ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ν. ΜΙΧΑΗΛ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2936/2014, 29/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A167 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: M. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2936/2014 Μεταξύ : XXXXX ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Ενάγουσας και
- XXXXX ΜΙΧΑΗΛ
- ΠΑ. ΜΙΧΑ ΛΤΔ
- XXXXX ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Εναγόμενων ------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 29 Οκτωβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα. Γ. Μιχαηλίδου για Νεοφύτου & Νεοφύτου ΔΕΠΕ Για εναγόμενους 1 και 2: κ. Στ. Μαυρομμάτης για Μαυρομμάτης & Χριστοδουλίδου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 3: κα. Κ. Λυσιώτη για Κ. Λυσιώτη & Ι. Μιχαήλ ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Τα δικόγραφα Η ενάγουσα με την παρούσα αγωγή της αξιώνει εναντίον των εναγόμενων το ποσό των €70.000 (Εβδομήντα Χιλιάδων Ευρώ) ως ειδικές αποζημιώσεις και ποσό που αδίκως ή και παρανόμως προσπορίστηκε ο Εναγόμενος 1 ή/και η Εναγόμενη 2 ή/και ο Εναγόμενος 3 κατά παράβαση ουσιώδη όρου της συμφωνίας ή/και κατά παράβαση σύμβασης ή/και δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας ή/και δυνάμει των αρχών Αποκατάστασης ή/και Αδικαιολόγητου Πλουτισμού ή/και σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Συμβάσεων Νόμου ή/και ως Money had and received ή και άλλως πως ή/και λόγω ψευδών παραστάσεων ή/και λόγω απάτης ή/και χωρίς νόμιμη αντιπαροχή ή/και χωρίς νόμιμο αντάλλαγμα ή/και ένεκα ακυρότητας της συμφωνίας (voidable) ένεκα αδυναμίας εκτέλεσης της (impossibility of performance) ή / και αοριστίας (vague). Περαιτέρω ζητά δηλωτική απόφαση του Δικαστηρίου ότι η προφορική ή/ και γραπτή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων με σκοπό την εγγραφή ή/ και μεταβίβαση ποσοστού μετοχών της Εναγόμενης 2 Εταιρείας, χρηματικής αξίας €70.000 (Εβδομήντα Χιλιάδων Ευρώ) στον σύζυγο της Ενάγουσας, είναι άκυρη ή/και εξ υπαρχής άκυρη ή/ και ακυρώσιμη, ως επίσης γενικές, τιμωρητικές ή/και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα, κατά ή περί την 29/06/2010, κατόπιν προτροπών ή και προφορικών παραστάσεων του συζύγου της, εναγόμενου 3, ως επίσης και προτροπών του εναγόμενου 1, προέβη σε σύναψη δανείου ύψους €105.000.- με την Ελληνική Τράπεζα με σκοπό αφενός την εξόφληση μέρους στεγαστικού δανείου της και αφετέρου την αγορά απροσδιόριστου μεριδίου μετοχών της εναγόμενης 2 εταιρείας προς όφελος του συζύγου της ενάγουσας, όπως της είχε αναφερθεί από τους εναγόμενους 1 και 3 και αυτό δήλωσε και η ίδια στην τράπεζα. Συγκεκριμένα η ενάγουσα από το εν λόγω ποσό δανείου εξέδωσε επιταγή ύψους €70.000.- ημερομηνίας 14/07/2010 προς όφελος του εναγόμενου 1 προσωπικά και επίσης του κατέβαλε πόσο €10.000.- σε μετρητά για την κατ' ισχυρισμό αγορά ή και μεταβίβαση ή και εγγραφή ποσοστού μετοχών της εναγόμενης 2 προς το σύζυγό της δηλαδή τον εναγόμενο 3, χωρίς όμως αυτό το ποσοστό μετοχών ή αριθμός μετοχών να είχε καθοριστεί. Η ενάγουσα γνώριζε από τα λεγόμενα ή και πληροφορίες που λάμβανε από τον εναγόμενο 3 ή και τον εναγόμενο 1 ότι πριν τη σύναψη της συμφωνίας της με τον εναγόμενο 1 προς όφελος του εναγόμενου 2, στην πραγματικότητα ο εναγόμενος 1 συμβλήθηκε με τον εναγόμενο 3 και συμφώνησαν, μεταξύ άλλων, όπως μεταβιβαστούν ή και εγγραφούν μετοχές της εναγόμενης 2 εταιρείας αντίστοιχης χρηματικής αξίας του ποσού των €80.000, χωρίς όμως να συγκεκριμενοποιηθεί ποτέ αυτό το ποσοστό των μετοχών ή ο αριθμός των μετοχών. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η ενάγουσα βασιζόμενη αποκλειστικά στις προφορικές παραστάσεις του εναγόμενου 1, συμφώνησε ή και προέβη σε σύναψη προφορικής ή και γραπτής συμφωνίας με τον εναγόμενο 1 η οποία προέβλεπε όπως ο εναγόμενος 1 εγγράψει ή και μεταβιβάσει αδιευκρίνιστο ποσοστό ή και αριθμό μετοχών χρηματικής αξίας €80.000 επ' ονόματι του συζύγου της, εναγόμενου
- Μετά τη σύναψη της συμφωνίας και μετά τη σύναψη του δανείου και την καταβολή του ποσού των €80.000, ο εναγόμενος 1 κατέβαλε ή και επέστρεψε στην ενάγουσα το ποσό των €10.000.-, για λόγους που δεν αφορούν την ενάγουσα. Η ενάγουσα δε ισχυρίζεται ως ακολούθως: - Ανεξάρτητα της αοριστίας της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, ο εναγόμενος 1 ή και η εναγόμενη 2 παρέλειψαν ή και σκοπίμως αμέλησαν να εγγράψουν ή και να μεταβιβάσουν το ως άνω αδιευκρίνιστο ποσοστό ή και αριθμό μετοχών στο σύζυγό της εναγόμενο 3, κατά παράβαση της συμφωνίας τους με την ενάγουσα. - Κατόπιν αόριστης προφορικής συμφωνίας κατέβαλε το ποσό των €70.000 στον εναγόμενο 1 χωρίς την πρόθεση να το πράξει χαριστικά ή και άνευ νόμιμου ανταλλάγματος και ως εκ τούτου ο εναγόμενος 1 ή και η εναγόμενη 2 όφειλαν από κοινού ή και ξεχωριστά να επιστρέψουν το ποσόν. - Ήταν ουσιώδης ή και εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας ή και ακυρώσιμης συμφωνίας μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου 1, ότι το αντίστοιχο ποσοστό των μετοχών ισάξιο του ποσού των €80.000, θα μεταβιβαζόταν ή και θα εγγραφόταν στο όνομα του συζύγου της, εναγομένου 3, με την αποπληρωμή του ποσού της αντίστοιχης αξίας των μετοχών, υπόσχεση ή και όρος ο οποίος ουδέποτε τηρήθηκε ή και τιμήθηκε από μέρους του εναγόμενου 1 ή και εναγόμενης 2 ή και εναγόμενο 3, κατά παράβαση της συμφωνίας, κατά τα άλλα αόριστης και ακυρώσιμης. - Μετά την πληρωμή του ρηθέντος ποσού, ο εναγόμενος 1 και ο εναγόμενος 3 δολίως ή και παρανόμως ή και άλλως πως απέκρυψαν το γεγονός ότι ο εναγόμενος 3 όφειλε στον εναγόμενο 1 ή και στην εναγόμενη 2 οποιοδήποτε χρηματικό ποσό, με σκοπό να αποσπάσουν από την ενάγουσα το χρηματικό ποσό των €70.000 για την αποπληρωμή χρέους του εναγομένου 3 προς την εναγόμενη 2 ή και τον εναγόμενο 1, κάτι που της φανέρωσε ο εναγόμενος 1 μετά που έλαβε από την ενάγουσα το πιο πάνω ποσό. Αυτό οι εναγόμενοι 1 και 3 όφειλαν να της το αναφέρουν. Είναι δε η θέση της ότι ο εναγόμενος 1 ουδέποτε είχε πρόθεση ή και ουδέποτε σκόπευε να εγγράψει ή και να μεταβιβάσει ή και ουδέποτε ενέγραψε ή και μεταβίβασε οποιοδήποτε ποσοστό μετοχών στο σύζυγό της. Επίσης ο εναγόμενος 1 σκοπίμως προέβη σε ενεργό απόκρυψη γεγονότος, ήτοι την ύπαρξη του οφειλόμενου ποσού από το σύζυγό της βάσει του οποίου η ενάγουσα προέβη στη σύναψη της συμφωνίας μαζί του καθότι δεν είχε πρόθεση να εκπληρώσει ή και δεν εκπλήρωσε οιανδήποτε υπόσχεση του, εξαπατώντας έτσι την ενάγουσα και αναγκάζοντας την δια ψευδών παραστάσεων ή και ψευδών γεγονότων να προβεί σε συμφωνία με σκοπό την απόσπαση του ποσού των €70.000.-. - Η ενάγουσα συνέπεια δόλου ή και απάτης και άνευ οιουδήποτε ανταλλάγματος, κατέβαλε το ποσό των €70.000.- προς τον εναγόμενο 1 αφενός γιατί στηρίχθηκε στις ψευδείς προτροπές ή και παραστάσεις του συζύγου της, εναγόμενου 3, ή και του εναγομένου 1, αλλά και αφετέρου λόγω της σκόπιμης απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων από πλευράς του εναγομένου 1, γεγονότων βάσει των οποίων η συμφωνία θεωρείται εξαρχής άκυρη καθότι η καταβολή του ποσού των €70.000.- δεν έγινε έναντι νόμιμου ανταλλάγματος ή και έναντι νόμιμης αντιπαροχής και περαιτέρω η ενάγουσα δεν είχε σκοπό να συμβληθεί σε δάνειο χαριστικά υπέρ των εναγόμενων 1 και 3, ούτε λέχθηκε ποτέ κάτι τέτοιο. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ενάγουσας για επιστροφή των χρημάτων που ο εναγόμενος 1 ή και η εναγόμενη 2 έχει δόλια προσποριστεί, ο εναγόμενος 1 ουδέν χρηματικό ποσό έχει καταβάλει μέχρι σήμερα στην ενάγουσα, χωρίς παρόλα αυτά να έχει αμφισβητήσει ή και αρνηθεί τις αξιώσεις της Ενάγουσας αλλά αντιθέτως έχει προβεί σε πλήρη προφορική παραδοχή των ως άνω αναφερομένων γεγονότων, δηλώνοντας όμως αδυναμία να επιστρέψει τα χρήματα. Επίσης ο εναγόμενος 1 προέβαλλε διάφορες υποτιθέμενες λύσεις για επιστροφή των χρημάτων, όπως η παροχή μετοχών στην ίδια την ενάγουσα χωρίς όμως οποιαδήποτε αξία και άρα άνευ νόμιμου ή και ισάξιου ανταλλάγματος, και περαιτέρω χωρίς την καταβολή μερισμάτων και χωρίς να διαφαίνεται ότι υπήρχε η οποιαδήποτε πραγματική αξία που να αντιπροσωπεύει την αξία των €70.000 που κατέβαλε η ενάγουσα, με αποτέλεσμα εκτός της αοριστίας της σύμβασης να υπάρχει και ζήτημα αδυναμίας εκτέλεσης σε τέτοιο βαθμό που είναι ο ισχυρισμός και η θέση της ότι οι πιο πάνω δήθεν προτάσεις του εναγομένου ενέτειναν τον εμπαιγμό της βάρος της, αφού η ίδια έχει ως μοναδικό σκοπό την επιστροφή των χρημάτων που της απέσπασε ο εναγόμενος 1, δεδομένου ότι η μεταξύ τους συμφωνία είναι ακυρώσιμη και τερματισθείσα. Η ενάγουσα τερμάτισε τη συμφωνία και αξιώνει δια της εγέρσεως της αγωγής τα πιο πάνω πόσα. Οι εναγόμενοι 1 και 2 στην υπεράσπιση τους εγείρουν δύο προδικαστικές ενστάσεις. Με την πρώτη ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα δεν έχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους και η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Με τη δεύτερη προβάλλουν τη θέση ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση και ότι αρμόδιο για την εκδίκαση της είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας. Από εκεί και πέρα, πλην κάποιων παραδοχών στις οποίες προβαίνουν, οι οποίες σημειώνεται αφορούν γεγονότα που έχουν συμπεριληφθεί στην ενότητα παραδεκτών γεγονότων κατωτέρω, αρνούνται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Ισχυρίζονται δε ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης είναι τα ακόλουθα: - Κατά ή περί το 2010 ο εναγόμενος 3, ο οποίος είναι αδελφός της συζύγου του εναγομένου 1, ζήτησε από τον εναγόμενο 1 όπως εργοδοτηθεί από την εναγόμενη 2 και ο εναγόμενος 1, υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της εναγόμενης 2 αποδέχτηκε και ως εκ τούτου ο εναγόμενος 3 εργοδοτήθηκε στην εναγόμενη
- - Λίγο καιρό αργότερα ο εναγόμενος 3 πρότεινε στον εναγόμενο 1 να του πωλήσει μέρος των μετοχών του στην εναγόμενη 2, εκφράζοντας ενδιαφέρον για αγορά του 30% των μετοχών της εναγόμενης
- - Ο εναγόμενος 1 λόγω των οικογενειακών και ή συγγενικών σχέσεων με τον εναγόμενο 3 και την ενάγουσα, ανέφερε σε αυτόν ότι θα έπρεπε η πρόταση αυτή να συζητηθεί και με την ενάγουσα ως σύζυγό του. Ενόψει αυτού διευθετήθηκε συνάντηση μεταξύ του εναγομένου 1 και του εναγομένου 3 και της ενάγουσας, στα πλαίσια της οποίας η ενάγουσα ανέφερε στον εναγόμενο 1 ότι ήταν ενήμερη για την πρότασή του εναγομένου 3 και ότι ήταν σύμφωνη με αυτήν. - Στις μεταξύ του εναγομένου 1 και εναγομένου 3 συζητήσεις καθορίστηκε ότι το αντάλλαγμα για το 30% των μετοχών της εναγόμενης 2 θα ήταν το ποσό των €80.000.-. - Για λόγους οι οποίοι δεν είναι γνωστοί στους εναγόμενους το δάνειο για την εξασφάλιση του ποσού των €80.000 έγινε στο όνομα της ενάγουσας. Το εν λόγω ποσό καταβλήθηκε δε στον εναγόμενο
- - Ακολούθως ο εναγόμενος 3 και ή συνδεδεμένο με τον εναγόμενο 3 πρόσωπο μεταβίβασε επ' ονόματι της εναγόμενης 2 ένα μηχανοκίνητο όχημα έναντι του τιμήματος πώλησης των μετοχών και ή προς εξόφληση ποσού €10.000 από το τίμημα πώλησης των μετοχών και για τον πιο πάνω λόγο ο εναγόμενος 1 επέστρεψε ποσό €10.000.-. - Από τον χρόνο καταβολής του πιο πάνω ποσού, ο εναγόμενος 1 επανειλημμένα κάλεσε τον εναγόμενο 3 να υπογράψει τα αναγκαία έγγραφα για την μεταβίβαση και εγγραφή των μετοχών επ'ονόματι του, όμως ο εναγόμενος 3 αμελούσε και ή παρέλειπε να προσέλθει για την υπογραφή των αναγκαίων για τη μεταβίβαση και εγγραφή των μετοχών εγγράφων. Το γεγονός αυτό ήταν εις γνώση της ενάγουσας. - Οι εν λόγω μετοχές κατέχονται από τον εναγόμενο 1 ως καταπιστευματοδόχο του εναγόμενου 2, ο εναγόμενος 1 δε ήταν και παραμένει έτοιμος να μεταβιβάσει και εγγράψει τις εν λόγω μετοχές επ' ονόματι του εναγομένου
- Με αυτά υπόψη οι εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται τις αξιώσεις της ενάγουσας και ζητούν την απόρριψη της αγωγής. Ο εναγόμενος 3 στην δική του υπεράσπιση εγείρει επίσης προδικαστικές ενστάσεις. Παρατηρώ δε ότι οι αυτές, πλην μίας, είναι ουσιαστικά ίδιες με αυτές των εναγόμενων 1 και
- Με την επιπρόσθετη ένσταση του ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα εκ της θέσεως της ως δημόσιος λειτουργός δεν νομιμοποιείται να αξιώνει και να εισπράττει ποσά για αγορά και ή πώληση μετοχών και συνεπώς δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή. Από κει και πέρα θα αναφέρω και εδώ ότι κάποια γεγονότα που γίνονται παραδεκτά από τον εναγόμενο 3 έχουν συμπεριληφθεί στην ενότητα παραδεχτών γεγονότων αμέσως πιο κάτω. Επί της ουσίας όμως υπάρχει άρνηση των ισχυρισμών της ενάγουσας και είναι η θέση του ότι η ενάγουσα αναφέρει επιλεκτικά ή και προσαρμόζει μέρος των όσων συμφωνήθηκαν. Ισχυρίζεται δε ως ακολούθως: - Η ενάγουσα και ο εναγόμενος 3, οι οποίοι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν σύζυγοι και συμβίωναν, επιθυμούσαν από κοινού και ταυτοχρόνως να επενδύσουν στην εναγόμενη 2 και μετά από κοινή απόφαση προέβησαν στη σύναψη δανείου με σκοπό την αγορά μετοχών και ταυτόχρονα την εξόφληση του στεγαστικού δανείου τους που αφορούσε τη συζυγική κατοικία. Αφού εξασφάλισαν δάνειο, με πρωτοφειλέτιδα την ενάγουσα και εγγυητές τον ίδιο και τον πεθερό του, υποθηκεύοντας ταυτόχρονα και την συζυγική κατοικία, κατέβαλαν στον εναγόμενο 1 το ποσό των €80.000.- με σκοπό την αγορά μετοχών της εναγόμενης
- - Η ενάγουσα και ο εναγόμενος 3 το διάστημα κατά το οποίο αγόρασαν τις μετοχές δεν μπορούσαν να τις εγγράψουν επ' ονόματι τους, η μεν ενάγουσα διότι ήταν δημόσιος υπάλληλος και κάτι τέτοιο απαγορευόταν από την ισχύουσα νομοθεσία και ο εναγόμενος 3 διότι είχε φορολογικές και ή άλλες εκκρεμότητες λόγω παλαιότερων επενδύσεων. Έλαβαν δε περί τούτων και συμβουλή από ελεγκτικό γραφείο το οποίο τους επεξήγησε ότι θα μπορούσαν οι μετοχές να παραμείνουν εγγεγραμμένες επ' ονόματι του πωλητή και ή άλλου τρίτου προσώπου, ο οποίος θα λειτουργούσε ως καταπιστευματοδόχος. Έγγραφη συμφωνία καταπιστεύματος δεν υπογράφηκε λόγω της συγγενικής σχέσης την οποίαν είχαν η ενάγουσα, ο εναγόμενος 1 και ο εναγόμενος 3, η οποία σχέση ήταν ταυτόχρονα και σχέση εμπιστοσύνης. - Η ενάγουσα και ο εναγόμενος 3 συμφώνησαν όπως οι μετοχές παραμείνουν εγγεγραμμένες στο όνομα του εναγομένου 1 μέχρι να ξεκαθαρίσουν και ή να επιλύσουν και ή να παύσουν τα πραγματικά και ή νομικά κωλύματα και ή εμπόδια τα οποία είχαν και ή αντιμετώπιζαν οι ίδιοι, έτσι ώστε να είναι εφικτή η μεταβίβαση των μετοχών σε αμφότερους ή και σε ένα εξ αυτών ή και σε πρόσωπο το οποίο οι ίδιοι θα κατονόμαζαν. Έκτοτε δε ο εναγόμενος 1 κατέχει τις μετοχές της ενάγουσας και του εναγομένου 3 και λειτουργεί ως εμπιστευματοδόχος και ή αντιπρόσωπος αυτών. - Ο εναγόμενος 3 ισχυρίζεται επίσης ότι το εν λόγω λόγο πόσο καταβλήθηκε για την αγορά του 25% των μετοχών της εναγόμενης
- Ως προς τη θέση δε της ενάγουσας ότι δεν έγινε μεταβίβαση των μετοχών, αναφέρει ότι το ποσό των €80.000 καταβλήθηκε κατά ή περί τον Ιούλιο του 2010 και συνεπώς θα ήταν αδιανόητο να μην ελάμβαναν οποιοδήποτε μέτρο εάν ο εναγόμενος 1 καλείτο να μεταβιβάσει τις μετοχές και δεν το έπραττε επί σειρά τεσσάρων και πλέον ετών. Επίσης ισχυρίζεται ότι όλοι οι εναγόμενοι ενήργησαν με καλή πίστη και μέχρι σήμερα δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα αφού ο εναγόμενος 1 εξακολουθεί να λειτουργεί ως εμπιστευματοδόχος της ενάγουσας και του εναγομένου 3 και ουδέποτε έχουν παραβιαστεί τα δικαιώματά τους επί των αγορασθέντων μετοχών. Αντίθετα η ενάγουσα η οποία τεχνηέντως προσαρμόζει τα γεγονότα λόγω τις διάστασης της με τον εναγόμενο 3 και επειδή δεν επιθυμεί να επιλυθούν οι περιουσιακές τους διαφορές μέσω του αρμόδιου Δικαστηρίου, κατέφυγε στην επίδικη αγωγή. Περαιτέρω ο εναγόμενος 3 ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα δεν αποκαλύπτει στην αγωγή τις οποιεσδήποτε λεπτομέρειες δόλου και ή απάτης και ή ψευδών παραστάσεων από μέρους του. Τέλος ο εναγόμενος 3 αναφέρει ότι ουδέποτε μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής η ενάγουσα διεκδίκησε την εγγραφή των μετοχών επ' ονόματι του και ή επ' ονόματι της και ή επ' ονόματι τρίτου προσώπου βάσει της συμφωνίας. Και ενόψει όλων των ανωτέρω αρνείται τις αξιώσεις της ενάγουσας και ζητά την απόρριψη της αγωγής. Η ενάγουσα στο απαντητικό της δικόγραφο (κοινό για όλους τους εναγόμενους) αρνείται ουσιαστικά τους ισχυρισμούς των εναγόμενων και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης της. Παραδεκτά ή αδιαμφησβήτητα γεγονότα Έχοντας υπόψη αφενός τα δικόγραφα και αφετέρου τη μαρτυρία που δόθηκε και δεν έχει αμφισβητηθεί, προκύπτει ότι αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ όλων των πλευρών τα ακόλουθα:
- H ενάγουσα είναι Κύπρια Υπήκοος, με Α.Δ.Τ XXXXX85, και διαμένει στην οδό XXXXX 8, Διαμ. XXXXX, XXXXX, XXXXX, και είναι δημόσιος υπάλληλος, ήτοι XXXXX σε δημόσιο σχολείο της Επαρχίας Λάρνακας.
- Ο Εναγόμενος 1 είναι Κύπριος Υπήκοος και διευθυντής, γραμματέας αλλά και μέτοχος της Εναγόμενης 2 Εταιρείας (τεκμ.2 και 6). Η Εναγόμενη 2 δε είναι Εταιρεία υπό την επωνυμία ΠΑ. ΜΙΧΑ ΛΤΔ, δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών, με αρ. εγγραφής ΗΕ 254942 και έδρα της την Λάρνακα (τεκμ.2) και κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με την αγορά και ή πώληση εμφιαλωμένου νερού καθώς και με άλλες παρεμφερείς εργασίες εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πιο συγκεκριμένα η εναγόμενη 2 από την αρχή της ίδρυσης της ασχολήθηκε με το εμπόριο εμφιαλωμένου νερού τόσο σε λιανικό όσο και σε χονδρικό επίπεδο και εκτός των άλλων είχε συνάψει συνεργασία με την ελληνική εταιρεία ΝΕΡΑ ΚΡΗΤΗΣ ΑΒΕΕ για αποκλειστική εισαγωγή και πώληση εμφιαλωμένου νερού από την Ελλάδα στην Κύπρο με την επωνυμία «Νερά Κρήτης», γεγονός που βοήθησε στην ραγδαία ανάπτυξη της εναγόμενης 2 εταιρείας.
- Αν και δεν παρουσιάζεται στα έγγραφα της εναγόμενης 2 εταιρείας, ένα τρίτο πρόσωπο είναι ο πραγματικός δικαιούχος ποσοστού 30% των μετοχών της εταιρείας. Οι μετοχές του εν λόγω προσώπου κατέχονται από τον εναγόμενο 1 για λογαριασμό του. Αυτό ήταν εν γνώσει της ενάγουσας.
- Ο Εναγόμενος 3 είναι Κύπριος Υπήκοος και κατά πάντα ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν σύζυγος της ενάγουσας. Από τον Ιούλιο του 2014 δε επήλθε διάσταση μεταξύ τους, ενώ ο γάμος τους λύθηκε την 20/04/2016, βάσει διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας (τεκμ.3). Μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 3 εκκρεμούν δικαστικές διαδικασίες στο Δικαστήριο Οικογενειακών Διαφορών για διάφορα θέματα οικογενειακής φύσης.
- Ο εναγόμενος 3 επίσης είναι κουνιάδος του εναγόμενου 1 ήτοι αδελφός της συζύγου του.
- Περί τον Μάρτιο του 2010 ο εναγόμενος 3 ζήτησε από τον εναγόμενο 1 να τον εργοδοτήσει στην εναγόμενη 2 και επειδή τόσο με τον ίδιο όσο και με την τότε σύζυγο του δηλαδή την ενάγουσα, ο εναγόμενος 1 διατηρούσε άριστες οικογενειακές σχέσεις, συμφώνησε. Λίγους μήνες δε μετά την έναρξη της εργοδότησης του, ο εναγόμενος 3 ζήτησε από τον εναγόμενο 1 να σκεφτεί το ενδεχόμενο να αγοράσει μετοχές της εταιρείας του και να γίνουν συνέταιροι.
- Το θέμα της αγοράς των μετοχών συζητήθηκε και στην παρουσία του εναγόμενου 1, του εναγόμενου 3 και της ενάγουσας, σε συνάντηση που έγινε για το σκοπό αυτό, ενώ η ενάγουσα και ο εναγόμενος 3 είχαν συνάντηση αναφορικά με το θέμα μαζί με λογιστή - εγκεκριμένο ελεγκτή. Στην τελευταία αυτή συνάντηση ξεκαθαρίστηκε στην ενάγουσα ότι οι μετοχές δεν θα μεταβιβαστούν άμεσα στον εναγόμενο 3 για φορολογικούς λόγους και θα ανέμεναν να περάσουν 3 χρόνια για να γίνει αυτό, αλλά και ότι οι μετοχές θα παρέμεναν στο όνομα του εναγόμενου 1 και η ενάγουσα το δέχτηκε. Η ενάγουσα συζήτησε το θέμα και με τον πατέρα της.
- Προς το σκοπό δε πληρωμής του ποσού των €80.000.- που συμφωνήθηκε ως τίμημα για την αγορά μετοχών της εναγόμενης 2 αξίας €80.000.-, η ενάγουσα, στις 29/06/2010, προέβη σε σύναψη δανείου ύψους €105.000.- (Εκατό Πέντε Χιλιάδων Ευρώ) με την Ελληνική Τράπεζα με σκοπό αφενός την εξόφληση μέρους στεγαστικού δανείου της και αφετέρου την αγορά μεριδίου μετοχών της Εναγόμενης 2 Εταιρείας προς όφελος του συζύγου της, εναγόμενου
- Στο ως άνω δάνειο η ενάγουσα ήταν η πρωτοφειλέτιδα και για εξασφάλιση του εν λόγω δανείου υποθήκευσε το ιδιόκτητο διαμέρισμα της, μερίδιο το όλον, που βρίσκεται στην οδό XXXXX 8, Διαμ. XXXXX, XXXXX, XXXXX, ενώ ο πατέρας της κ. XXXXX Σωτηρίου, Α.Δ.Τ XXXXX22 και ο τότε σύζυγος της Εναγόμενος 3 ήταν οι επιπρόσθετοι απαραίτητοι εγγυητές για την σύναψη του εν λόγω δανείου (τεκ.4).
- Συγκεκριμένα, από τις €105.000.- (Εκατό Πέντε Χιλιάδων Ευρώ), που ήταν το ύψος του δανείου, η ενάγουσα εξέδωσε την επιταγή υπ' αριθμόν XXXXX2943 ημερ. 14/07/2010 της Ελληνικής Τράπεζας ύψους €70.000.- (Εβδομήντα Χιλιάδων Ευρώ) προς όφελος του Εναγόμενου 1 προσωπικά (τεκμ.5), και επίσης κατέβαλε στον Εναγόμενο 1 το ποσό των €10.000.- (Δέκα Χιλιάδων Ευρώ) σε μετρητά. Το υπόλοιπο ποσό των €25.000.- (Είκοσι Πέντε Χιλιάδων Ευρώ) του δανείου χρησιμοποιήθηκε για την αποπληρωμή του στεγαστικού της δανείου.
- Η ενάγουσα συνεχίζει να καταβάλλει τις δόσεις του δανείου (βλ. τεκμ.7 και 10), το οποίο αναμένεται να εξοφληθεί το
- Μετά την καταβολή του ποσού των €80.000.- προς τον εναγόμενο 1, και συγκεκριμένα μετά από κάποιες μέρες, ο τελευταίος επέστρεψε στην ενάγουσα το ποσό των €10.000.-. Το εν λόγω ποσό επιστράφηκε γιατί συμφωνήθηκε η μεταβίβαση από τον εναγόμενο 3 προς την εναγόμενη 2 ενός αυτοκινήτου αξίας €10.000.-. Σε κάθε περίπτωση το τίμημα πώλησης των μετοχών θεωρήθηκε ως εξοφληθέν.
- Μέχρι και σήμερα δεν έχει μεταβιβαστεί στον εναγόμενο 3 οποιοδήποτε ποσοστό μετοχών.
- Μετά την διάσταση της ενάγουσας με τον εναγόμενο 3, ο τελευταίος παραιτήθηκε από την εργασία του στην εναγόμενη
- Μετά την διάσταση της ενάγουσας με τον εναγόμενο 3, η πρώτη επικοινώνησε με τον εναγόμενο 1 και του ζήτησε να της δώσει ή και να της επιστρέψει το ποσό των €70.000.- αλλά ο εναγόμενος 1 αρνήθηκε. Συνεπώς όσα αναφέρονται ανωτέρω γίνονται ευρήματα του Δικαστηρίου. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της ενάγουσας εναντίον των εναγόμενων, κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η ίδια η ενάγουσα. Από πλευράς δε Εναγόμενων 1 και 2 έδωσε μαρτυρία ο Εναγόμενος 1, ενώ η πλευρά του Εναγόμενου 3 δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας των δύο μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των παραδεκτών ή και αδιαμφησβήτητων γεγονότων και των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του, χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Εδώ παρατίθεται μια σύνοψη των όσων ανέφεραν οι δύο μάρτυρες. Η Ενάγουσα αναφέρθηκε στα γεγονότα (βλ. την γραπτή της δήλωση τεκμ.1), προωθώντας ουσιαστικά όλες τις θέσεις που καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης της και έχουν σημειωθεί στην αρχή της παρούσας. Σημειώνω εδώ την αναφορά της ότι οι εναγόμενοι 1 και 3, μετά την καταβολή των χρημάτων, είχαν τότε προβάλει κωλύματα ότι είχαν μαζί μια άλλη εταιρεία, με μπογιατίσματα, ήτοι κάποια CMG, και έπρεπε για κάποιο λόγο να μην υπήρχε εκείνη η εταιρεία, πιθανόν λόγω φορολογικών υποχρεώσεων. Συγκεκριμένα της είχε λεχθεί ότι για τα 3 επόμενα χρόνια δεν θα μεταβιβάζονταν μετοχές για αυτό το λόγο. Πέραν των 3 αυτών χρόνων, τα οποία παρήλθαν, ουδέποτε είχε αναφερθεί ότι θα κρατούνταν είτε για οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάστημα είτε επ' αόριστο οι μετοχές αυτές στη βάση καταπιστεύματος ως διατείνονται στην υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι. Επίσης ανέφερε ότι κατόπιν καταβολής του πιο πάνω ποσού από μέρους της, και μετά την πάροδο 3 χρόνων που αναφέρει πιο πάνω, όταν συζητούσαν με τον Εναγόμενο 1 στα πλαίσια συζητήσεων τους, αυτός της ανέφερε για πρώτη φορά την ύπαρξη κάποιου χρέους του Εναγομένου 3 προς τους Εναγόμενους 1 & 2 που έπρεπε να εξοφληθεί. Τον ισχυρισμό αυτό αργότερα και μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, τον διέψευσε ο εναγόμενος 1 όταν την κάλεσε άνευ λόγου και αιτίας και της το ανέφερε προφανώς για σκοπούς της υπεράσπισης τους για να επικαλεστούν ότι δεν προέβηκαν σε απόσπαση των χρημάτων της στη βάση δόλου ή άλλως πως. Ο Εναγόμενος 1 επίσης αναφέρθηκε στα γεγονότα (βλ. την γραπτή της δήλωση τεκμ.11) και προώθησε την εκδοχή των εναγόμενων 1 και 2 ως τούτη καταγράφεται στην υπεράσπιση τους και αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας. Σημειώνεται εδώ ότι ο εναγόμενος 1 τόνισε ότι από την πρώτη στιγμή ήταν έτοιμος να υλοποιήσει και το τυπικό μέρος της συμφωνίας δηλαδή να μεταβιβάσει στον εναγόμενο 3 τις μετοχές που αγόρασε και δεν είχε οποτεδήποτε κανένα απολύτως κώλυμα για να πράξει αυτό όπως λανθασμένα ή και ψευδώς ισχυρίζεται η ενάγουσα. Πέραν τούτου σε τακτά χρονικά διαστήματα δήλωνε την ετοιμότητα του να προβεί στην μεταβίβαση των μετοχών στον εναγόμενο 3 τόσο στον ίδιο όσο και πάρα πολλές φορές και στην ίδια την ενάγουσα ή στην παρουσία της ενάγουσας και άλλων συγγενικών προσώπων αλλά πάντοτε ο εναγόμενος 3 του δήλωνε ότι δεν το επιθυμούσε ακόμη και να μην ανησυχεί αφού του είχε πλήρη εμπιστοσύνη. Σε όλη την διάρκεια του έγγαμου βίου της ενάγουσας και του εναγομένου 3, η απάντηση τους, όταν τους έλεγε πως όποτε το επιθυμούν να υπογράψουν την μεταβίβαση στον εναγόμενο 3, ήταν ότι οι λόγοι για τους οποίους δεν μεταβιβάστηκαν εξαρχής οι μετοχές στον εναγόμενο 3 δεν εξέλιπαν και ως εκ τούτου συνέχισε να έχει στην κατοχή του και στο όνομα του τις μετοχές που αναλογούσαν στον εναγόμενο 3 με βάση την συμφωνία τους. Ανέφερε επίσης ότι πώλησε τις μετοχές του στον εναγόμενο 3 περί τον Ιούλιο του έτους 2010, εισέπραξε το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης και έκτοτε μέχρι και τον Ιούλιο του 2014 οπότε επήλθε διάσταση στο γάμο των διαδίκων ούτε ο εναγόμενος 3 αλλά ούτε και η μέχρι τότε σύζυγος του, δηλ. η ενάγουσα, αξίωσαν οποτεδήποτε να μεταβιβάσει τις μετοχές. Αγορεύσεις / Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών Όλες οι πλευρές, μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, παρουσίασαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους. Οι αγορεύσεις έχουν τύχει σημειώνεται ενδελεχούς μελέτης. Δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων έχουν αναφερθεί στις αγορεύσεις και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο θα παρατεθούν κατωτέρω συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Η Ενάγουσα
- Έχω παρακολουθήσει με μεγάλη προσοχή την συγκεκριμένη μάρτυρα ενώ κατέθετε και τις απαντήσεις της. Έχω περαιτέρω μελετήσει τη μαρτυρία της και την έχω αντιπαραβάλει με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί.
- Η εντύπωση που σχημάτισα για την μάρτυρα αυτή δεν είναι καλή. Έχοντας υπόψη τις απαντήσεις της, τον τρόπο που απαντούσε και την όλη συμπεριφορά της στο εδώλιο ενώ κατέθετε, μου έδωσε την εικόνα ότι ακριβώς αυτή ήταν διατεθειμένη να πει ότι χρειάζεται απλά και μόνον γιατί έτσι συνέφερε την υπόθεση της. Δεν διατηρώ δε καμία αμφιβολία ότι η μάρτυρας αυτή δεν είπε την αλήθεια και προσπάθησε να παραπλανήσει, αλλά και ότι αυτό που έγινε στην πραγματικότητα ήταν προσπάθεια από μέρους της να προσαρμόσει την όλη ιστορία κατά τρόπο ώστε να εξυπηρετεί την υπόθεση της, έχοντας υπόψη τα νέα δεδομένα στη ζωή της και συγκεκριμένα τη διάσταση με το σύζυγο της, εναγόμενο 3, και το διαζύγιο τους ακολούθως. Η όλη υπόθεση της θα πρόσθετα εδώ κρίνεται συγκεχυμένη και αναξιόπιστη. Σε κάθε περίπτωση σημειώνω ότι αυτή καθόλου δεν έπεισε για την εκδοχή της. Πιο συγκεκριμένα: (α) Κατ' αρχήν να σημειωθεί ότι η ενάγουσα δεν έχει πείσει καθόλου ότι έχει η ίδια προβεί σε οποιαδήποτε συμφωνία με τον εναγόμενο 1 ή τους εναγόμενους. Δεν ανέφερε ποτέ τι λέχθηκε συγκεκριμένα στη συνάντηση της με τους εναγόμενους 1 και 3 ή και δεν έχει δώσει καμία πειστική λεπτομέρεια ώστε να στοιχειοθετήσει τη θέση της περί συμφωνίας της με τους εναγόμενους. Σίγουρα δε το γεγονός ότι συμμετείχε σε μια συνάντηση με τους εναγόμενους 1 και 3 ή ότι ο εναγόμενος 1 στη συνάντηση διαβεβαίωσε ότι θα έκανε ότι είναι δυνατό για να πετύχει η επιχείρηση, δεν την καθιστά μέρος της συμφωνίας, ούτε και υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο εναγόμενος 1 ανέλαβε απέναντι της οποιαδήποτε δέσμευση. Εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία της περί συμφωνίας της ίδιας με τους εναγόμενους κρίνεται γενική, αόριστη και μη πειστική. (β) i. Ως προς την αναφορά της στην αντεξέταση της ότι η ίδια ήταν δημόσιος υπάλληλος και δεν μπορούσε να έχει μετοχές, οπότε δεν ζήτησε να αγοράσει ούτε να πωλήσει μετοχές και γι' αυτό εκείνο που ζήτησε από τον εναγόμενο 1 μετά τη διάσταση με το σύζυγο της ήταν να της καταβληθεί το χρηματικό ποσό που έδωσε γιατί δεν είχε πάρει κάποιο κέρδος / αντίτιμο όλα αυτά τα χρόνια, αυτή κρίνεται ως αντιφατική. Διότι ακριβώς η συμφωνία μεταξύ των εναγόμενων 1 και 3 προνοούσε μεταβίβαση μετοχών στον εναγόμενο 3 και δεν θα υπήρχε κάποιο κέρδος για την ίδια. Άρα για ποιο κέρδος ή αντίτιμο στην ίδια ομιλεί; ii. Από εκεί και πέρα, ως προς τη θέση ότι δεν υπήρξε αντίτιμο ή αντάλλαγμα γενικότερα, σημειώνεται ότι ακριβώς οι άμεσα ενδιαφερόμενοι ήτοι οι εναγόμενοι 1 και 3 αναφέρουν ότι ουδέν πρόβλημα υπάρχει και ο εναγόμενος 1 συνεχίζει να κρατά τις μετοχές για λογαριασμό του εναγόμενου 3, ο οποίος από τον Ιούλιο του 2010 είναι ο 3ος συνέταιρος στην εταιρεία. Τονίζεται εδώ πως και η ενάγουσα δέχτηκε κατά την αντεξέταση της ότι ο σύζυγος της ουσιαστικά κατέστη συνέταιρος στην εταιρεία και παρέμενε το τυπικό μέρος της μεταβίβασης των μετοχών, ως επίσης τονίζεται και η δήλωση της ότι δεν γνωρίζει αν μετά τη διάσταση της είχαν ξεπεραστεί τα προβλήματα που είχε ο σύζυγος της για να μπορέσει να προχωρήσει η μεταβίβαση. Επίσης ο εναγόμενος 1 δεν κλήθηκε ποτέ από την ενάγουσα να μεταβιβάσει τις μετοχές προς τον εναγόμενο 3 και αρνήθηκε να το πράξει. Αντίθετα, από την ίδια τη μαρτυρία της ενάγουσας προκύπτει η ετοιμότητα του εναγόμενου 1 να προβεί στη μεταβίβαση και η άρνηση του συζύγου της. Άρα με αυτά υπόψη, πως είναι δυνατόν να μιλά για μη ύπαρξη ανταλλάγματος; Σημειώνω δε εδώ ότι σε ερώτηση στην αντεξέταση αν ζήτησε οποτεδήποτε από τον εναγόμενο 1 να μεταβιβάσει τις μετοχές στον εναγόμενο 3 όπως ήταν η συμφωνία και αρνήθηκε, απάντησε: «Εγώ τώρα δεν θέλω τις μετοχές μου τα λεφτά μου ζητώ γιατί τα έδωσα ξεκάθαρα ότι είναι το χρηματικό ποσό που ζητώ». iii. Και ακριβώς με το τελευταίο σημείο πιο πάνω ερχόμαστε σε αυτό που λέχθηκε αρχικά. Με τον εναγόμενο 3 η ενάγουσα εν τω μεταξύ περιήλθε σε διάσταση. Τα δεδομένα στη ζωή της άλλαξαν και σε συζήτηση με τον εν διαστάσει σύζυγο της τέθηκε θέμα δανείου. Καλώντας τον εναγόμενο 1 να μεταβιβάσει τις μετοχές στο σύζυγο της, που εν πάση περιπτώσει αυτό είχε συμφωνήσει και η ίδια προφορικά με τους εναγόμενους όπως ισχυρίστηκε (βλ. παρ.19 του τεκμ.1), θα σήμαινε ότι πάνε οι μετοχές στον εναγόμενο 3, ενώ το δάνειο θα συνέχιζε να βρίσκεται στο δικό της όνομα. Γι' αυτό, κατά την κρίση μου, η ενάγουσα σκέφτηκε ότι η μόνη λύση γι' αυτήν πλέον είναι να ζητήσει να της επιστραφεί το ποσό του δανείου που δόθηκε για τις μετοχές και καταχώρησε την παρούσα αγωγή, γνωρίζοντας όμως πολύ καλά, έχοντας υπόψη και όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, ότι ο σύζυγος της κατέστη ουσιαστικά συνέταιρος στην εταιρεία και ότι συναποφάσιζε μαζί με τους άλλους συνεταίρους του για θέματα της εταιρείας (βλ. την παρ.14 της δήλωσης του εναγόμενου 1, τεκμ.11, που δεν έχει αμφισβητηθεί). Στα πλαίσια δε αυτής της απεγνωσμένης προσπάθειας της να πάρει πίσω το εν λόγω ποσό, ακριβώς οδηγήθηκε, θα πρόσθετα εδώ, στο να προωθήσει διάφορες, αντιφατικές μεταξύ τους, ως αναφέρεται και πιο κάτω, θέσεις και βάσεις αγωγής, εν γνώσει της ότι δεν ευσταθούν. Παρεμβάλλω εδώ πως όταν η ενάγουσα - έχοντας πει προηγουμένως ότι ο σύζυγος της όταν ρωτήθηκε από την ίδια γιατί δεν πάει να μεταβιβάσει είπε ότι θα πάει και θα το κανονίσουν -, ερωτήθηκε στην αντεξέταση της αν το θέμα προέκυψε μόλις ήρθε σε διάσταση με τον εναγόμενο 3, απάντησε: «Πότε θέλετε να ανέκυψε έπρεπε να τους τα χαρίσω; Δεν έδωσα το δάνειο για να μην πάρω αντάλλαγμα». Απάντηση η οποία, σε συνδυασμό με το ότι ουδέν έπραξε πριν την καταχώρηση της αγωγής ή και ουδέποτε απαίτησε την μεταβίβαση εκ μέρους του εναγόμενου 1, επιβεβαιώνει θεωρώ του λόγου το αληθές. (γ) i. Στην αντεξέταση της είπε ότι σε ένα οικογενειακό τραπέζι που είχαν, μετά την πάροδο των 3 χρόνων, ο εναγόμενος 1 είπε ότι είναι έτοιμος να μεταβιβάσει τις μετοχές του στον εναγόμενο 1 και ο τελευταίος δεν πηγαίνει για να γίνει η μεταβίβαση. Σε μια δεύτερη συνάντηση τους όμως ρώτησε τον εναγόμενο 1 για ποιο λόγο δεν προχωρά ο εναγόμενος 3 στη μεταβίβαση και ο εναγόμενος 1 της είπε ότι υπάρχει ένα προσωπικό θέμα μεταξύ τους. Δεν ήθελε να της πει τι ήταν συγκεκριμένα αυτό το θέμα και αφού επέμενε λέγοντας του ότι πρέπει να ξέρει τι συμβαίνει, αυτός της είπε ότι είναι κάποιο χρηματικό ποσό το οποίο οφείλει ο εναγόμενος 3 στον εναγόμενο
- Γι΄ αυτό δεν προχώρησαν στη μεταβίβαση και της είπε επίσης ότι της το έλεγε εμπιστευτικά αφού ο εναγόμενος 3 δεν ήθελε να γνωρίζει ότι χρωστά λεφτά στον εναγόμενο
- Μάλιστα της είχε πει ότι ο εναγόμενος 3 του υποσχέθηκε ότι θα του δώσει αυτά τα χρήματα που χρωστά από μια ασφάλεια και θα λυνόταν το ζήτημα. Την καθησύχασε δηλαδή ότι θα διευθετηθεί το θέμα που είχαν μεταξύ τους και στη συνέχεια θα προχωρήσουν στη μεταβίβαση των μετοχών. Όταν πήγε σπίτι δεν ανέφερε οτιδήποτε στο σύζυγο της. Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι κάποιους μήνες μετά την αγωγή ο εναγόμενος 1 την πήρε τηλέφωνο και της είπε ότι ο εναγόμενος 3 δεν του χρωστούσε χρήματα και ότι της είχε πει ψέματα. ii. Ομολογουμένως πολύ βολικά όλα αυτά για να μπορέσει να στοιχειοθετήσει την υπόθεση της και τη θέση της ότι την ξεγέλασαν για να της αποσπάσουν χρήματα, όμως αυτά κρίνονται γενικά, αόριστα, συγκεχυμένα και καθόλου πειστικά. Εν πάση περιπτώσει κανένα τέτοιο κώλυμα που να εμπόδιζε τη μεταβίβαση των μετοχών δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε. Εξάλλου, επαναλαμβάνω, όταν ερωτήθηκε η ενάγουσα αν ζήτησε από τον εναγόμενο 1 να μεταβιβάσει τις μετοχές και αρνήθηκε, δεν ανέφερε ότι ο εναγόμενος 1 αρνείτο να το πράξει γιατί ο εναγόμενος 3 του όφειλε χρήματα, αλλά η απάντηση της ήταν ότι η ίδια δεν θέλει τις μετοχές αλλά τα λεφτά της. iii. Όμως εδώ, ανεξάρτητα των ανωτέρω, θα ήθελα να σημειώσω και το εξής, το οποίο σκοπίμως θεωρώ παραλείπει να σχολιάσει ή να εξηγήσει η πλευρά της ενάγουσας και το οποίο καταρρίπτει θεωρώ τον ισχυρισμό της ενάγουσας περί πρόθεσης των εναγόμενων να την ξεγελάσουν και να της αποσπάσουν χρήματα. Η θέση της ενάγουσας είναι πως οι εναγόμενοι της απέσπασαν ουσιαστικά το ποσό των €70.000.-. Υπενθυμίζω όμως ότι το τίμημα αγοράς των μετοχών και το ποσό που πληρώθηκε στον εναγόμενο 1 ήταν €80.000.-. Το ποσό των €10.000.- μετά από λίγες μέρες επιστράφηκε από τον εναγόμενο 1 προς την ενάγουσα, όταν ο εναγόμενος 3 του μεταβίβασε αυτοκίνητο ίσης αξίας. Όχι επειδή η ενάγουσα το απαίτησε αλλά επειδή με βάση τη συμφωνία το τίμημα αγοράς θεωρείτο εξοφληθέν και κατόπιν συνεννόησης των εναγόμενων 1 και
- Τώρα, πως είναι δυνατόν οι εναγόμενοι να έθεσαν σε εφαρμογή το σχέδιο τους να την ξεγελάσουν, να καταφέρνουν να αποσπάσουν €80.000.-, αλλά στη συνέχεια για τον πιο πάνω λόγο ο εναγόμενος 1, με τη σύμφωνη γνώμη του εναγόμενου 3, να επιστρέφει στην ενάγουσα ποσό €10.000.- και να μην κρατούν το ποσό αυτό, η ενάγουσα δεν έδωσε εξήγηση. Ούτε θα μπορούσε θεωρώ, αφού δεν έχει καμία λογική οι εναγόμενοι να την ξεγέλασαν και να της απέσπασαν ένα ποσό, αλλά μετά να της επιστρέφουν μέρος του ποσού. Το γεγονός δε ότι η ενάγουσα μιλά για απόσπαση μόνον του ποσού των €70.000.- καταδεικνύει ακριβώς μια μεγάλη αντίφαση στην εκδοχή της. Όλα τα πιο πάνω δε, αντίθετα, επιβεβαιώνουν κατά την κρίση μου το γνήσιο της συμφωνίας μεταξύ των εναγόμενων 1 και
- (δ) Επίσης δεν γίνεται αποδεκτή η δήθεν άγνοια της για το ποσοστό μετοχών που αγόρασε ο εναγόμενος
- Έγινε συνάντηση με τον εναγόμενο 1 και τον εναγόμενο 3 ειδικά για το θέμα της πώλησης των μετοχών και συνάντηση με λογιστή-ελεγκτή, ενώ συζήτησε το θέμα και με τον πατέρα της. Ακολούθως αποτάθηκε και έλαβε δάνειο ύψους €80.000.- για αγορά των μετοχών. Την ίδια στιγμή συναντούσε τον εναγόμενο 1 συχνά στα οικογενειακά τραπέζια και συζούσε με τον εναγόμενο 3, σύζυγο της. Ας σημειωθεί ότι από τον Ιούλιο του 2010 που έγινε η αγορά των μετοχών μέχρι τον Ιούλιο του 2014 που επήλθε διάσταση με το σύζυγο της πέρασαν 4 χρόνια και γνώριζε ότι ο σύζυγος της ήταν ο 3ος συνέταιρος στην εταιρεία. Η θέση της λοιπόν ότι δεν γνώριζε δεν έχει καμία λογική, ενώ ο ισχυρισμός της ότι δεν ζήτησε διευκρίνιση και θα το έκανε όταν θα γινόταν η μεταβίβαση θεωρώ πως αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη και εντάσσεται στα πλαίσια της προσπάθειας της να υποστηρίξει τη θέση της για ασαφή και αόριστη συμφωνία. Τονίζεται πάντως εδώ ότι καμία ασάφεια δεν εντοπίζουν στη μεταξύ τους συμφωνία οι εναγόμενοι 1 και
- (ε) Ως προς τη θέση δε που έχει προβάλει στην κυρίως εξέταση της (βλ. το τεκμ.1, παρ.20) ότι μετά την καταβολή των χρημάτων οι εναγόμενοι 1 και 3 είχαν προβάλει κωλύματα και της είχε λεχθεί ότι οι μετοχές δεν θα μεταβιβάζονταν για τα επόμενα 3 χρόνια, σημειώνω ότι αυτή έρχεται σε αντίφαση με τη μαρτυρία της κατά την αντεξέταση. Συγκεκριμένα, κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι έλαβε πληροφόρηση για το ότι οι μετοχές δεν θα μεταβιβαστούν στον εναγόμενο 3 για ένα διάστημα 3 χρόνων, όταν επισκέφθηκε μαζί με τον εναγόμενο 3 λογιστή-ελεγκτή πριν γίνει η πράξη αγοράς των μετοχών και η καταβολή του τιμήματος αγοράς. Άρα ούτε εδώ πείθει η ενάγουσα, μέσα από τους αντιφατικούς της ισχυρισμούς, ότι προβλήθηκε κώλυμα και εκ μέρους του εναγόμενου 1 για τη μεταβίβαση. (στ) Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστο βεβαία το γεγονός ότι άλλα πράγματα υποστήριξε στην παρούσα η ενάγουσα και διαφορετικά ενώπιον άλλου Δικαστηρίου. Πιο συγκεκριμένα, όπως φαίνεται και από όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, προκύπτει ότι η ενάγουσα γνώριζε εξ' αρχής ότι δεν θα γίνει μεταβίβαση των μετοχών άμεσα προς τον εναγόμενο
- Όμως στην αίτηση XXXXX/14, Δικαιοδοσία Διατροφής, Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακος (τεκμ.9), ορκίστηκε και είπε σε ένορκη της δήλωση πως: «Το ότι ουδέποτε δόθηκαν οποιεσδήποτε μετοχές το ανακάλυψα μετά τη διάσταση με το σύζυγο μου αφού επικοινώνησα προσωπικά με τον κ.Μιχαήλ, ο οποίος με ενημέρωσε ότι ο λόγος που δεν δόθηκαν είναι γιατί ο Καθ'ού η Αίτηση προς έκπληξη μου όφειλε τεράστια ποσά προς την εν λόγω εταιρεία, τα οποία δεν ήταν εις γνώση μου». Υποστήριξε δηλαδή, σε αντίθεση με όσα ανέφερε πιο πάνω, ότι έμαθε μετά τη διάσταση ότι δεν μεταβιβάστηκαν οι μετοχές. Σημειώνεται δε περαιτέρω πως όταν η ενάγουσα τέθηκε προ της συγκεκριμένης αντίφασης της μαρτυρίας της εν σχέση με προηγούμενη δήλωση της, επειδή ακριβώς δεν έλεγε την αλήθεια, στα πλαίσια της προσπάθειας της δικαιολογήσει την αντίφαση αυτή περιέπεσε σε περαιτέρω αντίφαση. Διότι υποστήριξε ότι είναι μετά τη διάσταση που της είπε ο εναγόμενος 1 ότι ο εναγόμενος 3 χρωστούσε τεράστιο ποσό - σημειώνεται πως σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της, μέχρι τότε, δεν μίλησε για τεράστιο ποσό, αλλά για ένα χρέος που της είπε ότι υπήρχε και έπρεπε να εξοφληθεί -, ενώ από τη μαρτυρία της προκύπτει ξεκάθαρα ότι η δήθεν αποκάλυψη του εναγόμενου 1 περί χρεών του συζύγου της έγινε ενόσω ήταν μαζί με το σύζυγο της. Αυτές βεβαίως οι αντιφάσεις προσδίδουν αναξιοπιστία στην εκδοχή της. (ζ) Τέλος, εδώ θεωρώ ότι θα πρέπει να τύχει σχολιασμού και η υπόθεση της ενάγουσας γενικότερα. Εάν ανατρέξει κάποιος στο δικόγραφο της ενάγουσας, οι λεπτομέρειες του οποίου παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας, εντοπίζει διάφορες αιτίες αγωγής. Πιο συγκεκριμένα, αποτελεί θέση της ενάγουσας, με βάση το δικόγραφο της, ότι:
(1)κατέβαλε ποσό €70.000 χωρίς αντάλλαγμα,
(2)η συμφωνία είναι ασαφής και ή αόριστη και ακυρώσιμη,
(3)έχει παραβιαστεί ουσιώδης όρος της συμφωνίας,
(4)υπήρξε αδικαιολόγητος πλουτισμός των εναγόμενων 1 και 3,
(5)υπήρξε απόσπαση του χρηματικού ποσού με δόλο και ή απάτη και ή με ψευδείς παραστάσεις και η συμφωνία είναι εξ' υπαρχής άκυρη, και
(6)υπήρχε αδυναμία εκτέλεσης της συμφωνίας. Όπως γίνεται δε αντιληπτό κάποιες εκ των βάσεων αγωγής συγκρούονται μεταξύ τους και σε κάθε περίπτωση δεν θα μπορούσαν να ισχύουν όλες σωρευτικά. Διότι, είτε υπάρχει έγκυρη συμφωνία και παραβιάστηκε ουσιώδης όρος της, είτε η συμφωνία ήταν ασαφής, αόριστη και ακυρώσιμη, είτε έχουμε συμφωνία εξ' υπαρχής άκυρη ένεκα δόλου κλπ. Παρά ταύτα, μελετώντας τη μαρτυρία της ενάγουσας και την γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων της, διαπιστώνεται ότι η ενάγουσα έχει προωθήσει το σύνολο των βάσεων αγωγής που εντοπίζονται στο δικόγραφο της. Τούτο, ευθέως αναφέρω, συνεπάγεται κατά την κρίση μου την προώθηση στην παρούσα αντιφατικών και συγκρουόμενων θέσεων, και δείχνει βεβαίως, με κάθε σεβασμό λέω, την αβεβαιότητα, τη σύγχυση και τις μη καθαρές θέσεις της πλευράς της ενάγουσας, με αποτέλεσμα η εκδοχή της ενάγουσας γενικότερα να κρίνεται αναξιόπιστη. 3. Συνεπώς, με βάση όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, η μαρτυρία της ενάγουσας, στο βαθμό πάντα που δεν αφορά σε παραδεκτά γεγονότα, ως αναξιόπιστη, και σε κάθε περίπτωση μη πειστική, απορρίπτεται. Ο Εναγόμενος 1 Η εντύπωση που σχημάτισα για τον συγκεκριμένο μάρτυρα, σε αντίθεση με την ενάγουσα, ήταν θετική. Οι απαντήσεις του ήταν άμεσες και σαφείς, και παρέθεσε τα γεγονότα με φυσικότητα και με τρόπο που δεν άφησε καμία αμφιβολία στο Δικαστήριο για τα λεγόμενα του και ότι ακριβώς μιλούσε για πραγματικά γεγονότα που έζησε ο ίδιος. Έχοντας μελετήσει δε τη μαρτυρία του, σε συνάρτηση με τα έγγραφα που κατατέθηκαν, διαπιστώνω πως δεν προκύπτει οτιδήποτε που να θέτει σε αμφιβολία οτιδήποτε ανέφερε ή την αξιοπιστία του. Υπάρχει μόνον ένα σημείο στη μαρτυρία του που δεν μπορώ να κάνω αποδεκτό. Πιο συγκεκριμένα δεν αποδέχομαι ότι ήταν ρητός όρος της συμφωνίας ότι οι μετοχές θα παρέμεναν στο όνομα του εναγόμενου 1 ως καταπιστευματοδόχος του εναγόμενου 3 και ότι ο πρώτος θα προέβαινε σε μεταβίβαση των μετοχών όταν του το ζητούσε ο δεύτερος. Αυτό γιατί δεν έχει δικογραφηθεί στην υπεράσπιση των εναγόμενων 1 και 2 τέτοιος ισχυρισμός (βλ., μεταξύ άλλων, Κούρτης v. Ιασωνίδη
(1980)1 CLR 180, Παπαγεωργίου v. Κλάππας
(1991)1 ΑΑΔ 24). Η θέση που προβάλλεται από μέρους των τελευταίων στην υπεράσπιση είναι πως ο εναγόμενος 3 κλήθηκε επανειλημμένως να υπογράψει τα αναγκαία έγγραφα για τη μεταβίβαση των μετοχών και αμέλησε ή και παρέλειψε να το κάνει, και ότι οι μετοχές κατέχονται από τον εναγόμενο 1 ως καταπιστευματοδόχο του εναγόμενου
- Όχι όμως, επαναλαμβάνω, ότι αυτό ήταν όρος της συμφωνίας τους. Έχοντας αυτό υπόψη, θα πω πάντως εδώ ότι δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση της υπεράσπισης περί αναξιοπιστίας του μάρτυρα επειδή η θέση του πιο πάνω αντιμάχεται με τον ισχυρισμό του ότι καλούσε τον εναγόμενο 3 και την ενάγουσα συχνά για να γίνει μεταβίβαση και ο εναγόμενος 3 παρέλειπε να το πράξει (βλ. σελ.26-27 της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων της ενάγουσας). Αφενός γιατί με βάση όσα ανέφερε η μεταβίβαση θα γινόταν όταν το ζητούσε ο εναγόμενος 3 και κρίνεται λογικό στη συνέχεια να καλείται ο εναγόμενος 3 για να γίνει μεταβίβαση, με δεδομένο ότι ο τελευταίος δεν το ζητούσε. Αφετέρου, διότι η ίδια η ενάγουσα επιβεβαιώνει με τη μαρτυρία της ότι κατά τη συνάντηση με το λογιστή-ελεγκτή, πριν την κατάληξη οριστικά σε συμφωνία και την καταβολή του τιμήματος αγοράς των μετοχών, πληροφορήθηκε ότι υπήρχε κώλυμα για εγγραφή των μετοχών άμεσα προς τον σύζυγο της και θα έμεναν οι μετοχές στο όνομα του εναγόμενου 1 για 3 χρόνια. Προφανώς λοιπόν, και ως ζήτημα λογικής, ο εναγόμενος 1 το πιθανότερο θα πληροφορήθηκε για τούτο και υπό τις περιστάσεις δεν μπορώ να αποκλείσω ότι η μη συμπερίληψη στο δικόγραφο των εναγόμενων 1 και 2 του συγκεκριμένου όρου έγκειται σε απλή παράλειψη και ή λάθος. Συνοψίζοντας λοιπόν τα πιο πάνω αναφέρω πως αφενός δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, για το λόγο που αναφέρθηκε, ότι υπήρχε τέτοιος όρος στη συμφωνία, όμως από την άλλη σε καμία περίπτωση η εν λόγω αναφορά του μάρτυρα, σε συνδυασμό με την υπόλοιπη μαρτυρία του, θα μπορούσε να οδηγήσει σε αναξιοπιστία του εναγόμενου
- Με την ευκαιρία να σημειώσω πως δεν έχουν διαφύγει και όλα τα υπόλοιπα σημεία που παραθέτουν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της ενάγουσας προς υποστήριξη της εισήγησης τους για αναξιοπιστία του εναγόμενου 1 (βλ. σελ.27-30 της γραπτής τους αγόρευσης), πλην όμως αναφέρω ότι δεν εντοπίζεται σε αυτά οτιδήποτε ουσιώδες που να πλήττει τον πυρήνα της εκδοχής του. Εν κατακλείδι, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο εναγόμενος 1 ήταν ειλικρινής και κάνω αποδεκτή τη μαρτυρία του, με εξαίρεση μόνον το σημείο που έχει αναφερθεί ανωτέρω. Ευρήματα Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση της μαρτυρίας ανωτέρω, αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, πέραν των ευρημάτων που έχουν ήδη σημειωθεί ανωτέρω, τα ακόλουθα:
- Ο εναγόμενος 3 συμφώνησε με τον εναγόμενο 1 όπως αγοράσει το 30% των μετοχών της εναγόμενης 2 και συγκεκριμένα ο τελευταίος θα του μεταβίβαζε 300 μετοχές έναντι του ποσού των €80.000.-. Η ενάγουσα δε γνώριζε αυτό το πράγμα εξ' αρχής, όπως επίσης γνώριζε ότι υπήρχε κώλυμα για εγγραφή των μετοχών άμεσα προς το σύζυγο της, για λόγους που αφορούσαν τον τελευταίο.
- Ο εναγόμενος 1 ειδοποιήθηκε σε κάποια στιγμή από τον εναγόμενο 3 ότι εξασφάλισε το ποσό των €80.000.-, μέσω δανείου που έκαμε με την σύζυγο του και ότι θα υλοποιούσαν τη συμφωνία πώλησης των μετοχών.
- Η ενάγουσα επίσης γνώριζε ότι υπήρχε ακόμα ένας συνέταιρος στην εναγόμενη 2 ο οποίος για δικούς του λόγους αγόρασε μετοχές και ζήτησε όπως παραμείνουν στο όνομα του εναγόμενου 1 - μέχρι και σήμερα ο εναγόμενος 1 έχει στην κατοχή του τις μετοχές αυτού του προσώπου -, και τον οποίο η ενάγουσα και ο εναγόμενος 3 είχαν γνωρίσει μετά την συμφωνία, διατηρούσαν και ανάπτυξαν όλοι οι συνέταιροι μεταξύ τους φιλικές σχέσεις και σε πολλά θέματα συναποφάσιζαν ως μέτοχοι.
- Από την ημέρα της πώλησης των μετοχών και της εξόφλησης του τιμήματος από τον εναγόμενο 3, ουδείς έχει ζητήσει από τον εναγόμενο 1 μέχρι και σήμερα να μεταβιβάσει τις μετοχές αυτές στο όνομα του εναγόμενου
- Αυτό παρά το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 από την πρώτη στιγμή ήταν έτοιμος να υλοποιήσει και το τυπικό μέρος της συμφωνίας δηλαδή να μεταβιβάσει στον εναγόμενο 3 τις μετοχές που αγόρασε και δεν είχε οποτεδήποτε κανένα απολύτως κώλυμα για να πράξει αυτό. Σημειώνεται δε πως ο εναγόμενος 1 σε τακτά χρονικά διαστήματα δήλωνε την ετοιμότητα του να προβεί στην μεταβίβαση των μετοχών στον εναγόμενο 3 τόσο στον ίδιο όσο και πάρα πολλές φορές και στην ίδια την ενάγουσα ή στην παρουσία της ενάγουσας και άλλων συγγενικών προσώπων, αλλά πάντοτε ο εναγόμενος 3 του δήλωνε ότι δεν το επιθυμούσε ακόμη, οι λόγοι για τους οποίους δεν μεταβιβάστηκαν εξαρχής οι μετοχές επ' ονόματι του δεν εξέλιπαν και να μην ανησυχεί αφού του είχε πλήρη εμπιστοσύνη.
- Η ενάγουσα, μετά την διάσταση της με τον εναγόμενο 3, επικοινώνησε μαζί με τον εναγόμενο 1 και του ζήτησε να της δώσει το ποσό των €70.000.- επειδή η συμφωνία ήταν αόριστη ή παράνομη ή ότι την εξαπάτησε. Ο εναγόμενος 1 αρνήθηκε το αίτημα της. Η ενάγουσα επικοινώνησε και άλλες φορές με τον εναγόμενο 1, ο οποίος της εξήγησε ότι δεν είχε καμία υποχρέωση να της επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό, ότι η συμφωνία αγοράς και πώλησης των μετοχών του στον εν διαστάσει σύζυγο της είχε ολοκληρωθεί και ότι το θέμα αφορά την ίδια και τον σύζυγο της. Της είπε επίσης να εξηγηθεί με τον ίδιο τον εναγόμενο 3 για τις προσωπικές και περιουσιακές τους διαφορές, διότι ο ίδιος δεν ήταν διατεθειμένος να εμπλακεί στα ζητήματα αυτά, ούτε και είχε καμία υποχρέωση. Οι διάφορες θέσεις της ενάγουσας - Νομική πτυχή - Συμπεράσματα
- Η συμφωνία Έχει μεγάλη σημασία να τονιστεί εδώ, έχοντας υπόψη τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ότι στην πραγματικότητα η ενάγουσα δεν ήταν μέρος καμίας συμφωνίας. Έγινε μια προφορική συμφωνία πώλησης μετοχών μεταξύ των εναγόμενων 1 και 3 και συγκεκριμένα ο πρώτος συμφώνησε να πωλήσει στον δεύτερο 30% των μετοχών που κατείχε στην εναγόμενη 2 εταιρεία ή και 300 μετοχές, έναντι ποσού €80.000.-. Το συμφωνηθέν τίμημα καταβλήθηκε στον εναγόμενο 1 και ο εναγόμενος 3 έκτοτε κατέστη ιδιοκτήτης ή και δικαιούχος σε εγγραφή του εν λόγω ποσοστού μετοχών, πλην όμως οι μετοχές για λόγους που αφορούν τον εναγόμενο 3 και κατόπιν δικής του επιθυμίας δεν έχουν μεταβιβαστεί επ' ονόματι του και παραμένουν τυπικά στο όνομα του εναγόμενου 1 ή και κατέχονται μέχρι σήμερα για λογαριασμό του από τον εναγόμενο 1 ως καταπιστευματοδόχος προς όφελος του. Ο εναγόμενος 1 είναι έτοιμος να μεταβιβάσει τις μετοχές προς τον εναγόμενο 3 μόλις ο τελευταίος το ζητήσει, κάτι που όμως δεν έχει κάνει μέχρι και σήμερα. Βρίσκω συνεπώς ότι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει μια καθ' όλα έγκυρη και νόμιμη συμφωνία μεταξύ των εναγόμενων 1 και 3, η οποία ευρίσκεται σε ισχύ μέχρι σήμερα, και ότι καμία αδυναμία εκτέλεσης δεν υπάρχει. Είναι γεγονός ότι το τίμημα αγοράς των μετοχών εξασφαλίστηκε με δάνειο της ενάγουσας, προς εξασφάλιση του οποίου η τελευταία υποθήκευσε ένα διαμέρισμα στη Λάρνακα, ενώ ο εναγόμενος 3 και ο πατέρας της υπέγραψαν ως εγγυητές. Τούτο όμως αφορούσε απόφαση της ενάγουσας με το σύζυγο της και δεν έχει καμία σημασία στην παρούσα συμφωνία. Παρενθετικά αναφέρεται ότι αν έχει συμφωνηθεί κάτι συγκεκριμένο μεταξύ των δύο για το συγκεκριμένο δάνειο είναι άγνωστο, όμως σε κάθε περίπτωση δεν δικογραφείται οτιδήποτε σχετικό στην παρούσα και συνεπώς δεν αποτελεί επίδικο θέμα. Εξάλλου, συνεχίζω, αναφέρεται εδώ ότι με βάση τον Κυπριακό Νόμο η αντιπαροχή μπορεί να προέλθει και από «οποιοδήποτε τρίτο» (βλ. το άρθρο 2
(2)(δ) του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, ως επίσης το σύγγραμμα του κ.Πολύβιου Πολυβίου, το Δίκαιο των Συμβάσεων
(2021), Τόμος Α, σελ.168, υπό τον τίτλο Προέλευση Αντιπαροχής). Έχοντας υπόψη λοιπόν όλα τα ανωτέρω, ως επίσης την αρχή του ενοχικού δεσμού ή της συμβατικής σχέσης (privity of contract) - με βάση την οποία μόνον οι συμβαλλόμενοι είναι μέρη της σύμβασης και μόνο αυτοί μπορούν να ενάγουν και ενάγονται αναφορικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη σύμβαση -, αποτελεί συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα ήταν πάντα ένα τρίτο πρόσωπο που δεν έλαβε μέρος στη σύμβαση και δεν είχε κανένα δικαίωμα έγερσης αγωγής επί της σύμβασης. Παρεμβάλλω ότι δεν διαφεύγει ότι υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις από την εν λόγω αρχή, πλην όμως δεν θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση θα μπορούσε να γίνει με επιτυχία επίκληση κάποιας από αυτές. Συνεπώς οι σχετικές προδικαστικές ενστάσεις των εναγόμενων γίνονται αποδεκτές. (βλ. για τα πιο πάνω βλ. το σύγγραμμα ανωτέρω, σελ.285-298 και τη νομολογία που εκεί αναφέρεται) Ούτε, λέγω εδώ, ενόψει των ανωτέρω, μπορεί να μιλά η ενάγουσα για τερματισμό της σύμβασης από μέρους της δια της καταχώρησης της αγωγής. Παρεμπιπτόντως θα πρέπει να λεχθεί ότι ούτως ή άλλως στην προκειμένη περίπτωση δεν διαπιστώνεται κανένας νόμιμος τερματισμός, ούτε βεβαίως μια γενική και αόριστη αναφορά στην έκθεση απαίτησης ή στη μαρτυρία της ενάγουσας περί τερματισμού, χωρίς ποτέ προηγουμένως να έχει ζητηθεί μεταβίβαση των μετοχών προς τον εναγόμενο 3 και αυτός να έχει αρνηθεί για οποιοδήποτε λόγο, θα μπορούσε να κριθεί ως κανονικός και νόμιμος τερματισμός. Έχοντας ακριβώς υπόψη την αποδεκτή μαρτυρία, δεν θα μπορούσε θεωρώ να γίνει τερματισμός παρά μόνον αν στοιχειοθετείτο άρνηση του εναγόμενου 1 να τηρήσει τη συμφωνία και να μεταβιβάσει στον εναγόμενο 1 τις μετοχές, κάτι που όμως δεν ισχύει (βλ. κατ' αναλογία την Πολ.Εφ.9150, Καταφυγιώτης, κ.α. v. Χρυσοστομή
(1997)1 ΑΑΔ 1746, ημερ.19/12/1997). Γι' αυτό και η αγωγή, αν δεν ίσχυαν τα πιο πάνω, θα κρινόταν ως πρόωρη. Σε κάθε περίπτωση όμως και ανεξάρτητα των όσων αναφέρονται ανωτέρω, προχωρώ για σκοπούς πληρότητας στην εξέταση και των υπόλοιπων θέσεων της ενάγουσας που δεν απαντώνται με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω.
- Αοριστία της σύμβασης (βλ. σελ.31-32 της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων της ενάγουσας) Σύμφωνα με την ενάγουσα, η αοριστία προκύπτει ως εκ του ότι δεν προσδιορίστηκε ποτέ το ποσοστό των μετοχών ή ο αριθμός των μετοχών. Με βάση τα ευρήματα βεβαίως του Δικαστηρίου η θέση της αυτή καταρρίπτεται και δεν χρειάζεται ν' αναφερθεί οτιδήποτε άλλο.
- Απόσπαση χρημάτων με δόλο και ή απάτη και ή ψευδείς παραστάσεις (βλ. σελ.46-47 της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων της ενάγουσας) Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση της μαρτυρίας πιο πάνω, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος 1 της απέκρυψε ότι εκκρεμούσε προγενέστερη οφειλή του εναγόμενου 3 προς τον ίδιο και ότι ουδέποτε ήταν πρόθεση του εναγόμενου 1 να μεταβιβάσει τις μετοχές απορρίπτονται. Εν πάση περιπτώσει καμία τέτοια οφειλή δεν απέδειξε η ενάγουσα ότι υπήρχε και αντίθετα με βάση την αποδεκτή μαρτυρία του εναγόμενου 1 προκύπτει ακριβώς ότι δεν υπήρχε. Ως εκ τούτου η συγκεκριμένη θέση της ενάγουσας παραμένει χωρίς κανένα υπόβαθρο. Σε κάθε περίπτωση αναφέρεται ότι στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι καμία ενεργός απόκρυψη γεγονότος ή υπόσχεση που δόθηκε χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης υπήρξε, προκειμένου να εξαπατηθεί η ενάγουσα και να συνάψει σύμβαση (βλ. το άρθρο 17
(1)(β) (γ) και το άρθρο 18 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149). Στο σημείο αυτό, πριν αφήσω το συγκεκριμένο θέμα, αναφέρω ότι δεν έχει διαφύγει η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόμενων 1 και 2 για απόρριψη της αγωγής ένεκα καταχώρησης από μέρους της ενάγουσας ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος αντί γενικώς οπισθογραφημένου, με δεδομένο ότι η αγωγή στηριζόταν, μεταξύ άλλων, σε δόλο, απάτη και ψευδείς παραστάσεις (βλ. Δ.2 Θ.6
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Ευθέως όμως αναφέρω ότι δεν θα απέρριπτα την αγωγή για τούτο το λόγο και θα εξέδιδα διάταγμα για θεραπεία της παρατυπίας, λαμβάνοντας κυρίως υπόψη ότι δεν εντοπίζεται στην προκειμένη περίπτωση δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων των εναγόμενων συνεπεία της εν λόγω παρατυπίας, ούτε και υπάρχει σημειώνω τέτοια εισήγηση (βλ. Πολ. Εφ.63/2010, Φαλέκκος v Χριστοφίδη,
(2013)1 ΑΑΔ 2534).
- Αδικαιολόγητος πλουτισμός (βλ. σελ.48-57 της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων της ενάγουσας) Το άρθρο 70 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, προνοεί τα ακόλουθα: «
- Αν κάποιος πράξει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν ο,τιδήποτε, χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος εφόσον ήθελε προσποριστεί όφελος, υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο σε σχέση με την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγμα που παραδόθηκε. » Όπως προβάλλεται μέσα από τη νομολογία ο αδικαιολόγητος πλουτισμός δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής. Εντάσσεται όμως στις θεραπείες που δημιουργήθηκαν από το δίκαιο της επιείκειας ώστε να συμπληρώσουν τις ατέλειες και τις ελλείψεις του κοινοδικαίου. Παρέχεται κάτω από το γενικότερο πλαίσιο της αποκατάστασης ειδικής θεραπείας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι δίκαιο να διατάξει την επιστροφή χρημάτων ή άλλης περιουσίας (βλέπε Παναγιώτης Κιτση ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2001)1 ΑΑΔ 1077). Οι προϋποθέσεις που θέτει η Νομολογία (βλ. Παναγιώτης Κιτση ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077 και Ismini Kyriacou Hjiloizi & others v. Irini Ioan
(1963)2 C.L.R. 11) για τη θεμελίωση δικαιώματος στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: (α) Η πράξη να είναι νόμιμη. (β) Πρέπει να γίνεται για άλλο πρόσωπο. (γ) Πρέπει να γίνεται από πρόσωπο το οποίο δεν έχει πρόθεση να ενεργεί χαριστικώς και (δ) Το πρόσωπο για το οποίο η πράξη γίνεται πρέπει να απολαμβάνει το όφελος από αυτή. Σχετικά πρόσφατα, στην Πολιτική Έφεση αρ.278/2010, 1. Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ, κ.α. v. Δημήτριου Κάκαβου, ημερ.15/10/15, ο έντιμος Δικαστής του Εφετείου κ.Ναθαναήλ ανέφερε τα εξής: " Οι αρχές της αποκατάστασης και του αδικαιολόγητου πλουτισμού εξηγούνται με ενάργεια στο σύγγραμμα του Π.Γ. Πολυβίου: «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» Τόμος 3, σελ. 799-810 όπου αναπτύσσεται η όλη σχετική νομολογία στο θέμα. Όπως εύστοχα συζητείται στο σχετικό κεφάλαιο, οι θεραπείες του αδικαιολόγητου πλουτισμού («unjustenrichment») και αποκατάστασης («restitution»), είναι στην ουσία εξωσυμβατικές. Ενώ, δηλαδή, μια σύμβαση ή συμφωνία βασίζεται στην αμοιβαία συναίνεση των μερών με αντιπαροχή να κινείται από το ένα μέρος προς το άλλο, η αποκατάσταση βασίζεται στον αδικαιολόγητο προσπορισμό οφέλους από πρόσωπο σε βάρος άλλου στην απουσία σύμβασης ή συμφωνίας. Σκοπός της θεραπείας δεν είναι η κάλυψη της ζημιά στον ενάγοντα, αλλά στην αποστέρηση του οφέλους ή κέρδους από τον εναγόμενο. Γενικά, όμως, δεν έχει ακόμη αναγνωρισθεί στο Αγγλικό δίκαιο μια γενική και ενοποιημένη κατηγορία βασισμένη στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, (Orakpo v. MansonInvestments Ltd
(1978)AC 95). Αυτή η μη αναγνώριση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως αυτόνομης αιτίας αγωγής έχει απασχολήσει και το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Minerva Finance and Investment Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173 και Κίτσης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077. Η σύγχρονη αντίληψη είναι ότι η αποκατάσταση συνιστά θεραπεία και όχι βάση αγωγής και ανήκει χωρίς άλλο στο χώρο του δικαίου της επιείκειας. Γίνεται πλέον λόγος για restitutional claim, η φιλοσοφία και λειτουργία του οποίου απορρέει από οιονεί συμβατική σχέση που στοχεύει στην απόδοση ποσού στον ενάγοντα του οφέλους που απεκόμισε ο εναγόμενος λόγω λανθασμένης ή έκνομης πράξης. Κατά τον F.H. Lawson: "Remedies of English Law" σελ. 173, η βάση της αξίωσης εδράζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή την ύπαρξη εξυπακουόμενης υπόσχεσης. Η θεραπεία της αποκατάστασης («restitution»), έχει αναφερθεί και εξηγηθεί στην Θεοχαρίδης ν. Ιωάννου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1311, σελ. 1328-
- Στην προκείμενη περίπτωση, από τη μαρτυρία προέκυψε αδιαμφισβήτητα η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, η οποία καταρτίστηκε εν μέρει προφορικώς και εν μέρει εγγράφως. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο εφεσίβλητος είχε επικοινωνήσει προσωπικά με την εφεσείουσα 2 επιδεικνύοντας το ενδιαφέρον του για την απόκτηση μετοχών και στη βάση των παραστάσεων που έγιναν συμφώνησαν στην εκ μέρους του αγορά των μετοχών στη PSD, έναντι του ποσού των 8.500 ΛΚ. Στη βάση αυτής της προφορικής συμφωνίας και τις παραστάσεις που έγιναν, ο εφεσίβλητος απέστειλε τα χρήματα στο λογαριασμό της εφεσείουσας 1 και τούτο επιβεβαιώθηκε με το Τεκμήριο 14, το οποίο αφορά τη μεταφορά του ποσού από τράπεζα της Γερμανίας και κατ΄ εντολή του εφεσίβλητου προς το λογαριασμό της εφεσείουσας
- Περαιτέρω, το Τεκμήριο 15 αφορούσε την εντολή που έδωσε ενυπογράφως ο εφεσίβλητος προς την εφεσείουσα 1 με ημερομηνία έκδοσης 4.4.2000, εξουσιοδοτώντας την εφεσείουσα 1 να αγοράσει 21.570 μετοχές στην PSD έναντι του συνολικού ποσού των 29.330 γερμανικών μάρκων. Τα Τεκμήρια 1 και 2 επίσης επιβεβαιώνουν τη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία εφόσον αυτά αποτελούνται από επιστολές της εφεσείουσας 1, με την υπογραφή της εφεσείουσας 2, προς τον εφεσίβλητο στη Γερμανία με τις οποίες επιβεβαιώθηκαν οι οδηγίες του τελευταίου για την αγορά μετοχών και ότι οι σχετικές μετοχές στην PSD θα μεταβιβάζονταν από το χαρτοφυλάκιο της εφεσείουσας
- Στη βάση της επελθούσας συμφωνίας που επιβεβαιώθηκε μετά και το 2005, ακολούθησε η υπαναχώρηση των εφεσειόντων ούτως ώστε ο εφεσίβλητος να δικαιούτο σε αποζημιώσεις λόγω διάρρηξης συμφωνίας. Είναι γνωστό ότι το σύνηθες μέτρο της αποζημίωσης για διάρρηξη συμβολαίου συναρτάται με το ποσό που θα χρειαζόταν για να τεθεί το αναίτιο μέρος στη θέση που θα ήταν αν η συμφωνία εκτελείτο κανονικά, (Alpan (Αδελφοί Τάκη) Λτδ ν. Τρυφωνίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 679 και A. Panayides Contracting Ltd v. M.& M. Frangos Engineering and Contracting Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 1136). Σε περίπτωση μη εφαρμογής της συμφωνίας εξ υπαιτιότητας ενός των μερών, το αναίτιο μέρος δικαιούται στο δίκαιο των αποζημιώσεων να ακυρώσει τη σύμβαση ώστε να μην είναι ο ίδιος υπόλογος για οποιαδήποτε δική του υποχρέωση, να ανακτήσει οποιοδήποτε ποσό κατέβαλε και να αναζητήσει αποζημιώσεις για απώλεια κέρδους ή οποιαδήποτε απώλεια έχει υποστεί λόγω της παράβασης της συμφωνίας, (δέστε Ποντίκη ν. Κωνσταντινίδη
(2004)1 Α.Α.Δ. 875 και Πολυβίου: «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» σελ. 744, κ.ε.). Αποτελεί περαιτέρω δεδομένο στα γεγονότα της εκδικασθείσας υπόθεσης ότι παρά την επιδίωξη εκ μέρους του εφεσίβλητου απόδοσης λογαριασμών ως προς τα χρήματα που κατέβαλε στους εφεσείοντες, υπό τύπο βεβαίως απώλειας ευκαιρίας ή κέρδους, η θεραπεία αυτή δεν προωθήθηκε. Επομένως ο εφεσίβλητος δικαιούτο απλά να ανακτήσει το καταβληθέν υπό αυτού ποσό ως αποζημίωση για τη διάρρηξη της συμφωνίας και αυτό αποτελεί μια κλασσική θεραπεία του δικαίου των συμβάσεων. Αυτή, θα ήταν η ορθότερη προσέγγιση από πλευράς του πρωτόδικου Δικαστηρίου ώστε να αντιμετωπισθεί η περίπτωση ως μια καθαρή διάρρηξη συμφωνίας. Όμως και η αποκατάσταση, που είναι στο επίκεντρο των αποζημιώσεων για την παράβαση της συμφωνίας, μπορούσε να δοθεί εφόσον στην ουσία δεν δόθηκε καμία απολύτως αντιπαροχή εκ μέρους των εφεσειόντων. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Koffan and Macdonald: "The Law of Contract" 6η έκδ. σελ. 577-578, παρ. 21.25, κατά κανόνα στην περίπτωση όπου ο ενάγων έχει ωφελέσει τον εναγόμενο με την καταβολή χρημάτων, η διάρρηξη της συμφωνίας θα επιφέρει τον τερματισμό της ώστε να είναι δυνατή η αποκαταστατική θεραπεία χωρίς να θεωρείται ότι υπάρχει άλλη επέμβαση στις δοσοληψίες των διαδίκων. Η βάση της ανάκτησης είναι ο πλουτισμός του εναγομένου και όχι η απώλεια του ενάγοντα και ο λόγος που ο πλουτισμός θεωρείται άδικος, είναι η πλήρης αποτυχία της αντιπαροχής. " Είναι λοιπόν σαφές ότι στην προκειμένη περίπτωση, όπου δεν έχουμε βεβαίως αποκόμιση οφέλους εκ μέρους οιουδήποτε εκ των εναγόμενων λόγω λανθασμένης ή έκνομης πράξης, και αντίθετα έχει γίνει μια συμφωνία - της οποίας η ενάγουσα δεν είναι μέρος - η οποία είναι έγκυρη και νόμιμη και η οποία δεν έχει τερματιστεί, ενώ περαιτέρω δεν προκύπτει, στη βάση των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, ζήτημα αποτυχίας της αντιπαροχής, δεν τίθεται θέμα απόδοσης της αιτούμενης θεραπείας. Η θέση των εναγόμενων περί έλλειψης δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση (βλ. στις σελ.34-37 της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόμενων 1 και 2, και τις σελ.5-8 της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου του εναγόμενου 3) Ανεξάρτητα των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, θα εξετάσω για σκοπούς πληρότητας και τη συγκεκριμένη θέση των εναγόμενων. Όπως αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας, οι εναγόμενοι εγείρουν προδικαστικές ενστάσεις στα δικόγραφα τους και ισχυρίζονται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Δικαιοδοσία για εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα πάντα με τις εν λόγω ενστάσεις, έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγόμενων με τις γραπτές τους αγορεύσεις εισηγούνται ότι η παρούσα υπόθεση αφορά στην ουσία διαφορά μεταξύ δύο ανθρώπων που ήταν παντρεμένοι και οι οποίοι έχουν μια περιουσιακή διαφορά που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Ας σημειωθεί εδώ ότι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της ενάγουσας στη δική τους αγόρευση δεν ασχολούνται ιδιαίτερα με το συγκεκριμένο θέμα. Αναφέρουν δε στη σελ. 57 ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει ότι η υπόθεση εμπίπτει στη σφαίρα του Οικογενειακού Δικαίου, τότε η υπόθεση θα πρέπει να παραπεμφθεί στο αρμόδιο Δικαστήριο με βάση το άρθρο 64Α του Περί Δικαστηρίων Νόμου, αρ.14/60. Έχω όμως την άποψη ότι οι προδικαστικές ενστάσεις των εναγόμενων είναι αβάσιμες και θα πρέπει να απορριφθούν. Σύμφωνα με το άρθρο 14
(1)του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991, αρ.232/91: « Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσο συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. » Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ίδιου νόμου πιο πάνω: « "Δικαστήριο" σημαίνει το οικογενειακό δικαστήριο που ιδρύθηκε δυνάμει των περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμων του 1990 έως
- "περιουσία" σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους. » Τα δε άρθρα 2 και 11 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου, αρ.23/1990, προνοούν ότι: « "περιουσιακές σχέσεις" σημαίνει τις σχέσεις που αφορούν κινητή και ακίνητη περιουσία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμων του 1991 έως
- 11.-
(1)Τα οικογενειακά δικαστήρια έχουν τη δικαιοδοσία και ασκούν τις εξουσίες που τους ανατίθενται δυνάμει του Άρθρου 111 του Συντάγματος, του παρόντος Νόμου και οποιουδήποτε άλλου νόμου.
(2)Χωρίς να επηρεάζεται η γενικότητα του εδαφίου
(1), τα οικογενειακά δικαστήρια έχουν ειδικότερα την εξουσία να επιλαμβάνονται υποθέσεων που αφορούν- ............ (ε) Θέματα γονικής μέριμνας, διατροφής, αναγνώρισης τέκνου, υιοθεσίας, περιουσιακών σχέσεων των συζύγων και οποιαδήποτε άλλη γαμική ή οικογενειακή διαφορά, εφόσον οι διάδικοι ή ένας από αυτούς έχουν τη διαμονή τους στη Δημοκρατία:.. » Στην προκειμένη περίπτωση αφενός δεν υπάρχει περιουσία εν τη εννοία του Νόμου, ενώ περαιτέρω δεν ζητείται συμμετοχή σε αύξηση περιουσίας. Η όλη υπόθεση περιστρέφεται γύρω από μια συμφωνία πώλησης μετοχών μεταξύ του εναγόμενου 1 και του εναγόμενου 3, πρώην συζύγου της ενάγουσας, ενόσω η ενάγουσα και ο εναγόμενος 3 ήταν παντρεμένοι, με την ενάγουσα να προβάλλει ισχυρισμούς, μεταξύ άλλων, περί ακυρώσιμης και ή άκυρης και ή τερματισθείσας συμφωνίας. Η αξίωση της δε αφορά το ποσό ενός δανείου που σύναψε με συγκεκριμένη τράπεζα προκειμένου να πληρωθεί το τίμημα αγοράς των μετοχών. Στο σημείο αυτό ν' αναφέρω πως η Έφεση 5/2010, Περικλέους v. 1. Εγγλέζου, κ.α.
(2011)1 ΑΑΔ 1015, ημερ.09/06/2011, εις την οποία έχουν παραπέμψει το Δικαστήριο αμφότεροι οι συνήγοροι, έχει τύχει ενδελεχούς μελέτης. Εκεί όμως είναι σαφές πως υπήρχε διαφορά οικογενειακής φύσεως, σε αντίθεση, επαναλαμβάνω, με την παρούσα. Έχω δε την άποψη, και με κάθε σεβασμό λέω, ότι ακριβώς η συγκεκριμένη απόφαση επιβεβαιώνει την κατάληξη του Δικαστηρίου και όχι την εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων των εναγόμενων. Η θέση των εναγόμενων 1 και 2 πως ούτως ή άλλως δεν υπήρχε καμία υπόθεση σε βάρος της εναγόμενης 2 (βλ. σελ.37-38 της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόμενων 1 και 2) Για σκοπούς πληρότητας και μόνον, αναφέρω ότι η θέση αυτή με βρίσκει σύμφωνο. Η εμπλοκή της εναγόμενης 2 στην υπόθεση έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνον με το γεγονός ότι η επίδικη συμφωνία μεταξύ του εναγόμενου 1 και του εναγόμενου 3 αφορούσε την πώληση μετοχών που κατείχε ο πρώτος στην εναγόμενη 2 προς τον δεύτερο. Συνεπώς, υπό τις περιστάσεις, διαπιστώνω ότι ακόμη και αν η μαρτυρία της ενάγουσας γινόταν στο σύνολο της αποδεκτή καμία βάσιμη αξίωση δεν θα μπορούσε να προβληθεί εναντίον της εναγόμενης 2. Κατάληξη Έχοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, βρίσκω ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποσείσει το βάρος που ήταν στους ώμους της και απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την αγωγή της εναντίον των εναγόμενων 1, 2 και 3, η οποία αποτυγχάνει. Συναφώς η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 1, 2 και 3 και σε βάρος της Ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι οι εναγόμενοι 1 και 2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από κοινό δικηγόρο και παρουσίασαν κοινή υπεράσπιση από την αρχή μέχρι το τέλος, ένα σετ εξόδων θα δικαιούνται. (Υπ.).......................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο