← Κύπρος

ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ST. RAPHAEL PRIVATE HOSPITAL LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1264/2013, 19/2/2021

ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ST. RAPHAEL PRIVATE HOSPITAL LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1264/2013, 19/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1264/2013 Μεταξύ: XXXXX ΚΥΡΙΑΚΟΥ Ενάγοντα και ST. RAPHAEL PRIVATE HOSPITAL LIMITED XXXXX ΚΑΣΙΝΗ XXXXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ T.A.S. OPHTHALMOS LASER CENTER LIMITED Εναγομένων (Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 2.10.2013) --------------------- Αίτηση εναγομένων 3 και 4 ημερ. 7.10.2020 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης Ημερομηνία: 19 Φεβρουαρίου, 2021 Για εναγομένους 3 και 4 - αιτητές: κ. Μ. Σιδεράς Για ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση: κ. Κ. Χοίρας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι εναγόμενοι 3 και 4 επιζητούν διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης τους, με την προσθήκη τεσσάρων νέων παραγράφων καθώς και Ανταπαίτησης, ως το Παράρτημα που συνοδεύει την αίτηση. Η αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση του ενάγοντα. Οι εναγόμενοι 1 και 2 δήλωσαν ότι δεν φέρουν ένσταση στην αίτηση. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης του αιτήματος και της ένστασης, συνοπτικά αναφέρω ότι η αγωγή αφορά απαίτηση για ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για βλάβες και ζημιές που (κατ' ισχυρισμό) υπέστη ο ενάγων από χειρουργική επέμβαση για αφαίρεση καταρράκτη από τους δύο οφθαλμούς, όπου η επέμβαση στον αριστερό οφθαλμό ήταν ανεπιτυχής, παρουσίασε επιπλοκές και αποκόλληση αμφιβληστροειδούς για την οποία υπεβλήθη σε νέα επέμβαση. Η εναγομένη 1 ενάγεται ως ιδιωτική κλινική στην οποία διενεργήθηκε η πρώτη επέμβαση (καταρράκτη), η εναγομένη 2 ως οφθαλμίατρος στην εν λόγω κλινική η οποία διέγνωσε τον καταρράκτη και ακολούθως την αποκόλληση, ο εναγόμενος 3 ως οφθαλμίατρος που διενήργησε τις επεμβάσεις με συμμετοχή ή παρουσία ή παρότρυνση της εναγομένης 2, και η εναγομένη 4 ως ιδιωτική κλινική στην οποία διενεργήθηκε η δεύτερη επέμβαση (για την αποκόλληση). Η Έκθεση Υπεράσπισης αρχικώς καταχωρίστηκε στις 17.5.2013 μόνο για τον εναγόμενο 3, ενώ μετά την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής καταχωρίστηκε, στις 8.11.2013, Έκθεση Υπεράσπισης των εναγομένων 3 και

  1. Στο εν λόγω δικόγραφο, οι εναγόμενοι 3 και 4 εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι η εναγομένη 4 ουδεμία σχέση έχει με τα ισχυριζόμενα γεγονότα, αρνούνται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα και τις λεπτομέρειες ιατρικής αμέλειας και σωματικών βλαβών, παραδέχονται ότι εκδόθηκε τιμολόγιο ύψους €3.500 για τη δεύτερη επέμβαση το οποίο παραμένει ανεξόφλητο, αλλά αρνούνται ότι εκδόθηκε και από την εναγομένη 4, και ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος 3 ουδόλως επέδειξε οιανδήποτε ιατρική αμέλεια. Ακολούθως η υπόθεση ορίστηκε αρκετές φορές για οδηγίες και για ακρόαση. Η υπό κρίση αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης και προσθήκη Ανταπαίτησης καταχωρίστηκε στις 7.10.
  2. Η αίτηση στηρίζεται στις Διαταγές 19, 25, 48 και 64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στη νομολογία, στο δίκαιο της επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Οι εναγόμενοι 3 και 4 - αιτητές επιδιώκουν την προσθήκη νέας παραγράφου 19Α όπου παρατίθενται λεπτομέρειες πράξεων και ενεργειών τους που (κατ' ισχυρισμό) καταδεικνύουν ότι υπήρξαν επιμελείς και δεν παραβίασαν τα ιατρικά τους καθήκοντα, νέα παράγραφο 19Β όπου προβάλλεται ισχυρισμός ότι ο ενάγων ανέλαβε οικειοθελώς οποιουσδήποτε κινδύνους, παραιτούμενος του δικαιώματος να διεκδικήσει αποζημιώσεις, νέα παράγραφο 21Α ότι εάν ο ενάγων υπέστη ζημιές, αυτές οφείλονται σε τρίτα πρόσωπα ή εξωγενείς παράγοντες ή στον ίδιο ο οποίος δεν ακολούθησε τη φαρμακευτική αγωγή που του συστήθηκε και δεν ενημέρωσε έγκαιρα τον εναγόμενο 3 για τα συμπτώματα τα οποία αντιμετώπιζε μετά από τις επίδικες εγχειρήσεις, νέα παράγραφο 21Β ότι οι ζημιές που ισχυρίζεται ο ενάγων είναι υπερβολικές/διογκωμένες και αυτός υπέφερε πριν από τις επεμβάσεις από πολύ χαμηλή όραση και γλαύκωμα και υψηλή πίεση στους οφθαλμούς, καθώς και Ανταπαίτηση του εναγομένου 3 που αφορά το τιμολόγιο των €3.500 για την επέμβαση για την αντιμετώπιση της αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ενός διευθυντή της εναγομένης 4, ο οποίος παραθέτει αναλυτικά όλους τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί και είναι επιβεβλημένο να περιληφθούν οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις. Αναφέρει επιπλέον ότι η υπόθεση ανατέθηκε από τους εναγομένους 3 και 4 στους νυν δικηγόρους τους στις 15.11.2019, ενόψει του θανάτου του αρχικού τους δικηγόρου, και η ακρόαση η οποία ήταν προγραμματισμένη εκείνη την ημερομηνία αναβλήθηκε. Στις 4.5.2020 που επαναορίστηκε για ακρόαση, αναβλήθηκε λόγω των μέτρων που λαμβάνονταν για τον περιορισμό της εξάπλωσης της πανδημίας του κορωνοϊού (Covid-19) και επαναορίστηκε για τις 18.9.
  3. Η ανάγκη για τροποποίηση διαφάνηκε μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τους δικηγόρους μία μέρα πριν τη δίκη, με σκοπό την προετοιμασία για την ακρόαση, όπου οι νέοι δικηγόροι διαπίστωσαν την απουσία ισχυρισμών που θα έπρεπε να είχαν συμπεριληφθεί στο δικόγραφο των εναγομένων 3 και
  4. Η ένσταση της πλευράς του ενάγοντα καταχωρίστηκε στις 24.11.2020 και ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται, ως μπορώ να συνοψίσω, οι ακόλουθοι:

(1)Η αίτηση καταχωρείται με πολύ μεγάλη καθυστέρηση και δεν παρατίθεται ικανοποιητική δικαιολογία για την υπέρμετρη καθυστέρηση.
(2)Η αλλαγή δικηγόρου δεν αποτελεί αφ' εαυτής λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας, ούτε δικαιολογία για την καθυστερημένη υποβολή του αιτήματος.
(3)Η επιδιωκόμενη τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και εισαγωγή Ανταπαίτησης αφορά γεγονότα που ήταν ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά στους εναγομένους ή μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστούν έγκαιρα από την καταχώριση της αγωγής (18.4.2013), ενώ είχαν τη δυνατότητα συμπερίληψης τους τόσο στο αρχικό τους δικόγραφο όσο και στο τροποποιημένο δυνάμει του διατάγματος ημερ. 2.10.2013.
(4)Η επιδιωκόμενη τροποποίηση εισάγει νέες βάσεις υπεράσπισης, επηρεάζοντας δυσμενώς την υπόθεση του ενάγοντα και πλήττοντας τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης.
(5)Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου και της νομολογίας για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
(6)Δεν είναι δίκαιο και εύλογο υπό το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ασκούμενου δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων του ενάγοντα, ο οποίος αναπτύσσει τους λόγους ένστασης και τονίζει την υπέρμετρη καθυστέρηση των 7 ετών από την καταχώριση της αρχικής Υπεράσπισης, αλλά και ενός έτους από τον διορισμό νέων δικηγόρων. Όσον αφορά τον λόγο ένστασης ότι εισάγονται νέες βάσεις υπεράσπισης, αναφέρει ότι επιδιώκεται η εισαγωγή για πρώτη φορά νεοφανών ισχυρισμών περί ευθύνης του ενάγοντα στην πρόκληση της ζημιάς, ότι υπέφερε πριν τη διενέργεια των επεμβάσεων από πολύ χαμηλή όραση, γλαύκωμα και υψηλή πίεση στους οφθαλμούς, και ότι συγκατατέθηκε ελεύθερα και ανέλαβε κινδύνους που εμπεριείχε η διενέργεια των επεμβάσεων, παραιτούμενος εκ προοιμίου του δικαιώματος του να διεκδικήσει αποζημιώσεις. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η τροποποίηση δικογράφων διέπεται από τη Διαταγή 25 θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως είχε πριν τις τροποποιήσεις αυτής και της Διαταγής 30 (το 2014, 2017 και 2018), δεδομένης της κλίμακας της αγωγής και του ότι καταχωρίστηκε πριν την 1.1.2016. Συνεπώς, για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη τη νομολογία που ίσχυε για τη Διαταγή 25 προ των πρόσφατων τροποποιήσεων. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την τροποποίηση της δικογραφίας (προ των τροποποιήσεων) αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών Κυπριακών δικαστικών αποφάσεων. Οι σχετικές αρχές εκτίθενται περιεκτικά στην υπόθεση Ευριπίδου κ.α. ν. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24 και συνοψίστηκαν με μεγάλη σαφήνεια από τον πρώην Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαστή τότε) Γ. Πική, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33 ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου». Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd. [1970] 2 All E.R. 754: «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here». Σχετικό είναι και το White Book (του 1958, σελ. 624 κ.ε.) αναφορικά με τους παλαιούς αγγλικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας που αντιστοιχούν με τις πρόνοιες της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1Α Α.Α.Δ. 704, η θεμελιακή αρχή που προκύπτει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Είναι επιθυμητό όπως όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 λέχθηκε ότι αναμφίβολα η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και όταν η ανάγκη για μια τέτοια τροποποίηση προκύπτει ως αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Βεβαίως το θέμα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560). Κυρίαρχος παράγοντας που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές (βλ. Geto v. M/V Vladimir Vasiliev (Αρ.4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714, 716). Όπως λέχθηκε στην Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd (Αρ.1)
(1996)1 A.A.Δ. 162), σημαντικός παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο. Ακόμη και στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής (ή υπεράσπισης και ανταπαίτησης), αυτό δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση (βλ. Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1Α Α.Α.Δ. 704, SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 και Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση Αρ. 204/2009, ημερ. 25.4.2012). Το κριτήριο του τι αποτελεί νέα απαράδεκτη βάση αγωγής διατυπώνεται με σαφήνεια στο πιο κάτω απόσπασμα από το Annual Practice 1958, σελ. 627: «The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Murdoch 1 Ch.D. 42, Hubbuck v. Helms 56 L.J. Ch. p. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Raleigh v. Goschen
(1898)1 Ch. p.81)». Το ζήτημα μπορεί να συνοψιστεί στο ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά (βλ. Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. 1. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερ. 4.5.2012). Ο παράγοντας της καθυστέρησης είναι σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, αλλά δεν είναι καθοριστικός, υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing and Exporting Co. Ltd κ.α. v. A & G Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Εν τούτοις, όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης και το όλο ζήτημα παραμένει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή (SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44). Αναφορικά με τον χρόνο κατά τον οποίο υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση, σημειώνω ότι το σημαντικό δεν είναι η έκταση του χρόνου που διέρρευσε, αλλά το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης, και ο χρόνος που επέλεξε να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση (βλ. Astor Manufacturing and Exporting Co. Ltd κ.α. v. A & G Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Έχοντας κατά νουν όλα τα πιο πάνω, και μελετώντας την υπό κρίση αίτηση, σημειώνω ότι οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις στην Έκθεση Υπεράσπισης αφορούν και είναι συνυφασμένες με την υφιστάμενη γραμμή υπεράσπισης, η οποία δεν διαφοροποιείται ουσιαστικώς, ήτοι ότι οι εναγόμενοι δεν επέδειξαν οιανδήποτε αμέλεια και δεν φέρουν οιανδήποτε ευθύνη. Με τις προτεινόμενες νέες παραγράφους, συγκεκριμενοποιούνται οι θέσεις αυτές με την παράθεση λεπτομερειών, προβάλλοντας τους λόγους για τους οποίους οι εναγόμενοι 3 και 4 δεν θα πρέπει, κατά τη θέση τους, να κριθούν αμελείς και υπεύθυνοι για τις ισχυριζόμενες βλάβες και ζημιές του ενάγοντα. Η υπόθεση παραμένει στα ίδια πλαίσια και δεν υπάρχει ριζική αλλοίωση των θέσεων των εναγομένων 3 και 4 σε βαθμό που να μπορεί να λεχθεί ότι πρόκειται για ολωσδιόλου νέα βάση υπεράσπισης, παντελώς χωριστή από την υφιστάμενη. Ειδικότερα, η θέση που προβάλλεται στην υφιστάμενη παράγραφο 19 της Υπεράσπισης είναι ότι αρνούνται τις λεπτομέρειες παράβασης επαγγελματικών καθηκόντων και αμέλειας και ότι επιδείχθηκε οποιαδήποτε αμέλεια, και με την προτεινόμενη νέα παράγραφο 19Α προστίθενται Λεπτομέρειες πράξεων των εναγομένων 3 και 4 που (κατ' ισχυρισμό τους) καταδεικνύουν ότι υπήρξαν επιμελείς και δεν παραβίασαν τα επαγγελματικά τους καθήκοντα. Με την προτεινόμενη νέα παράγραφο 19Β προβάλλεται ο ισχυρισμός περί οικειοθελούς ανάληψης των κινδύνων και απεμπόλησης δικαιώματος διεκδίκησης αποζημιώσεων, ο οποίος είναι εξίσου σχετικός και άρρηκτα συνυφασμένος με τα υφιστάμενα επίδικα ζητήματα. Στην παράγραφο 21 της υφιστάμενης Υπεράσπισης, οι εναγόμενοι αρνούνται τις λεπτομέρειες σωματικών βλαβών του ενάγοντα, ενώ με την προτεινόμενη νέα παράγραφο 21Α προβάλλεται ότι εάν ήθελε φανεί ότι ο ενάγων όντως υπέστη τις ισχυριζόμενες σωματικές βλάβες, κάτι που οι εναγόμενοι αρνούνται, αυτές οφείλονται σε άλλους παράγοντες που καταγράφονται. Με την προτεινόμενη νέα παράγραφο 21Β προβάλλεται η θέση περί διόγκωσης των σωματικών βλαβών και προϋπαρχόντων προβλημάτων στους οφθαλμούς. Δεδομένων των πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν μεταβάλλεται η ουσία της Υπεράσπισης και οι τροποποιήσεις δεν επιφέρουν ριζική μετατροπή της φύσης αυτής. Παρομοίως, η προτεινόμενη Ανταπαίτηση του εναγομένου 3 αφορά το τιμολόγιο στο οποίο γίνεται αναφορά τόσο στην Έκθεση Απαίτησης όσο και στην υφιστάμενη Υπεράσπιση, και δεν αφορά κάποιο νέο ζήτημα ή νέα βάση απαίτησης. Περαιτέρω, θεωρώ ότι η τροποποίηση που επιζητείται αφορά γεγονότα τα οποία είναι ουσιαστικά για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και για τη διατύπωση των θέσεων των εναγομένων 3 και 4 και είναι ορθό και δίκαιο το Δικαστήριο να έχει όλα τα σχετικά γεγονότα και ισχυρισμούς ενώπιον του κατά την ακρόαση της υπόθεσης επί της ουσίας, με σκοπό την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Τυχόν άρνηση έγκρισης της αιτούμενης αλλαγής θα έχει στην ουσία ως αποτέλεσμα να στερηθούν οι εναγόμενοι 3 και 4 του δικαιώματος να προσκομίσουν μαρτυρία κατά την ακρόαση της υπόθεσης σε σχέση με τους πιο πάνω αναφερόμενους ισχυρισμούς και ως εκ τούτου να επηρεαστεί ουσιαστικά και δυσμενώς η υπεράσπιση τους. Οι ισχυρισμοί που επιδιώκουν οι εναγόμενοι 3 και 4 να προσθέσουν είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με τη βάση υπεράσπισης, αφορούν τις διαφορές μεταξύ των διαδίκων που προέκυψαν από τις επίδικες επεμβάσεις και είναι επιθυμητό όπως οι διαφορές αυτές μεταξύ των διαδίκων, που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα, επιλυθούν στην ίδια διαδικασία. Είναι δηλαδή περίπτωση στην οποία η άδεια για τροποποίηση του συγκεκριμένου δικογράφου είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη στους διαδίκους. Επιπρόσθετα, κρίνω ότι δεν θα προκληθεί αδικία στον ενάγοντα από τη σκοπούμενη τροποποίηση η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα - δηλαδή η δυσχέρεια που μπορεί να προκληθεί μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή των εξόδων που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης. Ούτε και μπορεί να λεχθεί ότι η τροποποίηση θα έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά, η οποία θα έχει κάθε δυνατότητα να καταχωρίσει Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, και θα επιδικαστούν προς όφελος της όλα τα σχετικά έξοδα. Αυτό που έχει προβληματίσει το Δικαστήριο είναι το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης. Είναι γεγονός ότι θα έπρεπε να είχαν συμπεριληφθεί οι προτεινόμενες λεπτομέρειες, ισχυρισμοί και ανταπαίτηση στο αρχικό δικόγραφο των εναγομένων, εφόσον πρόκειται για ζητήματα που πρέπει να ήταν εν γνώσει τους εξαρχής. Εν τούτοις, κρίνω ότι έχει δοθεί επαρκής αιτιολόγηση για την καθυστέρηση στον εντοπισμό των ελλείψεων του δικογράφου που είχε ετοιμάσει ο προηγούμενος δικηγόρος και τον χρόνο κατά τον οποίο έγινε αντιληπτή (από τους νέους δικηγόρους) η αναγκαιότητα τροποποίησης, για να είναι σε θέση οι εναγόμενοι να παρουσιάσουν ολοκληρωμένα την υπεράσπιση τους κατά την ακρόαση. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι οι νέοι δικηγόροι των εναγομένων 3 και 4 είχαν διάστημα 10 μηνών από την ανάληψη της υπόθεσης να μελετήσουν την υπόθεση με τους πελάτες τους και να διαγνώσουν την επίδικη ανάγκη τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης που είχε συντάξει ο προηγούμενος δικηγόρος, ενώ το έπραξαν την προηγουμένη της δίκης. Σε καμία περίπτωση δεν επικροτώ τη συμπεριφορά αυτή των συνηγόρων των εναγομένων 3 και 4 να αναμένουν μέχρι την προηγουμένη της ακρόασης να προετοιμαστούν με τους πελάτες τους για την ακρόαση μιας τόσο παλαιάς υπόθεσης. Εν τούτοις, δεν θεωρώ ότι θα πρέπει να 'τιμωρηθούν' οι εναγόμενοι 3 και 4 για την παράβλεψη αυτή των συνηγόρων τους. Όσον αφορά τον χρόνο από την ημερομηνία που έγινε αντιληπτή η αναγκαιότητα τροποποίησης μέχρι την ημερομηνία υποβολής της υπό κρίση αίτησης (από 17.9.2020 μέχρι 7.10.2020), δεν μπορεί να αγνοηθεί η όλη κατάσταση που δημιουργήθηκε με την πανδημία του κορωνοϊού και τα μέτρα που λαμβάνονταν τόσο στους χώρους εργασίας των δικηγόρων όσο και στο Δικαστήριο και τα Πρωτοκολλητεία. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, θεωρώ πως δεν θα ήταν ορθό η όλη καθυστέρηση των εναγομένων, να οδηγήσει αυτόματα και χωρίς άλλο την αίτησή τους σε αποτυχία, από τη στιγμή που η αναγκαιότητα για την τροποποίηση έχει καταδειχθεί επαρκώς. Λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική νομολογία ως έχει σκιαγραφηθεί πιο πάνω, θεωρώ ότι θα ήταν άδικο να απαγορευθεί στους εναγομένους να προβάλουν τις θέσεις τους με ολοκληρωμένο τρόπο λόγω των αρχικών παραλείψεων και της καθυστέρησης που παρατηρείται. Τονίζω δε πως δεν έχει ξεκινήσει η ακρόαση της Αγωγής και δεν έχει σε καμία περίπτωση διαπιστωθεί κάποια κακοπιστία εκ μέρους των εναγομένων (ούτε και έχει προβληθεί κάτι τέτοιο από την πλευρά του ενάγοντα), ενώ η αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης προς τον σκοπό της ορθής απονομής της δικαιοσύνης έχει καταδειχθεί επαρκώς. Όπως αναφέρθηκε και στην SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 στη σελ. 432, «. δε συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. .». Συναφώς, σημειώνω και τη γενικότερη τάση της νομολογίας που εφαρμόζεται στην παρούσα αγωγή, ήτοι στη βάση της Διαταγής 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προ των πρόσφατων τροποποιήσεων, να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμη και όταν η αίτηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή υπάρχει καθυστέρηση, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί ζημιά στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων. Εν όψει όλων των πιο πάνω, και ιδιαίτερα του γεγονότος ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμη αρχίσει, και του ότι δεν διαπιστώνεται ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δημιουργείται αδικία που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα, κρίνω ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί στους εναγομένους 3 και 4 η ευκαιρία να παρουσιάσουν την υπεράσπιση και την ανταπαίτηση τους ορθά και ολοκληρωμένα. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η παράγραφος Α της αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση να καταχωριστεί εντός 10 ημερών από σήμερα και αντίγραφο να δοθεί στους συνηγόρους του ενάγοντα. Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωριστεί εντός περαιτέρω 14 ημερών. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως και όλα τα έξοδα που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα και εναντίον των αιτητών - εναγομένων 3 και 4, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.