ARIF, ως διαχειριστής της περιουσίας του Ali ν. ΜΙΣΟΣ, Αρ. Αγωγής: 514 / 2019, 17/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A170 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 514 / 2019 Μεταξύ: XXXXX XXXXX ARIF, ως διαχειριστής της περιουσίας του XXXXX XXXXX Ali, Α.Τ. XXXXX 51, αποβιώσαντος τέως από το χωριό XXXXX, Λάρνακας Ενάγοντας -και- XXXXX ΜΙΣΟΣ Εναγόμενος -και- ΕΘΝΙΚΗ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Τριτοδιάδικος ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 30.6.2020 ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΠΡΟΣΕΠΙΚΛΗΣΗΣ ΤΡΙΤΟΔΙΑΔΙΚΟΥ Ημερομηνία: 17.11.21 Εμφανίσεις: Για Αιτητές /Τριτοδιάδικο: κ. Σ. Φλουρέντζος για Κ.Π. Δημητριάδη Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ού η Αίτηση / Εναγόμενο: κ.Χ. Κουλίας για Ζ.Χρ. Κουλίας & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Έναυσμα για καταχώρηση της παρούσας αίτησης αποτέλεσε η Εκ Συμφώνου Δικαστική Απόφαση στην προηγηθείσα υπ΄αριθμόν XXXXX /2006 αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερ. 31.3.08, οι πρόνοιες της οποίας διαβάζουν ως ακολούθως: «Το Δικαστήριο τούτου δια του παρόντος Εκ Συμφώνου Διατάττει και Αποφασίζει όπως οι ενάγοντες παραχωρήσουν τμήμα γής εκ 261 τ.μ από το τεμάχιο XXXXX του Φ/Σχ. 41/03, του χωρίου XXXXX , της Επαρχίας Λάρνακας με αριθμό εγγραφής XXXXX ως δεικνύεται στο τοπογραφικό σχέδιο που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο α και ως Τεκμήριο Β σχέδιο, στον εναγόμενο, νοουμένου ότι ο εναγόμενος καταβάλει το ποσό των €85.430 ως ακολούθως: Θα ανοιχθεί κοινός λογαριασμός επ' ονόματι του κ. XXXXX Μισού και του κ. XXXXX Καρά με την υποβολή της αίτησης για αναπροσαρμογή συνόρων στο Κτηματολόγιο. Με την κατάθεση της αίτησης για παραχώρηση των 261 τ.μ. από τους ενάγοντες στον εναγόμενο, θα καταβάλουν στον πιο πάνω κοινό λογαριασμό το ποσό των €43.000 και το υπόλοιπο €42.430- να το καταβάλει κατά την ημέρα μεταβίβασης του αναφερθέντος μέρους γης στον εναγόμενο». Προς υλοποίηση της Απόφασης του Δικαστηρίου, ο εναγόμενος στην αγωγή XXXXX/2006, XXXXX XXXXX Ali, κατέβαλε το ποσό των €85.430 στον τότε δικηγόρο του, XXXXX Μισό, εναγόμενο στην παρούσα αγωγή. Αποτελεί θέση του ενάγοντα στην παρούσα αγωγή, Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα πλέον XXXXX XXXXX Ali ότι ο XXXXX Μισός ουδέποτε κατέθεσε το εν λόγω ποσό σε κοινό λογαριασμό με τον XXXXX Καρά, όπως όριζε η Εκ Συμφώνου Απόφαση, θέση η οποία επιβεβαιώνεται μέσω των παραγράφων 7 και 8 της Υπεράσπισης. Θέση του εναγόμενου ως προς την μη καταβολή του εν λόγω ποσού ήταν γιατί δεν υπήρχε συμμόρφωση των εναγόντων στην Αγωγή XXXXX/2006 με τις πρόνοιες της Δικαστικής Απόφασης, αφού δεν υποβλήθηκε εκ μέρους των αίτηση για αναπροσαρμογή των συνόρων στο Κτηματολόγιο ούτως ώστε να καταστεί εφικτή η εν λόγω μεταβίβαση. Επιπλέον αναφέρει ότι, επειδή ο εναγόμενος θα διορίζετο στο Εφοριακό Συμβούλιο, μην μπορώντας να ασκεί πλέον δικηγορία, εμπιστεύτηκε εν γνώση του ενάγοντα, το ρηθέν ποσό στον επιχειρηματία XXXXX Πιερίδη ο οποίος διατηρούσε εταιρεία ανταλλαγής χρημάτων, με οδηγίες όπως καταβάλει το εν λόγω ποσό στους ενάγοντες στην Αγωγή με αριθμό 2208/06, όταν και εφόσον υπήρχε συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Εκ Συμφώνου Δικαστικής Απόφασης. Στην δε παράγραφο 13 της Υπεράσπισης του, καταγράφει ότι σε απαντητική επιστολή του ιδίου προς τον ενάγοντα ημερομηνίας 15.4.19, αρνήθηκε τους καταλογιζόμενους από τον ενάγοντα στο πρόσωπο του ισχυρισμούς περί αμέλειας, αναφέροντας ότι « αν ο ενάγοντας νομίζει ότι ο εναγόμενος ενήργησε αμελώς, τότε θα μπορούσε να αποταθεί στην ΕΘΝΙΚΗ λόγω της ύπαρξης κατά τον ουσιώδη χρόνο ασφάλειας επαγγελματικής ευθύνης». Η Yπο Kρίση Αίτηση: Ο Εναγόμενος καταχώρησε στη συνέχεια μονομερή αίτηση ζητώντας άδεια για έκδοση Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου, με το υπό διαφορετική σύνθεση Δικαστήριο, να εκδίδει σχετικό Διάταγμα την 24.2.
- Η Ειδοποίηση Τριτοδιαδίκου καταχωρήθηκε την 8.5.2020, με τους τριτοδιάδικους να καταχωρούν Σημείωμα Εμφάνισης και την υπό κρίση αίτηση την 3.6.
- Με αυτήν ζητούν τον παραμερισμό του προαναφερθέντος Διατάγματος η δε αίτηση τους υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της XXXXX Χριστοδούλου, Λειτουργού στην Νομική Υπηρεσία των Τριτοδιαδίκων. Οι θέσεις της, συνοπτικά αποδιδόμενες έχουν ως ακολούθως: Καμία εκ των προϋποθέσεων, ισχυρίζεται η ομνύουσα δεν πληρείτο κατά το στάδιο έκδοσης του Διατάγματος προσεπίκλησης, ενώ με παραπομπή στους όρους του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου (Τεκμήριο 1), διαμηνύει ότι η απαίτηση του εναγόμενου δεν καλύπτεται από αυτούς, αφού οι όροι του Ασφαλιστηρίου δεν εκτείνονται στην κάλυψη απαιτήσεων που δεν εγέρθηκαν γραπτώς εναντίον του ασφαλισμένου εντός της περιόδου ασφάλισης, η οποία αφορούσε την 1.1.17 μέχρι την 1.1.18, ημερομηνία λήξης του. Εν αντιθέσει με τις ρητές πρόνοιες του Συμβολαίου, η γραπτή απαίτηση του ενάγοντα εναντίον του εναγόμενου ήταν μέσω επιστολής του πρώτου ημερομηνίας 28.3.19 (Τεκμήριο 3), ήτοι εκτός της περιόδου κάλυψης, αφού αυτή δόθηκε ένα χρόνο και 3 μήνες μετά την λήξη της περιόδου ασφάλισης. Επιπλέον, η πρώτη φορά που έλαβαν γνώση οι αιτητές/ τριτοδιάδικοι για την απαίτηση, ήταν όταν τους επιδόθηκε η Ειδοποίηση Τριτοδιαδίκου την 15.5.
- Είναι περαιτέρω θέση της ότι εν πάση περιπτώσει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν καλύπτει απαιτήσεις όπως αυτήν που προωθεί ο Ενάγοντας, αφού εκτός από την πρόνοια που παρατίθεται στην παράγραφο 8 του συμβολαίου που απαιτεί όπως η πράξη, παράλειψη ή λάθος εκ μέρους του ασφαλιζομένου να έχει διαπραχθεί κατά την άσκηση της δικηγορίας, στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο περιλαμβάνεται και ο Όρος 3.1 ο οποίος προνοεί ότι δεν καλύπτονται απαιτήσεις που προκύπτουν από «οποιαδήποτε αμελή πράξη, λάθος ή παράλειψη σε σχέση με υπηρεσίες και δραστηριότητες που εκτελέστηκαν και δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο των επαγγελματικών υπηρεσιών ενός δικηγόρου σύμφωνα με την Κυπριακή νομοθεσία, δεοντολογικούς κώδικες και κανόνες». Υποστηρίζει περαιτέρω η ομνύουσα, ότι αν αποδειχθούν οι ισχυρισμοί του ενάγοντα, δεν θα αποδοθεί στον εναγόμενο πράξη, παράλειψη ή λάθος που διαπράχθηκε κατά την άσκηση της δικηγορίας αλλά κατακράτηση, κακή διαχείριση ή απώλεια των χρημάτων του αποβιώσαντα Arif Seyid Afi, τονίζοντας την δικογραφημένη παραδοχή του εναγόμενου ότι έλαβε μεν τα χρήματα, αλλά δεν τα κατάθεσε σε κοινό Τραπεζικό λογαριασμό επ' ονόματι του και του Αντώνη Καρά, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δικαστικής Απόφασης- Τεκμήριο
- Συνεπώς, κατά την ομνύουσα, τα εν λόγω χρήματα έλαβε ο εναγόμενος όχι στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του, αλλά ως εμπιστευματοδόχος ή θεματοφύλακας χρημάτων. Οι όποιες πράξεις του εναγόμενου, ισχυρίζεται, έγιναν εκτός των πλαισίων εργασίας του περί Δικηγόρων Νόμο και/ή εκτός των όρων του Συμβολαίου. Ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι οι εν λόγω πράξεις ή ενέργειες του εναγόμενου ενέπιπταν εντός των καθηκόντων του «κατά την άσκηση δικηγορίας», αυτές κι πάλι θα ενέπιπταν εντός των εξαιρέσεων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ως αυτές καταγράφονται στο Μέρος
- Τέλος, αποτελεί θέση της, ότι ο εναγόμενος δεν δικαιούται σε συνεισφορά ή αποζημίωση από τους τριτοδιάδικους ή σε θεραπεία σχετική με τα αρχικά αίτια της αγωγής, ενώ οι βάσεις αγωγής μεταξύ ενάγοντα - εναγόμενου και εναγόμενου- τριτοδιάδικου είναι διαφορετικές. Η Ένσταση: Την 22.2.2021 ο εναγόμενος καταχώρησε ένσταση, συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση του ιδίου. Οι λόγοι ενστάσης αφορούν σε θέματα ότι η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική, αποτελώντας μια προσπάθεια αποδυνάμωσης της αποτελεσματικής λειτουργίας των Δικαστικών διαδικασιών, ενώ αποκλειστικό σκοπό έχει την αποποίηση ανάληψης ευθύνης εκ μέρους των τρίτοδιαδίκων, γεγονός που αντιβαίνει την νόμιμη διαταγή και Διάταγμα που εκδόθηκε την 14.2.
- Περαιτέρω η παρούσα αίτηση σκοπό έχει όπως κριθεί ουσιαστικά η μεταξύ των διαφορά στα πλαίσια ενός ενδιάμεσου σταδίου και όχι κατά την ακρόαση της αγωγής, γεγονός απαράδεκτο. Τέλος, καμιά καλή υπεράσπιση δεν προβάλλεται εκ μέρους ων τριτοδιαδίκων που να επιτρέπει στο Δικαστήριο όπως παραμερίσει την ήδη εκδοθείσα ειδοποίηση τρίτοδιαδίκου. Ο κ. Μισός, επιβεβαιώνει μέσω της ενόρκου δηλώσεως του τους λόγους ένστασης, απορρίπτοντας παράλληλα τους ισχυρισμούς που καταγράφονται στην ένορκη δήλωση της κυρίας Χριστοδούλου. Εκεί αναφέρει ότι παρά την παραδοχή του ως προς τις παραγράφους δύο μέχρι και τέσσερα της ένορκης δηλώση Χριστόδουλου και της διατήρησης εκ μέρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου επαγγελματικής ευθύνης, η θέση του παραμένει ότι η παρούσα διαδικασία χρησιμοποιείται μεθοδικά από τους τριτοδιαδίκους με σκοπό όπως κριθούν σημαντικά επίδικα ζητήματα στα πλαίσια αυτής της ενδιάμεσης διαδικασίας, γεγονός απαράδεκτο. Παραπέμπει με την σειρά του σε όρους του συμβολαίου, προς επίρρωση των θέσεων του ότι η απαίτηση του εναντίον των τριτοδιαδίκων εμπίπτει εντός των όρων του μεταξύ τους συμβολαίου. Οι αιτητές δηλώνει, ψευδώς αναφέρουν ότι η πρώτη φορά που έτυχαν ενημέρωσης ήταν την 15.5.20, καθότι ο επικοινώνησε μαζί τους και τον Μάρτιο του 2019 και τον Μάιο, με τους τριτοδιάδικους να αρνούνται και τις δύο φορές όπως επιληφθούν του ζητήματος. Με δεδομένο λέει ο ομνύοντας ότι η απαίτηση του ενάγοντα εναντίον του αφορά σε γεγονότα που επεσυνέβησαν εντός της περιόδου ισχύος του ασφαλιστηρίου, οι τριτοδιάδικοι έχουν υποχρέωση όπως σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής του ενάγοντα εναντίον του, τηρήσουν την μεταξύ τους συμφωνία. Με δεδομένο, ως είναι θέση του ομνύοντα, ότι ο ίδιος δεν ενήργησε ως εμπιστευματοδόχος, αλλά εντός των δικηγορικών του καθηκόντων και υποχρεώσεων του δυνάμει των προνοιών της Δικαστικής απόφασης, καλεί το Δικαστήριο όπως απορρίψει την παρούσα αίτηση. Νομική Πτυχή: Η αίτηση βασίζεται στην Δ.10 θ.1, η οποία αντιστοιχεί στην Δ.16A των Αγγλικών Θεσμών, οι πρόνοιες τις οποίας διαβάζουν ως ακολούθως: «1.
(1)Where in any action a defendant claims as against any person not already a party to the action (in this Order called the "third party")- (
- a)that he is entitled to contribution or indemnity, or (
- b)that he is entitled to any relief or remedy relating to or connected with the original subject matter of the action and substantially the same as some relief or remedy claimed by the plaintiff, or (
- c)that any question or issue relating to or connected with the said subject matter is substantially the same as some question or issue arising between the plaintiff and the defendant and should properly be determined not only as between the plaintiff and the defendant but as between the plaintiff and defendant and the third party or between any or either of them, the Court or a Judge may give leave to the defendant to issue and serve a "third-party notice" .
(2)The Court or Judge may give leave to issue and serve a "third-party notice" on an ex parte application supported by affidavit, or, where the Court or Judge directs a summons to the plaintiff to be issued, upon the hearing of the summons. Στην Ιωάννου ν. Βιολάρης
(2001)1(Β) Α.Α.Δ 1424, το Εφετείο ανέφερε τα εξής σχετικά: «Eίναι αυτονόητο πως μπορεί να τίθεται θέμα χορήγησης άδειας για έκδοση και επίδοση κλήσης τριτοδιαδίκου αν η περίπτωση εντάσσεται σε μια από τις τρεις που εξειδικεύει η θ1
(1)(α) (β)(γ). Και είναι σαφές πως, ενώ το θέμα δεν κρίνεται οριστικά σε εκείνο το αρχικό στάδιο, χρειάζεται τουλάχιστον να φαίνεται εκ πρώτης όψεως πως η περίπτωση είναι τέτοια. Χωρίς εκ πρώτης όψεως διαπίστωση τέτοιας φύσης, δε διανοίγεται δυνατότητα άσκησης διακριτικής εξουσίας με αναφορά σε οτιδήποτε άλλο». Στο Annual Practice του 1958 σελ. 382, επισημαίνεται ότι κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας κάτω από το άρθρο 16Α των Αγγλικών Θεσμών, το Δικαστήριο οφείλει όπως εξετάσει εάν εκ πρώτης όψεως διαφαίνεται ότι η ενώπιον του περίπτωση εντάσσεται σε κάποια από τις τρείς περιπτώσεις στη Δ.10, θ.1
(1)(βλ. Baxter v. France & Others
(1895)1 QB 455), διακριτική ευχέρεια την οποία υπενθυμίζεται ότι, το Δικαστήριο κατά την 14.2.20, υπό διαφορετική σύνθεση, άσκησε (τονισμός δικός μου). Οι Τριτοδιάδικοι, επικαλούμενοι την Διαταγή 10, θεσμός 7
(3), ζητούν τώρα από το Δικαστήριο όπως ασκήσει την εξουσία που του παρέχει η εν λόγω Διαταγή να παραμερίσει την διαδικασία τριτοδιαδίκου. Έχοντας καταγράψει το νομικό πλαίσιο και τις νομολογιακές αρχές επί των οποίων εδράζεται το ενώπιον του Δικαστηρίου αίτημα, θεωρώ πρέπον, όπως πρώτα εξεταστεί το κατά πόσον το εκδικάζον Δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν υπό του Δικαστηρίου, με άλλη σύνθεση, Διάταγμα, ως αυτό εκδόθηκε την 24.2.20. Ως έχει σημειωθεί στην απόφαση Λοιζίδη ν Περατικού κ.α Πολιτική Αίτηση Αρ. 32/2019, ημερομηνίας 17.4.19 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Επί της ουσίας η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου συγκλίνει στο ότι δεν είναι δυνατό για ένα Δικαστήριο να αναθεωρεί αποφάσεις ομοβάθμιου Δικαστηρίου με δεδομένο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο θεωρείται ενιαίο για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης και δεν έχει σχέση, ούτε και θα μπορούσε νόμιμα να αποτελούσε παράγοντα που επηρεάζει μία απόφαση, η κατά περίπτωση σύνθεση του κατωτέρου Δικαστηρίου. Δεν μπορεί, με άλλα λόγια, εφόσον έχει αποφασιστεί ένα ορισμένο ζήτημα κατά ένα τρόπο, στην συνέχεια ένα άλλο ομοβάθμιο Δικαστήριο στο οποίο αναλόγισε η υπόθεση στην πορεία της διαδικασίας, να αποφασίζει κατά άλλο τρόπο». Αντιστοίχως, στην Νικόλα Σιδέρη κ.α
(2010)1 Α.Α.Δ.286 λέχθηκε ουσιαστικά από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η ενδιάμεση απόφαση ενός Δικαστηρίου δεν μπορούσε, εφόσον δεν έγινε έφεση επί αυτής, όπως ανατραπεί ή αντικατασταθεί από άλλο Δικαστήριο αφού: «Οπωσδήποτε η αναίρεση της προηγούμενης απόφασης από ισόβαθμό δικαστήριο, θα συνιστούσε έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας πράγμα που θα εξουδετέρωνε την αποτελεσματικότητα της απονομής της δικαιοσύνης». Το σκεπτικό των πιο πάνω αποφάσεων, βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο, με το τελευταίο να αναγνωρίζει παράλληλα ότι, η εμβέλεια της Διαταγής 48 Θ.
(8)
(4)μπορεί, ως έχει διατυπωθεί μέσω της Νομολογίας (βλ. Richard Harazim Πολ. Αίτηση 140/16 ημερομηνίας 15.12.16, Νικολαΐδου ν Αττίπα
(1999)1 Α.Α.Δ. 1620), να επεκταθεί και να αποτελέσει βάση για παραμερισμό ή ακύρωση μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων. Συνεπώς, το καίριο ερώτημα ως αυτό αποτυπώθηκε μέσω Δικαστικού λόγου στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν 1.Κρίνος Μακρίδης κ.α Π.Ε 122/09, είναι κατά πόσον το εκδικάζον Δικαστήριο θα ενεργήσει ουσιαστικά ως ομοβάθμιο Εφετείο κατά την εξέταση της παρούσας αίτησης αφού: «Το σημαντικό όμως ερώτημα που τίθεται με την παρούσα έφεση είναι το κατά πόσον το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά ή λανθασμένα άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια δυνάμει της Δ.48
(8)
(4). Παρατηρούμε συναφώς τα εξής: Παρόλο ότι το πρωτόδικο δικαστήριο ανέφερε ότι είναι πράγματι απαράδεκτο να ενεργήσει ως Εφετείο σε απόφαση ομοβάθμιου δικαστηρίου και παρόλο που είπε ότι εκείνο που θα εξέταζε ήταν μόνο το κατά πόσον υπήρχε ενώπιον του επαρκής μαρτυρία ή περιστάσεις που, αντικειμενικώς, δικαιολογούσαν τον παραμερισμό των διαταγμάτων εκτέλεσης, βάσει της Δ.48
(8)
(4), εντούτοις εκείνο που, στην πραγματικότητα, έκαμε ήταν το να εξετάσει αν ορθώς και ευλόγως είχαν δοθεί τα διατάγματα εκτέλεσης. Αυτό είναι εμφανές από το ότι εξέτασε εάν καλά ή κακά δόθηκε το προηγούμενο διάταγμα εκτέλεσης, μονομερώς». Η μαρτυρία που έχουν προσκομίσει οι αιτητές, σκοπό έχει όπως αυτή θεωρηθεί επαρκής μαρτυρία για παραμερισμό του υπό κρίση Διατάγματος. Αυτή όμως, δεν μπορεί να εξεταστεί χωρίς το Δικαστήριο να διατρέξει τον πραγματικό κίνδυνο όπως κατά την αξιολόγηση της με σκοπό την κατάληξη σε ευρήματα, άρει τον μανδύα τελεσιδικίας που δόθηκε με την έκδοση του Διατάγματος ημερομηνίας 14.2.20. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να λησμονείται ότι, η αρχική αίτηση για προσεπίκληση ήδη εγκρίθηκε, με το Διάταγμα του Δικαστηρίου να είναι δεσμευτικό και ισχυρό και με τον τριτοδιάδικο να αποτελεί από την ημέρα έκδοσης του εν λόγω Διατάγματος διάδικο στην αγωγή, έχοντας τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις ως αυτά που υπέχει ο ενάγοντας ή ο εναγόμενος (βλ. Νικήτα ν Medcon Constructions Ltd
(1997)1 A.A.Δ. 642). Προς τούτο και σε ακολουθία της ένταξης του στην υπόθεση ως διαδίκου, καταχώρησε χωρίς οτιδήποτε άλλο, και σημείωμα εμφάνισης. Το Δικαστήριο κατά την 14.2.20 άσκησε την διακριτική του ευχέρεια αφού μελέτησε το ενώπιον του μαρτυρικό υλικό, εκδίδοντας τελικώς το Διάταγμα, έχοντας φυσικά, και αυτό τονίζεται, ικανοποιηθεί για την ύπαρξη μίας αν όχι όλων σωρευτικά των τριών προϋποθέσεων που προνοεί η Διαταγή 10 των Θεσμών. Ακύρωση του εν λόγω Διατάγματος από το παρόν Δικαστήριο δυνάμει του τώρα ενώπιον του μαρτυρικού θα ισούτο με επέμβαση στην προηγουμένως ασκηθείσα διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αφού το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταλήξει στην ακύρωση του Διατάγματος χωρίς κατάληξη επί του κατά πόσον αυτό είχε ορθά ή εύλογα εκδοθεί αρχικώς. Ως προς το κατά πόσον η προσκομισθείσα εκ μέρους των τριτοδιαδίκων μαρτυρία δια στόματος της κας. Χριστοδούλου αποτελεί επαρκή μαρτυρία ή φανερώνει τέτοιες περιστάσεις που αντικειμενικώς, θα δικαιολογούσαν τον παραμερισμό του Διατάγματος, το Δικαστήριο καταλήγει ως ακολούθως. Ομολογουμένως, οι τριτοδιάδικοι εγείρουν εύλογα ζητήματα ως προς την κατ΄ισχυρισμόν ευθύνη αποζημίωσης που υπέχουν έναντι του εναγόμενου δυνάμει των προνοιών του ασφαλιστηρίου. Όμως, παρότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δημιουργούν προβληματισμό στο Δικαστήριο, η εξέταση αυτών επί της ουσίας τους τώρα, στο πλαίσιο αυτής της ενδιάμεσης διαδικασίας θα αποτελούσε λανθασμένη πρακτική, αφού εξέταση των εκ διαμέτρου αντίθετων ισχυρισμών των διαδίκων, ως αυτές αποτυπώνονται μέσω των ενόρκων δηλώσεων τους, χωρίς να έχει λάβει χώραν η ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης, θα σήμαινε ότι το Δικαστήριο θα αποφάσιζε τελεσίδικα επί της εφαρμογής και ερμηνείας των όρων του συμβολαίου, σφραγίζοντας ουσιαστικά την μεταξύ εναγόμενου και τριτοδιάδικου απαίτηση. Οφείλεται να σημειωθεί εδώ ότι στο εν λόγω συμβόλαιο, το οποίο αφορά σε επαγγελματική κάλυψη δικηγόρου, εμπεριέχονται όροι, η ερμηνεία και εφαρμογή των οποίων, δεν μπορεί να εξεταστεί στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης παρά μόνο όταν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ουσιαστική μαρτυρία μέσω της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης αφού μόνο τότε θα μπορεί το Δικαστήριο να αποφασίσει τελικώς ως προς το: (α) κατά πόσον η ασφαλιστική κάλυψη ήταν ή όχι σε ισχύ, (β) κατά πόσον η απαίτηση του εναγόμενου ή η ενημέρωση που έκανε προς την ασφάλεια του ήταν εντός των χρονικά καθοριζομένων εκ του ασφαλιστηρίου χρονοδιαγραμμάτων, (γ) κατά πόσον η απαίτηση του εναγόμενου καλύπτετο από τους όρους του συμβολαίου, (δ) κατά πόσον η απαίτηση του εναγόμενου εμπίπτει στις εξαιρέσεις του συμβολαίου, (ε) κατά πόσον οι ενέργειες του εναγόμενου κατά τον επίδικο χρόνο ενέπιπταν εντός των όρων του «ασκεί δικηγορίαν» ή αν ενεργούσε ως εμπιστευματοδόχος και (στ) κατά πόσον οι ενέργειες του εναγόμενου αποτελούν «πράξη, παράλειψη ή λάθος που διαπράχθηκε ή προβάλλεται ισχυρισμός ότι διαπράχθηκε κατά την διάρκεια της εξάσκησης δικηγορίας στην Κύπρο», σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου. Τα πιο πάνω καταγράφονται αφού έχει πολλάκις τεθεί μέσω Δικαστικού λόγου ότι, όταν υπάρχουν αντίθετες απόψεις μεταξύ των διαδίκων, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιλέξει μεταξύ αυτών κατά το στάδιο ενδιάμεσων θεραπειών ή αιτημάτων, αλλά οφείλει να αφήσει τα ζητήματα να ακουστούν και να αποφασιστούν μέσω της διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας. Ως έχει λεχθεί στην Δ. Νικολάλου & Υιοί Λτδ ν 1. Four Star Lines S.A., 2. The Ship "Four Star II"
(1989)1 C.L.R. 6232: «Έχει καθιερωθεί από την νομολογία μας ότι εφόσον υπάρχουν διαφορές ως προς τα νομικά και πραγματικά θέματα, οι διαφορές αυτές πρέπει να εκδικάζονται και αποφασίζονται από το Δικαστήριο κατά την ακρόαση της αγωγής και όχι σε ενδιάμεσο στάδιο όπου η μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου είναι οι ένορκες δηλώσεις». Δυνάμει των πιο πάνω, αποτελεί την κρίση του Δικαστηρίου ότι το ζήτημα της ευθύνης των τριτοδιαδίκων είναι ορθό, δίκαιο και πρόσφορο όπως κριθεί στα πλαίσια εκδίκασης της ουσίας της αγωγής, εκεί όπου θα επιλυθούν και θα αποφασιστούν όλα τα πραγματικά ζητήματα που εγείρονται από τους διαδίκους. Τα επίδικα θέματα ως αυτά εγείρονται μέσω από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν το αίτημα και την ένσταση, θα πρέπει να επιλυθούν μέσω της προσκόμισης ζώσας προς τούτο μαρτυρίας περιλαμβανομένων και των όποιων Τεκμηρίων, με αυτήν να τίθεται στην βάσανο της αξιολόγησης της από το Δικαστήριο. Κρίση των πιο πάνω ζητημάτων σε αυτό το στάδιο θα σήμαινε την αφαίρεση από το Δικαστήριο του δικαιώματος του εναγόμενου όπως κατά την διεξαγωγή της ακρόασης, αποδείξει, νοουμένου πάντα ότι η απαίτηση του ενάγοντα εναντίον του επιτύχει, την δική του υπόθεση εναντίον του τριτοδιάδικου, και από τον τριτοδιάδικο όπως παρουσιάσει την υπεράσπιση του. Υπνεθυμίζεται στο στάδιο αυτό ότι σε περίπτωση που ο ενάγοντας αποδείξει την υπόθεση του εναντίον του εναγόμενου, αλλά ο εναγόμενος αποτύχει όπως αποδείξει το βάσιμο της δικής του απαίτησης εναντίον του τριτοδιαδίκου, ο τελευταίος θα δικαιούται στα έξοδα του. Τέλος, η απάντηση ως προς την θέση των τριτοδιαδίκων ότι η εσκεμμένη παράλειψη του εναγόμενου όπως μην επισυνάψει στο στάδιο έκδοσης του Διατάγματος το κείμενο του Ασφαλιστηρίου συμβολαίου, οφείλει όπως οδηγήσει το Δικαστήριο σε έγκριση του αιτήματος, βρίσκεται στο Annual Practice του 1970 παράγραφος 16/4/4 υπό τον τίτλο, «Evidence On Application» ότι: «Generally speaking, no evidence is required from any of the parties on the hearing of the defendant's summons for third party directions. If the defendant obtained leave to issue the third party notice, he should bespeak the affidavit in which leave was obtained». Είναι ξεκάθαρο από τα πιο πάνω ότι ο εναγόμενος ή το μέρος το οποίο αιτείται την έκδοση προσεπίκλησης τριτοδιαδίκου μπορεί να καταγράψει το αίτημα του, χωρίς την επισύναψη οποιουδήποτε προς αυτό υποστηρικτικού υλικού, με την επιλογή του αυτή να μην ισούται με εσκεμμένη απόκρυψη γεγονότων. Το επιχείρημα συνεπώς των τριτοδιαδίκων περί μη ουσιαστικής αποκάλυψης ή στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως απαιτήσεως εναντίον των κατά το στάδιο έκδοσης του Διατάγματος, λόγω παράλειψης επισύναψης αυτούσιου του Ασφαλιστηρίου συμβολαίου, είναι απορριπτέο. Κατάληξη: Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί εναντίον της έγκρισης του αιτήματος. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ των Καθ'ων η αίτηση, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................................... Μ. Ναθαναήλ , Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο