← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΚΑΡΣΕΡΑ, Αγωγή αρ. 845/2018, 12/10/2021

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΚΑΡΣΕΡΑ, Αγωγή αρ. 845/2018, 12/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A141 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧIΑΚΟ ΔIΚΑΣΤΗΡIΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Αγωγή αρ. 845/2018 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Ενάγοντες -και- 1. ΚΑΡΣΕΡΑ XXXXX XXXXX 2. ΚΑΡΣΕΡΑΣ XXXXX 3.ΣΤΑΥΡΟΥ XXXXX 4.ΜΙΧΑΗΛ XXXXX 5.ΠΑΦΙΤΗΣ XXXXX 6.ΤΣΙΑΡΛΙΣΤΟΣ XXXXX (XXXXX) 7.ΚΑΠΙΤΑΝΗΣ XXXXX Εναγόμενοι Ημερομηνία: 12.10.21 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο 7/ Αιτητή: κα. Χ. Χρυσανδρέα Για Ενάγοντες / Καθ'ων η αίτηση: κα. Π. Θεοχάρη για Α. Κ. Καρά Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 2.7.2020 ο αιτητής - εναγόμενος 7 στην υπό κρίση αγωγή, αιτείται παραμερισμό της εναντίον του εκδοθείσας Δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 15.5.19. Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε ερήμην, λόγω μη καταχώρησης εκ μέρους του σχετικού σημειώματος εμφάνισης. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμούς Δ.17, Θ.10, Δ.26 Θ.14, Δ.48, Θ.1-3, 9(
  2. h)και 64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στον Νόμο 14/60 άρθρο 47, καθώς και στην σχετική Νομολογία και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η Aίτηση: Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ιδίου του αιτητή, στην οποία αναφέρονται εν συντομία τα ακόλουθα. Κατά ή περί το 2017 και πριν την καταχώριση της παρούσας αγωγής ο ίδιος αλλά και οι λοιποί εγγυητές, συνάδελφοι του, καθηγητές στο επάγγελμα, αφού λάμβαναν συνεχώς επιστολές αναφορικά με τις καθυστερήσεις που παρουσιάζονταν στο επίδικο δάνειο, αποφάσισαν όπως διορίσουν ομαδικώς τον κ. Χρήστο Πουτζιουρή, δικηγόρο, δίδοντας του σαφείς οδηγίες όπως έρθει σε επαφή με τους ενάγοντες για την εξεύρεση μίας λύσης για τον διακανονισμό της οφειλής. Προς επιβεβαίωση του διορισμού του, έκαστος εναγόμενος κατέβαλε το ποσό των €200.00, την δε εκδοθείσα υπό τον ίδιο επιταγή επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α. Η αγωγή καταχωρήθηκε την 17.7.18 αντίγραφο της οποίας έλαβε την 13.3.19. Ο ίδιος ουδέποτε είχε την οποιαδήποτε εμπλοκή με τα Δικαστήρια και ένεκα της άγνοιας του ως προς τις Δικαστικές διαδικασίες, με την παραλαβή της αγωγής προσπάθησε ανεπιτυχώς όπως επικοινωνήσει με το γραφείο του κ. Πουτζιουρή. Οι φρούδες προσπάθειες του, οδήγησαν στην προσωπική επίσκεψη του στα γραφεία του κ. Πουτζιουρή όπου και παρέδωσε την αγωγή. Εκεί υπέγραψε ένα «μπλε έντυπο» το οποίο, ως του επεξηγήθηκε θα χρησιμοποιείτο για την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης. Έκτοτε, καμία επικοινωνία δεν υπήρξε μεταξύ ιδίου και του δικηγόρου του παρά τις προσπάθειες του προς τούτο, ενώ περί τα τέλη Ιουνίου 2020 πληροφορήθηκε από έμπιστο συνεργάτη του ότι σε παρόμοιας φύσεως υποθέσεις είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον των, ως και στην παρούσα διαδίκων, εναγομένων, ερήμην τους. Με το που έλαβε αντίγραφο της εν λόγω απόφασης επισκέφθηκε το γραφείο του δικηγόρου του ο οποίος τον ενημέρωσε ότι η υπόθεση είχε εκδικαστεί χωρίς να του δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες. Την 6.7.20 προέβη σε προσωπική έρευνα στον φάκελο του Δικαστηρίου, έρευνα η οποία κατέδειξε ότι, όχι μόνο είχε εναντίον του εκδοθεί Δικαστική απόφαση, αλλά ουδέποτε είχε καταχωρηθεί το σημείωμα εμφάνισης που υπέγραψε. Μόλις το αντιλήφθηκε, έδωσε οδηγίες για καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Ο αιτητής διατείνεται ότι έχει καλή και γνήσια υπεράσπιση στην αγωγή, αφού υπάρχουν υπερχρεώσεις, ανατοκισμοί, τόκοι υπερημερίας και άλλα ποσά εξόδων επί του απαιτούμενου ποσού, για το οποίο είναι εγγυητής, με το εξ' αποφάσεως χρέος να μην αντανακλά το πραγματικά οφειλόμενο ποσό. Επιπλέον, προβάλλει θέσεις περί μη νομιμότητας των συμβολαίων χρηματοδότησης αλλά και των εγγυητηρίων. Εξ΄ όσων γνωρίζει, η πρωτοφειλέτης αλλά και οι λοιποί εγγυητές εμπλέκονται σε διαδικασία διακανονισμού μέσω του προγράμματος «ΕΣΤΙΑ», ενώ σε κανένα άλλο εγγυητή δεν έχει γίνει επίδοση της αγωγής. Ο ίδιος επιθυμεί, όπως το Δικαστήριο εγκρίνει την αίτηση του, δίδοντας του την ευκαιρία αλλά και το δικαίωμα όπως και ο ίδιος, ως και οι λοιποί εναγόμενοι εμπλακεί στην διαδικασία διακανονισμού, ενώ θα ήταν άδικο να του αποστερηθεί το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του. Η Eνσταση: Η αίτηση συνάντησε την ένσταση των εναγόντων οι οποίοι με

(14)δεκατέσσερις λόγους καλούν το Δικαστήριο όπως απορρίψει την παρούσα αίτηση. Συνοπτικά αποδιδόμενοι, οι λόγοι ένστασης επικεντρώνονται κυρίως στο αναιτιολόγητο αίτημα του εναγόμενου 7, στην καθυστέρηση και αδιαφορία που αυτός επέδειξε αναφορικά με την πορεία και έκβαση της υπόθεσης του, στην παράλειψη λήψης εγκαίρως των όποιων μέτρων για παραμερισμό της Δικαστικής απόφασης, στο γεγονός ότι καμία υπεράσπιση δεν έχει και στην θέση ότι δεν πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων. Περαιτέρω, η μη εμφάνιση στην αγωγή και η μη έγκαιρη λήψη μέτρων για ακύρωση της εναντίον του Απόφασης, ισοδυναμεί με περιφρόνηση της Δικαστικής διαδικασίας. Η ένσταση βασίζεται στην Δ.5, Δ.17, Θ3, 10, Δ.26 Θ.14, Δ.33,Θ.Θ1-4,5,6-15, Δ.40 Θ. 7, Δ.48,Θ.Θ.2(1-3),3,4
(1)
(2)5-7,8,9, Δ.57 Θ 2, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 ως και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου και στις αρχές που διέπουν την έκδοση διαταγμάτων παραμερισμού Δικαστικών αποφάσεων. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα ένσταση, φαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη της κ. XXXXX Βασιλείου, υπαλλήλου στην υπηρεσία των Εναγόντων. Η ομνύουσα αναφέρει ότι για αρκετά χρόνια ήταν τοποθετημένη στο Τμήμα Παρακολούθησης και Ανάκτησης Χρεών των Εναγόντων, ενώ από την 1.2.18 έχει μεταφερθεί στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd, ( εφεξής η «Altamira») δυνάμει σχετικής συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων μεταξύ των εναγόντων και της Altamira. Δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας η Altamira ενεργεί δια λογαριασμό των εναγόντων και έχει αναλάβει την διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων των εναγόντων, συναφών συμφωνιών εξασφαλίσεων-εγγυήσεων και συναφών θεμάτων. Μία από τις προαναφερόμενες χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις είναι και το δάνειο που αφορά η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή και οι συναφείς με αυτό εξασφαλίσεις. Τα καθήκοντα της δεν έχουν αλλάξει, με την ίδια να παραμένει μία εκ των λειτουργών που χειρίζονται τις Δικαστικές υποθέσεις των εναγόντων, ενώ είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη τόσο από τους ενάγοντες όσο και από την Altamira όπως προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Η ένορκη δήλωση της κας .Βασιλείου αποτελεί επανάληψη ουσιαστικά των λόγων ένστασης, ενώ σε αυτήν γίνεται μια χρονολογική αναδρομή ως προς τα δικονομικά διαβήματα που έλαβαν χώρα στην υπόθεση, με την ομνύουσα να αναφέρει ότι: (α) Την 17.7.18 υπήρξε η καταχώρηση της υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, (β) Την 18.7.21 αυτή επιδόθηκε στους εναγόμενους 1 και 2, πρωτοφειλέτες του δανείου με αυτούς να καταχωρούν σημείωμα εμφάνισης την 1.8.18 μέσω δικηγόρου, (γ) Την 13.3.19 η επίδοση της αγωγής ήταν επιτυχής σε ότι αφορά και τον εναγόμενο 7, (δ) Την 15.5.19 και αφού ο ίδιος δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης, εξεδόθη Δικαστική απόφαση εναντίον του. Μνεία γίνεται στο γεγονός ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε ένα χρόνο και δύο μήνες μετά την έκδοση της εν λόγω Απόφασης, με τους ενάγοντες να απορρίπτουν έκαστο ισχυρισμό του αιτητή, αφού, ως ο ίδιος παραδέχεται στην ένορκη του δήλωση, γνώριζε από το 2017 για τις προθέσεις των εναγόντων για λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον των εναγομένων, προθέσεις οι οποίες μετουσιώθηκαν σε πράξεις μέσω της επίδοσης σε αυτόν την 13.3.19 του κλητηρίου εντάλματος. Αλώστε, ως ο ίδιος αναφέρει, ο διορισμός του κ. Πουτζιουρή το 2017 ήταν προ της καταχώρησης της αγωγής, με οδηγίες όπως επικοινωνήσει με τους ενάγοντες για εξεύρεση λύσης ως προς τα οφειλόμενα προς τους ενάγοντες, ποσά. Η ομνύουσα καλεί το Δικαστήριο όπως απορρίψει την παρούσα, αφού μοναδικός σκοπός καταχώρησης της είναι η καταστρατήγηση των αρχών της δικαιοσύνης, ενώ αποτελεί προσπάθεια για αποστέρηση των εναγόντων από την είσπραξη του λαβείν τους. Νομική Πτυχή: Οι αρχές που διέπουν την εξέταση αιτήσεως για παραμερισμό μίας Δικαστικής απόφασης είναι βαθιά ριζωμένες στο δικαιίκό μας σύστημα, με το Ανώτατο Δικαστήριο να έχει προσφέρει καθοδήγηση μέσω της πλούσιας επί του ζητήματος Νομολογίας ως προς τα κριτήρια που οφείλει ένα Δικαστήριο να εξετάζει και να λαμβάνει υπόψιν κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Η παρούσα αίτηση εμπίπτει κάτω από τις πρόνοιες της Διαταγής 17 Θ.10 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών η οποία διαβάζει ως ακολούθως: Order 17: Default of Appearance 10. «Where Judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just». Στην απόφαση Iason Travel Tours Ltd v L. Passias Travel Ltd
(2013)1 A.A.Δ. 402, αναφέρθηκε ότι μόνο όταν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις, μπορεί ενδεχομένως να επιτύχει μία αίτηση παραμερισμού απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην, με το απόσπασμα να διαβάζει ως ακολούθως: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μίας αποφάσεις ο αιτητής θα πρέπει να πείσει οτι έχει μία εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από την μία την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδικού να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης». Η Κυπριακή Νομολογία (βλ. ενδεικτικά Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ ν Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λιμιτεδ
(1997)1 Α.Α.Δ.28, Ζωή Νικολαΐδου κ.α ν Hellenic Bank Public Company Π.Ε. 130/12 ημερ. 10.10.17, Αργυρού ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λιμιτεδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 229), είναι πλήρως εναρμονισμένη με την Αγγλική επί του ζητήματος Νομολογία, ως αυτή είχε καθιερωθεί μέσω της θεμελιακής Αγγλικής απόφασης Evans v Bartlam
(1973)2 All E.R.646. Μελέτη των εν λόγω αποφάσεων καταδεικνύει ότι το Δικαστήριο κατά την εξέταση μίας τέτοιας αίτησης, οφείλει όπως, απαντήσει θετικά σε δυο ουσιαστικά ερωτήματα. Πρώτον κατά πόσον έχει επαρκώς επεξηγηθεί η οποία τυχόν παρατηρηθείσα καθυστέρηση στην καταχώριση εμφάνισης και στην υποβολή αιτήματος για παραμερισμό και δεύτερον, κατά πόσο έχει διαφανεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμή υπεράσπιση στην αγωγή. Συνεπώς η ένορκη δήλωση που συνοδεύει το αίτημα θα πρέπει να κάνει αναφορά σε βάσιμους και ουσιαστικούς λόγους που να πείθουν το Δικαστήριο όπως ασκήσει της διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Σημειώνεται δε ότι δυνάμει της Νομολογίας (βλ. Τρύφωνος Τρύφων Κύπρος ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αλληλεγγύης
(2014)1 Α.Α.Δ.1080) οι δύο αυτοί παράγοντες και/ή προϋποθέσεις πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά. Το Δικαστήριο στρέφεται πρώτα στην εξέταση του κατά πόσο έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην απόφαση Καλλής ν Alpha Βank Ltd
(2002)1 (B) A.A.Δ. 793, αναφέρονται τα ακόλουθα: «...Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι τους ώμους του αιτητή». Ως ορθά εντοπίζει η συνήγορος του αιτητή, παραπέμποντας στις αποφάσεις Βύρων Τεγκεράκης, Διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή Γιάννη) ν Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ 289, το καθήκον του Δικαστή είναι να διαπιστώσει κατά πόσον έχουν τεθεί ενώπιον του τέτοια στοιχεία και γεγονότα τα οποία να καταδεικνύουν μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, ή μία λογικοφανή και συζητήσιμη υπεράσπιση. Μπορεί μεν το Δικαστήριο να μην υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Κωνσταντινίδη ν Ηισσιν?
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ.1774) όμως, αυτό δεν αναιρεί την υποχρέωση του διαδίκου που υποβάλλει αίτημα για παραμερισμό της εναντίον του εκδοθείσας Δικαστικής απόφασης όπως προβάλει μέσω της ενόρκου δηλώσεως του, θετικά γεγονότα τα οποία να καθιστούν την προβαλλόμενη υπεράσπιση, συζητήσιμη (βλ. Μαρία Λευκίδου ν Άριστου Κανναουρίδη
(1999)1(Α) Α.Α.Δ.528). Το Δικαστήριο έχει με προσοχή μελετήσει τα όσα ο αιτητής έχει καταγράψει στην παράγραφο 8 της ένορκης του δήλωσης αναφορικά με την υπεράσπιση που επιθυμεί όπως του επιτραπεί να προβάλει στην αγωγή. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την θέση του ότι οι θέσεις που προβάλλει φανερώνουν μια λογικοφανή υπεράσπιση, και/ή θέσεις που να αιτιολογούνται επαρκώς μέσω της ενόρκου δηλώσεως του. Αντιθέτως, τα όσα συνοπτικά αναφέρει στην εν λόγω παράγραφο αφορούν γενικούς και αόριστούς ισχυρισμούς αναφορικά με κατ΄ισχυρισμόν υπερχρεώσεις και/ή ανατοκισμούς στα οφειλόμενα ποσά, χωρίς όμως την οποιαδήποτε παράθεση γεγονότων ή απτών στοιχείων και/ή χωρίς την παράθεση οποιασδήποτε υποστηρικτικής προς τούτο μαρτυρίας. Ούτε οι θέσεις του ότι η αγωγή δεν έχει επιδοθεί στους λοιπούς εγγυητές- εναγόμενους ή ότι αυτοί έχουν ή πρόκειται να ενταχθούν στο πρόγραμμα «ΕΣΤΙΑ» μπορούν να φέρουν την οποιαδήποτε βαρύτητα, αφού δεν αποτελούν υπεράσπιση. Θα ανέμενε κανείς ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του περί υπερχρεώσεων θα συνοδεύονταν από σχετικό μαρτυρικό και υποστηρικτικό υλικό, ούτως ώστε να μπορεί να δοθεί μια βαρύτητα στους όποιους ισχυρισμούς του, και να υπάρχει μια εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση, ως προτάσσει η Νομολογία. Αντιφατικό ακόμη μπορεί να χαρακτηριστεί το γεγονός ότι ο αιτητής κάνει αναφορά σε διορισμό δικηγόρου για εξεύρεση λύσης με τους ενάγοντες ως προς το καθυστερημένο κατά το 2017 ποσό δανείου, προβαίνοντας έτσι εμμέσως σε μια παραδοχή ως προς την ύπαρξη και από μέρους του υποχρεώσεων, ενώ εκ των υστέρων, και δη με την παρούσα αίτηση επιθυμεί, όπως του δοθεί η δυνατότητα να εγείρει ισχυρισμούς περί ακυρότητας του εγγυητηρίου εγγράφου. Για τους πιο πάνω λόγους, το Δικαστήριο κρίνει ότι η θέση του αιτητή περί καλής και γνήσιας υπεράσπισης, δεν πείθει και απορρίπτεται. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της άλλης προϋπόθεσης,, υπενθυμίζεται ότι για να μπορέσει ένα Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης οποιασδήποτε άδειας για παραμερισμό μίας Δικαστικής απόφασης, οι υπό την Νομολογία προϋποθέσεις οφείλουν όπως συντρέχουν. Με δεδομένο συνεπώς ότι το Δικαστήριο έχει ήδη καταλήξει ότι ο αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος που έχει, στην επίδειξη μίας εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, το αποτέλεσμα της αίτησης έχει ουσιαστικά σφραγιστεί, αφού ως έχει λεχθεί στην Pechtchachanskaia κα ν. Esipovich, Π.Ε 310/2010, ημερ. 20.6.2014: «..Σειρά αποφάσεων και πάγια νομολογία έχουν εδραιώσει τα κριτήρια καθοδήγησης που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παραμερίσει απόφαση εκδοθείσα ερήμην εναγόμενου. Το βασικό κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην aγωγή, ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως για παράδειγμα η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, παρά τη σημασία τους, κατά κανόνα δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, δηλαδή την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια, ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσής του και, αφετέρου, την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. (Ανδρέας Γιάγκου κ.α. και Λουκίας Φωτίου, ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολιτική Έφεση 233/2009, ημερ. 24/1/2014)» (τονισμός δικός μου). Για σκοπούς πληρότητας όμως της παρούσας απόφασης, το Δικαστήριο επιθυμεί όπως αναφέρει τα ακόλουθα ως προς την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης και παράλειψης του αιτητή όπως εμφανιστεί στην υπόθεση. Είναι εμφανές από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση ότι ο αιτητής επιρρίπτει αποκλειστική ευθύνη, τόσο για την μη εμφάνιση του ενώπιον Δικαστηρίου όσο και για την εναντίον του εκδοθείσα Απόφαση στον τότε δικηγόρο του. Ο λόγος όμως αυτός, δεν μπορεί δυνάμει της νομολογίας του Ανώτατου Δικαστηρίου να αποτελέσει λόγο ικανό και βάσιμο προς υποστήριξη του αιτήματος του, αφού: «Ο διάδικος δεν μπορεί κατά κανόνα να προβάλλει το λάθος, την αμέλεια ή την παράλειψη του δικηγόρου του για να πετύχει την παράταση προθεσμιών η ή την αναγέννηση των δικαστικών διαδικασιών» (βλ. Βαρδιάνου ν Ε. Richards
(1998)1 A.A.Δ. 698), αφού αυτό θα αποτελούσε έναν εύσχημο τρόπο απόκλισης από τις πρόνοιες και χρονοδιαγράμματα των δικονομικών διατάξεων, η τήρηση των οποίων αποτελεί την πεμπτουσία διατήρησης της απρόσκοπτης απονομής της Δικαιοσύνης. Ως είναι γνωστό, οι δικηγόροι που εκπροσωπούν ένα διάδικο δεν τον υποκαθιστούν (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Martin Coward
(2012)1 Α.Α.Δ.149), ενώ δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι ο αιτητής είχε γνώση για την επικείμενη λήψη Δικαστικών μέτρων εναντίον του από το 2017, ότι η αγωγή του επιδόθηκε προσωπικά την 13.3.319 και ότι ο τότε δικηγόρος του είχε προβεί σε έρευνα στο φάκελο της υπόθεσης την 27.05.2019, γεγονός αυταπόδεικτο από τον φάκελο του Δικαστηρίου, με την δικαστική Απόφαση να έχει ήδη εκδοθεί εναντίον του. Ακόμη και αν οι ισχυρισμοί του αιτητή περί παντελούς έλλειψης επικοινωνίας με τον δικηγόρο του ευσταθούσαν, αυτοί δεν αναιρούν το γεγονός ότι ο ίδιος δεν έχει επιδείξει ενδιαφέρον για την υπόθεση του από το έτος 2019. Αυτό γιατί, ακόμη και αν αποδεχθεί το Δικαστήριο την θέση του αιτητή ότι ο δικηγόρος του καμία ικανοποιητική απάντηση δεν του έδωσε ως προς την πορεία της υπόθεσης του, περιοριζόμενος μόνο στην αναφορά ότι «η υπόθεση έχει εκδικαστεί», ήτοι μετά την διεξαγωγή έρευνας στον φάκελο του Δικαστηρίου, αυτό, πάλι δεν αναιρεί το γεγονός ότι καμία εξήγηση δεν δόθηκε για την επιδειχθείσα καθυστέρηση του ενός και πλέον έτους που άφησε ο εναγόμενος να περάσει χωρίς την λήψη οποιουδήποτε δικονομικού διαβήματος προς την αντίθετη κατεύθυνση. Από την στιγμή που μέχρι και την 27.05.2019 είχε εξουσιοδοτημένο εκ μέρους του δικηγόρο, ο οποίος είχε προβεί σε έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου, εντοπίζοντας την εναντίον του αιτητή Δικαστική απόφαση, και ενημερώνοντας τον περί της εκδίκασης της υπόθεσης, τότε ο δικηγόρος του ή ακόμη και ο ίδιος ο αιτητής, όφειλε όπως ενεργήσει τάχιστα με την καταχώρηση σχετικής αίτησης. Τα όσα συνεπώς αναφέρει ο αιτητής στην προκείμενη περίπτωση δεν μπορούν να αποτελέσουν εύλογο λόγο που να δικαιολογεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης αυτής, αφού σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η τόση καθυστέρηση από πλευράς εναγομένου όπως αποταθεί στην Δικαιοσύνη. Σημειώνεται παρενθετικά στο σημείο αυτό και η πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Kameneva v Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Π.Ε. 102/15 ημερ. 29.3.21, όπου επικυρώθηκε απόφαση πρωτόδικου Δικαστηρίου στην οποία είχε απορριφθεί αίτηση για παραμερισμό, μεταξύ άλλων, λόγω κακής συνεννόησης του συζύγου της εναγόμενης με τον δικηγόρο τους, αιτιολογία την οποία προέβαλε η εκεί αιτήτρια για να δικαιολογήσει την επιδειχθείσα καθυστέρηση στην καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης στην αγωγή. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο βρίσκει ότι ο αιτητής έχει επιδείξει αδιαφορία για την πορεία της υπόθεσης του. Ως έχει λεχθεί στην Χρυσοδόντας ν Ακουολογικό Κέντρο Λάρνακας Γιώργος Παναγιώτου Λτδ Π.Ε Αρ. E10/2013, απόφαση ημερομηνίας 6/6/2018: « ...............εάν ένας εναγόμενος επιδείξει αδιαφορία για την αγωγή, η οποία είναι δυνατό να θεωρηθεί μομφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου του, αποτελεί βάσιμο λόγο για την απόρριψη αιτήματος παραμερισμού απόφασης, έστω και αν έχει αποκαλύψει συζητήσιμη υπεράσπιση (βλ. Phylactou v. Michael και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη, πιο πάνω). Γνώμονας για την άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η εξισορρόπηση της ανάγκης διασφάλισης του δικαιώματος κάθε διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του από τη μια και της ανάγκης για τελεσιδικία από την άλλη.» Αντιστοίχως στην Τσεσμελόγλου ν Σοφοκλέους
(2013)1 Α.Α.Δ. 64, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Επομένως, όπως έχει κατ΄επανάληψη λεχθεί (δέστε, για παράδειγμα, Milouca Motor Trading Ltd v Κούρτης
(1997)1Α.Α.Δ. 941) η χωρίς επαρκή λόγο παράλειψη εμφάνισης αποτελεί βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού, διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγόμενου σε σχέση με τον χρόνο που ο ίδιος επιλέγει να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά». Η νομολογία αποκαλύπτει ότι για την παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης πρέπει να δίδονται ικανοποιητικοί λόγοι, όπως για παράδειγμα ότι η αγωγή δεν περιήλθε σε γνώση των εναγομένων, γεγονός που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση (βλ. Iason Travel ante). Επίσης, όμως, η άνευ επαρκώς εξηγήσεων παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης αποτελεί καλό λόγο για μη παραμερισμό, όπως στην υπόθεση Κάτια Χριστοφόρου ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 86, όπου η εκεί αιτήτρια καθυστέρησε στην καταχώρηση εμφάνισης επικαλούμενη άγνοια της δυνατότητας αυτής, θέση η οποία δεν έγινε αποδεκτή, όπως καθυστέρησε, ως αντιστοίχως και στην παρούσα περίπτωση, να λάβει μέτρα για παραμερισμό της δεόντως εκδοθείσας Δικαστικής απόφασης εναντίον του ο εναγόμενος. Έχοντας υπόψιν μου όλα τα ως άνω, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης του ενώπιον μου αιτήματος. Συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των Καθ'ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................... Μ .Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.