← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΑΝΔΡΕΟΥ, Αρ. Αγ. 1375/02, 8/6/2021

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΑΝΔΡΕΟΥ, Αρ. Αγ. 1375/02, 8/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A129 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγ. 1375/02 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Ενάγοντες και ...... ΑΝΔΡΕΟΥ Εναγόμενος ----------------------------------------------------- Αίτηση ημερ.23/11/20 για

(1)παράταση του χρόνου για ανανέωση ή και εκτέλεση δικαστικής απόφασης και
(2)παροχή άδειας ανανέωσης ή και εκτέλεσης δικαστικής απόφασης Ημερομηνία: 08 Ιουνίου 2021 Εμφανίσεις: (δεν υπήρξε φυσική παρουσία των ευπαίδευτων συνηγόρων - η απόφαση τους έχει αποσταλεί με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ενώ περαιτέρω αντίγραφο της απόφασης τοποθετήθηκε στη θυρίδα τους) Για ενάγοντες/αιτητές: Δρ. Ανδρέα Π. Ποιητή & Σία ΔΕΠΕ Για εναγόμενο/καθ'ου η αίτηση: κα Jennifer Σαββοπούλου ΑΠΟΦΑΣΗ Ενώπιον μου εκκρεμεί η αίτηση για
(1)παράταση του χρόνου για ανανέωση ή και εκτέλεση της δικαστικής απόφασης ημερ.10/02/2003 και
(2)παροχή άδειας ανανέωσης ή και εκτέλεσης της εν λόγω δικαστικής απόφασης. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1-4, 8 και 9, Δ.40 Θ.8 και Δ.57 Θ.2, υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση (ΕΔ) του Χ. Σωτηρίου. Ο εναγόμενος, κατόπιν επίδοσης της αίτησης σε αυτόν, καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, εις την οποία προβάλλει 16 λόγους ένστασης. Αυτοί είναι συγκεκριμένα οι ακόλουθοι: « Α. Η Αίτηση είναι νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική. Β. Η αδράνεια και η αδιαφορία που επέδειξαν οι Ενάγοντες/Αιτητές σε σχέση με την εκτέλεση της απόφασης από το 2010, ήτοι από την τελευταία ποινική καταδολίευση εναντίον του Εναγόμενου, επιπλέον της καθορισμένης περιόδου των 12 ετών, τους στερεί το δικαίωμα να προωθούν την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων. Γ. Το περιεχόμενο της Αίτησης και της Ένορκης Δήλωσης που την συνοδεύει δεν στοιχειοθετεί και δεν θεμελιώνει τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων. Δ. Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση του δικαιώματος των Εναγόντων/Αιτητών για εκτέλεση της απόφασης μετά την παρέλευση 10 ετών ήτοι από το 2010 όταν και απεσύρθη η τελευταία ποινική καταδολίευση εναντίον του Εναγομένου επιπλέον της καθορισμένης περιόδου των 12 ετών. Ε. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν επέδειξαν κανένα «καλό λόγο» ή λόγο που να φέρουν την υπόθεση «εκτός του κανονικού» ώστε να υπάρχει παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα ότι μια απόφαση πρέπει να εκτελείται εντός της καθορισμένης από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας προθεσμίας. ΣΤ. Η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και κατ' επέκταση η ανανέωση της απόφασης παραβιάζει τη συνταγματικά καταχωρημένη αρχή της δίκαιης δίκης η οποία περιλαμβάνει και καλύπτει και το στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης. Ζ. Η Αίτηση είναι καταχρηστική λόγω της παρέλευσης 17 ετών από την έκδοση της απόφασης ήτοι από την 10.2.03, και οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν έλαβαν τα δέοντα ενδεικνυόμενα μέτρα εκτέλεσης με αποτέλεσμα το αρχικό ποσό να έχει επιβαρυνθεί με υπέρογκο ποσό τόκων. Η. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις οι οποίες θέτουν την υπόθεση σε ασύνηθες πλαίσιο (take the case out of the ordinary) ούτως ώστε να είναι δίκαιο όπως δοθεί η άδεια για ανανέωση της απόφασης. Θ. Οι Ενάγοντες-Αιτητές δεν έχουν παρουσιάσει στοιχεία ούτε έχουν καταδείξει με την αίτηση τους και την Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει ότι η ανανέωση της απόφασης θα ήταν εμφανώς δίκαιη και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης μετά την πάροδο 17 ετών από την έκδοσή της ήτοι από την 10.2.03 . Ι. Οι Ενάγοντες-Αιτητές δεν στοιχειοθετούν οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό. ΙΑ. Η Αίτηση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση η οποία είναι ελλιπής. ΙΒ. Η Αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα. ΙΓ. Το αιτούμενο Διάταγμα δεν είναι δίκαιο ούτε ορθό να εγκριθεί. ΙΔ. Υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης. ΙΕ. Οι Ενάγοντες/Αιτητές έδειξαν περιφρόνηση έναντι του Σεβαστού Δικαστηρίου. ΙΖ. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος παραβιάζει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της δίκαιης δίκης η οποία περιλαμβάνει και καλύπτει και το στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης. » H ένσταση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.40 Θ.8, Δ.48 θθ. 1-4, 7, 8
(1)(κκ), 9, 11 και 12, Δ.57 Θ2, στις αρχές της επιείκειας, στη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση (ΕΔ) του εναγόμενου. Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με τις γραπτές αγορεύσεις των δύο πλευρών, τις οποίες βεβαίως είχα την ευκαιρία να μελετήσω πολύ προσεκτικά. Η νομολογία που αφορά στην χορήγηση άδειας για εκτέλεση απόφασης μετά την πάροδο της εκ του Νόμου προβλεπόμενης προθεσμίας είναι γνωστή και δεν θα την επαναλάβω. Οι δύο πλευρές εξάλλου έχουν παραπέμψει σε πλούσια νομολογία. Γίνεται ουσιαστικά μια εξισορρόπηση της ανάγκης για εκτέλεση της απόφασης από τη μια και από την άλλη της στάσης και συμπεριφοράς που έχει επιδείξει ο εξ αποφάσεως πιστωτής στο θέμα εκτέλεσης (βλ. μεταξύ άλλων MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ΟΠΩΣ ΜΕΤΟΝΟΜΑΣΤΗΚΕ ΣΕ CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. Π. Κ. κ.α., Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 219/2012, 31/1/2019 : «Το δικαστήριο παραχωρεί άδεια για λήψη μέτρων εκτέλεσης, ασκώντας προς τούτο διακριτική εξουσία, εφόσον ο εξ αποφάσεως πιστωτής καταδεικνύει, κατ' ελάχιστο, προς ικανοποίησή του, ότι εξακολουθεί να υφίσταται το εξ αποφάσεως χρέος ή οποιοδήποτε μέρος του, ότι δικαιολογημένα δεν έχουν αποδώσει τα μέτρα εκτέλεσης που ο ίδιος τυχόν να έχει λάβει εμπρόθεσμα, ώστε να καθίσταται αναγκαία η λήψη επιπρόσθετων μέτρων και ότι τα προτιθέμενα μέτρα δυνατό να οδηγήσουν στην είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους, προς ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης. Επιπρόσθετα, η αδράνεια εξ αποφάσεως πιστωτή στη λήψη μέτρων εκτέλεσης, προς είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, προς ικανοποίηση του δικαστηρίου ότι δικαιολογείται η παραχώρηση της αιτούμενης άδειας μετά την πάροδο δέκα ετών. Σε τέτοια περίπτωση, το εν λόγω δικαίωμα αντισταθμίζεται και με τυχόν μεταβολή των συνθηκών του εξ αποφάσεως χρεώστη, ώστε να διασφαλίζεται πως η παραχώρηση της αιτούμενης άδειας δε θα του προκαλέσει οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό, (βλ. Duer v Frazer [2001] 1 All ER 249, σελίδα 255, The "Good Challenger" [2004] 1 Lloyd's Rep. 67, σελίδες 85 έως 86, και Ανδρέας Τρύφωνος ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A373, ECLI:CY:AD:2017:A373, ECLI:CY:AD:2017:A373, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 206/2012, 26.10.2017). (Βλ. και την πρόσφατη απόφαση στην Πολ.Εφ.302/13, 1. ΟΡΦΑΝΙΔΗ κ.α. v. S. & G. SECURITIES AND GENERAL FINANCE LTD, ημερ. 8 Απριλίου, 2021, ECLI:CY:AD:2021:A132) Στο Halsbury's Laws of England, Third Edition, Vol. 16, para. 9, αναφέρεται ότι «Τhe granting of leave is a matter of discretion, and the Court may refuse leave, or postpone it, or impose terms, or direct any necessary question to be tried first.». Aναφορικά με τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και τους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνει υπόψη του, στο The Annual Practice 1958, p. 1020 αναφέρονται τα ακόλουθα: « ..application for leave to issue execution on a judgment more than six years old should be made to a Master in Chambers ex parte, on an affidavit of facts by the party applying, or his solicitor, stating
(1)the date of the judgment, amount of original judgment debt, and amount still remaining due;
(2)showing that the applicant is entitled to execution, i.,e. that there has been no change of parties, or devolution of interest, or, if any such, the precise nature of it, and
(3)showing causes of delay. The Master will, however, generally direct a summons to issue.» Περαιτέρω, στην Duer v. Frazer [2001] 1 ALL ER 249 αποφασίστηκε ότι το Δικαστήριο, πέραν των πιο πάνω παραγόντων και της εξήγησης που θα πρέπει να δώσει ο αιτητής για την μη εκτέλεση της απόφασης εντός της περιόδου των έξι ετών, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του και οποιαδήποτε αλλαγή έχει επέλθει στην κατάσταση του εξ' αποφάσεως oφειλέτη από την καθυστέρηση και γενικά οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό υπέστη. Εξετάζοντας τώρα την επίδικη αίτηση αναφέρω τα εξής.
  1. Δεν αμφισβητείται η έκδοση της δικαστικής απόφασης ημερ. 10/02/03, η οποία εξάλλου επισυνάπτεται στην αίτηση. Αυτή αφορούσε το ποσό των Λ.Κ.1000 με τόκο 8% από 10/02/03 μέχρι εξόφλησης, πλέον Λ.Κ.235,50 έξοδα με τόκο 8% επί ποσού Λ.Κ.221 από 12/04/02 μέχρι εξόφλησης. Δόθηκε δε εκ συμφώνου αναστολή εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης από μήνα σε μήνα εφόσον ο καθ' ου η αίτηση από 01/03/03 πλήρωνε ποσό Λ.Κ.50.-.
  2. (α) Η ισχύς της επίδικης απόφασης ήταν για 6 χρόνια ήτοι μέχρι 10/02/
  3. Οι αιτητές αποτάθηκαν δε στο Δικαστήριο για παροχή άδειας κατ' αρχήν στις 15/10/19, πέραν των 10 χρόνων δηλαδή από την εκπνοή της απόφασης, αλλά η αίτηση τους απορρίφθηκε για τους λόγους που αναφέρθηκαν στην απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ημερ. 02/10/20, ενώ ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης. (β) Αναφέρεται δε, για όποια σημασία έχει, ότι από 09/09/11, κατόπιν τροποποίησης της Δ.40 Θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η ισχύς μιας απόφασης αυξήθηκε σε 10 έτη, ενώ πρόσφατα και συγκεκριμένα από 27/03/20 αυξήθηκε σε 12 έτη.
  4. (α) Το χρέος δεν έχει εξοφληθεί και σχετική είναι η κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται στην αίτηση, η οποία παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο εκ €6.712,
  5. Οι τελευταίες πληρωμές δε έναντι του χρέους έγιναν στις 09/01/09 (€260), 28/05/10 (€256,30), 31/05/10 (€256,30) και 12/06/10 (€256,30). Εν πάση περιπτώσει ο εναγόμενος σε κανένα σημείο δεν ισχυρίζεται ότι εξόφλησε το χρέος. (β) Όσον αφορά δε τον ισχυρισμό του εναγόμενου περί σύγχυσης ως προς το οφειλόμενο ποσό και όσα αναφέρει στην παρ. 15 της ΕΔ του, ν' αναφερθεί κατ' αρχήν εδώ ότι δεν τίθεται θέμα σύγχυσης ως προς το υπόλοιπο κατά την ημερομηνία που σημειώνει. Στις 10/02/03 έχει εκδοθεί μια δικαστική απόφαση και με αυτήν αποκρυσταλλώθηκε το ακριβές χρέος κατ' εκείνην την ημερομηνία. Από εκεί και πέρα μαζί με τους τόκους και τις πληρωμές που έγιναν, προκύπτει το υπόλοιπο που έχει αναφερθεί, χωρίς να υπάρχουν στοιχεία μέχρι στιγμής που να το θέτουν σε αμφιβολία, ούτε για παράδειγμα έχουν παρουσιαστεί πληρωμές από τον εναγόμενο οι οποίες δεν έχουν πιστωθεί στο λογαριασμό.
  6. (α) Ο εναγόμενος αναφέρει στην παρ.5 της ΕΔ του ότι αγνοεί το περιεχόμενο της παραγράφου 6 της ΕΔ του Σωτηρίου, εις την οποία ο τελευταίος σημειώνει τα μέτρα που έχουν ληφθεί προς εκτέλεση της απόφασης από τους ενάγοντες. Στη συνέχεια όμως φαίνεται ότι στην πραγματικότητα δεν αρνείται ότι οι ενάγοντες έλαβαν συγκεκριμένα μέτρα, αλλά το «παράπονο» του έγκειται στο ότι για κάποια από αυτά δεν εξηγούν τι έγινε ή γιατί αποσύρθηκαν. Εν πάση περιπτώσει σημειώνεται πως τόσο στην παρ.5 της ΕΔ του, όσο και σε άλλες παραγράφους, αλλά και στις παραγράφους 13 και 14 της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου του, ο εναγόμενος τονίζει τη μη λήψη μέτρων τα τελευταία 9-10 χρόνια από την τελευταία ποινική καταδολίευσης που αναφέρει ο Σωτηρίου πως καταχωρίστηκε 16/06/10 και αποσύρθηκε. Δέχεται δηλαδή ουσιαστικά ότι μέτρα λήφθηκαν από τους ενάγοντες μέχρι και το
  7. (β) Βεβαίως, θα πρέπει εδώ ν' αναφερθεί ότι θα αναμένονταν πράγματι από τους ενάγοντες περισσότερες λεπτομέρειες για τα μέτρα που έχουν ληφθεί και πιο συγκεκριμένα για την εξέλιξη του ριτ κινητών και τους λόγους που οδήγησαν στην απόσυρση των ποινικών καταδολιεύσεων και σε ποιο στάδιο βρίσκονταν όταν έγινε τούτο.
  8. Ο ισχυρισμός του Σωτηρίου περί επικοινωνίας του εναγόμενου με τους ενάγοντες κρίνεται γενικός και αόριστος, λαμβάνοντας υπόψη και ότι τυγχάνει άρνησης από τον εναγόμενο (βλ. παρ. 9 της ΕΔ του εναγόμενου). Ας σημειωθεί ότι ο εναγόμενος δεν αντεξετάστηκε και δεν έχουν αμφισβητηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο τα λεγόμενα του επί του συγκεκριμένου θέματος. Συνεπώς δεν είναι αποδεκτή η θέση των εναγόντων περί τέτοιας επικοινωνίας.
  9. Ερχόμενος τώρα στη θέση του εναγόμενου περί του ότι θα θιγούν ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα του σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος ή και ότι τα οικονομικά του δεδομένα σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνονται στα δεδομένα που είχε πριν 17 χρόνια με την έκδοση της απόφασης, με αποτέλεσμα σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος να υποστεί μεγάλη και ανεπανόρθωτη ζημιά, ευθέως αναφέρω ότι ως γενική και αόριστη θα πρέπει να απορριφθεί. Τίποτε συγκεκριμένο δεν αναφέρει, ούτε και παραθέτει συγκεκριμένα στοιχεία για να υποστηρίξει τα λεγόμενα του.
  10. Ως προς τη θέση δε του εναγόμενου περί υπέρμετρης καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης, αναφέρω πως είναι γεγονός ότι παρήλθε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα από την εκπνοή της απόφασης, αλλά και από το τελευταίο μέτρο που είχε ληφθεί, μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Δεν διαφεύγει βεβαίως ότι οι ενάγοντες επιχείρησαν και προηγουμένως ανανέωση, ως ανωτέρω υπό 2(α) έχει αναφερθεί, χωρίς αποτέλεσμα. Από εκεί και πέρα όμως είναι επίσης γεγονός πως δεν έχει διαφανεί από τα ενώπιον μου στοιχεία ότι οι ενάγοντες σκόπιμα ή κακόβουλα καθυστέρησαν στην εκτέλεση της απόφασης και ότι με την προώθηση της παρούσας αίτησης για άδεια εκτέλεσης ενεργούν κακόπιστα ή καταχρηστικά. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη όσα έχουν αναφερθεί και έχοντας προβληματιστεί, έχω αποφασίσει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπερ της έγκρισης της αίτησης. Συνυπολόγισα για τούτη την κατάληξη μου κυρίως το γεγονός ότι οι ενάγοντες μετά την έκδοση της απόφασης έλαβαν μέτρα εκτέλεσης της απόφασης αλλά παρά τα μέτρα που έχουν ληφθεί μέχρι και το 2010 το χρέος δεν έχει εξοφληθεί, ότι ο εναγόμενος μέχρι το 2010 προέβη σε πληρωμές για το επίδικο χρέος, ότι οι ενάγοντες θα προβούν με την έγκριση της αίτησης στη λήψη συγκεκριμένων μέτρων, τα οποία λεπτομερώς αναφέρουν, και περαιτέρω ότι η παραχώρηση της άδειας δεν θα προκαλέσει δυσμενή επηρεασμό στον εναγόμενο. Κατά την κρίση μου με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω όλοι οι λόγοι ένστασης έχουν απαντηθεί και συνεπώς όλοι οι λόγοι ένστασης απορρίπτονται. Εν πάση περιπτώσει αναφέρω, ίσως εκ του περισσού, πως έχοντας μελετήσει με προσοχή όλους τους λόγους ένστασης δεν εντοπίζεται οτιδήποτε που θα μπορούσε να προβληθεί βάσιμα για να διαφοροποιήσει την κατάληξη του Δικαστηρίου. Ότι θα ήθελα να προστεθεί μόνον εδώ πριν πάω στην κατάληξη μου, έχοντας κατά νουν όσα ισχυρίζεται ο εναγόμενος στην παράγραφο 4 της ΕΔ του, είναι ότι δεν εντοπίζεται λόγος ένστασης με τον οποίο να αμφισβητείται είτε η νομική υπόσταση των εναγόντων είτε η νομιμοποίηση τους να καταχωρήσουν και προωθήσουν την παρούσα αίτηση. Συναφώς η επίδικη αίτηση εγκρίνεται και εκδίδονται διατάγματα ως τα αιτητικά 1 και 2 της αίτησης, με τη διαφοροποίηση στο αιτητικό 2 ότι η άδεια παραχωρείται για 2 χρόνια από σήμερα και όχι, όπως ζητείται, για 10 χρόνια από την καταχώρηση της αίτησης. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.