ΠΕΤΡΟΥ ν. ΤΣΙΜΕΝΤΟΠΟΙΕΙΑ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αγωγή Αρ.: 4254/12, 25/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A180 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 4254/12 Μεταξύ: XXXXX ΠΕΤΡΟΥ Ενάγοντος και ΤΣΙΜΕΝΤΟΠΟΙΕΙΑ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων --------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 25 Ιουνίου, 2021. Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: Δρ. Α. Ποιητής για Δρ. ΑΝΔΡΕΑΣ Π. ΠΟΙΗΤΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ. Για τους Εναγόμενους: κα Λ. Σιακαλλή για ΤΑΣΣΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ. ΑΠΟΦΑΣΗ Αποτελεί κοινό έδαφος πως ο ενάγοντας υπήρξε εργοδοτούμενος των εναγομένων από το 1978. Το 1991 προήχθη στην θέση Υπεύθυνου (Τμηματάρχη) Συμβολαίων και Αποθήκης και το 1995 ανέλαβε και το Τμήμα Αγορών. Στις 30.11.2012 κρίθηκε από τους εναγόμενους ως πλεονάζων προσωπικό και απελύθη. Σημείο τριβής μεταξύ τους, η καταβλητέα αποζημίωση (ο ενάγοντας έλαβε μόνο το ποσό των €52.662,76 από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού ενώ αρνήθηκε το ποσό των €100.000= που του προσφέρθηκε από τους εναγόμενους ως χαριστική αποζημίωση). Ο μεν ενάγοντας υποστηρίζει πως θα πρέπει να του καταβληθεί αποζημίωση, η οποία να υπολογιστεί όχι μόνο στην βάση της Συλλογικής Σύμβασης (υπεγράφη μεταξύ των συντεχνιών των εργαζομένων στην εναγομένη εταιρεία και της ίδιας της εταιρείας) που ίσχυε για όλους τους εργαζομένους στο Τσιμεντοποιείο Βασιλικού κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά και στα πρόσθετα ωφελήματα που λάμβανε ως «διευθυντικό προσωπικό», αφού από το 2010 μέχρι και το 2012 ήταν μέλος της διευθυντικής ομάδας, οι δε εναγόμενοι πως ό,τι του κατεβλήθη από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού είναι η ορθή αποζημίωση και τούτο δεδομένου του ότι το Ταμείο έκρινε δικαιολογημένη την απόλυση του, για τους λόγους που προέβαλε η εταιρεία. Είναι η θέση του ενάγοντα, όπως δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης, πως για τον υπολογισμό της καταβλητέας αποζημίωσης θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη και η «Συμπληρωματική Συμφωνία», η οποία εφαρμόστηκε στις περιπτώσεις απόλυσης λόγω πλεονασμού, εργαζομένων στα Τσιμεντοποιεία Μονής και Βασιλικού όταν τα δύο Τσιμεντοποιεία συγχωνεύτηκαν το 2008. Η εν λόγω Συμφωνία προνοούσε πως στον απολυόμενο θα καταβάλλετο και «χαριστικό φιλοδώρημα» (ανάλογα με τα χρόνια υπηρεσίας θα υπολογίζοντο συγκεκριμένες ώρες ή ημερομίσθια για κάθε χρόνο υπηρεσίας). Διατείνεται πως κατ' εφαρμογή των δύο Συμφωνιών (και οι δύο εφαρμόζοντο «σιωπηρά ή και ρητά»), το ποσό που θα έπρεπε να του καταβληθεί ως αποζημίωση είναι €268.153,00 (στην Έκθεση Απαίτησης παρατίθενται λεπτομέρειες υπολογισμού του), αφού το ημερομίσθιο του ήταν €246,46 και ο τελευταίος μηνιαίος μισθός του €5.298,97. Το 2010 «αναβαθμίστηκε» μεν σε διευθυντή (κατείχε την θέση «απλώς σαν τίτλο»), αλλά με τα ίδια καθήκοντα και εισοδήματα της θέσης του τμηματάρχη. Ισχυρίζεται πως κατά τον χρόνο της απόλυσης του ήταν 54 ετών, χωρίς «οποιαδήποτε ειδικά προσόντα» και πως δεν ήταν σε θέση να αυτοεργοδοτηθεί ή να εργοδοτηθεί από άλλα πρόσωπα, αφού δεν είχε «οποιεσδήποτε ειδικές γνώσεις», αλλά μόνο «τις γνώσεις που απαιτούσε η δουλειά του, στην οποία ήταν άριστος». Είναι γι΄ αυτό τον λόγο που διεκδικεί και αποζημιώσεις λόγω απώλειας σταδιοδρομίας. Τέλος αναφέρει πως το ποσό που διεκδικεί, υπερβαίνει κατά πολύ τους μισθούς που θα λάμβανε για δύο έτη και γι΄ αυτό δικαιοδοσία για εκδίκαση της υπόθεσης έχει μόνο το Επαρχιακό Δικαστήριο και συγκεκριμένα της Λάρνακας, αφού ο ίδιος είναι κάτοικος επαρχίας Λάρνακος. Με την αγωγή του αξιώνει: α. €268.153= ως αποζημιώσεις για απόλυση λόγω πλεονασμού, β. €2.649= το οποίο αντιστοιχεί στο ήμισυ του 14ου μισθού του Απριλίου του 2012, γ. Αποζημιώσεις για απώλεια σταδιοδρομίας, δ. Νόμιμο τόκο και έξοδα. Οι εναγόμενοι στην τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης τους αρνούνται τους ισχυρισμούς και τις θέσεις του ενάγοντα. Προβάλλουν τρεις προδικαστικές ενστάσεις. Πως το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την αγωγή. Πως η αγωγή είναι πρόωρη ή/και καταπιεστική ή/και καταχρηστική και πως δεν θα έπρεπε να καταχωρηθεί και να προωθείται εναντίον τους. Τέλος, πως η αγωγή δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή/και οποιαδήποτε βάση αγωγής εναντίον τους. Ως προς την ουσία διατείνονται πως τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: (α) ο ενάγοντας εργοδοτήθηκε από τους εναγόμενους στις 18.9.1978 ως Τμηματάρχης Αγορών και εργαζόταν στο Τσιμεντοποιείο στο Βασιλικό. Από το 1991 δεν ήταν μέλος οποιασδήποτε συντεχνίας (με επιστολή του ημερομηνίας 4.1.1991 ενημέρωνε τους εναγόμενους πως δεν επιθυμούσε να είναι μέλος συντεχνίας και ζητούσε όπως παύσει η οποιαδήποτε αποκοπή συνδρομής προς την συντεχνία). Από το 2010 ανήκε στο διευθυντικό προσωπικό. (β) στις 27.6.2008, το Τσιμεντοποιείο Μονής συγχωνεύθηκε με το Τσιμεντοποιείο Βασιλικού, το οποίο διατήρησε την ονομασία του. Ένεκα του ότι προέκυψε η ανάγκη για πλεονασμό προσωπικού λόγω της συγχώνευσης των δύο Τσιμεντοποιείων, οι εναγόμενοι σε συνεννόηση με τις συντεχνίες των εργοδοτουμένων, κατήρτισαν «Συμπληρωματική Συμφωνία», η οποία μαζί με την Συλλογική Σύμβαση (με αρ. 23.3.1 και 23.3.2) θα εφαρμόζοντο για σκοπούς πλεονασμού των «απλών υπαλλήλων» (εξαιρείτο το διευθυντικό προσωπικό). Ήταν ρητός ή/και εξυπακουόμενος όρος της Συμπληρωματικής Συμφωνίας πως μετά το πέρας της συγχώνευσης και την πλήρη ενσωμάτωση του προσωπικού στην νέα επιχείρηση, η εν λόγω Συμφωνία θα έπαυε να έχει οποιαδήποτε ισχύ. (γ) ο ενάγοντας απελύθη στις 30.11.2012 λόγω πλεονασμού. Οι εναγόμενοι τον ενημέρωσαν σχετικά και του κατέβαλαν την οφειλόμενη προειδοποίηση σε χρηματικό ποσό. (δ) συγκεκριμένα οι εναγόμενοι κατέβαλαν στον ενάγοντα, λόγω τερματισμού των υπηρεσιών του, τα εξής ποσά: (
- i)€9.572,33, αντί προειδοποίησης 8 εβδομάδων (από 1.12.2012 μέχρι 25.1.2013) (
- ii)€5.298,97 ως 13ο μισθό (iii) €3.753,44 αναλογία 14ου μισθού μέχρι 25.1.2013 (
- iv)€26.780,76 οφειλόμενες άδειες (833.90 ώρες) (ε) ο ενάγοντας αποζημιώθηκε από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού. Είναι θέση των εναγομένων πως η Συλλογική Σύμβαση δεν τύγχανε εφαρμογής στην περίπτωση του ενάγοντα, αφού αυτός «άνηκε» στο διευθυντικό προσωπικό (εφαρμόζοντο μόνο οι πρόνοιες της Σύμβασης που αφορούσαν τις αργίες, τις άδειες ασθενείας και τις ετήσιες, την καταβολή του 13ου και 14ου μισθού, καθώς και την καταβολή εισφορών στο Ταμείο Προνοίας και Υγείας) και ουδέποτε η εν λόγω Σύμβαση ενσωματώθηκε στην ατομική σύμβαση εργοδότησης του. Ούτε και η «Συμπληρωματική Συμφωνία» τύγχανε εφαρμογής, αφού αυτή εφαρμόστηκε μόνο στην περίπτωση πλεονασμού υπαλλήλων των εναγομένων, λόγω συγχώνευσης των δύο Τσιμεντοποιείων. Τέλος, ισχυρίζονται πως ο ενάγοντας εμποδίζεται από του να προωθεί την παρούσα αγωγή, καθώς ο ίδιος έχει αποζημιωθεί από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού σε σχέση με την απόλυση του από τους εναγόμενους λόγω πλεονασμού. Προβάλλουν δε πως ουδείς δύναται να αποζημιωθεί δύο φορές για την ίδια ζημιά. Είναι γι΄ αυτούς τους λόγους που ζητούν την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος του ενάγοντα. Ο ενάγοντας για να αποδείξει την υπόθεση του κατέθεσε ο ίδιος και κάλεσε και μία μάρτυρα την XXXXX Γερολέμου (ΜΕ2). Από πλευράς εναγομένων κατέθεσαν οι XXXXX Λουκά (ΜΥ1) και ο XXXXX Σιδέρης (ΜΥ2). Ο ενάγοντας (ΜΕ1), ο οποίος στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε Γραπτή Δήλωση (Έγγραφο Α), υιοθέτησε ουσιαστικά τους προβαλλόμενους στην Έκθεση Απαίτησης, ισχυρισμούς. Κατέθεσε αριθμό εγγράφων ως Τεκμήρια, στα οποία θα γίνει αναφορά εκεί και όπου χρειαστεί. Συνοπτικά κατέθεσε τα εξής. Στο Τσιμεντοποιείο Βασιλικού εργαζόταν από το 1978. Το 1991 προήχθη σε Υπεύθυνο Συμβολαίων και Αποθήκης, το 1995 ανέλαβε και το Τμήμα Αγορών με καθήκοντα Τμηματάρχη και το 2011 προήχθη σε Διευθυντή Αγορών-Συμβολαίων-Αποθήκης, χωρίς όμως οποιαδήποτε μισθολογική αναπροσαρμογή. Ο τελευταίος μηνιαίος μισθός του ήταν €5.298,97 ενώ λάμβανε 13ο και 14ο μισθό. Οι όροι της Συλλογικής Σύμβασης (Τεκμήριο 4) καθώς και οποιασδήποτε τροποποιητικής και επιμέρους συμφωνίας, εφαρμόζοντο και για την δική του εργοδότηση. Συγκεκριμένα απολάμβανε όλες τις γενικές αυξήσεις και ωφελήματα που κατά καιρούς συμφωνούντο μεταξύ εταιρείας (εναγόμενων) και συντεχνιών, στα πλαίσια της Συλλογικής Σύμβασης. Προτού προαχθεί σε διευθυντή, απολάμβανε τους όρους της εν λόγω Σύμβασης ακόμη και για την υπερωριακή του απασχόληση. Η Συλλογική Σύμβαση κάλυπτε όλους τους εργατοϋπαλλήλους της εταιρείας, χωρίς να εξαιρεί το διευθυντικό προσωπικό. Κάλυπτε ακόμη και υπαλλήλους που επέλεγαν να μην ανήκουν σε συντεχνίες. Στις Ετήσιες Οικονομικές Καταστάσεις της εναγόμενης εταιρείας για το 2013, αναφερόταν ρητά πως σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης υπαλλήλων της προ της αφυπηρέτησης των, η εταιρεία θα τους αποζημίωνε με βάση την νομοθεσία και τις Συμβάσεις που είχαν υπογραφεί με τις συντεχνίες των εργαζομένων. Ούτε στις παραγράφους 23.3.1 και 23.3.2 της Συλλογικής Σύμβασης ούτε και στην Συμπληρωματική Συμφωνία της 27.6.2008 (Τεκμήριο 3), η οποία καταρτίστηκε στα πλαίσια της συγχώνευσης του Τσιμεντοποιείου Βασιλικού με το Τσιμεντοποιείο Μονής, υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά για εξαίρεση του διευθυντικού προσωπικού. Και οι δύο Συμφωνίες «μιλούν» μόνο για προσωπικό, χωρίς να διαχωρίζουν «απλό προσωπικό» και «διευθυντικό προσωπικό». Βάσει των Συμφωνιών αυτών, η εταιρεία αποζημίωσε δύο πρόσωπα (XXXXX Μέση και XXXXX Μούζουρου) που ανήκαν στο διευθυντικό προσωπικό. Η Συμπληρωματική Συμφωνία της 27.6.2008, έπαυσε να ισχύει με νέα Συμφωνία που υπογράφηκε στις 17.6.2013 (είχε αναδρομική ισχύ από 1.1.2013) και όχι με το πέρας της συγχώνευσης των δύο τσιμεντοποιείων. Η Συμπληρωματική Συμφωνία «κλείδωνε» τις αποζημιώσεις του προσωπικού που βρισκόταν στην υπηρεσία των δύο εργοστασίων, μέχρι την 27.6.2008. Οι εναγόμενοι του κατέβαλαν μισθό αντί προειδοποίησης, αλλά δεν του κατέβαλαν το χαριστικό ποσό που έπρεπε να δοθεί με βάση την Συμπληρωματική Συμφωνία. Με δεδομένο ότι το ημερομίσθιο του ήταν €246,46, το ποσό με το οποίο έπρεπε να αποζημιωθεί ανερχόταν στις €286.153= (€246,46 Χ 1088 ημερομίσθια). Λόγω της απόλυσης του «υπέστη» απώλεια σταδιοδρομίας, καθότι ήταν 54 ετών χωρίς οποιαδήποτε ειδικά προσόντα και δεν μπορούσε να αυτοεργοδοτηθεί ή να εργοδοτηθεί από άλλα πρόσωπα. Κατέβαλε αρκετές προσπάθειες να εργοδοτηθεί, χωρίς αποτέλεσμα. Στις 16.7.2014 προσελήφθη ως λογιστικός λειτουργός σε οικογενειακό λογιστικό γραφείο, με μισθό €1.250= μηνιαίως. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε πως η θέση στην οποία προήχθη το 1991 ήταν «ανώτερη» και πως από το 1991 μέχρι και το 2011, ήταν μέλος του ανώτερου προσωπικού της εταιρείας, συγκεκριμένα της διευθυντικής ομάδας. Συμφώνησε επίσης πως πέραν του ότι και ο ίδιος δεν ήθελε να ανήκει σε συντεχνία, η ίδια η εταιρεία δεν «ενθάρρυνε» τμηματάρχες και διευθυντές, άτομα με ψηλή θέση στην εταιρεία, να ανήκουν σε συντεχνίες. Επέμενε στη θέση πως ως προς την καταβλητέα αποζημίωση, έπρεπε και στη δική του περίπτωση να εφαρμοστεί η Συμφωνία της 27.6.2008 και όχι μόνο η Συλλογική Σύμβαση. Η XXXXX Γερολέμου (Μ.Ε.2) κατέθεσε πως ο ενάγοντας εισέπραξε το ποσό των €52.662,76 ως ποσό πλεονασμού (η σχετική Βεβαίωση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 36). Ως Τεκμήριο 37 κατέθεσε τις Αναλυτικές Καταστάσεις Αποδοχών του για την περίοδο 2014 μέχρι 2020, και ως Τεκμήριο 38 Βεβαίωση Λήψης ανεργιακού επιδόματος για την περίοδο 2.6.2013 μέχρι 2.12.2013. Ο XXXXX Λουκά (ΜΥ1), εσωτερικός νομικός σύμβουλος των εναγομένων (προσελήφθη στις 26.3.2014) κατέθεσε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, Γραπτή Δήλωση (Έγγραφο Β). Η μαρτυρία του συνοψίζεται ως εξής. Η εταιρεία (εναγόμενοι) ασχολείται κατά κύριο λόγο με την παραγωγή και εμπορία τσιμέντου στην Κύπρο. Από το 2013, δραστηριοποιείται και στην αγορά του εξωτερικού περισσότερο εντατικά απ΄ ότι στο παρελθόν. Ο ενάγοντας, ο οποίος προσελήφθη στην εταιρεία στις 18.9.1978, το 1991 προήχθη στη θέση Υπεύθυνου Συμβολαίων και Αποθήκης με βάση το σχέδιο Υπηρεσίας (Τεκμήριο 1), θέση η οποία ανήκε στα στρώματα της διευθυντικής ομάδας του Τσιμεντοποιείου. Τα καθήκοντα της θέσης περιελάμβαναν, μεταξύ άλλων, καθήκοντα διοίκησης, εποπτείας, ανάπτυξης και καθοδήγησης του προσωπικού και ανάπτυξης των εργασιών του Τμήματος. Τα συγκεκριμένα καθήκοντα είναι τα «παραδοσιακά» καθήκοντα θέσης ενός «manager», με επίκεντρο τις αγοραπωλησίες, διαπραγμάτευση συμβολαίων, επίβλεψη προσωπικού και διαχείριση παραγγελιών μιας εταιρείας (τα καθήκοντα αυτά μπορούν να «προσαρμοστούν» στις ανάγκες οποιασδήποτε επιχείρησης στον τομέα συμβολαίων και αποθήκης, ανεξάρτητα από το αντικείμενο της επιχείρησης). Ο ενάγοντας επωμίστηκε περαιτέρω την ευθύνη να διεκπεραιώνει τις παραγγελίες εξωτερικού και εσωτερικού, την διαπραγμάτευση και παρακολούθηση συμβολαίων με εργολάβους, τον έλεγχο και διεκπεραίωση των παραγγελιών και γενικά εργασίες που αφορούσαν το Τμήμα Συμβολαίων και Αποθήκης. Οι ανήκοντες στην διευθυντική ομάδα της εταιρείας δεν ανήκαν και δεν ανήκουν σε συντεχνίες, όχι γιατί η εταιρεία απαγόρευε τούτο, αλλά επειδή τα εν λόγω πρόσωπα απολάμβαναν και απολαμβάνουν ένα διαφορετικό καθεστώς απασχόλησης από τους υπόλοιπους εργαζομένους, οι οποίοι θεωρούνται «το προσωπικό» και/ή «οι εργατοϋπάλληλοι» της εταιρείας όπως περιγράφονται στις Συλλογικές Συμβάσεις και δη στην Συλλογική Σύμβαση (Τεκμήριο 4). Το διαφορετικό αυτό καθεστώς απασχόλησης περιελάμβανε διαφοροποιήσεις στην μισθοδοσία της διευθυντικής ομάδας, στα ωφελήματα, στις άδειες και σε διάφορους άλλους τομείς κυρίως λόγω της ευθύνης που αναλάμβαναν με την θέση τους, της σοβαρότητας των υποχρεώσεων τους και του γενικού ρόλου τους στην εταιρεία. Η διαφοροποίηση αυτή ήταν γνωστή σ΄ όλους τους εργαζομένους, όπως και στις συντεχνίες, οι οποίες εξαιρούσαν το διευθυντικό προσωπικό από τις όποιες διαπραγματεύσεις είχαν με την εταιρεία. Είναι στα πλαίσια αυτής της πολιτικής, που ο ενάγοντας με την προαγωγή του και ως μέρος πλέον της διευθυντικής ομάδας, με επιστολή του ημερομηνίας 4.1.1991 (Τεκμήριο 16) ανακοίνωσε στους εναγόμενους ότι δεν ανήκει πλέον σε οποιαδήποτε συντεχνία. Όσοι ανήκαν στην διευθυντική ομάδα τοποθετούντο μισθολογικά στην ψηλότερη κλίμακα που προνοούσε η Συλλογική Σύμβαση μεταξύ της εταιρείας και των συντεχνιών ΣΕΚ και ΠΕΟ. Σκοπός, ήταν ο μισθός των μελών της διευθυντικής ομάδας να ξεπερνά τον μισθό του εργατοϋπαλλήλου ακόμη και όταν αυτός έφτανε με τις αυξήσεις και τις προσαυξήσεις, στην ψηλότερη κλίμακα μισθοδοσίας βάσει της Συλλογικής Σύμβασης. Ο ενάγοντας με την προαγωγή του το 1991, τοποθετήθηκε μισθολογικά στην κλίμακα 7 που ήταν και παραμένει η υψηλότερη κλίμακα μισθοδοσίας. Τα μέλη της διευθυντικής ομάδας (τμηματάρχες, προϊστάμενοι, διευθυντές) λάμβαναν τόσο τις αυξήσεις και προσαυξήσεις που χορηγούντο με βάση την Συλλογική Σύμβαση, αλλά και πρόσθετες αυξήσεις και προσαυξήσεις που δεν ρυθμίζοντο από αυτή. Η Συλλογική Σύμβαση χρησιμοποιείτο ως γνώμονας για τον καθορισμό της μισθοδοσίας της διευθυντικής ομάδας, καθαρά για σκοπούς διατήρησης μιας σχετικής αναλογίας στο μισθολόγιο της εταιρείας, ώστε να υπάρχει εύκολη σύγκριση και παρακολούθηση. Έτσι και ο ενάγοντας λάμβανε αυξήσεις και προσαυξήσεις μισθού, τόσο με βάση την Συλλογική Σύμβαση όσο και εκτός των προνοιών της, ανάλογα με τις σχετικές αποφάσεις της εταιρείας (σχετικό έντυπο με τις μεταβολές στην μισθοδοσία του ενάγοντα, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 22). Στα μέλη της διευθυντικής ομάδας παρείχοντο επίσης: (α) δωρεάν καφέδες, χυμοί και αναψυκτικά από την καντίνα, χωρίς περιορισμό ποσού, τα οποία χρεώνοντο στην εταιρεία. (β) μηνιαίο επίδομα για έξοδα παραστάσεων, το οποίο αυξάνετο κατά καιρούς. (γ) τηλέφωνο, το οποίο μπορούσαν να χρησιμοποιούν και για τις προσωπικές τους κλήσεις, χωρίς περιορισμό κλήσεων ή κόστους. (δ) «εταιρικό» αυτοκίνητο, τόσο για τις ανάγκες της εργασίας τους, όσο και για τις προσωπικές τους ανάγκες, η βενζίνη του οποίου πληρωνόταν από την εταιρεία, ενώ τα υπηρεσιακά αυτοκίνητα που παραχωρούντο στους εργατοϋπαλλήλους εχρησιμοποιούντο «ελεγχόμενα», κατά την ώρα της εργασίας τους και επιστρέφοντο στο τέλος κάθε μέρας και/ή όταν ολοκληρωνόταν η εργασία τους. (ε) λάμβαναν μέρος σε συχνά επιμορφωτικά σεμινάρια με όλα τα έξοδα πληρωμένα από την εταιρεία. (στ) «απολάμβαναν» ένα διαφορετικό καθεστώς αδειών και εφαρμοζόταν μία διαφορετική διαδικασία λήψης και μεταφοράς των αδειών τους, από ό,τι προνοείτο στην Συλλογική Σύμβαση. (ζ) πληρωνόταν φιλοδώρημα (bonus) από την εταιρεία, το οποίο ήταν συνδεδεμένο κατά κύριο λόγο με την κερδοφορία της εταιρείας και λιγότερο με την απόδοση τους. (η) πιστωτική κάρτα η οποία μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για υπηρεσιακούς σκοπούς, καθημερινά. Το όριο της κάρτας που παραχωρήθηκε στον ενάγοντα ήταν μέχρι ποσού €2.500=. To 1995 προστέθηκε στις αρμοδιότητες του ενάγοντα και το Τμήμα Αγορών. Επειδή υπήρξε συγχώνευση των δύο τμημάτων και ο ενάγοντας προΐστατο αυτών, μετονομάστηκε σε Τμηματάρχη, χωρίς όμως μεταβολή στο καθεστώς (status) της θέσης του. Το 2011 λόγω αλλαγής στην οργανωτική δομή της εταιρείας και για σκοπούς απόδοσης του ανάλογου κύρους, ο τίτλος του ενάγοντα μετονομάστηκε σε «Διευθυντή Αγορών Συμβολαίων και Αποθήκης» (όλοι οι Τμηματάρχες μετονομάστηκαν σε διευθυντές) ενώ το καθεστώς της θέσης του έμεινε το ίδιο. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε μισθολογική αλλαγή στις απολαβές του (ο ενάγοντας λάμβανε ως μισθό, ποσό πέραν του μέγιστου της κλίμακας που καθορίζετο στην Συλλογική Σύμβαση) αφού δεν προήχθη σε διευθυντή όπως ο ίδιος διατείνεται. Το ζήτημα άπτετο της αλλαγής στην ονομασία των τίτλων της διευθυντικής ομάδας της εταιρείας. Η Συλλογική Σύμβαση (Τεκμήριο 4) δεν «κάλυπτε» το διευθυντικό προσωπικό της εταιρείας. Οι συντεχνίες προέβαιναν και προβαίνουν σε διαπραγματεύσεις με την εταιρεία, μόνο ως προς τους όρους εργοδότησης των μελών που εκπροσωπούν και τα οποία απαρτίζουν το εργατικό δυναμικό/προσωπικό της. Τον Μάρτη του 2008 τα δύο μοναδικά Τσιμεντοποιεία της Κύπρου, της Μονής και του Βασιλικού, για λόγους βιωσιμότητας, συγχωνεύτηκαν σε ένα. Επειδή κατέστη αναγκαίο πολλοί εργατοϋπάλληλοι και μάλιστα προσωπικό που εργαζόταν για χρόνια στα δύο Τσιμεντοποιεία να απολυθεί λόγω πλεονασμού, τον ίδιο χρόνο, οι συντεχνίες κατέληξαν σε μία Ειδική Συμφωνία με την εταιρεία (Τεκμήριο 3), με την οποία καθορίστηκε το φιλοδώρημα που θα καταβάλετο στους υπαλλήλους. Ο ενάγοντας πλεόνασε στις 31.11.2012 για λόγους που δεν αφορούσαν την διαδικασία συγχώνευσης των δύο Τσιμεντοποιείων. Οι λόγοι πλεονασμού του (λόγω της σοβαρής κρίσης στην οικοδομική βιομηχανία ο κύκλος εργασιών της εταιρείας μειώθηκε το 2012 κατά 75%) καταγράφονται στην επιστολή ημερομηνίας 30.11.2012 [Τεκμήριο 7
(1)] αλλά και στην επιστολή που στάληκε στο Ταμείο Πλεονασμού και έγιναν αποδεκτοί. Κατά τον χρόνο τερματισμού των υπηρεσιών του, ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν στις €5.298,97 ακάθαρτα και ήταν ψηλότερος από το ποσό των €4.237,58 ακάθαρτα, που θα λάμβανε εάν αμοίβετο σύμφωνα με τις πρόνοιες της Συλλογικής Σύμβασης. Του προσφέρθηκε ως χαριστική πληρωμή το ποσό των €100.557,51, το οποίο απέρριψε. Για τους ίδιους λόγους, μαζί με τον ενάγοντα πλεόνασαν ακόμη δύο διευθυντές, ενώ δύο χρόνια προηγουμένως, δύο άλλοι διευθυντές. Τον Ιούνιο του 2013, πλεόνασε και ο Διευθυντής Ανθρώπινου Δυναμικού. Σε όλους προσφέρθηκε χαριστικό φιλοδώρημα, το οποίο καθόρισε η εταιρεία σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά και εκτός των προνοιών της Συμφωνίας (Τεκμήριο 3). Όλοι οι διευθυντές που πλεόνασαν κατά την περίοδο 2010, 2012 και 2013, έλαβαν ποσά μικρότερα ή ίσα με το ποσό που προσφέρθηκε στον ενάγοντα. Τα καθήκοντα του ενάγοντα ως Διευθυντής Τμήματος Αγορών-Συμβολαίων-Αποθήκης, είναι καθήκοντα και εμπειρία που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε οποιαδήποτε άλλη εταιρεία, ανεξαρτήτως αντικειμένου εργασιών. Δεν είναι καθόλου εξειδικευμένα, αφού ο τρόπος χειρισμού αποθήκης και αγοραπωλησίας εμπορευμάτων είναι καθολικός σε όλο το φάσμα του εμπορίου. Ο ενάγοντας από το 2014 είναι διευθυντής σε εταιρεία που συνεργάζεται με το Τσιμεντοποιείο Βασιλικού, σε παρεμφερή τομέα με τα καθήκοντα που είχε στην εταιρεία. Ο XXXXX Σιδέρης (Μ.Υ.2) Γενικός Διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας από τον Ιούλιο του 1997 μέχρι και την αφυπηρέτηση του (31.7.2017), επανέλαβε ουσιαστικά τα όσα κατέθεσε ο XXXXX Λουκά (Μ.Υ.1). Σύμφωνα με τα λεγόμενα του, η εναγόμενη εταιρεία είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο και έχει δύο δομές όσον αφορά το προσωπικό της. Την διευθυντική ομάδα και το εργατικό δυναμικό. Για κάθε δομή προσωπικού εφαρμόζοντο διαφορετικοί όροι απασχόλησης. Το εργατικό προσωπικό ήταν ενταγμένο, σχεδόν εξ ολοκλήρου, σε συντεχνίες και η εταιρεία είχε αποδεχθεί, από πολύ παλαιά, την εφαρμογή Συλλογικών Συμβάσεων στις εργασιακές της σχέσεις με το εργατικό δυναμικό της. Ο ίδιος μαζί με τους εκάστοτε τμηματάρχες και/ή διευθυντές, περιλαμβανομένου και του ενάγοντα εν προκειμένω, αποτελούσαν την διευθυντική ομάδα η οποία διοικούσε την εταιρεία. Η διευθυντική ομάδα απολάμβανε ένα προνομιακό καθεστώς απασχόλησης, το οποίο αντανακλούσε την σοβαρότητα των υποχρεώσεων και ευθυνών που αναλάμβανε το κάθε μέλος της. Ως Γενικός Διευθυντής είχε υπό την ευθύνη του την συνολική διοίκηση της επιχείρησης και λογοδοτούσε στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας. Είναι σε αυτά τα πλαίσια που ο ίδιος διαπραγματευόταν με τις συντεχνίες των εργατοϋπαλλήλων τους όρους των Συλλογικών Συμβάσεων που υπέγραφε η εταιρεία με τις συντεχνίες. Ο ίδιος διαπραγματεύτηκε και τους όρους της Συμπληρωματικής Συμφωνίας Τεκμήριο 3, την οποία υπέγραψε εκ μέρους της εταιρείας, ο Πρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου. Αναφερόμενος στον ενάγοντα, επανέλαβε τα όσα ο Ευάγγελος Λουκά ανέφερε σε σχέση με το καθεστώς απασχόλησης του, την μισθοδοσία του, τους λόγους απόλυσης του. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε της θέσης της. Η κα Σιακαλλή, η οποία εκπροσωπεί τους εναγόμενους, εισηγήθηκε πως η υπόθεση του ενάγοντα πάσχει τόσο στην νομική όσο και στην πραγματική της βάση. Ως προς την προδικαστική ένσταση για την αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση, υπεστήριξε πως ο ενάγοντας μέσω της αξίωσης του αποδέχεται μεν ότι η απόλυση του έγινε λόγω πλεονασμού, αλλά διαφωνεί πως ο λόγος ήταν η μείωση του κύκλου εργασιών της εταιρείας. Ο ίδιος, συνεχίζει η κα Σιακαλλή, συσχετίζει την απόλυση του με την συνένωση των δύο Τσιμεντοποιείων (Μονής και Βασιλικού). Εφόσον το ζήτημα άπτεται των λόγων τερματισμού της απασχόλησης του, αρμόδιο Δικαστήριο να επιληφθεί του ζητήματος είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και όχι το Επαρχιακό Δικαστήριο. Ως προς την ουσία της υπόθεσης, η κα Σιακαλλή υποστηρίζει πως ο ενάγοντας αποζημιώθηκε από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού, καθότι η απόλυση του κρίθηκε δικαιολογημένη, στη βάση των λόγων που πρόβαλε η εταιρεία και πως δεν δικαιούται σε περαιτέρω αποζημίωση από τους εργοδότες του. Το ποσό των €100.557,51 του προσφέρθηκε ως φιλοδώρημα χαριστικά, όπως φιλοδώρημα προσφέρθηκε και σε άλλα μέλη της διευθυντικής ομάδας που πλεόνασαν για τους ίδιους με τον ενάγοντα, λόγους. Και τούτο επειδή οι πρόνοιες τόσο της Συλλογικής Σύμβασης (Τεκμήριο 4) όσο και της Συμπληρωματικής Συμφωνίας (Τεκμήριο 3) ουδέποτε είχαν καταστεί μέρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας του διευθυντικού προσωπικού της εταιρείας, περιλαμβανομένου του ενάγοντα. Αντίθετη ήταν η θέση του κ. Ποιητή, συνηγόρου του ενάγοντα. Εισηγήθηκε πως οι όροι της Συλλογικής Σύμβασης (Τεκμήριο 4) εφαρμόζοντο ανεξαιρέτως σε όλους τους εργαζομένους της εταιρείας και πως στο διευθυντικό προσωπικό παρείχοντο και πρόσθετα ωφελήματα. Πρόσθεσε πως «σ΄ όσους έφυγαν δόθηκαν αποζημιώσεις επί τη βάσει της συλλογικής σύμβασης» και πως δεν ήταν δυνατόν να μην δοθούν και στο διευθυντικό προσωπικό. Ο ενάγοντας απελύθη ως πλεονάζων λόγω της συμφωνίας συνένωσης των δύο εταιρειών (Βασιλικού και Μονής). Συνεπώς, τόνισε, εδικαιούτο να λάβει ως αποζημίωση, το ελάχιστον ποσό που προνοούσε η Συλλογική Σύμβαση και η Συμπληρωματική Συμφωνία, δηλαδή το ποσό που διεκδικεί με την αγωγή του. Το ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι δύσκολο, αφού τα γεγονότα της υπόθεσης ουσιαστικά δεν είναι αμφισβητήσιμα. Δεν αμφισβητείται η εργοδότηση του ενάγοντα από τους εναγομένους, η ανέλιξη, ο μισθός και τα ωφελήματα που λάμβανε καθώς και η απόλυση του. Ό,τι αμφισβητείται από πλευράς ενάγοντα είναι η μέθοδος υπολογισμού και κατ΄ επέκταση, το ποσό της αποζημίωσης, η οποία θα έπρεπε να του καταβληθεί λόγω του τερματισμού της απασχόλησης του. Ο ενάγοντας προσπάθησε να πείσει πως οι όροι της Συλλογικής Σύμβασης (Τεκμήριο 4) εφαρμόζοντο σε όλο το προσωπικό της εταιρείας, διευθυντικό και εργατοϋπαλληλικό και πως ο υπολογισμός της αποζημίωσης του θα έπρεπε να βασιστεί και στην Συμπληρωματική Συμφωνία (Τεκμήριο 3), η οποία εφαρμόστηκε στην περίπτωση του πλεονασμού υπαλλήλων λόγω της συγχώνευσης των δύο Τσιμεντοποιείων. Αυτά είναι τα θέματα που θα εξεταστούν στη συνέχεια. Την μαρτυρία του ενάγοντα την εξέτασα σε όλη της την έκταση. Θεωρώ πως δεν είναι ασφαλές βάθρο για να στηριχθώ σ΄ αυτήν και να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα, αφού όλες οι θέσεις που υπεστήριξε κατά την κυρίως εξέταση καταρρίφθηκαν κατά την αντεξέταση του. Η θέση του πως το 2011 του εδόθη «απλώς» ο τίτλος του διευθυντή χωρίς οποιαδήποτε αλλαγή στις απολαβές και τα ωφελήματα του, δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Ο ίδιος, αντεξεταζόμενος, παραδέχθηκε πως η θέση στην οποία προήχθη το 1991 ήταν «ανώτερη» και πως από το 1991 μέχρι και την απόλυση του ήταν μέρος της διευθυντικής ομάδας. Μη πειστική είναι και η θέση πως όλο το διευθυντικό προσωπικό της εταιρείας απολάμβανε όλα τα ωφελήματα που προνοούσε η Συλλογική Σύμβαση (Τεκμήριο 4) για τους εργατοϋπαλλήλους, πλέον πρόσθετα ωφελήματα. Από την αντεξέταση διεφάνη πως το εργασιακό καθεστώς της διευθυντικής ομάδας, μέρος της οποίας ήταν και ο ίδιος, ήταν εντελώς διαφορετικό από το εργασιακό καθεστώς των εργατοϋπαλλήλων. Υπερβολές και αντιφάσεις διέκρινα και σε όσα κατέθεσε σε σχέση με την κατ΄ ισχυρισμόν απώλεια της σταδιοδρομίας του. Η εκδοχή του πως οι γνώσεις που απέκτησε κατά την εργοδότηση του στην εταιρεία ήταν εξειδικευμένες και δεν τον βοήθησαν στην εξεύρεση εργασίας, δεν γίνεται αποδεκτή. Από τα όσα κατέθεσε διεφάνη πως τα καθήκοντα του δεν ήσαν καθόλου εξειδικευμένα. Ήσαν καθήκοντα συνυφασμένα με τη θέση ενός υπεύθυνου μιας αποθήκης. Το γεγονός πως διαπραγματευόταν την αγορά μηχανημάτων ή άλλων υλικών αξίας πολλών χιλιάδων Ευρώ, δεν σημαίνει πως οι αρχές στη βάση των οποίων γίνονταν οι διαπραγματεύσεις, διαφέρουν από τις αρχές που εφαρμόζονται για την αγορά υλικών πολύ μικρότερης αξίας. Πέραν τούτου, αξιοσημείωτο είναι πως κατά την αντεξέταση του δέχθηκε πως μετά την απόλυση του εργαζόταν στην εταιρεία «ΛΟΥΣΙΟΣ ΤΕΚ ΛΙΜΙΤΕΔ», η οποία δραστηριοποιείται στον ίδιο τομέα της απασχόλησης του στην εναγόμενη εταιρεία. Η θέση πως στη συγκεκριμένη εργασία εργαζόταν αμισθί, κρίνεται ως ανεδαφική και απορρίπτεται. Η XXXXX Γερολέμου (Μ.Ε.2) ήταν ανεξάρτητη μάρτυρας. Εξάλλου η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Η μαρτυρία των XXXXX Λουκά (Μ.Υ.1) και XXXXX Σιδέρη (Μ.Υ.2), γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Σαφείς, επεξηγηματικοί και οι δύο, δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις. Απάντησαν σ΄ ό,τι ερωτήθηκαν χωρίς αμφιταλαντεύσεις και υπεκφυγές. Σταθεροί στη θέση και στην εκδοχή τους. Τα όσα κατέθεσαν συνιστούν και τα ευρήματα μου. Το πρώτο ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί, είναι ποιό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να επιληφθεί της αγωγής. Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών ως εισηγούνται οι εναγόμενοι ή το Επαρχιακό Δικαστήριο ως εισηγείται ο ενάγοντας. Υπενθυμίζω πως η κα Σιακαλλή υπεστήριξε πως το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίζει επί όλων των εργατικών διαφορών που αναφύονται από την εφαρμογή του περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμου, ενώ ο κ. Ποιητής υπεστήριξε πως καλώς ο ενάγοντας προσέφυγε στο Επαρχιακό Δικαστήριο, αφού η απαίτηση του για αποζημιώσεις υπερβαίνει το ύψος των αποζημιώσεων που το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει δικαιοδοσία να του επιδικάσει δυνάμει του προαναφερθέντος Νόμου. Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών είναι το Δικαστήριο που έχει εγκαθιδρυθεί δυνάμει του άρθρου 3 του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών (Τροποποιητικού) Νόμου του 1973 (Νόμος αρ. 5/73), με το οποίο καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε το άρθρο 12 του βασικού Νόμου περί Ετησίων Αδειών Μετ΄ Απολαβών Νόμου του 1967 (Νόμος 8/67) έως (Αρ.2) του 1972. Σύμφωνα με ό,τι το εν λόγω άρθρο προνοεί, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίζει επί όλων των εργατικών διαφορών που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Νόμου. Ο όρος «εργατική διαφορά» καθορίζεται στο άρθρο 2 του Νόμου και σημαίνει «οιανδήποτε διαφοράν μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων ή μεταξύ εργοδοτουμένων και εργοδοτουμένων, εν σχέσει προς την απασχόλησιν ή την μη απασχόλησιν ή τας συνθήκας απασχολήσεως ή τους όρους απασχολήσεως οιωνδήποτε προσώπων είτε εργοδοτουμένων υπό του εργοδότου μετά του οποίου εγείρεται η διαφορά είτε μη». Ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος του 1967 (Ν.24/67) καθορίζει στο άρθρο 30, την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών σε σχέση με διαφορές που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του συγκεκριμένου Νόμου. Στις ερμηνευτικές του διατάξεις, ο Νόμος προσδίδει στον όρο «εργατική διαφορά» έννοια όμοια με την αντίστοιχη του Νόμου 8/67. Το άρθρο 30 του Ν.24/67, έχει ως ακολούθως: «30. -
(1)Το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών κέκτηται αποκλειστικήν αρμοδιότητα να αποφασίζη επί απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος.
(2)Ουδέν των εν τω παρόντι άρθρω ερμηνεύεται ως επηρεάζον το δικαίωμα εργοδοτουμένου όπως, αναφορικώς προς τερματισμόν απασχολήσεως, προσφύγη εις το Επαρχιακόν Δικαστήριον της Επαρχίας εν η ο εργοδοτούμενος ηργοδοτείτο κατά τον χρόνον καθ' ον ανέκυψεν η διαφορά εις περίπτωσιν καθ' ην η αξίωσις αυτού είναι δι' αποζημιώσεις υπερβαινούσας τας διά του παρόντος Νόμου δυναμένας να διεκδικηθώσι.» Στον Πρώτο Πίνακα του Παραρτήματος που συνοδεύει τον Νόμο, καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της επιδικαζόμενης από το Δικαστήριο σε εργοδοτούμενο αποζημίωσης, σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης του. Στην παράγραφο 3 του Πίνακα αναφέρεται πως σε καμία περίπτωση, η αποζημίωση δεν θα υπερβαίνει τα ημερομίσθια δύο ετών. Συνεπώς το ποσό αυτό είναι η οροφή για την άσκηση αποκλειστικής δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Το ζήτημα εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Phassouri Plantations v. Georghiou
(1982)1 CLR 766, Στέλιος Στυλιανίδης ν. The British American Insurance Co Ltd
(1990)1 ΑΑΔ
- Αποφασίστηκε πως εμπίπτει στην δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου η εκδίκαση αξιώσεων για αποζημιώσεις λόγω τερματισμού απασχόλησης, όταν αυτές υπερβαίνουν το ύψος της αποζημίωσης που είναι δυνατόν να επιδικαστούν δυνάμει του Νόμου 24/
- Στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Δ.Σ. Αρτοκουλουροποιείον Λτδ, Πολιτική Έφεση 11016, ημερομηνίας 13.9.2002, λέχθηκε πως το μόνο κριτήριο για τον καθορισμό της καθ' ύλης αρμοδιότητας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, είναι το ύψος της απαίτησης του εργοδοτουμένου. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση υπόθεση. Είναι παραδεκτό πως ο τελευταίος μηνιαίος μισθός του ενάγοντα ήταν €5.298,97 ακάθαρτα. Συνεπώς το αξιούμενο ποσό των €268.153,00 υπερβαίνει τα ημερομίσθια δύο ετών. Ως εκ τούτου αρμόδιο Δικαστήριο να εκδικάσει την αγωγή είναι το Επαρχιακό και όχι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Το επόμενο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον ο υπολογισμός της αποζημίωσης που εδόθη στον ενάγοντα θα έπρεπε να στηριχθεί στις πρόνοιες της Συλλογικής Σύμβασης (Τεκμήριο 4), καθώς και της Συμπληρωματικής Συμφωνίας (Τεκμήριο 3). Ο ενάγοντας προωθώντας την θέση πως «και το διευθυντικό προσωπικό ελάμβανε όλα τα οφέλη της σύμβασης, πρόσθετα προς οποιαδήποτε άλλα», κάλεσε το Δικαστήριο να ερμηνεύσει τη Συλλογική Σύμβαση (Τεκμήριο 4). Αν και το ζήτημα έχει ξεκαθαρίσει με την μαρτυρία των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2, την οποία αποδέχτηκα και συνιστά τα ευρήματα μου, εντούτοις μελέτησα την Συλλογική Σύμβαση πολύ προσεκτικά. Παρόλο που η Σύμβαση αναφέρεται γενικά σε εργοδοτούμενους, χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ εργατοϋπαλλήλων και διευθυντικού προσωπικού, εντούτοις από τις διάφορες επί μέρους αναφορές, συνάγεται πως η Συλλογική Σύμβαση (Τεκμήριο 4) αφορά μόνο τους εργάτες/υπαλλήλους, μέλη των συντεχνιών ΣΕΚ και ΠΕΟ, αφού η Συμφωνία είχε υπογραφεί μεταξύ της εταιρείας και των δύο αυτών συγκεκριμένων συντεχνιών. Ειδικότερα στο άρθρο 3, κάτω από τον τίτλο «ΠΟΙΟΙ ΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΜΦΩΝΙΑ», αναφέρεται πως «η παρούσα Συμφωνία καλύπτει όλους τους τακτικούς εργατοϋπαλλήλους της εταιρείας». Σε άλλο σημείο της Συμφωνίας, όπως στο Παράρτημα Ι, το οποίο διαπραγματεύεται τους μισθούς και τα ημερομίσθια των υπαλλήλων, αναφέρεται ρητά πως «Εργοδοτούμενοι για τους σκοπούς αυτού του Παραρτήματος είναι μόνο οι τακτικοί έμμισθοι/ημερομίσθιοι εργοδοτούμενοι». Σίγουρα η διευθυντική ομάδα ή «το διευθυντικό προσωπικό» όπως χαρακτηρίζει την ομάδα ο ενάγοντας, δεν μπορεί να θεωρηθεί μέρος του εργατοϋπαλληλικού προσωπικού. Το γεγονός πως η Συλλογική Σύμβαση (Τεκμήριο 4) εχρησιμοποιείτο κυρίως ως οδηγός για τον καθορισμό της μισθοδοσίας της διευθυντικής ομάδας, ώστε να διατηρείται μια βάση για σκοπούς εύκολης σύγκρισης και παρακολούθησης των μισθών των διευθυντών, δεν σημαίνει πως όλοι οι όροι της Συλλογικής Σύμβασης ίσχυαν και για την διευθυντική ομάδα. Για τους διευθυντές, οι οποίοι ουσιαστικά αντιπροσώπευαν την ίδια την εταιρεία, αφού αυτοί την διοικούσαν, ίσχυε ένα διαφορετικό καθεστώς απασχόλησης, δεδομένου του ότι υπήρχε διαφοροποίηση στην μισθοδοσία (ο μισθός των μελών της διευθυντικής ομάδας ξεπερνούσε τον μισθό του εργατοϋπαλλήλου, ακόμη και όταν αυτός έφθανε στην ψηλότερη κλίμακα μισθοδοσίας, με βάση τις αυξήσεις και προσαυξήσεις οι οποίες προνοούντο από την Συλλογική Σύμβαση), στο ωράριο εργασίας, στα ωφελήματα (στους διευθυντές παρείχοντο δωρεάν ροφήματα από την καντίνα, τηλέφωνο, αυτοκίνητο, πιστωτική κάρτα, επίδομα για έξοδα παραστάσεων, ετήσιο φιλοδώρημα), στις άδειες τους και σε άλλους τομείς. Τούτο ήταν λογικό, δεδομένης της ευθύνης και των υποχρεώσεων που είχαν οι διευθυντές. Το γεγονός πως η διευθυντική ομάδα διαχωριζόταν από τους εργατοϋπαλλήλους, λόγω ακριβώς του εποπτικού της ρόλου, υποστηρίζεται και από το γεγονός πως κατ΄ ουσίαν δεν επιτρέπετο (κατά τον Μ.Υ.2 Σιδέρη, «δεν απαγορευόταν») στους διευθυντές να συνδικαλίζονται, να είναι, δηλαδή, μέλη συντεχνίας, εν αντιθέσει με το εργατοϋπαλληλικό προσωπικό. Η θέση συνεπώς πως η Συλλογική Σύμβαση (Τεκμήριο 4) κάλυπτε και την διευθυντική ομάδα, μέλος της οποίας ήταν και ο ενάγοντας, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Τα όσα ανέφερα για την Συλλογική Σύμβαση (Τεκμήριο 4) ισχύουν απόλυτα και για την Συμπληρωματική Συμφωνία (Τεκμήριο 3). Η εν λόγω Συμφωνία υπογράφτηκε και εφαρμόστηκε για σκοπούς αποζημίωσης του εργατοϋπαλληλικού προσωπικού που θα απολυόταν ως πλεονάζων, λόγω της συγχώνευσης των Τσιμεντοποιείων Μονής και Βασιλικού. Κρίνω, για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί, πως επίσης δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση του ενάγοντα. Πέραν τούτου, θα πρέπει να λεχθεί πως ο ενάγοντας δεν κρίθηκε ως πλεονάζων λόγω της συγχώνευσης των δύο Τσιμεντοποιείων, αλλά λόγω περιορισμού του κύκλου εργασιών της εταιρείας (η επιστολή Τεκμήριο 7
(1)είναι σχετική). Ο ενάγοντας σε καμμιά περίπτωση δεν αμφισβήτησε τους λόγους πλεονασμού του, ούτε ακόμη και με την αγωγή του. Ό,τι αμφισβήτησε είναι το ποσό της καταβλητέας αποζημίωσης και ο τρόπος υπολογισμού της. Είναι καλά γνωστό και νομολογημένο πως ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι. Στην υπόθεση Μαρσέλ Μπούλος κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, λέχθηκαν επί τούτου, τα εξής: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας).» Στην προκειμένη περίπτωση, το βάρος απόδειξης βάρυνε τους ώμους του ενάγοντα ο οποίος θα έπρεπε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή του ήταν η πιο πιθανή. Ο ενάγοντας δεν κατάφερε να αποσείσει από τους ώμους του το βάρος που είχε. Συνεπώς η αγωγή του δεν μπορεί να επιτύχει και θα πρέπει να απορριφθεί. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο ώστε να αποστώ από τον κανόνα πως αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Διά ταύτα, η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται προς όφελος των εναγομένων και σε βάρος του ενάγοντα. (Υπ.).............. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο