← Κύπρος

Hellenic Bank Public Co Ltd ν. Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λάρνακας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών κ.

Hellenic Bank Public Co Ltd ν. Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λάρνακας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών κ.α., Αίτηση - Έφεση Αρ. 18/2019, 16/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Αίτηση - Έφεση Αρ. 18/2019 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 μέχρι Αρ. 10 του 2015 και τον Τροποποιητικό Νόμο Αρ. 10/2015 (Ν. 139(Ι)/2015), Άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΓ και Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, Άρθρο 80 Μεταξύ: Hellenic Bank Public Co Ltd Αιτήτρια - Εφεσείουσα και

  1. Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λάρνακας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών
  2. A. Pieris Estates Ltd υπό εκκαθάριση διά του XXXXX Φραντζή εκκαθαριστή
  3. XXXXX Φράγκου Καθ' ων η Αίτηση - Εφεσίβλητοι ---------------------------------------- Ημερομηνία: 16 Φεβρουαρίου, 2021 Για την αιτήτρια : κα Γ. Ζαχαρίου Για τον καθ' ου η Αίτηση 1 : κα Θ. Κουμή για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για την καθ' ης η αίτηση 2 : καμία εμφάνιση Για τον καθ' ου η αίτηση 3 : κ. Θ. Σέας ΑΠΟΦΑΣΗ Η αιτήτρια - εφεσείουσα (εφεξής «η αιτήτρια») με την υπό εξέταση έφεση της επιζητεί την ακύρωση και την κήρυξη ως παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος, την απόφαση του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λάρνακος στην αίτηση με αρ. ΑΕΑ 38/2018 η οποία περιέχεται στην ειδοποίηση ημερ. 30.1.2019, και την ακύρωση και/ή παραμερισμό της απόφασης του Διευθυντή ημερ. 30.1.2019 στην εν λόγω αίτηση (Τεκμήριο 1), με την οποία ειδοποιεί για τη μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι του καθ' ου η αίτηση 3 δυνάμει σύμβασης, ενώ το ακίνητο βαρύνεται από Υποθήκη προς όφελος και/ή εξασφάλιση της αιτήτριας. Η επίδικη απόφαση λήφθηκε με βάση τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο αρ. 139

(1)/2015, με τον οποίο εισήχθησαν στο Μέρος VIB του βασικού Νόμου 9/1965 συγκεκριμένες πρόνοιες (άρθρα 44 ΙΗ - 44ΚΖ) οι οποίες έχουν σκοπό την προστασία των ούτω καλουμένων «εγκλωβισμένων αγοραστών». Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ, 44ΚΓ και 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 139(Ι)/2015, στο άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ.224, στους σχετικούς Κανονισμούς του 1956, στα άρθρα 23, 25, 26 και 28 του Συντάγματος, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον Νόμο 39/62 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως λόγους Εφέσεως η αιτήτρια προβάλλει τους εξής: « 1. Ο Διευθυντής προέβη στην προσβαλλομένη Απόφαση στη βάση διατάξεων νόμου οι οποίες είναι αντισυνταγματικές όπως εξηγείται πιο κάτω. 2. Η προσβαλλόμενη Απόφαση στη βάση των άρθρων 44ΙΘ και 44ΚΒ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο Ν. 9/1965όπως αυτός τροποποιήθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Αρ. 10/2015 (Ν. 139(Ι)/2015)(στο εξής «ο Νόμος») παραβιάζει και περιορίζει το δικαίωμα που διασφαλίζεται από το Άρθρο 25
(1)του Συντάγματος, για άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος, απασχόλησης, εμπορίου και/ή επικερδούς εργασίας, εφόσον: (α) παρεμβαίνει στο δικαίωμα της Αιτήτριας να οργανώνει ελεύθερα και να προγραμματίζει την επιχειρηματική της δραστηριότητα όπως αυτή θεωρεί σωστό μέσα στα πλαίσια του νόμου και με σκοπό την κερδοφορία. (β) καταργεί το δικαίωμα διεκδίκησης των οφειλόμενων προς την Αιτήτρια ποσών σύμφωνα με την Υποθήκη και/ή τη Σύμβαση Δανείου (όπως αυτές καθορίζονται στην επισυναπτόμενη Ένορκη Δήλωση) και/ή παραβιάζει το εν λόγω δικαίωμα στερώντας το δικαίωμα της Αιτήτριας στην εξασφάλιση της επίδικης υποθήκης και/ή υποχρεώνοντας την Αιτήτρια να δεχθεί εξασφάλιση ή υποθήκη διαφορετική ή σε διαφορετικό ακίνητο από εκείνο που η ίδια έκρινε ότι μπορούσε να δοθεί ως εξασφάλιση σε σχέση με συμβατικές υποχρεώσεις του οφειλέτη υπό εκκαθάριση εταιρείας Α. Pieris Estates Ltd, ακόμα και αν αυτό είναι ενάντια στα συμφέροντα της Αιτήτριας. (γ) ο Νόμος παραβιάζει το εν λόγω δικαίωμα χωρίς οποιαδήποτε αιτιολόγηση και χωρίς να στοιχειοθετείτε η ανάγκη ούτε να συντρέχει οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 25
(2)του Συντάγματος που να δικαιολογεί τον περιορισμό του θεμελιώδους δικαιώματος αυτού. 3. Η προσβαλλόμενη Απόφαση συνιστά παραβίαση των άρθρων 23
(1), 23
(2)και 23
(4)του Συντάγματος καθώς: (α) επιβάλλει αδικαιολόγητα στέρηση, επιβάρυνση και/ή περιορισμούς πάνω στο δικαίωμα ιδιοκτησίας και/ή περιουσίας της Αιτήτριας χωρίς να αποδίδεται σ' αυτή οποιαδήποτε δίκαια αποζημίωση- (β) περιορίζει και/ή απαλλοτριώνει το αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας ως ενυπόθηκου δανειστή έναντι του εγγυητή - ενυπόθηκου οφειλέτη- και/ή το δικαίωμα της να διεκδικήσει το οφειλόμενο προς αυτήν χρέος και/ή τα συμβατικά της δικαιώματα που συνιστούν ιδιοκτησία προστατευόμενη από το Άρθρο 23- (γ) παραβιάζει και περιορίζει το δικαίωμα που προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος, χωρίς οποιονδήποτε λόγο που με βάση το Άρθρο 23 θα δικαιολογούσε τέτοιο περιορισμό.
  1. Η προσβαλλόμενη Απόφαση είναι παράνομη αφού προσκρούει στις πρόνοιες του Πρώτου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον κυρωτικό Νόμο Ν. 39/
  2. Η προσβαλλόμενη Απόφαση είναι αντισυνταγματική αφού παραβιάζει το Άρθρο 26 του Συντάγματος: (α) παρεμβαίνοντας στις ήδη αποκρυσταλλωμένες συμβατικές σχέσεις της Αιτήτριας με τον ενυπόθηκο οφειλέτη (β) παρεμβαίνοντας στο δικαίωμα της Αιτήτριας και της ενυπόθηκης οφειλέτιδας εταιρείας A. Pieris Estates Ltd να επιλέξουν και/ή να διαμορφώσουν ελεύθερα το περιεχόμενο και/ή τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης (γ) εκ των υστέρων τροποποιώντας και/ή καταργώντας συμβάσεις (την Υποθήκη και την Σύμβαση Δανείου) κατά τρόπο αντίθετο προς τη βούληση των συμβαλλομένων (δ) κατεδαφίζοντας τα θεμέλια της συμβατικής διευθέτησης των μερών και προκαλώντας αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών (ε) οι πιο πάνω παραβιάσεις γίνονται χωρίς οποιαδήποτε δικαιολόγηση και ούτε στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων.
  3. Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ενώ ο Διευθυντής τελούσε σε πλάνη, αναφορικά με τα γεγονότα. Η Αιτήτρια/Εφεσείουσα επιφυλάσσει το δικαίωμα της όπως βασισθεί και σε άλλους λόγους με συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. » Η αίτηση-έφεση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της εταιρείας στην οποία έχει μεταφερθεί η διαχείριση των προβληματικών λογαριασμών της αιτήτριας, ανάμεσα στους οποίους και οι λογαριασμοί της καθ' ης η αίτηση
  4. Αναφέρει μεταξύ άλλων ότι στις 19.9.2018 παραλήφθηκε η επίδικη ειδοποίηση του καθ' ου η αίτηση 1 (εφεξής «ο Διευθυντής») ημερ. 17.9.2018 με την οποία γνωστοποιήθηκε στην αιτήτρια η πρόθεση του Διευθυντή να προχωρήσει στη μεταβίβαση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 4/XXXXX στο όνομα του καθ' ου η αίτηση 3 δυνάμει σύμβασης που κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο με αρ. ΠΩΕ103/2018 (Τεκμήριο Α). Το ακίνητο βαρύνεται με την Υποθήκη XXXXX/1981 (Τεκμήριο Β) και με ΜΕΜΟ ΕΒ56/1984 προς όφελος της αιτήτριας. Η Υποθήκη συνήφθη μεταξύ της υπό εκκαθάριση πλέον εταιρείας - καθ' ης η αίτηση 2 (έχει ληφθεί σχετική άδεια για την παρούσα διαδικασία) και της αιτήτριας, ως εξασφάλιση για την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων προς την εταιρεία για την οποία εκδόθηκε δικαστική απόφαση (Τεκμήριο Γ). Η σύμβαση πώλησης κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο 29.1.2018, δηλαδή μεταγενέστερα της Υποθήκης και του ΜΕΜΟ ( τα οποία κατατέθηκαν στις 7.11.1981 και 16.6.1984 αντίστοιχα - Τεκμήριο Δ σχετική έρευνα στο Κτηματολόγιο). Προσθέτει ότι το εξ αποφάσεως υπόλοιπο της καθ' ης η αίτηση 2 που εξασφαλιζόταν με την Υποθήκη και το ΜΕΜΟ δεν έχουν εξοφληθεί και παρουσιάζουν υπόλοιπα άνω των €300.
  5. Η αιτήτρια καταχώρισε Ένσταση στις 4.10.2018 εναντίον της επίδικης Ειδοποίησης (Τεκμήριο Ε) πλην όμως οι λόγοι για τους οποίους δύναται να υποβάλει ένσταση με βάση τον Νόμο είναι περιορισμένοι και δεν καλύπτουν τους επίδικους λόγους έφεσης και απορρίφθηκε στις 30.1.2019 (Τεκμήριο 1). Τέλος, ο ενόρκως δηλών προβάλλει τη θέση ότι η Ειδοποίηση/απόφαση του Διευθυντή είναι άνευ έννομου αποτελέσματος, άκυρη ή παράνομη εφόσον εστάλη στη βάση προνοιών του Νόμου οι οποίες είναι αντισυνταγματικές καθώς περιορίζουν και παραβιάζουν αδικαιολόγητα τα ανθρώπινα δικαιώματα που κατοχυρώνονται με τα άρθρα 23, 25, 26 και 28 του Συντάγματος. Σημειώνεται ότι στις 25.2.2019 εκδόθηκε ενδιάμεσο διάταγμα, το οποίο στη συνέχεια κατέστη απόλυτο, με το οποίο απαγορεύθηκε η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου μέχρι την εκδίκαση και έκδοση τελικής απόφασης στην παρούσα αίτηση-έφεση. Ο καθ' ου η αίτηση 1 καταχώρισε ένσταση, στην οποία εξειδικεύονται οι εξής λόγοι: «
  6. Ο Καθ' ου η αίτηση 1 εγείρει προδικαστική ένσταση με την οποία ισχυρίζεται ότι διατάγματα, τα οποία ζητεί η αιτούσα είναι γενικού και/ή αορίστου περιεχομένου και/ή το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης - έφεσης όπως εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Άνευ βλάβης της πιο πάνω προδικαστικής ένστασης, ο καθ' ου η αίτηση 1 αναφέρει τα ακόλουθα:
  7. Δεν προβάλλονται εύλογοι και τεκμηριωμένοι λόγοι για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  8. Δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες από το Νόμο προϋποθέσεις και/ή δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  9. Η Αίτηση-Έφεση της Αιτήτριας είναι αβάσιμη καθώς ενάγει παράνομα και/ή παράτυπα και/ή λανθασμένα τον «Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λάρνακας του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών» αντί του «Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας» ως όφειλε.
  10. Οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ- 44ΚΖ του Νόμου ή/και οι Διατάξεις επί των οποίων βασίστηκε ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
  11. Η αίτηση είναι γενική και ατεκμηρίωτη και δεν ανταποκρίνεται στις νομολογιακές αρχές που διέπουν τον έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων και/ή τρόπος που προβάλλονται τα επιχειρήματα δεν καθιστούν ευχερή τον έλεγχο της συνταγματικότητας.
  12. Η αιτούσα προβάλλει αόριστες και/ή γενικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας και/ή δεν αντιπαραβάλλει τις κρίσιμες διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε (στο εξής «ο Νόμος») με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν εξειδικεύει επαρκώς πώς ο εν λόγω Νόμος αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν τεκμηριώνει ότι οι πρόνοιες του Νόμου είναι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία αντισυνταγματικές.
  13. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή ή/και οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΘ- 44ΚΒ δεν παραβιάζουν ούτε περιορίζουν κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της αιτούσας/ εφεσείουσας δυνάμει του άρθρου 25 του Συντάγματος και/ή ούτε καταργούν το δικαίωμα διεκδίκησης των οφειλόμενων προς την αιτούσα ποσών δυνάμει της Υποθήκης. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει επέμβαση, αυτή είναι προς προστασία δικαιώματος τρίτου υπέρ του οποίου επιφυλάσσεται το Σύνταγμα στην δεύτερη παράγραφο του άρθρου
  14. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει ούτε περιορίζει και/ή δεν περιορίζει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της απούσας/ εφεσείουσας δυνάμει του άρθρου 23 του Συντάγματος. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει επέμβαση και/ή περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία δικαιωμάτων τρίτου προσώπου, ήτοι του αγοραστή, υπέρ του οποίου επιφυλάσσεται η τρίτη παράγραφος του άρθρου 23 του Συντάγματος.
  15. Με τον υπό εξέταση Νόμο προστατεύεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου κατά τρόπο εύλογο, αναλογικό και συνταγματικά επιτρεπτό. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση και/ή ανεπίτρεπτο περιορισμό και/ή στέρηση του δικαιώματος περιουσίας του αγοραστή.
  16. Η απουσία νομοθετικής ρύθμισης αναφορικά με την τυχόν καταβολή αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή ή/και σε άλλο πρόσωπο δεν καθιστά τον υπό εξέταση Νόμο και/ή τις πρόνοιες του αντισυνταγματικές.
  17. Δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμός δικαιώματος δια του οποίου να προκαλείται ζημιά και/ή ουσιώδης ζημιά στην αιτούσα.
  18. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιορίζει ουσιαστικά το περιουσιακό δικαίωμα της αιτούσας/εφεσείουσας και/ή δε μειώνει ουσιωδώς την αξία της περιουσίας της απούσας/εφεσείουσας καθότι υπάρχουν εναπομείναντα ακίνητα ως εμπράγματη εξασφάλιση σε σχέση με τη συγκεκριμένη υποθήκη και/ή υπάρχουν πρόνοιες στο Νόμο οι οποίες επιτρέπουν στην αιτούσα να παραμείνει εξασφαλισμένη.
  19. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει το άρθρο 26 του Συντάγματος καθότι ο πυρήνας του δικαιώματος που προστατεύει του εν λόγω άρθρο δεν επηρεάζεται, αφού τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων παραμένουν σε ισχύ. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία του δημόσιου συμφέροντος και/ή των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων και/ή προς προστασία του κοινού και/ή των πολιτών, κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό.
  20. Η προσβαλλόμενη απόφαση του καθ' ου η 1 λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και αφού λήφθηκαν όλα τα σχετικά, σύμφωνα με το Νόμο, γεγονότα και/ή περιστατικά της υπόθεσης.
  21. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή και/ή η διαδικασία που εκτίθεται στο φάκελο ΑΕΑ 38/2018 είναι καθ' όλα νόμιμη, ορθή και σύμφωνη με το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ, τον Νόμο, τους Κανονισμούς, τους κανόνες τις επιείκειας και της φυσικής δικαιοσύνης
  22. Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 επιφυλάσσει το δικαίωμα του όπως βασισθεί και σε άλλους λόγους με συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. » Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση Κτηματολογικού Λειτουργού, ο οποίος παραθέτει τα (κυρίως αναμφισβήτητα) γεγονότα της υπόθεσης και προβάλλει τη θέση ότι οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Ν. 9/1965 είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα και ότι εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να εξετασθεί η συνταγματικότητα των εν λόγω προνοιών για τους λόγους που καταγράφονται στην ένσταση. Τέλος, υποστηρίζει ότι με την εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου περί Εγκλωβισμένων Αγοραστών (όπως τον ονομάζει) όχι μόνο δεν παραβιάζονται τα δικαιώματα της αιτήτριας, αλλά παρέχεται και προστασία προς τους καλόπιστους τρίτους, ήτοι τους αγοραστές, οι οποίοι τήρησαν τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν από τη σύμβαση πώλησης, ως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του προτεινόμενου νομοσχεδίου του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 22.6.2015 (Τεκμήριο Ν). Η αίτηση - έφεση επιδόθηκε δεόντως στην καθ' ης η αίτηση 2, η οποία δεν καταχώρισε οποιαδήποτε ένσταση και η ακρόαση της υπόθεσης προχώρησε στην απουσία της. Ο καθ' ου η αίτηση 3 καταχώρισε ένσταση, στην οποία εξειδικεύονται οι εξής λόγοι : «
  23. Η ειδοποίηση ημερ. 30/01/2019 είναι μη εφέσιμη.
  24. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα είναι αλυσιτελής καθότι η έκδοση αυτών δεν επιφέρει ακύρωση ή/και παραμερισμό της διαδικασίας, ως αυτή προωθείται από τον Καθ' ου η Αίτηση 1 δυνάμει των διατάξεων του υπό κρίση Νόμου.
  25. Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει θέματα συνταγματικότητας σε ένσταση με βάση τις ενέργειες του Διευθυντή δυνάμει του Νόμου 9/65 εφόσον οι λόγοι της ένστασης περιορίζονται από τον ίδιο τον Νόμο και δεν καλύπτουν και ούτε παρέχουν δικαίωμα να εξεταστούν ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας.
  26. Οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ έως 44ΚΖ ή/και τα άρθρα του Νόμου επί των οποίων βασίστηκε ο Καθ' ου η Αίτηση 1 και εξέδωσε την προσβαλλόμενη ειδοποίηση ΙΕ είναι σύμφωνη ή/και συνάδει πλήρως με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ.
  27. Η προσβαλλόμενη απόφαση που εξέδωσε ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ή/και οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΘ έως 44ΚΓ δεν περιορίζουν και δεν παραβιάζουν ή/και δεν περιορίζουν και δεν παραβιάζουν κατά τρόπο ανεπίτρεπτο τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται δια των Άρθρων 23, 25, 26 και 28 του Συντάγματος.
  28. Ο Καθ' ου η Αίτηση 3 πληροί όλες τις τιθέμενες από το Μέρος \/ΙΒ προϋποθέσεις για απαλλαγή του υπό κρίση ακινήτου/διαμερίσματος από την Υποθήκη της Αιτήτριας και την μεταβίβαση αυτού επ' ονόματι του Καθ' ου η Αίτηση
  29. Ο Καθ' ου η Αίτηση 3 ουδεμία συμβατική σχέση είχε ή/και έχει με την Αιτήτρια.
  30. Μη υλοποίηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Καθ' ου η Αίτηση 1, τροποποιεί ή/και καταργεί επί της ουσίας την σύμβαση πώλησης, η οποία είχε συναφθεί μεταξύ της Καθ' ης η Αίτηση 2 και του Καθ' ου η Αίτηση
  31. Άνευ βλάβης του ως άνω λόγου ένστασης, η Αιτήτρια έχει επιδείξει αδράνεια, η οποία δεν δικαιολογεί υπό τις περιστάσεις τη μη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του Καθ' ου η Αίτηση
  32. Η Αιτήτρια ουδεμία ζημιά θα υποστεί από την απαλλαγή του υπό κρίση ακινήτου/διαμερίσματος από την Υποθήκη XXXXX/1981 και το ΜΕΜΟ ΕΒ56/1984 καθώς και την μεταβίβαση αυτού επ'ονόματι του Καθ'ου η Αίτηση 3, αφ' ης στιγμής η Αιτήτρια είναι εξασφαλισμένη, βάσει της ρηθείσας Υποθήκης, και με την υποθήκευση άλλων ακινήτων/διαμερισμάτων. » Η ένσταση του καθ' ου η αίτηση 3 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Φράγκου, δικηγόρου και πληρεξούσιου αντιπροσώπου του καθ' ου η αίτηση 3, ο οποίος αναφέρει όλα τα γεγονότα εν σχέσει προς την κατάθεση στο Κτηματολόγιο στις 29.1.2018 (κατόπιν έκδοσης σχετικού διατάγματος από το Ε.Δ. Λάρνακας) της σύμβασης πώλησης ημερ. 23.3.1979 μεταξύ των καθ' ων η αίτηση 2 και 3, την υποβολή της αίτησης ΑΕΑ 38/2018 για μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του καθ' ου η αίτηση 3 και την εξόφληση του τιμήματος πώλησης και καταβολής φόρων και τελών. Επαναλαμβάνει δε αυτολεξεί όλους τους λόγους ένστασης. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, παραθέτοντας σχετικές αποφάσεις, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Με βάση το άρθρο 80 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224, κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου δύναται να υποβάλει έφεση κατά αυτής στο Δικαστήριο εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της εν λόγω απόφασης, «και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει επί αυτής τέτοιο διάταγµα ως ήθελε είναι δίκαιο αλλά, κανένα Δικαστήριο δεν επιλαµβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή διαδικασίας επί οποιουδήποτε ζητήµατος σε σχέση µε το οποίο ο Διευθυντής έχει εξουσία να ενεργεί δυνάµει των διατάξεων του Νόµου αυτού, εκτός µε έφεση όπως προνοείται στο άρθρο αυτό». Συνεπώς, τόσο η θέση της πλευράς του καθ' ου η αίτηση 1 ότι το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης-έφεσης να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, όσο και η θέση της πλευράς του καθ' ου η αίτηση 3 ότι η επίδικη απόφαση ημερ. 30.1.2019 δεν είναι εφέσιμη, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Επισημαίνεται πως η προσβαλλόμενη απόφαση υπογράφεται «Για Επαρχιακό Κτηµατολογικό Λειτουργό Λάρνακας» και ο καθ' ου η αίτηση 1 περιγράφεται με αυτόν τον τρόπο στον τίτλο της αίτησης - έφεσης. Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Ν. 9/1965 προνοείται ότι «Διευθυντής» σημαίνει «τον Διευθυντή του Κτηµατολογικού και Χωροµετρικού Τµήµατος του Υπουργείου Εσωτερικών, περιλαμβάνει δε Επαρχιακόν Κτηµατολογικόν Λειτουργόν και οιονδήποτε έτερον λειτουργόν διοριζόµενον υπό του Διευθυντού δι' άπαντας ή τινα των σκοπών του παρόντος Νόµου, είτε γενικώς είτε δι' ειδικόν τινα σκοπόν». Ως εκ τούτου, όπου γίνεται αναφορά στην παρούσα στον «Διευθυντή», υποδηλώνει τον Διευθυντή του Κτηµατολογικού και Χωροµετρικού Τµήµατος του Υπουργείου Εσωτερικών, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η όποια ενέργεια έγινε από Επαρχιακό Κτηµατολογικό Λειτουργό, δεδομένης της πιο πάνω πρόνοιας. Τα πιο πάνω θεωρώ ότι απαντούν και στον λόγο ένστασης αρ. 4 του καθ' ου η αίτηση
  33. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με τις ένορκες δηλώσεις, προκύπτει το ακόλουθο υπόβαθρο γεγονότων, το οποίο είτε αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των πλευρών είτε παρέμεινε αναντίλεκτο: - Στις 29.1.2018 ο καθ' ου η αίτηση 3 κατέθεσε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας, κατόπιν εξασφάλισης διατάγματος Δικαστηρίου, σύμβαση πώλησης ημερομηνίας 23.3.1979 μεταξύ του ιδίου ως αγοραστή και της καθ' ης η αίτηση 2 ως πωλητή, για συγκεκριμένο διαμέρισμα σε υπό ανέγερση πολυκατοικία σε συγκεκριμένο τεμάχιο στη Λάρνακα, με αριθμό ΠΩΕ 103/
  34. - Το εν λόγω διαμέρισμα (το επίδικο ακίνητο) είναι σήμερα εγγεγραμμένο στο όνομα της καθ' ης η αίτηση 2 εταιρείας. - Το επίδικο ακίνητο βαρύνεται με την Υποθήκη XXXXX/1981 η οποία κατατέθηκε στις 7.11.1981 προς όφελος της αιτήτριας τράπεζας. Η Υποθήκη συνήφθη μεταξύ της καθ' ης η αίτηση 2 και της αιτήτριας ως εξασφάλιση της τελευταίας για την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων προς την καθ' ης η αίτηση 2 εταιρεία. - Στις 22.5.1984 εκδόθηκε δικαστική απόφαση υπέρ της αιτήτριας και εναντίον της καθ' ης η αίτηση 2 (και άλλων) για συγκεκριμένο οφειλόμενο ποσό, με διάταγμα εκποίησης της Υποθήκης XXXXX/1981 προς ικανοποίηση της απόφασης. Το εξ αποφάσεως χρέος δεν έχει εξοφληθεί, παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο άνω των €300.000, ενώ η καθ' ης η αίτηση 2 τέθηκε υπό εκκαθάριση το
  35. - Στις 16.6.1984 ενεγράφη επί του επίδικου ακινήτου ως επιβάρυνση και το ΜΕΜΟ ΕΒ56/1984 προς όφελος της αιτήτριας τράπεζας. - Στις 15.2.2018 ο καθ' ου η αίτηση 3, αγοραστής, υπέβαλε στον Διευθυντή την αίτηση με αρ. ΑΕΑ (γνωστή ως Αίτηση Εγκλωβισμένων Αγοραστών) 38/2018, με βάση τις διατάξεις του Ν. 9/1965 ως τροποποιήθηκε με τον Ν. 139(Ι)/2015, αιτούμενος την εγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομα του, προσκομίζοντας ένορκη δήλωση για την εξόφληση του τιμήματος πώλησης του ακινήτου. - Στις 17.9.2018 ο Διευθυντής απέστειλε στην αιτήτρια Ειδοποίηση Τύπου ΙΕ δυνάμει του αρ. 44ΚΒ του Ν. 9/1965 ότι προτίθεται, μετά από σχετική αίτηση, να προχωρήσει στη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στον καθ' ου η αίτηση 3, ότι η αιτήτρια έχει 45 ημέρες να υποβάλει ένσταση και ότι σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης ή αιτιολογημένης ένστασης ή αίτησης μεταφοράς, θα προχωρήσει στην απαλλαγή του ακινήτου από το εμπράγματο βάρος (ΜΕΜΟ) και την Υποθήκη και θα προβεί στη μεταβίβαση επ' ονόματι του αγοραστή. - Η αιτήτρια υπέβαλε ένσταση, την οποία ο Διευθυντής στις 30.1.2019 απέρριψε, ενημέρωσε την αιτήτρια ότι θα προχωρήσει στην απαλλαγή του ακινήτου από το εμπράγματο βάρος (ΜΕΜΟ) και την Υποθήκη και θα προβεί στη μεταβίβαση στο όνομα του αγοραστή, εκτός εάν προσκομιστεί εντός 30 ημερών διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις γραπτές αγορεύσεις τους επικεντρώνονται στους λόγους έφεσης περί αντισυνταγματικότητας των επίμαχων άρθρων του Μέρους VIB του Ν. 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα στη θέση της αιτήτριας, με την οποία διαφωνεί τόσο η πλευρά του καθ' ου η αίτηση 1 όσο και του καθ' ου η αίτηση 3, ότι παραβιάζονται τα συνταγματικά δικαιώματα της αιτήτριας ως κατοχυρώνονται από τα άρθρα 23, 25 και 26 του Συντάγματος. Είναι πολύ καλά καθιερωμένες οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων, όπως τέθηκαν στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 και συνοψίστηκαν στην Πιτσιλλίδης κ.α. ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7 ως εξής:
  1. Υπάρχει τεκμήριο συνταγματικότητας κάθε νόμου εκτός αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί για το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
  2. Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με τη συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
  3. Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν τον Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στο πλαίσιο του Συντάγματος.
  4. Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων (in abstracto), με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Investylia Ltd v. Ε. & Π. Λειβαδιώτης Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1872, θέμα αντισυνταγματικότητας πρέπει να εγείρεται στο δικόγραφο, στο οποίο δίδονται πλήρεις λεπτομέρειες της εισήγησης όπως ποιο άρθρο ή άρθρα ή μέρος άρθρου του Νόμου αντίκειται στο Σύνταγμα και σε ποιο άρθρο αυτού, και ακολουθεί η αιτιολογία της εισήγησης. Κάθε Νόμος έχει το τεκμήριο Συνταγματικότητας, εκτός εάν ο φέρων το βάρος της απόδειξης καταδείξει το αντίθετο. Η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως συγκεφαλαιώθηκε από τον τότε Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Δικαστή Πική στην απόφαση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ.3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, «σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το σύνταγμα». Συνεπώς θεωρώ ορθό όπως πρώτα παρατεθεί η διαδικασία που προνοείται στις επίμαχες πρόνοιες του Μέρους VIB του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν. 139(Ι)/2015, προτού προχωρήσω στην αντιπαραβολή αυτών με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Σύμφωνα με το άρθρο 44ΙΗ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν. 139(Ι)/2015, οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΘ μέχρι 44ΚΖ τυγχάνουν εφαρμογής σε κάθε περίπτωση που ακίνητο βαρύνεται με σύμβαση η οποία έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο μέχρι 31.12.2014 ή δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου με σκοπό τη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή. Σύμφωνα δε με το άρθρο 44ΚΖ, οι εν λόγω διατάξεις εφαρμόζονται ανεξαρτήτως των λοιπών διατάξεων του Ν. 9/1965, του περί Πτωχεύσεως Νόμου, των Μερών IVA και V του περί Εταιρειών Νόμου και των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου. Η ακολουθητέα με βάση τον Νόμο 9/1965 διαδικασία για περιπτώσεις ως η παρούσα, ως ίσχυε κατά τους επίδικους χρόνους, περιλαμβάνεται στα άρθρα 44ΙΘ, Κ, ΚΒ και ΚΓ. Ειδικότερα, ο Διευθυντής διενεργεί μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από υποβολή αίτησης (άρθρο 44ΙΘ
(1)). Κατά την εξέταση της αίτησης, ο Διευθυντής διερευνά κατά πόσο έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης και υπάρχει εγγεγραμμένος τίτλος ιδιοκτησίας (άρθρο 44Κ
(1)). Σε περίπτωση που οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται ο Διευθυντής γνωστοποιεί στον αγοραστή, στον πωλητή, στον ενυπόθηκο δανειστή και σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση, με την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΕ», την πρόθεση του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση 45 ημερών από την επίδοση της Ειδοποίησης. Με την εν λόγω Ειδοποίηση, τα προαναφερόμενα πρόσωπα ενημερώνονται ότι σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης ο Διευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή (άρθρο 44ΚΒ
(1)και
(2)). Ο αγοραστής, ο πωλητής ή ο ενυπόθηκος δανειστής, καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση, δύναται εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, να υποβάλει ένσταση στον Διευθυντή, μόνο για τους λόγους που ρητώς προβλέπονται στο άρθρο 44ΚΒ
(3)ήτοι για τον λόγο ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή ή ότι η σύμβαση μεταξύ αγοραστή και πωλητή έχει τερματιστεί ή είναι άκυρη. Ο Διευθυντής δεν προβαίνει σε μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας επ' ονόματι του αγοραστή, σε περίπτωση τεκμηρίωσης της ένστασης. Σε περίπτωση µη τεκμηρίωσης της ένστασης, ο Διευθυντής προχωρεί µε την απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόµατι του αγοραστή (άρθρο 44ΚΒ
(3)). Ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται επίσης να αιτηθεί όπως η υποθήκη μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ιδίου πωλητή, εάν ο πωλητής είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας (άρθρο 44ΚΒ
(4)). Καμία μεταβίβαση διενεργείται σε περίπτωση που εκκρεμούν οφειλές του αγοραστή σε σχέση με Φόρους ή Τέλη (44ΚΓ). Ως εκ των ανωτέρω, το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο οι επίμαχες πρόνοιες συνάδουν με τα άρθρα 23, 25 και 26 του Συντάγματος. Το άρθρο 23 του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα σε κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία. Σύμφωνα με το εδάφιο
(2), δεν δύναται να επιβληθεί στέρηση ή περιορισμός οποιουδήποτε τέτοιου δικαιώματος εκτός ως προβλέπεται από το εν λόγω άρθρο. Σύμφωνα δε με το εδάφιο
(3), το δικαίωμα αυτό μπορεί να υποβληθεί δια νόμου σε όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς «απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων». Για κάθε τέτοιο περιορισμό, ο οποίος μειώνει ουσιωδώς την οικονομική αξία της ιδιοκτησίας, πρέπει να καταβληθεί το ταχύτερο δικαία αποζημίωση, καθοριζομένη, σε περίπτωση διαφωνίας, από πολιτικό Δικαστήριο. Το εδάφιο
(4)προνοεί για αναγκαστική απαλλοτρίωση ιδιοκτησίας για συγκεκριμένους σκοπούς. Το άρθρο 25 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε προσώπου να ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα ή να επιδίδεται σε οποιαδήποτε απασχόληση, εμπόριο ή επικερδή εργασία και αναφέρεται στους λόγους για τους οποίους μπορεί να υποβληθεί νομοθετικώς σε όρους και περιορισμούς το δικαίωμα αυτό. Το άρθρο 26 προνοεί ότι έκαστος έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως, το οποίο υπόκειται σε όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων, με τη δυνατότητα θέσπισης Νόμων για την πρόληψη εκμετάλλευσης από πρόσωπα τα οποία διαθέτουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ. Ξεκινώντας από το άρθρο 23 και τους λόγους έφεσης 3 (α) -(γ), σημειώνω ότι, όπως έχει νομολογηθεί, το τι συνιστά στέρηση ή περιορισμό του δικαιώματος της περιουσίας εξαρτάται από τη φύση της κάθε υπόθεσης και σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό μπορεί να είναι θέμα βαθμού (βλ. Thymopoulos and Others v. The Municipal Committee of Nicosia
(1967)3 C.L.R. 588, Kirzis and Others v. The Republic of Cyprus
(1965)3 C.L.R. 46 και Holy See of Kitium v. Municipal Council of Limassol, 1 R.S.C.C. 15). Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Ν. Λοΐζου, σελ. 140, σε τέτοιες περιπτώσεις τίθεται το ερώτημα κατά πόσον υπάρχει μια ακριβοδίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος της κοινωνίας και των αναγκών της προστασίας των ατομικών θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου. Η ισορροπία αυτή καθίσταται σχετική μόνο όταν έχει αποδειχθεί ότι η επέμβαση ικανοποιεί τις ανάγκες της νομιμότητας και δεν είναι αυθαίρετη. Αναφέρεται επίσης πως για κάθε όρο, δέσμευση ή περιορισμό πρέπει να καταβάλλεται το ταχύτερο δίκαιη αποζημίωση, ως προβλέπεται στο άρθρο 23
(3), χωρίς την οποία η στέρηση περιουσίας συνιστά υπό κανονικές συνθήκες μια δυσανάλογη επέμβαση η οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Για τον περιορισμό ή την εξουσιοδότηση επέμβασης στην άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος, η ανάγκη πρέπει να τεκμηριώνεται και η ρύθμιση να είναι ανάλογη προς την ανάγκη (βλ. Δημοκρατία v. Βουλής των Αντιπροσώπων
(2003)3 Α.Α.Δ. 238 και Πιτσιλλίδης κ.ά. v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7). Δεν αμφισβητείται ότι η εγγραφή της Υποθήκης, ως εμπράγματο βάρος, και τα δικαιώματα που απορρέουν από τη σύμβαση Υποθήκης, αποτελούν ιδιοκτησία της αιτήτριας η οποία προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος. Σχετικό είναι το Πρώτο Παράρτημα του Ν. 9/1965 και το άρθρο 12
(5)(α) του Ν. 9/1965, τα όσα καταγράφονται στη σελίδα 136 του συγγράμματος Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Ν. Λοΐζου, και η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Χαραλάμπους κ.ά. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.ά.
(2014)3 A.A.Δ. 175. Οι επίδικες πρόνοιες του Νόμου 9/1965, ως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 139(Ι)/2015, δίδουν στον Διευθυντή την εξουσία να διαγράψει την Υποθήκη επί του επίδικου ακινήτου, για σκοπούς προστασίας των δικαιωμάτων του αγοραστή (καθ' ου η αίτηση 3) που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο με τον πωλητή / ενυπόθηκο οφειλέτη (καθ' ης η αίτηση 2) το οποίο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο, χωρίς να έχει λάβει ο ενυπόθηκος δανειστής (η αιτήτρια) το οφειλόμενο ποσό, το οποίο εξασφαλιζόταν από την Υποθήκη. Αποστερώντας, δηλαδή, την αιτήτρια από την εξασφάλιση που είχε επί του ακινήτου προς είσπραξη του λαβείν της. Η εγγραφή της Υποθήκης και του Μέμο προηγήθηκαν (κατά πολύ) χρονικά της κατάθεσης του πωλητηρίου εγγράφου. Με την επίδικη απόφαση του Διευθυντή να προχωρήσει στη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του καθ' ου η αίτηση 3 ελεύθερου από την Υποθήκη και το Μέμο, εφαρμόζοντας τη διαδικασία που προνοείται από τα επίμαχα άρθρα του Ν. 9/1965 ως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 139(Ι)/2015, εξαλείφεται και ακυρώνεται το δικαίωμα της αιτήτριας, χωρίς αυτή να λάβει το οφειλόμενο ποσό το οποίο εξασφαλιζόταν από την Υποθήκη. Η εξασφάλιση για το οφειλόμενο ποσό, η οποία μάλιστα έχει προτεραιότητα σε περίπτωση αναγκαστικής πώλησης εφόσον προηγήθηκε χρονικά, βασικά εξαφανίζεται και η αιτήτρια χάνει τα δικαιώματα της που απορρέουν από τη σύμβαση Υποθήκης, τα οποία συνιστούν περιουσία της. Αυτό κατά την κρίση μου αποτελεί ξεκάθαρη στέρηση του δικαιώματος της αιτήτριας που προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος, και αυθαίρετη επιλογή του νομοθέτη να προστατεύσει το δικαίωμα τρίτου προσώπου (στην προκειμένη, του καθ' ου η αίτηση 3 ως «εγκλωβισμένου αγοραστή» με το κατατεθειμένο πωλητήριο έγγραφο) εις βάρος του δικαιώματος του ενυπόθηκου δανειστή (στην προκειμένη, της αιτήτριας με την κατατεθειμένη Υποθήκη και το Μέμο), χωρίς καμία εξισορρόπηση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και χωρίς ουσιαστική προστασία των δικαιωμάτων της αιτήτριας. Το δε επιχείρημα της πλευράς του καθ' ου η αίτηση 3 ότι είναι υποθηκευμένα προς όφελος της αιτήτριας ακόμη δύο διαμερίσματα, οπότε η τελευταία δεν θα μείνει χωρίς εξασφάλιση, δεν διαφοροποιεί τα πιο πάνω. Δεν υπάρχει μαρτυρία κατά πόσο τα άλλα δύο διαμερίσματα έχουν πωληθεί ή εάν και για αυτά έχουν υποβληθεί αιτήσεις για μεταβίβαση στον αγοραστή με την απάλειψη της Υποθήκης. Με την απαλλαγή του επίδικου διαμερίσματος από την Υποθήκη, η όποια αξία της όποιας εναπομείνασας εξασφάλισης, προφανώς περιορίζεται ουσιαστικά. Επαναλαμβάνεται όμως ότι δεν υπάρχει σχετική μαρτυρία. Ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ότι η εν λόγω στέρηση του δικαιώματος της αιτήτριας ως κατοχυρώνεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος, γίνεται κατ' επίκληση των εξαιρέσεων του εδαφίου
(3)του εν λόγω άρθρου. Δεν τίθεται θέμα ύπαρξης λόγων δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας ή δημοσίων ηθών ή ζητήματα πολεοδομίας ή αναπτύξεως για σκοπούς δημόσιας ωφέλειας. Όσον αφορά την εισήγηση της πλευράς του καθ' ου η αίτηση 1, με αναφορά στην Αιτιολογική Έκθεση του Νόμου 139(Ι)/2015 (Τεκμήριο Ν), ότι ο περιορισμός του δικαιώματος της αιτήτριας γίνεται για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, ως ανάγκη για να βρεθεί η χρυσή τομή για να επιλυθεί ένα κοινωνικό πρόβλημα, σημειώνω ότι, όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Δ. Πιτσιλλίδης ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ.7 «το δημόσιο συμφέρον πρέπει να εξυπηρετεί το σύνολο των πολιτών και όχι μία συγκεκριμένη τάξη πολιτών». Άλλωστε, όπως αναφέρεται στην απόφαση της αδελφής Δικαστού κας Ε. Εφραίμ, ΠΕΔ, στην αίτηση-έφεση αρ. 206/2017 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λεμεσού κ.ά. ημερ. 15.7.2019, λόγος δημοσίου συμφέροντος δεν δύναται να αποτελεί βάση εξέτασης για τον περιορισμό του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, εφόσον τέτοιος λόγος δεν καλύπτεται από το εδάφιο
(3)του άρθρου 23. Είναι βεβαίως γεγονός ότι λόγος δημοσίου συμφέροντος ή δημοσίας ωφελείας όντως περιλαμβάνεται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία κυρώθηκε ως μέρος του ημεδαπού Νόμου με τον κυρωτικό Ν.39/62, πλην όμως δεν γίνεται επίκληση τέτοιου λόγου στην Αιτιολογική Έκθεση Τεκμήριο Ν (βλ. συναφώς Κουτσελίνη-Ιωαννίδου v. Δημοκρατίας
(2014)3 Α.Α.Δ. 361). Η υπόθεση James and Others v. The United Kingdom, Application no. 8793/1979 ημερ. 21.2.1986, στην οποία παρέπεμψε η πλευρά του καθ' ου η αίτηση 1 στο στάδιο των αγορεύσεων, δεν προσφέρει καθοδήγηση εδώ, καθότι στην παρούσα περίπτωση δεν γίνεται επίκληση δημοσίου συμφέροντος και δεν προβλέπεται αποζημίωση για τον ενυπόθηκο δανειστή κατά την απαλλαγή του ακινήτου από την Υποθήκη και το εμπράγματο βάρος και τη μεταβίβαση του σε τρίτο πρόσωπο. Σχετικά με την εισήγηση ότι ο περιορισμός του δικαιώματος της αιτήτριας γίνεται για σκοπούς προστασίας δικαιωμάτων τρίτων προσώπων, ως προβλέπεται στο εδάφιο
(3)του άρθρου 23 του Συντάγματος, επισημαίνω ότι αυτό έγινε χωρίς να υπάρξει δίκαιη εξισορρόπηση, αλλά αντίθετα έγινε δυσμενής διάκριση σε βάρος της αιτήτριας, της οποίας μάλιστα τα εμπράγματα δικαιώματα κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο πολύ προγενέστερα της κατάθεσης του πωλητηρίου εγγράφου. Ο καθ' ου η αίτηση 3, ως τρίτο πρόσωπο, ναι μεν τήρησε τις υποχρεώσεις του έναντι της καθ' ης η αίτηση
  1. Παράλληλα, όμως, και η αιτήτρια τήρησε τις υποχρεώσεις της έναντι της καθ' ης η αίτηση 2 και της παραχώρησε τις πιστωτικές διευκολύνσεις, με την επίδικη Υποθήκη ως εξασφάλιση, ενώ η καθ' ης η αίτηση 2 εξακολουθεί να οφείλει μεγάλο χρηματικό ποσό στην αιτήτρια στη βάση των πιστωτικών διευκολύνσεων που έλαβε με την εν λόγω εξασφάλιση. Στην ουσία, ο νομοθέτης επιλέγει, μεταξύ δύο εμπράγματων δικαιωμάτων (της Υποθήκης και του κατατεθειμένου πωλητηρίου εγγράφου), αυτό του καθ' ου η αίτηση
  2. Είναι απόλυτα αντιληπτό ότι ο καθ' ου η αίτηση 3, και κάθε «εγκλωβισμένος αγοραστής», θα αισθάνεται αδικημένος από την αδυναμία απόκτησης τίτλου ελεύθερου από υποθήκη που αφορά το χρέος του πωλητή και όχι του ιδίου, εφόσον ο ίδιος κατέβαλε το τίμημα αγοράς. Εν τούτοις, η αυθαίρετη αυτή επιλογή του νομοθέτη δεν αποτελεί τη «χρυσή τομή» στο πρόβλημα που προκύπτει, ως η εισήγηση της πλευράς του καθ' ου η αίτηση
  3. Όπως αναφέρεται στην απόφαση της αδελφής Δικαστού κας Ρ. Λιμνατίτου Π.Ε.Δ. στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λεμεσού κ.ά., αρ. αίτησης - έφεσης 53/2016, ημερ. 17.5.2017, εν σχέσει προς την ανυπαρξία δημοσίας ωφελείας, «Υπάρχει μόνο η ανάγκη να προστατευτούν τα δικαιώματα μιας ομάδας ανθρώπων μεταξύ των οποίων η καθ' ης η αίτηση 3 που έχουν βρεθεί εκτεθειμένοι από τις ενέργειες και πιθανόν αντισυμβατικές πράξεις μιας άλλης ομάδας μεταξύ των οποίων και η καθ' ης η αίτηση
  4. Αυτή όμως η ανάγκη, με τα επίδικα άρθρα επιτυγχάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων μιας τρίτης ομάδας μεταξύ των οποίων και η αιτήτρια». Συναφώς, παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της αδελφής Δικαστού κας Ε. Εφραίμ, ΠΕΔ, στην αίτηση-έφεση αρ. 206/2017 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λεμεσού κ.ά. ημερ. 15.7.2019, το περιεχόμενο της οποίας με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη και υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας: «Επανερχόμενη στην Αιτιολογική Έκθεση, ο τροποποιητικός Ν.139(Ι)/15αποσκοπεί στην προστασία των δικαιωμάτων του μεγάλου αριθμού εγκλωβισμένων αγοραστών, οι οποίοι έχουν εκπληρώσει όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις τους, χωρίς όμως να γίνεται λόγος για τα δικαιώματα των ενυπόθηκων δανειστών. Βασικά ο Νομοθέτης προνόησε για την προστασία των αγοραστών, αγνοώντας πλήρως και μη εξισορροπώντας με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα του ενυπόθηκου δανειστή. Σαφώς για την ύπαρξη περιορισμού στο δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή, θα πρέπει να υπάρχει μια αναλογικότητα στη μεταχείριση των δύο και εξισορρόπηση των δικαιωμάτων τους, κάτι το οποίο ελλείπει παντελώς στην υπό κρίση περίπτωση. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως υπάρχει μια αυθαίρετη, αδικαιολόγητη και δυσμενής διάκριση υπέρ του αγοραστή και εις βάρος του ενυπόθηκου δανειστή, η οποία δεν δύναται να αποτελέσει νόμιμη βάση για περιορισμό του δικαιώματος του τελευταίου». Ούτε και γίνεται οποιαδήποτε πρόνοια για καταβολή δίκαιης αποζημίωσης στην αιτήτρια, σε περίπτωση που ο περιορισμός του δικαιώματος της με βάση το άρθρο 23 του Συντάγματος γίνεται κατ' επίκληση των εξαιρέσεων του εδαφίου
(3)του εν λόγω άρθρου. Είναι γεγονός πως ένας νόμος δεν κηρύσσεται αντισυνταγματικός απλώς και μόνο επειδή δεν προνοείται αποζημίωση. Όπως έχει νομολογηθεί, η πληρωμή αποζημιώσεων βάσει του άρθρου 23
(3)οφείλεται αφού καθοριστεί από πολιτικό Δικαστήριο, εφόσον αποδειχθεί ενώπιον του ότι η οικονομική αξία της ιδιοκτησίας του αιτητή έχει μειωθεί ουσιωδώς (βλ. Lanitis Estates Ltd κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1989)3Ε Α.Α.Δ. 3252 και Kirzis a.o. ν. The Republic
(1965)3 C.L.R. 46). Εν τούτοις, στην προκειμένη περίπτωση, θεωρώ ότι ισχύουν, κατ' αναλογίαν, τα όσα αναφέρθηκαν από την αδελφή Δικαστή κα Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. στην προαναφερόμενη απόφαση ημερ. 15.7.2019 στην αίτηση-έφεση αρ. 206/2017 στη σελίδα 11 : «Από τη στιγμή που η Αιτήτρια θα έχανε την εξασφάλιση της, την οποία μάλιστα είχε κατά προτεραιότητα, επί περιουσίας η οποία θα μεταβιβαζόταν σε τρίτο πρόσωπο, και χωρίς αυτή να αντικατασταθεί παρά μόνο να μειώνεται (με περιορισμό της υποθήκης επί των υπόλοιπων διαμερισμάτων) και με αβέβαιη την αξία και την τύχη αυτής της υπόλοιπης εξασφάλισης, τότε θεωρώ ότι τίθεται ζήτημα οικονομικής ζημιάς και ενδεχομένως αποζημίωσης. Σαφώς τέτοια πρόνοια δεν προβλέπεται στον υπό κρίση Ν.139(Ι)/15». Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι, με βάση το άρθρο 44ΚΒ
(4), ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να αιτηθεί όπως το εμπράγματο βάρος ή η υποθήκη μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ιδίου πωλητή. Εν τούτοις, επαναλαμβάνω και υιοθετώ τα όσα αναφέρθηκαν στην πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση ημερ. 17.5.2017 στην αίτηση-έφεση αρ. 53/2016 Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λεμεσού κ.ά., ότι αυτό μόνο θεωρητική σημασία μπορεί να έχει. Πέραν του ότι με αυτόν τον τρόπο δεσμεύεται ιδιοκτησία από τον Διευθυντή, ο οποίος αποκτά εξουσίες που ούτε το Δικαστήριο έχει, χωρίς να μπορεί καν να ακουστεί ο ιδιοκτήτης, δεν είναι δεδομένο ότι ο πωλητής θα διαθέτει άλλη ακίνητη περιουσία και δη ελεύθερη από άλλα εμπράγματα βάρη. Σε περίπτωση που ο πωλητής δεν διαθέτει άλλη ακίνητη ιδιοκτησία, θα διαγραφεί η Υποθήκη και η αιτήτρια πιθανότατα δεν θα μπορεί να εξασφαλίσει την απαίτηση της εναντίον του πωλητή. Ως εκ των ανωτέρω, καταλήγω πως οι σχετικές διατάξεις των άρθρων 44 ΙΘ και 44ΚΒ του Νόμου 9/1965 παραβιάζουν το άρθρο 23 του Συντάγματος. Η πλευρά της αιτήτριας εισηγείται περαιτέρω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή παραβιάζει και περιορίζει το δικαίωμα που διασφαλίζεται από το άρθρο 25 του Συντάγματος (βλ. λόγους έφεσης 2 (α), (β) και (γ) πιο πάνω). Η αιτήτρια υποστηρίζει πως, ασκώντας νόμιμα και κανονικά τις εργασίες της ως χρηματοοικονομικό ίδρυμα, συνήψε σύμβαση στη βάση της οποίας παραχώρησε πιστωτικές διευκολύνσεις στην καθ' ης η αίτηση 2, με την επίδικη Υποθήκη ως εξασφάλιση, την οποία ο Διευθυντής θα εξαλείψει μονομερώς με βάση τα επίμαχα άρθρα του Ν. 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί με τον Ν. 139(Ι)/2015. Οι καθ' ων η αίτηση αμφισβητούν τη θέση αυτή, προβάλλοντας ότι η διαδικασία που προνοείται από τα επίμαχα άρθρα δεν παρεμβαίνει στο δικαίωμα της αιτήτριας να οργανώνει ελεύθερα την επαγγελματική της δραστηριότητα και δεν αφορά στο δικαίωμα άσκησης των εργασιών της, με την πλευρά του καθ' ου η αίτηση 1 να προσθέτει ότι το άρθρο 25 προστατεύει μόνο την άμεση επέμβαση στο δικαίωμα ενός προσώπου να ασκεί το επάγγελμα του ελεύθερα και όχι την έμμεση επέμβαση. Δεν έχει εφαρμογή έναντι ρύθμισης παρεμφερών θεμάτων που δυνατόν να προκαλούν μόνο έμμεση επέμβαση στην άσκηση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ v. Επάρχου Λεμεσού
(2002)4Β Α.Α.Δ. 1033). Εξετάζοντας με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις, καταλήγω πως δεν έχει καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι τα επίδικα άρθρα εμποδίζουν την αιτήτρια να οργανώνει ελεύθερα και να προγραμματίζει την επιχειρηματική της δραστηριότητα, όπως η ίδια θεωρεί ορθό και με σκοπό την κερδοφορία. Δεν καταδεικνύεται ασύμβατη με το Σύνταγμα επέμβαση στο δικαίωμα της ελεύθερης άσκησης επαγγέλματος ή επικερδούς επιχείρησης από τα επίδικα άρθρα, και η όποια πιθανή επίδραση δεν είναι άμεση. Προχωρώ στην εξέταση της εισήγησης της πλευράς της αιτήτριας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή με βάση τα επίμαχα άρθρα του Ν. 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί από τον Ν. 139(Ι)/2015 είναι αντισυνταγματική καθότι παραβιάζει το άρθρο 26 του Συντάγματος (βλ. λόγους έφεσης 5 (α) - (ε) πιο πάνω). Στην Αναφορά Αρ. 1/2014, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 3)
(2014)3 Α.Α.Δ 487, όπου η Πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου γνωμάτευσε ότι το άρθρο 3 του περί Απαλλαγής Εγγυητών από την Εγγύηση Εκπλήρωσης της Υπόσχεσης ή της Υποχρέωσης Χρέους Μετά την Πώληση Ενυπόθηκου Ακινήτου Νόμου του 2014 είναι αντισυνταγματικό επειδή καταστρατηγεί το άρθρο 26 του Συντάγματος καθότι συνιστά ανεπίτρεπτη παρέμβαση στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», γίνεται η ακόλουθη άκρως βοηθητική ανάλυση της ερμηνείας και εμβέλειας του άρθρου 26, στις σελίδες 495-497: «Το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» διασφαλίζεται από το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος. Η πρόνοια αυτή έτυχε νομολογιακής ερμηνείας σε ανώτατο επίπεδο. Στην Υπόθεση Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125 η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν ήταν ομόφωνη αναφορικά με το περιεχόμενο του δικαιώματος. Η πλειοψηφία αποφάνθηκε ότι το δικαίωμα που κατοχυρώνεται είναι το δικαίωμα της σύναψης σύμβασης και όχι τα δικαιώματα που δημιουργούνται δυνάμει της σύμβασης. Η μειοψηφία έκρινε ότι η προαναφερόμενη πρόνοια προστατεύει την πλήρη ελευθερία του «συμβάλλεσθαι», η οποία υπόκειται μόνο σε τέτοιους όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις, που τίθενται στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση της πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Υποθέσεις Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2014)3 Α.Α.Δ. 175, σε σχέση με το Άρθρο 26 του Συντάγματος έγινε, παρεμφερώς, αναφορά στην απόφαση της πλειοψηφίας, στην Chimonides (ανωτέρω), χωρίς όμως, το δικαστήριο, να ενδιατρίψει στη νομολογία που ακολούθησε επί του θέματος, αναφορικά με την εμβέλεια της προστασίας που παρέχει το Άρθρο 26, εφόσον μια τέτοια έρευνα δεν ήταν απαραίτητη για τους σκοπούς εκείνης της απόφασης. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όμως, δεν παρέμεινε στατική αναφορικά με το προαναφερόμενο θέμα, αλλά εξελίχθηκε και μάλιστα προς κατεύθυνση διαφορετική από εκείνη που διατυπώθηκε στην Chimonides (ανωτέρω), από την πλειοψηφία. Στην υπόθεση Republic v. Meneleou
(1982)3 C.L.R. 419 η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξέτασε την εμβέλεια του Άρθρου 26.1 του Συντάγματος και έκαμε αναφορά, μεταξύ άλλων, στη Chimonides (ανωτέρω). Παρατήρησε ότι υπήρχαν τρεις διαφορετικές γνώμες στη Chimonides (ανωτέρω) και ότι εκείνο για το οποίο υπήρχε ομοφωνία, ως προς το Άρθρο 26.1, ήταν ότι αυτό κατοχυρώνει το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» υπό τους όρους και τις διασαφηνίσεις που περιέχονται σ' αυτό (το Άρθρο). Στην Menelaou (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι θα ήταν αντίθετο προς την κοινή λογική και τους κανόνες της δικαιοσύνης να επιτραπεί η κατεδάφιση των θεμελίων μιας συμβατικής διευθέτησης και με αυτό τον τρόπο να προκληθεί αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών. Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 Α.Α.Δ. 36 τονίστηκε και πάλι ότι, σύμφωνα με το συνταγματικό μας δίκαιο, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από τον νόμο που εξετάστηκε εκεί, δεν σχετίζονταν με οποιονδήποτε από τους περιορισμούς που επιτρέπονται από στο Άρθρο 26.1, καθότι με το νόμο εκείνο, αποστερείτο ο ένας συμβαλλόμενος της ελεύθερης επιλογής του ως προς τον προσδιορισμό του περιεχομένου της σύμβασης του και γενικότερα του καταρτισμού της σύμβασης, κατά τη βούλησή του. Ο νόμος, επομένως, σε εκείνη την περίπτωση ήταν αντισυνταγματικός. Στην πλέον πρόσφατη υπόθεση σε Αναφορά του Προέδρου της Δημοκρατίας, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2011)3 Α.Α.Δ. 683 εξετάστηκε και πάλι το Άρθρο 26 του Συντάγματος και τονίστηκε ότι η έννοια του όρου «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» στις διατάξεις του Άρθρου 26.1 επιδέχεται περιορισμούς μόνο ως προς τους όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που προβλέπονται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Κρίθηκε ότι η ελευθερία του «συμβάλλεσθαι» περιλάμβανε και το δικαίωμα, των συμβαλλομένων, να καθορίσουν ακόμα και την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της σύμβασης τους. Σε εκείνη την υπόθεση, πρόνοια νόμου που μετέθετε την ημερομηνία έναρξης της ισχύος σύμβασης, κρίθηκε ως αντισυνταγματική. Στην προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (Δέστε την Απόφαση του Ελληνικού ΣτΕ 2944/1980 (Τμήμα Δ) και Δαγτόγλου: Συνταγματικό Δίκαιο - Ατομικά Δικαιώματα, 4η Αναθεωρημένη Έκδοση, 2012, Οικονομική Ελευθερία, παράγραφοι 1302-1303). Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται, καταρχήν, με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση. Ο ισχυρισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι η επέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται, ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των τραπεζών, δεν μπορεί να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τον υπό αναφορά νόμο, αλλά ούτε και αποτελεί το αντικείμενο του υπό αναφορά νόμου.» Έχοντας κατά νουν τα πιο πάνω, παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση της αδελφής Δικαστού κας Ε. Εφραίμ, ΠΕΔ, στην αίτηση-έφεση αρ. 206/2017 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λεμεσού κ.ά. ημερ. 15.7.2019, το οποίο πραγματεύεται το επίδικο ζήτημα του κατά πόσο τα επίμαχα άρθρα του Ν. 9/1965 ως τροποποιήθηκε από τον Ν. 139(Ι)/15 παραβιάζουν το άρθρο 26 του Συντάγματος, το οποίο με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη και το οποίο υιοθετώ για σκοπούς της παρούσης: «Δεν χωρεί αμφιβολίας, σε αντίθεση με την εισήγηση του δικηγόρου της Καθ΄ ης 3, πως ο τροποποιητικός Ν.139(Ι)/15επιφέρει ουσιώδη αλλαγή στη βούληση και στο περιεχόμενο των όρων της σύμβασης υποθήκης η οποία συνήφθη μεταξύ του ενυπόθηκου δανειστή και του οφειλέτη. Κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, τα δύο μέρη γνώριζαν επακριβώς τη φύση και τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας και τα όποια δικαιώματα και υποχρεώσεις απορρέουν από αυτή. Αυτό άλλωστε συμβάλλει στη βεβαιότητα και εμπιστοσύνη ως προς τα εκάστοτε δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, όπως εκφράζονται στη σύμβαση και αποτυπώνουν την πρόθεση τους ως προς τον τρόπο ρύθμισης της μεταξύ τους σχέσης. Αξίζει να αναφερθεί πως στο έγγραφο της σύμβασης υποθήκης περιλαμβάνονται όροι, όπως o η αναγνώριση πως η υποθήκη αποτελεί εξασφάλιση του οφειλόμενου στην Τράπεζα ποσού o σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής σε πρώτη απαίτηση, η Τράπεζα δύναται να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα είτε μέσω Κτηματολογίου, είτε με Αγωγή, και ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει, συμπεριλαμβανομένης της πώλησης με προσφορές και ή ιδιωτικής πώλησης, χωρίς καν ειδοποίηση προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη o ενόσω ισχύει η εξασφάλιση ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν δικαιούται να μεταβιβάσει και ή επιβαρύνει τα ενυπόθηκα κτήματα χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση της Τράπεζας o ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθιστά την Τράπεζα ανέκκλητο πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για να προβεί σε όλες τις ενέργειες αναφορικά με τα ενυπόθηκα ακίνητα και ακόμα να προβεί σε πώληση αυτών. Με τον Ν.139(Ι)/15, η ρύθμιση αυτής της συμβατικής σχέσης, όπως αποτυπώνεται μέσα από το ίδιο το περιεχόμενο της σύμβασης υποθήκης, εκβαραθρώνεται και εξαλείφεται, αφαιρώντας πλέον από την Αιτήτρια τα όποια δικαιώματα απορρέουν από τη σύμβαση. Θεωρώ πως αυτή η μεταγενέστερη παρέμβαση της Νομοθετικής Εξουσίας στρεβλώνει την πρόθεση των μερών όπως διατυπώνεται στη σύμβαση υποθήκης. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στις υποθέσεις Louisville Joint Stock Land Bank v. Radford 295 U.S. 555
(1935)και W.B. Worthern Co v. Kanavaugh 295 U.S. 56
(1935), οι οποίες αναφέρονται ακριβώς στο δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή και στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι. Εκεί λέχθηκε πως το δικαίωμα ενός ενυπόθηκου δανειστή να εμμένει στην εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους που του οφείλεται προτού αποδεσμεύσει το ενυπόθηκο ακίνητο το οποίο του παραχωρήθηκε ως ασφάλεια έναντι ενυπόθηκου χρέους, αποτελούσε την ουσία σύναψης και ύπαρξης μιας υποθήκης. Ακριβώς και εδώ, με τον Ν.139(Ι)15, παρατηρείται μια στρέβλωση στο περιεχόμενο της σύμβασης υποθήκης και συνακόλουθα παραβίαση του δικαιώματος του ενυπόθηκου δανειστή ως προς το συμβάλλεσθαι ελεύθερα. Υπενθυμίζεται πως στην Αιτιολογική Έκθεση γίνεται αναφορά μόνο στον μεγάλο αριθμό εγκλωβισμένων αγοραστών και όχι σε δημόσιο συμφέρον ή ακόμα σε προστασία πολιτών από πρόσωπα τα οποία κατέχουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ. Αυτά τα δεδομένα διαφοροποιούν την πιο πάνω περίπτωση από τις υποθέσεις Harvest Capital Management Ltd v. Ταμάσιου
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1683 και Πανεπιστήμιο Frederick κ.ά. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1226/10 ημ. 20.12.12 . » . Όπως αναφέρθηκε από τον αδελφό Δικαστή κ. Δ. Κίτσιο, ΠΕΔ, στην απόφαση του ημερ. 9.9.2019 στην αίτηση-έφεση αρ. 292/2017 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Πάφου κ.ά., το πότε και πώς καταργούνται οι πρόνοιες μιας σύμβασης είναι ζητήματα τα οποία ρυθμίζονται από το δίκαιο των συμβάσεων. Με την παρέμβαση στα υφιστάμενα δικαιώματα της αιτήτριας όπως αυτά δημιουργήθηκαν με τη σύμβαση Υποθήκης, προκαλείται παραβίαση του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι ελευθέρως, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος. Ο δε τρόπος παρέμβασης, είναι τέτοιος που ολοκληρωτικά αντικαθιστά την ελεύθερη βούληση της αιτήτριας και δεν συνιστά απλώς είδος περιορισμού. Συνεπώς, ικανοποιούμαι ότι υπάρχει παραβίαση και του άρθρου 26 του Συντάγματος. Διαφαίνεται, όπως αναφέρεται στην προαναφερόμενη απόφαση ημερ. 9.9.2019 στην αίτηση-έφεση αρ. 292/2017 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Πάφου κ.ά., «. πως στην προσπάθεια του ο νομοθέτης, με τα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ, να προστατέψει ή να ρυθμίσει προβλήματα που δημιουργήθηκαν σε μια ομάδα πολιτών - εγκλωβισμένων αγοραστών - ως είχε κάθε δικαίωμα βέβαια αλλά και υποχρέωση, δε διατήρησε τις συνταγματικά κατοχυρωμένες ισορροπίες μεταξύ υφιστάμενων δικαιωμάτων τα οποία εξίσου προστατεύονται από το Σύνταγμα». Ως εκ των ανωτέρω, καταλήγω ότι έχει καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι τα άρθρα 44ΙΘ και 44ΚΒ του Νόμου 9/1965 ως τροποποιήθηκε από τον Ν.139(Ι)/15, στα οποία βασίζεται η απόφαση του Διευθυντή ημερ. 30.1.2019, και τα οποία επιτρέπουν τη διαγραφή της Υποθήκης επί του επίδικου ακινήτου, παραβιάζουν τόσο το άρθρο 23 όσο και το άρθρο 26 του Συντάγματος. Επομένως η σχετική απόφαση του Διευθυντή θα πρέπει να ακυρωθεί. Επισημαίνω επιπλέον ότι, από τη στιγμή που με δικαστική απόφαση έχει διαταχθεί η εκποίηση της επίδικης Υποθήκης προς αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους της καθ' ης η αίτηση 2, η εξάλειψη της εν λόγω Υποθήκης από τον Διευθυντή παραβιάζει την αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών, αφού παρεμβαίνει σε όσα έχει αποφασίσει Δικαστήριο, ακυρώνοντας ουσιαστικά το δικαστικό διάταγμα. Συνακόλουθα, η αίτηση - έφεση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η απόφαση του καθ' ου η αίτηση 1 ημερ. 30.1.2019 με αρ. φακέλου ΑΕΑ 38/2018 ακυρώνεται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, επομένως επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας - εφεσείουσας και εναντίον των καθ' ων η Αίτηση 1 και 3 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσον αφορά την καθ' ης η αίτηση 2, εφόσον δεν έλαβε μέρος στη διαδικασία θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως μη εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .............. Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.