ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, Αρ. Αγωγής: 1896/2015, 26/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1896/2015 Μεταξύ: XXXXX ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ Ενάγοντα και ALPHA BANK CYPRUS LTD Εναγόμενοι Και Δι' Ανταπαιτήσεως Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD Δι' Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες και
- XXXXX ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ
- CARPE TEMPUS DEVELOPMENTS LTD
- XXXXX ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ Δι' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι --------------------- Αίτηση εναγομένων - δι' ανταπαιτήσεως εναγόντων ημερ. 22.5.2020 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης Ημερομηνία: 26 Φεβρουαρίου, 2021 Για εναγομένους - δι' ανταπαιτήσεως ενάγοντες (αιτητές): κα Στ. Ανδρέου Για ενάγοντα - δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενο 1 (καθ' ου η αίτηση 1): κ. Γ.Τ. Χριστοφίδης Για δι' ανταπαιτήσεως εναγομένους 2 (καθ' ων η αίτηση 2): κα Κ. Π. Φελλά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι εναγόμενοι - δι' ανταπαιτήσεως ενάγοντες (εφεξής «οι αιτητές») επιζητούν διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους, με την προσθήκη διαφόρων νέων παραγράφων όπου:
(1)προβάλλεται θέση για απόρριψη όλων των αξιώσεων του ενάγοντα,
(2)προστίθεται ισχυρισμός και περιγραφή Υποθήκης των δι' ανταπαιτήσεως εναγομένων 2 προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του ενάγοντα προς τους εναγομένους,
(3)προβάλλεται ισχυρισμός για τερματισμό του επίδικου λογαριασμού στις 26.7.2017,
(4)προστίθενται στην ανταπαίτηση αξιώσεις που αφορούν την εκποίηση της Υποθήκης και
(4)ζητείται η ανάλογη επαναρίθμηση των υφιστάμενων παραγράφων. Η αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση του ενάγοντα - δι' ανταπαιτήσεως εναγομένου
- Οι δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2 δήλωσαν ότι δεν φέρουν ένσταση στην αίτηση και ότι σε περίπτωση έγκρισης της ζητούν τα έξοδα. Η ανταπαίτηση των εναγομένων - δι' ανταπαιτήσεως εναγόντων εναντίον των δι' ανταπαιτήσεως εναγομένων 3 δεν φαίνεται να επιδόθηκε ή να προωθήθηκε και η υπόθεση προχώρησε μόνο μεταξύ ενάγοντα και εναγομένων, και εναγομένων - δι' ανταπαιτήσεως εναγόντων και δι' ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και
- Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης του αιτήματος και της ένστασης, πολύ συνοπτικά αναφέρω ότι η αγωγή αφορά απαίτηση για ειδικές και γενικές αποζημιώσεις και διάφορες άλλες αξιώσεις που σχετίζονται με ισχυριζόμενο δάνειο που χορηγήθηκε από τους εναγομένους στον ενάγοντα σε ελβετικό φράγκο, με λεπτομέρειες απάτης και ψευδών παραστάσεων. Η Έκθεση Υπεράσπισης των εναγομένων καταχωρίστηκε στις 16.3.2018 και περιέχει Ανταπαίτηση εναντίον τόσο του ενάγοντα - δι' ανταπαιτήσεως εναγομένου 1 όσο και των δι' ανταπαιτήσεως εναγομένων 2 και 3 που προστέθηκαν, ως εγγυητές, για συγκεκριμένο ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό ελβετικών φράγκων (CHF) βάσει του επίδικου δανείου, καθώς και ανταξιώσεις που αφορούν αγοραπωλητήριο έγγραφο για την αγορά συγκεκριμένου διαμερίσματος. Η αίτηση στηρίζεται στις Διαταγές 21, 23, 25, 48, 59 και 64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγορικής υπαλλήλου στο γραφείο των δικηγόρων των αιτητών, η οποία αναφέρει ότι έπειτα από πρόσφατη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση, και προετοιμασία για την ακρόαση, διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής, λόγω σύγχυσης και καλόπιστου λάθους, κατά τη δακτυλογράφηση και ετοιμασία της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης δεν δικογραφήθηκαν ορθά δύο παράγραφοι, καθώς και η Υποθήκη στην Ανταπαίτηση, με αποτέλεσμα να μην παρουσιαστούν ορθά και ολοκληρωμένα όλοι οι ισχυρισμοί των αιτητών. Παραθέτει δε τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί, όπως ότι οι τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για να αποτυπωθούν ορθώς και πριν τη δίκη όλες οι θέσεις των αιτητών με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης και την εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου, η ακροαματική διαδικασία δεν έχει αρχίσει ακόμη και ουδεμία ζημιά δημιουργείται στους καθ' ων η αίτηση. Η ένσταση της πλευράς του ενάγοντα - δι' ανταπαιτήσεως εναγομένου 1 (καθ' ου η αίτηση 1) καταχωρίστηκε στις 30.11.2020 και ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: «
- Η αίτηση είναι κατά νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή κακόπιστη και/ή αδικαιολόγητη και/ή εκδικητική και/ή επιδιώκει σκοπούς άλλους από αυτούς που θέτουν οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις και/ή διαδικαστικοί Κανονισμοί.
- Η αιτούμενη τροποποίηση ζητείται κακόπιστα και/ή κατά κατάχρηση της διαδικασίας και σκοπό έχει να καθυστερήσει τη διαδικασία της παρούσας αγωγής και να επιφέρει βλάβη του Καθ΄ ου η αίτηση
- Η αιτούμενη αίτηση εγείρει θέματα τα οποία ήταν γνωστά στους Αιτητές κατά το χρόνο καταχώρισης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης.
- Η αιτούμενη τροποποίηση δεν αφορά καλόπιστα λάθη κατά τη σύνταξη του δικογράφου της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης για να γίνει επιτρεπτή.
- Η αιτούμενη τροποποίηση ουδεμία σχέση έχει και/ή δεν δύναται να συνδεθεί με τα επίδικα θέματα και/ή είναι αντίθετη με τα επίδικα θέματα.
- Η αιτούμενη τροποποίηση εάν επιτραπεί να γίνει θα επιτρέψει στους Αιτητές να επιδιώκουν πολλαπλές θεραπείες με τρόπο ανεπίτρεπτο.
- Η παρούσα αίτηση υποβάλλεται με υπερβολική και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση η οποία δεν δικαιολογείται μέσα από το σώμα της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει.
- Οι Αιτητές εμποδίζονται να εγείρουν την παρούσα αίτηση λόγω ολιγωρίας (laches) και/ή υπέρμετρης και/ή αδικαιολόγητης καθυστέρησης της αίτησης τροποποίησης.
- Οι Αιτητές κωλύονται εκ συμπεριφοράς ως προς την έγερση της παρούσας αίτησης (estoppel by conduct) συνεπεία αδιαφορίας και/ή παράλειψης διεκδίκησης των αξιώσεων της νωρίτερα.
- Η αιτούμενη τροποποίηση αποτελεί προσπάθεια «ψαρέματος μαρτυρίας» εκ μέρους των Αιτητών για τους λοιπούς Εναγόμενους εις βάρος του καθ΄ ου η αίτηση
- » Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση 1, ο οποίος προβάλλει ότι η επιδιωκόμενη προσθήκη της Υποθήκης αποτελεί νέα βάση αγωγής, κάτι το οποίο δεν επιτρέπεται νομολογιακά, ενώ επιδιώκεται παράλληλα και η προσθήκη της ημερομηνίας τερματισμού του επίδικου λογαριασμού, ήτοι η 26.7.
- Προσθέτει ότι η Υποθήκη είναι του έτους 2008, ενισχύοντας τη θέση ότι υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στο υπό εξέταση αίτημα, κάτι που δεν δικαιολογείται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ενώ η Υποθήκη ήταν εις γνώσιν των αιτητών από την ημερομηνία σύστασης της το 2008 και η επιστολή τερματισμού από τις 26.7.
- Υπενθυμίζει πως η αγωγή καταχωρίστηκε 24.9.2015 και η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση 16.3.2018 και υποστηρίζει ότι οι αιτητές κωλύονται εκ συμπεριφοράς να εγείρουν την παρούσα αίτηση συνεπεία αδιαφορίας και παράλειψης διεκδίκησης των αξιώσεων τους νωρίτερα. Η ακρόαση είναι προγραμματισμένη για τις 18.5.2021 και τυχόν έγκριση της αίτησης θα έχει ως αποτέλεσμα την καθυστέρηση της και θα περιπλέξει τα ήδη πολύπλοκα εγειρόμενα ζητήματα. Όσον αφορά τον λόγο ένστασης αρ.10, αναφέρει ότι οι αιτητές, με την εισαγωγή της Υποθήκης, επιδιώκουν αδικαιολόγητα την εισαγωγή μέσω του καθ' ου η αίτηση 1, νέας αιτίας αγωγής εναντίον του καθ' ου η αίτηση
- Τέλος, θεωρεί ότι η αίτηση έχει υποβληθεί καταχρηστικά και για σκοπούς καθυστέρησης της ακροαματικής διαδικασίας, καθότι δεν πληρούνται τα κριτήρια έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και θα πρέπει να απορριφθεί. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η τροποποίηση δικογράφων διέπεται από τη Διαταγή 25 θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως είχε πριν τις τροποποιήσεις αυτής και της Διαταγής 30 (το 2014, 2017 και 2018), δεδομένης της κλίμακας της αγωγής και του ότι καταχωρίστηκε πριν την 1.1.
- Η «παλαιά» Διαταγή 25 θ. 1 προνοεί ότι το Δικαστήριο «.μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων». Ως εκ των ανωτέρω, για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη τη νομολογία που ίσχυε για τη Διαταγή 25 προ των πρόσφατων τροποποιήσεων. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την τροποποίηση της δικογραφίας (προ των τροποποιήσεων) αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών Κυπριακών δικαστικών αποφάσεων. Οι σχετικές αρχές εκτίθενται περιεκτικά στην υπόθεση Ευριπίδου κ.α. ν. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24 και συνοψίστηκαν με μεγάλη σαφήνεια από τον πρώην Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαστή τότε) Γ. Πική, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33 ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου». Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd. [1970] 2 All E.R. 754: «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here». Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1Α Α.Α.Δ. 704, η θεμελιακή αρχή που προκύπτει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Είναι επιθυμητό όπως όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 λέχθηκε ότι αναμφίβολα η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και όταν η ανάγκη για μια τέτοια τροποποίηση προκύπτει ως αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Βεβαίως το θέμα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560). Κυρίαρχος παράγοντας που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές (βλ. Geto v. M/V Vladimir Vasiliev (Αρ.4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714, 716). Όπως λέχθηκε στην Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd (Αρ.1)
(1996)1 A.A.Δ. 162), σημαντικός παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο. Ακόμη και στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, αυτό δεν οδηγεί δίχως άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση (βλ. Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1Α Α.Α.Δ. 704, SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 και Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση Αρ. 204/2009, ημερ. 25.4.2012). Το κριτήριο του τι αποτελεί νέα απαράδεκτη βάση αγωγής διατυπώνεται με σαφήνεια στο πιο κάτω απόσπασμα από το Annual Practice 1958, σελ. 627: «The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Murdoch 1 Ch.D. 42, Hubbuck v. Helms 56 L.J. Ch. p. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Raleigh v. Goschen
(1898)1 Ch. p.81)». Το ζήτημα μπορεί να συνοψιστεί στο ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά (βλ. Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. 1. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερ. 4.5.2012). Ο παράγοντας της καθυστέρησης είναι σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, αλλά δεν είναι καθοριστικός, υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing and Exporting Co. Ltd κ.α. v. A & G Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Εν τούτοις, όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης και το όλο ζήτημα παραμένει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή (SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44). Ο δε λόγος της καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά πάντοτε αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, και το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία (βλ. Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνεταίροι κ.ά.
(2012)1Α Α.Α.Δ 817). Επαναλαμβάνεται ότι ο χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, η οποία δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες αλλά από αριθμό παραγόντων, η βαρύτητα των οποίων ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Αναφορικά με τον χρόνο κατά τον οποίο υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση, σημειώνω ότι το σημαντικό δεν είναι η έκταση του χρόνου που διέρρευσε, αλλά το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης, και ο χρόνος που επέλεξε να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση (βλ. Astor Manufacturing and Exporting Co. Ltd κ.α. v. A & G Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Έχοντας κατά νουν όλα τα πιο πάνω, και μελετώντας την υπό κρίση αίτηση, σημειώνω ότι οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις αφορούν και είναι συνυφασμένες με την υφιστάμενη γραμμή υπεράσπισης, η οποία δεν διαφοροποιείται ουσιαστικώς, αλλά προστίθενται οι λεπτομέρειες Υποθήκης και σχετική ανταπαίτηση για διατάγματα που να επιτρέπουν την εκποίηση της, καθώς και η ημερομηνία επιστολής τερματισμού του επίδικου λογαριασμού 26.7.
- Η υπόθεση παραμένει στα ίδια πλαίσια και δεν υπάρχει ριζική αλλοίωση των θέσεων των εναγομένων - δι' ανταπαιτήσεως εναγόντων (αιτητών στην παρούσα) σε βαθμό που να μπορεί να λεχθεί ότι πρόκειται για ολωσδιόλου νέα βάση υπεράσπισης και ανταπαίτησης, παντελώς χωριστή από την υφιστάμενη. Ειδικότερα, στην παράγραφο 20 της υφιστάμενης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των εναγομένων, αναφέρεται ήδη μεταξύ άλλων ότι οι εναγόμενοι απέστειλαν «. επιστολή ημερομηνίας 26.7.2017 στους ενυπόθηκους οφειλέτες, ενημερώνοντας τους για τον τερματισμό», καταδεικνύοντας ότι υπήρχε η επιστολή τερματισμού καθώς και υποθήκη, τα οποία, σύμφωνα με την πλευρά των αιτητών, εκ παραδρομής δεν δικογραφήθηκαν. Η δε αναγκαιότητα συμπερίληψης εξειδικευμένων παραγράφων τόσο για την ημερομηνία τερματισμού όσο και για την Υποθήκη, έχει καταδειχθεί επαρκώς, δεδομένου ότι είναι απαραίτητο για σκοπούς προώθησης των ανταξιώσεων των αιτητών, ενώ συνδέονται άμεσα με τα επίδικα θέματα. Άλλωστε, σημειώνεται πως η εν λόγω Υποθήκη και η σχετική προτεινόμενη ανταπαίτηση αφορά μόνο τους δι' ανταπαιτήσεως εναγομένους 2, οι οποίοι δήλωσαν ότι δεν έχουν ένσταση στις αιτούμενες τροποποιήσεις. Περαιτέρω, θεωρώ ότι η τροποποίηση που επιζητείται αφορά γεγονότα τα οποία είναι ουσιαστικά για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και για τη διατύπωση των θέσεων των εναγομένων και των ανταξιώσεων τους και είναι ορθό και δίκαιο το Δικαστήριο να έχει όλα τα σχετικά γεγονότα και ισχυρισμούς ενώπιον του κατά την ακρόαση της υπόθεσης επί της ουσίας, με σκοπό την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Τυχόν άρνηση έγκρισης της αιτούμενης αλλαγής θα έχει στην ουσία ως αποτέλεσμα να στερηθούν οι αιτητές του δικαιώματος να προσκομίσουν μαρτυρία κατά την ακρόαση της υπόθεσης σε σχέση με τους πιο πάνω αναφερόμενους ισχυρισμούς και να προωθήσουν την ανταπαίτηση τους που αφορά την εν λόγω Υποθήκη, και ως εκ τούτου να επηρεαστούν τα δικαιώματα τους ουσιαστικώς και δυσμενώς. Τα όσα επιδιώκουν οι αιτητές να προσθέσουν είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τη βάση υπεράσπισης και ανταπαίτησης, αφορούν τις διαφορές μεταξύ των διαδίκων που προέκυψαν από την επίδικη (κατ' ισχυρισμό) συμφωνία δανείου, τις (ισχυριζόμενες) συμφωνίες μεταξύ των δι' ανταπαιτήσεως εναγόντων και του δι' ανταπαιτήσεως εναγομένου 1 για την εκχώρηση των δικαιωμάτων του τελευταίου σε πωλητήριο έγγραφο για την αγορά συγκεκριμένου διαμερίσματος προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του προς τους εναγομένους - δι' ανταπαιτήσεως ενάγοντες, και την ισχυριζόμενη συμφωνία εγγυήσεως μεταξύ των δι' ανταπαιτήσεως εναγόντων και των δι' ανταπαιτήσεως εναγομένων 2 και
- Επομένως είναι επιθυμητό όπως οι διαφορές αυτές μεταξύ των διαδίκων, που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα, επιλυθούν στην ίδια διαδικασία. Είναι δηλαδή περίπτωση στην οποία η άδεια για τροποποίηση του συγκεκριμένου δικογράφου είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη στους διαδίκους. Επιπροσθέτως, κρίνω ότι δεν θα προκληθεί αδικία στους καθ' ων η αίτηση 1 και 2 από τη σκοπούμενη τροποποίηση η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα - δηλαδή η δυσχέρεια που μπορεί να προκληθεί μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή των εξόδων που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης. Ούτε και μπορεί να λεχθεί ότι η τροποποίηση θα έχει καταλυτικές συνέπειες για τους καθ' ων η αίτηση 1 και 2, οι οποίοι θα έχουν κάθε δυνατότητα να καταχωρίσουν τα δικά τους τροποποιημένα δικόγραφα, και θα επιδικαστούν προς όφελος τους όλα τα σχετικά έξοδα. Εξάλλου, υπενθυμίζω πως η Υποθήκη και η σχετική ανταπαίτηση αφορά τους δι' ανταπαιτήσεως εναγομένους 2 - καθ' ων η αίτηση 2, οι οποίοι δεν φέρουν ένσταση. Αυτό που έχει προβληματίσει το Δικαστήριο είναι το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης. Είναι γεγονός ότι θα έπρεπε να είχαν συμπεριληφθεί οι προτεινόμενες λεπτομέρειες και ανταπαίτηση στο αρχικό δικόγραφο των εναγομένων, εφόσον πρόκειται για ζητήματα που ήταν εν γνώσει τους εξαρχής. Οι αιτητές αιτιολογούν την επίδικη παράλειψη τους με αναφορά σε παραδρομή, λόγω σύγχυσης και καλόπιστου λάθους, κατά την ετοιμασία του αρχικού δικογράφου, η οποία έγινε αντιληπτή έπειτα από πρόσφατη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης και προετοιμασία για την ακρόαση. Οπωσδήποτε όφειλαν οι συνήγοροι των αιτητών να ήταν πολύ πιο προσεκτικοί και επιμελείς κατά τη σύνταξη του αρχικού τους δικογράφου και να είχαν συμπεριλάβει τις θέσεις τους όσον αφορά την επιστολή τερματισμού και την εξασφάλιση που ισχυρίζονται ότι κατέχουν, ήτοι συγκεκριμένη Υποθήκη. Εν τούτοις, λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, ως έχουν παρατεθεί πιο πάνω, θεωρώ πως δεν θα ήταν ορθό η όλη καθυστέρηση των αιτητών, να οδηγήσει αυτόματα και χωρίς άλλο την αίτηση τους σε αποτυχία, από τη στιγμή που η αναγκαιότητα για την τροποποίηση έχει καταδειχθεί επαρκώς. Έχοντας κατά νουν τη σχετική νομολογία ως έχει σκιαγραφηθεί πιο πάνω, θεωρώ ότι θα ήταν άδικο να απαγορευθεί στους αιτητές να προβάλουν τις θέσεις τους με ολοκληρωμένο τρόπο λόγω των αρχικών παραλείψεων και της καθυστέρησης που παρατηρείται. Τονίζω δε ότι δεν έχει ξεκινήσει η ακρόαση της Αγωγής και δεν έχει σε καμία περίπτωση διαπιστωθεί κάποια κακοπιστία εκ μέρους των αιτητών, ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ότι οι αιτητές κωλύονται να εγείρουν τις αιτούμενες τροποποιήσεις / ανταπαιτήσεις λόγω συμπεριφοράς για τον λόγο ότι δεν τις διεκδίκησαν νωρίτερα. Παρομοίως, δεν έχει καταδειχθεί με ποιο τρόπο οι αιτούμενες τροποποιήσεις αποτελούν, ως η θέση της πλευράς του καθ' ου η αίτηση 1, προσπάθεια «ψαρέματος μαρτυρίας» μέσω αυτού για τους λοιπούς δι' ανταπαιτήσεως εναγομένους. Αντίθετα, η αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης προς τον σκοπό της ορθής απονομής της δικαιοσύνης έχει καταδειχθεί επαρκώς. Όπως αναφέρθηκε και στην SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 στη σελ. 432, «. δε συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. .». Συναφώς, σημειώνω και τη γενικότερη τάση της νομολογίας που εφαρμόζεται στην παρούσα αγωγή, ήτοι στη βάση της Διαταγής 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προ των πρόσφατων τροποποιήσεων, να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμη και όταν η αίτηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή υπάρχει καθυστέρηση, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί ζημιά στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων. Εν όψει όλων των πιο πάνω, και ιδιαίτερα του γεγονότος ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμη αρχίσει, και του ότι δεν διαπιστώνεται ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δημιουργείται αδικία που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα, κρίνω ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί στους αιτητές η ευκαιρία να παρουσιάσουν την υπεράσπιση και την ανταπαίτηση τους ορθά και ολοκληρωμένα. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως οι παράγραφοι (Α), (Β), (Γ), (Δ), (Ε) και (Στ) της αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση να καταχωριστεί εντός 10 ημερών από σήμερα και αντίγραφο να δοθεί στους συνηγόρους των καθ' ων η αίτηση 1 και 2. Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση του ενάγοντα - δι' ανταπαιτήσεως εναγομένου 1, και τροποποιημένη Υπεράσπιση των δι' ανταπαιτήσεως εναγομένων 2, να καταχωριστούν εντός περαιτέρω 14 ημερών. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως και όλα τα έξοδα που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και εναντίον των αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο