ΠΕΡΔΙΟΣ κ.α. ν. B2KAPITAL CYPRUS LTD, Αρ. Αγωγής: 2007/2020, 11/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2007/2020 Μεταξύ: XXXXX ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΕΡΔΙΟΣ XXXXX ΠΕΡΔΙΟΥ Εναγόντων και B2KAPITAL CYPRUS LTD Εναγομένης --------------------- Αίτηση και προσωρινό διάταγμα ημερ. 18.11.2020 Ημερομηνία: 11 Ιανουαρίου, 2021 Για τους ενάγοντες- αιτητές : κ. Σπ. Ιωάννου Για την εναγομένη - καθ' ης η αίτηση : κα Γ. Ζαχαρίου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον της εναγομένης εταιρείας αναγνωριστική απόφαση ότι η μη εκπλήρωση συμβατικών υποχρεώσεων τους που πηγάζουν από συμφωνία 15.3.2019 μεταξύ των διαδίκων εκφεύγει του ελέγχου των εναγόντων και οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας και ασυνήθους φυσικού συμβάντος ένεκα της πανδημίας του κορωνοϊού, παράταση των προθεσμιών πληρωμής των μηνιαίων δόσεων των εναγόντων βάσει της εν λόγω συμφωνίας, αποζημιώσεις για αθέτηση συμφωνίας και/ή για παράνομο ή κακόπιστο τερματισμό της συμφωνίας, αποζημιώσεις εκ €21.250 που κατέβαλαν οι ενάγοντες στην εναγομένη ως αντιπαροχή, καθώς και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Με την καταχώριση της αγωγής, οι ενάγοντες καταχώρισαν μονομερώς την υπό κρίση αίτηση για προσωρινά διατάγματα και το Δικαστήριο (με διαφορετική σύνθεση) εξέδωσε το υπό (Α) αιτούμενο προσωρινό διάταγμα (με την υπογραφή σχετικής εγγύησης) με το οποίο απαγορεύεται στην εναγομένη - καθ' ης η αίτηση να προχωρήσει με εκποίηση της Υποθήκης XXXXX/2003 που αφορά συγκεκριμένο ακίνητο στην Ορμήδεια, μέσω ιδιωτικής πώλησης και/ή δημοσίου πλειστηριασμού. Το διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο εντός των επόμενων ημερών, ενώ το υπό (Β) αιτητικό (για αναστολή και/ή ακύρωση της ειδοποίησης Τύπος Ι ημερ. 6.10.20 αναφορικά με το εν λόγω ακίνητο) αποσύρθηκε άνευ βλάβης και απορρίφθηκε. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στη Διαταγή 48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 27, Μέρος VIA - άρθρα 44Α-44ΙΑΑ, 44ΚΣΤ, 45 και Παραρτήματα του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς του 2015, Δ.Δ.Π 185/2015, στον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμό του 1956, Κ.622/1956, στον Περί Πώλησης Διαδικαστικό Κανονισμό, Κ.547/1923, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, στις αρχές του Κοινοδικαίου, στις αρχές της Επιείκειας (Equity), στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στη Νομολογία. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση των εναγόντων, οι οποίοι αναφέρουν το ιστορικό της συνεργασίας τους με την Ελληνική Τράπεζα, από την οποία είχαν εξασφαλίσει δάνειο το 2003 με την παροχή υποθήκης επί του επίδικου ακινήτου τους ως εξασφάλιση. Η εναγομένη περί το 2018 απέκτησε από την Ελληνική Τράπεζα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από τις σχετικές συμφωνίες με τους ενάγοντες. Κατόπιν διαπραγματεύσεων, οι διάδικοι συμφώνησαν την αναδιάρθρωση και/ή αποπληρωμή με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα των οφειλών των εναγόντων και υπεγράφη σχετική Συμφωνία ημερ. 15.3.2019 (Τεκμήριο 1). Το συνολικό ποσό καταβολής καθορίστηκε στο ποσό των €160.000, με μηνιαίες δόσεις ύψους €1.250 από 30.6.2019, καθώς και με την καταβολή ποσού εκ €10.000 μέχρι 31.12.
- Οι ενάγοντες αναφέρουν στην ένορκη δήλωση τους ότι κατέβαλαν δεόντως το εν λόγω ποσό των €10.000, καθώς και τις μηνιαίες δόσεις μέχρι και τον Μάρτιο του 2020 (επισυνάπτονται διάφορες αποδείξεις ως Τεκμήρια 2-23), σύνολο €21.
- Προσθέτουν δε ότι ένεκα της παγκόσμιας πανδημίας του κορωνοϊού και των μέτρων που λήφθηκαν από τη Δημοκρατία, οι εργασίες των εναγόντων, στον τουριστικό τομέα, επηρεάστηκαν σε τεράστιο βαθμό (Τεκμήρια 24 και 25) με αποτέλεσμα να αδυνατούν να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις (καταβολή περαιτέρω δόσεων). Αφού περιήλθε στην αντίληψη τους η έκδοση διαταγμάτων της Δημοκρατίας για την αναστολή δόσεων σε χρηματοοικονομικούς οργανισμούς, αποτάθηκαν στην εναγομένη στις 30.3.2020 αιτούμενοι την αναστολή των δόσεων τους, αίτημα το οποίο έγινε αποδεκτό για περίοδο τριών μηνών, ήτοι μέχρι 30.6.2020 (Τεκμήρια 26-28). Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις για περαιτέρω αναστολή των μηνιαίων δόσεων για λόγους ανωτέρας βίας και ασυνήθους φυσικού συμβάντος (Act of God) πλην όμως η εναγομένη αρνήθηκε τη χορήγηση περαιτέρω αναστολής, με σκοπό, σύμφωνα πάντοτε με τους ενάγοντες, να επωφεληθεί το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο και να παραμείνουν οι ενάγοντες σε μειονεκτική θέση. Στις 31.8.2020 η εναγομένη ενημέρωσε τους ενάγοντες ότι θεωρεί τη Συμφωνία ως μη τηρηθείσα (Τεκμήριο 29). Ακολούθησαν τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ των διαδίκων και υποβλήθηκαν προτάσεις (αφού οι ενάγοντες έλαβαν διαβεβαιώσεις από συγγενείς για οικονομική βοήθεια) χωρίς αποτέλεσμα (Τεκμήριο 30). Στις 22.10.2020 οι ενάγοντες έλαβαν από την εναγομένη ειδοποίηση «ΤΥΠΟΣ Ι» ημερ. 6.10.20 με την οποία απαιτείται η καταβολή του ποσού των €157.843,58 εντός 45 ημερών (Τεκμήριο 31) και χωρίς να λάβει υπόψη τα ποσά που είχαν καταβληθεί. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η εναγομένη παράνομα και αυθαίρετα, σε μια προσπάθεια να προσπορίζεται παράνομα αθέμιτο όφελος εις βάρος των εναγόντων, προέβη σε κακόπιστο τερματισμό της Συμφωνίας. Εξηγούν τους λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος πληρούνται (αθέτηση συμφωνίας και αναγνωριστικά διατάγματα, επίκληση ανωτέρας βίας, εάν πωληθεί το ακίνητο η αγωγή θα καταστεί άνευ αντικειμένου). Όσον αφορά τη φερεγγυότητα της εναγομένης, αναφέρουν ότι πρόκειται για εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και δεν υπάρχει εξασφάλιση ότι όταν ολοκληρωθεί η αγωγή θα υφίσταται και θα έχει την οικονομική ικανότητα να αποπληρώσει αποζημιώσεις. Προβάλλουν ότι η αίτηση υποβλήθηκε χωρίς καθυστέρηση, αφού στις 22.10.2020 λήφθηκε η ειδοποίηση «ΤΥΠΟΣ Ι» και στις 29.10.2020 η απάντηση της εναγομένης, η οποία απέρριψε τις προτάσεις των εναγόντων. Θεωρούν δε ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, «για να αποτραπεί στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας και κίνδυνο αδικίας αλλά και διατήρησης του status quo ante η ενδεχόμενη πραγματική μεταβολή των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση». Μετά την επίδοση του προσωρινού διατάγματος και της αίτησης, η εναγομένη-καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση, με νομική βάση παρόμοια με αυτή της αίτησης. Στην ένσταση της η εναγομένη επικαλείται τους εξής λόγους:
- Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
- Η νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής και λανθασμένη.
- Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
- Οι ενόρκως δηλούντες δεν αναφέρουν την πηγή της πληροφόρησης τους.
- Το διάταγμα εκδόθηκε κατόπιν απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων και παραπλάνησης του Δικαστηρίου.
- Τα γεγονότα που συνοδεύουν την αίτηση δεν δίδουν τη δυνατότητα έκδοσης ούτε και οριστικοποίησης του εκδοθέντος διατάγματος.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος.
- Η αίτηση υποβλήθηκε αδικαιολόγητα καθυστερημένη.
- Η αίτηση είναι ελλιπής.
- Ουδεμία βάση αγωγής έχουν οι ενάγοντες εναντίον της εναγομένης.
- Η αίτηση είναι λανθασμένη.
- Η αίτηση και η αγωγή αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις των εναγόντων.
- Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας.
- Οι αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα.
- Η αίτηση βασίζεται σε ανακριβή και αναληθή γεγονότα.
- Οι ενάγοντες ενήργησαν κακόπιστα.
- Το προσωρινό εκδοθέν διάταγμα ημερ. 18.11.20 έρχεται σε αντίθεση και/ή σύγκρουση με ήδη εκδοθέντα διατάγματα στα πλαίσια τελικών και τελεσίδικων αποφάσεων που εκδόθηκαν το 2007 και
- Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Κουμπάρου, λειτουργού διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων στην υπηρεσία της εναγομένης, ο οποίος αναφέρει μεταξύ άλλων πως η επίδικη αγωγή δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας καθότι πρόκειται για μια κακόπιστη αγωγή, η οποία σκοπό έχει έμμεσα να επανανοίξει και ακυρώσει νομότυπα εκδοθείσες δικαστικές αποφάσεις του 2007 και 2008, γεγονός που τεχνηέντως απεκρύφθη. Προβάλλει πως στην πραγματικότητα οι ενάγοντες είχαν εξασφαλίσει πιστωτικές διευκολύνσεις από την Ελληνική Τράπεζα τις οποίες δεν εξυπηρετούσαν, τερματίσθηκαν εξ υπαιτιότητας των εναγόντων και των λοιπών οφειλετών, κινήθηκαν εναντίον τους πέντε αγωγές και εκδόθηκαν σχετικές αποφάσεις εναντίον τους, οι οποίες δεν εφεσιβλήθηκαν (Τεκμήριο Α οι αποφάσεις). Στη μία εκ των αποφάσεων, η οποία εκδόθηκε στις 29.5.2008 στο πλαίσιο της αγωγής 784/2008, εκδόθηκε διάταγμα εκποίησης της επίδικης Υποθήκης XXXXX/2003, γεγονός που θεωρεί ο ενόρκως δηλών ότι αποτελεί ουσιώδη πληροφόρηση η οποία απεκρύφθη από το Δικαστήριο το οποίο παραπλάνησαν να εκδώσει διάταγμα το οποίο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το διάταγμα στην προγενέστερη αγωγή. Προσθέτει δε ότι στην απόφαση στην αγωγή 3120/2007, περιλαμβάνεται και διάταγμα εκποίησης άλλης υποθήκης (XXXXX/2003) επί του ιδίου ακινήτου. Όσον αφορά τη συμφωνία 'αναδιάρθρωσης' Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της άλλης πλευράς, ο ενόρκως δηλών αναφέρει πως επρόκειτο για προσπάθεια διευθέτησης εξ αποφάσεως χρεών που χρονολογούνταν και οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν να μην προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης των αποφάσεων, εάν τηρείτο ανελλιπώς το πρόγραμμα αποπληρωμής, κάτι που δεν έγινε, ενώ το διάταγμα του Υπουργού Οικονομικών για αναστολή δόσεων (Τεκμήριο 28) δεν κάλυπτε περιπτώσεις μη εξυπηρετούμενων και εξ αποφάσεως οφειλών. Ούτε και πρόκειται περί καλόπιστων και κατά τα άλλα τυπικών δανειοληπτών οι οποίοι δεν υπήρξαν τυπικοί με τις υποχρεώσεις τους λόγω της πανδημίας. Αναφέρει επιπλέον ότι είχε ενημερώσει δεόντως τους ενάγοντες από τον Σεπτέμβριο 2020 για την πρόθεση της εναγομένης να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης, γεγονός που επίσης απέκρυψαν. Επισημαίνει ότι δεν έγινε τερματισμός της συμφωνίας Τεκμήριο 1, αλλά ενεργοποίηση αυτής, ήτοι των όρων (β) και (γ), ενώ τα ποσά της ειδοποίησης «ΤΥΠΟΥ Ι» είναι ορθά. Τονίζει τη θέση του ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος, αφού πρόκειται περί εξ αποφάσεως χρεών, η οποιαδήποτε ζημιά είναι χρηματική και αποτιμητέα, η εναγομένη είναι φερέγγυα (γεγονός που προβάλλει ότι φαίνεται από τα αποτελέσματα του τρίτου τριμήνου του 2020 της μητρικής της εταιρείας Τεκμήριο Β, από την αγορά χαρτοφυλακίου πιστωτικών διευκολύνσεων της Ελληνικής Τράπεζας ονομαστικής αξίας €145.000.000 και της Τράπεζας Κύπρου ονομαστικής αξίας €406.000.000 και από τη σχετική άδεια της Κεντρικής Τράπεζας Τεκμήριο Γ), και δεν υπήρχε το στοιχείο του κατεπείγοντος αφού εστάλη μόνο η ειδοποίηση «ΤΥΠΟΥ Ι» και θα έπρεπε πρώτα να τηρηθούν και οι υπόλοιπες διαδικασίες και συνεπώς ο πλειστηριασμός δεν ήταν κάτι που επέκειτο να γίνει αμέσως. Τονίζει ότι το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα έρχεται σε σύγκρουση με την τελεσίδικη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε το 2008 στην Αγωγή 784/2008 και διατάζει την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου που το εκδοθέν διάταγμα απαγορεύει και το οποίο εκδόθηκε κατόπιν απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων και παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων όπως και τα αιτούμενα και παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο καθορίζει τρεις ουσιαστικές προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει το αιτούμενο παρεμπίπτον διάταγμα, εφόσον βέβαια το κρίνει δίκαιο και πρόσφορο. Οι προϋποθέσεις είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την ακροαματική διαδικασία. (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία. (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Περαιτέρω, το Δικαστήριο πρέπει να σταθμίσει και το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Κατά την εξέταση του κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το διάταγμα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και το κριτήριο του ισοζυγίου ευχέρειας (balance of convenience) των διαδίκων. Η ερμηνεία του άρθρου 32 αποτέλεσε το αντικείμενο πολλών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Τransport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Οdysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, Tσολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Jonitexco Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263). Η πρώτη προϋπόθεση - η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη - ικανοποιείται όταν με βάση τα δικόγραφα αποκαλύπτεται μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case). H δεύτερη προϋπόθεση - η ύπαρξη πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία - ικανοποιείται όταν με βάση το σύνολο της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα ή ενδεχόμενο επιτυχίας του στην αγωγή. Είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι αναγκαίο για την απόδειξη της αγωγής (βλ. υπόθεση Οdysseos,
(1982)1 C.L.R. 557 και Πουργουρίδης κ.α. ν. Μέλου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, σελ. 2075). Οι πρώτες δύο προϋποθέσεις είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ένορκες δηλώσεις και τη μαρτυρία που προκύπτει από τυχόν αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος έχει άμεση σχέση με την ύπαρξη νομικής βάσης αγωγής, εφόσον κάτι τέτοιο αποκαλύπτεται από το δικόγραφο. Η δεύτερη προϋπόθεση προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης . Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση - ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή - εξετάζεται το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Συνήθως, εάν κατά την τελική απόφαση επί της ουσίας της αγωγής η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Είναι όμως σαφώς νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας, εκτός εκεί όπου τούτο είναι απολύτως αναγκαίο, καθότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo Ltd ν. Αdidas,
(1984)1 Α.Α.Δ. 263 στις σελ. 267 - 8 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή πρέπει να παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία και το Δικαστήριο αποφεύγει να υπεισέλθει στην ουσία σε αυτό το στάδιο. (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 225, Τ.Α. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802). Η παρούσα αίτηση εκτός από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 στηρίζεται και σε διάφορες άλλες νομοθεσίες. Η κύρια, όμως, νομική βάση είναι, όπως προκύπτει και από τη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόντων - αιτητών, το άρθρο 32 του Ν.14/60. Το άρθρο 9 του Κεφ. 6 αποτελεί το υπόβαθρο αιτήσεων που υποβάλλονται μονομερώς, εφόσον προβλέπει ότι κάθε διάταγμα, το οποίο έχει εξουσία το Δικαστήριο να εκδώσει, δύναται να εκδοθεί κατόπιν αίτησης του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο διάδικο, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, κρίθηκε δικαιολογημένη η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος μονομερώς από το Δικαστήριο (με διαφορετική σύνθεση) καθότι ικανοποιήθηκε από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του, ότι συνέτρεχαν οι απαραίτητες προϋποθέσεις. Προτού προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, θεωρώ ορθό να πραγματευθώ τους λόγους ένστασης που αφορούν την απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και την παραπλάνηση του Δικαστηρίου από τους ενάγοντες. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί. Συνεπώς, η διαδικασία της μονομερούς αίτησης δημιουργεί στον αιτητή την υποχρέωση να αποκαλύπτει στο δικαστήριο όλα τα γεγονότα που γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Tο καθήκον προς αποκάλυψη συναρτάται προς την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε ζητείται η παροχή θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ανατρέπει τη βάση του (μονομερώς εκδοθέντος) διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός, το οποίο πρέπει να αποκαλυφθεί, είναι αντικειμενικό. Το ηθελημένο ή μη της παράλειψης δεν είναι σημαντικό, και η πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Όπως αναφέρεται στη Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598 «.το κριτήριο είναι κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος. Γεγονότα δε που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος ενέχουν άμεση σημασία για τη χορήγηση θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου, και απόκρυψη γεγονότων, που καθιστούν το αίτημα μη επείγον, αναιρούν τη βασική προϋπόθεση για την παροχή ενδιάμεσης θεραπείας στην απουσία του εναγομένου (The Timberland Co of USA v. Evans & Sons Ltd κ.ά.,
(1998)1 Α.Α.Δ 1179, Demstar Ltd ν. Zim Israel Navigation Co Limited κ.ά.,
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 597, Μ & Ch Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. ν. The Timberland Co Of Usa,
(1997)1Γ Α.Α.Δ 1791, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, Δήμος Πάφου ν. Βοσκού,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (διά του Ερωτοκρίτου, Δ.) στην Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.α. ν. Adeona Holdings Limited κ.α., Π.Ε. Ε6/2014 ημερ. 27.2.2015, όπου γίνεται εκτενής ανάλυση του ζητήματος αυτού: «Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. » Στην υπό κρίση περίπτωση, θεωρώ πως προκύπτει σαφώς ότι οι ενάγοντες απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα και παρουσίασαν γεγονότα με παραπλανητικό τρόπο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, τα οποία ήταν δυνατόν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου στο στάδιο της εξέτασης της αίτησης μονομερώς. Ειδικότερα, δεν αποκάλυψαν το γεγονός ότι η όλη επίδικη συμφωνία, στην οποία βασίζεται η αγωγή, αφορά αίτημα των εναγόντων για μη λήψη μέτρων εκτέλεσης από την εναγομένη σε σχέση με πέντε τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες εκδόθηκαν το 2007 και 2008 στο πλαίσιο πέντε αγωγών. Αντίθετα, παρουσίασαν την εικόνα ότι το 2003 εξασφάλισε ο εναγόμενος 1, τη εγγυήσει της εναγομένης 2, δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις από την Ελληνική Τράπεζα - με συγκεκριμένη μάλιστα αναφορά στην παραχώρηση ενός και μόνο δανείου, για €52.966,64 - και το 2019 (μετά την απόκτηση από την εναγομένη των δικαιωμάτων της Ελληνικής από τις σχετικές συμφωνίες δανείων/διευκολύνσεων) κατόπιν διαπραγματεύσεων συμφωνήθηκε «.η αναδιάρθρωση και/ή αποπληρωμή με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής των πιστωτικών μας διευκολύνσεων ή χορηγήσεων ή οφειλών («των Δανείων») και προς τούτο υπεγράφη σχετική συμφωνία.» (βλ. παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης των εναγόντων). Καμία, δηλαδή, αναφορά στις πέντε προηγηθείσες αγωγές και τελεσίδικες αποφάσεις και στο γεγονός ότι η συμφωνία αφορούσε την καταβολή συγκεκριμένου ποσού (με δόσεις) προς εξόφληση πέντε εξ αποφάσεως χρεών, και όχι την αποπληρωμή ενός δανείου για €52.966,64. Η όλη εικόνα που παρουσιάστηκε από τους ενάγοντες είναι ότι επρόκειτο για συμφωνία αποπληρωμής δανείου με μηνιαίες δόσεις, τις οποίες κατέβαλλαν με κάθε τυπικότητα μέχρι και τον Μάρτιο 2020, ενώ στη συνέχεια δεν ήταν σε θέση να συνεχίσουν να καταβάλλουν τις δόσεις του δανείου ένεκα των επιπτώσεων της πανδημίας του κορωνοϊού στις εργασίες τους. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι η επίδικη συμφωνία επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Εν τούτοις, όπως λέχθηκε στην Cybarco plc κ.ά. ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, Υπóθεση αρ. 1855/2008 ημερ. 9.1.2009, όταν πρόκειται περί ουσιωδών γεγονότων δεν είναι αρκετή η επισύναψη ενός εγγράφου στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, το οποίο, μόνο αν μελετηθεί προσεκτικά, αποκαλύπτει τα γεγονότα, αλλά πρέπει να επισύρεται ειδικά σε αυτά η προσοχή του δικαστηρίου. Οι ενάγοντες επισύναψαν μεν τη συμφωνία, αλλά την παρουσίασαν ως συμφωνία για την αναδιάρθρωση και/ή αποπληρωμή των πιστωτικών διευκολύνσεων και δανείων που έλαβαν, χωρίς να επισημάνουν στο Δικαστήριο τα πραγματικά δεδομένα αυτής και ότι δεν αποτελούσε συμφωνία αναδιάρθρωσης ή αποπληρωμής δανείου, αλλά συμφωνία βάσει της οποίας η εναγομένη, ως εξ αποφάσεως πιστωτής, δεν θα προχωρούσε στη λήψη μέτρων εκτέλεσης πέντε δικαστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν εναντίον των εναγόντων πριν από δώδεκα και πλέον χρόνια, εάν τηρούντο από τους ενάγοντες συγκεκριμένοι όροι αποπληρωμής - συμφωνηθείσες δόσεις. Υπάρχουν δε ρητοί όροι στη συμφωνία ότι η έγκριση του αιτήματος των εναγόντων για μη λήψη μέτρων εκτέλεσης δεν επηρεάζει τις δικαστικές αποφάσεις και την εκτελεστότητα αυτών, ότι σε περίπτωση μη τήρησης του προγράμματος αποπληρωμής, η εναγομένη θα δύναται να λάβει όποια μέτρα εκτέλεσης επιθυμεί σε σχέση με όλο το εξ αποφάσεως υπόλοιπο το οποίο θα οφείλεται κατά τη δεδομένη στιγμή, και ότι η έγκριση του αιτήματος δεν επηρεάζει τα δικαιώματα της εναγομένης σε σχέση με τυχόν εξασφαλίσεις όπως υποθήκες. Περαιτέρω, οι ενάγοντες απέκρυψαν το γεγονός ότι στη μία εκ των δικαστικών αποφάσεων που εκδόθηκε εναντίον τους (και παρέλειψαν να αναφέρουν), ήτοι στην αγωγή 784/2008, εκδόθηκε διάταγμα για την εκποίηση της Υποθήκης XXXXX/03 και την πώληση του επίδικου ακινήτου διά δημοσίου πλειστηριασμού. Υπενθυμίζεται πως το προσωρινό διάταγμα που αιτήθηκαν οι ενάγοντες και εξασφάλισαν μονομερώς, αφορά την απαγόρευση στην εναγομένη να προχωρήσει σε εκποίηση της εν λόγω Υποθήκης επί του επίδικου ακινήτου. Δηλαδή, στην ουσία συγκρούεται και καταστρατηγεί ένα νομίμως εκδοθέν διάταγμα δικαστηρίου σε μία τελεσίδικη απόφαση (βλ. Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση της πλευράς της εναγομένης). Ούτε και αποκάλυψαν ότι εκδόθηκε, στο πλαίσιο της αγωγής 3120/2007, και διάταγμα εκποίησης άλλης υποθήκης (XXXXX/2003) επί του ιδίου ακινήτου. Σημειώνεται ότι τα στοιχεία αυτά, τα οποία προβλήθηκαν από την εναγομένη με την ένσταση της και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, δεν αμφισβητήθηκαν. Οι ενάγοντες-αιτητές παρουσίασαν επιπλέον παραπλανητική εικόνα αναφορικά με την εφαρμογή, στη δική τους περίπτωση μη αποπληρωμής δόσεων, του διατάγματος που εκδόθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία «που προνοούσε τη αναστολή δόσεων σε χρηματοοικονομικούς οργανισμούς.», βάσει του οποίου αποτάθηκαν στην εναγομένη για αναστολή των δόσεων τους (βλ. παράγραφο 15 της ένορκης δήλωσης των εναγόντων). Ναι μεν επισύναψαν το διάταγμα ως Τεκμήριο 28, πλην όμως παρέλειψαν να επισημάνουν προς το Δικαστήριο ότι για τις οφειλές που αφορά η επίδικη συμφωνία είχαν εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις κατά τα έτη 2007 και 2008, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)(β) του διατάγματος Τεκμήριο 28, η αναστολή της υποχρέωσης καταβολής δόσεων σε πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν από χρηματοοικονομικούς οργανισμούς κάλυπτε πρόσωπα που δεν είχαν καθυστερήσεις στην καταβολή της δόσης πέραν των 30 ημερών από την ημερομηνία που προνοείται από τη συγκεκριμένη πιστωτική διευκόλυνση κατά την 29.2.2020, αλλά αντιμετωπίζουν δυσκολίες ως αποτέλεσμα των επιπτώσεων της πανδημίας του Covid -
- Επαναλαμβάνω ότι οι δόσεις των εναγόντων, βάσει της επίδικης συμφωνίας, αφορούσαν τη διευθέτηση αποπληρωμής εξ αποφάσεως χρεών από δικαστικές αποφάσεις του 2007 και 2008 και δεν επρόκειτο περί δόσεων προς αποπληρωμή πιστωτικών διευκολύνσεων/δανείων που δεν είχαν τερματισθεί, τις οποίες (δόσεις) οι ενάγοντες αποπλήρωναν κανονικά πριν την πανδημία, ως η εικόνα που παρουσίασαν κατά την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Θεωρώ ότι προκύπτει σαφώς από όλα τα πιο πάνω ότι το όλο ιστορικό και η όλη εικόνα που παρουσιάστηκε από τους ενάγοντες ήταν παραπλανητική και απεκρύφθησαν τα πιο πάνω αναφερόμενα ουσιώδη γεγονότα, τα οποία ήταν απολύτως σχετικά με τα επίδικα θέματα της αίτησης και μπορούσαν εξ αντικειμένου να είχαν επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο στάδιο της έκδοσης του διατάγματος μονομερώς. Όταν δε αποτιμηθούν (για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας και μόνο) όλα τα πιο πάνω στοιχεία τα οποία δεν είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το στάδιο εξέτασης της αίτησης μονομερώς, προκύπτει ότι απουσίαζε και το στοιχείο του κατεπείγοντος. Ειδικότερα, υπενθυμίζω ότι η αίτηση αφορά την έκδοση διατάγματος για την προσωρινή (μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής) απαγόρευση εκποίησης Υποθήκης, για την οποία έχει ήδη εκδοθεί από το 2008, στο πλαίσιο της αγωγής 784/2008, διάταγμα εκποίησης. Το ποσό της επίδικης συμφωνίας αφορούσε εξ αποφάσεως χρέη από αγωγές και αποφάσεις των ετών 2007 και 2008 τα οποία δεν εξοφλήθηκαν, έγιναν διαπραγματεύσεις το 2019 για το θέμα της αποπληρωμής για να αποφευχθεί η εκποίηση, τον Οκτώβριο 2020 εστάλη και ελήφθη η ειδοποίηση «Τύπος Ι», ενώ δεν είχε ακόμη προχωρήσει η προβλεπόμενη διαδικασία με την αποστολή της ειδοποίησης «Τύπος ΙΑ», την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου και τον ορισμό ημερομηνίας πλειστηριασμού (βλ. Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί). Εν όψει των πιο πάνω, το υπό εξέταση διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Παρά την πιο πάνω κατάληξη, για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσω, έστω και επιγραμματικά, να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που προνοούνται από το άρθρο 32 του Ν.14/
- Εξετάζοντας τις πρώτες δύο προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32
(1)για σοβαρό θέμα προς εκδίκαση και την κατάδειξη ορατού ενδεχομένου επιτυχίας, σημειώνω ότι από τη στιγμή που οι ενάγοντες ισχυρίζονται παράβαση και/ή παράνομο και κακόπιστο τερματισμό συμφωνίας και/ή αδικαιολόγητο πλουτισμό και/ή αναγνωριστικά διατάγματα με την επίκληση ανωτέρας βίας, στη βάση ισχυρισμών που προβάλλονται οι οποίοι ουδόλως θα αξιολογηθούν στο στάδιο αυτό και χωρίς σε καμία περίπτωση να εξετάζεται το θέμα εις βάθος, κάτι που θα γίνει στο κατάλληλο στάδιο, θα μπορούσε να λεχθεί ότι εκ πρώτης όψεως οι πρώτες δύο προϋποθέσεις ικανοποιούνται. Δεν είναι ορθό να υπεισέλθει το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Το παρόν στάδιο δεν προσφέρεται για ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας και την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί του νομικού και πραγματικού υποβάθρου της υπόθεσης. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60, κατά πόσο δηλαδή οι ενάγοντες κατάφεραν να αποδείξουν ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν διατηρηθεί το υφιστάμενο διάταγμα, σημειώνω ότι η προϋπόθεση αυτή ικανοποιείται όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία, αλλά και στην περίπτωση όπου υφίσταται κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως να ληφθεί εναντίον του. Δεν πρέπει όμως να παραγνωριστεί το γεγονός ότι δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί (βλ. Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd,
(2005)1 A.A.Δ. 1237). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αξιώσεις των εναγόντων είναι για δηλωτική απόφαση σε σχέση με τη μη εκπλήρωση, από μέρους τους, της επίδικης συμφωνίας, παράταση των προθεσμιών πληρωμής, αποζημιώσεις για αθέτηση συμφωνίας, αποζημιώσεις για €21.250 και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Κατά την κρίση μου, δεν έχει καταδειχθεί ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία. Οι πλείστες αξιώσεις είναι ακριβώς για αποζημιώσεις, και δη στην κλίμακα €100.000-€500.000. Όσον αφορά τη θέση ότι σε περίπτωση μη οριστικοποίησης του διατάγματος, η αγωγή θα καταστεί άνευ αντικειμένου, εφόσον θα προχωρήσει η διαδικασία εκποίησης του υποθηκευμένου ακινήτου, υπενθυμίζω ότι έχει εκδοθεί διάταγμα εκποίησης του εν λόγω ακινήτου από το 2008 έναντι ή προς εξόφληση εξ αποφάσεως χρέους, ενώ η όποια ζημιά είναι υπολογίσιμη σε χρήμα. Οι δε αρχικές αναφορές των εναγόντων περί αφερεγγυότητας της εναγομένης - και κατά συνέπεια η ισχυριζόμενη αδυναμία για αποζημίωση των εναγόντων και ο κίνδυνος μη ικανοποίησης τυχόν απόφασης - απαντήθηκαν από την εναγομένη, η οποία παρουσίασε ικανοποιητικά στοιχεία ως προς τη φερεγγυότητα της ιδίας και της μητρικής της εταιρείας (βλ. παράγραφο 15 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση), τα οποία ουδόλως αντικρούστηκαν από την άλλη πλευρά. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό από τους ενάγοντες-αιτητές η ύπαρξη σοβαρού κινδύνου πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς και ότι σε περίπτωση μη οριστικοποίησης του διατάγματος, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Εν όψει των πιο πάνω, θεωρώ ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60 δεν πληρούται, αλλά ούτε και θα ήταν δίκαιο και εύλογο υπό τις πιο πάνω αναφερόμενες περιστάσεις να διατηρηθεί σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα, για την απαγόρευση εκποίησης υποθήκης για την οποία υφίσταται διάταγμα στο πλαίσιο προγενέστερης αγωγής, ως θέμα ισοζυγίου της ευχέρειας - αν και δεν εγείρεται θέμα εξέτασης του, εφόσον δεν έχουν ικανοποιηθεί σωρευτικά τα τρία κριτήρια του άρθρου 32 και οι παρούσες αναφορές είναι για σκοπούς πληρότητας και μόνο. H ανάγκη προστασίας των εναγόντων πρέπει να σταθμίζεται με την αντίστοιχη ανάγκη του εναγομένου και συνεπώς θα πρέπει να εξεταστεί η επίδραση που ενδεχομένως θα είχε τυχόν διατήρηση του διατάγματος στα συμφέροντα των δύο πλευρών. Θεωρώ ότι τα δεδομένα και η φύση της υπόθεσης ως έχουν αναλυθεί πιο πάνω, σε συνάρτηση με τη δυνατότητα αποζημίωσης των εναγόντων σε περίπτωση που αποδειχθούν οι ισχυρισμοί τους, είναι τέτοια που η πλάστιγγα κλίνει υπέρ της ακύρωσης του διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς. Ως εκ των ανωτέρω, ακόμη και στην περίπτωση που δεν είχε προηγηθεί η κρίση για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, και πάλιν η αίτηση θα απερρίπτετο και το διάταγμα θα ακυρωνόταν. Καταληκτικά των πιο πάνω, το προσωρινό διάταγμα ημερ. 18.11.2020 ακυρώνεται και η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της εναγομένης-καθ' ης η αίτηση και σε βάρος των εναγόντων - αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ................ Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο