MARINOS KINEYIROU ESTATE AGENCIES LTD ν. Κωνσταντίνου, Αρ. Αγωγής? 805/21, 6/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A139 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιονː Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγήςː 805/21 Μεταξύ: MARINOS KINEYIROU ESTATE AGENCIES LTD, Ενάγοντες -και- XXXXX Κωνσταντίνου Εναγόμενη Ημερομηνία: 6.10.21 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/ Αιτητές: κ. Λουκαΐδης για Δρ. Α. Π. Ποιητή & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη / Καθ'ης η αίτηση: κα. Μ. Σιαθά για Σ. Ιωάννου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ημερομηνίας 25.6.21 οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον της εναγόμενης ποσό €14.875 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα, ως πληρεξούσιας αντιπροσώπου του XXXXX Χριστοφή. Αποτελεί θέση των εναγόντων ότι δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 28.7.20 μεταξύ των διαδίκων, κατά την οποία η εναγόμενη παρουσιαζόταν ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος του Δημήτρη Χριστοφή, η εναγόμενη διόρισε τους ενάγοντες ως κτηματομεσίτες με σκοπό τη εξεύρεση αγοραστή αναφορικά με το διαμέρισμα υπ΄αρ. XXXXX στο συγκρότημα με την ονομασία «XXXXX Κώρτ» στον Οδό XXXXX 4, στην Λάρνακα έναντι προμήθειας 5% πλέον ΦΠΑ, που θα καταβαλλόταν στην ενάγουσα όταν ο αγοραστής κατέβαλλε το 30% του τιμήματος. Οι ενάγοντες ήταν επιτυχείς στην πώληση του διαμερίσματος. Στο πωλητήριο έγγραφο ανεγράφετο ότι η πώληση έλαβε χώραν έναντι του τιμήματος των €250.000, η δε προμήθεια των εναγόντων ανερχόταν σε 5% πλέον ΦΠΑ πάνω στην τιμή πώλησης, ήτοι στο ποσό των €14.
- Παρά ταύτα, ούτε ο πωλητής, ούτε η εναγόμενη κατέβαλαν το όποιο ποσό προς τους ενάγοντες. Με δεδομένο ότι ο πωλητής είναι πρόσωπο το οποίο διαμένει στην αλλοδαπή, και οι ενάγοντες δεν γνωρίζουν ούτε αν έχει περιουσία στην Δημοκρατία ούτε και την διεύθυνση του στο εξωτερικό, προχώρησαν στην λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον της εναγόμενης η οποία ως ισχυρίζονται υπέχει προσωπική ευθύνη. Με την καταχώρηση της αγωγής, ακολούθησε την ίδια ημέρα αίτηση των για έκδοση Διατάγματος που να εμποδίζει την εναγόμενη από την απόσυρση οποιοδήποτε ποσού χρημάτων που βρίσκεται κατατεθειμένο στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ κατά τρόπο που να παραμένει λιγότερο ποσό από €14.875, πλέον τα έξοδα της εν παρούσας υπόθεσης πλέον ΦΠΑ. Το εκδικάζουν Δικαστήριο για τους λόγους που αποτυπώνονται στο πρακτικό του ίδιας ημερομηνίας, έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείτο το στοιχείο του κατεπείγοντος, όρος δικαιοδοτικός, η ικανοποίηση του οποίου ήταν απαραίτητη για να μπορέσει το Δικαστήριο να προχωρήσει και να εξετάσει τις γνωστές εκ του Νόμου προϋποθέσεις, του Άρθρου 32 του Ν.14/
- Η αίτηση συνεπώς ορίστηκε για επίδοση την 1.7.
- Σημειώνεται ότι την 1.7.21 ο φάκελος είχε απωλεσθεί από το Πρωτοκολλητείο, και τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου την 2.7.
- Κατά την εν λόγω ημερομηνία, και αφού το Δικαστήριο βεβαιώθηκε ότι τόσο το Κλητήριο ένταλμα, αλλά και η αίτηση είχαν επιδοθεί στην εναγόμενη προσωπικά την 25.6.21, εξέδωσε κατόπιν αιτήματος των συνηγόρων των εναγόντων το σχετικό Διάταγμα. Της έκδοσης του Διατάγματος ακολούθησε η υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 7.7.21 με την οποία οι ενάγοντες ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου όπως η εναγόμενη παραδώσει στους ενάγοντες εντός τριών
(3)ημερών από την ημέρα έκδοσης του Διατάγματος λεπτομέρειες και αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμό της με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λιμιτεδ για την περίοδο 25.6.21 μέχρι και σήμερα. Η αίτηση βασίζεται στο Αρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου καθώς και επί της Διαταγής 48 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, ως επίσης και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, ενώ συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κυρίου XXXXX Κυναιγείρου, Διευθυντή των εναγόντων. Το μόνο που καταγράφεται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη του αιτήματος είναι: «Επειδή δεν γνωρίζω τι ποσά ήταν κατατεθειμένα στον εν λόγω λογαριασμό της εναγόμενης και τι μεσολάβησε από την 25.6.21 έως σήμερα, είναι δίκαιο το Δικαστήριο να διατάξει όπως μας δοθούν λεπτομέρειες και κατάσταση λογαριασμού της εναγόμενης από την περίοδο 25.6.21 μέχρι και σήμερα (particulars in aid of injunction)». Η αίτηση συνάντησε την ένσταση της εναγόμενης η οποία βασίζεται στο Άρθρο 31του Περί Δικαστηρίων Νόμο, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στα άρθρα 86-91 στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Διαταγή 39 40,48 στην Νομολογία καθώς επίσης στη Διακριτική Εξουσία και Γενικές Εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι 12 λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως ακολούθως. Η αιτήτρια δεν έχει επιδείξει την ύπαρξη καλού λόγου για την έγκριση του Διατάγματος, η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, άνευ αντικειμένου, ελλιπής, ενώ πάσχει νομικά αφού η αιτούμενη θεραπεία δεν δύναται να έχει αναδρομική ισχύ, με το Δικαστήριο να μην έχει την εξουσία όπως εκδώσει Διάταγμα αναφορικά με την περίοδο μεταξύ 25.6.21 και 2.7.21, αλλά μόνο από την 2.7.21 και εντεύθεν, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε το Διάταγμα. Η ένορκη δήλωση της εναγόμενης αποτελεί ουσιαστικά μια επανάληψη των λόγων ένστασης, καλώντας το Δικαστήριο όπως απορρίψει την παρούσα αίτηση ως νομικά και πραγματικά αβάσιμη με έξοδα εις βάρος των αιτητών. Αμφότεροι συνήγοροι παρουσιάστηκαν την 22.9.21 ενώπιον του Δικαστηρίου παραδίδοντας τις γραπτές τους αγορεύσεις επί της αιτήσεως. Η κα. Σιαθά επανέλαβε και προφορικώς την θέση της ότι το αίτημα των αντιδίκων της θα μπορούσε να ικανοποιηθεί χωρίς ένσταση από την εναγόμενη/ πελάτιδα της, νοουμένου ότι το αίτημα των αντιδίκων της θα αφορούσε την παράδοση καταστάσεων λογαριασμών από την 2.7.21 και εντεύθεν, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε το Διάταγμα του Δικαστηρίου. Ο κ. Λουκαΐδης απέρριψε την θέση αυτή, δηλώνοντας ότι η άρνηση της εναγομένης όπως παραδώσει καταστάσεις από την 25.6.21, ημερομηνία κατά την οποία επιδόθηκε στην εναγόμενη η αίτηση (μετά τις οδηγίες του Δικαστηρίου για επίδοση) και το κλητήριο, εγείρει υποψίες, ενισχύοντας την θέση των εναγόντων ότι η εναγόμενη αποξένωσε τα όποια χρηματικά ποσά είχε στην κατοχή της. Μόνο η έκδοση του παρόντος διατάγματος ανέφερε ο κύριος Λουκαΐδης θα μπορέσει να καταστήσει το πρώτο διάταγμα αποτελεσματικό. Στο White Book 2021, Volume 2, Section 15 (Interim Remedies) παράγραφος 15-74, αναφέρονται τα εξής: «For the purpose of rendering a freezing injunction effective (before judgment as well as after judgment), the court may make orders requiring the defendant
(1)to make a statement disclosing his assets,
(2)to give disclosure of documents, and
(3)to provide information. Such orders can assist
(1)in determining the existence, nature and location of assets,
(2)in clarifying questions of title concerning assets, and
(3)in identifying third parties to whom notice of the injunction should be given for the purpose of ensuring that they do not advertently or inadvertently assist the defendant in the removal or disposal of assets». Αντιστοίχως, στην παράγραφο 15-75 αναφέρονται τα εξής: «Where the claimant has established the existence of assets within the jurisdiction (being assets over which the claimant makes no proprietary claim), or at least established that it is highly probable that such assets exist, the court normally adds to a pre-judgment freezing order a disclosure order requiring the defendant to disclose to the claimant the precise form and whereabouts of his assets for the purpose of making it more difficult for the defendant surreptitiously to disobey the restraining order and to enable notice to be given to third parties who might have custody of the assets so as to bind them to the injunction; without such power it would be difficult, if not impossible, to operate the freezing injunction jurisdiction properly (A.J. Bekhor & Co Ltd v Bilton [1981] Q.B. 923; [1981] 2 All E.R. 565, CA, A v C (Note) [1981] Q.B. 956; [1980] 2 All E.R. 347; see also Z Ltd v A-Z and AA-LL [1982] 1 Q.B. 558; sub nom. Z Ltd v A [1982] 1 All E.R. 556, CA, and Campbell Mussells v Thompson
(1984)8 L.S.Gaz. 2140, CA). The jurisdiction to attach such an order is inherent in the Senior Courts Act 1981 s.37
(1)and the example form of order annexed to PD 25A (Interim Injunctions) contains such a provision» (τονισμός δικός μου). Το ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να εκδώσει διατάγματα όπως το αιτούμενο αναγνωρίσθηκε στην A. J. Bekhor & Co. Ltd. v Bilton [1981] QB 923 (CA), όπου ο Λόρδος Ackner, ανέφερε: «In so far as Mr. Stamler contends that there is inherent jurisdiction in the court to make effective the remedies that it grants, this seems to me merely another way of submitting that, where the power exists to grant the remedy, there must also be inherent in that power the power to make ancillary orders to make that remedy effective. This I have accepted». Το Δικαστήριο δεν διαφωνεί με τις θέσεις των εναγόντων ως αυτές προωθήσαν κατά την αγόρευση τους, ούτε και με την Νομολογία που εκεί παραθέτουν επί του προκείμενου, ήτοι επί της δυνατότητας και σύμφυτης εξουσίας που έχει το Δικαστήριο στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, Νομολογία η οποία είναι καλά γνωστή και εμπεδωμένη στο δικαικό μας σύστημα. Όμως η θέση των εναγόντων ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα από την 25.6.21, και όχι από την 2.7.21, τότε το αρχικώς εκδοθέν διάταγμα θα παραμένει ένα «ξεδοντιασμένο διάταγμα» γιατί δεν θα μπορεί να εφαρμοστεί, δεν μπορεί να βρει έρεισμα στην λογική και εξηγώ ευθύς αμέσως το σκεπτικό του Δικαστηρίου. Στο Σύγγραμμα «Injunctions» του David Bean Q.C, 8η εκδ. παρ. 7.11 εντοπίζεται η ακόλουθη, σημαντική αναφορά: «To the extent to which the assets are known or suspected to exist, these should be identified even if their value is unknown; and if it is known or suspected that they are in the hands of third parties, in particular of banks, everything should be done to define their location to the greatest possible extend. .Once an order is made it applies not only to assets in the defendant's hands at the time it was granted, but also to the which he acquires subsequently» (τονισμός δικός μου). Πουθενά δεν έχει το Δικαστήριο εντοπίσει από την έρευνα του, Νομολογία η οποία να επιτρέπει ή να υποδεικνύει στο Δικαστήριο ότι η έκδοση του παρόντος Διατάγματος θα μπορούσε να επεκταθεί προ της 2.7.21, ήτοι να αφορά και να επηρεάζει περίοδο προγενέστερη του εκδοθέντος την 2.7.21, Διατάγματος. Ως επεξηγείται και στο πιο πάνω απόσπασμα του Συγγράμματος, το Διάταγμα από την στιγμή που εκδίδεται, επηρεάζει όχι μόνο τα περιουσιακά στοιχεία ή χρήματα που είχε στην κατοχή του ο εναγόμενος κατά τον χρόνο έκδοσης αυτού, αλλά και αυτά που ενδεχομένως αποκτηθούν κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως σίγουρα, η ισχύς ενός διατάγματος δεν μπορεί να επεκταθεί προ της γένεσης αυτού. Το όποιο Διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων και πληροφοριών δεν μπορεί, παρά να αφορά την μετέπειτα της έκδοσης του αρχικού διατάγματος ημερομηνία, αφού αντίθετη πρακτική θα αποτελούσε πραγματική και ουσιαστική επέμβαση στα δικαιώματα της εναγόμενης, η οποία μπορούσε δικαιωματικά να διαχειρίζεται τα όποια ποσά χρημάτων είχε στην κατοχή της, αφού δεν υπήρχε προηγουμένως εναντίον της οποιοδήποτε απαγορευτικό διάταγμα προς τούτο. Η απλή εισαγωγή της αίτησης και η επίδοση της δεν ισοδυναμούσε με απαγόρευση μέχρι και την έκδοση του διατάγματος. Σιγουρότατα η αποκάλυψη εγγράφων και σχετικών πληροφοριών αποτελεί αναπόσπαστο μέρος ενός διατάγματος παγιοποίησης, αφού ενισχύει την αποτελεσματικότητα του. Είναι αντιληπτό ότι η αιτούμενη θεραπεία είναι προς βοήθεια της εφαρμογής του διατάγματος. Το επιχείρημα όμως ότι το αίτημα πρέπει να ικανοποιηθεί γιατί με το αίτημα τους οι ενάγοντες δεν ζητούν όπως η αποκάλυψη λάβει χώραν αναφορικά με έγγραφα προ της καταχώρησης της αγωγής, αλλά από την ημέρα που περιήλθε σε γνώση της Εναγόμενης η ύπαρξη της αγωγής και της αίτησης εναντίον της, δεν μπορεί να επιτύχει. Αυτό θα μπορούσε να γίνει, αν ικανοποιείτο το Δικαστήριο για την έκδοση του Διατάγματος, από την ημερομηνία έκδοσης αυτού, και όχι με αναδρομική ισχύ, αφού και γνώση να έλαβε η εναγόμενη την 25.6.21, περί ύπαρξης εναντίον της αγωγής, τίποτα στο στάδιο εκείνο, εφόσον δεν εξασφαλίστηκε εναντίον της οποιοδήποτε απαγορευτικό Διάταγμα, δεν της απαγόρευε από το να διαχειριζόταν τα χρήματα της όπως η ίδια επιθυμούσε. Επιπλέον, το επιχείρημα των εναγόντων ότι ο κίνδυνος αποξένωσης των χρημάτων της γίνεται ακόμη μεγαλύτερος τώρα που γνωρίζει η εναγόμενη ότι υπάρχει δικαστική διαδικασία εναντίον της, δεν μπορεί να επιτύχει, αφού ήδη βρίσκεται σε ισχύ το Διάταγμα ημερομηνίας 2.7.21 το οποίο της απαγορεύει όπως προβεί σε ανάληψη ή αποξένωση των οποιονδήποτε ποσών που θα άφηναν στον λογαριασμό της ποσό λιγότερο των €14.785. Συνεπώς, αν η εναγόμενη είχε στον λογαριασμό της σε οποιαδήποτε προ της 2.7.21 χρόνο ποσό χρημάτων περισσότερο των €14.785 κανένα λόγο δεν έχει το Δικαστήριο ή οι ενάγοντες επί αυτού, με δεδομένο πάντα ότι οι ενάγοντες δεν πέτυχαν την 25.6.21 την έκδοση του Διατάγματος παγιοποίησης, μονομερώς. Το να εκδώσει το Δικαστήριο διαταγή για αποκάλυψη καταστάσεων λογαριασμών ή εγγράφων προ της ημερομηνίας του εκδοθέντος διατάγματος, με σκοπό να διαπιστώσουν οι ενάγοντες αν η εναγόμενη είχε επιπλέον ή περισσότερα των €14.875 για να προβούν αργότερα σε περαιτέρω διαβήματα για ιχνηλάτηση τους τους είναι εκτός της εμβέλειας των εξουσιών του Δικαστηρίου, με την εξουσία του Δικαστηρίου να περιορίζεται στην έκδοση του Διατάγματος από την 2.7.21 και εντεύθεν. Με δεδομένο περαιτέρω ότι οι ενάγοντες δεν ζητούν διαζευκτικά την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος από την 2.7.21, και με δεδομένο ότι η εισήγηση εκ μέρους της εναγόμενης για παράδοση των εγγράφων από την προαναφερθείσα ημερομηνία απορρίφθηκε, το Δικαστήριο βρίσκει ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή από την απόρριψη της αιτήσεως. Συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται ως αβάσιμη. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ'ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................... Μ .Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο