← Κύπρος

Αναφορικά με τον Giedrius, Αιτ. Έκδοσης : 1/2020, 20/4/2021

Αναφορικά με τον Giedrius, Αιτ. Έκδοσης : 1/2020, 20/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A114 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αιτ. Έκδοσης : 1/2020 Αναφορικά με τον Περί Εκδόσεων Φυγοδίκων Νόμο, Ν.97/70 και Αναφορικά με τον περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως Φυγοδίκων (Κυρωτικό) Νόµο 95/70 και Αναφορικά με τον ...... Giedrius, από τη Λιθουανία --------------------------------------------------------------------------- Αίτηση για προδικαστική παραπομπή ερωτημάτων στο ΔΕΕ ημερ. 11/03/21 Ημερομηνία: 20 Απριλίου 2021 Εμφανίσεις: Για Αιτητή : κα Ζ. Ερωτοκρίτου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (για ν'ακούσει απόφαση η κα Α. Παρπαρίνου) Για τον καθ'ου η αίτηση : κα Μ. Νεοφύτου Καθ'ου η αίτηση : παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα διαδικασία αφορά αίτημα των Ρωσικών Αρχών για την έκδοση του XXXXX Giedrius, Καθ' ου η αίτηση, Λιθουανού υπηκόου, κάτοχου του διαβατηρίου Λιθουανίας με αρ.

  1. Η έκδοση του Καθ' ου η αίτηση ζητείται δυνάμει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως Φυγοδίκων, με σκοπό αυτός να δικαστεί για το αδίκημα του λαθρεμπορίου ναρκωτικών, ήτοι της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και για απόπειρα διάπραξης του αδικήματος της παράνομης πώλησης ναρκωτικών ουσιών, κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα, αδικήματα που κατηγορείται ότι διέπραξε κατά την περίοδο Οκτωβρίου 2018 - Μαρτίου
  2. Η διαδικασία στην παρούσα ξεκίνησε με την κατάθεση της εξουσιοδότησης της Υπουργού Δικαιοσύνης (βλ. άρθρο 7 του Ν.97/70) και το Δικαστήριο άκουσε τον πρώτο μάρτυρα του αιτητή, Αστ. XXXXX Χαραλάμπους. Η ακρόαση όμως δεν προχώρησε περαιτέρω διότι ακριβώς τέθηκε το θέμα που απασχολεί στα πλαίσια της παρούσας. Με την επίδικη αίτηση του ο Αιτητής ζητά : « Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), για προδικαστική παραπομπή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), των πιο κάτω ερωτημάτων:
  3. Σε περίπτωση που το κράτος μέλος στο οποίο μετέβη πολίτης της Ένωσης που είναι υπήκοος άλλου κράτους μέλους και στον οποίο απευθύνεται αίτηση εκδόσεως από τρίτο κράτος με το οποίο το πρώτο κράτος μέλος έχει συνάψει συμφωνία περί εκδόσεως, το κράτος αυτό έχει την υποχρέωση να διακόψει την διαδικασία έκδοσης του πολίτη της ένωσης προς το τρίτο κράτος που τον ζητεί, ενόψει της έκδοσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από το κράτος μέλος της Ιθαγένειας που έχει ο εν λόγω πολίτης, έστω και εάν η διαδικασία έκδοσης προς το τρίτο κράτος έχει αρχίσει ενώπιον του Δικαστηρίου του κράτους μέλους που σύναψε συμφωνία περί εκδόσεως με τρίτο κράτος και έστω και εάν το κράτος μέλος αυτό πριν την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης ενημέρωσε το κράτος μέλος του οποίου έχει ιθαγένεια ο εν λόγω πολίτης για παράδοση αυτού μέσω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης σύμφωνα με την απόφαση A.Petruhhin c-182/15 και το κράτος ιθαγένειας του πολίτη αρχικά απάντησε αρνητικά στο ενδεχόμενο έκδοσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας;
  4. Υπάρχουν χρονικοί περιορισμοί αναφορικά με την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εναντίον πολίτη της Ένωσης από τη χώρα της ιθαγένειας του, εφόσον η αρνητική απάντηση της εν λόγω χώρας περί τούτου είχε γνωστοποιηθεί και η διαδικασία έκδοσης ενώπιον του Δικαστηρίου του κράτους μέλους που έχει συνάψει συμφωνία περί εκδόσεως με Τρίτη χώρα έχει ξεκινήσει; Β. Την αναστολή της διαδικασίας μέχρι να εκδοθεί η απόφαση από το ΔΕΕ επι της πιο πάνω προδικαστικής παραπομπής. » Η αίτηση βασίζεται επι των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1-4, στο άρθρο 34Α και 25 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), στα άρθρα 11, 30

(2)33-35 του Συντάγματος, στα αντίστοιχα άρθρα 5,6 και 13 της ΕΣΔΑ, στον περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικό Κανονισμό (Ν. 1/2008), στο άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), στην απόφαση C-182/15(ΔΕΕ), στην απόφαση πλαίσιο υπ. αριθμό 2002584/ΔΕΥ, στο Ν.133(Ι)/2004, στο χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ένωσης, στις Αρχές του Δικαίου της Επιείκειας, της Νομολογίας και Συμφυείς Εξουσίες και Πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (ΕΔ) του XXXXX Μελά, ο οποίος αναφέρει τα ακόλουθα: «Εγώ ο πιο κάτω υπογεγραμμένος XXXXX Μελάς από τη Λεμεσό, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα: Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
  1. Είμαι Δικηγόρος, στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, και είμαι εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση. Γνωρίζω πολύ καλά τα γεγονότα της πιο πάνω υπόθεσης, τόσο λόγω από τα έγγραφα που έχω στην κατοχή μου, που αφορούν την παρούσα τα οποία έχω μελετήσει και το περιεχόμενο τους μου επεξηγήθηκε. Περαιτέρω, σημειώνω ότι για θέματα νομικής φύσης έλαβα νομική συμβουλή από τη δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση. Καταγράφω αμέσως πιο κάτω τα όσα αληθινά γνωρίζω σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, παραπέμποντας στη πηγή της γνώσης μου.
  2. Μου έχουν επεξηγηθεί όλοι οι Νομικοί λόγοι που καταγράφονται στην έκθεση και υιοθετούνται και όλα όσα αναφέρω προκύπτουν από το φάκελο του Δικαστηρίου. Β. ΓΕΓΟΝΟΤΑ
  3. Ως εμφαίνεται και στον φάκελο του Δικαστηρίου, ο εκζητούμενος στις 28/10/2020 αφίχθηκε στο Αεροδρόμιο Λάρνακας και κατόπιν ελέγχου διαπιστώθηκε ότι τα στοιχεία του εντοπίζονταν στη βάση των δεδομένων της Ιντερπολ (Interpol) με σκοπό την ανακοπή και τη σύλληψη του καθ'ότι καταζητείτο από τις Αρχές της Ρωσίας, με σχετικό diffusion request ημερ.20/8/
  4. Κατόπιν έκδοσης προσωρινού εντάλματος σύλληψης, ο εκζητούμενος συνελήφθη, εμφανίστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας την ίδια μέρα και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 3/12/2020, ώστε να παραληφθούν τα σχετικά έγγραφα έκδοσης από τη Ρωσία και να κατατεθεί η υπογραμμένη εξουσιοδότηση της Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης στο Δικαστήριο. Κατά την εν λόγω ημερομηνία διατάχθηκε επίσης η κράτησης του εκζητούμενου.
  5. Στις 02/11/2020 ο Προϊστάμενος της Μονάδας Διεθνούς Νομικής Συνεργασίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης με επιστολή απευθύνθηκε προς την Αρμόδια Αρχή της Λιθουανίας και ενημέρωσε αναφορικά με το αίτημα της Ρωσίας για έκδοση του εκζητούμενου, υπηκόου της χώρας της Λιθουανίας και επιπλέον ζητήθηκε όπως τοποθετηθούν ως προς το ενδιαφέρον τους για έκδοση του εν λόγω υπηκόου τους με την ενδεχόμενη έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εναντίον του πριν την 03/12/2020, ημερομηνία κατά την οποία είχε οριστεί η υπόθεση για να γίνει έναρξη της διαδικασίας με την καταχώρηση της εξουσιοδότησης από την Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Μαζί με την επιστολή, το ο Προϊστάμενος της Μονάδας Διεθνούς Νομικής Συνεργασίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης απέστειλε το diffusion request που στάλθηκε από τη Ρωσία στο οποίο αναφέρονται όλες οι κατηγορίες εναντίον του εκζητούμενου και λεπτομέρειές της υπόθεσης. Η επιστολή ημερ. 02/11/2020 από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης προς την Αρμόδια Αρχή της Λιθουανίας επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  6. Στις 25/11/2020 μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος η Αρμόδια Αρχή της Λιθουανίας, απάντησε στέλνοντας την επιστολή ημερ 24/11/2020 προβάλλοντας τη θέση τους ότι δεν υφίσταται πρόθεση να εκδόσει ευρωπαϊκό ένταλμά σύλληψης εναντίον του εκζητούμενου για τα αδικήματα που εκζητείται από τη Ρωσία. Η επιστολή ημερ. 24/11/2020 από την Αρμόδια Αρχή της Λιθουανίας, επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  7. Κατόπιν της πιο πάνω απάντησης από την Αρμόδια Αρχή της Λιθουανίας, η διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας προχώρησε στις 04/11/2020, καταχωρήθηκε η εξουσιοδότηση για έναρξη της διαδικασίας υπογραμμένη από την Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης και ορίστηκε ξανά 10/12/2020 για εκδίκαση προδικαστικού σημείου το όποιο έθεσε ο δικηγόρος του εκζητούμενου. Κατά την εν λόγω ημερομηνία ο δικηγόρος που εκπροσωπούσε τον εκζητούμενο αποσύρθηκε και διόρισε ως δικηγόρο του την κα Νεοφύτου. Κατόπιν του διορισμού της κας Νεοφύτου, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 14/01/
  8. Στις 14/01/2021 ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, κατέθεσε ως πρώτος μάρτυρας του Αιτητή ο αστυνομικός που εκτέλεσε το ένταλμα σύλληψης του εκζητούμενου και αντεξετάστηκε. Ακολούθως η υπόθεση ορίστηκε για συνέχιση της ακρόασης στις 04/02/
  9. Στις 03/02/2021, η δικηγόρος του εκζητούμενου έθεσε ηλεκτρονικά αίτημα αναβολής της ακρόασης για τις 04/02/2021 για το λόγο ότι ενημερώθηκε ότι δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο της Λιθουανίας όπως εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμά σύλληψης εναντίον του πελάτη της. Η υπόθεση ορίστηκε ξανά την 01/03/2021 με σκοπό να εξακριβωθεί κατά πόσον εκδόθηκε ή θα εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμά σύλληψης εναντίον του αναφερόμενου εκζητούμενου και να επιβεβαιωθεί ο εν λόγω ισχυρισμός.
  10. Στις 08/02/2020 ο Προϊστάμενος της Μονάδας Διεθνούς Νομικής Συνεργασίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης απευθύνθηκε ξανά προς την Αρμόδια Αρχή της Λιθουανίας και ζητούσε όπως του επιβεβαιωθεί κατά πόσον εκδόθηκε ευρωπαϊκό ένταλμά σύλληψης εναντίον του εκζητούμενου. Η επιστολή ημερ. 08/02/2021 προς την Αρμόδια Αρχή της Λιθουανίας επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  11. Στις 10/02/2021 στάλθηκε με ηλεκτρονικό μήνυμα επιστολή ημερ. 09/02/2021 από την Αρμόδια Αρχή της Λιθουανίας με την οποία επιβεβαιώθηκε η έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψής εναντίον του εκζητούμενου, το οποίο επισυνάφθηκε μαζί με την επιστολή ημερ. 09/02/
  12. Η επιστολή ημερ. 09/02/2021 μαζί με το επισυναφθέν ένταλμα σύλληψής επισυνάπτονται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  13. Στις 12/02/2021 στάλθηκε με ηλεκτρονικό μήνυμα επιστολή ημερ. 11/02/2021 από το Γενικό Εισαγγελέα της Λιθουανίας με την οποία ζητούσε ενημέρωση αναφορικά με την έκδοση του εκζητούμενου μέσω του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Η επιστολή ημερ. 11/02/2021 από το Γενικό Εισαγγελέα της Λιθουανίας επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  14. Ως με πληροφορεί η δικηγόρος του Αιτητή, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση A.Petruhhin c-182/15 αλλά και σε μεταγενέστερες υποθέσεις στις οποίες υιοθετήθηκε το ίδιο σκεπτικό, το Δικαστήριο εξέδωσε την πιο κάτω απόφαση : 1) Τα άρθρα 18 ΣΛΕΕ και 21 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι, οσάκις σε κράτος μέλος, στο οποίο μετέβη πολίτης της Ένωσης που είναι υπήκοος άλλου κράτους μέλους, απευθύνεται αίτηση εκδόσεως από τρίτο κράτος, με το οποίο το πρώτο κράτος μέλος έχει συνάψει συμφωνία περί εκδόσεως, το κράτος μέλος αυτό υποχρεούται να ενημερώσει το κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει ο εν λόγω πολίτης και, ενδεχομένως, κατόπιν αιτήματος του δευτέρου αυτού κράτους μέλους, να του παραδώσει τον πολίτη αυτόν, σύμφωνα με τις διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουάριου 2009, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό το κράτος μέλος έχει δικαιοδοσία, βάσει του εθνικού δικαίου του, να ασκήσει δίωξη κατά του προσώπου αυτού για πράξεις τελεσθείσες στην αλλοδαπή. 2) Σε περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος επιλαμβάνεται απήσεως τρίτου κράτους για την έκδοση υπηκόου άλλου κράτους μέλους, το πρώτο κράτος μέλος οφείλει να διακριβώσει ότι η έκδοση δεν θα έχει ως αποτέλεσμα προσβολή των δικαιωμάτων που διαλαμβάνονται στο άρθρο 19 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  15. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι εφόσον η χώρα ιθαγένειας του πολίτη /εκζητούμενου, αφού ερωτηθεί από το κράτος μέλος το οποίο έχει συνάψει συμφωνία περί εκδόσεως με τρίτο κράτος, έχει δικαιοδοσία βάση του εθνικού του δικαίου και εκδόσει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, υποχρεούται το κράτος μέλος να του παραδώσει τον εν λόγω πολίτη, σύμφωνα με την έννοια των άρθρων 18 και 21 της ΣΛΕΕ. Όμως το ερώτημα το οποίο προκύπτει είναι κατά πόσον αυτό ισχύ και στη περίπτωση που η δικαστική διαδικασία έκδοσης του πολίτη της Ένωσης προς την τρίτη χώρα έχει ξεκινήσει και εφόσον αρχικά η χώρα ιθαγένειας του πολίτη της Ένωσης απάντησε αρνητικά στο ενδεχόμενο έκδοσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εναντίον του συγκεκριμένου πολίτη, εντούτοις εκδίδει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή κατά τη διάρκεια που η δικαστική διαδικασία έκδοσης του πολίτη της Ένωσης προς την τρίτη χώρα έχει ξεκινήσει.
  16. Με σκοπό τη διευκρίνηση του ανωτέρου σημείου θα πρέπει να διαπιστωθεί κατά πόσον υπάρχουν χρονικοί περιορισμοί αναφορικά με την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εναντίον πολίτη της Ένωσης από τη χώρα της ιθαγένειας του, εφόσον η αρνητική απάντηση της εν λόγω χώρας σε σχέση με την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης είχε γνωστοποιηθεί και η ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου του κράτους μέλους που έχει συνάψει συμφωνία περί εκδόσεως με Τρίτη χώρα έχει ξεκινήσει.
  17. Ο σκοπός της υπό εξέταση Αίτησης είναι να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική και ομοιόμορφή εφαρμογή της κοινοτικής Νομοθεσίας και η διασφάλιση της έννοιας, ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι περαιτέρω η θέση μου, ότι η παρούσα Αίτηση είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για την επίδικη υπόθεση εφόσον πρόκειται να καθορίσει την πορεία της ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση και θα διασφαλίσει την ορθή και δίκαιη διαδικασία υπό τις περιστάσεις χωρίς να γίνεται κατάχρηση των διαδικασιών και ενδεχομένως εξοικονόμησης χρόνου του Δικαστηρίου. 14.Υπο τις περιστάσεις, ειλικρινά πιστεύω ότι το αίτημα είναι δικαιολογημένο και είναι προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης να επιτραπεί από το Σεβαστό σας Δικαστήριο η αποστολή του προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ). » Ο καθ'ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Όμως όπως θα διαφανεί αμέσως πιο κάτω στη ουσία δεν ενίσταται στην παραπομπή - αντίθετα συμφωνεί - αλλά θεωρεί ότι το ερώτημα θα πρέπει να διατυπωθεί διαφορετικά. Η νομική βάση της ένστασης είναι ίδια με αυτή της αίτησης ανωτέρω. Η ένσταση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (ΕΔ) του καθ'ου η αίτηση, ο οποίος αναφέρει τα ακόλουθα: «
  18. Είμαι ο Καθού η αίτηση, εκ ζητούμενος στην υπό αναφορά αίτηση φυγόδικού και προβαίνω στη παρούσα ένορκη δήλωση αφού γνωρίζω πολύ καλά τα γεγονότα της αίτησης. Πέραν της προσωπικής μου γνώσης επι των γεγονότων που αφορούν την αίτηση, έλαβα νομική συμβουλή από τη δικηγόρο που με αντιπροσωπεύει και χειρίζεται την υπόθεση μου, δηλαδή την υπό αναφορά αίτηση φυγόδικου. Καταγράφω πιο κάτω τα όσα αληθινά γνωρίζω και παραπέμπω στη πηγή των γνώσεων μου.
  19. Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας καταχώρησε αίτημα με το οποίο αιτείται Διάταγμα του Δικαστηρίου δυνάμει του "Άρθρου 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) για προδικαστική παραπομπή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ). Ζητείται η έκδοση του Διατάγματος, και επίσης η αναστολή της παρούσης διαδικασίας μέχρι να εκδοθεί η απόφαση του ΔΕΕ επι της προδικαστικής παραπομπής.
  20. Στην Ένορκη Δήλωση του κ. Μελά ημερομηνίας 10.3.2021, στη παράγραφο 4 αναφέρεται ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης απευθύνθηκε προς την αρμόδια αρχή της Λιθουανίας και ενημέρωσε σχετικά με το αίτημα της Ρωσίας και περαιτέρω ζητήθηκε όπως τοποθετηθούν οι αρχές της Λιθουανίας ως προς το ενδιαφέρον τους για έκδοση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης εναντίον μου πριν τις 3.12.2021, ημερομηνία κατά την οποία η αίτηση είχε οριστεί για ακρόαση.
  21. Στην Λιθουανία είχε αποσταλεί το diffusion request το οποίο είχε σταλθεί από τη Ρωσία χωρίς κανένα άλλο έγγραφο το οποίο θα περιέγραφε με λεπτομέρεια το φερόμενο αδίκημα που κατ' ισχυρισμό είχα διαπράξει, με αποτέλεσμα στις 24.11.2020 η Λιθουανία, να έχει απαντήσει αρνητικά ως προς τη πρόθεση της για έκδοση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης μου.
  22. Η αίτηση φυγόδικου άρχισε στις 4.12.2020 με τη καταχώρηση της εξουσιοδότησης της Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης.
  23. Η δικηγόρος μου, κ. Νεοφύτου, αλλά και οι δικηγόροι μου στην Λιθουανία, ενημέρωσαν τις αρμόδιες αρχές της Λιθουανίας ως προς τα περαιτέρω γεγονότα που αφορούσαν το φερόμενο αδίκημα που κατ' ισχυρισμό διέπραξα και όταν οι αρμόδιες αρχές της Λιθουανίας ενημερώθηκαν και είχαν ολοκληρωμένη και πλήρη εικόνα των γεγονότων προχώρησαν στην έκδοση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος εναντίον μου.
  24. Οι αρμόδιες αρχές και ή ίδια η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.1.2021 ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 αναφέρει ξεκάθαρα ότι ο λόγος μη έκδοσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψής εναντίον μου όταν ενημερώθηκαν από τη Κυπριακή Δημοκρατία σχετικά με το αίτημα της Ρωσίας, ήταν διότι «προς το παρόν δεν έχει νομική βάση για την έκδοση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης εναντίον του εν λόγο ατόμου σχετικά με τη τυχόν διάπραξη εγκληματικών πράξεων στην Ρωσική Ομοσπονδία» (σε ελεύθερη μετάφραση). Από τα έγγραφα που είχαν οι αρμόδιες αρχές της Λιθουανίας δεν διαφάινετο ότι υπήρχε οιονδήποτε αδίκημα το οποίο να είχε πιθανόν διαπραχθεί στο έδαφος της Λιθουανίας, ως εκ τούτου δεν μπορούσε να εκδοθεί το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Αργότερα όταν όλες οι πληροφορίες είχαν μεταβιβαστεί στις αρμόδιες αρχές της Λιθουανίας το αποτέλεσμα ήταν η απόφαση ημερομηνίας 21.12.20 να ακυρωθεί, ως προς το ότι δεν μπορούσε η Λιθουανία να εκδώσει το ΕΕΣ, και οι αρμόδιες αρχές προχώρησαν και εκδώσαν το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης εναντίον μου. Ο λόγος μη έκδοσης του ΕΕΣ αρχικά ήταν διότι με τα γεγονότα που είχαν ενώπιον τους οι αρμόδιες αρχές, δεν διαφαινόταν πουθενά η δικαιοδοσία τους ως προς την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος αφού δεν υπήρχαν γεγονότα που να καταδείκνυαν ότι υπήρξε οιαδήποτε διάπραξη αδικήματος εντός της δικαιοδοσίας τη Λιθουανίας.
  25. Ως εκ των ανωτέρω, συμφωνώ όπως το ερώτημα παραπεμφθεί στο ΔΕΕ με τη σωστή όμως διάσταση γεγονότων και ή ένσταση έγκειται στο πώς θα πρέπει να τεθεί το ερώτημα με αποτέλεσμα το ερώτημα να πρέπει να τροποποιηθεί με την προσθήκη των εξής γεγονότων: i. Κατά πόσο, όταν το κράτος μέλος της ιθαγένειας - Λιθουανία - απαντήσει αρνητικά ως προς την έκδοση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης ενόψει του ότι δεν είχε επαρκή γεγονότα και ή στοιχεία και/ή πληροφόρηση, και όταν αργότερα, σε οιονδήποτε στάδιό και πριν την τελική απόφαση του Δικαστήριού λάβει γνώση όλων των γεγονότων (στοιχείων) και αποφασίσει να εκδώσει το Ευρωπαϊκό Ένταλμά Σύλληψης, θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψη έναντι του εντάλματος εκ δοθέν από άλλη Τρίτη χώρα (Ρωσία), και αν έχουν τεθεί οιονδήποτε χρονικοί περιορισμοί προς απάντηση του ερωτήματος έκδοσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος εκ μέρους του κράτους ιθαγένειάς αν αυτοί οι χρονικοί περιορισμοί αίρονται ενόψει της έλλειψης πληροφόρησης και/ή παραπληροφόρησής, και/ή μη επαρκής πληροφόρησης από το κράτος μέλος στου οποίου απευθύνεται το αίτημα προς το μέλος κράτος ιθαγένειας, με αποτέλεσμα το κράτος μέλος ιθαγένειάς να μην εκδώσει αρχικά το ένταλμα αλλά αργότερα να προβεί στην έκδοση του, αφού λάβει την περαιτέρω λήψη γεγονότων, μαρτυρίας, πληροφόρησης.
  26. Εξ όσων με πληροφορεί η δικηγόρος μου κ. Νεοφύτου, με βάση τη Νομολογία της Κυπριακής Δημοκρατίας η ακροαματική διαδικασία Ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστήριού Λάρνακας άρχισε με την καταχώρηση της εξουσιοδότησης της Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, ήτοι από τις 4.12.2020, γεγονός το όποιο θα πρέπει να αναφερθεί στο παραπεφθέν ερώτημα ώστε να υπάρχουν όλα τα γεγονότα Ενώπιον του Δικαστήριού (ΔΕΕ).
  27. Με σκοπό την εν λόγο τροποποίηση και ή διευκρίνηση των ανωτέρων σημείων θα ξεκαθαριστεί η πορεία της παρούσης υπόθεσης ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με σκοπό την διασφάλιση της ορθής και δίκαιης διαδικασίας αλλά και η εφαρμογή των αρχών με βάση τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την επίτευξη του σεβασμού των δικαιωμάτων μου που απορρέουν από τις αποφάσεις της ΕΕ.
  28. Υπό τις περιστάσεις, ειλικρινά πιστεύω ότι το προδικαστικό ερώτημα θα πρέπει να αποσταλεί στη σωστή του όμως διάσταση και με τα ορθά και πλήρη γεγονότα, προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ). » Οι θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις που παρουσίασαν στο Δικαστήριο. Οι αγορεύσεις σημειώνω έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Δεν κρίνω όμως σκόπιμο αναφέρω εδώ να παραθέσω ότι οι συνήγοροι αναφέρουν με τις αγορεύσεις τους. Θα αναφερθώ σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω αν και όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. Η παραπομπή ζητημάτων που χρήζουν ερμηνείας στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) με προδικαστικές αποφάσεις, διέπεται από το άρθρο 267 (πρώην 234) της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο έχει ως ακολούθως: «Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί έπ' αυτού. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο. Όταν ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, η οποία αφορά πρόσωπο υπό κράτηση, το Δικαστήριο αποφαίνεται το συντομότερο δυνατόν.» Από πλευράς εθνικού δικαίου, σχετικό είναι το άρθρο 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, το οποίο έχει ως ακολούθως: «34Α.-
(1)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(2), δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει ζήτημα, το οποίο αφορά στο κύρος και την ερμηνεία των αποφάσεων-πλαίσιο και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του Τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στην ερμηνεία των συμβάσεων που καταρτίζονται με βάση τον Τίτλο VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στο κύρος και την ερμηνεία των μέτρων εφαρμογής τους, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για να αποφανθεί επ' αυτού. 2) Σε περίπτωση που ζήτημα, το οποίο αναφέρεται στο εδάφιο
(1), ανακύψει ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις περιπτώσεις που οι αποφάσεις του εν λόγω δικαστηρίου δεν υπόκεινται σε έφεση, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμπει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.» Στην υπόθεση Cypra Limited ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2013)3 Α.Α.Δ 305, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξετάζοντας αίτηση για προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ, ανέφερε ότι το άρθρο 267 (πρώην άρθρο 234) της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, παρέχει στο ΔΕΕ την εξουσία να ερμηνεύει τη Συνθήκη, δεν του παρέχει όμως ειδικά την εξουσία να εφαρμόζει τη Συνθήκη, στα γεγονότα μιας συγκεκριμένης υπόθεσης. Το εν λόγω άρθρο δεν παραθέτει το πλαίσιο διαδικασίας έφεσης, ούτε και το ΔΕΕ ενεργεί σαν Εφετείο από αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων. Η λειτουργία του, είναι αναγκαία για τη διατήρηση του Κοινοτικού χαρακτήρα της Απόφασης Πλαίσιο και έχει στόχο να διασφαλίσει ότι σε όλες τις περιστάσεις ο νόμος αυτός, είναι ο ίδιος σε όλα τα Κράτη Μέλη της Κοινότητας (βλ. Υπόθεση 166/73, Rheinmuhlen-Dusseldorf ν. EVGF, [1974] ECR 33). Στην υπόθεση Περικλέους ν. Eliinas Finance Ltd κα Πολ. Έφεση αρ. 283/2010 ημερ. 10.3.15, το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμπει στην απόφαση R. ν. Η.Μ. Treasury, ex parte Daily Mail and General Trust pic.
(1987)C.M.L.R.
(2)p. 1, 4, όπου αποφασίστηκε ότι τα πιο κάτω, συνιστούν μεταξύ άλλων, λόγους για προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ:
  1. Τα σχετικά γεγονότα της υπόθεσης δεν τελούν υπό αμφισβήτηση.
  2. Το νομικό σημείο που εγείρεται είναι καθοριστικό για την τελεσίδικη επίλυση της επίδικης διαφοράς.
  3. Δεν υπάρχει κοινοτική αυθεντία επί του νομικού σημείου ή παραπλήσια του.
  4. Το εγερθέν σημείο και αυτή η ίδια η υπόθεση να προβάλλονται και τα δύο καλόπιστα και χωρίς υστερόβουλο κίνητρο. Περαιτέρω, στην Περικλέους (ανωτέρω), γίνεται επίσης αναφορά στις συστάσεις του ιδίου του ΔΕΕ στα εθνικά Δικαστήρια για την παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος (Information Note on references from National Courts for a Preliminary Ruling (2012/C338/01) και ειδικά στην σύσταση 13 που έχει ως εξής: "
  5. Συνεπώς, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει το ίδιο για την ορθή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και για την εφαρμογή του στα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώνει, ιδίως αν θεωρεί ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Εντούτοις, η υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη όταν πρόκειται για νέο ερμηνευτικό ζήτημα γενικού ενδιαφέροντος που συμβάλλει στην ενιαία εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης ή όταν προκύπτει ότι η υφιστάμενη νομολογία δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο πρωτοεμφανιζόμενο πλαίσιο μιας υποθέσεως." Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 5/16, ημερ. 5.4.2017 έχουν συνοψισθεί από την Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου οι αρχές στη βάση των οποίων ένα εθνικό δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραπέμπει προδικαστικό ζήτημα στο ΔΕΕ. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Το εθνικό Δικαστήριο αποστέλλει ερώτημα ακόμη και αυτεπαγγέλτως, έστω και αν το χρησιμοποιηθέν δικονομικό μέτρο από διάδικο είναι ελλιπές ή άκυρο, όπου το ίδιο το Δικαστήριο διαπιστώνει την προς τούτο αναγκαιότητα εφόσον κρίνει ότι το ανακύψαν ζήτημα είναι ουσιώδες και η απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του κρίσης.» Αναγνωρίζονται εξαιρέσεις στη δυνατότητα ή υποχρέωση του εθνικού Δικαστηρίου να αποστείλει προδικαστικό ερώτημα, όταν η ερμηνεία είναι τόσο προφανής που δεν χρειάζεται το εθνικό Δικαστήριο να ανατρέξει σε προηγούμενη νομολογία του ΔΕΕ επί του θέματος, αρχή γνωστή ως acte clair όπως έχει καθιερωθεί στην υπόθεση Sri CILFIT ν. Ministry of Health, Case 283/1981
(1982)E.C.R.
  1. Εξαίρεση στην αρχή αυτή, τυγχάνει εφαρμογής όταν το ερώτημα που ανακύπτει έχει ήδη τύχει εξέτασης σε ουσιωδώς παρόμοιο ερώτημα και έχει απαντηθεί από το ΔΕΕ. Για το διαδικαστικό μέρος μιας παραπομπής έχει δημοσιευθεί στην Κύπρο ο περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικός Κανονισμός (Αρ. 1) του 2008, κατά τον οποίο Δικαστήριο δύναται να εκδώσει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας σχετική διαταγή παραπομπής είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν αίτησης διαδίκου, εκθέτοντας σε Παράρτημα την παράκληση προς το ΔΕΕ για έκδοση προδικαστικής απόφασης εξειδικεύοντας το ερώτημα και όλα τα σχετικά στοιχεία που καθορίζονται στον Κανονισμό. Τέλος, αναφέρεται ότι τα πρωτόδικα δικαστήρια έχουν απεριόριστη δυνατότητα, αλλά όχι υποχρέωση, παραπομπής. Αντίθετα, το Ανώτατο Δικαστήριο εν τη άσκηση της δευτεροβάθμιας του δικαιοδοσίας, υποχρεούται να παραπέμψει όταν εγείρεται ενώπιον του ζήτημα ερμηνείας ευρωπαϊκού δικαίου, η οποία είναι επάναγκης για απόφανση του ενώπιον του εγειρόμενου ζητήματος. Περαιτέρω, έχει νομολογηθεί από το ΔΕΕ ότι η ύπαρξη νομολογίας από ανώτερο εθνικό δικαστήριο που φαίνεται να απαντά στο ερώτημα που θα ήθελε να παραπέμψει πρωτόδικος δικαστής, δεν δεσμεύει τον εν λόγω δικαστή και δεν τον εμποδίζει να παραπέμψει (βλ. Rheinmuhlen-Dusseldorf (ανωτέρω) και C-210/06, Cartesio, η οποία καθιστά σαφές ότι έφεση κατά της απόφασης για παραπομπή δεν είναι συμβατή με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ καθώς και C-689/13, PFE, ημερ. 5.4.2016, όπου κρίθηκε ότι διάταξη εθνικού δικαίου, η οποία υποχρεώνει τμήμα ανώτατου δικαστηρίου, όταν αυτό δεν συμφωνεί με νομολογία της ολομέλειας του εν λόγω δικαστηρίου, να παραπέμπει το εν λόγω ζήτημα στην ολομέλεια, αντίκειται στο άρθρο 267 καθότι η διάταξη αυτή εμποδίζει το εν λόγω τμήμα να παραπέμψει ερώτημα στο ΔΕΕ). Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, αναφέρω πως έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή την αίτηση και την ένσταση, μαζί και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν και τα επισυνημμένα σε αυτές έγγραφα, αλλά και τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων. Έχω περαιτέρω μελετήσει τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαικής Ένωσης (ΔΕΕ) στις οποίες παραπέμπουν οι ευπαίδευτες συνήγοροι (Petruhhin (C-182/15), Generalstaatsanwaltschaft Berlin (C-389/19), όμως, προσθέτω, και άλλη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου αυτού. Με κάθε σεβασμό προς τις ευπαίδευτες συνηγόρους, οι οποίες συμφωνούν στην παραπομπή ερωτημάτων στο ΔΕΕ, πλην μόνον με διαφοροποιημένο λεκτικό, το Δικαστήριο έχει την άποψη ότι δεν απαιτείται τέτοια παραπομπή. Αυτό για το λόγο ότι το Δικαστήριο είναι σε θέση, με βάση πάντα τη νομολογία του ΔΕΕ, να απαντήσει στο κύριο ερώτημα που τίθεται. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα εξής:
  2. (α) Κατ' αρχήν διαπιστώνεται ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης στις 02/11/20 απέστειλε στις Λιθουανικές Αρχές την επιστολή τεκμ.1 στην αίτηση, μαζί με το diffusion request της Ρωσίας. Είναι όμως γεγονός ότι στο diffusion request δεν υπάρχουν επαρκείς λεπτομέρειες ή και το σύνολο των νομικών και πραγματικών στοιχείων που κοινοποιήθηκαν από τη Ρωσία στο πλαίσιο της αιτήσεως εκδόσεως (βλ. παρ.48 της απόφασης Generalstaatsanwaltschaft Berlin ανωτέρω) ώστε να μπορούσαν οι Λιθουανικές αρχές να αποφασίσουν για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος. Παρεμβάλλω εδώ ότι στο diffusion request εντοπίζεται, μέσα σε 4 γραμμές, μια σύντομη περιγραφή των γεγονότων ή και της αποδιδόμενης στον καθ'ου η αίτηση παράνομης συμπεριφοράς σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία του 2019 και με γενική αναφορά σε «παραδώσεις από Λιθουανία». Εξ ου, συνεχίζω, και η αρχική απάντηση των Λιθουανικών Αρχών με την επιστολή τους 24/11/20 (βλ. τεκμ.2 στην αίτηση) ότι δεν έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (ΕΕΣ) για τον καθ'ου η αίτηση για σκοπούς ποινικής δίωξης και ότι δεν υπήρχαν τη δεδομένη στιγμή νομικοί λόγοι για έκδοση ΕΕΣ αφού οι εγκληματικές πράξεις φαίνεται να έχουν διαπραχθεί στο έδαφος της Ρωσίας. (β) Η αναφερόμενη περιγραφή στο diffusion request καμία σχέση βεβαίως δεν έχει με την λεπτομερέστατη περιγραφή γεγονότων που δίδεται στην εξουσιοδότηση της Υπουργού Δικαιοσύνης ημερ. 04/12/
  3. Σημειώνεται ότι εκ των 3 σελίδων της εξουσιοδότησης τα γεγονότα καταλαμβάνουν 2 σελίδες περίπου, με αναφορά σε λεπτομέρειες συγκεκριμένης παράνομης συμπεριφοράς μέσα σε μια περίοδο κάποιων μηνών και ή διακίνηση ναρκωτικών μέσω του εδάφους και της Λιθουανίας, σε ονόματα συνεργών, αριθμούς αυτοκινήτων, κλπ. Εν πάση περιπτώσει όταν πλέον τέθηκαν ενώπιον των Λιθουανικών Αρχών όλες οι λεπτομέρειες και στοιχεία, και διαφάνηκε ότι οι εγκληματικές πράξεις φαίνεται να διαπράχθηκαν και στο έδαφος της Λιθουανίας, προχώρησαν στην έκδοση ΕΕΣ στις 04/02/21 (βλ. τεκμ.4 και 5 στην αίτηση, συνδυαστικά με το τεκμήριο 1 στην ένσταση). (γ) Ως προκύπτει δε με βάση όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, και έχει σημασία ν' αναφερθεί εδώ, το ΕΕΣ, το οποίο έχει εκδοθεί, αφορά τις ίδιες πράξεις που αφορά και η αίτηση έκδοσης της παρούσας, ενώ περαιτέρω οι Λιθουανικές αρχές είχαν δικαιοδοσία να ασκήσουν δίωξη κατά του καθ'ου η αίτηση αναφορικά με τις πράξεις αυτές (βλ. παρ.50 της απόφασης Petruhhin ανωτέρω, την παρ.44 της απόφασης Generalstaatsanwaltschaft Berlin ανωτέρω και την παρ.54 της απόφασης Pisciotti C-191/16).
  4. Στο σημείο αυτό αναφέρεται επίσης ότι τα πιο κάτω αποτελούν αδιαμφισβήτητα γεγονότα : (α) Με την επιστολή του ημερ.02/11/20 το Υπουργείο Δικαιοσύνης ζήτησε να λάβει απάντηση από τις Λιθουανικές Αρχές για το κατά πόσο προτίθενται να εκδώσουν ΕΕΣ μέχρι 03/12/20, ημερομηνία που ήταν ορισμένη η παρούσα, και η απάντηση της Λιθουανίας απεστάλη 24/11/
  5. (β) Η εξουσιοδότηση της Υπουργού Δικαιοσύνης ημερ. 04/12/20 προς έναρξη της διαδικασίας εκδόσεως, βάση του άρθρου 7 του Ν.97/70, κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου την ίδια μέρα που εκδόθηκε δηλ. 04/12/
  6. (γ) Η απόφαση των Λιθουανικών Αρχών να εκδώσουν ΕΕΣ ελήφθη μετά την έναρξη της παρούσας διαδικασίας και ενώ αυτή βρισκόταν σε εξέλιξη.
  7. (α) Με βάση αυτά ευθέως αναφέρω ότι με δεδομένη πλέον την απόφαση της Λιθουανίας και την έκδοση ΕΕΣ, υπό το φως των νέων στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον της, και ανεξαρτήτως του ότι αυτό έγινε μετά την έναρξη της παρούσας, η Κυπριακή Δημοκρατία έχει υποχρέωση να εξετάσει το ΕΕΣ κατά προτεραιότητα και να παραδώσει, αν πληρούνται οι προϋποθέσεις, τον καθ'ου η αίτηση στη Λιθουανία. Υπενθυμίζεται και εδώ ότι η Λιθουανία έχει ήδη διαπιστώσει την ύπαρξη δικαιοδοσίας για δίωξη του καθ' ου η αίτηση, ενώ επιτυγχάνεται και ο σκοπός της αποτροπής του κινδύνου να παραμείνει ατιμώρητος ο εκζητούμενος ως προς τις αξιόποινες πράξεις οι οποίες του προσάπτονται με την αίτηση εκδόσεως αφού το ΕΕΣ αφορά τις ίδιες πράξεις με εκείνες οι οποίες του προσάπτονται με την αίτηση εκδόσεως. (β) Η πιο πάνω κατάληξη ενισχύεται κατά την κρίση μου, πέραν βεβαίως του ότι το Ευρωπαϊκό δίκαιο υπερισχύει των συμβάσεων με τρίτα κράτη, και από τις αποφάσεις στις όποιες έγινε αναφορά ήτοι την Petruhhin, την Generalstaatsanwaltschaft Berlin και την Pisciotti. Ειδικότερα: i. Στην Petruhhin, το ΔΕΕ αποφάνθηκε επί των δύο πρώτων ερωτημάτων που τέθηκαν ως εξής (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου): «Τα άρθρα 18 ΣΛΕΕ και 21 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι, οσάκις σε κράτος μέλος, στο οποίο μετέβη πολίτης της Ένωσης που είναι υπήκοος άλλου κράτους μέλους, απευθύνεται αίτηση εκδόσεως από τρίτο κράτος, με το οποίο το πρώτο κράτος μέλος έχει συνάψει συμφωνία περί εκδόσεως, το κράτος μέλος αυτό υποχρεούται να ενημερώσει το κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει ο εν λόγω πολίτης και, ενδεχομένως, κατόπιν αιτήματος του δευτέρου αυτού κράτους μέλους, να του παραδώσει τον πολίτη αυτόν, σύμφωνα με τις διατάξεις της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό το κράτος μέλος έχει δικαιοδοσία, βάσει του εθνικού δικαίου του, να ασκήσει δίωξη κατά του προσώπου αυτού για πράξεις τελεσθείσες στην αλλοδαπή.» Η ερμηνεία των άρθρων 18 ΣΛΕΕ και 21 ΣΛΕΕ ή και η ουσία του πράγματος δεν αλλάζει κατά την κρίση μου επειδή η διαδικασία στην παρούσα έχει ξεκινήσει. ii. Στην Generalstaatsanwaltschaft Berlin, αναφέρονται στην παρ.45 τα εξής (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου): « Αντιθέτως, ελλείψει εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως από το κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει ο εκζητούμενος, το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση εκδόσεως δύναται να προβεί στην έκδοσή του, υπό την προϋπόθεση ότι έχει διακριβώσει, όπως απαιτεί η νομολογία του Δικαστηρίου, ότι η έκδοση αυτή δεν θα έχει ως αποτέλεσμα προσβολή των δικαιωμάτων που προβλέπονται από το άρθρο 19 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2016, Petruhhin, C‑182/15, EU:C:2016:630, σκέψη 60).» Εδώ έχει εκδοθεί ΕΕΣ πριν αποφασιστεί η έκδοση του καθ' ου η αίτηση ή μη στα πλαίσια της παρούσας. Επίσης, στις παραγράφους 48, 53, 54, 55 και 56 (που αποτελεί ουσιαστικά και την απόφαση του ΔΕΕ επί του δεύτερου ερωτήματος που είχε τεθεί) αναφέρονται τα ακόλουθα (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου): «
  8. Προς τούτο, σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, ΣΕΕ, κατά την οποία η Ένωση και τα κράτη μέλη εκπληρώνουν τα εκ των Συνθηκών καθήκοντα βάσει αμοιβαίου σεβασμού και αμοιβαίας συνεργασίας (πρβλ. απόφαση της6ης Σεπτεμβρίου 2016, Petruhhin, C‑182/15, EU:C:2016:630, σκέψη 42), στο κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση εκδόσεως απόκειται να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους του οποίου την ιθαγένεια έχει ο εκζητούμενος όχι μόνον ως προς την ύπαρξη αιτήσεως εκδόσεως που τον αφορά, αλλά και ως προς το σύνολο των νομικών και πραγματικών στοιχείων που κοινοποιήθηκαν από το τρίτο κράτος που αιτείται την έκδοση στο πλαίσιο της εν λόγω αιτήσεως εκδόσεως, με τη διευκρίνιση ότι οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται, πάντως, να σέβονται τον εμπιστευτικό χαρακτήρα τέτοιων στοιχείων, οσάκις το εν λόγω τρίτο κράτος, αφού ενημερώθηκε δεόντως σχετικά, υπέβαλε αίτημα περί εμπιστευτικότητας. Επιπλέον, στο κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση εκδόσεως απόκειται, ομοίως, να ενημερώσει τις εν λόγω αρχές για κάθε μεταβολή της κατάστασης του εκζητουμένου η οποία είναι κρίσιμη για την ενδεχόμενη έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως σε βάρος του, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στις σκέψεις 43 και 44 της παρούσας αποφάσεως. ...............
  9. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι οι αρχές του κράτους μέλους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση εκδόσεως μπορούν, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν δεόντως ενημερώσει τις αρχές του κράτους μέλους του οποίου την ιθαγένεια έχει ο εκζητούμενος σύμφωνα με όσα διευκρινίστηκαν στη σκέψη 48 της παρούσας αποφάσεως, να προχωρήσουν στη διαδικασία εκδόσεως και, ενδεχομένως, ελλείψει εκδόσεως, εντός εύλογης προθεσμίας, ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως από το κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει το εν λόγω πρόσωπο, να προβούν σε έκδοσή του, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της υποθέσεως. 54 54.Επομένως, σε μια τέτοια περίπτωση, το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση μπορεί να προβεί στην έκδοση χωρίς να υποχρεούται να αναμείνει, πέραν μιας εύλογης προθεσμίας, την επίσημη απόφαση του κράτους μέλους του οποίου την ιθαγένεια έχει ο εκζητούμενος περί μη ασκήσεως της δυνατότητας εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως σε βάρος του. Η αντίθετη προσέγγιση θα έβαινε, ουσιαστικά, πέραν του αναγκαίου μέτρου για τη θέση σε εφαρμογή των υφιστάμενων, βάσει του δικαίου της Ένωσης, μηχανισμών συνεργασίας και αμοιβαίας συνδρομής στο πλαίσιο ποινικών υποθέσεων και θα ενείχε τον κίνδυνο η διαδικασία εκδόσεως να καθυστερήσει αδικαιολόγητα. 55 55.Στο πλαίσιο αυτό, απόκειται στο κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση εκδόσεως να ορίσει, χάριν της ασφάλειας δικαίου, προς το κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει ο εκζητούμενος, εύλογη προθεσμία μετά την παρέλευση της οποίας, ελλείψει εκδόσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως από το τελευταίο αυτό κράτος μέλος, θα προβεί, ενδεχομένως, στην έκδοση του εκζητουμένου. Η προθεσμία αυτή πρέπει να καθορίζεται λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων της υποθέσεως, ιδίως δε της ενδεχόμενης θέσεως υπό κράτηση του εν λόγω προσώπου βάσει της διαδικασίας εκδόσεως και της περιπλοκότητας της υποθέσεως. 56 56.Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 18 και 21 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι, οσάκις το κράτος μέλος του οποίου υπήκοος είναι ο εκζητούμενος πολίτης της Ένωσης, για τον οποίο έχει υποβληθεί αίτηση εκδόσεως από τρίτο κράτος προς άλλο κράτος μέλος, ενημερώνεται από το τελευταίο κράτος μέλος για την ύπαρξη της εν λόγω αιτήσεως, ούτε το ένα ούτε το άλλο κράτος μέλος οφείλει να ζητήσει από το τρίτο κράτος που αιτείται την έκδοση να του διαβιβάσει αντίγραφο της ποινικής δικογραφίας, προκειμένου το κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει ο εκζητούμενος να εξετάσει εάν θα αναλάβει την ποινική δίωξη σε βάρος του. Υπό την προϋπόθεση ότι έχει ενημερώσει δεόντως το κράτος μέλος του οποίου την ιθαγένεια έχει ο εκζητούμενος σχετικά με την ύπαρξη της αιτήσεως εκδόσεως, το σύνολο των πραγματικών και νομικών στοιχείων τα οποία το τρίτο κράτος που αιτείται την έκδοση κοινοποίησε στο πλαίσιο της αιτήσεως αυτής, καθώς και σχετικά με κάθε μεταβολή της κατάστασης του εκζητουμένου η οποία είναι κρίσιμη για την ενδεχόμενη έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως σε βάρος του, το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση εκδόσεως μπορεί να εκδώσει τον εκζητούμενο χωρίς να υποχρεούται να αναμείνει την επίσημη απόφαση του κράτους μέλους του οποίου την ιθαγένεια αυτός έχει περί μη ασκήσεως της δυνατότητας εκδόσεως τέτοιου εντάλματος συλλήψεως, το οποίο πρέπει να αφορά τουλάχιστον τις ίδιες πράξεις με αυτές που μνημονεύονται στην αίτηση εκδόσεως, οσάκις το τελευταίο αυτό κράτος μέλος δεν προβαίνει στην έκδοση εντάλματος εντός εύλογης προθεσμίας ορισθείσας προς τούτο από το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση εκδόσεως, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των περιστάσεων της υποθέσεως. » Παραθέτω επίσης την απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Pisciotti αναφορικά με το δεύτερο ερώτημα που είχε τεθεί (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου): « Σε περίπτωση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, κατά την οποία ένας πολίτης της Ένωσης ο οποίος αποτέλεσε αντικείμενο αιτήσεως εκδόσεως προς τις Ηνωμένες Πολιτείες στο πλαίσιο της Συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής σχετικά με την έκδοση, της 25ης Ιουνίου 2003, συνελήφθη σε κράτος μέλος άλλο από αυτό της ιθαγένειάς του με σκοπό την ενδεχόμενη εκτέλεση της αιτήσεως αυτής, τα άρθρα 18 και 21 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι δεν εμποδίζουν το προς ο η αίτηση εκδόσεως κράτος μέλος να διακρίνει, βάσει κανόνα του συνταγματικού δικαίου, μεταξύ των υπηκόων του και των υπηκόων άλλων κρατών μελών και να επιτρέπει την έκδοση αυτή ενώ δεν επιτρέπει την έκδοση των δικών του υπηκόων, εφόσον το προς ο η αίτηση κράτος μέλος έχει παράσχει προηγουμένως στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους του οποίου την ιθαγένεια έχει αυτός ο πολίτης τη δυνατότητα να ζητήσουν την έκδοσή του στο πλαίσιο ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως και το τελευταίο αυτό κράτος μέλος δεν έχει λάβει κανένα σχετικό μέτρο. » Εδώ, αφενός δεν υπήρξε πλήρης ενημέρωση της Λιθουανίας αρχικά, ως επιβαλλόταν με βάση όσα αναφέρθηκαν, ενώ αφετέρου μόλις τέθηκαν όλα τα στοιχεία ενώπιον της προέβη αμέσως σε έκδοση ΕΕΣ. Τούτο σε κάθε περίπτωση έγινε ναι μεν μετά την έναρξη της διαδικασίας έκδοσης στην παρούσα αλλά πριν αποφασιστεί η έκδοση ή μη του καθ' ου η αίτηση στα πλαίσια της παρούσας. Υπό το φως των πιο πάνω και με δεδομένο πλέον ότι υπάρχει ενώπιον της αρμόδιας αρχής της Δημοκρατίας το ΕΕΣ, το τελευταίο θα πρέπει να εξεταστεί κατά προτεραιότητα για να αποφασιστεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του καθ' ου η αίτηση στη Λιθουανία. Η Συνθήκη για τη λειτουργία της ΕΕ, οι αρχές που διέπουν τις σχέσεις της με άλλα κράτη μέλη και το Ευρωπαικό Δίκαιο, κατά την κρίση μου δεν αφήνουν άλλη επιλογή ως προς το πως πρέπει να ενεργήσει η Δημοκρατία στην προκειμένη περίπτωση. Συνεπώς αποφαίνομαι ως ανωτέρω και η αίτηση απορρίπτεται. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.