A.B. ν. N. I. L. κ.α., Αρ. Αγωγής: 390/2021, 28/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A135 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 390/2021 Μεταξύ: A. B. Ενάγοντος v.
- N. I. L.
- Α. Α.
- Δ. Δ. Eναγομένων Αίτηση Ενάγοντος ημ. 7.4.21 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 28 Σεπτεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Μ. Αποστολίδης Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Γ. Κούμας για Georgios Th. Kouma LLC Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την καταχώριση της παρούσας Αγωγής ο Ενάγων καταχώρισε και την υπό κρίση μονομερή Αίτηση, δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς προσωρινά διατάγματα με τα οποία απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1 και 2 να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, επιβαρύνουν και ή αποξενώσουν με οποιονδήποτε τρόπο την ακίνητη περιουσία τους, η Εναγομένη 1 κατά τρόπο που η περιουσία της να μειωθεί κάτω από €506.000, μέχρι την τελική αποπεράτωση της Αγωγής και ή νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. Σημειώνεται ότι με την Αίτηση ζητείτο διαζευκτικά διάταγμα εναντίον της Εναγομένης 1 για την απαγόρευση μεταφοράς και ή μεταβίβασης των εργασιών της καθώς επίσης και διάταγμα εναντίον του Εναγομένου 3 για την απαγόρευση πώλησης, μεταβίβασης, επιβάρυνσης και ή αποξένωσης της περιουσίας του, τα οποία ο δικηγόρος του Ενάγοντος - Αιτητή απέσυρε άνευ βλάβης πριν την έκδοση των ως άνω διαταγμάτων. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος - Αιτητή. Ο Ενάγων περιγράφει τα γεγονότα ισχυριζόμενος ουσιαστικά ότι αποτάθηκε στον Εναγόμενο 3 με σκοπό την πολιτογράφηση του και ο Εναγόμενος 3 τον συμβούλευσε όπως αγοράσει περαιτέρω ακίνητη περιουσία στην Κύπρο, εξ ου και ο Ενάγων αποτάθηκε στον Εναγόμενο 2 από τον οποίο είχε αγοράσει παλαιότερα κατοικία. Ο Ενάγων αγόρασε από την Εναγομένη 1, της οποίας ο Εναγόμενος 2 είναι διευθυντής και μέτοχος, ακίνητο για τo οποίo κατέβαλε το συνολικό ποσό των €506.000 έναντι αποδείξεων πληρωμής και έκδοσης τίτλου ιδιοκτησίας στο όνομα του (Ενάγοντος) και παρέδωσε τον τίτλο στον Εναγόμενο 3 για προώθηση της αίτησης πολιτογράφησης του. Επιπλέον ο Ενάγων είχε αγοράσει και δύο κατοικίες από την Εναγομένη 1 για τα δύο παιδιά του. Σύμφωνα πάντα με τον Ενάγοντα, ο Εναγόμενος 3 του παρουσίασε πλαστά πιστοποιητικά πολιτογράφησης αφού απέσπασε από τον πρώτο το ποσό των €120.
- Ο Εναγόμενος 3 του ανέφερε ότι επρόκειτο για λάθος του Υπουργείου Εσωτερικών και τον παρότρυνε να προβεί, μέσω συνεργάτη του (Εναγομένου 3), σε νέα αίτηση για πολιτογράφηση του, κάτι το οποίο ο Ενάγων έπραξε. Τελικώς διεφάνη ότι τα εκδοθέντα πιστοποιητικά δεν οφείλονταν σε λάθος του Υπουργείου αλλά ήταν πλαστά και ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 συνεργάστηκαν μεταξύ τους και συνωμότησαν για να καταδολιεύσουν τον Ενάγοντα εφόσον φάνηκε επίσης ότι το υπό κρίση ακίνητο δεν ενεγράφη στο όνομα του και ο τίτλος δεν είναι γνήσιος. Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 προτίθενται να πωλήσουν την περιουσία τους εξ ου και καταχώρισε την υπό κρίση Αίτηση. Πριν την έκδοση των διαταγμάτων, ο Ενάγων καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση ο Ενάγων επισημαίνει τη δυνατότητα πώλησης της περιουσίας των Εναγομένων 1 και 2 λόγω και της επαγγελματικής τους δραστηριότητας και ότι σε τέτοια περίπτωση υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η απαίτηση του να παραμείνει ανικανοποίητη. Οι λόγοι ένστασης εστιάζονται στα ακόλουθα: 1) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης. 2) Η μαρτυρία προς υποστήριξη της Αίτησης περιέχει αοριστίες και ή ανακρίβειες και ή ψευδείς και ή ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς. 3) Δεν έχει καταδειχθεί η άμεση πρόθεση των Εναγομένων να αποξενώσουν την περιουσία τους. 4) Ο Ενάγων δεν προβάλλει λόγο που να αποδεικνύει το κατεπείγον ή άλλες εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 5) Υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης. 6) Ο Ενάγων δεν έρχεται με καθαρά χέρια αλλά με κακοπιστία και ή έχει αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. 7) Η Αίτηση είναι καταχρηστική και αποσκοπεί στον επηρεασμό άλλων εκκρεμουσών δικαστικών διαδικασιών. 8) Δεν έχει προσδιοριστεί η αξία των ακινήτων των οποίων επιδιώκεται η δέσμευση. 9) Οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι φερέγγυα πρόσωπα και έχουν τη δυνατότητα να αποζημιώσουν τον Ενάγοντα σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2 ο οποίος απορρίπτει κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος ως προϊόν κακόβουλων σκέψεων και αλλότριων κινήτρων. Ο Εναγόμενος 2 αναφέρει πως ο Ενάγων δεν απεκάλυψε δικαστική διαδικασία η οποία ηγέρθη από τον πρώτο, κατά παράβαση του καθήκοντος πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Ισχυρίζεται ότι δεν γνωρίζει τον Εναγόμενο 3 ούτε και συνεργάστηκε ποτέ μαζί του και ότι απλώς ο Ενάγων αποτάθηκε στον ίδιο για αγορά ακίνητης περιουσίας χωρίς να του αναφέρει ότι αυτή γινόταν με σκοπό την πολιτογράφηση του. Αντιθέτως ο Ενάγων του ανέφερε ότι ήθελε να επενδύσει σε ακίνητα στην Κύπρο και για να μπορέσει να αποδεσμεύσει τα χρήματα του στο εξωτερικό έπρεπε να αγοράσει περιουσία, να δείξει πως αυτή ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα του και να παρουσιάσει αποδείξεις πληρωμής. Ο Εναγόμενος 2 του έδειξε ένα ακίνητο αξίας €1εκ. για το οποίο ο Ενάγων επέδειξε ενδιαφέρον και είπε στον Εναγόμενο 2 πως ξεκίνησε η διαδικασία αποδέσμευσης και μεταφοράς χρημάτων στην Κύπρο για τον σκοπό αγοράς του. Κατόπιν απαίτησης του Ενάγοντος, ο Εναγόμενος 2 παρέδωσε στον Ενάγοντα τον τίτλο του εν λόγω ακινήτου, Τεκμήριο 4, ο οποίος φέρει την Εναγομένη 1 ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια και εξέδωσε τις αποδείξεις πληρωμής χωρίς όμως ποτέ να λάβει οποιοδήποτε ποσό και να εκδώσει τίτλο ιδιοκτησίας στο όνομα του Ενάγοντος, πάντοτε με την προσδοκία καταβολής του τιμήματος πώλησης όταν αποδεσμευτούν τα χρήματα του Ενάγοντος. Στα ίδια πλαίσια ο Ενάγων συνήψε συμφωνία πώλησης διώροφης κατοικίας με την Εναγομένη 1 στην οποία εγκαταστάθηκαν οι δύο υιοί του. Μάλιστα, σύμφωνα πάντα με τον Εναγόμενο 2, η Εναγομένη 1 προέβη και σε επιπρόσθετες εργασίες στη διώροφη κατοικία, με την αναμονή αποδέσμευσης των χρημάτων από το εξωτερικό. Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι δεν είχε γνώση ούτε εμπλοκή στη διαδικασία πολιτογράφησης του Ενάγοντος και ότι ο ίδιος είναι θύμα εξαπάτησης από τον Ενάγοντα ο οποίος δεν του απεκάλυψε τον σκοπό για την αγορά ακίνητης περιουσίας και δεν πλήρωσε οτιδήποτε για την αγορά είτε του ακινήτου είτε της διώροφης κατοικίας, με αποτέλεσμα ο Ενάγων (μέσω των υιών του) να έχει λάβει κατοχή αυτής της κατοικίας χωρίς να πληρώσει οτιδήποτε και να έχει εξασφαλίσει με ψευδή και δόλιο τρόπο την εγγραφή αυτής στο όνομα των υιών του, εξ ου και ο Εναγόμενος 2 καταχώρισε ιδιωτική ποινική υπόθεση και Αγωγή αξιώνοντας ανάκτηση της κατοικίας ή καταβολής του ποσού. Ο Εναγόμενος 2 επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης, προσθέτοντας ότι ουδέποτε είχε ή έχει πρόθεση αποξένωσης της περιουσίας του η οποία του είναι απαραίτητη για σκοπούς εργασίας του ως γεωργός. Παρουσιάζει και έρευνα του Κτηματολογίου με την ακίνητη περιουσία στο όνομα του ισχυριζόμενος ότι είναι φερέγγυος και ικανός να αποζημιώσει τον Ενάγοντα. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δικηγόροι των δύο πλευρών οι οποίοι προέβησαν σε κάποιες επιπρόσθετες διευκρινίσεις. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο οποίο βασίζεται, μεταξύ άλλων η Αίτηση, παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 731, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R.
- Επιπλέον, η Αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Το άρθρο 5 του Κεφ. 6, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν αφαιρεί οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που, όπως αναφέρεται πιο πάνω, προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Επομένως, το Δικαστήριο καλείται να εφαρμόσει και το εν λόγω άρθρο όσον αφορά την ειδική ρύθμιση της κατάστασης στην οποία αναφέρεται - βλ. ABΡ Holdings Ltd. ν. Κιταλίδης κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 692. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει τον εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόσο μέρος της ακίνητης περιουσίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, θα είναι αρκετό για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντος και τα έξοδα της αγωγής. Για να εκδοθεί διάταγμα με βάση το άρθρο 5
(1), το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι τηρούνται οι δύο προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 5
(2)του Νόμου: (α) Ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και (β) Με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Τσιολάκκη κ.ά. ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782, ο όρος «καλή αιτία αγωγής» προσδιορίζει το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητη ιδιοκτησία, που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής, και έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο άρθρο 32 του Ν. 14/60. Και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης. Το δεύτερο κριτήριο ουσιαστικά αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, όπως αυτή ερμηνεύτηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα - βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd. ν. Σκυροποιΐα «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ.
- Χρήσιμη ανάλυση του άρθρου 32 του Ν.14/60 και του άρθρου 5 του Κεφ. 6 περιέχεται στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Pafico Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. 1/21, ημ. 21.9.
- Στα πλαίσια της Αίτησης, το πρώτο ζήτημα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο είναι ο λόγος ένστασης πως ο Ενάγων δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Αποτελεί βασική νομική αρχή ακολουθούμενη σταθερά τόσο από την Αγγλική όσο και την Κυπριακή νομολογία ότι στις μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που δύνανται να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων θεωρείται ως είδος «εξαπάτησης» του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπεια την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει ακυρώνοντας το προσωρινό διάταγμα που εξέδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία του. Η πιο πάνω καθιερωμένη νομική αρχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί, όπως έχει χαρακτηριστικά λεχθεί στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 το Εφετείο τόνισε για ακόμα μια φορά ότι η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως («uberrima fides»), και επομένως ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων εκτείνεται ακόμα και σε αναφορά σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά - βλ. Global Cruises v. Metro Shipping
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 607. Κρίνεται ακόμη σκόπιμη η παραπομπή στην υπόθεση Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. v. Daventree Resources Ltd κ.ά.
(2008)1(B) Α.Α.Δ. 801, η οποία περιέχει μια διαφωτιστική σύνοψη των αρχών που διέπουν το θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών στοιχείων. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρει επίσης η πιο πρόσφατη υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.ά. v. Adeona Holdings Ltd, Πολ. Έφ. αρ. Ε6/14, ημ. 27.2.15. Στην εν λόγω υπόθεση επαναλήφθηκαν οι πιο πάνω αρχές και προστέθηκαν τα ακόλουθα: «Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Brink´s-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 o δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:- «The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat v Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd v Britannia Arrow Holdings Plc., ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion.
(1)Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised.
(2)I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.» Ο Εναγόμενος 2 αποδίδει στον Ενάγοντα τη μη αποκάλυψη αφενός αγωγής την οποία καταχώρισε η Εναγομένη 1 εναντίον των δύο υιών του Ενάγοντος αναφορικά με την αγοραπωλησία της διώροφης κατοικίας και αφετέρου καταγγελίας εναντίον του Εναγομένου 2 στην οποία ο Ενάγων προέβη αναφορικά με κατ΄ ισχυρισμόν πλαστή επιταγή σε σχέση με την εν λόγω αγοραπωλησία. Όπως θα διαφανεί αναλυτικά κατωτέρω, ο Ενάγων αναφέρθηκε στην καταχώριση από την Εναγομένη 1 ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης εναντίον των δύο υιών του αναφορικά με την συγκεκριμένη αγοραπωλησία και επισύναψε ως τεκμήριο αντίγραφο του κατηγορητηρίου. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως ο Ενάγων έχει παραβεί την υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης. Και τούτο καθότι με αυτόν τον ισχυρισμό τέθηκε εις γνώση του Δικαστηρίου στα πλαίσια της Αίτησης το γεγονός ότι η Εναγομένη 1 ήγειρε δικαστική διαδικασία επί του συγκεκριμένου ζητήματος και μάλιστα με την παρουσίαση αντίγραφου του κατηγορητηρίου το Δικαστήριο πληροφορήθηκε και για τους ισχυρισμούς της Εναγομένης 1 επί του συγκεκριμένου ζητήματος, αποκαλύπτοντας έτσι και τη θέση της άλλης πλευράς επί τούτου. Επιπλέον η καταγγελία αφορά εκείνη την αγοραπωλησία η οποία αποτελεί αντικείμενο ξεχωριστών δικαστικών διαδικασιών και επομένως η όποια αποκάλυψη της καταγγελίας δεν αποτελεί ουσιώδες γεγονός για σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης. Στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, το οποίο καταχωρίστηκε την ίδια μέρα με την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης, περιλαμβάνονται αξιώσεις για · αναγνωριστική απόφαση ότι η συμφωνία πώλησης του ακινήτου μεταξύ του Ενάγοντος και της Εναγομένης 1 έναντι του ποσού των €506.000 αποτελεί προϊόν απάτης και ή δόλου και ή ψευδών παραστάσεων και ή απόσπασης χρημάτων με πλαστογραφία εκ μέρους των Εναγομένων 1-3 και ως τέτοια είναι άκυρη και ή ακυρώσιμη · αναγνωριστική απόφαση ότι οι ως άνω δόλιες πράξεις των Εναγομένων 1-3 έλαβαν χώρα στα πλαίσια συνωμοσίας με σκοπό την εξαπάτηση του Ενάγοντος και την πρόκληση ζημιάς σε αυτόν για δικό τους όφελος · αναγνωριστική απόφαση ότι οι Εναγόμενοι 1-3 απέσπασαν το ποσό των €506.000 δόλια και ή απατηλά και ή δια ψευδών παραστάσεων · ειδικές αποζημιώσεις για το ποσό των €506.000 · γενικές αποζημιώσεις για οικονομική ζημιά και ή ηθική βλάβη και ή δόλιες πράξεις των Εναγομένων 1-3 · τιμωρητικές και ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η φύση αυτών των αξιώσεων αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση εφόσον με την παρούσα Αγωγή εγείρεται ζήτημα συνωμοσίας, δόλου και ή ψευδών παραστάσεων ως προς τη σύναψη της υπό κρίση συμφωνίας πώλησης και την απόσπαση του τιμήματος πώλησης και γενικά ως προς την προώθηση της αίτησης πολιτογράφησης του Ενάγοντος. Αξίζει να σημειωθεί πως κατά την αγόρευση του ο δικηγόρος των Εναγομένων δέχθηκε ότι ικανοποιείται η πρώτη αυτή προϋπόθεση για τον λόγο ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 προτίθενται να αξιώσουν μέσω ανταπαίτησης την ακύρωση των αποδείξεων πληρωμής. Το Δικαστήριο θεωρεί πως η Αίτηση και τα αιτούμενα με αυτή διατάγματα αφορούν και περιορίζονται στην απαίτηση του Ενάγοντος στη βάση της οποίας θα κριθεί κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις οριστικοποίησης των διαταγμάτων και πως η ανταπαίτηση ουδόλως αποτελεί μέρος ή βάση της υπό κρίση Αίτησης. Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι την ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αγωγής, το Δικαστήριο επισημαίνει αρχικά ότι αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών πως κατά το 2016, ο Ενάγων είχε αγοράσει κατοικία από την Εναγομένη 1 στην οποία ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι εγκαταστάθηκε από τις αρχές Δεκεμβρίου του
- Ο ισχυρισμός του Ενάγοντος πως η συμφωνία έγινε στις 23.5.16 έναντι €275.000 φαίνεται να αντικρούεται από τον Εναγόμενο 2 ο οποίος παρουσιάζει αντίγραφο της συμφωνίας, Τεκμήριο 2, το οποίο φέρει ημερομηνία 20.5.16 και αναγράφει ποσό €270.
- Επιπλέον ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι το τίμημα πώλησης των €270.000 πληρώθηκε από τον Ενάγοντα με δύο τραπεζικές επιταγές, θέση η οποία δεν αντικρούστηκε από την άλλη πλευρά. Επιπλέον και οι δύο πλευρές παραδέχονται τη μεταγενέστερη σύναψη της συμφωνίας πώλησης της διώροφης κατοικίας. Ο μεν Ενάγων ισχυρίζεται ότι το τίμημα πώλησης είναι €275.000 πλέον 5% ΦΠΑ ενώ ο Εναγόμενος 2 €270.000 πλέον 5% ΦΠΑ. Μάλιστα ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι η εν λόγω συμφωνία ημ. 9.3.18 κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας υπ΄ αρ. ΠΩΕ 377/
- Είναι κοινώς αποδεκτό ότι αναφορικά με αυτή την πώληση στις 16.9.20 η Εναγομένη 1 καταχώρισε την ιδιωτική ποινική υπόθεση υπ΄ αρ. 6612/20 ΕΔ Λάρνακας εναντίον των υιών του Ενάγοντος για εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, Τεκμήριο Ζ στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος. Ο Ενάγων αποδίδει αυτή την καταχώριση στην προσπάθεια του Εναγομένου 2 απόσπασης χρημάτων από τον ίδιο και τους υιούς του στα πλαίσια εκβιασμού και εξαπάτησης του. Ο Εναγόμενος 2 με τη σειρά του προβαίνει σε μια λεπτομερή αναφορά των γεγονότων σχετικά με αυτή την συμφωνία. Συνοπτικά, ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος 2 παραχώρησε την κατοχή της κατοικίας στους υιούς του Ενάγοντος πριν καν πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό και έπεισαν την Εναγομένη 1 να προβεί και σε επιπρόσθετες εργασίες, πάντοτε με τη διαβεβαίωση πως είχαν όλα τα απαραίτητα έγγραφα και ήταν σε θέση να φέρουν άμεσα τα χρήματα για πληρωμή του τιμήματος πώλησης και των εργασιών. Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι τελικώς όχι μόνο δεν κατεβλήθη οποιοδήποτε ποσό αλλά με δόλιο τρόπο κατάφεραν να εγγράψουν την κατοικία στο όνομα τους, παρουσιάζοντας στην Επαρχιακή Διοίκηση τραπεζική επιταγή για €150.000 με δικαιούχο την Εναγομένη 1 έναντι του τιμήματος πώλησης, ενώ ουδέποτε παρουσιάστηκε τέτοια επιταγή στον Εναγόμενο 2 ή πληρώθηκε προς όφελος της Εναγομένης
- Σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2, η επιταγή ήταν πλαστή και μάλιστα ο Ενάγων προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία για παρουσίαση στην Επαρχιακή Διοίκηση της εν λόγω επιταγής από τον Εναγόμενο 2 η οποία (καταγγελία) όμως μετά από διερεύνηση δεν προχώρησε με οποιονδήποτε τρόπο. Εξ ου και ο Εναγόμενος 2 αποδίδει στον Ενάγοντα απόκρυψη τόσο της καταγγελίας όσο και της καταχώρισης και της Αγωγής υπ΄ αρ. 2131/20 εναντίον των υιών του Ενάγοντος για την εν λόγω συμφωνία πώλησης, κάτι το οποίο δεν ευσταθεί για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω. Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται επίσης πως στα πλαίσια της Αγωγής ένας εκ των Εναγομένων σε ένορκη του δήλωση ισχυρίστηκε ότι πλήρωσε το ποσό των €270.000 σε μετρητά και προς τούτο ο Εναγόμενος 2 απέστειλε επιστολή ημ. 8.4.21 στη ΜΟΚΑΣ, Τεκμήριο
- Παρόλο που η προαναφερόμενη συμφωνία δεν αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση διαδικασίας και για την οποία εκκρεμούν άλλες δικαστικές διαδικασίες, για σκοπούς της παρούσας το Δικαστήριο περιορίζεται να αναφέρει πως ενώ ο Ενάγων προβαίνει σε μια γενική αναφορά στην εν λόγω συμφωνία, στην καταχώριση της ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης και στους λόγους καταχώρισης της, ο Εναγόμενος 2 δίδει μια πληρέστερη περιγραφή η οποία τείνει να καταδείξει πως σχετικά με την εν λόγω συμφωνία αυτός πρώτος ήγειρε δικαστικές διαδικασίες εναντίον των υιών του Ενάγοντος και αποτάθηκε στη ΜΟΚΑΣ για το ζήτημα εμμένοντας στη θέση πως ουδέποτε εισέπραξε οποιοδήποτε ποσό είτε για το τίμημα πώλησης είτε για τις επιπρόσθετες εργασίες ενώ οι υιοί του Ενάγοντος κατάφεραν με τον ως άνω περιγραφόμενο τρόπο την εγγραφή της κατοικίας στο όνομα τους και πως μέχρι στιγμής ο Εναγόμενος 2 δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε υπόθεση εναντίον του κατόπιν της καταγγελίας του Ενάγοντος εναντίον του για την επιταγή. Όσον αφορά την επίδικη συμφωνία πώλησης του ακινήτου, και πάλι οι δύο πλευρές παρουσιάζουν διαφορετική εκδοχή ως προς τα γεγονότα και τις συνθήκες σύναψης αυτής και έκδοσης των αποδείξεων. Ο Ενάγων ισχυρίζεται πως περί τα τέλη Οκτωβρίου 2017 γνώρισε τον Εναγόμενο 3 ο οποίος του συστήθηκε ως δικηγόρος με εμπειρία στην πολιτογράφηση αλλοδαπών μέσω του πολυδιαφημιζόμενου επενδυτικού προγράμματος στην Κύπρο και με πολύ ισχυρές διασυνδέσεις με πολιτικά πρόσωπα και ο Ενάγων αποφάσισε να συνεργαστεί μαζί του για την απόκτηση Κυπριακής ιθαγένειας μέσω του προγράμματος. Για τη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του σχετικού νόμου και την προώθηση και επίσπευση της διαδικασίας ο Εναγόμενος 3 συνέστησε στον Ενάγοντα ότι έπρεπε να προβεί σε περαιτέρω αγορές ακίνητης ιδιοκτησίας και του πρότεινε να αγοράσει μια μεγάλη έκταση γης με σκοπό τη δημιουργία φωτοβολταϊκού πάρκου. Έτσι ο Ενάγων αποτάθηκε εκ νέου στον Εναγόμενο 2 ο οποίος του υπέδειξε ένα μεγάλο αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας της Εναγομένης 1 το οποίο ήταν κατάλληλο για ανέγερση μεγάλου φωτοβολταϊκού πάρκου. Συμφώνησαν στην πώληση του έναντι του ποσού των €506.000 το οποίο, σύμφωνα πάντα με τον Ενάγοντα, ο Εναγόμενος 2 ζήτησε να πληρωθεί σε μετρητά. Αφού ο Ενάγων έλαβε διαβεβαίωση από τον Εναγόμενο 3 ότι η αγορά ακινήτου σε μετρητά δεν επηρέαζε τη διαδικασία πολιτογράφησης του, ο Ενάγων πλήρωσε το εν λόγω ποσό σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ τέλη Νοεμβρίου του 2017 και 5 Φεβρουαρίου 2018 και ο Εναγόμενος 2 εξέδιδε αποδείξεις πληρωμής με διαφορετικές ημερομηνίες και για διάρκεια τριών ετών για σκοπούς μειωμένης καταβολής φόρου. Όπως δεσμεύτηκε, κατά την εξόφληση του ποσού ο Εναγόμενος 2 εξέδωσε στον Ενάγοντα πιστοποιημένη εξοφλητική δήλωση και ανέλαβε τη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του Ενάγοντος. Την ίδια μέρα ο Ενάγων υπέγραψε ένα έγγραφο στα Ελληνικά το οποίο ο Εναγόμενος 2 του παρουσίασε ως πληρεξούσιο για τη μεταβίβαση και λίγες μέρες αργότερα του παρέδωσε τίτλο ιδιοκτησίας στον οποίο ο Ενάγων φέρεται ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου. Οι αποδείξεις πληρωμής, η πιστοποιημένη εξοφλητική δήλωση και ο τίτλος ιδιοκτησίας επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος ως Τεκμήρια Β-Δ αντίστοιχα. Κατόπιν απόσπασης του ποσού των €120.000, ο Εναγόμενος 3 του παρουσίασε τα πλαστά πιστοποιητικά πολιτογράφησης του τα οποία ο Ενάγων πληροφορήθηκε ότι ήταν πλαστά όταν τα έστειλε στην τράπεζα του στην Ελβετία η οποία μάλιστα προχώρησε στην απαγόρευση πρόσβασης του Ενάγοντος στους λογαριασμούς του με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις του στην Ευρώπη να αντιμετωπίζουν πρόβλημα ρευστότητας. Ο Εναγόμενος 3 του είπε πως τα πλαστά πιστοποιητικά οφείλονταν σε καλόπιστο λάθος του Υπουργείου Εσωτερικών και αφού μίλησε με τον Υπουργό Οικονομικών, τον Υπουργό Εσωτερικών και τον Εκπρόσωπο του Γραφείου του Προέδρου της Δημοκρατίας, αυτοί δεσμεύτηκαν να εγκρίνουν την αίτηση του κανονικά αν προέβαινε σε νέα αίτηση. Έτσι ο Εναγόμενος 3 του συνέστησε τον δικηγόρο κ. Χ. Σκορδή για να υποβάλει τη νέα αίτηση και ο Ενάγων ακολούθησε τη συμβουλή του. Ενώ ο Εναγόμενος 3 τον ενημέρωνε πως η αίτηση του προχωρούσε κανονικά, καταχωρίστηκε η ιδιωτική ποινική υπόθεση 6612/20 στην οποία κατά την πρώτη δικάσιμο, στις 23.10.20, ο δικηγόρος της Εναγομένης 1 κ. Γ. Κούμας ενημέρωσε τον δικηγόρο των υιών του Ενάγοντος, κ. Μ. Αποστολίδη, ότι λίγες μέρες προηγουμένως είχε λάβει επιστολή από τον κ. Χ. Σκορδή ότι αυτός εκπροσωπούσε τους κατηγορούμενους υιούς του στην ποινική υπόθεση. Εξ ου και τότε ο Ενάγων αντιλήφθηκε πως οι Εναγόμενοι 2 και 3 συνεργάζονται και συνωμοτούν προς καταδολίευση του Ενάγοντος. Ακολούθως ο Ενάγων πληροφορήθηκε ότι τελικώς ο Εναγόμενος 3 ήταν πρώην οδηγός διπλωμάτη και ασχολείτο με υπηρεσίες για θέματα μετανάστευσης και έτσι διαπίστωσε πως αυτός τον κοροΐδευε για να του αποσπά χρήματα. Ο Ενάγων επισκέφθηκε το Υπουργείο Εσωτερικών όπου του επιβεβαίωσαν ότι τα πλαστά πιστοποιητικά δεν αφορούσαν λάθος του Υπουργείου αλλά ήταν προϊόν πλαστογραφίας, ότι για πρώτη φορά καταχωρίστηκε αίτηση από το γραφείο Σκορδής & Στεφάνου το 2019 και ότι υπήρξαν και άλλες καταγγελίες εναντίον του Εναγομένου 3 για απόσπαση χρημάτων από αλλοδαπούς χρησιμοποιώντας τα ονόματα υψηλόβαθμών λειτουργών του Υπουργείου. Ακολούθως ο Ενάγων προέβη σε προφορική καταγγελία στην Αστυνομία και μετέβη ξανά στο Υπουργείο για εξέταση της αίτησης του. Κατά τη διάρκεια υπόδειξης των εγγράφων στον φάκελο της αίτησης του για να επιβεβαιωθεί ή μη η γνησιότητα τους, ο Ενάγων διαπίστωσε ένα σχέδιο ανάπτυξης κτηνοτροφικής μονάδας συνημμένο στον τίτλο ιδιοκτησίας στο οποίο αναγραφόταν το όνομα μιας εταιρείας και του Εναγομένου 3, ενώ θα έπρεπε να υπήρχε σχέδιο ανάπτυξης φωτοβολταϊκού πάρκου. Εκεί έγινε αντιληπτό ότι ο τίτλος είχε περίεργη γραμματοσειρά και πιθανόν να μην ήταν γνήσιος. Στις 11.3.21 ο Ενάγων μετέβη στο ΤΑΕ Λευκωσίας όπου έδωσε λεπτομερή μακροσκελή κατάθεση και εκεί πληροφορήθηκε ότι από προκαταρκτική εξέταση ο τίτλος ήταν ανυπόστατος. Ο Ενάγων εξασφάλισε πιστοποιητικό έρευνας από το Κτηματολόγιο ημ. 31.3.21, Τεκμήριο Η, στο οποίο δεν φαίνεται να υπάρχει τέτοιο ακίνητο στο όνομα του. Ο Εναγόμενος 2 αρνείται ότι είναι εργολάβος, ως ισχυρίζεται ο Ενάγων, και επισυνάπτει πιστοποιητικό Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Τεκμήριο 1, στο οποίο αναφέρεται ότι είναι γεωργός. Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι κατά τη συνεργασία του με τον Ενάγοντα, ουδέποτε γνώριζε για την πρόθεση του να αιτηθεί την πολιτογράφηση του στην Κύπρο και δεν γνώριζε ούτε είχε ποτέ επαφή με τον Εναγόμενο 3 παρά μόνο όταν του τον σύστησε ο Ενάγων ως τον σύμβουλο του χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις. Δηλώνει άγνοια για την ιδιότητα του Εναγομένου 3 και αναφέρει ότι ο ίδιος ουδέποτε έδωσε έγγραφα σε αυτόν παρά μόνο στον ίδιο τον Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι, όπως αναφέρεται και στην Αγωγή 2131/20, κατόπιν πληροφόρησης από τους υιούς του Ενάγοντος πως ενδιαφέρονταν να φέρουν μεγάλα ποσά από το εξωτερικό στην Κύπρο με σκοπό την επένδυση σε ακίνητα και πως λόγω περιορισμών στο τραπεζικό σύστημα της χώρας όπου βρίσκονταν τα χρήματα θα έπρεπε να παρουσιάσουν κάποια έγγραφα για τη μεταφορά τους, ο Εναγόμενος 2 τους είπε ότι ο ίδιος, η οικογένεια και η εταιρεία του έχουν ακίνητη περιουσία και τους υπέδειξε ένα αγρόκτημα στο Μαζωτό, αξίας πέραν του €1εκ. Σε καθημερινή και στενή επαφή μεταξύ τους οι υιοί του Ενάγοντος τον διαβεβαίωναν πως η διαδικασία μεταφοράς των χρημάτων είχε ξεκινήσει. Κατά τον Μάρτιο του 2018 του ανέφεραν ότι υπήρξε όρος από την τράπεζα του εξωτερικού να αποδείξουν ότι είχαν εγγεγραμμένη κατοικία στο όνομα τους στην Κύπρο εξ ου και προέβησαν στην πώληση της διώροφης κατοικίας για την οποία γίνεται αναφορά ανωτέρω. Αναφορικά με την πώληση του τεμαχίου, ο Ενάγων υποσχόταν πως η διαδικασία μεταφοράς των χρημάτων είχε σκοντάψει και θα έπρεπε να αποδείξει ότι είχε αγοράσει γη, έτσι ο Εναγόμενος 2 στηριζόμενος στις παραστάσεις του ενέδωσε και συμφώνησε να εκδώσει τις αποδείξεις την ίδια μέρα και με ψεύτικες ημερομηνίες, ως η παράκληση του Ενάγοντος, χωρίς όμως ποτέ να λάβει οποιοδήποτε ποσό. Ο Εναγόμενος αρνείται ότι ο ίδιος έγραφε διαφορετικές ημερομηνίες υποδεικνύοντας τον συνεχόμενο αύξοντα αριθμό των αποδείξεων και πως ουδέποτε είχε θέμα με τον Φόρο. Με τον ίδιο τρόπο ο Ενάγων απέσπασε από τον ίδιο και την εξοφλητική απόδειξη, σημειώνοντας ότι οι αποδείξεις αφορούν το συνολικό ποσό των €471.000 και όχι €506.
- Αρνείται ότι ζήτησε από τον Ενάγοντα να υπογράψει πληρεξούσιο, το οποίο εν πάση περιπτώσει για να ήταν έγκυρο θα έπρεπε να είχε υπογραφεί ενώπιον πιστοποιούντος υπαλλήλου ή κοινοτάρχη και ουδεμία σχέση ή γνώση έχει αναφορικά με τον τίτλο, Τεκμήριο 3, καθότι ο ίδιος παρέδωσε στον Ενάγοντα τον τίτλο με την Εναγομένη 1 ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια, Τεκμήριο
- Ο Εναγόμενος 2 θεωρεί ότι ενδεχομένως ο τίτλος, Τεκμήριο 3, να προήλθε από τον Εναγόμενο 3 και αναφέρει ότι στις 17.2.19 είχε συνάντηση με τον Ενάγοντα, στην παρουσία της συζύγου και των δύο του θυγατέρων, κατά την οποία ο Ενάγων υποστήριξε πως έδωσε τα έγγραφα αγοράς του αγροκτήματος στην τράπεζα και αναμένει τις ενέργειες της τελευταίας, πως τα χρήματα του δεσμεύτηκαν στην Ελβετία και πως γι΄ αυτό προέβη σε δικαστικές διαδικασίες εκεί. Επανέλαβε την αβεβαιότητα για το πότε θα έρχονταν τα χρήματα, επιβεβαιώνοντας έτσι τις θέσεις του Εναγομένου 2 πως ουδέποτε πλήρωσε χρήματα. Το περιεχόμενο της συνάντησης αυτής επιβεβαιώνεται και από ένορκη δήλωση της θυγατέρας του Εναγομένου 2, Κ. Αργυρού, Τεκμήριο
- Σύμφωνα με νομική συμβουλή από τον δικηγόρο του, ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι για σκοπούς πολιτογράφησης η αγορά οποιασδήποτε επένδυσης θα πρέπει να γίνει μέσω τράπεζας, κάτι το οποίο, κατά τον ίδιο, καταδεικνύει το ψευδές των ισχυρισμών του Ενάγοντος. Τέλος ο Εναγόμενος 2 αναφέρει πως δεν έλαβε μέτρα για την ακύρωση των αποδείξεων καθότι δεν πίστευε ότι ο Ενάγων θα ενεργούσε στη βάση αυτών και πως θα αξιώσει με ανταπαίτηση την ακύρωση τους. Με βάση τους ισχυρισμούς και των δύο πλευρών, και χωρίς στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγηση και ή τελικά συμπεράσματα επί των γεγονότων, αποτελεί κοινό έδαφος η σύναψη της συμφωνίας πώλησης του αγροκτήματος, η έκδοση των αποδείξεων πληρωμής και η έκδοση της εξοφλητικής απόδειξης. Διαφαίνεται επίσης ότι οι αποδείξεις πληρωμής αφορούν το συνολικό ποσό των €471.000 ενώ η εξοφλητική απόδειξη το ποσό των €506.000, χωρίς ο Ενάγων να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση γι΄ αυτή τη διαφορά. Αντιθέτως η θέση του πως για κάθε πληρωμή λάμβανε και απόδειξη, έστω και με άλλη ημερομηνία, και πως στο τέλος έλαβε απόδειξη για την πληρωμή όλου του καταβληθέντος ποσού δεν φαίνεται να συνάδει με την απόδειξη εξόφλησης η οποία μιλά για είσπραξη ποσού €506.
- Επιπλέον, παρά την ύπαρξη των εν λόγω αποδείξεων στις οποίες αναγράφεται η καταβολή των εκεί αναφερόμενων ποσών, εντούτοις μετά την άρνηση του Εναγομένου 2 περί του αληθούς του περιεχόμενου τους, ο Ενάγων δεν αντέκρουσε με οποιονδήποτε τρόπο αυτόν τον ισχυρισμό, όπως π.χ. με την προσκόμιση αποδεικτικών για την απόσυρση των ανάλογων ποσών ούτως ώστε να διαφανεί αφενός η διάθεση αυτών των ποσών με σκοπό την πληρωμή στον Εναγόμενο 2 και αφετέρου η ημερομηνία απόσυρσης τους και να καταδειχθεί ενδεχομένως η ημερομηνία πληρωμής τους σε συνάρτηση με την ημερομηνία των αποδείξεων. Παρόλο που το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας, εντούτοις ενόψει της άρνησης από την πλευρά των Εναγομένων 1 και 2 της καταβολής των ποσών, ο Ενάγων δεν παρουσίασε οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία η οποία να τείνει να καταδείξει ότι κατέβαλε τα ποσά και μάλιστα δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για τη διαφορά μεταξύ των ποσών των αποδείξεων πληρωμής και της απόδειξης εξόφλησης. Ο ισχυρισμός του πως για κάθε πληρωμή λάμβανε απόδειξη φαίνεται να μην συμφωνεί με τις ίδιες τις αποδείξεις που παρουσίασε, καθότι στις 5.2.18 με την πληρωμή του ποσού των €6.000 φαίνεται να πλήρωσε μικρότερο ποσό από τις €506.000 για τις οποίες εκδόθηκε η απόδειξη εξόφλησης. Ο Ενάγων ισχυρίζεται πως ο Εναγόμενος 2 του παρουσίασε πληρεξούσιο προς υπογραφή και ακολούθως τον τίτλο, Τεκμήριο Δ, ενώ ο Εναγόμενος 2 δηλώνει ότι ουδέποτε έδωσε τέτοιο πληρεξούσιο στον Ενάγοντα και του παρέδωσε τον τίτλο, Τεκμήριο
- Κατ΄ αρχάς δεν φαίνεται να προκύπτει μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας του Ενάγοντος πως η καταγγελία για τον τίτλο ιδιοκτησίας οδήγησε μέχρι στιγμής σε οποιαδήποτε διαδικασία ή καταχώριση ποινικής υπόθεσης εναντίον του Εναγομένου
- Είναι δε αξιοσημείωτο ότι ο Ενάγων αναφέρει πως κατόπιν έρευνας στο Κτηματολόγιο Λεμεσού, διαφαίνεται ότι δεν υπάρχει τέτοιο ακίνητο ενώ ο τίτλος τον οποίο παρουσίασε ο Εναγόμενος 2 τείνει να υποστηρίξει την ύπαρξη αυτού του ακινήτου. Είναι δε εμφανές από μια σύγκριση των δύο τίτλων ότι στο μέρος όπου αναγράφονται ο αριθμός και το όνομα του ιδιοκτήτη, έχει αναγραφεί άλλος αριθμός και όνομα ιδιοκτήτη με άλλη γραμματοσειρά και άλλη αξία, όπως άλλωστε αναγνωρίζουν τόσο ο Ενάγων όσο και ο Εναγόμενος 2, στοιχεία τα οποία εύλογα προκαλούν αμφιβολία περί της γνησιότητας του τίτλου. Επιπλέον, ο Ενάγων δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να τείνει να καταδείξει την όποια σύνδεση, σχέση, γνωριμία, συνάντηση ή συνεννόηση του Εναγομένου 3 με τον Εναγόμενο 2, αλλά αντιθέτως παρουσιάζει τα γεγονότα διαχωρίζοντας τους πλήρως και μάλιστα χωρίς οποιαδήποτε αναφορά ή εμπλοκή του Εναγομένου 2 στη διαδικασία πολιτογράφησης του. Βασικά ο Ενάγων περιορίζεται σε μια απλή πεποίθηση του περί τούτου, η οποία όμως δεν φαίνεται να υποστηρίζεται από ίχνος μαρτυρίας. Συγκεκριμένα ο Ενάγων ισχυρίζεται πως εξ όσων γνωρίζει και πιστεύει οι πληρωμές για την αγορά του αγροκτήματος και η σχετική συμφωνία πώλησης του ήταν εξ αρχής εις γνώση του Εναγομένου 3, χωρίς όμως να παρουσιάζεται οποιαδήποτε μαρτυρία που να τείνει να υποστηρίξει αυτή τη θέση. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως ο Ενάγων επιβεβαιώνει τη θέση πως ο Εναγόμενος 2 του έδωσε τον τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου και αυτός με τη σειρά του τον παρέδωσε στον Εναγόμενο 3, χωρίς να διαφαίνεται η οποιαδήποτε σχέση ή ανταλλαγή εγγράφων μεταξύ των δύο αυτών Εναγομένων. Επίσης ο Ενάγων αναφέρει ότι για πρώτη φορά αντιλήφθηκε τη συνεργασία - συνωμοσία μεταξύ των Εναγομένων 1-3 με βάση τα όσα του μετέφερε ο δικηγόρος του κ. Αποστολίδης ότι του είπε ο κ. Κούμας. Ο Εναγόμενος 2 εκφράζει άγνοια για το τι ακριβώς λέχθηκε κατά την εν λόγω ημερομηνία στο Δικαστήριο τονίζοντας ότι προωθεί κανονικά την υπόθεση και επιζητεί την καταδίκη των εκεί κατηγορουμένων. Ο ισχυρισμός του Ενάγοντος παραμένει παντελώς γενικός, αόριστος και ατεκμηρίωτος και δεν είναι ικανός να καταδείξει την όποια συνεργασία μεταξύ των τριών Εναγομένων. Ακόμα και η αναφορά του Ενάγοντος στον δικηγόρο κ. Σκορδή παραμένει ασαφής και δεν τείνει να καταδείξει την όποια σχέση του με τους Εναγόμενους 1 και 2, την οποία εν πάση περιπτώσει ρητώς αρνείται ο Εναγόμενος
- Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θεωρεί πως ο Ενάγων παρουσιάζει γενική και ατεκμηρίωτη μαρτυρία ως προς την όποια σύνδεση του Εναγομένου 2 με τον Εναγόμενο 3 και προβάλλει μια απλή πεποίθηση η οποία δεν υποστηρίζεται από ίχνος μαρτυρίας, ούτως ώστε να μην έχει τεθεί το απαραίτητο υπόβαθρο μαρτυρίας ως προς την υποστήριξη αυτών. Σαφώς η μαρτυρία προς απόδειξη της Αγωγής θα προσκομιστεί κατά την ακρόαση και θα τύχει αξιολόγησης για σκοπούς κατάληξης σε τελικά ευρήματα, πλην όμως αυτό δεν αναιρεί την υποχρέωση παρουσίασης και σε αυτό το στάδιο εκείνης της μαρτυρίας η οποία, για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, θα ήταν ικανή να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στην προαναφερόμενη υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά. (ανωτέρω) και στο σύγγραμμα Διατάγματα, Ερωτοκρίτου και Αρτέμη
(2016), και ειδικότερα στο ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 123: «Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι πολύ ψηλό. Αναμένεται από τον ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφα του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμα του, το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει ο εναγόμενος και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του με στοιχεία που θα παραθέσει στην ένορκη του δήλωση. Όμως η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος δεν είναι αρκετή. Ταυτόχρονα θα πρέπει να παραθέσει στοιχεία ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να του παραβιάζει τα δικαιώματα του. Δεν χρειάζεται στο ενδιάμεσο στάδιο να αποδείξει το ουσιαστικό του δικαιώματος, αλλά να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης του. . αυτό δεν σημαίνει ότι η προβολή και μόνο ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία. Γι΄ αυτό και είναι επάναγκες όπως η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα από τα οποία καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται οι γενικότητες.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σχετικά παραπέμπω επίσης στην πιο πρόσφατη υπόθεση Hazelwood Investment & Finance Ltd v. Manuel κ.ά., Πολ. Έφ. Ε14/17 και Ε209/17, ημ. 16.7.19, στην οποία η δεύτερη αυτή προϋπόθεση του άρθρου 32 αναλύεται ως εξής: «Η β΄ προϋπόθεση του άρθρου 32 έχει αναλυθεί ερμηνευτικά σε μεγάλο όγκο αυθεντιών. Εκείνο που ο αιτητής οφείλει να πράξει ως προς την ικανοποίηση αυτής της προϋπόθεσης είναι να καταδείξει «σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων». Στην κλασική υπόθεση επί του θέματος Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. αναφέρθηκε: «Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στις εφεσείουσες να δείξουν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Σύμφωνα με την Odysseos (πιο πάνω), στη σελίδα 569 η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, απαιτεί από τις εφεσείουσες να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.» Είναι εδραιωμένο αλλά και κοινή γνώση πως το Δικαστήριο κατά την εξέταση ειδικά της β΄ προϋπόθεσης αποφεύγει την σε βάθος ανάλυση των επίδικων σχέσεων και δεν μπορεί να εξάγει τελικά ή δεσμευτικά συμπεράσματα επ΄ αυτών. (βλ. Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248), Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co.Ltd,
(1998)1 A.A.Δ. 1653, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd and other
(2002)1Γ A.A.Δ. 2015). Όπως σοφά ετέθη στις υποθέσεις T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D.
(1999)1 A.A.Δ. 225, δεν χρειάζεται «η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του.»» Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται ότι ο Ενάγων έχει καταφέρει να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην παρούσα Αγωγή σε σχέση με τους Εναγόμενους 1 και 2 αναφορικά με την πώληση του ακινήτου και δη ότι αυτή προωθήθηκε στα πλαίσια συνωμοσίας και εξαπάτησης του από αυτούς οι οποίοι να ενεργούσαν από κοινού με τον Εναγόμενο
- Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ως προς την αποτυχία του Ενάγοντος να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης του και καλή βάση αγωγής καθορίζει και την πορεία της Αίτησης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης και τα άλλα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα. Ανεξαρτήτως όμως της πιο πάνω κατάληξης και για σκοπούς πληρότητας, το Δικαστήριο αναφέρει ότι ούτε και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 ικανοποιείται στην προκειμένη περίπτωση. Και τούτο καθότι αφενός η αναφορά του Ενάγοντος για πιθανότητα αποξένωσης της περιουσίας και πάλι παρέμεινε στη σφαίρα της γενικότητας, αοριστίας, απλής πεποίθησης και χωρίς τεκμηρίωση. Ο Ενάγων αναφέρεται σε συμβουλή του δικηγόρου του περί δυνατότητας και πρόθεσης των Εναγομένων 1 και 2 για πώληση της περιουσίας τους, προσθέτοντας στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση πως αυτή (η πώληση) είναι πιθανή λόγω της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, καθότι η Εναγομένη 1 ασχολείται με την αγοραπωλησία ακινήτων. Αυτή η αναφορά είναι παντελώς γενική και αόριστη και δεν τείνει να καταδείξει την όποια πρόθεση, και δη άμεση, πώλησης της περιουσίας τους. Επιπλέον, ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι είναι γεωργός, όπως διαφαίνεται από τη δήλωση των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, και δεν προτίθεται να πωλήσει την περιουσία εγγεγραμμένη στο όνομα του. Η αναφορά του Ενάγοντος στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση για την κατοχή από τον Εναγόμενο 2 ενός ακινήτου στο Μαζωτό του οποίου είναι συνιδιοκτήτης και έχει προς πώληση εφόσον το πρόσφερε και στον Ενάγοντα το 2018 αξίας πέραν των €12 εκ., και πάλι παραμένει γενική και αόριστη ως προς την πρόθεση πώλησης της, ειδικότερα εφόσον από το 2018 μέχρι και σήμερα αυτό εξακολουθεί να βρίσκεται εγγεγραμμένο στον Εναγόμενο
- Η ίδια διαπίστωση ισχύει και για την αναφορά του Ενάγοντος πως ο Εναγόμενος 2 δραστηριοποιείται στον τομέα της εκμετάλλευσης και ανάπτυξης ακινήτων μέσω και της εταιρείας Αργυρού & Υιός, όπως φαίνεται στο πιστοποιητικό, Τεκμήριο Θ, και επομένως δύναται να μεταφέρει την περιουσία του στην εν λόγω εταιρεία. Πρόκειται για μια ατεκμηρίωτη εικασία καθώς επίσης και ένα γενικό και αόριστο ισχυρισμό τον οποίο εν πάση περιπτώσει ο Εναγόμενος 2 αρνείται, λέγοντας ότι εκ των πραγμάτων είναι αδύνατη η μεταβίβαση καθότι θα πρέπει να καταβληθούν φόροι και μεταβιβαστικά τα οποία δεν έχει σκοπό και λόγο να πράξει. Ως εκ τούτου, ακόμα και σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε καταλήξει ότι πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 και η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, και πάλι θα κατέληγε αφενός ότι δεν υπάρχει ορατός και άμεσος κίνδυνος αποξένωσης της περιουσίας των Εναγομένων 1 και 2 και αφετέρου ότι η αξία της περιουσίας του Εναγομένου 2 είναι ικανή να αποζημιώσει τον Ενάγοντα σε περίπτωση επιτυχίας της απαίτησης του. Όπως διαφαίνεται από το πιστοποιητικό έρευνας ημ. 17.5.21 το οποίο ο Εναγόμενος 2 παρουσιάζει ως Τεκμήριο 6, ο Εναγόμενος 2 είναι ιδιοκτήτης αρκετής περιουσίας η οποία μάλιστα φαίνεται να συνδέεται με τραπεζικά και συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα τα οποία κατονομάζονται είτε ως «δανειστές» είτε ως «αιτητές» με την καταχώριση memo περιορίζοντας έτσι ενδεχομένως την όποια πώληση ή αποξένωση. Επομένως, το Δικαστήριο θεωρεί πως ο Ενάγων δεν κατάφερε να καταδείξει σοβαρή και άμεση πιθανότητα αποξένωσης της περιουσίας των Εναγομένων 1 και 2, αλλά αντίθετα πως η αξία της περιουσίας του Εναγομένου 2 είναι ικανή να αποζημιώσει τον Ενάγοντα σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ του. Χρήσιμη παραπομπή γι΄ αυτή την τρίτη προϋπόθεση γίνεται στην υπόθεση Hazelwood Investment & Finance Ltd v. Manuel κ.ά. (ανωτέρω), στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στη Poltava Petroleum Co. ν. Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1301 τονίστηκε ότι εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η όποια επιβάρυνση, εφόσον συντελεστούν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί. Ο κίνδυνος αποξένωσης ήταν υπαρκτός ώστε εντέλει να υφίσταται η αδυναμία ή δυσκολία απονομής δικαιοσύνης και το επιχείρημα της φερεγγυότητας δεν μπορεί να αποσυνδεθεί με την ευκολία αποξένωσης.» Είναι επίσης άξιον απορίας γιατί το διάταγμα να περιορίζεται στην αξία του ποσού των €506.000 για την Εναγομένη 1 και να παραμένει απεριόριστο για τον Εναγόμενο 2 εφόσον τους αποδίδεται ο ίδιος ρόλος και συμμετοχή μέσα από τις αξιώσεις και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντος. Τέλος, προβάλλεται επίσης ως λόγος ένστασης πως δεν έχει καταδειχθεί το κατ΄ επείγον στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Αναφορικά με το ζήτημα, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του Εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» Χρήσιμη καθοδήγηση ως προς θέμα του επείγοντος προσφέρει επίσης η πρόσφατη υπόθεση CJSC "TV Company Stream" κ.ά. v. Content Union S.A., Πολ. Έφ. Ε34/18 (σχ. με Ε35/18), ημ. 8.4.21. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, από τη στιγμή που η αναφορά του Ενάγοντος για πιθανότητα και πρόθεση μεταβίβασης της περιουσίας των Εναγομένων 1 και 2 ήταν γενική, αόριστη και ατεκμηρίωτη, τότε το Δικαστήριο καταλήγει πως δεν συνέτρεχε ούτε και το στοιχείο του κατ΄ επείγοντος στην έκδοση των διαταγμάτων. Επομένως, εκτός από τη μη ικανοποίηση της δεύτερης και της τρίτης προϋπόθεσης, το Δικαστήριο θα ακύρωνε τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα και στη βάση του ότι δεν είχε καταδειχθεί το επείγον στην έκδοση αυτών και δη με δραστικές συνέπειες στον Εναγόμενο 2 εφόσον παγοποιείτο ολόκληρη η περιουσία του. Πριν την κατάληξη του Δικαστηρίου, κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως το αίτημα του Εναγομένου 2 μέσω της ένορκης του δήλωσης για τη διαβίβαση του φακέλου της παρούσας στον Γενικό Εισαγγελέα για «τις δέουσες ενέργειες αναφορικά με τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων» δεν κρίνεται δικαιολογημένο καθότι αφενός οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν ήδη προβεί σε δικαστικά μέτρα, μέσω ποινικής και αστικής διαδικασίας, εναντίον των υιών του Ενάγοντος και επομένως δύνανται να προβούν και σε μέτρα και ή καταγγελία εναντίον του Ενάγοντος, την οποία μέχρι στιγμής φαίνεται πως δεν επιθυμούσαν να πράξουν και αφετέρου ο Ενάγων έχει ήδη προβεί σε καταγγελία και έδωσε κατάθεση στο ΤΑΕ Λευκωσίας εναντίον όλων των Εναγομένων για τα επίδικα γεγονότα στα πλαίσια της οποίας προφανώς και θα εξεταστούν οι ισχυρισμοί και των δύο πλευρών από την Αστυνομία η οποία αναμένεται να λάβει τα δέοντα μέτρα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, το Δικαστήριο καταλήγει πως η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα προσωρινά διατάγματα ημ. 7.4.21 ακυρώνονται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον του Ενάγοντος - Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Κ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο