← Κύπρος

Kazakhstan Kagazy PLC κ.α. ν. Arip, Αρ. Γενικής Αίτησης: 1 / 2020, 14/10/2021

Kazakhstan Kagazy PLC κ.α. ν. Arip, Αρ. Γενικής Αίτησης: 1 / 2020, 14/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A165 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 1 / 2020 Αναφορικά με τον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22/12/2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. και Αναφορικά με την Απόφαση του Βρετανικού ‹‹High Court of Justice of England and Wales›› ημερομηνίας 08/10/2019 που εκδόθηκε από τον Mr XXXXX Jacobs στην υπόθεση CL-2013-000683, μεταξύ των

(1)Kazakhstan Kagazy PLC,
(2)Kazakhstan Kagazy JSC
(3)Prime Estate Activities Kazakhstan LLP
(4)Peak Akzhal LLP
(5)Peak Aksenger LLP ,
(6)Astana - Contract JSC
(7)Paragon Development LLP, ως Ενάγουσες -
(1)XXXXX XXXXX Zhunus αλλιώς (XXXXX XXXXX Zhunussov)
(2)XXXXX XXXXX Arip
(3)XXXXX Dikhanbayeva
(4)XXXXX Arip
(5)XXXXX Asilbekova, ως Εναγόμενες, και HARBOUR FUND III LLP ως επιπρόσθετο μέρος. και Αναφορικά με το Διάταγμα του Βρετανικού ‹‹High Court of Justice of England and Wales›› ημερομηνίας 17/10/2019 που εκδόθηκε από τον Mr XXXXX Jacobs στην υπόθεση CL-2013-000683, μεταξύ των
(1)Kazakhstan Kagazy PLC,
(2)Kazakhstan Kagazy JSC
(3)Prime Estate Activities Kazakhstan LLP
(4)Peak Akzhal LLP
(5)Peak Aksenger LLP ,
(6)Astana - Contract JSC
(7)Paragon Development LLP, ως Ενάγουσες -
(1)XXXXX XXXXX Zhunus αλλιώς (XXXXX XXXXX Zhunussov)
(2)XXXXX XXXXX Arip
(3)XXXXX Dikhanbayeva
(4)XXXXX Arip
(5)XXXXX Asilbekova, ως Εναγόμενες, και HARBOUR FUND III LLP ως επιπρόσθετο μέρος. Μεταξύ:
(1)Kazakhstan Kagazy PLC,
(2)Kazakhstan Kagazy JSC
(3)Prime Estate Activities Kazakhstan LLP
(4)Peak Akzhal LLP Αιτητριών / Καθ' ων η Αίτηση -και-
(1)XXXXX Arip
(2)XXXXX Asilbekova Καθ' ων η Αίτηση / Αιτήτριες Ημερομηνία: 14 Οκτωβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για τις Αιτήτριες: Ο κ. Γ. Τσαρδελλής με τον κ. Κ. Διονυσίου για Ηλίας Νεοκλέους & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για τις Καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Π. Παναγίδης για Chrysses Demetriades & Co LLC Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση με ημερ. 30.12.2020 για παραπομπή νομικού ερωτήματος στο Δ.Ε.Ε.) ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Η απόφαση αυτή αφορά αίτημα για παραπομπή νομικού ερωτήματος ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), το οποίο προωθείται στα πλαίσια αίτησης με ημερομηνία 27.01.2020 για εκτέλεση Αγγλικών αποφάσεων στην Κύπρο στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενική Αίτηση στο εξής «η Κυρίως Αίτηση»). Οι Αιτήτριες στην Κυρίως Αίτηση/Καθ' ων η αίτηση στην υπό εκδίκαση Αίτηση (στο εξής «οι Καθ' ων η αίτηση»), αιτήθηκαν και εξασφάλισαν στις 29.01.2020 διάταγμα με βάση το οποίο αναγνωρίστηκαν, εγγράφηκαν και κατέστησαν εκτελεστές αποφάσεις οι οποίες εκδόθηκαν από το «High Court of Justice of England and Wales» με ημερομηνία 8.10.2019 και 17.10.2019 στο εξής «οι Επίδικες Αποφάσεις». Οι Επίδικες Αποφάσεις εκδόθηκαν σε συνέχεια της απόφασης με ημερομηνία 22.12.2017 του Βρετανικού «High Court of Justice of England and Wales» στην υπόθεση CL-2013-000683 (στο εξής «η Αγγλική Διαδικασία»), με την οποία το Βρετανικό Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση υπέρ των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι ήταν οι ενάγοντες στην Αγγλική Διαδικασία και εναντίον των εναγόμενων 2 και 3 στην Αγγλική Διαδικασία για το ποσό των $298,834,593 Δολαρίων Αμερικής ως αποτέλεσμα της διάπραξης σειράς απατών από τους εναγόμενους 2 και 3 κατά των εναγόντων (στο εξής «η Αρχική Απόφαση»). Η Αρχική Απόφαση έχει κηρυχτεί ως εκτελεστή στην Κύπρο με διάταγμα του Ε. Δ. Λάρνακας με ημερομηνία 28.09.2018 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης με αρ. 5/
  1. Πιστό αντίγραφο του εν λόγω διατάγματος επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση της XXXXX Παπαθωμά με ημερομηνία 27.01.2020 η οποία συνοδεύει την Κυρίως Αίτηση (στο εξής «η Πρώτη Ε/Δ Παπαθωμά»). Μετά την έκδοση της Αρχικής Απόφασης, στις 25.09.2018 οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν στα πλαίσια της Αγγλικής Διαδικασίας αίτηση για τη προσθήκη των Καθ' ων η αίτηση στην Κυρίως Αίτηση/Αιτητριών στην παρούσα Αίτηση (στο εξής «οι Αιτήτριες») ως εναγόμενων στην Αγγλική Διαδικασία για το σκοπό ανάκτησης των εξόδων που υπέστηκαν οι Καθ' ων η αίτηση, εφόσον οι Αιτήτριες είχαν χρηματοδοτήσει μεγάλο μέρος της υπεράσπισης του εναγόμενου 2 στην Αγγλική Διαδικασία (στο εξής «η Αίτηση Προσθήκης Εναγόμενων »). Σημειώνεται ότι η Αιτήτρια 1 είναι η σύζυγος του εναγόμενου 2 στην Αγγλική Διαδικασία και η Αιτήτρια 2 είναι η μητέρα της Αιτήτριας
  2. Ως αποτέλεσμα στις 08.10.2019 και στις 17.10.2019 εκδόθηκαν οι Επίδικες Αποφάσεις. Συγκεκριμένα στις 8.10.2019 εκδόθηκε απόφαση του Βρετανικού Δικαστηρίου στα πλαίσια της Αγγλικής Διαδικασίας υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Αιτητριών με βάση την οποία αποφασίστηκε ότι οι εναγόμενες 4 και 5 στην Αγγλική Διαδικασία (οι οποίες είναι οι Αιτήτριες στην παρούσα Αίτηση) θα πρέπει να καταβάλουν τα έξοδα της Αγγλικής Διαδικασίας στις ενάγουσες 1-4 (οι οποίες είναι οι Καθ' ων η αίτηση στην παρούσα Αίτηση). Περαιτέρω στις 17.10.2019 εκδόθηκε διάταγμα, συνεπεία της πιο πάνω απόφασης το οποίο, μεταξύ άλλων, προνοούσε όπως οι Αιτήτριες πληρώσουν στους Καθ' ων η αίτηση μέχρι την 31 Οκτωβρίου 2019: i. Το ποσό των £8,000,000 ως ενδιάμεση πληρωμή (η «Ενδιάμεση Πληρωμή»), ii. Τόκο πάνω στην Ενδιάμεση Πληρωμή προς 7.14% ετησίως, εκ ποσού £934,264 από 14.03.2019 μέχρι 31.10.2019 και στη συνέχεια μέχρι πλήρους εξόφλησης της Ενδιάμεσης Πληρωμής προς £1,564.93 ημερησίως. Πιστοποιημένα (apostilled) πιστά αντίγραφα του Διατάγματος των Επίδικων Αποφάσεων επισυνάφθηκαν ως Τεκμήρια 2 και 3 στην Πρώτη Ένορκη Δήλωση Παπαθωμά η οποία συνοδεύει την Κυρίως Αίτηση. Μετά την εξασφάλιση του Διατάγματος με ημερομηνία 29.01.2020 με βάση το οποίο αναγνωρίστηκαν, εγγράφηκαν και κατέστηκαν εκτελεστές οι Επίδικες Αποφάσεις (στο εξής «το Διάταγμα Εγγραφής»), στις 03.08.2020 οι Αιτήτριες καταχώρισαν Αίτηση για παραμερισμό του Διατάγματος Εγγραφής. Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν την Ένσταση τους στην εν λόγω Αίτηση παραμερισμού την 1.12.
  3. Η εν λόγω Ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της XXXXX Παπαθωμά με ημερομηνία 27.11.2020 (στο εξής «η Δεύτερη Ε/Δ Παπαθωμά»). Η ΑΙΤΗΣΗ: Με την παρούσα αίτηση τους οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 (στη συνέχεια «Οι Αιτήτριες» αιτούνται τα ακόλουθα διατάγματα: «Α. Διάταγμα ή/και Απόφαση του Δικαστηρίου όπως το ακόλουθο νομικό ερώτημα παραπεμφθεί προδικαστικά ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ώστε να εκδοθεί απόφαση εξ αυτού: Κατά πόσο εφαρμόζεται ο Ε.Κ.44/2001 ή ο Ε.Κ.1215/12 σε σχέση με την εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 8/10/2019 και του Διατάγματος ημερομηνίας 17/10/2019, τα οποία εκδόθηκαν από το Βρετανικό ‹‹High Court of Justice of England and Wales›› σε νέα διαδικασία η οποία καταχωρήθηκε ή/και εγέρθηκε στις 25/9/2018, και με τα οποία επιτράπηκε η ανάκτηση από τις Αιτήτριες των δικηγορικών εξόδων της υπόθεσης CL-2013-000683 στην οποία οι Αιτήτριες δεν ήταν διάδικοι και η οποία καταχωρίστηκε το 2013 και εκδόθηκε τελική απόφαση στις 22/12/2017 εναντίον τρίτων προσώπων, έχοντας υπόψη ότι η νέα διαδικασία ημερομηνίας 25/9/2018 καταχωρίστηκε στα πλαίσια και με τον ίδιο αριθμό της αρχικής υπόθεσης και συγκεκριμένα τον CL-2013-
  4. Β. Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29/01/2020 βάσει του οποίου αναγνωρίστηκαν, εγγράφηκαν και κατέστηκαν εκτελεστές οι αποφάσεις που εκδόθηκαν από το ‹‹High Court of Justice of England and Wales›› ημερομηνίας 8/10/2019 και 17/10/2019 (στο εξής 'οι αλλοδαπές αποφάσεις') εναντίον των Αιτητριών, XXXXX Arip και XXXXX Asilbekova ή/και η εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενικής Αίτησης μέχρι την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί της προδικαστικής παραπομπής». Η Αίτηση βασίζεται στο άρθρο 267 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο άρθρο 140 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στον περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικό Κανονισμό (1/2008), στα άρθρα 32 και 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960), στα άρθρα 20,21 47, 52, 53, 54, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις αρχές της δίκαιης δίκης, στον Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22/12/2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, στο Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις παράγραφος 7 και άρθρα 32 - 56, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 ΘΘ.1-13, Δ.48 θ.
(8)
(4), Δ.55 και Δ.64, στις αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας, στην Πρακτική και Νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων και στις εγγενείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ως προς τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Αίτηση γίνεται παραπομπή στο φάκελο της Γενικής Αίτησης και ειδικότερα στην ένορκη δήλωση της κας XXXXX Παπαθωμά που συνοδεύει την Γενική Αίτηση με ημερομηνία 27.01.2020, στην ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Βασιλείου που συνοδεύει την αίτηση παραμερισμού με ημερομηνία 3.08.2020 και στην ένορκη δήλωση του ίδιου του κ. Παύλου Βασιλείου με ημερομηνία 30.12.2020 η οποία στηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Ο κ. Βασιλείου είναι δικηγόρος ο οποίος εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί στην παρούσα τις Αιτήτριες, τόσο στην παρούσα αίτηση όσο και στην αίτηση με ημερομηνία 3.08.2020 για παραμερισμό του διατάγματος με ημερομηνία 29.02.
  1. Πέραν της ιδιότητας του, της προσωπικής γνώσης των γεγονότων της υπόθεσης προερχόμενη από μελέτη του φακέλου και της εξουσιοδότησης που έχει για να προβεί στην ένορκη δήλωση από τις Αιτήτριες, οι οποίες βρίσκονται στο εξωτερικό και ήταν δύσκολο για αυτές να μεταβούν στην Κύπρο. Δηλώνει ότι προβαίνει στην παρούσα ο ίδιος και για τον λόγο ότι η παρούσα αίτηση βασίζεται κυρίως σε νομικά θέματα για τα οποία οι Αιτήτριες δεν έχουν την απαραίτητη νομική γνώση. Δηλώνει περαιτέρω ότι για τα νομικά ζητήματα έλαβε και πληροφόρηση από τον δικηγόρο των Αιτητριών κ. XXXXX Τσαρδελλή. Επί της ουσίας δε δηλώνει τα ακόλουθα: «
  2. Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενικής Αίτησης, στις 22/12/2017 εκδόθηκε απόφαση του Βρετανικού 'High Court of Justice of England and Wales) από τον Mr XXXXX Picken στην υπόθεση CL-2013-000683 η οποία καταχωρίστηκε το 2013, μεταξύ των
(1)Kazakhstan Kagazy PLC,
(2)Kazakhstan Kagazy JSC
(3)Prime Estate Activities Kazakhstan LLP
(4)Peak Akzhal LLP
(5)Peak Aksenger LLP ,
(6)Astana - Contract JSC
(7)Paragon Development LLP, ως Ενάγουσες και των
(1)XXXXX XXXXX Zhunus αλλιώς (XXXXX XXXXX Zhunussov)
(2)XXXXX XXXXX Arip
(3)XXXXX Dikhanbayeva ως Εναγομένων για το ποσό των $298.834.593 Δολαρίων Αμερικής (εφ εξής 'η Αγγλική απόφαση').
  1. Όπως προκύπτει από τον τίτλο της Αγγλικής απόφασης αλλά και όπως πληροφορούμαι από τις Αιτήτριες, στην Αγγλική απόφαση, οι Αιτήτριες δεν ήταν διάδικοι και ουδεμία απαίτηση είχε εγερθεί εναντίον τους σε σχέση με τα επίδικα θέματα.
  2. Μετά την έκδοση της απόφασης, οι Ενάγοντες στην Αγγλική απόφαση καταχώρησαν στις 25/9/2018 αίτηση με την οποία πέτυχαν την προσθήκη των Αιτητριών ως Εναγομένων στην Αγγλική απόφαση, με σκοπό την ανάκτηση των εξόδων που υπέστηκαν οι Ενάγοντες στην Αγγλική διαδικασία. Σχετική απόφαση και διάταγμα του Αγγλικού Δικαστηρίου εκδόθηκαν στις 8/10/2019 και 17/10/2019 αντίστοιχα (εφ εξής 'οι αλλοδαπές αποφάσεις')
  3. Στις 27/1/2020, οι Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενική Αίτηση στην οποία στις 29/1/2020 (εφ εξής 'το Διάταγμα ημερ. 29/1/2020') εκδόθηκε διάταγμα αναγνώρισης και εγγραφής των αλλοδαπών αποφάσεων δυνάμει των προνοιών του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22/12/2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (εφ εξής 'ο Ε.Κ. 44/2001').
  4. Όπως πληροφορούμαι από τις Αιτήτριες, το Διάταγμα ημερ. 29/1/20 μαζί με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση επί της οποία εκδόθηκε, επιδόθηκε στις Αιτήτριες την 24/6/
  5. Στις 3/8/2020, οι Αιτήτριες καταχώρησαν αίτηση με την οποία αξιώνουν τον παραμερισμό ή/και ακύρωση του Διατάγματος ημερ. 29/1/
  6. Η αίτηση ημερ. 3/8/2020 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δική μου της οποίας υιοθετώ και επαναλαμβάνω το περιεχόμενο της στο σύνολο της.
  7. Μεταξύ των λόγων που προβάλλονται στην αίτηση ημερ. 3/8/2020 για ακύρωση του διατάγματος ημερ.29/1/2020, είναι ότι αυτό λανθασμένα εκδόθηκε δυνάμει του Ε.Κ. 44/2001, διότι εφαρμογή είχε ο Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (εφ εξής 'ο Ε.Κ. 1215/12). Κι αυτό διότι οι αλλοδαπές αποφάσεις εκδόθηκαν σε αγγλική διαδικασία που εγέρθηκε ή/και ασκήθηκε στις 25/9/2018, ήτοι μετά την 10/1/2015 όπου πλέον εφαρμόζεται ο Ε.Κ. 1215/
  8. Εξ όσων με πληροφορούν οι δικηγόροι των Αιτητριών, οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης στις 29/11/
  9. Η ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας XXXXX Παπαθωμά στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενική Αίτηση ορθώς βασίστηκε στις διατάξεις του Ε.Κ. 44/2001, δια το λόγο ότι η αίτηση ημερ. 25/9/2018 που καταχώρησαν οι Καθ' ων η Αίτηση και στην βάση της οποίας εκδόθηκαν οι αλλοδαπές αποφάσεις, καταχωρήθηκε στα πλαίσια της Αγγλικής απόφασης η αγωγή της οποίας καταχωρήθηκε το
  10. Όπως με πληροφορεί ο κ. Τσαρδελλής, ο Ε.Κ. 1215/12 αντικατέστησε τον Ε.Κ.44/2001, και το άρθρο 66
(1)του Ε.Κ. 1215/12 καθορίζει τις περιπτώσεις που εφαρμόζεται ο Ε.Κ. 1215/12, ενώ το άρθρο 66
(2)του Ε.Κ. 1215/12 καθορίζει τις περιπτώσεις που εφαρμόζεται ο Ε.Κ. 44/2001. 10. Εν συντομία, το άρθρο 66
(1)του Ε.Κ. 1215/12 προνοεί ότι ο Ε.Κ. 1215/12 εφαρμόζεται σε έγγραφα και αγωγές που ασκήθηκαν μετά την 10/1/2015, ενώ το άρθρο 66
(2)του Ε.Κ. 1215/12 προνοεί ότι ο Ε.Κ. 44/2001 συνεχίζει να διέπει τις αποφάσεις που εκδίδονται σε αγωγές που ασκήθηκαν πριν από την 10η Ιανουαρίου
  1. Όπως προανέφερα, οι αλλοδαπές αποφάσεις εκδόθηκαν στις 8/10/2019 και 17/10/2019, στα πλαίσια αίτησης που καταχωρίστηκε στις 25/9/
  2. Έστω κι αν η εν λόγω αίτηση καταχωρίστηκε στα πλαίσια της αγωγής που καταχωρίστηκε το 2013, εντούτοις, επρόκειτο για νέα εναρκτήρια διαδικασία με εντελώς διαφορετικό αντικείμενο από το αντικείμενο της αγωγής και της Αγγλικής απόφασης που εκδόθηκε στις 22/12/
  3. Οπόταν είναι η εισήγηση μας ότι εφαρμόζεται ο Ε.Κ.1215/12, ενώ οι Καθ' ων η Αίτηση προβάλλουν το αντίθετο για τους λόγους που προανέφερα.
  4. Όπως με πληροφορεί ο κ. Τσαρδελλής και όπως ο ίδιος γνωρίζω και πιστεύω, τόσο τα Κυπριακά Δικαστήρια όσο και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχουν μέχρι σήμερα κληθεί ή/και ερμηνεύσει τις διατάξεις των άρθρων 66
(1)και 66
(2)του Ε.Κ. 1215/12 σε σχέση με ζητήματα ως η παρούσα.
  1. Εξ όσων με πληροφορεί ο κ. Τσαρδελλής και ως ο ίδιος πιστεύω, τόσο ο ΕΚ. 44/2001 όσο και ο Ε.Κ. 1215/12 αποτελούν δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης η ερμηνεία ή/και το κύρος των οποίων δύναται να παραπεμφθεί στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δυνάμει του άρθρου 267 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του άρθρου 34Α του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960).
  2. Περαιτέρω, το κατά πόσο εφαρμόζεται ο Ε.Κ. 1215/12 ή Ε.Κ. 44/2001 στην παρούσα περίπτωση αποτελεί αμιγώς νομικό σημείο για το οποίο δεν απαιτείται μαρτυρία αφού τα αναγκαία γεγονότα για σκοπούς προδικαστικής απόφασης δεν αμφισβητούνται.
  3. Όπως με συμβουλεύει ο κ. Τσαρδελλής, είναι το πιο βολικό και κατάλληλο στάδιο αυτό για να κριθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το ζήτημα αυτό το οποίο άπτεται της νομικής βάσης επί της οποίας ασκήθηκε η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του Διατάγματος ημερ. 29/1/
  4. Η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος είναι απολύτως αναγκαία αφού το εγειρόμενο ζήτημα είναι δέον όπως ερμηνευτεί από το αρμόδιο υπό τις περιστάσεις Δικαστήριο, ήτοι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η απόφαση του οποίου είναι αναγκαία για την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται την αίτηση παραμερισμού ημερ. 3/8/2020». Η ΕΝΣΤΑΣΗ: Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν ένσταση την οποία βασίζουν στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.16, ΘΘ. 1-9, Δ.27, ΘΘ. 1-4, Δ.19, Θ.26, Δ.48, Θ.Θ. 1-13, Δ.48 θ.
(8)
(4), Δ.55 και Δ.64, Άρθρα 21, 22, 29 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960), στον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22/12/2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, παράγραφος 7 και άρθρα 32-56, στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, άρθρο 66
(2), στους περί Αλλοδαπών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Κανονισμούς, άρθρα 1-16, στον περί Αλλοδαπών Αποφάσεων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση δυνάμει Σύμβασης) Νόμο (Ν. 121 (Ι)/2000), στις αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας, στην Πρακτική και Νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων και στις εγγενείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλονται είναι οι ακόλουθοι (καταγράφονται αυτούσιοι): «
  1. Τα Κυπριακά Δικαστήρια είχαν εξουσία και/ή δικαιοδοσία σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 να εκδώσουν το επίδικο Διάταγμα.
  2. Κανένας από τους λόγους για τους οποίους τα Κυπριακά Δικαστήρια θα δικαιούνταν να αρνηθούν την αναγνώριση της αγγλικής απόφασης ως αυτοί καθορίζονται εξαντλητικά στα άρθρα 34 και 35 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση.
  3. Η αναγνώριση και εκτέλεση των Αγγλικών Αποφάσεων δεν αντίκειται στη δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας.
  4. Οι Αιτήτριες/Καθ' ων η Αίτηση προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή τα όσα αναφέρουν οι Καθ' ων η Αίτηση/Αιτήτριες στην Αίτηση τους και στην Ένορκη Δήλωση του κ. Παύλου Βασιλείου που τη συνοδεύει, αναφορικά με την παράλειψη των Αιτητριών/ Καθ'ων η Αίτηση για αποκάλυψη δεν αφορούν ουσιώδη γεγονότα και/ή δεν εφαρμόζονται οι αρχές που διέπουν τις μονομερής αιτήσεις ως προς την πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη στην παρούσα περίπτωση εφόσον το διάταγμα που εκδόθηκε δεν θα φέρει έννομα αποτελέσματα και/ή δεν θα επηρεάσει με κανένα τρόπο τους Καθ' ων η Αίτηση/ Αιτήτριες παρά μόνο σε περίπτωση απόρριψης της παρούσας Αίτησης.
  5. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 44/2001 εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση εφόσον συνεχίζει να διέπει τις αποφάσεις που εκδίδονται σε αγωγές που ασκήθηκαν, πριν από την 10η Ιανουαρίου
  6. Οι Αιτήτριες/ Καθ' ων η Αίτηση νομιμοποιούνταν πλήρως και/ή είναι οι ορθοί διάδικοι να αξιώσουν την αναγνώριση και/ή εγγραφή των αλλοδαπών αποφάσεων.
  7. Η παρούσα αίτηση είναι αβάσιμη και καταχρηστική και/ή κακόπιστη αφού αποσκοπεί αποκλειστικά στην πρόκληση καθυστέρησης στην εκτέλεση των Αγγλικών αποφάσεων.
  8. Δεν παραβιάζονται και/ή δεν εφαρμόζονται οι αρχές του maintenance και του champerty.
  9. Άνευ επηρεασμού του Λόγου 8, οι ισχυρισμοί περί maintenance και champerty υπό τις περιστάσεις δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για μη εκτέλεση απόφασης που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος και/ή οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν μπορούν να αποτελέσουν παραβίαση της αρχής της δημόσιας τάξης (public policy) με την έννοια που της προσδίδει ο Κανονισμός 44/
  10. Οι Αιτητές ουδέποτε ήγειραν το ζήτημα του champerty και/ή οποιοδήποτε ζήτημα αναφορικά με το Αγγλικό Διάταγμα ημερομηνίας 30/07/2018 στα πλαίσια της διαδικασίας με βάση την οποία εκδόθηκαν οι Αγγλικές Αποφάσεις αλλά ούτε και στα πλαίσια της διαδικασίας με βάση την οποία εκδόθηκε το Αγγλικό Διάταγμα ημερομηνίας 30/07/2018 και ως εκ τούτου κωλύονται ως εκ της συμπεριφοράς τους από του να εγείρουν τα εν λόγω ζητήματα στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας.
  11. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
  12. Η νομική βάση της αίτησης είναι εσφαλμένη και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει περιέχει μη αποδεκτή μαρτυρία». Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η ένσταση υποστηρίζονται με ένορκη δήλωση της δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί εδώ τις Καθ' ων η αίτηση κας XXXXX Παπαθωμά. Πέραν της προσωπικής γνώσης των γεγονότων και από πού προέρχεται αυτή, όπως και της εξουσιοδότησης που έχει για να προβεί αυτή στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης, επί της ουσίας, αφού απορρίπτει όσα υποστηρίζονται στην ΕΔ Βασιλείου που δεν συνάδουν με τις θέσεις των Καθ' ων η αίτηση, επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης τους οποίους αιτιολογεί έτι περαιτέρω. Καταγράφω στη συνέχεια όσα επί της ουσίας υποστηρίζει: «
  13. Οι Καθ' ων η Αίτηση απορρίπτουν το περιεχόμενο των παραγράφων 26-33 της Ε.Δ. Βασιλείου. Όπως πληροφορούμαι από τους δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση και καλύτερα πιστεύω, παρόλο που ο ΕΚ 44/2001 αντικαταστάθηκε με τον ΕΚ 1215/2012, ο ΕΚ 44/2001, συνεχίζει να διέπει τις αποφάσεις που εκδίδονται σε αγωγές που ασκήθηκαν, πριν από την 10η Ιανουαρίου
  14. Οι Αγγλικές Αποφάσεις εκδόθηκαν στα πλαίσια της Αγγλικής υπόθεσης με αρ. CL-2013-000683 η οποία καταχωρίστηκε πριν από την 10ην Ιανουαρίου 2015 και συνεπώς ο ΕΚ 44/2001 εφαρμόζεται.
  15. Άνευ βλάβης των πιο πάνω, ακόμα και στην περίπτωση που δεν εφαρμοζόταν ο ΕΚ 44/2001 αλλά ο ΕΚ 1215/2012, είναι η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι η Κυρίως Αίτηση και συνεπακόλουθα η παρούσα Αίτηση παραμερισμού θα ήταν εκ του περισσού εφόσον οι Αγγλικές Αποφάσεις θα ήταν άμεσα εκτελεστές με την προσκόμιση βεβαίωσης σύμφωνα με το άρθρο 53 του ΕΚ 1215/2012 και αντιγράφου των Αγγλικών Αποφάσεων που να συγκεντρώνουν τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας.
  16. Οι Καθ' ων η Αίτηση απορρίπτουν επίσης τον ισχυρισμό που εμπεριέχεται στην παράγραφο 34 της Ε.Δ. Βασιλείου όπου αναφέρεται ότι οι Αγγλικές Αποφάσεις δεν είναι ενδεικτικές προς αναγνώριση δυνάμει του ΕΚ 44/2001 και/ή γενικώς επειδή δεν συγκεκριμενοποιούνται με αποτέλεσμα να μην αποτελούν τελεσίδικες αποφάσεις. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 6 της Αρχικής Ένορκης Δήλωσης, με βάση το Αγγλικό δίκαιο οι Αγγλικές Αποφάσεις είναι εκτελεστές και τελικές και δεν έχουν εφεσιβληθεί.
  17. Περαιτέρω από το Τεκμήριο 3 της Αρχικής Ένορκης Δήλωσης προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι έχουν επιδικαστεί τα ακόλουθα συγκεκριμένα και εκκαθαρισμένα ποσά εναντίον των Αιτητριών: (I) το ενδιάμεσο ποσό των £8.000.000 πλέον τόκοι προς 7.14% για το ποσό των £934,264.11 από 14 Μαρτίου 2018 μέχρι 31/10/2019 και στη συνέχεια μέχρι πλήρους εξόφλησης του ενδιάμεσου ποσού προς £1564,93 ημερησίως, εναντίον των Αιτητρίων. (II) Το ενδιάμεσο ποσό των £150.000 (III) Το ενδιάμεσο ποσό των £275.000 Τα πιο πάνω ποσά θα έπρεπε να είχαν καταβληθεί μέχρι τις 31/10/2019 ωστόσο όπως πληροφορούμαι από τους Άγγλους δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση, τα πιο πάνω ποσά δεν έχουν καταβληθεί μέχρι σήμερα.
  18. Όπως πληροφορούμαι από τους δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση και πιστεύω, οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν το δικαίωμα να εγγράψουν και εκτελέσουν τις Αγγλικές Αποφάσεις σε ότι αφορά τα πιο πάνω τελεσίδικα, εκκαθαρισμένα και συγκεκριμένα ποσά. Σε περίπτωση δε που ψηφιστούν και/ή υπολογιστούν και/ή αποφασιστούν οποιαδήποτε άλλα έξοδα στις διαδικασίες που αναφέρονται στο Τεκμήριο 3 της Αρχικής Ένορκης Δήλωσης, τότε οι Καθ' ων η Αίτηση θα έχουν το δικαίωμα να λάβουν όποια μέτρα κριθούν αναγκαία για τα εν λόγω ποσά. Ωστόσο το γεγονός ότι δεν συγκεκριμενοποιούνται όλα τα έξοδα τα οποία αναφέρονται στο Τεκμήριο 3, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν μπορούν να εγγράψουν ή να εκτελέσουν στην Κύπρο τις Αγγλικές Αποφάσεις οι οποίες είναι εκτελέσιμες στην Αγγλία (βλέπε Τεκμήριο 6 στην Αρχική Ένορκη Δήλωση).
  19. Περαιτέρω, απορρίπτω τους ισχυρισμούς που περιέχονται στις παραγράφους 35 και 36 της Ε.Δ. Βασιλείου. Συγκεκριμένα: (α) Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό ότι το Διάταγμα ημερομηνίας 30/07/2018 θα έπρεπε να είχε εγγραφεί και αναγνωριστεί στην Κυπριακή Δημοκρατία αναφέρω ότι εκείνο το Διάταγμα που εκδόθηκε από το Αγγλικό Δικαστήριο στις 30/07/2018, στα πλαίσια της Αγγλικής υπόθεσης: CL-2018-000164 (στο εξής «το Αγγλικό Διάταγμα ημερομηνίας 30/07/2018»), είναι πλήρως εκτελεστό και αναγνωρίζεται αυτόματα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με τον Κανονισμό 1215/2012 καθότι αφορά σε διαδικασία που ηγέρθηκε το έτος
  20. Για σκοπούς επίκλησης του εν λόγω Διατάγματος ημερομηνίας 30/07/2018 στην Κύπρο και οπουδήποτε αλλού κριθεί αναγκαίο, έχει ληφθεί από το Αγγλικό Δικαστήριο μετά από αίτημα των δικηγόρων του Harbour Fund III, L.P., σχετικό πιστοποιητικό σύμφωνα με το Παράρτημα 1 (Annex 1) και το άρθρο 53 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/
  21. Επισυνάπτεται στην παρούσα αντίγραφο του πιστοποιητικού σύμφωνα με το Παράρτημα 1 ημερομηνίας 08/03/2019 ως Τεκμήριο 1 και αντίγραφο του Αγγλικού Διατάγματος ημερομηνίας 30/07/2018 ως Τεκμήριο
  22. Σημειώνεται ότι πρωτότυπα του εν λόγω πιστοποιητικού και το πιστά αντίγραφα του σχετικού Διατάγματος έχουν επισυναφθεί στις αιτήσεις παραμερισμού της ειδοποίησης αλλαγής δικηγόρου ημερομηνίας 10/4/2019 και 11/4/2019 που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια της Εναρκτήριας Αίτησης με αρ. 5/2018 του Ε.Δ. Λάρνακας και 20/2018 Ε.Δ. Λευκωσίας αντίστοιχα. Σημειώνω επίσης ότι εφόσον το Αγγλικό Διάταγμα ημερομηνίας 30/07/2018 εκδόθηκε στα πλαίσια διαδικασίας που ασκήθηκε μετά το 2015 (υπόθεση με αρ. CL-2018-000446), εφαρμόζεται ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 1215/2012 και όχι ο 44/
  23. Επισυνάπτω επίσης ως Τεκμήριο 3 το Διάταγμα του Αγγλικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 28/03/2019 με βάση το οποίο διακήρυξε (declared) ότι το Διάταγμα ημερομηνίας 30/07/2018 δεν υπόκειται σε οποιονδήποτε εδαφικό περιορισμό (unlimited in territorial scope) (στο εξής «το Αγγλικό Διάταγμα ημερομηνίας 28/03/2019). Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, όπως έντιμα και ειλικρινά πιστεύω, δεν ήταν απαραίτητο να εξασφαλιστεί το πιο πάνω πιστοποιητικό εφόσον το εν λόγω διάταγμα αφορά τον διορισμό πληρεξουσίου αλλοδαπών διαδίκων και δεν σκοπείται η εκτέλεση του εν λόγω διατάγματος. Για σκοπούς πληρότητας αναφέρω ότι σύμφωνα με το εν λόγω Αγγλικό Διάταγμα ημερομηνίας 30/07/2018, το Αγγλικό δικαστήριο διακήρυξε (delared) ότι το Harbour Fund III, L.P.:
(1)ορθά εξάσκησε τα δικαιώματα του για ανάληψη απόλυτου χειρισμού (sole conduct) όλων των διαπραγματεύσεων και διαδικασιών που σχετίζονται με την εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 28/2/2018 και σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη απόφαση εκδοθεί εναντίον των Εναγομένων της Αγγλικής υπόθεσης με αρ. CL-2013-000683 και
(2)ορθά έχουν διοριστεί ως πληρεξούσιοι των Καθ' ων η Αίτηση για να ενεργούν στο όνομα και εκ μέρους τους ή οποιονδήποτε από αυτούς σε σχέση με τέτοιες διαπραγματεύσεις και διαδικασίες. (β) Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό περί μη νομιμοποίησης των Καθ' ων η Αίτηση να αξιώσουν και να επιτύχουν την αναγνώριση και εγγραφή των Αγγλικών Αποφάσεων, όπως αναφέρουν και οι ίδιες οι Αιτήτριες, οι Harbour Fund III, L.P., διορίστηκαν ως πληρεξούσιοι των Καθ' ων η Αίτηση ενώ: i. το Αγγλικό Διάταγμα ημερομηνίας 30/07/2018 αναφέρει ότι οι τελευταίοι διορίστηκαν για να ενεργούν στο όνομα και εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση, και όχι στο όνομα των ιδίων. ii. οι Αγγλικές Αποφάσεις εκδόθηκαν υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και όχι υπέρ των Harbour Fund III, L.P., iii. το Αγγλικό Δικαστήριο δεν μετέφερε τα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση που απορρέουν από την απόφαση απλά διόρισε τους Harbour Fund III, L.P. ως πληρεξουσίους των Καθ' ων η Αίτηση Συνεπώς είναι προφανές ότι οι Καθ' ων η Αίτηση είναι οι ορθοί διάδικοι να εγείρουν την παρούσα διαδικασία. (γ) Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό ότι οι Αιτήτριες στην παρούσα θα έπρεπε να είναι διάδικα μέρη ή να τους δοθεί η ευκαιρία να ακουστούν στη διαδικασία που αφορά το Αγγλικό Διάταγμα ημερομηνίας 30/07/2018, αναφέρω ότι η εν λόγω διαδικασία δεν αφορούσε τις Αιτήτριες και δεν επηρεάστηκαν με κανένα τρόπο τα δικαιώματα τους από την εν λόγω διαδικασία. Τουναντίον η εν λόγω διαδικασία αφορούσε τα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση κάτι που είναι πρόδηλο από το περιεχόμενο του ίδιου του Διατάγματος. Σε κάθε περίπτωση όπως ενημερώνομαι από τους Άγγλους δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση ποτέ δεν προσπάθησαν να παρέμβουν στην εν λόγω διαδικασία οι Αιτήτριες ούτε προσέβαλαν με οποιοδήποτε τρόπο το Αγγλικό Διάταγμα ημερομηνίας 30/07/2018 στην Αγγλία είτε στη διαδικασία που αφορά το Αγγλικό Διάταγμα ημερομηνίας 30/07/2018 είτε στη διαδικασία βάσει της οποίας εκδόθηκαν οι Αγγλικές Αποφάσεις. Ως εκ τούτου κωλύονται εκ της συμπεριφοράς τους από του να αμφισβητήσουν το Αγγλικό Διάταγμα ημερομηνίας 30/07/2018 στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 4 σχετική επιστολή των Άγγλων δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση στην οποία επιβεβαιώνονται τα πιο πάνω.
  1. Όπως πληροφορούμαι από τους Κύπριους δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση και καλύτερα πιστεύω, οι μόνο λόγοι για τους οποίους θα μπορούσε το Κυπριακό Δικαστήριο να αρνηθεί την αναγνώριση των Αγγλικών Αποφάσεων είναι αυτοί που καθορίζονται εξαντλητικά στο άρθρα 34 και 35 του ΕΚ 44/
  2. Με την παρούσα Αίτηση τους και την Ε.Δ. Βασιλείου, οι Αιτητές επικαλούνται μόνο ένα εξ' αυτών και συγκεκριμένα ότι η αναγνώριση των Αγγλικών Αποφάσεων αντίκειται στη δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αρνούμαι τον εν λόγω ισχυρισμό που εμπεριέχεται στην παράγραφο Α2 της Αίτησης καθώς και στις παραγράφους 37 (I) - (III) της Ε.Δ. Βασιλείου.
  3. Αρνούμαι επίσης τον ισχυρισμό που περιέχεται στην παράγραφο 37(Ι) της Ε.Δ. Βασιλείου αναφορικά με δήθεν παράλειψη αποκάλυψης γεγονότων από πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση. Όπως πληροφορούμαι από τους Δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση και πιστεύω, τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 11-25 της Ε.Δ. Βασιλείου, η ιδιότητα της Harbour Fund III, L.P., αλλά και τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 37 της ΕΔ Βασιλείου, δεν είναι ουσιώδη γεγονότα για την Κυρίως Αίτηση η οποία αφορά την εγγραφή και κήρυξη ως εκτελεστών των Αγγλικών Αποφάσεων. Τα όσα γεγονότα ήταν ουσιώδη για την Κυρίως Αίτηση αποκαλύφθηκαν πλήρως με την Αρχική Ένορκη Δήλωση. Συγκεκριμένα αποκαλύφθηκαν μεταξύ άλλων: i. Η απόφαση του Δικαστηρίου που εκδόθηκε εναντίον των XXXXX Arip (στο εξής «ο Εναγόμενος 2») και XXXXX Dikhanbayeva (στο εξής «ο Εναγόμενος 3») στα πλαίσια της υπόθεσης με αρ. CL-2013-000683 (στο εξής «η Αγγλική Διαδικασία») για το ποσό των $298,834,593 Δολαρίων Αμερικής ως αποτέλεσμα της διάπραξης σειράς απατών από τους Εναγόμενους 2 και 3 κατά των Εναγόντων (στο εξής «Η Αρχική Απόφαση»). ii. Η Αίτηση για προσθήκη των Αιτητριών ως Εναγόμενες στην Αγγλική Διαδικασία για τον σκοπό ανάκτησης των εξόδων που υπέστηκαν οι Καθ' ων η Αιτηση, εφόσον οι Αιτήτριες (οι οποίες είναι η σύζυγος και η πεθερά του Εναγόμενου 2) είχαν χρηματοδοτήσει μεγάλο μέρος της υπεράσπισης του Εναγόμενου 2 στην Αγγλική Διαδικασία. iii. Η απόφαση ημερομηνίας 8/10/2019 με βάση την οποία αποφασίστηκε ότι οι Αιτήτριες θα πρέπει να καταβάλουν τα έξοδα της Αγγλικής Διαδικασίας στους Καθ' ων η Αίτηση και το σχετικό Διάταγμα ημερομηνίας 17/10/2019 το οποίο εκδόθηκε με βάση τα ευρήματα της απόφασης ημερομηνίας 8/10/
  4. iv. Τα πιστοποιητικά που εκδόθηκαν με βάση το άρθρο 54 του ΕΚ 44/
  5. v. Γνωμάτευση Άγγλων Δικηγόρων ημερομηνίας 23/01/2020 η οποία επιβεβαιώνει μεταξύ άλλων ότι οι Αγγλικές Αποφάσεις είναι εκτελεστές και η εκτελεστότητα τους δεν έχει ανασταλεί. vi. Τα περιουσιακά στοιχεία των Αιτητριών στην Κύπρο για τα οποία γνωρίζουν οι Καθ' ων η Αίτηση.
  6. Όπως με πληροφορούν οι Κύπριοι Δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω αλλά και στην Αρχική Ένορκη Δήλωση, αποτελούν πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, ενώ τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 12-18 Ε.Δ. Βασιλείου αναφορικά με δήθεν μη αποκάλυψη αφορούν άσχετα με την Κυρίως Αίτηση θέματα τα οποία εν πάση περιπτώσει είναι αντικείμενο ξεχωριστής διαδικασίας στην Αγγλία. Σε ότι αφορά τις παραγράφους 19-20 της Ε.Δ. Βασιλείου θα ήθελα να διευκρινίσω ότι στα πλαίσια των Εναρκτήριων Αιτήσεων με αρ. 5/18 του Ε.Δ. Λάρνακας και 20/18 του Ε.Δ. Λευκωσίας καταχωρήθηκαν και Αιτήσεις για Παρεμπίπτοντα Διατάγματα οι οποίες μεταξύ άλλων, επιδίωκαν την απαγόρευση στους Καθ' ων η Αίτηση από του να εγείρουν ή να συνεχίσουν να προωθούν διαδικασίες που σχετίζονται με την εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 22/12/
  7. Στα πλαίσια της Αίτησης με αρ. 5/18, στις 24/10/2020, εκδόθηκε αιτιολογημένη απόφαση από τον έντιμο Π.Ε.Δ. Παπαμιχαήλ ο οποίος παραμέρισε τα μονομερώς εκδοθέντα και οριστικοποιηθέντα διατάγματα. Με βάση τα ευρήματα της εν λόγω απόφασης έντιμα και ειλικρινά πιστεύω ότι η Αίτηση παραμερισμού η οποία εκκρεμεί στα πλαίσια της εν λόγω διαδικασίας έχει μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας. Ομοίως και στην Αίτηση με αρ. 20/18 τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα παραμερίσθηκαν εκ συμφώνου στις 7/5/
  8. Σε ότι αφορά την Αγωγή με αρ. 969/2018, στις 1/9/2020 η εν λόγω αγωγή αναστάληκε μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία στο High Court και να αποφασιστεί από το αγγλικό Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, κατά πόσο έχει δικαιοδοσία να εξετάσει τα θέματα που τέθηκαν ενώπιον του.
  9. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα επίσης να σχολιάσω την αναφορά στην παράγραφο 6 της Ε.Δ. Βασιλείου όπου αναφέρεται ότι οι Αιτήτριες δεν ήταν διάδικοι στην Αρχική Απόφαση και ουδεμία απαίτηση είχε εγερθεί εναντίον τους σε σχέση με τα επίδικα θέματα της διαδικασίας που προηγήθηκε. Όπως αναφέρω πιο πάνω και είχα αναφέρει και στην Αρχική Ένορκη Δήλωση η οποία συνοδεύει την Κυρίως Αίτηση, οι Αιτήτριες προστέθηκαν ως Εναγόμενες στην Αγγλική Διαδικασία για τον σκοπό ανάκτησης των εξόδων που υπέστηκαν οι Καθ' ων η Αίτηση, εφόσον οι Αιτήτριες (οι οποίες είναι η σύζυγος και η πεθερά του Εναγόμενου 2) είχαν χρηματοδοτήσει μεγάλο μέρος της υπεράσπισης του Εναγόμενου 2 στην Αγγλική Διαδικασία. Παραπέμπω σχετικά στο Τεκμήριο 2 της Κυρίως Αίτησης και συγκεκριμένα στις παραγράφους 95-97 και 105 όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκαν τα εξής: i. Ότι οι Αιτήτριες έλαβαν χωρίς αντιπαροχή σημαντική περιουσία από τον Εναγόμενο
  10. Εφόσον ο Εναγόμενος 3 κατηγορείτο για δόλο υπήρχε σοβαρό ενδεχόμενο η εν λόγω περιουσία να είναι το αντικείμενο πιθανών μέτρων εκτέλεσης σε περίπτωση που η απαίτηση εναντίον του ήταν επιτυχής. Σε περίπτωση που η υπεράσπιση του Εναγόμενου 3 πετύχαινε στην Αγγλική Διαδικασία θα επωφελούνταν και οι Αιτήτριες εφόσον η εν λόγω περιουσία δεν θα υπόκειτο σε εκτέλεση. ii. Ότι η Αιτήτρια 1 όχι μόνο χρηματοδότησε την υπεράσπιση του συζύγου της XXXXX Arip (Εναγόμενου 3 στην παρούσα διαδικασία) στην Αγγλική Διαδικασία αλλά και πήρε σημαντικά μέτρα για να καταστήσει δύσκολη την εκτέλεση της απόφασης εναντίον του. Το δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι τα μέτρα που λήφθηκαν από την Αιτήτρια 1 ήταν με σκοπό την αποξένωση ή απόκρυψη των περιουσιακών στοιχείων καθιστώντας την εκτέλεση των αποφάσεων που εκδόθηκαν στα πλαίσια της Αγγλικής Διαδικασίας εναντίον του XXXXX Arip πιο δύσκολη.
  11. Απορρίπτεται επίσης ο ισχυρισμός που περιέχεται στην παράγραφο 37(ΙΙ) της Ε.Δ. Βασιλείου, δηλαδή το γεγονός ότι στην Αρχική Ένορκη Δήλωση αναφέρθηκε ότι η Αιτήτρια 1 είναι δικαιούχος εμπιστευμάτων αλλά δεν αναφέρθηκε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση θεωρούν ότι αυτά είναι εικονικά, συνιστά προσβολή του Δικαστηρίου και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Το κατά πόσο τα εν λόγω εμπιστεύματα είναι εικονικά ή όχι είναι άσχετο με την παρούσα διαδικασία.
  12. Επιπρόσθετα, τα πιο πάνω δεν επηρεάζουν το δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση για καταχώρηση της Κυρίως Αίτησης, με σκοπό να εγγραφούν και να κηρυχθούν ως εκτελεστές δυο Ευρωπαϊκές Αποφάσεις στην Κύπρο. Η παράλειψη των Καθ' ων η Αίτηση να προβούν σε εκτενή αναφορά για την περιουσία της Αιτήτριας 1 και κατά πόσο την αμφισβητούν ως εικονική ή όχι, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προσβολή του Δικαστηρίου ή κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό ένας διάδικος δικαιούται να εγγράψει και να κηρύξει ως εκτελεστή απόφαση ενός κράτους μέλους σε οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος επιθυμεί χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.
  13. Περαιτέρω και άνευ βλάβης των ανωτέρω, όπως με πληροφορούν οι Κύπριοι Δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση και πιστεύω, εφόσον το Διάταγμα ημερομηνίας 19/1/2020 δεν φέρει μέχρι σήμερα έννομα αποτελέσματα και θα φέρει έννομα αποτελέσματα μόνο μετά που θα ακουστούν οι Αιτήτριες, οι Καθ' ων η Αίτηση δεν είχαν υποχρέωση για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη με την έννοια που υπάρχει τέτοια υποχρέωση σε μονομερής αιτήσεις.
  14. Απορρίπτω τον ισχυρισμό που περιέχεται στην παράγραφο 37(ΙΙΙ) της Ε.Δ Βασιλείου και αρνούμαι ότι παραβιάζονται οι αρχές του maintenance και του champerty. Εξ' όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω, με βάση το Κυπριακό δίκαιο και το κοινοδίκαιο όπως έχει εξελιχθεί: i. δεν παραβιάζονται οι εν λόγω αρχές που έχουν σκοπό να παρεμποδίσουν περιπτώσεις όπου προωθούνται διαδικασίες με αλλότρια κίνητρα που εγκυμονούν κινδύνους για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, ii. η χρηματοδότηση δικαστικών διαδικασιών από τρίτα πρόσωπα που είναι επαγγελματίες στον τομέα της χρηματοδότησης δικαστικών διαδικασιών, όπως η Harbour Fund III, LP όλο και περισσότερο γίνεται αποδεκτή από τα δικαστήρια και θεωρείται να είναι προς το δημόσιο συμφέρον και ως εκ τούτου κάτι τέτοιο δεν θεωρείται παράνομο ή μεμπτό.
  15. Σε κάθε περίπτωση, όπως πληροφορούμαι από τους Άγγλους Δικηγόρους, με το Αγγλικό Διάταγμα ημερομηνίας 30/7/2018 αλλά και με το Αγγλικό Διάταγμα ημερομηνίας 28/3/2019, το Αγγλικό Δικαστήριο έχει ουσιαστικά αποδεχθεί την εγκυρότητα, δεσμευτικότητα και εκτελεστότητα της αρχικής συμφωνίας χρηματοδότησης μεταξύ των Harbour Fund III, L.P., και των Καθ' ών η Αίτηση, περιλαμβανομένου του όρου που επέτρεψε στην Harbour Fund, III L.P. να αναλάβει τον έλεγχο της διαδικασίας εκτέλεσης. Σημειώνεται ότι η Harbour Fund III, L.P., δεν είχε κανένα έλεγχο επί της διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της Αρχικής Απόφασης (ημερομηνίας 22/12/2017), ενώ τον έλεγχο της διαδικασίας εκτέλεσης , τον απέκτησε η Harbour Fund III, L.P., με την έκδοση του Αγγλικού Διατάγματος ημερομηνίας 30/07/2018, δηλαδή κατά το στάδιο της εκτέλεσης της Απόφασης εναντίον του XXXXX Arip. Ως εκ τούτου η θέση της Harbour Fund III, L.P., είναι αντίστοιχη της θέσης τρίτου μέρους στον οποίο εκχωρήθηκαν τα δικαιώματα εξ' αποφάσεως χρέους και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως 'champertous'.
  16. Επιπρόσθετα, όπως πληροφορούμαι από τους Άγγλους Δικηγόρους, οι Αιτητές ουδέποτε ήγειραν το ζήτημα του champerty στα πλαίσια της διαδικασίας με βάση την οποία εκδόθηκαν οι Αγγλικές Αποφάσεις και ως εκ τούτου κωλύονται ως εκ της συμπεριφοράς τους από του να εγείρουν τέτοιο ζήτημα στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας (Βλ. σχετικά Τεκμήριο 4).
  17. Με βάση τα πιο πάνω είναι πρόδηλο ότι η παρούσα αίτηση είναι αβάσιμη, καταχρηστική και κακόπιστη αφού αποσκοπεί αποκλειστικά στην πρόκληση καθυστέρησης στην εκτέλεση των Αγγλικών αποφάσεων». ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσώπησαν τις δύο πλευρές στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους (γραπτές και προφορικές), με παρέπεμψαν εκτός από τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά αντικατοπτρίζονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις και από τον φάκελο της υπόθεσης, σε νομική πτυχή που διέπει τα επίδικα ζητήματα. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και λαμβάνω υπ' όψιν μου τις εισηγήσεις τους, όπου δε χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους πτυχή, εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486 και πρόσφατα την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ.28.09.2021). Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Η παραπομπή ζητημάτων που χρήζουν ερμηνείας στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με προδικαστικές αποφάσεις, προνοείται στο άρθρο 267 (πρώην 234) της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής «η Σ.Λ.Ε.Ε»), το οποίο έχει ως ακολούθως: «Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί έπ' αυτού. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο. Όταν ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, η οποία αφορά πρόσωπο υπό κράτηση, το Δικαστήριο αποφαίνεται το συντομότερο δυνατόν.» Σχετικό είναι επίσης το άρθρο 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/1960, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «34Α.-
(1)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(2), δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει ζήτημα, το οποίο αφορά στο κύρος και την ερμηνεία των αποφάσεων-πλαίσιο και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του Τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στην ερμηνεία των συμβάσεων που καταρτίζονται με βάση τον Τίτλο VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στο κύρος και την ερμηνεία των μέτρων εφαρμογής τους, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για να αποφανθεί επ' αυτού. 2) Σε περίπτωση που ζήτημα, το οποίο αναφέρεται στο εδάφιο
(1), ανακύψει ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις περιπτώσεις που οι αποφάσεις του εν λόγω δικαστηρίου δεν υπόκεινται σε έφεση, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμπει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων». Στην υπόθεση Cypra Limited ν. Κυπριακής Δημοκρατίας,
(2013)3 Α.Α.Δ 305, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξετάζοντας αίτηση για προδικαστική παραπομπή στο Δ.Ε.Ε. ανέφερε τα ακόλουθα: «Το Άρθρο 267 (πρώην Άρθρο 234) της Συνθήκης, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας παρέχει στο Δ.Ε.Ε. την εξουσία να ερμηνεύει τη Συνθήκη, δεν του παρέχει όμως ειδικά την εξουσία να εφαρμόζει τη Συνθήκη στα γεγονότα μιας συγκεκριμένης υπόθεσης. Το εν λόγω άρθρο δεν παραθέτει το πλαίσιο διαδικασίας έφεσης, ούτε και το Δ.Ε.Ε. ενεργεί σαν Εφετείο από αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων. Η λειτουργία του είναι "essential for the preservation of the Community character of law established by the Treaty and has the object of ensuring that in all circumstances this law is the same in all States of the Community" (είναι αναγκαία για τη διατήρηση του Κοινοτικού χαρακτήρα του νόμου που καθιδρύεται από τη Συνθήκη και έχει στόχο να διασφαλίσει ότι σε όλες τις περιστάσεις ο νόμος αυτός είναι ο ίδιος σε όλα τα Κράτη Μέλη της Κοινότητας) (Rheinmuhlen-Dusseldorf v. EVGF, Υπόθεση Αρ. 166/73 [1974] ECR 33)». Στην υπόθεση Περικλέους ν. Ellinas Finance Ltd κ.α, 1 Α.Α.Δ. σελ. 513, το Ανώτατο Δικαστήριο, παραπέμποντας στην Αγγλική απόφαση R. ν. Η.Μ. Treasury, ex parte Daily Mail and General Trust pic.
(1987)C.M.L.R
(2)στην οποία συνοψίζονται οι λόγοι που δικαιολογούν παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο Δ.Ε.Ε, ανέφερε τα ακόλουθα: «[.] Χρήσιμη περίληψη των λόγων που δικαιολογούν παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο Δ.Ε.Ε. περιέχεται στην απόφαση του Δικαστή Mac Pherson στην υπόθεση R. v. H.M. Treasury, ex parte Daily Mail and General Trust plc.
(1987)C.M.L.R.
(2), p. 1,
  1. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: "I do not refer the case simply because a serious point of Community law arises, but I do so for the following reasons:
  2. The relevant facts are not in dispute. The case before me in its written form and the documents before me set out the facts which are substantially, if not wholly, agreed.
  3. The point raised will in my judgment be substantially determinative of the case.
  4. There is no Community authority precisely or indeed in my judgment closely in point.
  5. The point raised and indeed the case itself are both put forward in good faith and without any adverse motive ...
  6. I am convinced that at some stage in its life the case will be or will have to be referred to Europe.
  7. I do not find the point free from doubt». Σε μετάφραση, «Δεν παραπέμπω την υπόθεση απλά γιατί σοβαρό σημείο του Κοινοτικού Δικαίου εγείρεται, αλλά την παραπέμπω για τους πιο κάτω λόγους:
  8. Τα σχετικά γεγονότα δεν τελούν υπό αμφισβήτηση. Η υπόθεση ενώπιον μου στην έγγραφη μορφή της και τα ενώπιον μου έγγραφα παραθέτουν τα γεγονότα τα οποία, αν όχι στην ολότητά τους, στην ουσία είναι συμφωνημένα.
  9. Το νομικό σημείο που ηγέρθη, κατά την κρίση μου, θα είναι καθοριστικό για την επίλυση τελεσίδικα της επίδικης διαφοράς.
  10. Δεν υπάρχει Κοινοτική αυθεντία ακριβώς στο σημείο ή πραγματικά κατά την κρίση μου, παραπλήσια του.
  11. Το εγερθέν σημείο και πραγματικά αυτή η ίδια η υπόθεση προβάλλονται και τα δύο καλόπιστα και χωρίς υστερόβουλο κίνητρο.
  12. Είμαι πεπεισμένος ότι σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας η υπόθεση θα παραπεμφθεί ή θα πρέπει να παραπεμφθεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
  13. Δεν βρίσκω ότι το σημείο είναι απαλλαγμένο αμφιβολίας». Περαιτέρω, στην Περικλέους (ανωτέρω), γίνεται επίσης αναφορά στις συστάσεις του ιδίου του Δ.Ε.Ε. στα εθνικά Δικαστήρια για την παραπομπή ερωτήματος (Information Note on references from National Courts for a Preliminary Ruling (2012/C33 /01) και ειδικά στην σύσταση 13 που έχει ως εξής: «
  14. Συνεπώς, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει το ίδιο για την ορθή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και για την εφαρμογή του στα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώνει, ιδίως αν θεωρεί ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Εντούτοις, η υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη όταν πρόκειται για νέο ερμηνευτικό ζήτημα γενικού ενδιαφέροντος που συμβάλλει στην ενιαία εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης ή όταν προκύπτει ότι η υφιστάμενη νομολογία δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο πρωτοεμφανιζόμενο πλαίσιο μιας υποθέσεως». Υπάρχουν και εξαιρέσεις στην δυνατότητα ή υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 5/16, με ημερομηνία 5.4.2017 της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «Αναγνωρίζονται εξαιρέσεις στη δυνατότητα ή υποχρέωση του εθνικού Δικαστηρίου να αποστείλει προδικαστικό ερώτημα όταν η ερμηνεία είναι τόσο προφανής που να μην χρειάζεται το εθνικό Δικαστήριο να ανατρέξει σε προηγούμενη νομολογία του Δικαστηρίου επί του θέματος, αρχή γνωστή ως acte Claire όπως έχει καθιερωθεί στην υπόθεση Srl CILFIT v. Ministry of Health, Case 283/1981
(1982)E.C.R. 3415. Επίσης εξαίρεση έχει καθιερωθεί στη βάση της αρχής του acte eclaire, η οποία τυγχάνει εφαρμογής όταν το ερώτημα που ανακύπτει έχει ήδη τύχει εξέτασης σε ουσιωδώς παρόμοιο ερώτημα και έχει απαντηθεί από το Δικαστήριο. Η Κυπριακή σχετική νομολογία επί των θεμάτων της προδικαστικής παραπομπής έχει αναφερθεί και συνοψισθεί σε αρκετές αποφάσεις μεταξύ των οποίων η Cypra Ltd v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 305 και Kristian Bekefi κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Αναθεωρητικές Εφέσεις Αρ. 42/2013 κ.ά., ημερ. 8.9.2015 [.]». Στην υπόθεση Srl CILFIT v. Ministry of Health, Case 283/1981
(1982)E.C.R. 3415 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Τέλος, η ορθή εφαρμογή τού κοινοτικού δικαίου δύναται να παρίσταται τόσο προφανής, ώστε να μηv αφήνει περιθώριο για καμιά εύλογη αμφιβολία ως προς τον τρόπο επιλύσεως τού τεθέντος ζητήματος. Πριν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι συντρέχει τέτοια περίπτωση, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να έχει σχηματίσει την πεποίθηση ότι εξ ίσου προφανής θα ενεφανίζετο η λύση αυτή στα δικαστήρια των άλλων κρατών μελών και στο Δικαστήριο. Μόνο αν πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις δύναται το εθνικό δικαστήριο να αποστεί της υποβολής του ερωτήματος αυτού στο Δικαστήριο και να το επιλύσει με δική του ευθύνη». Σημειώνεται, επίσης, ότι όπως προκύπτει από το άρθρο 267 της Σ.Λ.Ε.Ε, αλλά και από το άρθρο 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, τα πρωτόδικα δικαστήρια έχουν τη δυνατότητα, αλλά όχι υποχρέωση, παραπομπής. Αντίθετα, το Ανώτατο Δικαστήριο κατά τη άσκηση της δευτεροβάθμιας του δικαιοδοσίας, όταν εγείρεται ενώπιον του ζήτημα ερμηνείας ευρωπαϊκού δικαίου, η οποία είναι επάναγκες για απόφαση του ενώπιον του εγειρόμενου ζητήματος υποχρεούται να παραπέμψει το εν λόγω ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Δ.Ε.Ε. αποφαίνεται επί θεμάτων ερμηνείας και εγκυρότητας του Κοινοτικού Δικαίου και όχι του Εθνικού Δικαίου ή της συμβατότητας του τελευταίου με το πρώτο. Τα θέματα αυτά αποφασίζονται από τα εθνικά δικαστήρια και τα ερωτηματικά που πηγάζουν από τα εν λόγω θέματα απαντώνται από τα εθνικά δικαστήρια. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται επί νομικών θεμάτων/ζητημάτων και δεν εφαρμόζει το νόμο επί των γεγονότων της υπόθεσης που είναι ενώπιον του όπως λέχθηκε στην Duringhello v. INPS, Case C-186/90: «Ως προς το δεύτερο ζήτημα, αρκεί να υπομνηστεί η νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία, στο πλαίσιο του άρθρου 177 της Συνθήκης, ναι μεν το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται αν μια εθνική ρύθμιση συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, είναι όμως αρμόδιο να παρέχει στο εθνικό δικαστήριο όλα τα στοιχεία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που μπορούν να το διευκολύνουν να προβεί αυτό σ' αυτήν την εκτίμηση, προκειμένου να εκδικάσει την εκκρεμή ενώπιον του διαφορά ( βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 18ης Ιουνίου 1991, στην υπόθεση C-369/89, Piageme, Συλλογή 1991, σ. Ι-2971, σκέψη 7)». Χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει, στις Συστάσεις προς τα εθνικά δικαστήρια, σχετικές με την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων (2012/C338/01) και ιδιαίτερα στη σύσταση που περιέχεται στην παράγραφο 7: «
  1. Όπως σημειώθηκε ανωτέρω, ο ρόλος του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της προδικαστικής διαδικασίας είναι να παρέχει στοιχεία ως προς την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή να αποφαίνεται επί του κύρους του και όχι να εφαρμόζει το δίκαιο αυτό στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης. Η εφαρμογή εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, το δε Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο ούτε να αποφαίνεται επί των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης ούτε να λαμβάνει θέση επί των διαφορετικών απόψεων που προβάλλονται αναφορικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή κανόνων του εθνικού δικαίου. [.]». Ερχόμενος τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης το Δικαστήριο καλείται να παραπέμψει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το προδικαστικό ερώτημα του κατά πόσο εφαρμόζεται ο Κανονισμός ΕΚ 44/2001 ή ο ΕΕ 1215/2012 στις Επίδικες Αποφάσεις. Η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα αντλείται από το άρθρο 66 του ΕΕ 1215/2012 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «
  2. This Regulation shall apply only to legal proceedings instituted, to authentic instruments formally drawn up or registered and to court settlements approved or concluded on or after 10 January
  3. Notwithstanding Article 80, Regulation (EC) No 44/2001 shall continue to apply to judgments given in legal proceedings instituted, to authentic instruments formally drawn up or registered and to court settlements approved or concluded before 10 January 2015 which fall within the scope of that Regulation». Και σε μετάφραση: «
  4. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται μόνο στις αγωγές που ασκούνται, στα δημόσια έγγραφα που εκδίδονται ή καταγράφονται και τους δικαστικούς συμβιβασμούς που εγκρίνονται ή συνάπτονται κατά ή μετά την 10η Ιανουαρίου
  5. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 80, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 44/2001 συνεχίζει να διέπει τις αποφάσεις που εκδίδονται σε αγωγές που ασκήθηκαν, τα δημόσια έγγραφα που εκδόθηκαν ή καταγράφηκαν και τους δικαστικούς συμβιβασμούς που εγκρίθηκαν ή συνήφθησαν πριν από την 10η Ιανουαρίου 2015 και που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού». Ερμηνεύοντας τις πιο πάνω πρόνοιες κατά την αντίληψη μου, όπως είναι και η θέση των Καθ' ων η αίτηση, προκύπτει ότι ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 συνεχίζει να διέπει τις αποφάσεις που εκδίδονται σε αγωγές που ασκήθηκαν πριν τις 10.01.2015 και επομένως δεν τίθεται ζήτημα ερμηνείας του Κανονισμού 1215/2012 για να χρειάζεται παραπομπή στο Δ.Ε.Ε. Σύμφωνα με τα αναμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης οι Αιτήτριες διατάχθηκαν να καταβάλουν με βάση τις Επίδικες Αποφάσεις τα έξοδα που προέκυψαν από την εκδίκαση της υπόθεσης CL-2013-000683, η οποία καταχωρήθηκε το
  6. Στο Τεκμήριο 1 της τρίτης Ένορκης Δήλωσης Παπαθωμά, το οποίο αποτελεί σχετική επιστολή των Άγγλων Δικηγόρων των Καθ' ων η αίτηση, με βάση την οποία επιβεβαιώνονται τα ακόλουθα με βάση το Αγγλικό Δίκαιο: « i. Δεν είναι ορθός ο ισχυρισμός των Αιτητριών ότι η Αίτηση Προσθήκης Εναγόμενων πρόκειται για νέα εναρκτήρια διαδικασία με εντελώς διαφορετικό αντικείμενο από το αντικείμενο της αγωγής και της Αγγλικής απόφασης που εκδόθηκε στις 22.12.
  7. ii. Η Αίτηση Προσθήκης Εναγόμενων δεν αποτελεί την έναρξη νέας και ανεξάρτητης διαδικασίας εναντίον τους. Η εν λόγω αίτηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την Αγγλική Διαδικασία καθότι αφορά τα έξοδα της εν λόγω διαδικασίας και καταχωρήθηκε στα πλαίσια της εν λόγω διαδικασίας με τον ίδιο αριθμό (ήτοι CL-2013-000683). iii. Συνεπώς, οι Επίδικες Αποφάσεις εκδόθηκαν στα πλαίσια της Αγγλικής Διαδικασίας. Εξ' ου και οι Επίδικες Αποφάσεις φέρουν τον αριθμό της Αγγλικής Διαδικασίας (ήτοι CL-2013-000683). iv. Το ότι οι Επίδικες Αποφάσεις εκδόθηκαν στα πλαίσια της διαδικασίας που καταχωρήθηκε το 2013 και όχι στα πλαίσια νέας διαδικασίας που καταχωρήθηκε το 2018, προκύπτει και από το γεγονός ότι στις 27/11/2019 το Αγγλικό δικαστήριο εξέδωσε πιστοποιητικά σύμφωνα με το Άρθρο 54 και το Παράρτημα V του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 σε σχέση με τις Επίδικες Αποφάσεις. Συνεπώς, το Αγγλικό Δικαστήριο αναγνώρισε ότι εφαρμόζεται ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 και όχι ο κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012, ο οποίος θα εφαρμοζόταν μόνο σε περίπτωση που οι Επίδικες Αποφάσεις είχαν εκδοθεί δυνάμει διαδικασίας που καταχωρήθηκε στις ή μετά τις 10/01/2015». Με βάση τα πιο πάνω συνάγεται ότι κατά το στάδιο έκδοσης των σχετικών πιστοποιητικών σύμφωνα με το Άρθρο 54 και το Παράρτημα V του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 το αρμόδιο Βρετανικό Δικαστήριο, το οποίο είχε εκδώσει τις Επίδικες Αποφάσεις, θεώρησε ότι αυτές αποτελούσαν μέρος της αγωγής με αρ. CL-2013-000683 και ότι όντως εφαρμοζόταν ο Κανονισμός ΕΚ 44/2001 αντί ο Κανονισμός 1215/
  8. Σχετική είναι η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ημερομηνίας 6.06.2019 στην υπόθεση C-361/18 Ágnes Weil v. Géza Gulácsi όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Το άρθρο 54 του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, έχει την έννοια ότι δικαστήριο κράτους μέλους, το οποίο επιλαμβάνεται αιτήσεως για την έκδοση βεβαιώσεως περί εκτελεστότητας αποφάσεως εκδοθείσας από το δικαστήριο προελεύσεως, οφείλει - σε μια περίπτωση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης όπου το δικαστήριο που εξέδωσε την προς εκτέλεση απόφαση δεν απεφάνθη, κατά την έκδοσή της, επί της δυνατότητας εφαρμογής του κανονισμού αυτού- να εξακριβώσει αν η διαφορά εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού». Κατά την αντίληψη μου και συμφωνώντας προς τούτο με τη θέση των Καθ' ων η αίτηση δεν τίθεται ο οποιοσδήποτε ισχυρισμός από μέρους των Αιτητριών ότι το Βρετανικό Δικαστήριο, το οποίο ήταν το αρμόδιο να εκδώσει τα πιστοποιητικά, προέβη σε οποιοδήποτε σφάλμα. Εφόσον το Βρετανικό Δικαστήριο έχει ήδη εξετάσει το ζήτημα κατά την έκδοση των απαραίτητων βεβαιώσεων περί εκτελεστότητας των Επίδικων Αποφάσεων και αποφάσισε ότι εφαρμόζεται ο Κανονισμός ΕΚ 44/
  9. Επομένως δεν υπάρχει οτιδήποτε το οποίο χρήζει διευκρίνισης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έτσι ώστε να παραπεμφθεί το επίδικο ερώτημα σε αυτό. Στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση αρ. 129/83 Siegfried Zelger v. Sebastiano Salinitri επιβεβαιώνεται ότι το ερώτημα του πότε θεωρείται ότι η διαδικασία εκκρεμεί για σκοπούς του άρθρου 66, θα πρέπει να αποφασιστεί με βάση το εθνικό δίκαιο στο οποίο εγέρθηκε η διαδικασία (λέχθηκαν δε τα ακόλουθα): «Το άρθρο 21 της συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, η οποία αναφέρεται στη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ως «πρώτο επιληφθέν» πρέπει να θεωρηθεί το δικαστήριο ενώπιον του οποίου συνέτρεξαν καταρχάς οι προϋποθέσεις από τις οποίες συνάγεται η επέλευση οριστικής εκκρεμοδικίας, οι προϋποθέσεις δε αυτές πρέπει να κρίνονται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο κάθε ενδιαφερόμενου δικαστηρίου». Επισημαίνω περαιτέρω ότι στην παρούσα υπόθεση όχι μόνο το ζήτημα του εφαρμοστέου κανονισμού εξετάστηκε από το Βρετανικό Δικαστήριο αλλά προσκομίστηκε και σχετική επιστολή Άγγλων δικηγόρων (με την τρίτη ένορκη δήλωση Παπαθωμά) στην οποία επιβεβαιώθηκε ότι οι Επίδικες Αποφάσεις εκδόθηκαν στα πλαίσια της Αγγλικής Διαδικασίας η οποία εκκρεμεί από το
  10. Η εν λόγω μαρτυρία παρέμεινε αναντίλεκτη, εφόσον οι Αιτήτριες δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία βάσει αγγλικού δικαίου με την οποία να αμφισβητείται το ότι οι Επίδικες Αποφάσεις εκδόθηκαν στα πλαίσια της Αγγλικής Διαδικασίας. Σύμφωνα με τα γεγονότα και τη μαρτυρία που περιέχεται στις τρεις ένορκες δηλώσεις Παπαθωμά, ξεκάθαρα οι Επίδικες Αποφάσεις εκδόθηκαν στα πλαίσια αγωγής (ή «διαδικασίας») που εγέρθηκε το 2013 και επομένως σε αγωγή που ασκήθηκε πριν την 10.01.
  11. Επαναλαμβάνεται δε ότι οι Επίδικες Αποφάσεις είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την Αγγλική Διαδικασία εφόσον αφορούν τα έξοδα που προέκυψαν σε αυτή και για τα οποία οι Αιτήτριες κατέστησαν υπεύθυνες λόγω του ότι κρίθηκε ότι είχαν χρηματοδοτήσει μεγάλο μέρος της υπεράσπισης του εναγόμενου 2 στην εν λόγω αγωγή. Και έχει δίκαιο ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση ότι το άρθρο 66 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 δεν θα μπορούσε να τύγχανε αντίθετης ερμηνείας (δηλαδή αυτής που εισηγηθήκαν οι Αιτήτριες με την Ένσταση τους ότι για εκείνες εφαρμόζεται ο Κανονισμός 1215/12 αντί ο 44/2001), εφόσον τέτοια ερμηνεία θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα καθότι για ξεχωριστούς διάδικους σε μια «αγωγή» θα εφαρμόζονταν διαφορετικοί κανονισμοί στο στάδιο εκτέλεσης σε άλλο κράτος μέλος, κάτι το οποίο δεν προβλέπεται στον Κανονισμό 1215/2012 ο οποίος χρησιμοποιεί ως μοναδικό κριτήριο για εφαρμογή του την έναρξη της «αγωγής» αντί το σημείο που άρχισε η διαδικασία εναντίον ενός ατόμου κατά του οποίου επιδιώκεται η εκτέλεση. Σε κάθε περίπτωση η παρούσα Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τον βασικό λόγο ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια αναφορικά με την ερμηνεία της σχετικής Ευρωπαϊκής νομοθεσίας και το παρόν δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει το ίδιο για την ορθή ερμηνεία του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζοντας τον σχετικό Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1215/2012 στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης με αποτέλεσμα να μην είναι αναγκαία η παραπομπή στο Δ.Ε.Ε. για την έκδοση της απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου στην Αίτηση Παραμερισμού ημερομηνίας 3/8/2020 (βλ. σχετικά τις υποθέσεις Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων πιο πάνω καθώς και CILFIT πιο πάνω). Οι Επίδικες Αποφάσεις αποτελούσαν μέρος της Αγγλικής Διαδικασίας όπου εφαρμοζόταν ο Κανονισμός 44/2001 και συνεπώς τα εγειρόμενα ζητήματα μπορούν να αποφασιστούν από το παρόν Δικαστήριο, χωρίς τη συνδρομή του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθότι η παραπομπή δεν είναι αναγκαία για την έκδοση απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου επί της Αίτησης παραμερισμού ημερομηνίας 03.08.
  12. Από όσα αναφέρονται πιο πάνω είναι φανερό ότι η παρούσα Αίτηση προωθείται χωρίς καλό λόγο και θα πρέπει να απορριφθεί. Σημειώνεται δε, ότι σε πρόσφατο σχετικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Weil (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα που επιβεβαιώνουν την σημασία της χρονικής στιγμής έναρξης της αγωγής και όχι οποιασδήποτε μεταγενέστερης ημερομηνίας: «Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπενθυμισθεί ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 66 του κανονισμού 1215/2012, ο εν λόγω κανονισμός εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, στις αγωγές που ασκήθηκαν από τις 10 Ιανουαρίου 2015 και μετά, ο δε κανονισμός 44/2001 συνεχίζει να διέπει τις αποφάσεις που εκδίδονται επί αγωγών που ασκήθηκαν πριν από τις 10 Ιανουαρίου
  13. Επομένως, για τον καθορισμό του εφαρμοστέου κανονισμού ratione temporis, πρέπει να ληφθεί ως αφετηρία η ημερομηνία ασκήσεως της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της οποίας ζητείται η εκτέλεση, και όχι μεταγενέστερη ημερομηνία, όπως η ημερομηνία της αιτήσεως για την έκδοση της βεβαιώσεως περί εκτελεστότητας της εν λόγω αποφάσεως. Στην πιο πάνω υπόθεση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης η απόφαση τής οποίας ζητείτο η εκτέλεση αφορούσε αγωγή προγενέστερη της 10.01.2015 και το Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα της χρονικής εφαρμογής (ratione temporis) του Κανονισμού 44/
  14. Με βάση τα όσα αναφέρθηκαν στην Weil (πιο πάνω) κρίνω ότι δεν υπάρχει περιθώριο αμφιβολίας ότι ο εφαρμοστέος Κανονισμός είναι ο ΕΚ 44/2001 εφόσον οι Επίδικες Αποφάσεις εκδόθηκαν στα πλαίσια αγωγής που καταχωρήθηκε το
  15. Τέλος, θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο των Καθ' ων η αίτηση ότι και αν ακόμα ίσχυαν οι προϋποθέσεις παραπομπής ζητήματος στο Δ.Ε.Ε. κάτι που ως εξήγησα πιο πάνω δεν ισχύει , υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια με το να επιτρέψει την παραπομπή καθότι δεν εξυπηρετείται κάποιος ουσιαστικός σκοπός από παραπομπής στο Δ.Ε.Ε. Και τούτο καθώς καμία ζημιά δεν θα προκληθεί στις Αιτήτριες από την εφαρμογή του Κανονισμού ΕΚ 44/2001 στην υπόθεση τους ούτε και έχει καταδειχθεί με οποιοδήποτε τρόπο ότι εξυπηρετείται κάποιος ουσιαστικός σκοπός από παραπομπή στο Δ.Ε.Ε. ή από τυχόν εφαρμογή του Κανονισμού 1215/
  16. Στην περίπτωση δηλαδή που εφαρμοζόταν ο Κανονισμός ΕΕ 1215/2012 και όχι ο ΕΚ 44/2001 και πάλι οι Καθ' ων η Αίτηση θα είχαν το δικαίωμα να προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης σε σχέση με τις Επίδικες Αποφάσεις αμέσως μετά την έκδοση πιστοποιητικού από το αγγλικό δικαστήριο, με μόνη διαφορά ότι δεν θα ήταν απαραίτητη η εξασφάλιση από μέρους των Καθ' ων η αίτηση του Διατάγματος Εκτελεστότητας από το κυπριακό δικαστήριο (δηλ. το Διάταγμα του παρόντος Δικαστηρίου με ημερομηνία 29.01.2020). Επομένως η παρούσα αίτηση απολήγει να είναι αβάσιμη. Όπως έχει νομολογηθεί τόσο από τα Κυπριακά Δικαστήρια (βλ. Περικλέους πιο πάνω) όσο και από το Δ.Ε.Ε. (βλ. Daily Mail πιο πάνω), θα πρέπει το εγερθέν σημείο να προβάλλεται καλόπιστα και χωρίς υστερόβουλο κίνητρο ενώ στην παρούσα περίπτωση το μοναδικό κίνητρο των Αιτητριών θα μπορούσε να εκληφθεί ότι είναι η καθυστέρηση στην εκτέλεση των Επίδικων Αποφάσεων που έχουν εκδοθεί εναντίον τους. Επίσης, δεν έχουν καταδείξει πιο όφελος θα αποκομίσουν (εκτός από την καθυστέρηση της διαδικασίας εκτέλεσης στη Κύπρο) εάν το Δικαστήριο παραπέμψει το ζήτημα στο Δ.Ε.Ε ή εάν αποφασιστεί ότι εφαρμόζεται ο Κανονισμός 1215/2012 ο οποίος περιέχει σχεδόν πανομοιότυπους λόγους άρνησης εκτέλεσης με τον Κανονισμό 44/2001 βάσει του οποίου ήδη εκκρεμεί η Αίτηση των Αιτητριών με ημερομηνία 3.08.
  17. Τα πιο πάνω προκύπτουν αβίαστα με σύγκριση των άρθρων 34 και 35 του Κανονισμού 44/2001 με το άρθρο 45 του Κανονισμού 1215/
  18. Από την άλλη, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα παραβιάσει το δικαίωμα των Καθ' ων η αίτηση για δίκαιη δίκη και πρόσβαση στην δικαιοσύνη σε εύλογο χρόνο αλλά και την έννοια της τελεσιδικίας, εφόσον παρόλο που οι Καθ' ων η αίτηση έχουν εξασφαλίσει τις Επίδικες Αποφάσεις μετά από ακροαματική διαδικασία στην οποία οι Αιτήτριες είχαν ακουστεί και έχει ήδη καταχωριστεί αίτηση για παραμερισμό του Διατάγματος Εγγραφής στην Κύπρο, οι Αιτήτριες επιχειρούν τώρα να καθυστερήσουν ακόμα περισσότερο τη διαδικασία αποφεύγοντας την εκτέλεση των Επίδικων Αποφάσεων με αποτέλεσμα οι Καθ' ων η αίτηση να μην μπορούν να απολαύσουν τους καρπούς της επιτυχίας τους και να προωθήσουν τα μέτρα εκτέλεσης που ήθελε κριθούν αναγκαία στην Κύπρο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι η παρούσα αίτηση είναι αβάσιμη καθώς δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 267 της Σ.Λ.Ε.Ε., οι σχετικοί Κανονισμοί όπως και η σχετική νομολογία για παραπομπή ερωτήματος στο Δ.Ε.Ε. Η αίτηση απορρίπτεται. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εδώ Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εδώ Ατητριών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της Κυρίως Αίτησης οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.