← Κύπρος

ΦΩΤΙΟΥ ν. ALTAMIRA ASSET MANAGEMENT (CYPRUS) LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 330/2021, 14/5/2021

ΦΩΤΙΟΥ ν. ALTAMIRA ASSET MANAGEMENT (CYPRUS) LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 330/2021, 14/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A106 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 330/2021 Μεταξύ: XXXXX ΦΩΤΙΟΥ Ενάγουσας και

  1. ALTAMIRA ASSET MANAGEMENT (CYPRUS) LIMITED
  2. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Εναγομένων --------------------- Αίτηση για Αντεξέταση ημερ. 23.4.2021 Ημερομηνία: 14 Μαΐου, 2021 Για την ενάγουσα - αιτήτρια : κ. Χρ. Ματθαίου Για τις εναγόμενες - καθ' ων η αίτηση 1 και 2 : κ. Ν. Γεωργίου ΑΠΟΦΑΣΗ (Δοθείσα Αυθημερόν) Η ενάγουσα καταχώρισε την υπό τον ως άνω αριθμό αγωγή στις 24.3.2021, με την οποία αξιώνει Δήλωση ότι δικαιούται να εγγραφεί ως μοναδική ιδιοκτήτρια συγκεκριμένου ακινήτου στη Λάρνακα και διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομά της, επί πληρωμή €110.000, και διαζευκτικά αποζημιώσεις. Την ίδια ημέρα υπέβαλε αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Στην πορεία τροποποιήθηκε το κλητήριο ένταλμα με την προσθήκη δεύτερου εναγομένου, αποσύρθηκε η αρχική αίτηση για προσωρινό διάταγμα και επανακαταχωρίστηκε στις 5.4.2021 νέα αίτηση για προσωρινό διάταγμα, στο πλαίσιο της οποίας δόθηκε στις 15.4.2021 (εκ συμφώνου) άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ενάγουσας - αιτήτριας. Στις 13.4.2021 καταχωρίστηκε τρίτη αίτηση για προσωρινό διάταγμα με το ίδιο αντικείμενο, η οποία αποσύρθηκε στις 26.4.
  3. Συνεπώς, εκκρεμεί για εκδίκαση η αίτηση ημερ. 5.4.2021 για προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στις εναγόμενες να μεταβιβάσουν ή επιβαρύνουν ή αποξενώσουν ή δεσμεύσουν με οποιονδήποτε τρόπο το επίδικο κτήμα στη Λάρνακα. Οι εναγόμενες καταχώρισαν ένσταση στην αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερ. 5.4.2021, συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Πουμπουρίδη, υπαλλήλου της εναγομένης 2, και ακολούθησε η υπό κρίση αίτηση για αντεξέτασή του επί συγκεκριμένων παραγράφων της ένορκης δήλωσής του. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.48 θ. 1-4, 8, 9, Δ.39 θ. 1-21, Δ.5 θ. 9 και Δ.5Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις συμφυείς και αναφαίρετες εξουσίες και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ενάγουσας όπου αναφέρει ότι διάβασε με έκπληξη τους ισχυρισμούς του κ. Πουμπουρίδη «οι οποίοι είναι εντελώς λανθασμένοι και οι οποίοι είναι δυνατό να εξηγηθούν διαφορετικά αν ο κ. Πουμπουρίδης δεν αντεξεταστεί» και συνεπώς συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις. Ακολούθως συγκεκριμενοποιεί τις παραγράφους για τις οποίες επιζητεί να αντεξετάσει και τους λόγους στους οποίους βασίζει το αίτημά της. Οι εναγόμενες καταχώρισαν ένσταση στις 11.5.2021, με νομική βάση τα άρθρα 29-32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, τα άρθρα 4,5,7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, τις Δ.39, 48 και 64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, την ενυπάρχουσα εξουσία του Δικαστηρίου και τη νομολογία. Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι εξής: «
  4. Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και/ή πραγματικά αστήρικτη.
  5. Από όσα παραθέτει η ομνύουσα στην ένορκη δήλωση της ημερ. 23.4.21 δεν προκύπτει κανένας επαρκής λόγος για να εκδοθεί διάταγμα αντεξέτασης.
  6. Για σκοπούς της ορθής ρύθμισης της διαδικασίας και προς αποφυγή αχρείαστης επιχειρηματολογίας, πρόσθετης μαρτυρίας άσχετης με τα επίδικα θέματα και σπατάλης πολύτιμου χρόνου, είναι ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια προς απόρριψη της αίτησης.
  7. Με την παρούσα αίτηση η αιτήτρια επιχειρεί την αλίευση μαρτυρίας (fishing of evidence) μέσω της αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα.
  8. Η αιτήτρια δια μέσω της αντεξέτασης του ομνύοντα προσπαθεί να συμπληρώσει τα κενά και/ή τις παραλείψεις της με την εισαγωγή νέας μαρτυρίας και τεκμηρίων.
  9. Θέματα που επιθυμεί να αντεξετάσει η αιτήτρια αποτελούν νομικά θέματα που δεν χρήζουν αντεξέτασης.
  10. Με την παρούσα αίτηση η αιτήτρια επιθυμεί όπως αντιστρέψει το βάρος απόδειξης όσον αφορά την έκδοση του επίδικου απαγορευτικού διατάγματος. Η αιτήτρια είναι αυτή που έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  11. Τα θέματα επί των οποίων μπορεί να αντεξετάσει ένας διάδικος θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι να εκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος ήθελε υπάρξει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των μερών ή απλά προς το σκοπό της μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας. » Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Πουμπουρίδη, ο οποίος τονίζει τη θέση ότι η εναγομένη 1 λανθασμένα είναι διάδικος καθότι πάντοτε ενεργούσε για λογαριασμό της εναγομένης 2 η οποία είναι και η ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου, και αναλύει τους λόγους ένστασης και τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι δεν χωρεί αντεξέταση. Τα πιο πάνω είναι, πολύ συνοπτικά, όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ενωρίτερα σήμερα, παρέδωσαν στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Είχα την ευκαιρία στο διάλειμμα να μελετήσω τον φάκελο της υπόθεσης, την υπό εξέταση αίτηση, την ένσταση, τις ένορκες δηλώσεις καθώς και το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων. Η Δ.48 θ. 4

(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών προνοεί μεταξύ άλλων ότι η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39. Ο θεσμός 1 της εν λόγω Δ.39 των Κανονισμών, προβλέπει τα εξής: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross - examination» Όπως προκύπτει από το πιο πάνω λεκτικό και τη χρήση της λέξης «may», το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία, όπως σε κάθε περίπτωση που το Δικαστήριο καλείται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, ασκείται δικαστικά, ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Η ευχέρεια αυτή μπορεί να ασκηθεί ανεξάρτητα και από τυχόν συναίνεση του ίδιου του καθ' ου η αίτηση (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοΐζου
(2008)1Α Α.Α.Δ 280, Annual Practice 1958 σελ. 865 και Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1660). Τα θέματα επί των οποίων μπορεί να αντεξετάσει ένας διάδικος θα πρέπει να είναι προκαθορισμένα και περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας. Συνεπώς, η παραχώρηση άδειας για αντεξέταση ή όχι θα πρέπει πάντα να κρίνεται σε συνάρτηση με τη φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης, κάθε φορά, διαδικασίας - στην προκειμένη περίπτωση, της αίτησης ημερ. 5.4.2021 για την έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να επεκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος υπάρχει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων ή απλώς προς τον σκοπό της αποδυνάμωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου (βλ. πρωτόδικη ενδιάμεση απόφαση Balraj Singh Samra ν. Ναταλίας Πατσαλίδου ημερ. 9.4.2009 του κ. Κ. Κληρίδη, Π.Ε.Δ. όπως ήταν τότε, στην αγωγή 7123/08 Ε.Δ. Λευκωσίας). Η αντεξέταση θα πρέπει να επιτρέπεται μόνο σε ζητήματα τα οποία είναι αναγκαία για την επίλυση του θέματος που αφορά η εκάστοτε υπό κρίση αίτηση. Δεν θα πρέπει να επιτρέπεται η επέκτασή της σε επουσιώδη ζητήματα, ή ζητήματα αδιάφορα για την εξέτασή της, που άπτονται της ουσίας της γενικότερης διαφοράς των διαδίκων, διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος η διαδικασία να μετατρέπεται σε δίκη επί της ουσίας. Για να επιτύχει αίτηση για αντεξέταση, θα πρέπει στην ουσία να καταδειχθεί ότι, με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, η κυρίως αίτηση δεν μπορεί να διεκπεραιωθεί ή αποφασιστεί ορθά και δίκαια, εκτός εάν δοθεί άδεια για αντεξέταση. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418-419, παράγρ. 878, αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά: "Discretionary power of the Court as to evidence. The Court has a discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay, or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion". Έχοντας κατά νουν όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η παρούσα δεν είναι από τις (ομολογουμένως κάπως σπάνιες) περιπτώσεις όπου υπάρχει σοβαρή αναγκαιότητα άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης για αντεξέταση. Με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και των παραγράφων / ζητημάτων για τα οποία επιζητεί αντεξέταση η ενάγουσα, θεωρώ ότι η αντεξέταση του κ. Πουμπουρίδη δεν είναι αναγκαία προς τον σκοπό της ορθής απονομής της δικαιοσύνης όσον αφορά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης, και τυχόν έγκριση του αιτήματος θα μεταβάλει την ακρόαση της αίτησης σε μακρά και αχρείαστη ακρόαση επί όλων των αμφισβητούμενων θεμάτων της αγωγής. Σημαντικό παράγοντα στην πιο πάνω κρίση αποτελεί η φύση της κυρίως αίτησης για προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι το έργο του Δικαστηρίου σε ενδιάμεσες αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, και ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς και να καταλήγει σε συμπεράσματα όσον αφορά το πραγματικό και νομικό καθεστώς της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας, εκτός εκεί όπου τούτο είναι απολύτως αναγκαίο, καθότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο (βλ. μεταξύ άλλων The Jonitexo Ltd ν. Αdidas,
(1984)1 C.L.R. 263 στις σελ. 267 - 8 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Δηλαδή, το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος τα εγειρόμενα ζητήματα και δεν αξιολογεί τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς με την έννοια της απόφανσης επί της αξιοπιστίας των ενόρκως δηλούντων, κάτι που θα γίνει στο κατάλληλο στάδιο, κατά την ακρόαση επί της ουσίας, και δεν καταλήγει σε τελικά ευρήματα επί των αμφισβητούμενων ζητημάτων της αγωγής. Γενικώς, η διαδικασία εκδίκασης αιτήσεων για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δεν προσφέρεται για ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας και την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί του νομικού και πραγματικού υποβάθρου της υπόθεσης. Η εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων δεν γίνεται εις βάθος και η διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος γίνεται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων χωρίς, επαναλαμβάνεται, να είναι ορθό το Δικαστήριο να προβαίνει σε ευρήματα τελεσίδικα ή σε θέματα ουσίας που δυνατόν να προκαταλαμβάνουν τα δικαιώματα των διαδίκων στην κυρίως αίτηση. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή πρέπει να παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία και το Δικαστήριο αποφεύγει να υπεισέλθει στην ουσία, στο στάδιο εκδίκασης της ενδιάμεσης αίτησης (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 225, Τ.Α. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802). Λαμβάνοντας υπόψη τα ζητήματα για τα οποία έχει εξειδικεύσει η ενάγουσα - αιτήτρια ότι ζητά να αντεξετάσει (παράγραφος 3 (α) - (ι) της ένορκης δήλωσής της, όπου αναφέρεται στις παραγράφους 1, 2, 7, 9, 10, 11 και 14 της ένορκης δήλωσης του κ. Πουμπουρίδη), σημειώνω ότι είτε πρόκειται για ζητήματα τα οποία είναι θέμα επιχειρηματολογίας στο στάδιο των αγορεύσεων - όπως, για παράδειγμα, η θέση της ενάγουσας ότι κάποιοι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντος είναι γενικοί και αόριστοι και δεν δύναται να τεκμηριώνουν τις θέσεις του - είτε είναι θέσεις της δικής της πλευράς τις οποίες αναφέρει η ίδια στις δικές της ένορκες δηλώσεις, είτε δεν πρόκειται για ζητήματα τα οποία είναι αναγκαία για την επίλυση του θέματος που αφορά η κυρίως αίτηση, δηλαδή για σκοπούς εκδίκασης της ενδιάμεσης αίτησης που εκκρεμεί για προσωρινό διάταγμα. Όσον αφορά τις πρωτόδικες αποφάσεις στις οποίες παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας - αιτήτριας στην αγόρευσή του, σημειώνω ότι η φύση της εκάστοτε ενδιάμεσης θεραπείας και των επίδικων θεμάτων για το οποίο ζητείτο η αντεξέταση, διαφέρει από την παρούσα περίπτωση. Ήδη έχω αναφερθεί στη φύση της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας και στο περιορισμένο έργο του Δικαστηρίου. Απόλυτα σχετικό με τα θέματα που εξετάζονται είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση του Ι. Ιωαννίδη. Α.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) στην υπόθεση A.J. Vouros Ltd v. ZX Fami Ltd, Αρ. Αγωγής 3404/2010 Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερ. 6.9.2010, στο οποίο παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων στη γραπτή του αγόρευση: «Ως γνωστό, σε διαδικασίες έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, έργο του Δικαστηρίου είναι μόνο η διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των προϋποθέσεων που καθορίζονται από το Νόμο για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων. Το Δικαστήριο προσεγγίζει την προσαχθείσα μαρτυρία μόνο για τους σκοπούς αυτούς. Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα από την υπόθεση Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, όπου στη σελ.267 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "I would like to observe that at the stage of granting or refusing an interlocutory injunction, such as the one which was made in the present case, the parties should limit themselves to the issue of whether or not, in the light of the provisions of section 32
(1)of Law 14/60 and of the relevant principles of law, such an injunction should be granted; and this clearly interlocutory stage of the proceedings should not be treated as an opportunity for the parties to fight out the merits of the case either by adducing evidence or by advancing arguments in this respect." (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο.) To ίδιο και στην υπόθεση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, όπου στη σελ.797 τονίστηκε ότι, «Δεν πρέπει, επίσης να λησμονούμε ότι γενικώς η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων.» (Βλέπε επίσης τις υποθέσεις Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio MA.ST. Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 799). Σε μια αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, ο Αιτητής είναι αυτός που έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Δεν καλείται στο στάδιο αυτό να αποδείξει το αγώγιμο δικαίωμα του. Συνεπώς, δεν δίδεται άδεια αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων για να αποδείξει ο Αιτητής το εν λόγω δικαίωμα του, όπως περίπου συνάγεται από την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Αιτητών. » Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και συνεπώς επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας - αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως αίτησης ημερομηνίας 5.4.2021. (Υπ.) ................ Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.