← Κύπρος

Κολέ ν. Gordian Holdings Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 1107/2021, 29/10/2021

Κολέ ν. Gordian Holdings Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 1107/2021, 29/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A148 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΟΣ Ενώπιον: Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1107/2021 Μεταξύ: XXXXX Κολέ Ενάγων και Gordian Holdings Limited Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων ---------------------------------------------- Ημερομηνία: 29 Οκτωβρίου 2021 Εμφανίσεις: Ο ενάγων/αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως Για τους εναγόμενους /καθ' ων η αίτηση: κ. Λ. Παπαχαραλάμπους, για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. Ενδιάμεση Απόφαση (Αίτηση ημερ. 27/9/2021 για προσωρινά διατάγματα) Ο ενάγων/αιτητής την ίδια μέρα που καταχώρησε την αγωγή με τον ως άνω αριθμό και τίτλο καταχώρησε και την υπό κρίση αίτηση με την οποία αιτείται προσωρινά διατάγματα που να απαγορεύουν στους εναγόμενους/καθ' ων η αίτηση να προχωρήσουν στον πλειστηριασμό ή και πώληση των αναφερόμενων στην αίτηση ακινήτων που βαρύνονται με τις υποθήκες XXXXX/97 Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου και XXXXX/97 και XXXXX/97 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λάρνακας μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής ή μέχρι νεοτέρων οδηγιών του Δικαστηρίου. Σημειώνεται ότι η αίτηση αρχικά προωθήθηκε ως μονομερής και στη συνέχεια κατέστη δια κλήσεως, αφού δόθηκαν οδηγίες όπως επιδοθεί. Η αίτηση ως αναφέρεται στη νομική βάση αυτής στηρίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 5, 7 και 9 και στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 32, στη Δ.48 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ο αιτητής με την Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση στην ουσία υποστηρίζει πως παρόλο που ο ίδιος έχει εξοφλήσει πλήρως τις προσωπικές του οφειλές όσο και τις οφειλές της εταιρείας του οι οποίες εξασφαλίζονταν με συγκεκριμένες επίδικες υποθήκες και παρόλο που ως υποστηρίζει έχει αποδείξεις εξόφλησης και έλαβε διαβεβαιώσεις ότι οι εν λόγω υποθήκες θα αποδεσμεύονταν και του δόθηκαν πίσω και τα πρωτότυτπα των υποθηκών, εντούτοις οι καθ' ων η αίτηση παράνομα προωθούν διαδικασία εκποίησης τους με βάση το Ν. 9/

  1. Είναι η θέση του ότι με τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προχωρήσει ο πλειστηριασμός που έχει οριστεί για τις 4.11.2021 με αποτέλεσμα να πωληθούν τα επίδικα ακίνητα και να δημιουργηθεί μια "δυσκόλως ή μη αναστρέψιμη κατάσταση με ολέθριες συνέπειες για τον ίδιο ...". Οι καθ' ων η αίτηση στους οποίους επεδόθη η υπό κρίση αίτηση, αντέδρασαν καταχωρώντας ένσταση προβάλλοντας συνολικά 11 λόγους ένστασης με τους οποίους ουσιαστικά υποστηρίζουν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι η αίτηση είναι εκβιαστική και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας καθώς και ότι ο ενάγων εμποδίζεται ή κωλύεται από του να προωθεί την εν λόγω αγωγή ή και την υπό κρίση αίτηση δεδομένου του ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούν μέρος της πτωχευτικής περιουσίας και ο μόνος που μπορεί να εγείρει δικαστική διαδικασία σε σχέση με αυτά είναι ο Παραλήπτης της περιουσίας του. Οι καθ' ων η αίτηση ως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του XXXXX Παύλου που υποστηρίζει την ένσταση, δεν αποδέχονται τις θέσεις του αιτητή περί εξόφλησης και παράνομης προώθησης διαδικασίας εκποίησης των επίδικων υποθηκών και κατ' επέκταση ούτε και τη θέση ότι αποδεικνύεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας της βάσης αγωγής που προωθείται από τον αιτητή. Εν πάση περιπτώσει υποστηρίζουν ότι δεν πληρούται ούτε η τρίτη προϋπόθεση που απαιτεί το να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη-ανεπανόρθωτη ζημιά, αφού οι εναγόμενοι θα μπορούν να αποζημιώσουν κατάλληλα τον ενάγοντα σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι έχει δίκαιο στην αγωγή του, επισημαίνοντας παράλληλα πως δεν προβάλλεται ισχυρισμός περί αφερεγγυότητας των εναγομένων, οι οποίοι εν πάση περιπτώσει και με βάση τα στοιχεία που ο ίδιος ο ομνύων για τους καθ' ων η αίτηση επικαλείται στην παρ. 13 της Ε/Δ του, είναι φερέγγυοι οργανισμοί. Επίσης ο κ. Παύλου ισχυρίζεται ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και σκοπό έχει να καθυστερήσει την είσπραξη από την καθ' ης η αίτηση 1 των όσων δικαιούται. Τέλος ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας κωλύεται από του να προωθεί την παρούσα αγωγή καθώς και την υπό κρίση αίτηση, εφόσον τα υποθηκευμένα ακίνητα αποτελούν μέρος της πτωχευτικής περιουσίας του αιτητή και ως εκ τούτου ο μόνος που δικαιούται να προωθεί οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία σε σχέση με τα εν λόγω ακίνητα είναι ο παράληπτης της περιουσίας του ενάγοντα/αιτητή και όχι ο ίδιος υπό την προσωπική του ιδιότητα ακόμα και εάν έχει σήμερα αποκατασταθεί. Επισυνάπτει δε ως Τεκμήριο 18 αντίγραφο από το αρχείο Πτωχευσάντων του Τμήματος Αφερεγγυότητας, από το οποίο φαίνεται ότι ο ενάγων είχε κυρηχθεί σε πτώχευση στις 4/5/
  2. Η Διαδικασία Κατά την ακρόαση της αίτησης ο ενάγων/αιτητής χειρίστηκε προσωπικά την υπόθεση, αφότου δόθηκε άδεια στο συνήγορο του να αποσυρθεί και ο ίδιος δήλωσε πως ήταν έτοιμος να χειριστεί αυτοπροσώπως την αίτηση. Και οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε αγορεύσεις, χωρίς να προβούν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι θέσεις τους έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Αναφορά δε σε αυτές θα γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο στα πλαίσια ανάπτυξης της νομικής πτυχής της αίτησης. Νομική Πτυχή Ισχυρισμός περί κωλύματος στην προώθηση της παρούσας αγωγής/αίτησης Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης κρίνω ορθό να εξετάσω τον ισχυρισμό περί κωλύματος του αιτητή να προωθεί την αγωγή και την υπό κρίση αίτηση για το λόγο που προαναφέρθηκε. Σύμφωνα με την εισήγηση του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση το άρθρο 9

(1)του Κεφ. 5 ορίζει ότι με την έκδοση του διατάγματος πτώχευσης ο επίσημος παραλήπτης καθίσταται διαχειριστής της περιουσίας του πτωχεύσαντα ο οποίος συνεχίζει να είναι διαχειριστής της εν λόγω περιουσίας μέχρι την εκποίηση και διανομή της προς ολική ή μερική ικανοποίηση των πιστωτών. Περαιτέρω είναι η θέση του ότι με βάση το άρθρο 27Α
(4)του Κεφ. 5 ακόμα και στην περίπτωση όπου ο πτωχεύσας έχει αποκατασταθεί αυτοδικαίως η περιουσία η οποία έχει περιέλθει στην κατοχή του Επίσημου Παραλήπτη υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστή συνεχίζει να είναι στην κατοχή του για όλους τους σκοπούς του νόμου προς όφελος των πιστωτών και/ή των εγγυητών του πτωχεύσα που έχει αποκατασταθεί. Όπως δε περαιτέρω υποστηρίζει με την γραπτή του αγόρευση: "Έίναι αναντίλεκτο ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούν μέρος της πτωχευτικής περιουσίας εφόσον κατά την ημερομηνία κήρυξης του ενάγοντα σε Πτώχευση ήταν εγγεγραμμένα στο όνομα του. Συνεπώς ακόμα και εάν για χάρη συζήτησης δεχθώ τους ισχυρισμούς του ενάγοντα ότι δεν υπάρχει οφειλή προς τους εναγόμενους και ως εκ τούτου κακώς τα εν λόγω ακίνητα παραμένουν υποθηκευμένα, οι εν λόγω ισχυρισμοί θα έπρεπε να εγερθούν και να προωθηθούν είτε από τον Επίσημο Παραλήπτη είτε από τον Ενάγοντα νοουμένου ότι έχει εξασφαλίσει τη συγκατάθεση του πρώτου και λάβει κατόπιν αιτήσεως σχετική άδεια από το Δικαστήριο." Επί του συγκεκριμένου ζητήματος σημειώνω εν πρώτοις ότι από το Τεκμήριο 18 που επισυνάπτεται στην Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση και το οποίο δεν αμφισβητήθηκε, φαίνεται ότι ο αιτητής έχει κηρυχθεί σε πτώχευση στις 4/5/2012 και αποκαστάθηκε αυτοδικαίως στις 7/11/2015. Το άρθρο 27Α
(4)το οποίο επικαλείται ο συνήγορος των αιτητών προβλέπει τα εξής: "
(4)Σε περίπτωση αποκατάστασης πτωχεύσαντος δυνάµει του παρόντος άρθρου, το µη διανεµηθέν µέρος της πτωχευτικής περιουσίας παραµένει, ανάλογα µε την περίπτωση, στον Επίσηµο Παραλήπτη ή στον διαχειριστή, προς όφελος των πιστωτών ή των εγγυητών που καθίστανται µη εξασφαλισµένοι πιστωτές δυνάµει του εδαφίου
(12)του άρθρου 37Β: Νοείται ότι, µη διανεµηθέν µέρος της πτωχευτικής περιουσίας που παραµένει στη διαχείριση του Επίσηµου Παραλήπτη ή του διαχειριστή, µετά την αποπληρωµή όλων των πιστωτών και εγγυητών που καθίστανται µη εξασφαλισµένοι πιστωτές δυνάµει του εδαφίου
(12)του άρθρου 37Β, επιστρέφεται στον πτωχεύσαντα, νοουµένου ότι το κόστος της επιστροφής δεν είναι µεγαλύτερο από το πόσο που θα επιστραφεί". Στην προκειμένη περίπτωση μέσα από την παρ. 14 της Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση δεν θεωρώ ότι έχουν παρασχεθεί όλες εκείνες οι λεπτομέρειες που αφορούν τα όσα έλαβαν χώρα στα πλαίσια της πτωχευτικής διαδικασίας για να μπορεί το Δικαστήριο να οδηγηθεί, σε συνάρτηση και με τα όσα προβέλεπει το άρθρο 27Α
(4), με τη βεβαιότητα που απαιτείται στην κατάληξη που εισηγείται ο συνήγορος των εναγομένων. Συνεπώς δεν θεωρώ πως δικαιολογείται η απόρριψη της αίτησης στη βάση αυτού του λόγου. Προχωρώντας τώρα στην εξέταση της ουσίας της αίτησης σημειώνω ότι αυτή βασίζεται ουσιαστικά στο άρθρο 32 του Ν. 14/60. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 στο οποίο βασίζεται η αίτηση, έχουν καθορισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σε πλειάδα αποφάσεων και είναι πολύ καλά γνωστές[1]. Οι τρείς απαραίτητες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να καταστεί δυνατή η επιτυχής επίκληση του άρθρου 32, είναι: (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση (β) να υπάρχουν πιθανότητες οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα. Ανάλυοντας τις πιο πάνω προϋποθέσεις συνοπτικά και στη βάση πάντα της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που να είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης (βλ. Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd,
(1998)1 ΑΑΔ 1513 στη σελίδα 1516[2]). Όπως όμως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti (ανωτέρω), το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιόν του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας. (βλ. Τ. A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 802, Bacardi and Co Ltd. v. Vimco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788, Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 C.L.R. 1653, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ.ά., Πολιτική Έφεση 11156/19.10.2002) Όπως δε εμφαντικά αναφέρεται υπόθεση Τ. A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 802 από το Δ. Νικολάου: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557 κ.ά. και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά» Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, που απαιτεί το να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα, σημειώνω ότι όπως υποδεικνύεται από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η ικανοποίηση αυτής της προϋπόθεσης εξετάζεται κυρίως υπό το φως της επάρκειας των αποζημιώσεων ως θεραπεία, στη βάση των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Ως δε ξεκάθαρα σημειώνεται στην Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1(A) Α.Α.Δ. 255 στη σελίδα 258, αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο, είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Στην ίδια γραμμή με τα πιο πάνω στην υπόθεση Papapetrou Bros Ltd v. Ανδρούλας Παπαπέτρου
(2003)1Β 741, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε ενώπιον του οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ των αιτητών, υπό περιστάσεις όπου στην ένορκο δήλωση που υποστήριζε την αίτηση γινόταν αναφορά ότι, σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος οι αιτητές θα υποστούν "ανυπολόγιστες ζημιές". Όπως όμως τονίστηκε στην Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, Πολ. Εφ. Αρ. 304/2008, ημερομηνίας 21.10.2011, σύμφωνα με τη νομολογία «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Στη δε M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ 1799 αποφασίστηκε ότι η έννοια της απονομής της δικαιοσύνης δεν μπορεί να συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Στα ίδια πλαίσια την υπόθεση Κυρίσαββα v. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». Στην εν λογω υπόθεση κρίθηκε ότι η τρίτη προϋπόθεση πληρούτο στη βάση του ότι μεταξύ άλλων ο χαρακτήρας του επίδικου κτήματος θα είχε αλλοιωθεί αν αφηνόταν η οικοδομή που (που περιλάμβανε την κατασκευή πεζοδρομίων, χώρου στάθμευσης, πρέμιξ, σιδηρών πασσάλων, πρόνοια όπως ορισμένα τμήματα παραχωρηθούν και εγγραφούν ως δημόσιοι πεζόδρομοι) να τελεσφορήσει (βλ. και Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231.) Το θέμα όμως δεν τελειώνει με την εκπλήρωση των πιο πάνω προϋποθέσεων. Όπως υποδεικνύεται στην Οδυσσέως (ανωτέρω), στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, ζήτημα το οποίο κρίνεται πάντα με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152). Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η δυσχέρεια που θα προκληθεί στους διαδίκους, από την ύπαρξη ή όχι των διαταγμάτων αντιστοίχως. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 περιέχει ουσιαστικό και όχι δικονομικό δίκαιο. Τούτο προκύπτει από την υπόθεση Χάρης Φεσσάς, Αίτηση
(1990)1 Α.Α.Δ. 704, όπου υιοθετήθηκαν τα λεχθέντα στην υπόθεση Heli-Air v. Drescher
(1988)1 C.L.R. 234[3]. Το δε πρόσωπο που αιτείται την έκδοση του προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και σε περίπτωση αμφισβητούμενων γεγονότων η υποχρέωση απόδειξης τους βαρύνει τους αιτητές. (βλ. Iacovou Brothers v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) A.A.Δ. 1377). Όπως βέβαια έχει ήδη λεχθεί το Δικαστήριο σε αιτήσεις έκδοσης ή οριστικοποίησης προσωρινών διαταγμάτων περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσον ικανοποιούνται ή όχι οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και χωρίς να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης αφού αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263). Τούτων λεχθέντων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι σίγουρα κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω), αλλά σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο, θα προβεί στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο σε τελεσίδικη κρίση επί των ζητημάτων αυτών, αλλά απλώς θα περιοριστεί στη διαπίστωση της παρουσίας ή απουσίας οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. (βλ. Φαέθων Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού
(2004)1 ΑΑΔ 209). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, προχωρώ στην εξέταση των σχετικών προϋποθέσεων. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, σημειώνω πως, ό,τι απαιτείται στο στάδιο αυτό είναι η κατάδειξη απλά μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Από το κλητήριο ένταλμα, αλλά και την αγόρευση του αιτητή προκύπτει ότι η αξίωση του στηρίζεται στην παράβαση συμφωνίας, αφού ως η θέση του παρά το ότι έχει εξοφλήσει τις υποχρεώσεις του εντούτοις οι εναγόμενοι παράνομα συνεχίζουν να διατηρούν προς όφελος τους τις επίδικες υποθήκες. Έχοντας κατά νου τους σχετικούς ισχυρισμούς του αιτητή στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση καταλήγω ότι καταδεικνύεται συζητήσιμη υπόθεση και υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Προχωρώντας στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης, σημειώνω ότι ως έχει ήδη λεχθεί η πιθανότητα επιτυχίας της ουσιαστικής αξίωσης, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Σημειώνω δε ότι σε σχέση με το ζήτημα αυτό προβαίνω στην κατάληξη μου με βάση το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου, χωρίς να το αξιολογώ και χωρίς να προβαίνω σε ευρήματα για την ουσία της υπόθεσης, αλλά με σκοπό να διαπιστώσω την παρουσία ή απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηνε έκδηλα ανικανοποίητα τα κριτήρια που εφαρμόζονται στη δοσμένη περίπτωση. Πράττοντας τούτο διαπιστώνω ότι η πλευρά του αιτητή προς κατάδειξη της πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής του επικαλείται αποδείξεις τις οποίες επισυνάπτει που μαρτυρούν ως η θέση του πως εξόφλησε τις υποχρεώσεις τόσο τις δικές του όσο και της εταιρείας Kole Stockbrokers Ltd και τις οποίες εξασφάλιζαν οι επίδικες υποθήκες καθώς και το γεγονός ότι του επεστράφησαν κατόπιν εξόφλησης τα πρωτότυπα έγγραφα των εν λόγω υποθηκών και ισχυρίζεται ότι τα επίδικα ακίνητα δεν θα έπρεπε να βαρύνονται με τις επίδικες υποθήκες ούτε βεβαίως να προωθείται διαδικασία εκποίησης τους. Ως προς τις άλλες υποχρεώσεις της εταιρείας Kole Stockbrokers Ltd αναφέρει ότι έγινε δέσμευση της προσωπικής του κατάθεσης ύψους Λ.Κ.300000 για να αφαιρεθούν οι υποθήκες, εξ ου και του παραδόθηκαν τα πρωτότυπα και των τριών υποθηκών, ενώ για τις όποιες νέες πιστωτικές διευκολύνσεις προς την εν λόγω εταιρεία κατά το έτος 2000 ύψους περί τις Λ.Κ.600.000, υποστηρίζει ότι η εναγόμενη 2 έλαβε εξασφάλιση ενέχυρο σε μετοχές περί τον Ιούνιο του 2000 αξίας Λ.Κ.944.000 και παράλληλα απαίτησε και πήρε πληρεξούσιο έγγραφο μαζί με υπογεγραμμένα έγγραφα μεταβίβασης για να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εισπράξει το λαβείν της. Καταληκτικά υποστηρίζει ότι μέχρι τις 29/2/2000 είχε εξοφλήσει όλα τα δάνεια του, τόσο τα προσωπικά όσο και της εταιρεία που προαναφέρθηκε και έκλεισε όλους τους λογαριασμούς που ήταν υφιστάμενοι κατά το έτος
  1. Μετά δε τις 31/12/1999 ο ίδιος υπό την προσωπική του ιδιότητα δεν δανείστηκε κανένα ποσό, ενώ όταν η εταιρεία Kole Stockbrokers Ltd έλαβε νέα πιστωτική διευκόλυνση από την εναγόμενη 2 κατά το έτος 2000 ουδέποτε προσωπικά εγγυήθηκε την εταιρεία ούτε παρείχε ξανά ενυπόθηκη εξασφάλιση με τα επίδικα ακίνητα και τις επίδικες υποθήκες. Από την άλλη οι καθ' ων η αίτηση αρνούνται τους εν λόγω ισχυρισμούς και δίνουν τη δική τους εκδοχή επί των εν λόγω γεγονότων. Πολύ συνοπτικά αναφέρω ότι ο ομνύων για τους καθ' ων η αίτηση ισχυρίζεται ότι παραχωρήθηκε όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό (XXXXX9954) προς όφελος της εταιρείας KOLE STOCKBROKERS LTD και σε αντάλλαγμα της χορήγησης του πιο πάνω ορίου ο ενάγων ο οποίος ήταν διευθυντής και μέτοχος της εν λόγω εταιρείας συγκατατέθηκε όπως οι επίδικες υποθήκες αποτελέσουν μέρος των εξασφαλίσεων για την παροχή από την τράπεζα της εν λόγω πιστωτικής διευκόλυνσης. Περαιτέρω στην παρ. 8 της Ε/Δ που συνοδεύει την ενσταση προβάλλει τη θέση ότι οι επίδικες υποθήκες δόθηκαν και ως εξασφάλιση για την παραχώρηση προς όφελος της ίδιας εταιρείας και νέου δανείου ύψους Λ.Κ. 610.000 και παραπέμπει και επισυνάπτει τις σχετικές συμφωνίες. Επομένως αρνείται ότι οι επίδικες υποθήκες εξασφάλιζαν μόνο τις πιστωτικές διευκολύνσεις στις οποίες αναφέρεται ο ενάγων. Σίγουρα δεν προτίθεμαι να καταλήξω σε εύρημα επί της ουσίας σε σχέση με τα όσα αντιπαραβάλλονται, αλλά για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και μόνο, και λαμβάνοντας υπόψιν το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ισχυρισμών που προβάλλονται, δεν μπορώ να θεωρήσω ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλουν οι καθ' ων η αίτηση μπορούν να αναιρέσουν την πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης του ενάγοντα στη βάση των όσων ισχυρίζεται, στον περιορισμένο μάλιστα βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό. Προχωρώντας στην τρίτη προϋπόθεση που απαιτεί το να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα, σημειώνω τα εξής. Ο αιτητής βασίζει τον ισχυρισμό του περί του ότι πληρούται η σχετική προϋπόθεση στο ότι ως αναφέρει (βλ. παράγραφο 22 της Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση): " Εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα πωληθούν τα ακίνητα μου, δυνάμει του Ν. 9/65 ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα. Θα δημιουργηθεί μια δυσκόλως ή μη αναστρέψιμη κατάσταση με ολέθριες συνέπειες για εμένα ενώ εγώ έχω εξοφλήσει θα χάσω οριστικά την περιουσία μου, δηλαδή τα συγκεκριμένα ακίνητα και ως εκ τούτου δεν θα μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο μέλλον ούτε ακόμα και με την επιδίκαση αποζημιώσεων προς όφελος μου" Οι καθ' ων η αίτηση διαφωνούν με την πιο πάνω θέση του αιτητή και υποστηρίζουν ότι οποιαδήποτε τυχόν αξίωση μπορεί να αντιμετωπιστεί με την επιδίκαση στο ανάλογο στάδιο αποζημιώσεων, ενώ τονίζουν πως δεν υπάρχει ισχυρισμός περί αφερεγγυότητας των εναγομένων οι οποίοι είναι ως η θέση τους φερέγγυοι οργανισμοί και θα μπορούν να ανταποκριθούν δεόντως εάν χρειαστεί. Κατ' αρχάς η θέση του αιτητή ότι με τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα δημιουργηθεί μια δυσκόλως ή μη αναστρέψιμη κατάσταση με "ολέθριες συνέπειες" για τον ίδιο, κατ' αναλογία της σχετικής νομολογίας στην οποία παρέπεμψα πιο πάνω, δεν μπορεί αφ' εαυτής να ικανοποιήσει την τρίτη προϋπόθεση. Η δε θέση του αιτητή ότι η καταβολή αποζημιώσεων, δεν θα μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική θεραπεία δεν επεξηγείται ούτε και θεωρώ ότι υπάρχουν περιθώρια να κριθεί υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης ότι ικανοποιεί την τρίτη προϋπόθεση. Kαι τούτο αφενός λόγω της γενικότητας με την οποία προβάλλεται η σχετική τοποθέτηση του αιτητή και αφετέρου λόγω του ότι δεν προβάλλεται από πλευράς του αιτητή κανένας ισχυρισμός περί αφερεγγυότητας των καθ' ων η αίτηση και αδυναμίας τους να προβούν σε αποζημίωση αν τούτο ήθελε κριθεί αναγκαίο. Εξ άλλου η θέση του ομνύοντα για τους καθ' ων η αίτηση με την οποία ισχυρίζεται ότι οι καθ' ων η αίτηση είναι φερέγγυοι οργανισμοί για τους λόγους που αναλύει στην παρ. 13 της Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση, δεν αμφισβητήθηκε είτε μέσω αντεξέτασης είτε μέσω καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ενόψει λοιπόν της μη εκπλήρωσης της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να επεξηγήσω, έπεται πως η αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη στη βάση αυτή. Πρέπει βέβαια να λεχθεί πως η αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 5 του Κεφ.
  2. Το εν λόγω άρθρο εφαρμόζεται σε περιπτώσεις αγωγών που αφορούν χρέος ή αποζημίωση. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6[4], το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον εναγόμενο να μην αποξενώσει τόση από την ακίνητη ιδιοκτησία η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του, όση κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση με την αίτηση δεν ζητείται η δέσμευση ακίνητης περιουσίας των εναγομένων προς ικανοποίηση της αξίωσης του και επομένως θεωρώ ότι το άρθρο 5 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Επίσης ούτε το άρθρο 7 επί του οποίου επίσης βασίζεται η αίτηση σχετίζεται με το αντικείμενο της αίτησης ούτε και μπορεί να παράσχει έρεισμα για αυτήν[5]. Κατάληξη Στη βάση των πιο πάνω έπεται πως η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν βλέπω λόγο γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και συνεπώς αυτά επιδικάζονται εναντίον του αιτητή/ενάγοντα και υπέρ των καθ' ων η αίτηση εναγομένων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ..................................................... Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] (βλ. ενδεικτικά Οδυσσέως v. Πιερής Estates
(1982)1 A.A.Δ. 557, Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd
(2002)1 (B) A.A.Δ. 1361, Μαίρη Ν. Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού
(2002)1(Γ) 1980, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 Α.Α.Δ. 741 και την πρόσφατη απόφαση Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Limited, Πολιτική Έφεση 145/2011, ημερομηνίας 13/06/2013) [2] Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1516: «Ερμηνευτική των προϋποθέσεων, που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, για τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας, είναι η Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, στην οποία παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ενώ, όπως εξηγεί στην απόφαση του, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνεται αντικειμενικά, με αναφορά στη διατυπωθείσα από τον εφεσείοντα θέση στην αγωγή του, η πιθανότητα επιτυχίας μικρή έστω στο βαθμό που είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης.» [3] Αναφέρθηκαν συγκεκριμένα τα εξής:- "We have come to the conclusion that section 32 is a section of substantive law and does not prescribe any procedure. The procedure to be followed in invoking its provisions has to be sought in the Civil Procedure Law and the rules made thereunder or any other law or rules prescribing procedures covering such instances." [4] 5.—
(1)Κάθε ∆ικαστήριο, στο οποίο εκκρεµεί αγωγή για χρέος ή αποζηµίωση, δύναται, σε οποιοδηποτε χρόνο µετά την έγερση της αγωγής, να διατάξει όπως ο εναγόµενος παρεµποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο µέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραµµένη στό όνοµα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόµο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο, κατά τη γνώµη του ∆ικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα µαζί µε τα έξοδα της αγωγής. [5] Αν φαίνεται στο ∆ικαστήριο ότι διάταγµα που εκδόθηκε από αυτό δυνάµει των τριών προηγούµενων άρθρων ζητήθηκε για ανεπαρκείς λόγους, ή αν η αγωγή του ενάγοντα αποτύχει ή εκδοθεί απόφαση εναντίον του λόγω παράλειψης ή µε άλλο τρόπο, και φαίνεται στο ∆ικαστήριο ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της αγωγής, το ∆ικαστήριο δύναται, αν θεωρήσει αυτό σκόπιµο, µε αίτηση του εναγοµένου, να διατάξει τον ενάγοντα να καταβάλει στον εναγόµενο τέτοιο ποσό το οποίο ήθελε θεωρηθεί από το ∆ικαστήριο ως εύλογη αποζηµίωση αυτού για τη δαπάνη και βλάβη που προξενήθηκε σε αυτόν λόγω της εκτέλεσης του διατάγµατος. Η καταβολή αποζηµίωσης δυνάµει του άρθρου αυτού συνιστά κώλυµα για έγερση οποιασδήποτε αγωγής για αποζηµίωση σε σχέση µε οτιδήποτε έγινε κατά την επιδίωξη του διατάγµατος κάθε τέτοια αγωγή, αν άρχισε, αναστέλλεται από το ∆ικαστήριο µε τέτοιο τρόπο και µε τέτοιους όρους όπως το ∆ικαστήριο θα κρίνει δίκαιο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.