα είναι ισχυρός που από μόνος του παρέχει την αιτιολόγηση στην κάθε αντίστοιχη εξέλιξη χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξειδίκευσης. Παρέκκλιση δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχει άλλη επαρκής περίσταση που πρέπει βέβαια να εκτίθεται». Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ζήτημα των εξόδων ασκείται δικαστικά και με αναφορά μόνο στους εσωγενείς παράγοντες της δίκης, που περιλαμβάνουν πρωτίστως το αποτέλεσμα, όπως έχει προαναφερθεί, αλλά και γεγονότα που άπτονται του χειρισμού της υπόθεσης από τον κάθε διάδικο (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Κώστα Χαραλάμπους Πιερή
(1999)1Β Α.Α.Δ 809, Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd, πιο πάνω, Αναφορικά με την Αίτηση του Μάριου Ρούσου και της Τασούλλας Χριστοφή
(1999)1 Α.Α.Δ. 360, Φιλίππου ν. Φιλίππου
(1990)1 Α.Α.Δ. 890, Μιχαήλ ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389 και Αρέστη ν. Λαδοκόνου
(1996)1 ΑΛΛ. 646). Στην προκειμένη περίπτωση, το όλο ζήτημα λαμβάνει και μία επιπλέον διάσταση, όσον αφορά τα γεγονότα και το χειρισμό από κάθε διάδικο, ενόψει του γεγονότος ότι η εναγομένη 1 τέθηκε υπό διαχείριση δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης από το 2015, και ακολούθως, κατά τη διάρκεια της εκκρεμότητας της αίτησης έρευνας, τέθηκε υπό εκκαθάριση. Σημειώνεται, συναφώς, ότι δεν αμφισβητείται ότι η εναγομένη 1 τέθηκε υπό διαχείριση μετά από ενεργοποίηση κυμαινόμενων ομολόγων επιβάρυνσης το
  1. Εξάλλου, το σημείωμα εμφάνισης που καταχωρίστηκε για την εναγομένη 1 στις 16.3.2018 καταγράφει ότι βρίσκεται υπό διαχείριση, και συνεπώς είναι δεδομένο ότι ήταν γνωστό στην ενάγουσα πριν την καταχώριση της επίδικης αίτησης. Επίσης δεν αμφισβητείται ότι η εναγομένη 1 πληροφόρησε τουλάχιστον από τις 25.11.2020 την πλευρά της ενάγουσας ότι η πρώτη πλέον τελούσε υπό καθεστώς εκκαθάρισης. Έχοντας μελετήσει τη νομολογία την οποία παρέδωσε στο Δικαστήριο η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγομένης 1, επισημαίνω ότι καμία απόφαση δεν υποστηρίζει την απόλυτη θέση ότι ουδείς ανεξασφάλιστος πιστωτής δύναται να προβεί σε μέτρα εκτέλεσης μετά την αποκρυστάλλωση του ομολόγου. Άλλωστε, η ίδια η συνήγορος διαφοροποίησε την αρχική της, απόλυτη, θέση, αναφέροντας στη συνέχεια ότι σύμφωνα με τις αποφάσεις και τα συγγράμματα που επικαλείται, ουδείς ανεξασφάλιστος πιστωτής έχει προτεραιότητα έναντι εξασφαλισμένου πιστωτή μετά την αποκρυστάλλωση του ομολόγου, εμμένοντας παράλληλα στη θέση ότι «στην ουσία οι αιτητές δεν δικαιούνται να εκτελέσουν την απόφαση μέχρι την παύση του παραλήπτη διαχειριστή». Οι αποφάσεις που επικαλέστηκε η συνήγορος της εναγομένης 1 αφορούν κυρίως την προτεραιότητα που έχει ο κάτοχος ομολόγου επιβάρυνσης έναντι άλλων πιστωτών. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5th edition, Vol. 15Α, 2016, παράγραφοι 1459 και 1460: «
  2. When floating charge becomes fixed: crystallisation. If the company ceases its business (but not if it ceases to be a going concern, in so far as there is any difference) or of it is wound up, or if a receiver is appointed, the security ceases to be a floating security and becomes a fixed charge, and the company cannot thereafter deal with any part of the property so charged except subject to the charge. .. ..
  3. Effect of floating charge becoming fixed. When a floating security upon all the property or assets of the company becomes fixed, it constitutes a charge upon all the property or assets then belonging to the company. It has priority over any subsequent equitable charges and over unsecured creditors. » Δηλαδή, όταν αποκρυσταλλωθεί η κυμαινόμενη επιβάρυνση, όπως συμβαίνει όταν διοριστεί διαχειριστής, καθίσταται επιβάρυνση επί όλων των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, και δίδει στον κάτοχό της προτεραιότητα έναντι μη εξασφαλισμένων πιστωτών ή μεταγενέστερων επιβαρύνσεων. Κατά την κρίση μου, η σειρά προτεραιότητας των πιστωτών δεν συνεπάγεται αυτόματα και δίχως άλλο, ότι ένας εξ αποφάσεως πιστωτής εμποδίζεται εκ προοιμίου από του να αποταθεί στο Δικαστήριο για την οικονομική εξέταση του οφειλέτη, επειδή δεν είναι πρώτος στη σειρά προτεραιότητας. Πρόκειται για διαδικασία διερευνητικού χαρακτήρα, εν σχέσει προς την οικονομική κατάσταση ενός εξ αποφάσεως οφειλέτη, και δεν μπορεί να λεχθεί με τον απόλυτο τρόπο που προβλήθηκε από την πλευρά της εναγομένης 1 ότι η ενάγουσα ως εξ αποφάσεως πιστωτής δεν εδικαιούτο καν να υποβάλει την αίτηση. Υπενθυμίζω, συναφώς, ότι με την επίδικη αίτηση η ενάγουσα ζητούσε τη διεξαγωγή έρευνας ως προς την οικονομική κατάσταση της οφειλέτιδας εταιρείας, με σκοπό την έκδοση ενός ή περισσοτέρων εκ των διαταγμάτων που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Όπως εύστοχα επεσήμανε η συνήγορος της ενάγουσας, η αίτηση έρευνας και κατ' επέκταση η οικονομική εξέταση που θα πραγματοποιείτο, θα μπορούσε, δυνητικά, να αποκάλυπτε κάποια καταδολιευτική μεταβίβαση που προηγήθηκε της αποκρυστάλλωσης του ομολόγου, γεγονός που θα λειτουργούσε προς όφελος και της διαχειρίστριας. Ουδείς όμως μπορεί να γνωρίζει ποια θα ήταν η εξέλιξη ή το αποτέλεσμα της αιτούμενης έρευνας, δεδομένου ότι η αίτηση αποσύρεται λόγω του ότι η εταιρεία πλέον τελεί υπό εκκαθάριση. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, επισημαίνω ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ή οποιοδήποτε σχετικό στοιχείο αναφορικά με την πιθανότητα ύπαρξης καταδολιευτικών μεταβιβάσεων ή οτιδήποτε άλλο. Επιπλέον, δεν μπορεί να παραγνωρισθεί το γεγονός ότι βασικός στόχος της διαδικασίας της αίτησης έρευνας στοχεύει στην εξέταση του εξ αποφάσεως χρεώστη σχετικά με την ικανότητά του να πληρώσει το χρέος του (βλ. Gesico v. J.K. Video Art Co Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 134). Σκοπός της σχετικής νομοθεσίας δεν είναι άλλος από την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων. Η πλευρά της ενάγουσας γνώριζε από τον χρόνο καταχώρισης του σημειώματος εμφάνισης της εναγομένης 1 στην αγωγή ότι ήδη τελούσε υπό διαχείριση. Επέμεινε δε στην αίτησή της, παρά το ότι η εναγομένη 1 βρισκόταν υπό διαχείριση και υπήρχε η προαναφερόμενη προτεραιότητα, αλλά και μετά τις 25.11.2020 που πληροφορήθηκε για την εκκαθάριση, μέχρι και τις 24.3.2021 που αποφάσισε να ζητήσει άδεια να αποσύρει. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, θεωρώ ορθό και δίκαιο, υπό τις πιο πάνω αναφερόμενες περιστάσεις, όπως επιδικαστούν τα έξοδα της αίτησης υπέρ της εναγομένης 1 και εναντίον της ενάγουσας - αιτήτριας, περιορισμένα εις το ήμισυ. Όσον αφορά τον διευθυντή της εναγομένης 1 Κ. Θεοδώρου, ο οποίος ναι μεν διόρισε δικό του δικηγόρο, πλην όμως δεν καταχώρισε οποιαδήποτε ένσταση και στην ουσία απλώς υιοθέτησε τις θέσεις της συνηγόρου της εναγομένης 1 η οποία λάμβανε οδηγίες από τη διαχειρίστρια της εταιρείας, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως επιδικαστούν προς όφελός του και εναντίον της ενάγουσας - αιτήτριας, έξοδα δύο εμφανίσεων (για να καλυφθούν τα έξοδα της πρώτης εμφάνισης και της τελευταίας). Ως εκ των ανωτέρω, άδεια δίδεται, η αίτηση αποσύρεται και απορρίπτεται όσον αφορά την εναγομένη 1 και τον διευθυντή Κ. Θεοδώρου, με τις πιο πάνω αναφερόμενες διαταγές ως προς τα έξοδα. Όσον αφορά τον εναγόμενο 2, άδεια δίδεται, η αίτηση αποσύρεται άνευ βλάβης και απορρίπτεται, καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............................................... Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.