← Κύπρος

Αρχιμανδρίτη Χαρίτωνα Μαχαιριώτη, αποβιώσαντα ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Γεν. Αίτηση: 59 /2019, 8/10/2021

Αρχιμανδρίτη Χαρίτωνα Μαχαιριώτη, αποβιώσαντα ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Γεν. Αίτηση: 59 /2019, 8/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A140 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. Γεν. Αίτηση: 59 /2019 Σε ότι αφορά το άρθρο 53 του Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου (Κεφ. 189) Σε ότι αφορά την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ με έδρα τη Λευκωσία, οδός Στασίνου 51, Στρόβολος Τ. Θ. 21472, 1599, Λευκωσία, Κύπρος Μεταξύ: Αρχιμανδρίτη Χαρίτωνα Μαχαιριώτη, αποβιώσαντα, δια των διαχεριστών της περιουσίας του, XXXXX Νικολάου από την XXXXX και XXXXX Κακούσια από την XXXXX Αιτητή -και- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ με έδρα τη Λευκωσία, οδός Στασίνου 51, Στρόβολος Τ. Θ. 21472, 1599, Λευκωσία, Κύπρος Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 8 Οκτωβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κα Χ'' Κωνσταντή Μ, για Γ. Φ. Πιττάτζη ΔΕΠΕ Για Καθ΄ ων η αίτηση: κα Γ. Στυλιανού, για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση αντεξέτασης ημερ. 24.6.2021) Εισαγωγή - Η Κυρίως Αίτηση Με την κυρίως αίτηση που καταχωρήθηκε στις 26/11/2019 οι αιτητές αιτούνται από το Δικαστήριο: Α. Διάταγμα ή και οδηγίες του Δικαστηρίου διατάττον τους Καθ' ων η Αίτηση να προσκομίσουν στον Αιτητή και το Δικαστήριο λεπτομέρειες ή και καταστάσεις του λογαριασμού υπ' αριθμόν XXXXX0298 ή και οποιουδήποτε λογαριασμού του αποβιώσαντα Αρχιμανδρίτη Χαρίτωνα Μαχαιριώτη ή και όλων των λογαριασμών που είχε ο αποβιώσας, Αρχιμανδρίτης Χαρίτων Μαχαιριώτης, στην πρώην Λαϊκή Τράπεζα. Β. Διάταγμα ή και οδηγίες του Δικαστηρίου διατάττον τους Καθ' ων η Αίτηση να προσκομίσουν στον Αιτητή και το Δικαστήριο λεπτομέρειες ή και τραπεζικά βιβλία με τα οποία να επεξηγούν σε ποιον λογαριασμό της πρώην Λαϊκής Τράπεζας που διατηρούσε ο αποβιώσας Αρχιμανδρίτης Χαρίτων Μαχαιριώτης κατατέθηκε η τραπεζική επιταγή της Alpha Bank Cyprus Ltd ημερ. 04/02/2011 με αρ. XXXXX5442 ύψους €729.900 και πώς κινήθηκε ο λογαριασμός αυτός μετά την κατάθεση της εν λόγω επιταγής. Η κυρίως αίτηση υποβάλλεται από τους διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος και στηρίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 53 του Κεφ. 189[1]. Θέση των αιτητών ως προκύπτει από την Ε/Δ που συνοδεύει την κυρίως αίτηση είναι ότι ο αποβιώσας διατηρούσε λογαριασμούς στην πρώην Λαϊκή Τράπεζα οι οποίοι μεταφέρθηκαν στους καθ' ων η αίτηση το 2013 μετά την κατάρρευση της Λαϊκής Τράπεζας. Επίσης προκύπτει από τις θέσεις των αιτητών, ότι κατά ή περί την 04/02/2011 η Alpha Bank Cyprus Ltd εξέδωσε τραπεζική επιταγή με αρ. XXXXX42 για το ποσό των €729.800 προς όφελος του αποβιώσαντα η οποία κατατέθηκε την ίδια μέρα στην Λαϊκή Τράπεζα (βλ. Τεκμήριο 1) και πιο συγκεκριμένα σε κάποιο λογαριασμό με αρ. XXXXX0298 ή και κάποιον άλλο αριθμό. Ως οι αιτητές περαιτέρω διατείνονται, έχουν ζητήσει στοιχεία του λογαριασμού αυτού και δεν τους έχουν δοθεί, ενώ το Τμήμα Φορολογίας με επιστολή του ημερ. 19/10/2018 απαιτεί από τους διαχεριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα, να προσκομίσουν στοιχεία του εν λόγω λογαριασμού στον οποίο κατατέθηκε η επιταγή (βλ. Τεκμήριο 2). Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην κυρίως αίτηση με την οποία στην ουσία προβάλλουν τη θέση ότι με βάση το Διάταγμα ημερ. 29/3/2013 του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας (βλ. Τεκμήριο 1) καθορίζονται ρητά ποιες εργασίες πωλήθηκαν από την Λαϊκή Τράπεζα στους καθ' ων η αίτηση εξου και το Διάταγμα αναφέρεται ως το "Περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ". Από έλεγχο στον οποίο προέβησαν στα αρχεία δεν εντοπίστηκε ο λογαριασμός XXXXX0298 ή άλλος λογαριασμός και ο λόγος έγκειται στο γεγονός ότι δεν συμπεριλαμβάνεται στις εργασίες που μεταφέρθηκαν από τους καθ' ων η αίτηση δυνάμει του διατάγματος Τεκμήριο 1. Επομένως καταλήγει η ομνύουσα δεν κατέχουν τις αιτούμενες πληροφορίες εξ ου και η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η υπό εξέταση αίτηση Μετά την καταχώρηση της ένστασης από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση, οι αιτητές κατάχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν την αντεξέταση της ομνύουσας για τους καθ' ων η αίτηση για τα πιο κάτω ζητήματα, αντεξέταση η οποία ως αναφέρεται στην Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση είναι αναγκαία για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης: (α) Ποιοι λογαριασμοί της πρώην Λαϊκής Τράπεζας που μεταφέρθηκαν στους Καθ' ων η Αίτηση ή και ποιοι λογαριασμοί δεν μεταφέρθηκαν. (β) Από ποιους λογαριασμούς της πρώην Λαϊκής Τράπεζας που μεταφέρθηκαν στους Καθ' ων η Αίτηση, αν και ποιους λογαριασμούς είχε ο αποβιωσαντος Αρχιμανδρίτης Χαρίτωνας Μαχαιριώτης. (γ) Κατά πόσο οι Καθ' ων η Αίτηση επικοινώνησαν με τον διαχειριστή της πρώην Λαϊκής Τράπεζας αναφορικά με τους λογαριασμούς που είχε ο αποβιώσαντας. Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση και στην υπό κρίση αίτηση με την οποία στην ουσία υποστηρίζουν ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντεξέτασης είναι αχρείαστη, ενώ παράλληλα ισχυρίζονται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του, ότι όλο το απαραίτητο υλικό είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και ότι με την τυχόν έκδοση του παραβιάζεται ο κανόνας της δίκαιης δίκης εντός ευλόγου χρόνου. Η Διαδικασία Οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε αγορεύσεις, στα πλαίσια των οποίων υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με αναφορά στη σχετική νομολογία και νομοθεσία. Σημειώνεται δε περαιτέρω ότι κατά το στάδιο των αγορεύσεων η συνήγορος των αιτητών διευκρίνισε ότι επιθυμεί να ανεξετάσει σε σχέση με τις παραγράφους 3,4,5 και 6 της Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση. Όπως υποστηρίζει η συνήγορος των αιτητών με την γραπτή της αγόρευση, στα πλαίσια της αίτησης διαχείρησης του αποβιώσαντα το Τμήμα Φορολογίας απαιτεί από τους διαχειριστές της περιουσίας του να παρουσιάσουν στοιχεία του λογαριασμού που κατατέθηκε η εν λόγω τραπεζική επιταγή και είναι απαραίτητο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα καθότι μόνο με τα ερωτήματα που επιθυμούν να θέσουν οι αιτητές στην ομνύουσα μπορεί να διευκρινιστούν ουσιώδη ζητήματα και να μην βρεθούν οι αιτητές εκτεθειμένοι έναντι της αρμόδιας αρχής που ζήτησε τα στοιχεία. Υποστηρίζει ότι οι αιτητές έλαβαν όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας και δεν δίδουν αυτές τις λεπτομέρειες. Σημειώνεται δε παρενθετικά ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν υπάρχει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση ούτε και την υπό εξέταση. Ως περαιτέρω η συνήγορος των αιτητών αναφέρει πρόκειται για ειδική περίσταση, καθ' ότι ο δικαιούχος της επιταγής απεβίωσε και οι κληρονόμοι και διαχειριστές της περιουσίας του είναι αναγκασμένοι να ξεδιαλύνουν την κατάσταση και να λογοδοτήσουν στις αρμόδιες υπηρεσίες και δεν υπάρχει άλλο αρμόδιο άτομο που να είναι ενήμερο και ή να μπορεί να διευκρινίσει οποιαδήποτε πληροφορία επί του προκειμένου πλην των καθ' ων η αίτηση. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι η μαρτυρία που περιέχεται στην ένσταση των καθ' ων η αίτηση στην κυρίως αίτηση είναι αντιφατική καθιστώντας έτσι την σκοπούμενη αντεξέταση επιβεβλημένη. Συγκεκριμένα επισημαίνει ότι "... μέσα από το Τεκμήριο 1 που επεσύναψε η ομνύουσα διαφαίνονται ξεκάθαροι όροι ότι το αποκτών πρόσωπο (Καθ' ων η Αίτηση) αντιμετωπίζεται ως το ίδιο πρόσωπο με τη Λαϊκή Τράπεζα σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία, τίτλους, δικαιώματα και υποχρεώσις που μεταβιβάζονται και υποκαθιστά τη Λαϊκή Τράπεζα για οποιαδήποτε νομική ή άλλη εργασία που σχετίζεται με τίτλους περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις και ότι το αποκτών πρόσωπο (Καθ' ων η Αίτηση) και η Λαϊκή Τράπεζα συνεργάζονται για την ανταλλαγή πληροφοριών και την παροχή της απαραίτητης υποστήριξης. Η ομνύουσα ωστόσο προβάλλει αντίθετους ισχυρισμούς οι οποίοι χρήζουν αντεξέτασης." Υποστηρίζει δε περαιτέρω ότι με δεδομένη την καθυστέρηση στην καταχώρηση της ένστασης στην κυρίως αίτηση από τους καθ' ων η αίτηση, οι τελευταίοι κωλύονται από του να αιτούνται την απόρριψη της αίτησης στη βάση του ότι θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Επίσης απορρίπτει τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι τα ερωτήματα έχουν απαντηθεί με την Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση και περαιτέρω τονίζει ότι τα θέματα επί των οποίων σκοπείται η αντεξέταση είναι συγκεκριμένα και σε καμία περίπτωση δεν επιχειρούν οι αιτητές να διεξαγάγουν μια μικρή δίκη, η δε αντεξέταση όπως υποστηρίζει είναι επιβεβλημένη καθ' ότι θα εξυπηρετήσει τις ανάγκες της διαδικασίας. Η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση με την αγόρευση της στην ουσία επαναλαμβάνει και αναπτύσσει τους λόγους ένστασης και αιτείται την απόρριψη της αίτησης ως αβάσιμης, καταχρηστικής, αχρείαστης και εκτρέπουσας τη διαδικασία προκαλώντας αχρείαστη καθυστέρηση. Νομική Πτυχή Όπως ήδη λέχθηκε η κυρίως αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 53 του Κεφ. 189 το εδάφιο 1 του οποίoυ παρατέθηκε ανωτέρω και το οποίο ρητώς προνοεί ότι η διαδικασία στη βάση του εν λόγω άρθρου άρχεται με εναρκτήρια κλήση (originating summons). Σύμφωνα δε με τα εδάφια 2 και 3 του άρθρου 53:

(2)Οι ∆ιαδικαστικοί Κανονισµοί που ισχύουν εκάστοτε, οι οποίοι αφορούν εναρκτήριες κλήσεις (originating summons) εφαρµόζονται σε κάθε διαδικασία δυνάµει του άρθρου αυτού.
(3)Αιτήσεις δυνάµει του άρθρου αυτού δύνανται να ακούονται και να αποφασίζονται όχι ενώπιον ακροατηρίου (in chambers). Στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς εντοπίζεται η Δ.55 που διέπει το ζήτημα των εναρκτήριων κλήσεων. Στην Πολ. Αίτηση 15/19 ημερ. 6/2/2019 Αναφορικά με την Αίτηση της Χατζηιωσήφ Ζαπίτης & Ασπρίδης Λτδ, γίνεται αναφορά στην έννοια του «Originating Summons», το οποίο παραπέμπει, ως αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση, στη Δ.55. Η εμβέλεια η φύση και ο τρόπος εφαρμογής της εναρκτήριας κλήσης αναλύθηκε στα πλαίσια της Πολ. ECLI:CY:AD:2017:D295, Αίτησης 115/17 ημερ. 15/9/2017, Αναφορικά με την Αίτηση των Junport International Ltd[2], από το Δ. Ναθαναήλ όπως ήταν τότε ως ακολούθως: «Η εναρκτήρια κλήση δικονομικά προσφέρεται στη βάση του μηχανισμού που οριοθετεί η Δ.55 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Έχει τις καταβολές της στη δικαιοδοσία του Chancery και περιοριζόταν, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην υπόθεση InreBusfield
(1886)32 Ch. D. 123, στις απλές υποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων για τη διαχείριση της προσωπικής περιουσίας αποβιώσαντος. Στην πορεία βεβαίως του χρόνου το πεδίο της διευρύνθηκε ώστε να καλύπτει και την εκτέλεση διαθηκών και εμπιστευμάτων. Η ουσιώδης διαφορά μεταξύ εναρκτήριας κλήσης και κλητηρίου εντάλματος είναι ότι στο κλητήριο ένταλμα υπάρχουν έγγραφες προτάσεις, ενώ στην εναρκτήρια κλήση η διαδικασία λαμβάνει χώρα στο γραφείο του Δικαστή και δεν υπάρχουν δικόγραφα. Πρόκειται, σύμφωνα με την υπόθεση InreFawsitt 30 Ch. D. 231, για πολιτική διαδικασία που αρχίζει κατά τρόπο άλλο από το γνωστό κλητήριο ένταλμα και θεωρείται «αγωγή» εντός της έννοιας της, αλλά δεν εξισώνεται η εναρκτήρια κλήση με το κλητήριο ένταλμα. Σύμφωναμε τον Odgers' Principles of Pleading and Practice 2η έκδοση σελ. 314 κ.ε., η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ως το κύριο μέσο διαδικασίας όταν η διαφορά σχετίζεται με την ερμηνεία εγγράφου ή νομοθετήματος ή εξαντλείται σε απόφαση επί αμιγούς νομικού σημείου. Η χρήση της εναρκτήριας κλήσης ενδείκνυται λόγω της απλότητας και ταχύτητας της, αλλά και εκ του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν δικόγραφα και, κατά κανόνα, ούτε μάρτυρες. Χρησιμοποιείται όπου δεν υπάρχει αμφισβήτηση γεγονότων και μάλιστα θεωρείται ότι αποτελεί λανθασμένο τρόπο έναρξης διαδικασίας όπου τα γεγονότα είναι υπό αμφισβήτηση ή πιθανό να τεθούν υπό αμφισβήτηση. Στην απόφαση του το κατώτερο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην εμβέλεια της Δ.55 με αναφορά σε νομολογία, (In re E-Philippou Ltd v. Littner Hampton Ltd
(1984)1 C.L.R. 716 και Consortia Estates Ltd v. Fregata Holdings Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 387/2011, ημερ. 17.10.2014), θεωρώντας ότι θα πρέπει για τη χρήση του δικονομικού αυτού μέτρου να υπάρχει ειδική πρόνοια. Κατά το Δικαστήριο, η ίδια η Δ.55 θ. 1 προνοεί πότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυτή η διαδικασία, ενώ η χρήση της καθίσταται επιβεβλημένη και όταν ρητώς μνημονεύεται σε νομοθετική διάταξη, όπως τα άρθρα 53 και 54 του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου Κεφ. 189. Είναι πρόδηλο ότι η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ρητά όπου επιδιώκεται αυτό που η ίδια η Δ.55 προδιαγράφει, δηλαδή, η ερμηνεία εγγράφου, τύπου «deed», διαθήκης ή άλλου γραπτού κειμένου στη βάση των οποίων πρόσωπο είναι, κατ΄ ισχυρισμόν, ενδιαφερόμενο. Οι τύποι αρ. 50 και 51 που μνημονεύονται στο θ. 1 της Διαταγής, περιορίζουν ακριβώς τη χρήση της εναρκτήριας κλήσης σε θέματα που προκύπτουν από διαχείριση (τύπος 50), ή, από ζητήματα προκύπτοντα από εμπιστεύματα προερχόμενα από διαθήκη (τύπος 51). Κατά παρόμοιο τρόπο, στην περίπτωση του Κεφ. 189, προβλέπεται η εναρκτήρια κλήση προς επίλυση διαφορών που προκύπτουν από τη διαχείριση και τον καθορισμό των δικαιωμάτων οποιουδήποτε προσώπου. Δεν αποκλείεται όμως η χρήση της εναρκτήριας κλήσης και σε άλλες κατάλληλες περιπτώσεις, εφόσον με την εισαγωγική πρόνοια της Δ.1, η εναρκτήρια κλήση («originatingsummons»), σημαίνει κάθε κλήση εκτός από κλήση σε υφιστάμενη διαδικασία ή ζήτημα. Όπως αναφέρεται στον Odgers' σελ. 314, εκτός και όπου προσδιορίζεται από νομοθέτημα ότι μια διαδικασία μπορεί να αρχίσει με κλητήριο ένταλμα, τότε η διαδικασία μπορεί να αρχίσει είτε με κλητήριο είτε με εναρκτήρια κλήση στην επιλογή του ενάγοντα. Υπό τον περιορισμό όμως της γενικότερης εμβέλειας ως προς την καταλληλότητα του δικονομικού μέτρου της εναρκτήριας κλήσης ως εξηγήθηκε πιο πάνω. Έστω λοιπόν και αν ο κάθετος τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε το κατώτερο Δικαστήριο τις περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται η χρήση εναρκτήριας κλήσης δεν ήταν δόκιμος, εν τούτοις, μπορούσε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, όπως και έπραξε, για να παραμερίσει το μέσο το οποίο χρησιμοποιήθηκε από τους καταθέτες. Έδωσε γι΄ αυτό ικανοποιητικούς λόγους που βασίζονται ορθά στο δεδομένο ότι οι ίδιοι οι καταθέτες δεν στήριξαν την εναρκτήρια κλήση τους σε κάποιο νομοθετικό ή δικονομικό θεσμό που επιτρέπει για την επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς τη χρήση της εναρκτήριας κλήσης. Άλλωστε οι ίδιοι εισηγούνται στην αίτηση τους ότι επέλεξαν εκείνο που θεωρούσαν το προσφορότερο μέσο για την περίπτωση. Όμως η έκταση των γεγονότων που παρατίθενται εκατέρωθεν από τους διαδίκους δηλαδή τους καταθέτες αφενός και τον ειδικό διαχειριστή της τράπεζας αφετέρου, είναι τέτοια που παραπέμπει σε ιδιαίτερα περίπλοκα δεδομένα και πολύ αμφίβολο είναι αν είναι όλα παραδεκτά ή κατά το πλείστο μέρος τους... ... Τα πιο πάνω αναφέρονται απλώς ως δείγματα του εύρους της διαφοράς που υφίσταται μεταξύ των διαδίκων και του γεγονότος ότι ενδεχομένως να χρειασθεί μαρτυρία προς αποσαφήνιση γεγονότων ούτως ώστε το κατώτερο Δικαστήριο εύλογα να είχε καταγράψει τη θέση ότι δεν εναπόκειτο στους καταθέτες να επιλέξουν κατά βούληση το δικονομικό μέτρο που οι ίδιοι θεωρούσαν πρόσφορο. Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο κατά το θ. 4 της Δ.55 μπορεί να κρίνει ότι η ενώπιον του διαφορά δεν πρέπει να τύχει εξέτασης με τη μέθοδο της εναρκτήριας κλήσης.Η περιπλοκότητα της υπόθεσης φανερώνεται από το ογκώδες υλικό το οποίο έχει ήδη παρουσιασθεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο πλαίσιο της υπό κρίσης αίτησης και των πλείστων όσων λεπτομερειών που αναφέρονται σε αυτό. Στην υπόθεση Παναγιώτα Χρίστου Βρόντη κ.ά. ν. Μιχαήλ Βασιλείου ως Εκτελεστή Διαθήκης, Εναρκτήρια Κλήση αρ. 182/88, ημερ. 25.10.1989, του τότε Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, επί απλής σχετικά υποθέσεως στη βάση του άρθρου 53 του Κεφ. 189, διατάχθηκε ο παραμερισμός της εναρκτήριας κλήσης για εκείνο το μέρος της θεραπείας που ενδέχετο να χρειασθεί μαρτυρία.» Από τα πιο πάνω προκύπτει πως η διαδικασία της εναρκτήριας κλήσης που προνοείται στη Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (originating summons) αποτελεί ένα άλλο είδος διαδικασίας προς επιδίωξη θεραπείας, η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί όπου υπάρχει ειδική πρόνοια προς τούτο σε νόμο ή κανονισμό, αλλά δεν αποκλείεται η χρήση της και σε άλλες κατάλληλες περιπτώσεις, όπως αναδεικνύεται από την ως άνω νομολογία. Σημειώνω βεβαίως πως δεν εξετάζω στο στάδιο αυτό εάν η αίτηση είναι νομότυπα καταχωρημένη, εφόσον δεν προσφέρεται η παρούσα διαδικασία για τέτοιου είδους συζήτηση. Σύμφωνα δε με τη Δ.55 Θ. 3 η εναρκτήρια κλήση θα πρέπει να συνοδεύεται από τέτοια μαρτυρία όπως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπον. Σαφώς αυτή η μαρτυρία δύναται να είναι υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων, όπως άλλωστε επισημαίνεται στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Χατζηιωσήφ, Ζαπίτης & Ασπρίδης Πολ. Αίτηση 15/19 ημερ. 6/2/2019 όπου λέχθηκαν τα εξής σε σχέση με την Δ.55: "Η τελευταία έχει αναφορά και συναρτάται προς τα όσα εκεί προνοούνται ως προσδιοριστικά της εμβέλειας της, ήτοι την έκδοση δηλωτικής απόφασης («declaration on Originating Summons»), ζητήματα που προκύπτουν από την ερμηνεία εγγράφων, διαθήκης ή άλλου γραπτού συμβολαίου. Η Δ.55 προσφέρεται, όπως είναι νομολογημένο, όταν ανακύπτει νομικό ζήτημα ερμηνείας βάσει ενόρκων δηλώσεων επί μαρτυρίας ως το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει, (Mikis + Markos Sideris Holdings Ltd ν. Χρίστου Τριανταφυλλίδη Διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Φάνης Σιδέρη κ.ά., ECLI:CY:AD:2019:A14, Πολ. Έφ. αρ. 21/2013, ημερ. 23.1.2019)". (η υπογράμμιση είναι δική μου) Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχουν ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν και από τις δύο πλευρές και το ζήτημα που εγείρεται είναι εάν θα πρέπει να επιτραπεί στην πλευρά των αιτητών, να αντεξετάσουν την ομνύουσα για τους καθ' ων η αίτηση στη βάση των λόγων που επικαλούνται. Από το πλαίσιο της διαδικασίας στη βάση του άρθρου 53 όπως το έχω προδιαγράψει είναι σαφές πως η διαδικασία δεν προσφέρεται για την επίλυση διαφορών επί γεγονότων αφού ως λέχθηκε και στην Junport (ανωτέρω) η διαδικασία προσφέρεται "ως το κύριο μέσο διαδικασίας όταν η διαφορά σχετίζεται με την ερμηνεία εγγράφου ή νομοθετήματος ή εξαντλείται σε απόφαση επί αμιγούς νομικού σημείου. Η χρήση της εναρκτήριας κλήσης ενδείκνυται λόγω της απλότητας και ταχύτητας της, αλλά και εκ του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν δικόγραφα και, κατά κανόνα, ούτε μάρτυρες. Χρησιμοποιείται όπου δεν υπάρχει αμφισβήτηση γεγονότων και μάλιστα θεωρείται ότι αποτελεί λανθασμένο τρόπο έναρξης διαδικασίας όπου τα γεγονότα είναι υπό αμφισβήτηση ή πιθανό να τεθούν υπό αμφισβήτηση". Αντίστοιχη αναφορά εντοπίζεται και στην Πολ. Έφεση 232/12, Επί της Αφορώσι τον ΧΧΧ Παυλίδη v. xxx Jimmerson, ημερ. 31/1/2019, όπου λέχθηκαν τα εξής: "Σημειώνεται δε σχετικά, πως αίτηση η οποία υποβάλλεται κατ' επίκληση του άρθρου 53, πρέπει όπως προβλέπεται στο εδάφιο 1 αυτού να καταχωρείται με εναρκτήρια κλήση, η οποία κατά κανόνα χρησιμοποείται προς επίλυση νομικών διαφορών, όταν δεν υπάρχει αντιδικία ως προς τα γεγονότα" Υπό αυτό το πρίσμα θα εξετάσω το αίτημα. Αρχίζω λέγοντας ότι η αναφορά της συνηγόρου των αιτητών ότι προσδιόρισε την ανάγκη αντεξέτασης στις παραγράφους 3,4,5 και 6 που στην ουσία αποτελεί το σύνολο της ένορκης δήλωσης δεν θεωρώ ότι αποτελεί προσδιορισμό με την απαιτούμενη επάρκεια των σημείων αντεξέτασης στη βάση των όσων ισχυρίζεται, καθιστώντας την εν λόγω αναφορά της γενική και αόριστη, κατά τρόπο που θεωρώ ότι θα εκτρέψει τη διαδικασία από το ορθό της πλαίσιο. Βέβαια με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση προσδιορίζονται τρία ερωτήματα (χωρίς αναφορά ή και διασύνδεση με οιεσδήποτε παραγράφους της Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση στην κυρίως αίτηση) και τα οποία είναι: (α) Ποιοι λογαριασμοί της πρώην Λαϊκής Τράπεζας μεταφέρθηκαν στους Καθ' ων η Αίτηση ή και ποιοι λογαριασμοί δεν μεταφέρθηκαν. (β) Από τους λογαριασμούς της πρώην Λαϊκής Τράπεζας που μεταφέρθηκαν στους Καθ' ων η Αίτηση, αν και ποιους λογαριασμούς είχε ο αποβιωσαντος Αρχιμανδρίτης Χαρίτωνας Μαχαιριώτης. (γ) Κατά πόσο οι Καθ' ων η Αίτηση επικοινώνησαν με τον διαχειριστή της πρώην Λαϊκής Τράπεζας αναφορικά με τους λογαριασμούς που είχε ο αποβιώσαντας. Όσον αφορά το αίτημα της παραγράφου (α) ανωτέρω, πέραν του ότι ως ανέφερα δεν έχει διασυνδεθεί με οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, θεωρώ ότι είναι αχρείαστα ευρύ και γενικό, εφόσον δεν τίθεται θέμα να αφορά την παρούσα διαδικασία, πόσον μάλλον τους αιτητές, γενικά και αόριστα ποιοι λογαριασμοί της Λαϊκής Τράπεζας μεταφέρθηκαν στους καθ΄ ων η αίτηση. Παρέλκει δε ανάλυση περί του ότι εάν επιτραπεί αντεξέταση επί του συγκεκριμένου σημείου ασφαλώς και με μαθηματική ακρίβεια θα εκτραπεί η διαδικασία από το ορθό της πλαίσιο και ουδόλως θα εξυπηρετηθεί η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Όσον δε αφορά το (β), τούτο απαντάται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση κατά τρόπο που δεν είναι αντιληπτό γιατί πρέπει να αντεξεταστεί για το συγκεκριμένο θέμα εκ νέου η ομνύουσα για τους καθ' ων η αίτηση. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 4 αναφέρεται "Κατόπιν ελέγχου που προβήκαμε στα αρχεία δεν εντοπίστηκε ο λογαριασμός υπ' αριθμό XXXXX0298 ή άλλος λογαριασμός. Ο λόγος που δεν εντοπίζουμε αυτό τον λογαριασμό έγκειται στο γεγονός ότι δεν συμπεριλαμβάνεται στις εργασίες που μεταφέρθηκαν στους Καθ' ων η αίτηση δυνάμει του διατάγματος Τεκμήριο 1." Όσον δε αφορά το αίτημα ως η παρ. (γ) ανωτέρω σημειώνω ότι το μόνο ζήτημα που αναφέρει η ομνύουσα για τους καθ' ων η αίτηση σε σχέση με τον διαχειριστή είναι ότι οι αιτητές θα πρέπει να αποταθούν σε αυτόν για να λάβουν τις πληροφορίες που χρειάζονται, (πράγμα που οι ίδιοι δεν φαίνεται να έπραξαν ή επιχείρησαν να πράξουν), καθιστώντας έτσι μη κατανοητή την ανάγκη αντεξέτασης επί του συγκεκριμένου ζητήματος . Υπό το φως των ανωτέρω κρίνω ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί οιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Εξ άλλου ως ήδη λέχθηκε η παρούσα διαδικασία δεν προορίζεται για την επίλυση αμφισβητούμενων γεγονότων αφού ως προκύπτει και από την απόφαση στην υπόθεση Παναγιώτα Χρίστου Βρόντη κ.ά. ν. Μιχαήλ Βασιλείου ως Εκτελεστή Διαθήκης, Εναρκτήρια Κλήση αρ. 182/88, ημερ. 25.10.1989, στην οποία γίνεται αναφορά στην Junport (ανωτέρω), επί απλής σχετικά υποθέσεως στη βάση του άρθρου 53 του Κεφ. 189, διατάχθηκε ο παραμερισμός της ίδιας της εναρκτήριας κλήσης για εκείνο το μέρος της θεραπείας που ενδέχετο να χρειασθεί μαρτυρία. Συναφώς η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν βλέπω λόγο γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Συνεπώς τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. ...................................................... Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Tο εν λόγω άρθρο προβλέπει τα εξής; 53.—
(1)Προσωπικοί αντιπρόσωποι ή οποιοσδήποτε από αυτούς, πιστωτές, κληροδόχοι ή οι πλησιέστεροι συγγενείς, ή πρόσωπα που αξιώνουν µέσω των εν λόγω πιστωτών ή δικαιούχων µε εκχώρηση ή µε άλλο τρόπο, δύνανται να ζητήσουν από το ∆ικαστήριο µε εναρκτήρια κλήση (originating summons) την επίλυση, χωρίς διαχείριση της κληρονοµιάς σε ∆ικαστήριο, οποιουδήποτε από τα πιο κάτω ζητήµατα ή θέµατα: (α) οποιοδήποτε ζήτηµα που επηρεάζει τα δικαιώµατα ή τα συµφέροντα του προσώπου που αξιώνει ότι είναι πιστωτής, κληροδόχος, ο πλησιέστερος συγγενής ή εκ του νόµου κληρονόµος· (β) τη διακρίβωση οποιασδήποτε τάξης πιστωτών, κληροδόχων, πλησιέστερων συγγενών ή άλλων· (γ) την παροχή οποιωνδήποτε συγκεκριµένων λογαριασµών από τους εκτελεστές ή τους διαχειριστές και όταν είναι αναγκαίο, τα αποδεικτικά στοιχεία των εν λόγω λογαριασµών· (δ) την καταβολή στο ∆ικαστήριο οποιωνδήποτε χρηµάτων που βρίσκονται στα χέρια των εκτελεστών ή των διαχειριστών· (ε) την έκδοση διαταγών προς τους εκτελεστές ή τους διαχειριστές για να διαπράξουν ή να απέχουν από τη διάπραξη οποιασδήποτε συγκεκριµένης πράξης υπό την ιδιότητά τους ως εκτελεστών ή διαχειριστών· (στ) την έγκριση οποιασδήποτε πώλησης, αγοράς, συµβιβασµού ή άλλης συναλλαγής· (ζ) την επίλυση οποιουδήποτε ζητήµατος που προκύπτει κατά τη διαχείριση της κληρονοµιάς.
(2)Οι ∆ιαδικαστικοί Κανονισµοί που ισχύουν εκάστοτε, οι οποίοι αφορούν εναρκτήριες κλήσεις (originating summons) εφαρµόζονται σε κάθε διαδικασία δυνάµει του άρθρου αυτού.
(3)Αιτήσεις δυνάµει του άρθρου αυτού δύνανται να ακούονται και να αποφασίζονται όχι ενώπιον ακροατηρίου (in chambers) [2] Απόφαση σε αίτηση certiorari η οποία επικυρώθηκε με την ECLI:CY:AD:2018:A145, Πολ. Έφεση 321/17 ημερ. 2/4/2018. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.