Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Little κ.α., Αρ. Αγωγής: 1150/2015, 23/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A99 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1150/2015 Μεταξύ:
- XXXXX Miles Little
- XXXXX Little Ενάγοντες και Alpha Bank Cyprus Ltd πρώην Emporiki Bank - Cyprus Ltd Εναγόμενοι και Δι' Ανταπαιτήσεως Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Δι' Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες και
- XXXXX Miles Little
- XXXXX Little
- Abb Enastron Developers Ltd
- XXXXX Ζέμπασιης
- XXXXX Ζέμπασιης
- XXXXX Ζέμπασιης
- XXXXX Ζέμπασιη
- XXXXX Ζέμπασιη
- XXXXX Ζέμπασιη
- XXXXX Ζέμπασιη Δι' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι --------------------- Αίτηση εναγόντων ημερ. 30.6.2020 για τροποποίηση Ημερομηνία: 23 Μαρτίου, 2021 Για τους ενάγοντες - αιτητές: κ. Α. Φράγκος για Αντώνης Φράγκος ΔΕΠΕ Για τους εναγομένους (δι' ανταπαιτήσεως ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση 1): κα Στ. Ανδρέου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για τους δι' ανταπαιτήσεως εναγομένους 3-10 (καθ' ων η αίτηση 3-10): Αδάμος Λάντος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι ενάγοντες (εφεξής «οι αιτητές») επιζητούν διάταγμα τροποποίησης των αξιώσεων του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, με τη διαγραφή των αξιώσεων υπό Α - Ι και την προσθήκη νέων αξιώσεων υπό Α - Η, καθώς και διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης με τη διαγραφή ορισμένων προτάσεων / παραγράφων και την προσθήκη νέων παραγράφων και υποπαραγράφων, ως θα καταγραφούν πιο κάτω, καθώς και σχετική αναρίθμηση των παραγράφων. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης του αιτήματος και της ένστασης, πολύ συνοπτικά αναφέρω ότι με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα οι ενάγοντες αξιώνουν δηλωτικές αποφάσεις ότι η συμφωνία στεγαστικού δανείου σε ελβετικό φράγκο που συνήψαν με την εναγομένη τράπεζα είναι άκυρη, για διάφορους λόγους ως προβάλλονται στις αξιώσεις υπό Α - Ε, και/ή διαζευκτικά απόφαση που να διατάζει αναδρομικά την αποπληρωμή του δανείου με βάση την ισοτιμία ευρώ - ελβετικού φράγκου (αξίωση υπό Στ) καθώς και δηλωτική απόφαση ότι οι εναγόμενοι παραβίασαν εγκυκλίους ή κανονισμούς της Κεντρικής Τράπεζας ή και του Ευρωπαϊκού Κώδικα Συμπεριφοράς για Στεγαστικά Δάνεια (αξίωση υπό Ζ). Με την Έκθεση Απαίτησης, η οποία καταχωρίστηκε στις 15.6.2017, οι ενάγοντες προβάλλουν μεταξύ άλλων ότι δεν είχαν καμία γνώση για θέματα οικονομικής φύσεως και ότι οι εναγόμενοι υπήρξαν αμελείς στην παροχή του δανείου σε ξένο συνάλλαγμα, και παραθέτουν Λεπτομέρειες Αμέλειας. Ισχυρίζονται ότι λόγω παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας που είχαν οι εναγόμενοι, οι ενάγοντες υπέστησαν ζημιές, εφόσον η αξία του ελβετικού φράγκου αυξήθηκε έναντι της βρετανικής λίρας (οι ενάγοντες ήταν κάτοικοι Ηνωμένου Βασιλείου) με αποτέλεσμα να αυξηθεί η δόση του δανείου. Επιπρόσθετα, παραθέτουν ισχυρισμούς εν σχέσει προς το ότι η συμφωνία δανείου περιείχε καταχρηστικούς όρους. Παραμένει δε αξίωση για απόφαση που να διατάζει αναδρομικά την αποπληρωμή του δανείου με βάση την ισοτιμία βρετανικής στερλίνας έναντι ελβετικού φράγκου ή αποζημιώσεις που να αντιπροσωπεύουν τη ζημιά που υπέστησαν οι ενάγοντες από τη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας λόγω της αμέλειας των εναγομένων και/ή παραβίασης σχέσης εμπιστοσύνης και/ή θεσμίου και/ή άλλου καθήκοντος και/ή λόγω καταχρηστικότητας όρων (αξίωση υπό Α), απόφαση για πίστωση στον λογαριασμό του επίδικου δανείου υπό μορφή αποζημιώσεων, οποιαδήποτε χρέωση τόκου που ήταν υψηλότερη του συμβατικού λόγω καταχρηστικότητας όρων (αξίωση υπό Β), δηλωτική απόφαση ότι η επιβολή τόκου υπερημερίας αποτελεί ποινική ρήτρα και διάταγμα για πίστωση του λογαριασμού του δανείου με οποιαδήποτε τέτοια χρέωση τόκου (αξίωση υπό Γ), και παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις (αξίωση υπό Δ). Με την υπό κρίση αίτηση, οι ενάγοντες αιτούνται τη διαγραφή των αξιώσεων Α-Ι επί του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και την προσθήκη αξιώσεων υπό Α - Η ως ακολούθως : «Άδεια Τροποποίησης των αξιώσεων του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής:
- Δια της διαγραφής των αξιώσεων Α - Ι και προσθήκης των ακολούθων αξιώσεων: Α. Ακύρωση της συμφωνίας στεγαστικού δανείου ημερομηνίας 19/10/2006 καθότι δεν μπορεί να διασωθεί εν απουσία του καταχρηστικού όρου 3 της εν λόγω συμφωνίας και αντίστοιχων εθνικών νομοθετικών διατάξεων που θα μπορούσαν να τις αναπληρώσουν και διαταγής επιστροφής του πραγματικού οφέλους που προσπορίστηκαν οι ενάγοντες προς τους εναγόμενους λόγω άκυρης σύμβασης, υπολογιζόμενο επί της αξίας συναλλάγματος Βρετανικής Στερλίνας και Λιρών Κύπρου (και μετέπειτα του Ευρώ) έναντι του Ελβετικού Φράγκου, που ίσχυε κατά την εκταμίευση της πιστωτικής διευκόλυνσης ή/και κατά την υπογραφή της συμφωνίας δανείου. Β. Σε περίπτωση απόφασης διάσωσης της επίδικης συμφωνίας δανείου με αντικατάσταση ρήτρας, η ρήτρα αυτή θα πρέπει να προνοεί ότι η καταβολή των δόσεων και το υπόλοιπο του λογαριασμού του δανείου θα υπολογίζονται στην απευθείας ισοτιμία Βρετανικής Στερλίνας έναντι Ελβετικού Φράγκου που ίσχυε κατά την εκταμίευση της πιστωτικής διευκόλυνσης ή/και κατά την υπογραφή της συμφωνίας δανείου Γ. Σε περίπτωση απόφασης διάσωσης της επίδικης συμφωνίας δανείου χωρίς αντικατάσταση ρήτρας, θα ζητηθεί διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει όπως οι ενάγοντες, κατά την καταβολή του οποιουδήποτε ποσού, έναντι του υπολοίπου του λογαριασμού του δανείου, είτε υπό μορφή μηνιαίων δόσεων είτε σε πλήρη εξόφληση, θα δικαιούνται εύλογης αποζημίωσης από τους εναγόμενους που θα αντιπροσωπεύει τη διαφορά της χρηματικής αξίας του ποσού, εκφρασμένο σε Βρετανικές Στερλίνες, που θα υπολογίζεται μεταξύ της ισοτιμίας της Βρετανικής Στερλίνας και Λιρών Κύπρου (και μετέπειτα του Ευρώ) έναντι του Ελβετικού Φράγκου που ίσχυε κατά την εκταμίευση της πιστωτικής διευκόλυνσης ή/και κατά την υπογραφή της συμφωνίας δανείου και της ισοτιμίας που θα ισχύει κατά την ημερομηνία της καταβολής του ποσού, λόγω αμέλειας ή/και καταχρηστικότητας ρητρών Δ. Αποζημιώσεις για τη συνολική ζημιά που έχουν υποστεί οι ενάγοντες συνεπεία καταβολής υψηλότερων μηναίων δόσεων στο λογαριασμό του δανείου λόγω αρνητικής μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ της Βρετανικής Στερλίνας και Λιρών Κύπρου (και μετέπειτα του Ευρώ) έναντι του Ελβετικού Φράγκου, που ίσχυε κατά την εκταμίευση της πιστωτικής διευκόλυνσης ή/και κατά την υπογραφή της συμφωνίας δανείου, λόγω αμέλειας ή/και καταχρηστικότητας ρητρών Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάσσεται ο υπολογισμός του υπόλοιπου του λογαριασμού του δανείου, από το άνοιγμα μέχρι και κατά την 4/3/2015, ημερομηνία της τελευταίας καταβολής μηνιαίας δόσης στο λογαριασμό του δανείου από τους ενάγοντες ή/και σε άλλη ημερομηνία ή/και εντεύθεν, με το συμβατικό επιτόκιο 1-μηνός Libor πλέον περιθώριο 2,25% και του υπολογισμού του επιτοκίου με διαιρέτη τις 365 ημέρες (366 για δίσεκτο έτος) αντί με τις 360 ημέρες που εφάρμοσε η Τράπεζα επί του λογαριασμού του δανείου λόγω καταχρηστικότητας όρων ή διαζευκτικά αποζημιώσεις για τη συνολική ζημιά που έχουν υποστεί οι ενάγοντες λόγω της επιβολής στο λογαριασμό του δανείου, από τους εναγόμενους, επιτοκίου πέραν του 2.25% περιθωρίου που προβλεπόταν στην συμφωνία δανείου και υπολογισμού του στις 360 ημέρες αντί στις 365, λόγω αμέλειας ή/και καταχρηστικότητας ή/και διάταγμα ή/και δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι δεν δικαιούνταν να μεταβάλουν το περιθώριο του 2.25% λόγω καταχρηστικότητας της πρώτης επιφύλαξης του όρου 3 στην 7η παράγραφο της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 19/10/
- Στ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους εναγόμενους να επιβάλλουν τόκο υπερημερίας σε καθυστερημένες δόσεις ή/και στο υπόλοιπο του δανείου το οποίο κατέστησαν απαιτητό μετά από τερματισμό της συμφωνίας δανείου, λόγω απουσίας σχετικού συμβατικού δικαιώματος ή/και λόγω καταχρηστικότητας. Ζ. Δήλωση ή/και διάταγμα του Δικαστηρίου ότι οποιαδήποτε ενέργεια τερματισμού της συμφωνίας δανείου από τους εναγόμενους είναι καταχρηστική ή/και αντισυμβατική ή/και παράνομη, καθότι δεν επιτρέπεται ή/και προβλέπεται από τη συμφωνία δανείου ή/και λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς ή/και καταχρηστικότητας του όρου 10 της εν λόγω συμφωνίας. Η. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει τους εναγόμενους από το να διεκδικούν χρεώσεις από την επιβολή ή/και κεφαλαιοποίηση τόκου και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κανονική εξυπηρέτηση του δανείου ή/και από την επιβολή υπερημερίας σε καθυστερημένες δόσεις από την 4/3/2015, ημερομηνία της τελευταίας καταβολής μηνιαίας δόσης στο λογαριασμό του δανείου από τον ενάγοντα ή/και επί εκπρόθεσμου υπόλοιπου που οι ενάγοντες δυνατόν να καταστήσουν με τον τερματισμό του δανείου, ή/και σε άλλη ημερομηνία, λόγω απουσίας σχετικού συμβατικού δικαιώματος ή/και λόγω καταχρηστικής ρήτρας ή/και καθότι ήταν οι εναγόμενοι που προκάλεσαν την εκ μέρους των εναγόντων αδυναμία εκπλήρωσης συμβατικής υπόσχεσης, ήτοι της αδυναμίας πληρωμής των μηνιαίων δόσεων ή/και λόγω της παράβασης καθήκοντος επιμέλειας των εναγομένων.
- Δια της τροποποίησης των αξιώσεων υπό στοιχεία Κ, Λ, Μ και Ν σε στοιχεία Θ, I, Κ και Λ αντίστοιχα. » Επιπροσθέτως, ζητούν άδεια για την τροποποίηση της 'Έκθεσης Απαίτησης με την προσθήκη διαφόρων παραγράφων όπου εξειδικεύονται ισχυρισμοί για το θέμα της έλλειψης γνώσης των εναγόντων περί οικονομικών ζητημάτων, το πώς τους παρουσιάστηκε από τους εναγομένους η λύση του δανείου σε ξένο συνάλλαγμα, τις συνθήκες υπογραφής της συμφωνίας, το καθήκον επιμέλειας που θεωρούν οι ενάγοντες ότι είχαν οι εναγόμενοι ένεκα του ότι επρόκειτο για δάνειο αυξημένου κινδύνου, τον τρόπο που θεωρούν ότι παραβίασαν οι εναγόμενοι το καθήκον επιμέλειας, την προσθήκη περαιτέρω λεπτομερειών αμέλειας, ισχυρισμού ότι οι ενάγοντες αναγκάστηκαν να σταματήσουν την εξυπηρέτηση του δανείου λόγω διαδοχικών αυξήσεων στις δόσεις από την ισχυροποίηση της αξίας του ελβετικού φράγκου έναντι της στερλίνας, ότι η επίδικη συμφωνία αποτελεί καταναλωτική σύμβαση, και ότι καμία ρήτρα δεν υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, ότι συγκεκριμένες ρήτρες είναι καταχρηστικές για τους λόγους που εξειδικεύονται και δεν ήταν σαφούς και κατανοητού χαρακτήρα. Σημειώνεται ότι η Έκθεση Υπεράσπισης των εναγομένων καταχωρίστηκε στις 8.9.2017 και περιέχει Ανταπαίτηση εναντίον τόσο των εναγόντων (δι' ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και 2) όσο και των δι' ανταπαιτήσεως εναγομένων 3 - 10 που προστέθηκαν, ως εγγυητές, για συγκεκριμένο ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό ελβετικών φράγκων (CHF) βάσει του επίδικου δανείου, καθώς και ανταξιώσεις που αφορούν ένα αγοραπωλητήριο έγγραφο και την εκποίηση υποθηκών. Η υπό κρίση αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση των εναγομένων (δι' ανταπαιτήσεως εναγόντων). Οι δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 3-10 δήλωσαν ότι δεν φέρουν ένσταση στην αίτηση και ότι δεν ζητούν έξοδα. Η αίτηση στηρίζεται στη Διαταγή 25 θ. 1-6 (ως ίσχυε πριν την τροποποίηση της) και στη Διαταγή 48 θ. 1-13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση γραμματέα στο γραφείο των δικηγόρων των αιτητών, η οποία προβάλλει ότι η αναγκαιότητα για τροποποίηση προέκυψε με την αξιολόγηση πρόσθετου μαρτυρικού υλικού που διαβιβάστηκε από τους ενάγοντες στον συνήγορο τους εν όψει των ακροάσεων της αγωγής, καθώς και ότι με την περαιτέρω έρευνα των επίδικων θεμάτων και πρόσφατων δικαστικών αποφάσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, διαπιστώθηκε ότι οι αξιώσεις και ορισμένοι εκ των ισχυρισμών στην Έκθεση Απαίτησης χρειάζονται επαναδιατύπωση. Προβάλλει τη θέση ότι με τη σκοπούμενη τροποποίηση δεν μεταβάλλονται καθόλου οι αιτίες αγωγής της αμέλειας, της καταχρηστικότητας όρων και της παράβασης της σύμβασης, και είναι αναγκαία για τον καλύτερο προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και την αποτροπή πολλαπλότητας. Προσθέτει ότι οι αξιώσεις και οι ισχυρισμοί για τους οποίους επιδιώκεται η προσθήκη στο κλητήριο και στην Έκθεση Απαίτησης δεν υποκαθιστούν το βάθρο της αγωγής, ενώ τα γεγονότα και η μαρτυρία επί των οποίων στηρίζονται παραμένουν τα ίδια. Εισηγείται ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις εμπλέκονται και είναι σχετικοί με τους υπάρχοντες ισχυρισμούς και αποσαφηνίζουν την ουσία των επιδιώξεων με τρόπο που να θεμελιώνουν τις αξιώσεις που επιζητούνται. Περαιτέρω, προβάλλει ότι οι προτεινόμενες αξιώσεις θεμελιώνουν την αρχική απαίτηση για αποζημιώσεις λόγω μεταβολής της συναλλαγματικής αξίας και για άκυρη συμφωνία, και μπορούν να εκδικαστούν ευχερώς μαζί με τις υπόλοιπες αξιώσεις των εναγόντων, με θετικό επακόλουθο τη διεξαγωγή της δίκης με ξεκάθαρα επίδικα θέματα και περάτωση σε εύλογα χρονικά όρια. Θεωρεί ότι η αίτηση δεν υποβλήθηκε καθυστερημένα εφόσον δεν έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία και δεν προκαλείται βλάβη στους αντιδίκους που δεν μπορεί να θεραπευθεί με χρήμα. Τέλος, υποστηρίζει ότι είναι απολύτως αναγκαίο και δίκαιο για τους αιτητές να τους παρασχεθεί η ευκαιρία να θέσουν τους ισχυρισμούς και τις αξιώσεις τους και να τεθούν τα πραγματικά ζητήματα που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων επί τη βάσει της διαθέσιμης μαρτυρίας και των γεγονότων, ενώ σε αντίθετη περίπτωση πιθανόν να παραβιαστεί το δικαίωμα τους σε δίκαιη και ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η ένσταση της πλευράς των εναγομένων καταχωρίστηκε στις 27.11.2020 και ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: « Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). Υπάρχει υπέρμετρη και/ή μακρά και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης και δεν τίθεται καμιά σοβαρή εξήγηση για την επιδειχθείσα καθυστέρηση, καθώς τα γεγονότα και/ή προτεινόμενοι ισχυρισμοί ήταν γνωστοί και/ή θα έπρεπε να ήταν γνωστοί στους αιτητές από το 2006 που υπογράφθηκε η Συμφωνία δανείου. Η αιτούμενη τροποποίηση έχει ως αποκλειστικό σκοπό την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Η αιτούμενη τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης με την προσθήκη νέων ισχυρισμών δεν είναι γνήσια και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι γίνεται καλόπιστα προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης και/ή για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα αληθή και πραγματικά γεγονότα, αλλά αποτελεί προσπάθεια να γίνει διόρθωση λανθασμένων χειρισμών εκ μέρους των Αιτητών. Με την παρούσα αίτηση παραβλάπτονται ουσιωδώς τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση, αφού με τη σκοπούμενη τροποποίηση επιχειρείται να εισαχθεί νέα βάση αγωγής, ενώ παράλληλα, επιχειρείται να γίνει διόρθωση των δικογράφων εκ μέρους των Αιτητών. Η αιτούμενη τροποποίηση είναι αντινομική και/ή δεν θα έπρεπε να επιτραπεί καθότι αποτελεί προϊόν δευτέρας σκέψεως των αιτητών. Δεν υπάρχουν και/ή δεν αποκαλύφθηκαν επαρκείς λόγοι και/ή στοιχεία που να καταδεικνύουν το ουσιώδες και/ή την χρησιμότητα και/ή αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης. Σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος θα περιπλεχθούν τα επίδικα θέματα και θα υπάρξει σύγχυση της διαδικασίας. Το αιτούμενο διάταγμα θα επιφέρει τέτοια βλάβη στους Καθ' ων η αίτηση που δεν θα είναι δυνατόν να αποζημιωθούν με έξοδα σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. H αιτούμενη τροποποίηση δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. » Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου των εναγομένων, ο οποίος επαναλαμβάνει και αναπτύσσει τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η τροποποίηση δικογράφων διέπεται από τη Διαταγή 25 θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως είχε πριν τις τροποποιήσεις αυτής και της Διαταγής 30 (το 2014, 2017 και 2018), δεδομένης της κλίμακας της αγωγής και του ότι καταχωρίστηκε πριν την 1.1.
- Η «παλαιά» Διαταγή 25 θ. 1 προνοεί ότι το Δικαστήριο «.μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων». Ως εκ των ανωτέρω, για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη τη νομολογία που ίσχυε για τη Διαταγή 25 προ των πρόσφατων τροποποιήσεων. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την τροποποίηση της δικογραφίας (προ των τροποποιήσεων) αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών Κυπριακών δικαστικών αποφάσεων. Οι σχετικές αρχές εκτίθενται περιεκτικά στην υπόθεση Ευριπίδου κ.α. ν. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24 και συνοψίστηκαν με μεγάλη σαφήνεια από τον πρώην Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαστή τότε) Γ. Πική, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33 ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου». Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd. [1970] 2 All E.R. 754: «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here». Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1Α Α.Α.Δ. 704, η θεμελιακή αρχή που προκύπτει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Είναι επιθυμητό όπως όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 λέχθηκε ότι αναμφίβολα η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και όταν η ανάγκη για μια τέτοια τροποποίηση προκύπτει ως αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Βεβαίως το θέμα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560). Κυρίαρχος παράγοντας που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές (βλ. Geto v. M/V Vladimir Vasiliev (Αρ.4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714, 716). Όπως λέχθηκε στην Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd (Αρ.1)
(1996)1 A.A.Δ. 162), σημαντικός παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο. Ακόμη και στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, αυτό δεν οδηγεί δίχως άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση (βλ. Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1Α Α.Α.Δ. 704, SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 και Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση Αρ. 204/2009, ημερ. 25.4.2012). Το κριτήριο του τι αποτελεί νέα απαράδεκτη βάση αγωγής διατυπώνεται με σαφήνεια στο πιο κάτω απόσπασμα από το Annual Practice 1958, σελ. 627: «The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Murdoch 1 Ch.D. 42, Hubbuck v. Helms 56 L.J. Ch. p. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Raleigh v. Goschen
(1898)1 Ch. p.81)». Το ζήτημα μπορεί να συνοψιστεί στο ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά (βλ. Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. 1. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερ. 4.5.2012). Ο παράγοντας της καθυστέρησης είναι σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, αλλά δεν είναι καθοριστικός, υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing and Exporting Co. Ltd κ.α. v. A & G Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Εν τούτοις, όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης και το όλο ζήτημα παραμένει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή (SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44). Ο δε λόγος της καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά πάντοτε αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, και το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία (βλ. Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνεταίροι κ.ά.
(2012)1Α Α.Α.Δ 817). Επαναλαμβάνεται ότι ο χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, η οποία δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από αριθμό παραγόντων, η βαρύτητα των οποίων ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Αναφορικά με τον χρόνο κατά τον οποίο υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση, σημειώνω ότι το σημαντικό δεν είναι η έκταση του χρόνου που διέρρευσε, αλλά το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης, και ο χρόνος που επέλεξε να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση (βλ. Astor Manufacturing and Exporting Co. Ltd κ.α. v. A & G Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Έχοντας κατά νουν όλα τα πιο πάνω, και μελετώντας την υπό κρίση αίτηση, σημειώνω ότι οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις αφορούν και είναι συνυφασμένες με τις υφιστάμενες αιτίες αγωγής, τις υφιστάμενες αξιώσεις και τους υφιστάμενους ισχυρισμούς. Πρόκειται για απαιτήσεις των εναγόντων στη βάση ισχυριζόμενης αμέλειας και παράβασης καθήκοντος επιμέλειας των εναγομένων εν σχέσει προς τη χορήγηση δανείου σε ξένο νόμισμα, και συγκεκριμένα ελβετικό φράγκο, καθώς και την ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών στη σχετική συμφωνία δανείου. Η υπόθεση παραμένει στα ίδια πλαίσια και δεν υπάρχει ριζική αλλοίωση των θέσεων των εναγόντων σε βαθμό που να μπορεί να λεχθεί ότι πρόκειται για ολωσδιόλου νέα βάση αγωγής, παντελώς χωριστή από την υφιστάμενη. Τόσο οι υφιστάμενες αξιώσεις όσο και οι προτεινόμενες με τις οποίες θα αντικατασταθούν, βασίζονται στις ίδιες αιτίες αγωγής και ειδικότερα την ακυρότητα της επίδικης συμφωνίας δανείου λόγω καταχρηστικών ρητρών και την αμέλεια και παραβίαση του καθήκοντος επιμέλειας. Κατά την κρίση μου, δεν προκύπτει εκτροχιασμός της αρχικής απαίτησης με την εισαγωγή κάποιας πολύ διαφορετικής υπόθεσης, ξένης και ξεχωριστής από την αρχική. Σημειώνεται, συναφώς, ότι στις σελίδες 3 - 5 της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου των εναγόντων, γίνεται βοηθητική αντιστοίχιση των υφιστάμενων αξιώσεων στο κλητήριο και των υφιστάμενων ισχυρισμών στην Έκθεση Απαίτησης, με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, με την οποία καταδεικνύεται ότι πλείστα όσα επιχειρείται να προστεθούν, στην ουσία περιέχονται με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο στα υφιστάμενα δικόγραφα, πλην όμως με τις αιτούμενες τροποποιήσεις γίνεται ευχερέστερη και πιο ολοκληρωμένη διατύπωση, και παρουσιάζονται με πιο ορθό τρόπο οι θέσεις και οι αξιώσεις των εναγόντων. Επιπροσθέτως, ειδικότερα όσον αφορά τη διατύπωση των προτεινόμενων αξιώσεων που αφορούν την ακυρότητα της συμφωνίας λόγω καταχρηστικής ρήτρας, σημειώνεται ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων στην αγόρευση του επικαλείται νέα ευρωπαϊκή νομολογία, η οποία θεωρεί ότι δίδει στους ενάγοντες - αιτητές νομικό δικαίωμα που προέκυψε μετά την καταχώριση των δικογράφων, εφόσον η απόφαση εκδόθηκε σε ημερομηνία μεταγενέστερη της καταχώρισης αυτών. Στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, η έκδοση πρόσφατων δικαστικών αποφάσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο προβάλλεται ως ένας από τους λόγους για τους οποίους διαπιστώθηκε ότι οι υφιστάμενες αξιώσεις χρειάζονται επαναδιατύπωση. Επομένως, κρίνω ότι η αναγκαιότητα των αιτούμενων τροποποιήσεων έχει καταδειχθεί επαρκώς. Οι τροποποιήσεις που επιζητούνται αφορούν ζητήματα τα οποία είναι ουσιαστικά για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και για τη διατύπωση των θέσεων των εναγόντων και την ορθή, ολοκληρωμένη και ευχερέστερη διατύπωση των αξιώσεων τους και είναι ορθό και δίκαιο το Δικαστήριο να έχει όλα τα σχετικά γεγονότα και ισχυρισμούς ενώπιον του κατά την ακρόαση της υπόθεσης επί της ουσίας, με σκοπό την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Τα όσα επιδιώκουν οι ενάγοντες να προσθέσουν είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τις υφιστάμενες αιτίες αγωγής και αφορούν τις διαφορές μεταξύ των διαδίκων που προέκυψαν από την επίδικη συμφωνία δανείου σε ξένο νόμισμα. Ως εκ τούτου, είναι επιθυμητό όπως οι διαφορές αυτές μεταξύ των διαδίκων, που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα, επιλυθούν στην ίδια διαδικασία. Είναι δηλαδή περίπτωση στην οποία η άδεια για τροποποίηση των συγκεκριμένων δικογράφων είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη στους διαδίκους. Περαιτέρω, κρίνω ότι δεν θα προκληθεί αδικία στους εναγομένους από τη σκοπούμενη τροποποίηση η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα - δηλαδή η δυσχέρεια που μπορεί να προκληθεί μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή των εξόδων που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης. Ούτε και μπορεί να λεχθεί ότι η τροποποίηση θα έχει καταλυτικές συνέπειες για τους εναγομένους, οι οποίοι θα έχουν κάθε δυνατότητα να καταχωρίσουν τα δικά τους τροποποιημένα δικόγραφα, και θα επιδικαστούν προς όφελος τους όλα τα σχετικά έξοδα. Όσον δε αφορά τους δι' ανταπαιτήσεως εναγομένους 3 - 10, υπενθυμίζω πως δεν φέρουν ένσταση. Αυτό που έχει προβληματίσει το Δικαστήριο είναι το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης και της συναφούς αιτιολόγησης από μέρους των εναγόντων. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στην αξιολόγηση πρόσθετου μαρτυρικού υλικού που διαβιβάστηκε στον συνήγορο των εναγόντων από τους τελευταίους, «εν όψει των ακροάσεων της παρούσας αγωγής», χωρίς συγκεκριμένη αναφορά στο πότε έλαβε χώρα αυτή η διαβίβαση υλικού (σημειώνεται ότι η πρώτη φορά που ήταν ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση ήταν στις 17.9.2019) και για ποιο λόγο οι ενάγοντες δεν το είχαν παραδώσει εξαρχής στον συνήγορο τους. Συνεπώς παραμένει άγνωστο κατά πόσο πρόκειται για ζητήματα που ήταν εν γνώσει τους εξαρχής, αλλά το συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από το περιεχόμενο των αιτούμενων τροποποιήσεων είναι ότι τα πλείστα γεγονότα ήταν γνωστά από τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής. Δεν μπορεί όμως να παραγνωριστεί ότι γίνεται αναφορά και σε περαιτέρω έρευνα και εξέταση των ισχυρισμών σε συνάρτηση με την έκδοση πρόσφατων δικαστικών αποφάσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, θέμα που αναπτύσσεται από τον συνήγορο των εναγόντων στην αγόρευση του, όπου καταγράφεται η σχετική νομολογία και οι συνέπειες που θεωρεί ο συνήγορος ότι προκύπτουν από αυτή, εν σχέσει προς τα δικαιώματα των εναγόντων στη βάση της επίδικης συμφωνίας και των ισχυριζόμενων καταχρηστικών ρητρών. Βεβαίως, η απόφαση που επικαλείται εκδόθηκε, σύμφωνα με τον ίδιο τον συνήγορο, στις 3.10.2019 και φαίνεται ότι εντοπίστηκε μετά από έρευνα σε μεταγενέστερο στάδιο (η επόμενη ημερομηνία ακρόασης ήταν 28.5.2020). Οπωσδήποτε όφειλαν τόσο οι ενάγοντες όσο και οι συνήγοροι τους να ήταν πιο επιμελείς όσον αφορά την παράδοση όλου του σχετικού μαρτυρικού υλικού αλλά και τη νομική έρευνα. Εν τούτοις, λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, ως έχουν παρατεθεί πιο πάνω, θεωρώ πως δεν θα ήταν ορθό η όλη καθυστέρηση των αιτητών, να οδηγήσει αυτόματα και χωρίς άλλο την αίτηση τους σε αποτυχία, από τη στιγμή που η αναγκαιότητα για την τροποποίηση έχει καταδειχθεί επαρκώς. Έχοντας κατά νουν τη σχετική νομολογία ως έχει σκιαγραφηθεί πιο πάνω, θεωρώ ότι θα ήταν άδικο να απαγορευθεί στους αιτητές να προβάλουν τις θέσεις τους με ολοκληρωμένο τρόπο λόγω των αρχικών παραλείψεων και της καθυστέρησης που παρατηρείται. Τονίζω δε ότι δεν έχει ξεκινήσει η ακρόαση της αγωγής και δεν έχει σε καμία περίπτωση διαπιστωθεί κάποια κακοπιστία εκ μέρους των εναγόντων, ενώ η αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης προς τον σκοπό της ορθής απονομής της δικαιοσύνης έχει καταδειχθεί επαρκώς. Όπως αναφέρθηκε και στην SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents, πιο πάνω, στη σελ. 432, «. δε συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. .» (βλ. επίσης Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω)). Ως εκ τούτου, χωρίς να παραγνωρίζω σε καμία περίπτωση το Συνταγματικό δικαίωμα για δίκη εντός ευλόγου χρόνου, στο σύνολο των δεδομένων δεν υπάρχει τέτοια υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση τόσο αποφασιστικής σημασίας που να δικαιολογεί την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Εν όψει όλων των πιο πάνω, και ιδιαίτερα του γεγονότος ότι η ακρόαση δεν έχει ακόμη ξεκινήσει και οι εναγόμενοι θα έχουν το δικαίωμα να απαντήσουν σε όλα, και του γεγονότος ότι δεν διαπιστώνεται ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις δημιουργείται αδικία που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα, κρίνω ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί στους ενάγοντες - αιτητές η ευκαιρία να παρουσιάσουν την υπόθεση τους ορθά και ολοκληρωμένα. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως οι παράγραφοι Α και Β της αίτησης. Τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα και τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωριστεί εντός 14 ημερών από σήμερα και αντίγραφο να δοθεί στους συνηγόρους των εναγομένων και των δι' ανταπαιτήσεως εναγομένων 3 - 10. Κατά τα λοιπά, να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως και όλα τα έξοδα που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων (δι' ανταπαιτήσεως εναγόντων) και εναντίον των εναγόντων - αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Μεταξύ των εναγόντων και των δι' ανταπαιτήσεως εναγομένων 3 - 10 δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .................. Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο