← Κύπρος

GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. Π.Γ.Π (ΕΜΠΟΡΟΙ ΚΡΕΑΤΩΝ) ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2628/2015, 11/11/2021

GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. Π.Γ.Π (ΕΜΠΟΡΟΙ ΚΡΕΑΤΩΝ) ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2628/2015, 11/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A181 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Χρ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2628/2015 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων -και-

  1. Π.Γ.Π (ΕΜΠΟΡΟΙ ΚΡΕΑΤΩΝ) ΛΙΜΙΤΕΔ
  2. LACTUS LIMITED
  3. P.G.P. (HOLDINGS) LIMITED
  4. P.G.P. (INVESTMENTS) LIMITED
  5. XXXXX ΠΑΝΑΓΗ
  6. XXXXX ΠΑΝΑΓΗ Εναγόμενων και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος με ημερομηνία 22.05.2019 ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων -και-
  7. Π.Γ.Π (ΕΜΠΟΡΟΙ ΚΡΕΑΤΩΝ) ΛΙΜΙΤΕΔ
  8. LACTUS LIMITED
  9. P.G.P. (HOLDINGS) LIMITED
  10. P.G.P. (HOLDINGS) LIMITED
  11. XXXXX ΠΑΝΑΓΙΔΗΣ υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του XXXXX Παναγή (αποβιώσας) από τη Λάρνακα και XXXXX Παναγή υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του XXXXX Παναγή από τη Λάρνακα
  12. XXXXX ΠΑΝΑΓΗ Εναγόμενων και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος με ημερομηνία 28.06.2019 GORDIAN HOLDINGS LIMITED Εναγόντων -και-
  13. Π.Γ.Π (ΕΜΠΟΡΟΙ ΚΡΕΑΤΩΝ) ΛΙΜΙΤΕΔ
  14. LACTUS LIMITED
  15. P.G.P. (HOLDINGS) LIMITED
  16. P.G.P. (HOLDINGS) LIMITED
  17. XXXXX ΠΑΝΑΓΙΔΗΣ υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του XXXXX Παναγή (αποβιώσας) από τη Λάρνακα και XXXXX Παναγή υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του XXXXX Παναγή από τη Λάρνακα
  18. XXXXX ΠΑΝΑΓΗ Εναγόμενων Ημερομηνία:11 Νοεμβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους/ Αιτητές: Ο κ. Κ. Μουτσουρής για Κωστάκης Μουτσουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντες/ Καθ' ων η Αίτηση: Η κα Γ. Καραμαλλή για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση με ημερ. 15.10.2021 για ακύρωση πλειστηριασμού) Η ΑΙΤΗΣΗ: Οι εναγόμενοι (στη συνέχεια «Οι Αιτητές») με την υπό κρίση αίτηση, η οποία αρχικά καταχωρίσθηκε μονομερώς και η οποία στη συνέχεια διατάχθηκε να επιδοθεί, επιδιώκουν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, με τα οποία να ακυρωθεί ο προγραμματισμένος από τους ενάγοντες («Καθ' ων η αίτηση») ηλεκτρονικός πλειστηριασμός δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν.9/65), ο οποίος είναι προγραμματισμένος να γίνει σε διάφορες ημερομηνίες αρχής γενομένης από αύριο 12.11.2021, την 15.11.2021 και την 01.12.202135 και αφορούν ακίνητα τους τα οποία είναι υποθηκευμένα στα κτηματολογικά γραφεία Λάρνακας, Λευκωσίας και Λεμεσού, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης τίθεται σε ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. XXXXX Παναγή ο οποίος πέραν από την ιδιότητα του, τη γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, της εξουσιοδότησης που έχει για να προβεί στην ένορκη δήλωση και αφού κάμνει αναφορά σε μια ιστορική αναδρομή της διαφοράς των Αιτητών με τους Καθ' ων η αίτηση, παραθέτοντας σειρά εγγράφων ως τεκμηρίων, επί της ουσίας δηλώνει ότι: Α. Οι ενάγοντες 2 δεν νομιμοποιούνται να αντικαταστήσουν τους ενάγοντες 1 (όπως τους χαρακτηρίζει) και ως προς τούτο εγείρουν προδικαστικές ενστάσεις καθ' ότι ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες 2 δεν νομιμοποιούνται να αντικαταστήσουν τους ενάγοντες 1 στην παρούσα αγωγή διότι στις 31.05.2019 οι ενάγοντες 1 παράνομα και σε αντίθεση με τις πρόνοιες του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν.169(Ι)/2015), μετέφεραν τις πιστωτικές διευκολύνσεις με χρεωστικά υπόλοιπα για διάφορους λογαριασμούς τους οποίους και απαριθμεί με τις εγγυήσεις και εξασφαλίσεις των εναγόμενων στους ενάγοντες
  19. Επικαλείται ως προς τούτο τη σχετική νομοθεσία τον Νόμο 169(Ι)/2015 ο οποίος κατά τον ενόρκως δηλούντα δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις που «το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων προς την επιχείρηση αυτή ή τον όμιλο συνδεδεμένων επιχειρήσεων ανά ΑΠΙ υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000)» όπως συμβαίνει εν προκειμένω. Υπό το πρίσμα της πιο πάνω παρανομίας προκύπτει και παραβίαση του άρθρου 44Ε

(1)του Ν. 9/1965, αφού οι ενάγοντες 2 δεν αποτελούν ενυπόθηκοι δανειστές των εναγόμενων με αποτέλεσμα όλες οι πράξεις των εναγόντων 2 που αφορούν λογαριασμούς δανείων ή/και τρεχούμενων, ή/και άλλων διευκολύνσεων των πιο πάνω λογαριασμών είναι παράνομες και δεν έχουν καμία νομική ισχύ. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν στην Γενική Αίτηση 372/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας την 07.07.2021 με την οποία εξαιτούνται διατάγματα ακύρωσης της μεταφοράς και/η πώλησης και/ή εξαγοράς των υπολοίπων των πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή του συνόλου των χρεών των Αιτητών από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στην εταιρεία GORDIAN HOLDINGS LIMITED. Β. Προβάλλουν ως 2η προδικαστική ένσταση τον ισχυρισμό ότι η συμφωνία που υπέγραψαν οι ενάγοντες 1 με τους ενάγοντες 2 για πώληση των πιστωτικών διευκολύνσεων και των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από αυτές των εναγόντων είναι εξ υπαρχής άκυρη, διότι δεν δόθηκε από τους ενάγοντες 2 προς τους ενάγοντες 1 οι οποίοι έχουν τους ίδιους μετόχους καμία αντιπαροχή και επομένως οι ενάγοντες 2 δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τους ενάγοντες 1 στην παρούσα αγωγή. Προς τούτο επικαλείται αγωγή τους στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ημερ. 3.09.2021. Ο Ο ενόρκως δηλών απαριθμεί τις δανειακές υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 τις οποίες εγγυήθηκαν οι εναγόμενοι 2 - 6 όπως και τις υποθήκες που ενέγραψαν για τον ίδιο σκοπό για να ισχυριστεί ότι οι εγγυήσεις είναι παράνομες, άκυρες και ανεφάρμοστες και δέον να ακυρωθούν ένεκα του ότι παραχωρήθηκαν εν γνώσει των εναγόμενων καθ' ότι η παραχώρηση τέτοιων εγγυήσεων ήταν καθ' υπέρβαση των προνοιών του Ιδρυτικού ή και του Καταστατικού Εγγράφου της κάθε μιας από τις εν λόγω εταιρείες. Ότι οι εν λόγω εγγυήσεις και ή η κάθε μια από αυτές παραχωρήθηκαν υπό συνθήκες καταναγκασμού ή και εξαναγκασμού των εναγόμενων προς τους ενάγοντες με την απειλή της παράνομης και αδικαιολόγητης διακοπής των χρηματοδοτήσεων προς την εναγόμενη 1 εταιρεία ή και με τον τερματισμό των εν λόγω χρηματοδοτήσεων και την άμεση αξίωση των οφειλόμενων υπολοίπων κατά τους ουσιώδεις χρόνους. Παρόμοια, οι επίδικες υποθήκες ή και οι συμβάσεις υποθηκών ή και οι δηλώσεις υποθηκών που παραχώρησαν οι εναγόμενοι 2 έως 6 ή και οποιοιδήποτε από αυτούς, είναι όλες παράνομες, άκυρες και ανεφάρμοστες καθ' ότι παραχωρήθηκαν κατά παράβαση της νομοθεσίας και κατά συνέπεια η υποθήκευση της ακίνητης περιουσίας είναι άκυρη ή και έγινε παράνομα και δέον όπως ακυρωθεί για τον λόγο ότι το χρηματικό ποσό που υπέχει υποχρέωση να καταβάλει ο ενυπόθηκος οφειλέτης στον ενυπόθηκο δανειστή δεν είναι καθορισμένο ή δυνάμενο να καθοριστεί όπως επιβάλλεται από τις πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(γ) και τούτο διότι με βάση τους όρους της δήλωσης υποθήκης, ο ενυπόθηκος οφειλέτης αναλαμβάνει την υποχρέωση να πληρώσει το ποσό της υποθήκης πλέον τόκους, προμήθειες και άλλα τραπεζικά δικαιώματα που εν πάση περιπτώσει δεν καθορίζονται όπως προνοείται από τη νομοθεσία ούτε είναι δυνατό να υπολογιστούν με αποτέλεσμα να δημιουργείται υποχρέωση του ενυπόθηκου οφειλέτη να καταβάλει ποσό πέραν του ποσού της υποθήκης χωρίς να καθορίζεται παράλληλα το μέγιστο ποσό της πιθανής υποχρέωσης του ενυπόθηκου οφειλέτη. Ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στην περαιτέρω εξασφάλιση των επίδικων δανειακών υποχρεώσεων με ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης τα οποία επίσης απαριθμεί για να προβάλει τον ισχυρισμό ότι αυτά είναι άκυρα ή και ακυρώσιμα και δέον όπως ακυρωθούν από το Δικαστήριο καθότι η παραχώρηση τους έγινε καθ' υπέρβαση των προνοιών του Ιδρυτικού ή και του Καταστατικού Εγγράφου της εναγόμενης 1 ή και των άλλων εναγόμενων εταιρειών ή και διότι παραχωρήθηκαν υπό συνθήκες καταναγκασμού ή και εξαναγκασμού ως ανωτέρω αναφέρεται σχετικά με τις εγγυήσεις. Ισχυρίζεται ότι το όλο πρόβλημα εστιάζεται στη συνεργασία που είχε η εναγόμενη 1 με την Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ η οποία εξέδωσε προς όφελος της εναγόμενης 1 εταιρείας μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικού ύψους €1.757.718,
  1. Οι εν λόγω επιταγές εκδόθηκαν από λογαριασμό που τηρούσε η Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ με την Λαϊκή Τράπεζα εν γνώσει πάντοτε της τελευταίας. Οι ως άνω επιταγές δεν επληρώθηκαν από την Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ ή και την Λαϊκή Τράπεζα αφού κατατέθηκαν προς πληρωμή και επιστράφηκαν απλήρωτες με αποτέλεσμα η εναγόμενη 1 να υποστεί ζημιές ύψους €1.757.718,31 πλέον τόκους. Είναι ο ισχυρισμός της εναγόμενης 1 αλλά και των υπολοίπων εναγόμενων ότι οι εν λόγω επιταγές εκδόθηκαν μεταχρονολογημένες από την Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ και έγιναν αποδεκτές από την ενάγουσα 1 για πληρωμή υποχρεώσεων της Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ προς την εναγόμενη 1, ως αποτέλεσμα δόλου ή και ψευδών παραστάσεων ή και ως αποτέλεσμα παράβασης από την ενάγουσα τράπεζα ή και την Λαϊκή Φάκτορς Λτδ και την Λαϊκή Τράπεζα των θεσμίων καθηκόντων τους ή και των καθηκόντων πίστεως έναντι της εναγόμενης 1 εταιρείας καθ' ότι η Λαϊκή Τράπεζα και η Λαϊκή Φάκτορς κατά τους ουσιώδεις χρόνους γνώριζαν ή και όφειλαν να γνωρίζουν ότι η Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση ή και ότι οι λογαριασμοί της ήταν σε μεγάλες υπερβάσεις και παρέλειψαν να ενημερώσουν την εναγόμενη 1 για το γεγονός αυτό με αποτέλεσμα η εναγόμενη 1 να συνεχίσει να αποδέχεται τις μεταχρονολογημένες επιταγές της Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Η Λαϊκή Φάκτορς Λτδ και η Λαϊκή Τράπεζα ενώ γνώριζαν ή και όφειλαν να γνωρίζουν ότι η Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ ήταν κατά τους ουσιώδεις χρόνους αναξιόχρεοι και ότι οι οποιεσδήποτε επιταγές της δεν θα πληρώνονταν ή και ότι υπήρχε πιθανότητα να μην πληρωθούν, παρέστησαν στην εναγόμενη 1 μέσω των υπαλλήλων ή και υπηρετών της Τράπεζας και της Λαϊκής Φάκτορς ότι δεν υπήρχε πρόβλημα και ότι η Λαϊκή Τράπεζα και η Λαϊκή Φάκτορς παρέλειψαν να ενημερώσουν τους εναγόμενους 2 έως 6 για την ως άνω κατάσταση της Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Ο ενόρκως δηλών κάνει αναφορά και σε άλλα περιστατικά ή ενέργειες κατά τη διάρκεια της κρίσης του Μαρτίου 2013 όταν η Λαϊκή Τράπεζα ήταν υπό κατάρρευση σε σχέση με την υπογραφή συμφωνιών δανείου και υποθήκευσης επίδικων ακινήτων με αποτέλεσμα η εναγόμενη 1 να υποστεί οικονομική ζημιά ίση προς €1.757.718,31 πλέον τόκους, ποσό το οποίο αξιώνει κατά των εναγόντων 1 ως διαδόχων της Λαϊκής Τράπεζας. Είναι επίσης ο ισχυρισμός των εναγόμενων 1 ότι συνεπεία των ως άνω γεγονότων οι επίδικες εγγυήσεις ή και υποθήκες ή και ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης είναι άκυρα ή και κατέστησαν άκυρα ή και είναι ακυρώσιμα και δέον να ακυρωθούν συνεπεία της απόκρυψης από τους ενάγοντες των ως άνω γεγονότων ή και συνεπεία των ψευδών ή και δολίων παραστάσεων της Λαϊκής Τράπεζας ή και της Λαϊκής Φάκτορς Λτδ. Περαιτέρω οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες 1 μεταξύ 12.03.2013 και 15.03.2013 εξανάγκασαν τους εναγόμενους 1 να υπογράψουν τη σύμβαση δανείου με αριθμό XXXXX6331 για το ποσό των €2.900.000, τους εναγόμενους 2, 3, 4 και 5 να υπογράψουν συμφωνίες εγγύησης στις 12.03.2021 ή/και 15.03.2013 ύψους €8.000.000, εξανάγκασαν τους εναγόμενους 2 & 5 να υποθηκεύσουν στις 15.03.2013 προς όφελος της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD εγγράφοντας τις υποθήκες με αριθμούς XXXXX/13, XXXXX/13, XXXXX/13, XXXXX/13, XXXXX/13 και XXXXX/13 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, ασκώντας εναντίον τους ψυχική πίεση, ή/και απάτη, ή/και οικονομικό εξαναγκασμό. Ο ενόρκως δηλών κάμνει αναφορά στις σχετικές ειδοποιήσεις που αφορούν τους προγραμματισμένους πλειστηριασμούς και εισηγείται ότι είναι επείγον να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Κάμνει δε αναφορά στις προσπάθειες που έγιναν για την ακύρωση των πλειστηριασμών με συγκεκριμένες προτάσεις που υποβλήθηκαν και την αδικαιολόγητη κατά την άποψη του απόρριψη τους. Για τους λόγους δε που εξηγεί είναι επείγον κατά την εισήγηση του να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η ΕΝΣΤΑΣΗ: Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν ένσταση στην οποία προβάλλουν διάφορους λόγους οι οποίοι θα εξεταστούν στη συνέχεια κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει σε συνδυασμό με τη νομική πτυχή που διέπει το κάθε επί μέρους θέμα. Η ένσταση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. XXXXX Δημητρίου ο οποίος πέραν από την ιδιότητα του και τη γνώση των γεγονότων και την πηγή της γνώσης του όπως και της εξουσιοδότησης που έχει για να προβεί στην ένορκη δήλωση υποστηρίζει τους λόγους ένστασης παρέχοντας περαιτέρω λεπτομέρειες και αιτιολογώντας τον καθένα ξεχωριστά. Δεν κρίνω σκόπιμο στο μέρος αυτό της απόφασης να καταγραφούν όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του εφόσον όσα από αυτά είναι ουσιώδη και θα κρίνουν την αίτηση θα καταγραφούν στην ανάλυση που θα ακολουθήσει. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Στο στάδιο των Αγορεύσεων όταν αποσύρθηκε σχετική αίτηση με ημερ. 03.11.2021 των Αιτητών για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση επί κάποιων σημείων της ενόρκου δηλώσεώς του, δηλώθηκαν με την προσκόμιση σχετικής άνευ βλάβης επιστολής η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α ότι η κατάθεση ή και διαγραφή του ποσού των € 1.653.554,00 από την πώληση ενυπόθηκων ακινήτων και αυτά έγιναν στον Τρεχούμενο Λογαριασμό αρ. XXXXX0414 και στον λογαριασμό του δανείου με αρ. XXXXX
  2. Στα άλλα δύο δάνεια δεν κατατέθηκαν οποιαδήποτε ποσά από πωλήσεις ακινήτων. Η ως άνω δήλωση έγινε με επιφύλαξη ως προς το ακριβές των ποσών από την πλευρά των Αιτητών οι οποίοι διά του δικηγόρου τους δηλώθηκε ότι έγινε πώληση 14 ακινήτων και ότι εισπράχθηκαν τα ποσά των €1.972.000,00 πλέον €250.000,00 όπως αναφέρεται στην παρ. 23.9 της Ενόρκου Δηλώσεως που υποστηρίζει την ένσταση, κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο, με αντίστοιχη δήλωση από πλευράς της δικηγόρου των Καθ' ων η αίτηση ότι αυτή δεν γίνεται αποδεκτή ως προς την αλήθεια της. Τα ως άνω ενόψει του ύψους των δανειακών υποχρεώσεων των Αιτητών και το γεγονός ότι τα επίδικα ακίνητα εξασφαλίζουν τις δανειακές υποχρεώσεις των Αιτητών κάτι που δεν αμφισβητήθηκε, επί της ουσίας δεν ενέχουν οποιανδήποτε σημασία στα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας αίτησης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσώπησαν τις δύο πλευρές στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους επί της ουσίας της αίτησης με παρέπεμψαν εκτός από τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά αντικατοπτρίζονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις και από το φάκελο της υπόθεσης, σε νομική πτυχή που διέπει τα επίδικα ζητήματα. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και λαμβάνω υπόψη μου τις εισηγήσεις τους, όπου δε χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486 και πρόσφατα την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ.28.09.2021). Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Σύμφωνα με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου και από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στις 23.11.2015 με την οποία αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων, την έκδοση των αποφάσεων για το οφειλόμενο ποσό που απορρέει από τις πιστωτικές διευκολύνσεις πλέον τόκους πλέον την έκδοση διαταγμάτων εκποίησης των 41 συνολικά υποθηκών των Επαρχιακών Κτηματολογικών Γραφείων Λάρνακας, Λεμεσού και Λευκωσίας. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αφορά χρηματική υποχρέωση της εναγόμενης 1 δυνάμει τραπεζικών διευκολύνσεων (συμφωνίες δανείου τακτής προθεσμίας και τρεχούμενου) και συναφών εξασφαλίσεων, οι οποίες έχουν τερματιστεί και παραμένουν μέχρι σήμερα ανεξόφλητες. Οι Αιτητές καταχώρισαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση προβάλλοντας διάφορους ισχυρισμούς. Μέσω της Ανταπαίτησης τους ζητούν την έκδοση αναγνωριστικών αποφάσεων από το Δικαστήριο ότι οι επίδικες συμφωνίες δανείων, εγγυήσεις και υποθήκες είναι άκυρες και ανεφάρμοστες. Επίσης, επιδιώκουν την έκδοση διατάγματος για ακύρωση και εξάλειψη των επίδικων υποθηκών. Οι προϋποθέσεις έκδοσης ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων ως προς το ζήτημα της παροχής προσωρινής θεραπείας καθορίζονται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960), το οποίο παρέχει διακριτική ευχέρεια και ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει, εκκρεμούσης αγωγής ή άλλης διαδικασίας, οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που ήθελε κρίνει δίκαιο και πρόσφορο. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις εφαρμογής του πιο πάνω άρθρου έχουν αναλυθεί σε σημαντικό αριθμό αποφάσεων (βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates Lts and Another
(1982)1 C.L.R. 557) και συνοψίζονται στις ακόλουθες τρεις: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (β) Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούνται ο Ενάγων σε θεραπεία. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η δεύτερη προϋπόθεση, για την ύπαρξη πιθανότητας ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας (Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.,
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Η νομική αντίκριση του ζητήματος συνοψίζεται στην απόφαση της αδελφής Δικαστού κας Λ.Σ.Καμμίτση στην απόφαση της στην υπόθεση ABETTI DEVELOPMENTS LTD ν. ΑΝΔΡΕΑ ΠΙΤΖΙΟΛΗ κ.α., Αίτηση Αρ. Ε64/2012 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λευκωσίας, ημερομηνίας 28.04.2014 στην οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Καθ' ων η αίτηση: «Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση ικανοποιείται από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης. Η πιθανότητα επιτυχίας ικανοποιείται από το αποδεικτικό υλικό του Αιτητή. Τα δύο κριτήρια είναι αλληλένδετα, όμως το πρώτο εξετάζεται σε σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης και το δεύτερο συσχετίζει τη νομική θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Αν ο Αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση και λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται στην εκδίκαση της ουσίας μίας υπόθεσης, θεωρείται ότι έχει επιτύχει να ικανοποιήσει και το δεύτερο κριτήριο». Η τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι οι αιτητές δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν σε χρήμα καθ' ότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη στην οποία αν και μπορεί να υπολογιστεί ή αποτιμηθεί η ζημιά του αιτητή σε χρήμα εντούτοις δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί λόγω της οικονομικής αδυναμίας του εναγόμενου (βλ. Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited και άλλοι
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1301). Επίσης, ακόμη και εκεί που η ζημιά θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα οι αιτητές δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού (βλ. Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1791). Περαιτέρω, στην HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD κ.α. v. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 317 λέχθηκε ότι «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα (Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788, Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Τimberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Koukkouris Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149). Όπως επανειλημμένα λέχθηκε τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ' αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να προκύπτει μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ' αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, οι αιτητές πρέπει να παραθέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα έχει σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka,
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 225, 235). Περαιτέρω, η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται, όπως φαίνεται από το σώμα της, εκτός από το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60και στο άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 μετά των συναφών τροποποιήσεων: «4.-
(1)Το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο, ενώ εκκρεμεί σε αυτό αγωγή, να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης.». Προσωρινό διάταγμα εκδίδεται δυνάμει του Άρθρου 4 του Κεφ. 6 σε σχέση με περιουσία που είναι το αντικείμενο της αγωγής. Σύμφωνα δε με την υπάρχουσα νομολογία το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα που αφορά ακίνητη ιδιοκτησία που είναι το αντικείμενο της αγωγής ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Ν.14/60 (βλ. Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231). Όμως, όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 η ειδική ρύθμιση που γίνεται στο άρθρο 4 δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Ν.14/60 το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας αναφορικά με την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων (βλ. ABP Holdings Ltd v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 694). Συνεπώς και σε αυτή την περίπτωση το Δικαστήριο θα καθοδηγηθεί από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Ν.14/
  1. Προχωρώ με την εξέταση των λόγων ένστασης χωρίς κατ' ανάγκη να ακολουθηθεί η σειρά με την οποία αυτοί προβάλλονται και όπου αυτοί μπορούν να εξεταστούν μαζί αυτό θα επιχειρηθεί στη συνέχεια. Προβλήθηκε ότι οι Αιτητές επέδειξαν αδικαιολόγητη καθυστέρηση να προσφύγουν στο Δικαστήριο για να εξασφαλίσουν τα αιτούμενα διατάγματα Σε σχέση με την καθυστέρηση σχετικοί είναι τα ακόλουθα στοιχεία τα οποία προκύπτουν από τη δικογραφία σε συνδυασμό με τις διαδικασίες και την πορεία της υπόθεσης. Οι επίδικοι λογαριασμοί τερματίστηκαν στις 06.05.
  2. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης στις 18.12.
  3. Στη συνέχεια οι εναγόμενοι καταχώρισαν υπεράσπιση στην αγωγή στις 15.08.2016 και την τροποποιημένη υπεράσπιση τους στις 20.06.
  4. Η Αγωγή είχε προγραμματιστεί αρκετές φορές για Ακρόαση, οι Αιτητές προχώρησαν στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης στις 15.10.2021 αφού πλέον καθορίστηκαν ημερομηνίες πλειστηριασμού των ενυπόθηκων κτημάτων τους. Προκύπτει όμως από την παρ. 26 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση ότι οι διαδικασίες πλειστηριασμού των Ενυπόθηκων Ακινήτων είχαν αρχίσει ήδη από το 2018 και για το σκοπό αυτό είχε καταχωρηθεί σειρά αιτήσεων/ εφέσεων, οι οποίες είχαν απορριφθεί από το Δικαστήριο. Ο ουσιώδης χρόνος πληροφόρησης των Αιτητών για την πρόθεση των Καθ' ων η αίτηση να προχωρήσουν στην πώληση μέσω πλειστηριασμού των Ενυπόθηκων Ακινήτων και ότι έχει ήδη αρχίσει η διαδικασία πλειστηριασμού ήταν κατά τον χρόνο έναρξης της διαδικασίας πλειστηριασμού, ήτοι περί το
  5. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι οι Αιτητές προχώρησαν στην καταχώριση της παρούσας αίτησης αρκετά χρόνια μετά από την καταχώριση του Σημειώματος Εμφάνισης και της Υπεράσπισης τους, και τρία και πλέον χρόνια μετά από την ημερομηνία όπου οι Αιτητές έλαβαν γνώση για τις προσπάθειες των Καθ' ων η αίτηση να προχωρήσουν στην εκποίηση των επίδικων υποθηκών δυνάμει των προνοιών του Μέρους VIA του Νόμου, και λίγες ημέρες πριν από την ημερομηνία που ήταν ορισμένη για Ακρόαση η παρούσα υπόθεση καταχώρισαν αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης προκαλώντας την αναβολή της. Τονίζεται επιπλέον, ότι το δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση να προχωρήσουν στην εκποίηση των Υποθηκών δυνάμει των προνοιών του Μέρους VIA του Νόμου θεσπίστηκε με σχετική τροποποίηση του Νόμου το
  6. Σε συνάρτηση με τα πιο πάνω, κρίνω ότι υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση και αδράνεια από τους Αιτητές στην καταχώριση της παρούσας Αίτησης για να διαφυλάξουν, ως ισχυρίζονται το δικαίωμα τους να προβάλουν Υπεράσπιση στην Αγωγή παρά το γεγονός ότι γνώριζαν ήδη από το 2015 ότι οι Καθ' ων η αίτηση είχαν τη δυνατότητα να προχωρήσουν στην εκποίηση των Υποθηκών και η απουσία οποιασδήποτε αιτιολογίας που να δικαιολογεί την καθυστέρηση. Όπως προκύπτει από τη νομολογία μας το στοιχείο της καθυστέρησης στη λήψη μέτρων για την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος είναι ένας παράγοντας που δεν μπορεί να παραγνωρισθεί. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Bacardi and Co. Ltd. ν. Vinco Ltd.
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, «Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία, άνκαι τα δικαστήρια θα σταθμίσουν το ζήτημα της καθυστέρησης έναντι της πιθανότητας του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του, και θα λάβουν υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει οδηγηθεί σε έξοδα ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή παραπλανήθηκε λόγω της απραξίας του ενάγοντα». Στο σύγγραμμα Kerly's, παρα. 15- 68 αναφέρεται ότι: «Οποιαδήποτε μη αναγκαία καθυστέρηση στην επιδίωξη ενδιάμεσης θεραπείας ενδέχεται να γείρει το ισοζύγιο της ευχέρειας εναντίον του ενάγοντα». Στην υπόθεση Αναφ. με την αίτηση των
  1. C.M.K. METAL CONSTRUCTION LTD κ.ά. Πολ. Αίτηση Αρ. 138/2018 ημερ. 7.11.2018 και Αναφ. με την αίτηση Παπακόκκινου Πολ. ECLI:CY:AD:2019:D106, Αίτηση Αρ. 46/19 ημερ. 26.03.2019). Η Ειδοποίηση δε Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού που αφορά την αυριανή ημερομηνία φέρει ημερ. 23.08.
  2. Κρίνω επομένως και στη βάση της πιο πάνω νομολογίας ότι εξ αυτού του λόγου και μόνον η αίτηση είναι απορριπτέα και απορρίπτεται. Παρά την πιο πάνω απόφαση μου σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης θα προχωρήσω στην εξέταση των διαφόρων αιτιάσεων που προβάλλονται στην αίτηση εξετάζοντας ταυτόχρονα και στους λόγους ένστασης. Προβάλλεται ως λόγος ένστασης η μη ύπαρξη καλής βάσης ή ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής (reasonable prospect of success). Αποτελεί θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι τα αιτούμενα διατάγματα δεν δύναται να εκδοθούν καθ' ότι οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν καλή βάση ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας και όχι μόνο αυτό αλλά δεν προβάλλουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα. Περαιτέρω, είναι η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι το σύνολο των προβαλλόμενων ισχυρισμών στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση καθώς και στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση που προβάλλουν οι Αιτητές στερούνται οποιουδήποτε πραγματικού και νομικού ερείσματος και είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμοι. Ως εκ τούτου, είναι η εισήγηση τους, δεν νοείται έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος υπό το φως των περιστάσεων και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκασης αφού δεν υπάρχει καν ζήτημα προς εκδίκαση. Όπως έχει ήδη αναλυθεί ανωτέρω, απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Ειδικότερα, η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε από τη νομολογία ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Στην υπόθεση El Fath Co v. E.D.T. Shipping και άλλος
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1255, σελ. 1268 (Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 164/92) ημερομηνίας 16/11/1992 λέχθηκε ότι: «.το Δικαστήριο δεν εμπλέκεται σε εξέταση εκείνων που συνιστούν την ουσία της αγωγής και δεν επιλύει αμφισβητήσεις σε σχέση µε γεγονότα στα οποία θα στηριχθούν οι διάδικοι κατά την ακρόαση. Αντικείμενο της εξέτασης σ' αυτό το στάδιο είναι το κατά πόσο υπάρχει ζήτημα για εκδίκαση κατά την ακρόαση της αγωγής». Επιπροσθέτως, το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ.1653 σκιαγραφεί το νομικό πλαίσιο εξέτασης αιτήσεων όπως η παρούσα: «... το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία µε σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. (....) θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας». Η ύπαρξη πιθανότητας οι αιτούντες να δικαιούνται σε θεραπεία απασχόλησε επανειλημμένα τη νομολογία. Σε πολλές υποθέσεις προέκυψε το ζήτημα ερμηνείας του «σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση» όπου και επεξηγήθηκε ότι η πρόνοια αυτή αναφέρεται στην απόδειξη από τον αιτούντα ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η 'πιθανότητα' στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τους αιτητές μόνο να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας ("visible chance of success"). Μια από τις αιτιάσεις που προβάλλουν οι Αιτητές αφορά τη μη νομιμοποίηση της Gordian να αντικαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρείας Λίμιτεδ. Οι εναγόμενοι εγείρουν μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ότι η Gordian δεν έχει νόμιμα υποκαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου και συνεπώς η μεταβίβαση των επίδικων διευκολύνσεων είναι παράνομη καθότι στη βάση των προνοιών του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 δεν επιτρέπεται η πώληση πιστωτικών διευκολύνσεων ανά χρεώστη πέραν του ποσού του €1.000.000. Οι εν λόγω ισχυρισμοί των εναγόμενων είναι όμως κατά νόμω και ουσία αβάσιμοι. Τούτο διότι στο Άρθρο 2 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμος του 2015 (Ν. 169(Ι)/2015), πιστωτική διευκόλυνση σημαίνει οποιαδήποτε σύμβαση παροχής χρηματοπιστωτικής χορήγησης η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, δάνειο και όριο πιστωτικής κάρτας, ανεξαρτήτως του κατά πόσο η σχετική σύμβαση έχει τερματισθεί ή όχι και/ή έχει λήξει ή όχι και/ή σε σχέση με αυτή εκκρεμούν οποιεσδήποτε νομικές διαδικασίες ή όχι, νοουμένου ότι από τη σύμβαση προκύπτουν συνεχιζόμενες και/ή μη πλήρως διευθετημένες υποχρεώσεις του οφειλέτη έναντι του πιστωτή αυτού. Στο Άρθρο 3 του ίδιου Νόμου αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι ο περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμος του 2015 (Ν. 169(Ι)/2015)εφαρμόζεται (α) Σε πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρούνται σε φυσικά πρόσωπα όταν κατά το χρόνο της εξαγοράς των διευκολύνσεων αυτών, το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων στο φυσικό πρόσωπο ανά ΑΠΙ, δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000) και (β) σε πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρούνται σε μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, όπως αυτές ορίζονται στη Σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (2003/361/ΕΕ), όταν κατά το χρόνο της εξαγοράς αυτών των διευκολύνσεων, το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων προς την επιχείρηση αυτή ή τον όμιλο συνδεδεμένων επιχειρήσεων ανά ΑΠΙ δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000). Στην παράγραφο 2 του ίδιου Άρθρου διευκρινίζεται ότι ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου
(1), όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις όπου ο πιστωτής ή ο εξ αποφάσεως πιστωτής είναι πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 19. Στο Άρθρο 4 του ίδιου Νόμου καθορίζονται τα νομικά πρόσωπα που επιτρέπεται να εξαγοράζουν πιστωτικές διευκολύνσεις μεταξύ των οποίων είναι και οι εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων, όπως στην προκειμένη είναι και οι Καθ' ων η αίτηση. Ερχόμενος τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαπιστώνω ότι δεν έχει αμφισβητηθεί ότι πωλήθηκαν πιστωτικές διευκολύνσεις από αδειοδοτημένο πιστωτικών ίδρυμα (Τράπεζα Κύπρου Δημοσία Εταιρεία Λτδ) σε εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων. Κατ' επέκταση, δεν αμφισβητείται η εφαρμογή του Ν. 169(Ι)/2015 σε ότι αφορά την μεταβίβαση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και των συναφών εξασφαλίσεων αλλά ουσιαστικά ισχυρίζονται ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Άρθρου 3
(1)και όxι του Άρθρου 3
(2). - Τα εδάφια δε
(1)και
(2)του Άρθρου 18 του Νόμου προνοούν τα εξής: «
(1)Πριν από την πώληση του όλου ή μέρους των πιστωτικών του διευκολύνσεων, πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων - (α) Είτε κοινοποιεί την πρόθεσή του να πωλήσει ή να διαθέσει το όλον ή μέρος του χαρτοφυλακίου πιστωτικών διευκολύνσεών του: Νοείται ότι, η εν λόγω κοινοποίηση από το πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, γίνεται με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και σε τρεις εφημερίδες του ημερήσιου τύπου: Νοείται περαιτέρω ότι, οι δανειολήπτες και οι εγγυητές τους, αν το επιθυμούν, δύνανται εντός χρονικής περιόδου σαράντα πέντε
(45)ημερών, να υποβάλουν πρόταση εξαγοράς της υπό πώληση πιστωτικής διευκόλυνσης∙ (β) είτε καλεί τον εμπλεκόμενο δανειολήπτη και τους εγγυητές του, όπως εντός χρονικής περιόδου σαράντα πέντε
(45)ημερών, υποβάλλουν πρόταση για εξαγορά της υπό πώληση πιστωτικής του διευκόλυνσης: Νοείται ότι, η εν λόγω ειδοποίηση κοινοποιείται από το πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων με επιστολή προς το δανειολήπτη και τους εγγυητές αυτού: Νοείται περαιτέρω ότι, ο δανειολήπτης δεν υποχρεούται να υποβάλει πρόταση εξαγοράς της υπό πώληση πιστωτικής του διευκόλυνσης: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, η πρόταση για εξαγορά της υπό πώληση πιστωτικής διευκόλυνσης, υποβάλλεται μόνο μία φορά από το δανειολήπτη και σε περίπτωση που εντός της χρονικής περιόδου των σαράντα πέντε
(45)ημερών δεν υποβληθεί τέτοια πρόταση, τότε τεκμαίρεται ότι ο δανειολήπτης δεν επιθυμεί την υποβολή πρότασης.
(2)(α) Οποιαδήποτε πιστωτική διευκόλυνση μεταβιβάζεται από πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων (εφεξής «ο εκχωρητής») προς οποιοδήποτε από τους προβλεπόμενους στο εδάφιο
(1)του άρθρου 4 αγοραστές, θεωρείται ότι μεταβιβάζεται στον αγοραστή κατά το χρόνο της μεταβίβασης και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης του λογαριασμού που τοιουτοτρόπως μεταβιβάζεται, μεταβιβάζονται αυτόματα στη μεταξύ δανειολήπτη και αγοραστή σχέση και εξακολουθούν να είναι έγκυρα μεταξύ των δύο αυτών μερών». Επίσης, το εδάφιο 4 του Άρθρου 18 προνοεί ότι: «Οποιαδήποτε νομική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, οποιασδήποτε αγωγής, διαιτησίας, διαδικασίας εκποίησης ακινήτων ή άλλης διαδικασίας, και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση που κατά το χρόνο μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή εις όφελος του εκχωρητή σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που μεταβιβάζονται δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων, αλλά δύναται να καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων, ο οποίος υποκαθιστά αυτόματα τον εκχωρητή στη νομική αυτή διαδικασία κατά το χρόνο της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων: Νοείται ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, σε περίπτωση κατά την οποία εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή επαρχιακού κτηματολογίου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή, για τους σκοπούς της εκκρεμούσης διαδικασίας, πραγματοποιείται με την καταχώριση από τον εκχωρητή σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή επαρχιακό κτηματολόγιο, ανάλογα με την περίπτωση, η οποία δεν φέρει οποιοδήποτε τέλος». Επίσης, στο Άρθρο 19
(1)προβλέπεται ότι: «κάθε πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων πληροφορεί τον εμπλεκόμενο δανειολήπτη το αργότερο εντός πέντε
(5)εργάσιμων ημερών από την εξαγορά, ότι η σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης και οι συναφείς εξασφαλίσεις έχουν μεταφερθεί σε άλλο πρόσωπο». Η εκχώρηση και μεταβίβαση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων έχει επικυρωθεί μέσα από το διάταγμα ημερομηνίας 23.05.2019[1] και συνεπώς, το παρόν Δικαστήριο στερείται εξουσίας και δικαιοδοσίας να εξετάσει και να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της εν λόγω εκχώρησης και μεταβίβασης καθ' ότι εάν το πράξει ουσιαστικά θα ενεργήσει ως Εφετείο ομόβαθμου του Δικαστηρίου. Η Τράπεζα Κύπρου κατόπιν εμπιστευτικής Συμφωνίας που έχει υπογραφεί μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και των Καθ' ων η αίτηση μεταβίβασε τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και τις συναφείς εξασφαλίσεις προς τους Καθ' ων η αίτηση στη βάση των ρητών προνοιών του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (169(Ι)/2015). Η εν λόγω μεταφορά των πιστωτικών διευκολύνσεων έγινε καθ' όλα νόμιμα και σύμφωνα με τις πρόνοιες της κείμενης νομοθεσίας, αποστέλλοντας όλες τις σχετικές ειδοποιήσεις προς τους Αιτητές παρά τα όσα σήμερα αναφέρουν. Συγκεκριμένα: - Η Τράπεζα Κύπρου απέστειλε προς τους Αιτητές, επιστολές ημερομηνίας 30.10.2018 με τις οποίες κοινοποιούσαν την πρόθεση τους να πωλήσουν τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις σύμφωνα με τις πρόνοιες της κείμενης νομοθεσίας καλώντας τους όπως υποβάλουν την οποιαδήποτε γραπτή πρόταση εξαγοράς των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων εντός σαράντα πέντε ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης.[2] Όπως σαφέστατα προκύπτει από τις εν λόγω επιστολές τυχόν προσφορά των Αιτητών θα έπρεπε να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής στοιχεία: (α) το χρηματικό ποσό της προσφοράς για εξόφληση ή απόκτηση των πιστωτικών διευκολύνσεων, (β) τη χρονική περίοδο εντός της οποίας προτίθεται να εξοφλήσει ή να αποκτήσει τις πιστωτικές διευκολύνσεις και (γ) την πηγή της χρηματοδότησης της εξόφλησης ή απόκτησης των πιστωτικών διευκολύνσεων. Η εν λόγω γραπτή πρόταση θα έπρεπε να αποσταλεί είτε ηλεκτρονικά στη διεύθυνση borrowersnotification@bankofcyprus. com. Περαιτέρω αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ρητά στην εν λόγω επιστολή ότι τυχόν προτάσεις αναδιάρθρωσης ως απάντηση στην εν λόγω επιστολή δεν θα λαμβάνονταν υπόψη ως πρόταση εξαγοράς, η οποιαδήποτε πρόταση δεν θα ήταν δεσμευτική για την Τράπεζα Κύπρου και η Τράπεζα Κύπρου δεν είχε καμία υποχρέωση να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία της εξέτασης και της απόφασης για μη αποδοχής από τα εμπλεκόμενα μέρη. - Παρά το γεγονός ότι στάλθηκε η πιο πάνω επιστολή προς τους Αιτητές, εντούτοις εντός της περιόδου των σαράντα πέντε
(45)ημερών από την κοινοποίηση, δεν έγινε καμία έγκυρη πρόταση εξαγοράς των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων προς την Τράπεζα Κύπρου και στη βάση των όσων αναφέρονταν στην επιστολή ημερομηνίας 30.10.
  1. - Ως συνέπεια των πιο πάνω η Τράπεζα Κύπρου προχώρησε στην αποστολή επιστολών, στη βάση και των προνοιών της κείμενης νομοθεσίας στις 31.05.2019 ενημερώνοντας τους Αιτητές ότι η Τράπεζα Κύπρου μετέφερε στις 30.05.2019 τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις προς τους Καθ' ων η αίτηση και ότι οι Καθ' ων η αίτηση έχουν υποκατασταθεί πλήρως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Τράπεζας Κύπρου.[3] - Την ίδια ημερομηνία, οι Καθ' ων η αίτηση απέστειλαν προς τους Αιτητές επιστολές με τις οποίες τους ενημέρωναν ότι είχαν αποκτήσει τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις από την Τράπεζα Κύπρου από τις 30.05.2019.[4] - Όπως φαίνεται από τα πιο πάνω, η Τράπεζα Κύπρου αλλά και οι Καθ' ων η αίτηση ακολούθησαν όλες τις διαδικασίες που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία, αποστέλλοντας όλες τις αναγκαίες σχετικές ειδοποιήσεις και ενημερώνοντας τους Αιτητές δεόντως για τη μεταφορά των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων προς τους Καθ' ων η αίτηση ενώ οι ίδιοι καμία έγκυρη, ως άλλωστε αναφερόταν και προβλεπόταν στις σχετικές επιστολές, δεν υπέβαλαν προσφορά εξαγοράς. - Συνέπεια της πιο πάνω μεταφοράς των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων από την Τράπεζα Κύπρου προς τους Καθ' ων η αίτηση οι δικηγόροι των Καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν στο Δικαστήριο ειδοποίηση αντικατάστασης και υποκατάστασης της Τράπεζας Κύπρου από τους Καθ' ων η αίτηση στη βάση και των προνοιών τις κείμενης νομοθεσίας στις 28.06.2019, η οποία επιδόθηκε δεόντως προς τους Αιτητές. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός ότι οι επίδικες διευκολύνσεις ξεπερνούν το νομοθετικό όριο του €1.000.000 δεν ευσταθεί. Τούτο διότι, το προαναφερόμενο νομοθετικό όριο δεν τυγχάνει εφαρμογής σε πιστωτικές διευκολύνσεις όπου ο πιστωτής/πωλητής είναι πιστωτικό ίδρυμα, όπως στην προκειμένη περίπτωση και σε αυτές τις περιπτώσεις η σχετική διαδικασία πώλησης των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 19 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2015, η οποία έχει ακολουθηθεί και στην προκειμένη περίπτωση, ως έχει περιγραφεί ανωτέρω. Η αίτηση δε που καταχωρήθηκε από τους Αιτητές στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης 372/19 του Ε.Δ. Λευκωσίας καθώς και η αγωγή 2034/21 του Ε.Δ. Λευκωσίας δεν επιφέρουν ανασταλτικό αποτέλεσμα και δεν επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο την μεταβίβαση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων προς τους Καθ'ων η αίτηση, η οποία συνεχίζει να υφίσταται μέχρι το αρμόδιο Δικαστήριο διατάξει άλλως πως. Παρόμοια ζητήματα έχουν εξεταστεί και στο πλαίσιο αίτησης παραμερισμού ειδοποίησης αντικατάστασης στην Αγωγή αρ. 2034/14 του Ε.Δ. Λάρνακας, APS Loan Management Ltd v.
  2. Χαράλαμπος Νικόλας κ.α., ημερομηνίας 25.10.2021, όπου το Δικαστήριο αναφέροντας τα όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω απέρριψε την σχετική αίτηση. Επίσης, αντίστοιχα ζητήματα είχαν εξεταστεί και από τον έντιμο κ. Χαραλάμπους στο πλαίσιο της Αγωγής 1324/2013 του Ε.Δ. Πάφου, ημερομηνίας 21.05.2021, Gordian Holdings Limited v.
  3. SAEM ELECTRICAL - MECHANICAL SERVICES LTD, στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Παρατηρείται λοιπόν, ότι με τον αρχικό Νόμο δεν απαγορεύετο η πώληση πιστώσεων οι οποίες υπερέβαιναν τα όρια του εδ.
(1), αλλά έπρεπε να ακολουθούνται οι πρόνοιες των άρθρων 18 και 19. Το ερώτημα είναι αν απαγορεύτηκαν τέτοιες πωλήσεις μετά την τροποποίηση του 2018; Δεν εξάγεται τέτοια απαγόρευση όμως από το κείμενο του εδ.
(2)όπως έχει διαμορφωθεί, αλλά το αντίθετο. Το εδ.
(1)τόσον στην παρ. (α) όσο και στην παρ. (β), αναφέρεται ήδη σε Α.Π.Ι και αν πρόθεση του νομοθέτη ήταν να παραπέμψει μόνο αυτές τις περιπτώσεις στα άρθρα 18 και 19, τότε πολύ απλά θα αναφερόταν σε αυτές, δηλαδή στις περιπτώσεις του εδ.
(1), με τα όρια. Όμως όχι μόνο δεν το έπραξε αλλά διατήρησε τη φράση "Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδ.
(1), όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις...". Η φράση αυτή σημαίνει ότι άσχετα και ανεξάρτητα από όσα προνοούνται στο εδ.
(1), όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις με εμπλεκόμενο Α.Π.Ι διέπονται από τα άρθρα 18 και 19 του Νόμου. Επιβεβαίωση αποτελούν οι πρόνοιες του εδ.
(3)το οποίο περιέχει τις μόνες εξαιρέσεις (για κατοίκους, εργασίες, επενδύσεις, ιδιοκτησίες ή δίκαιο ξένης χώρας). Τα πιο πάνω συνάδουν απολύτως και με τις πρόνοιες του άρθρου 18, το οποίο σαφώς αναφέρεται σε "πώληση του όλου ή μέρους των πιστωτικών διευκολύνσεων" κάποιου Α.Π.Ι.». Οι Αιτητές επικαλούνται ως λόγο για τον οποίο θα πρέπει να ακυρωθούν οι πλειστηριασμοί ότι οι επίδικες εγγυήσεις και ομόλογα έχουν παραχωρηθεί καθ' υπέρβαση των προνοιών του Ιδρυτικού και Καταστατικού των εν λόγω εταιρειών. Ως προς τούτο τα ακόλουθα είναι συναφή: - Οι επίδικες εγγυήσεις υπογράφηκαν από τις Εναγόμενες 2, 3 και 4 κατόπιν απόφασης που λήφθηκε στο πλαίσιο συνεδρίας του διοικητικού συμβουλίου της κάθε εταιρείας, στην παρουσία όλων των αξιωματούχων και φέρουν τις υπογραφές όλων. Κανένας δε ισχυρισμός δεν προβάλλεται ότι η λήψη των εν λόγω αποφάσεων δεν ήταν νόμιμη ή νομότυπη.[5] - Το ιδρυτικό και καταστατικό κάθε εταιρείας ρητά επέτρεπε στις Εναγόμενες 2, 3 και 4 να συνάπτουν δάνεια και να παραχωρούν εγγυήσεις ή/και άλλες εξασφαλίσεις.[6] Ειδικότερα: (α) Όσον αφορά την Εναγόμενη 3 και συγκεκριμένα στη σελίδα 3 του Καταστατικού και Ιδρυτικού εγγράφου της προβλέπεται ότι: «Η χορήγηση χρηματικών δανείων και πιστώσεων προς οποιοδήποτε πρόσωπο, οίκο, εταιρεία ή οντότητα και/ή παροχή εγγυήσεων, εξασφαλίσεων και αποζημιώσεων για την πληρωμή χρηματικών δανείων πιστώσεων ή για εκπλήρωση συμβάσεων ή εν γένει υποχρεώσεων οποιουδήποτε προσώπου, οίκου, εταιρείας ή οντότητας προς οποιονδήποτε και η εξασφάλιση ή ανάληψη καθ' οιονδήποτε τρόπο της αποπληρωμής δανείων ή πιστώσεων χορηγούμενων σε οποιοδήποτε πρόσωπο, οίκο, εταιρεία ή οντότητα, ή των εν γένει υποχρεώσεων του αυτού προσώπου, οίκου, εταιρείας ή οντότητας, με όποιο τρόπο και με τέτοιους όρους ως η Εταιρεία ήθελε κρίνει πρέπον». (β) Επίσης, στη σελίδα 11 του καταστατικού της Εναγόμενης 3 προβλέπεται ότι: «Οι Σύμβουλοι μπορούν να ασκούν όλες τις εξουσίες της Εταιρείας, να δίνουν εγγυήσεις, να δανείζονται και να συνάπτουν ή επιτυγχάνουν χρηματικά δάνεια ή να εξασφαλίζουν χρήματα, να υποθηκεύουν ή να επιβαρύνουν την ακίνητη και κινητή περιουσία της Εταιρείας συμπεριλαμβανομένου και του κληθέντος κεφαλαίου της Εταιρείας, καθώς επίσης και να εκδίδουν ομόλογα, μερίδια συμμετοχής και άλλα χρεόγραφα, ως ασφάλεια οποιουδήποτε χρέους, ζημίες ή υποχρεώσεις της Εταιρεία ή άλλου τρίτου». - Αντίστοιχες πρόνοιες πανομοιότυπου περιεχομένου υπάρχουν στη σελίδα 4 παράγραφος 11 και σελίδα 11 παράγραφος 11 του καταστατικού της Εναγόμενης 2 καθώς επίσης στην σελίδα 5 παράγραφος 15 του καταστατικού της Εναγόμενης 4. Ο αντίστοιχος δε ισχυρισμός που προβάλλεται αναφορικά με τη σύναψη των ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης που παραχωρήθηκαν από τις εναγόμενες εταιρείες επίσης δεν ευσταθεί. Αφού ουδεμία θεραπεία επιδιώκεται μέσω της απαίτησης και της ανταπαίτησης αναφορικά με τα ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης και συνεπώς οι οποιοιδήποτε προβαλλόμενοι ισχυρισμοί αναφορικά με τη νομιμότητα τους δεν αποτελούν επίδικο ζήτημα το οποίο θα εξεταστεί από το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αγωγής. Η παραχώρηση των εν λόγω ομολόγων έγινε καθόλα νόμιμα και νομότυπα και στη βάση των προνοιών των ιδρυτικών και καταστατικών εγγράφων των εναγόμενων εταιρειών, στη βάση των προνοιών των καταστατικών κάθε εταιρείας ως έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Επίσης, στη βάση των εν λόγω ομολόγων έχει διοριστεί παραλήπτης διαχειριστής. Το ζήτημα της νομιμότητας του διορισμού διαχειριστή/ παραλήπτη στη βάση των ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης έχει εξεταστεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της αγωγής 963/18 του Ε.Δ. Λάρνακας, στο πλαίσιο του οποίου στις 09.07.2019 κατέστη απόλυτο το ενδιάμεσο διάταγμα με το οποίο οι διευθυντές των εταιρειών διατάχθηκαν να παραδώσουν τα περιουσιακά στοιχεία των εταιρειών στον διαχειριστή/ παραλήπτη.[7] - Επίσης σχετική με τα ανωτέρω είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Karayiannis Brothers & Cο Ltd v. Τράπεζας Κύπρου v. Χρ. Καραγιάννη, Πολ. Έφεση αρ. 367/20, ημ. 26.10.17, από την οποία παραθέτω το σχετικό απόσπασμα αν και εκτεταμένο για να καταδειχθεί η σχετική νομική αντίκριση του: «. Δημιουργήθηκε κατ' ελάχιστον φαινόμενη εξουσιοδότηση (αν και ήταν σαφώς ρητή), και η τράπεζα δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει τις ενέργειες τις οποίες η εταιρεία εμφάνιζε προς τα έξω και προς τρίτους ως προερχόμενες νομίμως και κατ' εντολή του διοικητικού της συμβουλίου. Σημασία έχει για τον τρίτο καλόπιστο συναλλασσόμενο η εμφάνιση των πραγμάτων που προωθείται ή προτείνεται από τον έτερο των συμβαλλομένων, (Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Δημήτρη
(1999)1 Α.Α.Δ. 551 και Paneuropean Insurance Co Ltd v. Χειμάρη
(2004)1 Α.Α.Δ. 713). Αποτελεί εσωτερικό θέμα της εταιρείας αν η φαινόμενη εξουσιοδότηση που εμφανίζει ή παριστάνει να έχει κάποιος είναι ή όχι ορθή κατά το δικό της καταστατικό ή αποφάσεις της διοίκησης. Κατά τη γνωστή αρχή στην υπόθεση Turquand, πρόσωπα που συναλλάσσονται με μια εταιρεία δεν είναι υποχρεωμένα να γνωρίζουν τα εσωτερικά της εταιρείας και δύνανται να εκλαμβάνουν ότι όλες οι εσωτερικές διεργασίες διακυβέρνησης έχουν νόμιμα και ορθά τηρηθεί, (Royal British Bank v. Turquand
(1856)6 E & B 327), εκτός και εάν γνωρίζουν ή όφειλαν να γνωρίζουν την έλλειψη τήρησης των ορθών και νομότυπων διαδικασιών, (B Liggett (Liverpool) Ltd v. Barclays Bank Ltd
(1928)1 K. B. 48 και Morris v. Kanssen
(1946)1 All E.R. 586). Εδώ, η τράπεζα ενεργούσε ως καλόπιστος τρίτος και μάλιστα στη βάση εγγράφων που παρουσιάστηκαν και υπογράφηκαν από ή εκ μέρους της εφεσείουσας εταιρείας. Υπήρχε φαινόμενη αντιπροσωπεία εκ μέρους του Χρίστου και της Ρίτας που δέσμευε την εταιρεία (Chitty on Contracts Specific Contracts 24η έκδ. παρ. 2045 και Φετοκάκη κ.ά. ν. Cyprus Trading Corporation PLC, Πολ. Έφ. Αρ. 328/2010 κ.ά, ημερ, 31.3.2017). Η τραπεζική τους υπάλληλος Ρίτα, και άλλοι, διεκπεραίωναν τις εντολές εκ μέρους της τράπεζας και όχι προς ίδιον όφελος και ήσαν, κατά πάντα χρόνο, επιμελείς στην εργασία τους. Οι εξηγήσεις που έδωσε η Ρίτα και έγιναν δεκτές ως αξιόπιστες από το Δικαστήριο δεν μπορούν βάσιμα να αμφισβητηθούν. Άλλωστε, όλες οι ενέργειες που έγιναν από τη Ρίτα ως εξουσιοδοτημένη από τον Χρίστο και κατ' επέκταση από την εφεσείουσα, κάλλιστα μπορούν να θεωρηθούν ως επικυρωμένες από την εταιρεία, όπως ορθά έκρινε το Δικαστήριο. Η εκ των υστέρων έγκριση ενεργειών και πράξεων προσώπου που τελεί πράξεις για λογαριασμό άλλου, χωρίς τη γνώση του τελευταίου, θέτει τέρμα στην αναζήτηση θεραπείας. Το Δικαστήριο αναφέρθηκε στη γνώση της εταιρείας γενικώς περί των όσων συνέβαιναν από τον Χρίστο και τη Ρίτα, αλλά ουδέν έπραξαν για περίοδο πενταετίας. Αντίθετα σιωπηρώς ενέκριναν τα τεκταινόμενα και ουδέποτε εξέφρασαν οποιοδήποτε παράπονο. Ενδεικτικό δε αυτής της αποδοχής ήταν και η μεταφορά των λογαριασμών σε άλλο κατάστημα της ίδιας όμως τράπεζας, αφαιρώντας πλέον τον Χρίστο ως υπογραφέα. Κατά τα λοιπά, δεν υπήρξε ούτε αντίδραση, ούτε αποκήρυξη, ούτε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια που μπορούσε να θέσει επί των ευθυνών της την τράπεζα. Δημιουργήθηκαν έτσι συνθήκες εφαρμογής του κωλύματος διά συμπεριφοράς, (Stylianou v. Papakleovoulou
(1982)1 C.L.R. 542 και Παυλίνα Γρηγορίου ν. Γρηγορίου Νικόλα Γαβριήλ κ.ά.
(2011)1 Α.Α.Δ. 2263). Όπως αναφέρεται και εξηγείται και στο σύγγραμμα της Brenda Hannigan: Company Law σελ. 177 κ.ε., εκεί όπου δυνατόν να διαπιστώνεται υπέρβαση εξουσίας από το καταστατικό εταιρείας, η εταιρεία μπορεί απλά να επιλέξει να επικυρώσει τις όποιες ενέργειες, ο δε συναλλασσόμενος τρίτος, κατά τα αναφερόμενα στη σελ. 185 κ.ε., μπορεί να θεωρήσει ότι υπάρχει ρητή ή εξυπακουόμενη εξουσιοδότηση ακόμη και ο εάν διευθυντής δεν είχε ποτέ τυπικά διορισθεί ως «managing director». Στην υπόθεση Freeman and Lockyer v. Buckhurst Park Properties (Mangul) Ltd
(1964)1 All E.R. 630, καταγράφηκαν τέσσερεις προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ότι μια εταιρεία δεσμεύεται από τις ενέργειες αντιπροσώπου, ακόμη και αν ο τελευταίος δεν είχε τέτοια ρητή εξουσία. Πρώτο, ότι έγινε παράσταση ότι ο αντιπρόσωπος είχε εξουσιοδότηση να ενεργεί εκ μέρους της εταιρείας, δεύτερο, ότι τέτοια παράσταση έγινε από κάποιο πρόσωπο που είχε εξουσία να διαχειρίζεται τις υποθέσεις της εταιρείας, είτε γενικώς, είτε σε συσχετισμό με εκείνα τα θέματα που αφορούσε το συγκεκριμένο συμβόλαιο ή συμφωνία, τρίτο, ότι ο αντισυμβαλλόμενος είχε ενεργήσει λόγω ή εξαιτίας αυτής της παράστασης και, τέταρτο, ότι δυνάμει του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού της εταιρείας, η εταιρεία δεν αποστερείτο του δικαιώματος να συνομολογήσει τέτοια συμφωνία. Στην προκείμενη περίπτωση, όλα τα ως άνω προαπαιτούμενα ίσχυαν και αυτή ήταν και η πραγματική κατάσταση πραγμάτων με τα Τεκμ. 7 και 9, αλλά και τη φαινόμενη κατάσταση προς την τράπεζα». Συνεπώς, στη βάση της ανωτέρω αρχής της φαινόμενης εξουσιοδότησης, ακόμη και να ήθελε κριθεί από το Δικαστήριο ότι οι Εναγόμενες 2, 3 και 4 δεν ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες των καταστατικών τους εγγράφων, κάτι που φυσικά είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση όπως διατυπώνεται στην ένστασή τους, στη βάση των όσων έχουν εκτεθεί ανωτέρω δεν ευσταθεί, οι Ενάγοντες ουδεμία ευθύνη είχαν και ουδεμία ακυρότητα επί των επίδικων συμφωνιών δημιουργεί αφού στους ενάγοντες παρουσιάστηκαν σχετικές αποφάσεις του Δ.Σ. των Εναγόμενων 2, 3 και 4 που επέτρεπαν την υπογραφή των εν λόγω συμφωνιών και συνεπώς ήταν δική τους ευθύνη να φροντίσουν τυχόν απόφαση που θα ληφθεί από το Δ.Σ. των Εναγόμενων 2, 3 και 4 να είναι σύμφωνη με τις πρόνοιες των καταστατικών τους. Προβλήθηκε στην υπεράσπιση αλλά και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση η θέση ότι οι επίδικες υποθήκες είναι παράνομες, άκυρες, ανεφάρμοστες και θα πρέπει να εξαλειφθούν γιατί παραβιάζουν τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας και ειδικότερα παραβιάζουν το άρθρο 21 (γ) του Νόμου. Εξετάζοντας τα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου κρίνω ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν έχουν έρεισμα και απορρίπτονται καθότι η εν λόγω θέση προβλήθηκε κατά τρόπο πανομοιότυπο στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Fiordaliso Trading Ltd κ.α., αρ. αγωγής 1480/2013 Ε.Δ. Λάρνακας, ημερομηνίας 28.08.2015, όπου ο κ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) απορρίπτοντας τους σχετικούς ισχυρισμούς των εναγόμενων ανέφερε τα ακόλουθα: «Επικαλείται ακόμη ο δικηγόρος των Εναγομένων 1, 2 και 4 το άρθρο 21
(1)(γ) των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 έως (Αρ.9) του 2015 που προνοεί ότι: «21.-
(1)Αι έγγραφοι δηλώσεις αίτινες προσάγονται τω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω υπό του ενυποθήκου οφειλέτου και του ενυποθήκου δανειστού διαλαμβάνουσι τα ακόλουθα στοιχεία: ...................... (γ) εις την περίπτωσιν του ενυποθήκου οφειλέτου, σύμβασιν υποθήκης χαρτοσεσημασμένην συμφώνως ταις διατάξεσι του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου, εκθέτουσαν ότι εις πρώτην ζήτησιν ή κατά τινα ημερομηνίαν καθωρισμένην ή δυναμένην να προσδιορισθή, ούτος επέχει υποχρέωσιν, τελούσαν υπό αίρεσιν ή απόλυτον τοιαύτην, όπως καταβάλη τω ενυποθήκω δανειστή χρηματικόν τι ποσόν, καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή, ομού μετά τυχόν συμφωνηθέντος τόκου επί του ποσού τούτου ή μέρους αυτού, εις ποσοστόν καθορισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή δι΄αναφοράς εις οιονδήποτε έτερον ποσοστόν, και ομού μετά των εξόδων των διενεργουμένων εν περιπτώσει λήψεως νομίμων μέτρων προς είσπραξιν του ως είρηται ποσού και τόκου:» Είναι η θέση του δικηγόρου των Εναγομένων 1, 2 και 4 πως «το ποσοστό επιτοκίου που προβλέπεται στις υποθήκες από τη στιγμή που συμφωνήθηκε ως κυμαινόμενο επιτόκιο δεν είναι ούτε σε ποσοστό καθορισμένο, ούτε σε ποσοστό που δύναται να προσδιορισθεί με αναφορά σε οποιοδήποτε άλλο ποσοστό. Ακόμα περισσότερο η αοριστία και ασάφεια του επιτοκίου επιβεβαιώνεται και από την παράλειψη των εναγόντων να προσάξουν μαρτυρία ως προς την έννοια του όρου Euribor ή και για τους μηχανισμούς ή και για τον τρόπο με το οποίο το εν λόγω ποσοστό θα διακυμαίνετο». Επικαλούμενος τις πρόνοιες του άρθρου 5 των Νόμων εισηγείται ότι οι επίδικες Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθηκεύσεως Ακινήτων είναι άκυρες. Το άρθρο 5 προνοεί ότι: «
(1)Ουδεμία μεταβίβασις ή υποθήκευσις ακινήτου είναι έγκυρος εκτός εάν γενή συμφώνως ταις διατάξεσι του παρόντος Νόμου.
(2)Απόπειρα προς μεταβίβασιν ή υποθήκευσιν ακινήτου γενομένη άλλως ή συμφώνως ταις διατάξεσι του παρόντος Νόμου ουδόλως επάγεται την σύστασιν, μεταβολήν, μεταβίβασιν, απόσβεσιν οιουδήποτε δικαιώματος ή συμφέροντος επί ακινήτου ουδ΄επηρειάζει τούτο καθ΄ οιονδήποτε τρόπον». Σε όλες τις υποθήκες, το επιτόκιο καθορίζεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως και στην Συμφωνία Δανείου δηλαδή: «με τόκο προς ποσοστό επιτοκίου 6 (έξι) μηνών Euribor πλέον 1,7500% ετησίως το οποίο είναι κυμαινόμενο και ανέρχεται σήμερα σε Euribor 4,3940% πλέον προσαύξηση 1,7500% Σύνολο Τόκου 6,1440% ετησίως». Το σύνολο του τόκου δεν θα ήταν σταθερό αλλά θα μεταβαλλόταν όπως θα διαφοροποιείτο η μεταβλητή του παράμετρος δηλαδή το Euribor. Επομένως το εκάστοτε σύνολο του επιτοκίου μπορούσε να προσδιοριστεί με αναφορά στο ποσοστό του Euribor. Το επιτόκιο Euribor δεν είναι κάτι το άγνωστο και αναφέρεται στην νομοθεσία (βλ. ερμηνευτικό άρθρο 2 των περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμων του 1999 έως 2015). Αυτή είναι η έννοια του Νόμου. Εάν το ποσοστό με αναφορά στο οποίο καθοριζόταν το σύνολο του επιτοκίου δεν ήταν μεταβλητό θα μπορούσε κάλλιστα να είχε καταγραφεί. Καταλήγω πως δεν υπήρχε παραβίαση των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 έως (Αρ.9) του 2015 όπως εισηγείται η υπεράσπιση. Η αναφορά στα έγγραφα υποθήκης (όρος 4) σε προμήθειες και άλλα τραπεζικά δικαιώματα δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των υποθηκών. Δεν αναφέρεται στο άρθρο 21 ότι είναι επιβεβλημένο να περιλαμβάνονται στα έγγραφα υποθήκης, αλλά ούτε ότι τέτοιες αναφορές καθιστούν την υποθήκη άκυρη». Επίσης, είχε συμφωνηθεί ότι το σύνολο του τόκου δεν θα ήταν σταθερό αλλά θα μεταβαλλόταν όπως θα διαφοροποιείτο η μεταβλητή του παράμετρος. Επομένως το εκάστοτε σύνολο του επιτοκίου μπορούσε να προσδιοριστεί με αναφορά στην μεταβλητή παράμετρο. Εάν το ποσοστό με αναφορά στο οποίο καθοριζόταν το σύνολο του επιτοκίου δεν ήταν μεταβλητό θα μπορούσε κάλλιστα να είχε καταγραφεί. Η αναφορά στα έγγραφα υποθήκης (όρος 4) σε προμήθειες και άλλα τραπεζικά δικαιώματα δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των υποθηκών. Δεν αναφέρεται στο άρθρο 21 ότι είναι επιβεβλημένο να περιλαμβάνονται στα έγγραφα υποθήκης, αλλά ούτε ότι τέτοιες αναφορές καθιστούν την υποθήκη άκυρη. Ενόψει των όσων αναφέρθηκαν στην υπόθεση Fiordaliso (ανωτέρω) καθώς και στην αγωγή 4763/13 του Ε.Δ. Λάρνακας, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. 1.Alentia Limited κ.α., ημερομηνίας 17/05/2019 αλλά και με δεδομένο ότι (α) ως προκύπτει από την προσαχθείσα μαρτυρία οι επίδικες υποθήκες έχουν εγγραφεί δεόντως και νομοτύπως στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, (β) συνάδουν απόλυτα με τις πρόνοιες και τους Τύπους του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν.9/1965)και (γ) ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε από πλευράς εναγόμενων προς υποστήριξη ή/και αμφισβήτηση της νομιμότητας εγγραφής ή της εγκυρότητας των εν λόγω υποθηκών, κρίνω ότι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των εναγόμενων που προβάλλονται κατά ούτως ή άλλως τρόπο γενικό και αόριστο στην υπεράσπιση δεν έχουν έρεισμα και απορρίπτονται ως αβάσιμοι και ανυποστήριχτοι. Οι Αιτητές προβάλλουν τη θέση ότι έχουν πέσει θύμα εξαναγκασμού, πιέσεων και ψευδών παραστάσεων από τους Καθ' ων η αίτηση, εντούτοις τέτοιοι ισχυρισμοί δεν προβάλλονται στην υπεράσπιση τους και προβάλλονται για πρώτη φορά με την παρούσα Αίτηση. Επίσης, δεν παρουσιάζουν οποιαδήποτε μαρτυρία που να στοιχειοθετεί τέτοιους ισχυρισμούς. Αντίθετα, η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο επιβεβαιώνει ότι όχι μόνο δεν έχουν πέσει θύμα εξαναγκασμού και πιέσεων αλλά αντίθετα, οι Αιτητές απευθύνθηκαν στους Καθ' ων η αίτηση για να λάβουν πιστωτικές διευκολύνσεις και εν συνεχεία επαναδιαπραγματεύτηκαν τους όρους των επίδικων συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων και οδηγήθηκαν στην υπογραφή των τροποποιητικών συμφωνιών των πιστωτικών διευκολύνσεων. Περαιτέρω, οι Καθ' ων η αίτηση πρόβαλαν ότι: - Οι επίδικες συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων υπογράφηκαν και καταρτίστηκαν δεόντως, κατόπιν αίτησης των εναγόμενων 1 προς τους Καθ' ων η αίτηση. Ακολούθως, αφότου έτυχαν αξιολόγησης από τους Καθ' ων η αίτηση στη βάση του συνόλου των στοιχείων που προσκομίστηκαν, εγκρίθηκαν και χορηγήθηκαν οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις.[8] Οι επίδικες συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων είναι καθόλα έγκυρες, νόμιμες, εκτελεστές και σύμφωνες με την ελευθερία των συμβάσεων και παράγουν πλήρη έννομα αποτελέσματα. Οι δε ισχυρισμοί των Αιτητών περί ακυρότητας των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων είναι γενικοί και αόριστοι χωρίς να υποδεικνύεται στους λόγους που οδηγούν, κατά τη δική τους θέση πάντοτε, στην ακυρότητα των επίδικων συμφωνιών. Όπως προκύπτει από τα τεκμήρια, οι Αιτητές υπέγραψαν επανειλημμένα τροποποιητικές συμφωνίες αναγνωρίζοντας τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις, με τελευταία τη συμφωνία ημερομηνίας 13.01.2014, χωρίς να προβάλουν οποιουσδήποτε σχετικούς ισχυρισμούς. Τα ως άνω συνιστούν αναντίλεκτα γεγονότα. Με δεδομένο αυτό και λαμβάνοντας υπόψη την παραδοχή των Αιτητών στις παραγράφους 3, 7 και 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση αναφορικά με την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών δανείων, εγγυήσεων και υποθηκών κατά την αντίληψη μου τυγχάνει εφαρμογής η αρχή ότι το πρόσωπο που υπογράφει ένα έγγραφο, δεσμεύεται από το έγγραφο αυτό και συνεπώς το σύνολο των σχετικών ισχυρισμών απορρίπτονται λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι δεν προβάλλεται η θέση ότι οι Καθ' ων η αίτηση παρείχαν συμβουλευτικές υπηρεσίες προς τους Αιτητές. Σχετικές επί του θέματος αυτού είναι η υπόθεση Μακρή κ.α. ν. Χ" Ευαγγέλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 203, 209-10, εξετάζεται η υπεράσπιση του non est factum όπου υιοθετείται απόσπασμα από την Saunders v. Anglia Building Society [1970] 3 All E.R. 961, 963, όπου αναφέρεται ότι: «There must be a heavy burden of proof on the person who seeks to invoke this remedy. He must prove all the circumstances necessary to justify its being proving that he took all reasonable precautions in the circumstances. I do not say that the remedy can never be available to a man of full capacity. But, that could only be in very exceptional circumstances; Certainly not where his reason for not scrutinising his reason for not scrutinising the document before signing it was that he was too busy or too lazy. In general I do not think that he can be heard to say that he signed in reliance on someone he trusted». Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ανδρέα Ανδρέου Χρ άλλως Ανδρέα Χρ. Ανδρέου κ.α., Αρ. Αγωγής 1331/2008 ημ. 30.10.2014 προβλήθηκε από την Εναγόμενη 2 ο ισχυρισμός ότι ουδέποτε είχε την πρόθεση να εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 και στην περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι υπέγραψε συμφωνία εγγύησης, επικαλείται την υπεράσπιση του non est factum. Σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτό, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αξιολογώντας την ενώπιον του μαρτυρία, απέρριψε την υπεράσπιση του non est factum αναφέροντας τα ακόλουθα: «Η Εναγόμενη 2 αναγνώρισε την υπογραφή της στο Τεκμήριο 5 αλλά διατείνεται ότι υπόγραψε χωρίς καν να διαβάσει τι ήταν. Όμως, αντιλήφθηκε ότι έβαλε εγγύηση για £350.000. Διερωτάται τι εγγυήσεις έβαλε, γνωρίζει όμως ότι σε μια σύμβαση εγγύησης αρκεί να υπογράψεις ότι είσαι υπεύθυνος χωρίς κατ΄ ανάγκη να δεσμεύσεις περιουσία. Γνώριζε για την ύπαρξη της αγωγής 279/2005 και υπόγραψε έντυπο διορισμού δικηγόρου για να την εκπροσωπεί ο δικηγόρος κ.Θ.Θωμά. Γνώριζε επίσης ότι η αγωγή συμβιβάστηκε αλλά δεν γνωρίζει πού βρήκαν τα χρήματα. Ο Εναγόμενος 1 της είπε ότι θα τα κανόνιζε ο ίδιος. Αντελήφθηκε ακόμα ότι η αγωγή 279/2005 που αφορούσε τότε £365.000 είχε σχέση με το εγγυητήριο που υπόγραψε και ήξερε ότι υπήρχε ακόμη ένα δάνειο £25.000 που εκκρεμούσε. Είναι πρόδηλο και συνιστά εύρημα μου ότι η Εναγόμενη 2 υπογράφοντας την επιστολή εγγύησης είχε πλήρη επίγνωση του τι υπόγραφε, γνώριζε τους σκοπούς του επίδικου δανείου και πως £365.000 από τις £390.000 του δανείου θα χρησιμοποιούνταν προς εξόφληση υποχρέωσης που και η ίδια είχε και για την οποία εκκρεμούσε αγωγή». Στην απόφαση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ v Αποστόλου κ.α, Αρ. Αγωγής: 2345/04, 23.9.2009 ο Δικαστής Οικονόμου (ως ήταν τότε) απέρριψε την υπεράσπιση του non est factum σημειώνοντας τα εξής: «Στη συγκεκριμένη υπόθεση η απαίτηση που προώθησαν οι ενάγοντες είναι για δάνειο. Οι εναγόμενοι, ως άνω, δεν επικαλούνται άλλη συναλλαγή από δάνειο. Ο εναγόμενος υπέγραψε τη συμφωνία δανείου, γνωρίζοντας ότι ήταν συμφωνία δανείου, το προϊόν του οποίου κατατέθηκε στη συνέχεια σε δικό του λογαριασμό με τον ίδιο να υπογράφει στο έγγραφο κατάθεσης ως "καταθέτης". Οι ισχυρισμοί του ότι αποδέχθηκε να "βοηθήσει" αφού του είχε εξηγηθεί ότι η υπογραφή του ήταν θέμα καθαρά τυπικό χωρίς να δημιουργούσε δέσμευση του και ότι η εμπλοκή του στο όλο θέμα, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις όλων, ήταν εντελώς τυπική και δεν έχουν νομική υπόσταση. Δεν εμπίπτουν σε κάποια αναγνωρισμένη από το νόμο υπεράσπιση ούτε στην Υπεράσπιση του δικογραφείται ή μπορεί να διαφανεί αναγνωρισμένη υπεράσπιση, όπως το non est factum, ο δόλος, οι ψευδείς παραστάσεις ή η κοινή πλάνη. Οι ισχυρισμοί του το μόνο που θέτουν είναι η εφαρμογή της αρχής ότι το πρόσωπο που υπογράφει ένα έγγραφο, δεσμεύεται από το έγγραφο αυτό». Στην υπόθεση Κούντουρου ν. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Λτδ, Πολ. Έφεση 11699, ημερ. 24/3/08 το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας την κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου απέρριψε τον ισχυρισμό της Ενάγουσας για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων κατά την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών εγγυήσεων και υποθηκών. Ειδικότερα, το Εφετείο της χώρας ανέφερε τα εξής: «Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά στάθμισε τα ενώπιον του στοιχεία και ορθά κατέληξε στο συμπέρασμα πως η Κούντουρου είχε γνώση του τι υπέγραφε και ότι υπό τις περιστάσεις δεν ήταν αναγκαίο να της προσφερθεί ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Είναι γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η Κούντουρου κατοικούσε στο ίδιο σπίτι με την κόρη της και το γαμπρό της Δημητριάδη. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε, ως αναξιόπιστους, τους ισχυρισμούς της ότι της έγιναν ψευδείς παραστάσεις ή απάτη από τους εφεσίβλητους αναφορικά με τις υποχρεώσεις που θα είχε ως εγγυήτρια της Apak και του Δημητριάδη. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η Κούντουρου ήταν μια κυρία, με μόρφωση Μέσης Παιδείας, σύζυγος επιστήμονος και ανθρώπου με πολιτειακό αξίωμα, η οποία είχε υπογράψει και στο παρελθόν εγγυήσεις και επομένως γνώριζε τη φύση και την έννοια τους, και η οποία επιπρόσθετα είχε συμφέρον από την όλη πράξη μεταξύ των εφεσιβλήτων και της Apak και του Δημητριάδη, εφόσον η ίδια ενοικίαζε για μεγάλο χρονικό διάστημα, μέρος του κτήματος της με σημαντικό ενοίκιο, θεωρούμε πως ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα πως δεν υπήρξε οποιαδήποτε απάτη, ψευδείς παραστάσεις, ψυχική πίεση ή απόκρυψη γεγονότων εις βάρος της Κούντουρου ή ότι οι εγγυήσεις της ήταν ορθό και δίκαιο να ακυρωθούν για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Αυτή υπέγραψε με πλήρη γνώση και επίγνωση του τι υπέγραφε και του τι λάμβανε χώραν». Στην απόφαση Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Μάγιας Δημήτροβα Στεφάνου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1747/04, ημερ. 16.6.2009 το Δικαστήριο, αναφερόμενο στην υπόθεση Royal Ris Ltd v. Δήμου Λάρνακας 1 Α.Α.Δ.
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1149, επιβεβαίωσε την αρχή πως, όταν υπάρχουν έγγραφες συμφωνίες, η πρόθεση των διαδίκων, ως προς τη δημιουργία εννόμων σχέσεων, συνάγεται μέσα από το περιεχόμενο τους. Δεν επιτρέπεται έτσι οποιαδήποτε μαρτυρία κατά κανόνα για διαπραγματεύσεις των μερών για να αποδειχθούν οι προθέσεις τους αφού αυτές είναι καταγραμμένες στο γραπτό κείμενο. Δεν επιτρέπεται επίσης μαρτυρία η οποία να τροποποιεί ή διαφοροποιεί γραπτούς όρους συμφωνίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με την αρχή που έχει επικυρωθεί στην υπόθεση Saunders v. Anglia Building Society
(1970)3 All E.R.961, όταν κάποιος που είναι ενήλικας, δεν έχει μειωμένη αντίληψη και δεν είναι αναλφάβητος υπογράψει κάποιο έγγραφο το οποίο είναι εμφανές ότι προορίζεται να έχει νομική ισχύ, χωρίς να το διαβάσει δεν μπορεί αργότερα να αποφύγει τις συνέπειες του ακόμα και αν έχει υπογράψει βασιζόμενος τα όσα κάποιος άλλος του έχει πει σχετικά με το τι προνοεί το έγγραφο. Στην υπόθεση Τσολάκης Τουτζικιάν ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1240 υιοθετήθηκαν τα ακόλουθα: «Η πιο πάνω όμως νομική θέση, όπως επεσήμανε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, ανατράπηκε από την υπόθεση United Dominions Trust v. Western [1976] 2 W.L.R. 64. Στην απόφαση του το Δικαστήριο επικαλέστηκε και την απόφαση της Βουλής των Λόρδων στη Gallie v. Lee [1971] A.C. 1004 παραπέμποντας και στο πιο κάτω απόσπασμα απ' αυτή: «. . . a person who signs a document, and parts with it so that it may come into other hands, has a responsibility, that of the normal man of prudence, to take care what he signs, which, if neglected, prevents him from denying his liability under the document according to its tenor. I would add that the onus of proof in this matter rests upon him, i.e. to prove that he acted carefully, and not upon the third party to prove the contrary." Σε μετάφραση: «Πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, και το αποχωρίζεται με τρόπο που μπορεί να περιέλθει στα χέρια άλλων, έχει ευθύνη, εκείνη του συνηθισμένου σώφρονα ανθρώπου να προσέχει τι υπογράφει, ώστε, αν δεν το πράξει εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενο του. Θα προσέθετα ότι το βάρος απόδειξης ευρίσκεται στους ώμους του, δηλαδή να αποδείξει ότι ενήργησε επιμελώς, και όχι επί των ώμων του τρίτου προσώπου να αποδείξει το αντίθετο». Καταλήγοντας στην απόφαση αναφέρεται ότι, κάποιος που υπογράφει έγγραφο εν λευκώ, καθιστά το έγγραφο δικό του και αναλαμβάνει την ευθύνη γι' αυτό, διακινδυνεύοντας τη δόλια συμπλήρωση του, και η υπεράσπιση non est factum δεν μπορεί να επιτύχει και δεν μπορεί αυτός να ισχυρίζεται ότι κάτω απ' αυτές τις συνθήκες δεν υπήρξε συμφωνία (consensus ad idem). (Δέστε και Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ,
(1999)1 Α.Α.Δ. 1522). Ως εκ τούτου, καταλήγουμε πως ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε το θέμα, συμπεραίνοντας πως δεν είχε εφαρμογή η υπεράσπιση non est factum». Στην υπόθεση L´Estrange v. Graucob
(1934)All E.R.16 στην οποία υιοθετήθηκαν τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Parker v. South Eastern Rail και διατυπώθηκε η αρχή που θέλει τον υπογράφοντα μια γραπτή συμφωνία να δεσμεύεται από αυτήν ακόμα και αν δεν την έχει προηγουμένως διαβάσει αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «In an ordinary case, where an action is brought on a written agreement which is signed by the defendant the agreement is proved by proving his signature and in the absence of fraud, it is wholly immaterial that he has not read the agreement and does not know its contents». Στην υπόθεση Γιώργος Κουλλαπής ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A751, Πολιτική Έφεση 141/2010, ημερομηνία 13/11/2015 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Ο λόγος έφεσης δεν ευσταθεί. Όπως ορθά τόνισε το πρωτόδικο δικαστήριο, εκείνο που έχει καθοριστική σημασία είναι η ξεκάθαρη και σαφής διατύπωση της πρόθεσης των μερών, όπως αυτή διατυπώνεται στους όρους της σύμβασης. Ορθά, κατά την άποψή μας, επισημαίνει το πρωτόδικο δικαστήριο ότι αυτά που πιθανόν να είχε στο μυαλό του ή αντιλήφθηκε ο Εφεσείων, ο οποίος ας σημειωθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν τραπεζικός υπάλληλος, δεν του επιτρέπουν να τα προβάλλει ως όρους που διέπουν τη συμφωνία, όταν ο ίδιος, θέτοντας την υπογραφή του στην επίδικη συμφωνία, όχι μόνο αποποιήθηκε τέτοια θέματα, αλλά και αποδέχθηκε εντελώς αντίθετους όρους, όπως για παράδειγμα τον όρο 9 του σχεδίου «Εθνοεπενδυτής» (Τεκμήριο 1), με τον οποίο συμφωνήθηκε ότι: [.]» Στην υπόθεση Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Πολ. Έφεση 346/06 ημερ. 10/07/2009 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η λεκτική διατύπωση των όρων της συμφωνίας εγγυήσεως ημερ. 2.2.1998, όπως ορθά, κατά την άποψή μας, ερμηνεύεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ως προς την πρόθεση των μερών. Να εξασφαλιστούν οι εφεσίβλητοι για τις υπάρχουσες και μελλοντικές διευκολύνσεις που παραχώρησαν ή θα παραχωρήσουν στο μέλλον στον Γ. Γεωργίου. Ταυτοχρόνως η εφεσείουσα, όπως καταγράφεται με σαφήνεια στο συγκεκριμένο έγγραφο, αποδέχτηκε να παράσχει εγγύηση, και στη συνέχεια επεξέτεινε την εγγύηση αυτή, με υποθήκη προς όφελος των εφεσιβλήτων, για να καλύψει τις τραπεζικές διευκολύνσεις προς τον Γ. Γεωργίου. Οι περιβάλλουσες συνθήκες υπογραφής της συμφωνίας εγγυήσεως και κατ' επέκταση και της υποθήκης όπως περιγράφονται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, βασιζόμενο στην αποδεχτή μαρτυρία που πρόσφεραν οι εφεσίβλητοι, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι όντως η πρόθεση της εφεσείουσας ήταν να παράσχει συνεχή εγγύηση και υποθήκη για υφιστάμενες και μελλοντικές διευκολύνσεις που παραχώρησαν ή θα παραχωρούσαν οι εφεσίβλητοι προς όφελος του Γ. Γεωργίου. Με γνώμονα τα πιο πάνω βρίσκουμε ότι η εφεσείουσα απέτυχε να στοιχειοθετήσει και τον πρώτο λόγο έφεσης». Στην απόφαση στην αγωγή υπ' αριθμό 2949/2003 Ε.Δ. Λάρνακας Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ v. Νικολάου Σάββα, με ημερομηνία 04.10.2006 του έντιμου κ. Τ. Οικονόμου Α.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), αναφέρθηκαν τα εξής: «Έγινε από παλιά δεκτό ότι σε μια συνήθη σχέση πελάτη - τράπεζας, η τελευταία δεν έχει καθήκον να συμβουλεύσει τον πελάτη για το συνετό ή μη της επένδυσης για την οποία ζητά δάνειο, εκτός αν ο πελάτης έχει ζητήσει συμβουλή και η τράπεζα έχει αποδεχθεί να δώσει συμβουλή, έστω χαριστικά, ή αν υπάρχει κάποια ειδική ρύθμιση προς τούτο (Banburg v. Bank of Montreal [1918] 1 A.C. 626). Πιο πρόσφατα δε, το Αγγλικό Εφετείο έχει αποφασίσει πως δεν απαιτείται προηγούμενη ζήτηση συμβουλής αν η δοθείσα συμβουλή εμπίπτει στους σκοπούς μιας τραπεζικής επιχείρησης όπως μπορούν να καθοριστούν από τις συγκεκριμένες περιστάσεις». Συνάγεται από την πιο πάνω αναφερόμενη νομολογία ότι ο κανόνας του non est factum διέπει τις περιπτώσεις εκείνες που το «αθώο μέρος» υπογράφει μια σύμβαση χωρίς να αντιληφθεί σωστά το χαρακτήρα του εγγράφου και αποτελεί υπεράσπιση προς όφελος του αθώου μέρους. Ο κανόνας όμως δεν επεκτείνεται και στο περιεχόμενο του εγγράφου αλλά ούτε και μπορεί να χρησιμοποιηθεί η υπεράσπιση αυτή όπου υπάρχει αμέλεια. Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι 1 είχαν συνεργασία με τη Λαϊκή Φάκτορς Λτδ καθώς και με την εταιρεία Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ/Λαϊκή Φάκτορς Λτδ και ότι οι Καθ' ων η αίτηση παρέλειψαν να ενημερώσουν τους Αιτητές για την κακή οικονομική κατάσταση της Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ/Λαϊκή Φάκτορς Λτδ με αποτέλεσμα να λάβουν επιταγές συνολικού ποσού €1.757.718,31 οι οποίες ήταν ακάλυπτες. Επίσης είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση με την οποία συμφωνώ και δεν χρειάζεται να προσθέσω οτιδήποτε άλλο ότι το σύνολο των σχετικών ισχυρισμών είναι ανυπόστατοι και θα πρέπει να απορριφθούν από το Δικαστήριο για τους ακόλουθους λόγους: - Οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν αποτελούν ισχυρισμούς που έχουν δικογραφηθεί στην καταχωρισθείσα υπεράσπιση τους. - Το σύνολο των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων είχαν συναφθεί με την Cyprus Popular Bank Public Company Ltd και ουδεμία εκ των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων δεν αφορά τη Λαϊκή Φάκτορς Λτδ. - Η συμφωνία προεξόφλησης τιμολογίων αποτελεί την επίδικη πιστωτική διευκόλυνση στο πλαίσιο της αγωγής αρ. XXXXX/15 του Ε.Δ. Λάρνακας (Η αγωγή επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 72 στην Ένσταση). - Η δε απαίτηση τους για αποκάλυψη της οικονομικής κατάστασης της εταιρείας Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ προς τους Αιτητές προσκρούει στο τραπεζικό και απόρρητο. Περαιτέρω δε, ουδεμία τέτοια υποχρέωση είχαν οι Καθ΄ ων η αίτηση προς τους Αιτητές για αποκάλυψη τέτοιων στοιχείων στη βάση των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Σχετικό είναι το Άρθρο 29 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου (66 (Ι)/1997) στο οποίο προβλέπεται ότι: - «29.-
(1)Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε μέλος διοικητικού οργάνου, μέλος διοικητικού οργάνου, ανώτατο διοικητικό στέλεχος, διευθυντή, λειτουργό, υπάλληλο ή εκπρόσωπο ΑΠΙ και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο έχει με οποιοδήποτε τρόπο πρόσβαση στα αρχεία ΑΠΙ, να παρέχει, κοινοποιεί, αποκαλύπτει ή προς ίδιο όφελος χρησιμοποιεί οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό συγκεκριμένου πελάτη του ΑΠΙ, είτε ενόσω η εργοδότηση ή η επαγγελματική του σχέση με το ΑΠΙ, ανάλογα με την περίπτωση, συνεχίζεται, είτε μετά τον τερματισμό της.
(2)Το εδάφιο
(1)δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου- (α) Ο πελάτης ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι του παρέχει ή παρέχουν τη γραπτή συγκατάθεση τους για το σκοπό αυτό· ή (β) ο πελάτης έχει κηρυχτεί σε πτώχευση ή αν ο πελάτης είναι εταιρεία, η εταιρεία ευρίσκεται υπό διάλυση· ή (γ) έχει εγερθεί δικαστική διαδικασία μεταξύ του ΑΠΙ και του πελάτη ή του εγγυητή του αναφορικά με λογαριασμό του πελάτη· ή (δ) οι πληροφορίες παρέχονται στην αστυνομία δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή σε δημόσιο λειτουργό που είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από το σχετικό Νόμο να λάβει τις πληροφορίες αυτές ή σε δικαστήριο κατά τη δίωξη ή εκδίκαση ποινικού αδικήματος δυνάμει του σχετικού Νόμου· ή (ε) έχει επιδοθεί στο ΑΠΙ δικαστικό διάταγμα κατάσχεσης χρημάτων που βρίσκονται σε πίστη λογαριασμού πελάτη· ή (στ) οι πληροφορίες απαιτούνται από συνάδελφο που εργοδοτείται από το ίδιο ΑΠΙ ή τη μητρική του επιχείρηση ή θυγατρική εταιρεία του ΑΠΙ ή της μητρικής του επιχείρησης ή εγκεκριμένο ελεγκτή ή νομικό σύμβουλο του ΑΠΙ, για την εκτέλεση των καθηκόντων τους· ή (ζ) οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση του αξιόχρεου πελατών αναφορικά ή σε σχέση με καλόπιστη (bona fide) εμπορική πράξη ή μέλλουσα εμπορική πράξη εφόσον οι πληροφορίες που απαιτούνται είναι γενικής φύσης και σε καμιά περίπτωση δε σχετίζονται με στοιχεία λογαριασμού συγκεκριμένου πελάτη· ή (ζi) οι πληροφορίες παρέχονται για σκοπούς τήρησης και λειτουργίας του δυνάμει των εδαφίων
(3)και
(4)του άρθρου 41 προνοουμένου Κεντρικού Αρχείου Πληροφοριών· ή (ζii) οι πληροφορίες παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 74 του περί Καλυμμένων Αξιογράφων Νόμου∙ ή (ζiii) οι πληροφορίες παρέχονται στον Κεντρικό Φορέα από ΣΠΙ που έχει συνδεθεί με αυτόν δυνάμει του άρθρου 25Α · ή (ζiv) οι πληροφορίες παρέχονται σε σύστημα ή μηχανισμό ανταλλαγής δεδομένων των πιστωτικών ιδρυμάτων δυνάμει του παρόντος Νόμου και οδηγιών που εκδίδονται με βάση το άρθρο 41
(6): Νοείται ότι, εκτός αν συντρέχει μία ή περισσότερες από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο έχει μέσω συστήματος ή μηχανισμού ανταλλαγής δεδομένων ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο πρόσβαση στις πληροφορίες που παρασχέθηκαν σε σύστημα ή μηχανισμό ανταλλαγής δεδομένων, να παρέχει, κοινοποιεί, αποκαλύπτει ή προς ίδιο όφελος χρησιμοποιεί οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό συγκεκριμένου πελάτη πιστωτικού ιδρύματος, είτε ενόσω η εργοδότηση ή η επαγγελματική σχέση, χάρη στην οποία απέκτησε πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές, συνεχίζεται είτε μετά τον τερματισμό της». Στην προκειμένη δε περίπτωση καμία εκ των αναφερόμενων εξαιρέσεων δεν συντρέχει, η οποία να αιτιολογούσε την άρση του τραπεζικού απορρήτου και την παροχή πληροφοριών προς τρίτα πρόσωπα. Οι συναλλαγές των Αιτητών με την εταιρεία Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ δεν αφορούν τους Καθ' ων η αίτηση, αλλά οι συναλλαγές αυτές διέπονται από τη συμβατική σχέση των Αιτητών με την εταιρεία Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ και δεν πρέπει οι Καθ' ων η αίτηση να συγχέονται με οποιοδήποτε τρόπο. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Καθ' ων η αίτηση ενώ γνώριζαν την οικονομική κατάσταση της Λαϊκής Τράπεζας εξανάγκασαν τους εναγόμενους να συνάψουν το δάνειο με αριθμό XXXXX6331 για το ποσό των €2.900.000 και να παραχωρήσουν προς εξασφάλιση τους νέες εξασφαλίσεις με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι να υποστούν ζημιές. Παρά το γεγονός ότι η θέση αυτή των Αιτητών προβάλλεται για πρώτη φορά με την Αίτηση και δεν αποτελεί δικογραφημένο στην υπεράσπιση τους ισχυρισμό, εντούτοις οι Καθ' ων η αίτηση επαναλαμβάνουν τα όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω σχετική με την αρχή ότι κάθε πρόσωπο έχει την ευθύνη του εγγράφου που υπογράφει και περαιτέρω είναι η θέση τους ότι οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί θα πρέπει να απορριφθούν από το Δικαστήριο ως απαράδεκτοι και αναληθείς. Τούτο διότι: - Οι ίδιοι οι Αιτητές με ελεύθερη βούληση και χωρίς οποιαδήποτε προτροπή από τους Καθ' ων η αίτηση υπέβαλαν αίτηση για χορήγηση του δανείου με αριθμό XXXXX6331 για το ποσό των €2.900.000.[9] - Ουδέποτε μέχρι και την καταχώριση της παρούσας Αίτησης, οι εναγόμενοι δεν προέβαλαν οποιουσδήποτε σχετικούς ισχυρισμούς, τους οποίους προβάλλουν στο στάδιο αυτό με αποκλειστικό σκοπό να αποφύγουν τις συμβατικές υποχρεώσεις τους. Ο σκοπός του εν λόγω δανείου ήταν η αποπληρωμή υπολοίπων υπεραγοράς Ορφανίδη στην Λαϊκή Φάκτορς, η ακύρωση εγγυητικής επιστολής ύψους €854.000 προς Λαϊκή Φάκτορς, η κάλυψη υπολοίπου που προκύπτει με την μείωση του μόνιμου ορίου στον τρεχούμενο λογαριασμό αρ. XXXXX0910, εξόφληση προσωρινού ορίου στον τρεχούμενο λογαριασμό XXXXX0910, κάλυψη τόκων τρεχούμενου λογαριασμού XXXXX0910 της 31.12.2012, κάλυψη καθυστερημένων δόσεων του Ομίλου, κάλυψη καθυστερημένων δόσεων στην Λαϊκή Χρηματοδοτήσεις και κεφάλαιο κίνησης. Τούτο διαφαίνεται από την επιστολή προσφοράς ημερομηνίας 12.03.2013 που έχει υπογραφεί από τους Αιτητές αλλά και από τις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού από τις οποίες προκύπτει ότι το ποσό των €1.700.000,00 καταβλήθηκε προς μείωση του οφειλόμενου υπολοίπου στον λογαριασμό της factors και το ποσό των €1.200.000 καταβλήθηκε προς μείωση του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού με αριθμό XXXXX
  1. Συνεπώς, ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι υπέγραψαν την εν λόγω συμφωνία χωρίς να λάβουν ούτε και ένα ευρώ δεν ευσταθεί αφού το συνολικό προϊόν του εν λόγω δανείου καταβλήθηκε προς μείωση των υποχρεώσεων τους. Εάν ευσταθούσαν οι ισχυρισμοί των Αιτητών, είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση με την οποία συμφωνώ, τότε δεν θα προχωρούσαν στην υπογραφή των συμφωνιών τροποποίησης ημερομηνίας 30.05.2013 και 13.01.2014 με τις οποίες τροποποιήθηκε το πρόγραμμα αποπληρωμής του εν λόγω δανείου. Προς εξασφάλιση του εν λόγω δανείου καθώς και των λοιπών επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων ενεγράφηκαν πρώτη, δεύτερη και τρίτη υποθήκη επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής XXXXX, πρώτη, δεύτερη και τρίτη υποθήκη επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, προσωπικές εγγυήσεις των Παναγή XXXXX και XXXXX για το ποσό των €8.000.000 και εταιρικές εγγυήσεις για το ποσό των €8.000.000 από τις εναγόμενες 2, 3 και
  2. Όπως προκύπτει από το ίδιο έγγραφο οι πρώτη, δεύτερη και τρίτη υποθήκη επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής XXXXX και οι πρώτη, δεύτερη και τρίτη υποθήκη επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX αποτελούσαν υφιστάμενες εγγεγραμμένες υποθήκες οι οποίες ακυρώθηκαν και επανεγγράφηκαν. Ειδικότερα, οι συγκεκριμένες υποθήκες αποτελούσαν ήδη εξασφάλιση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων από το 2011 τουλάχιστον. Οι δε εγγυήσεις ουσιαστικά αποτελούσαν αντικατάσταση των υφιστάμενων εγγυήσεων με αύξηση του ποσού ούτως ώστε να καλύπτει και το υπόλοιπο του νέου δανείου που παραχωρήθηκε. Σύμφωνα δε με τη μαρτυρία, ο ισχυρισμός ότι το 2013 οι Καθ' ων η αίτηση ξεγέλασαν τους Αιτητές να εκδώσουν προς όφελος τους εγγυητικές επιστολές ύψους €800.000 δεν ευσταθεί αφού η σχετική εγγυητική υφίστατο ήδη από το 2008 το ποσό της οποίας κυμαινόταν και συγκεκριμένα περί το 2011 το ποσό της ανερχόταν σε €1.380.
  3. Οι Αιτητές προβάλλουν ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν δικαίωμα να προχωρούν στην εκποίηση των Ενυπόθηκων Ακινήτων είναι αβάσιμοι, ανεδαφικοί και ανυπόστατοι. Τούτο διότι: Οι σχετικοί προβαλλόμενοι ισχυρισμοί είναι γενικοί και αόριστοι και δεν υποδεικνύουν τους λόγους για τους οποίους οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν δικαίωμα να προχωρήσουν με διαδικασίες εκποίησης των Ενυπόθηκων Ακινήτων, με αποτέλεσμα να αποστερούν από τους Καθ' ων η αίτηση να απαντήσουν και να τοποθετηθούν επί των λόγω ισχυρισμών τους∙ Η προώθηση των διαδικασιών εκποίησης των Ενυπόθηκων Ακινήτων αποτελεί ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος των Καθ' ων η αίτηση. Η δε προώθηση διαδικασιών εκποίησης των Ενυπόθηκων Ακινήτων δεν εμποδίζεται με την εκκρεμοδικία της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής. Το δικαίωμα των Καθ' ων η αίτηση να προχωρούν με την εκποίηση των Ενυπόθηκων Ακινήτων αποτελεί επιπρόσθετα ενάσκηση συμβατικού τους δικαιώματος. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς των Αιτητών περί υποβολής πρότασης προς διευθέτηση, προκύπτει από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου ότι η τελευταία πρόταση από μέρους των Αιτητών υποβλήθηκε στις 16.09.2021 και ουσιαστικά ήταν παρόμοιου περιεχομένου με όλες τις προηγούμενες προτάσεις διευθέτησης που υποβλήθηκαν από μέρους τους και απορρίφθηκαν αφού τους εξηγήθηκαν από τους Καθ' ων η αίτηση επανειλημμένα οι λόγοι που οι εν λόγω προτάσεις με το συγκεκριμένο περιεχόμενο δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές. Οι λόγοι αυτοί επαναλήφθηκαν και στην απαντητική επιστολή των δικηγόρων των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 17.09.2021 με την οποία ενημέρωναν τους Αιτητές ότι η πρόταση τους δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθότι, μεταξύ άλλων δεν καλύπτει το ύψος του οφειλόμενου υπολοίπου και την αξία των εξασφαλίσεων. Η υποβολή οποιασδήποτε πρότασης διευθέτησης δεν αναστέλλει ή/και αναιρεί το δικαίωμα των Καθ' ων η αίτηση να ενασκήσουν τα δικαιώματά τους ως αυτά απορρέουν από το Νόμο με τον καθορισμό πλειστηριασμού. Το σύνολο των αιτήσεων/ εφέσεων που καταχωρήθηκαν από τους Αιτητές είχαν απορριφθεί με αποφάσεις των αρμόδιων δικαστηρίων. Η ειδοποίηση ΙΓ δεν αποτελεί εφέσιμη ειδοποίηση και η επιδίωξη έκδοσης ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος στο στάδιο αυτό καταστρατηγεί τις πρόνοιες του Νόμου. Οι οποιοιδήποτε προβαλλόμενοι ισχυρισμοί ότι η αξία των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από την επιφυλαχθείσα τιμή τους δεν ευσταθεί. Τούτο διότι, η τιμή των ενυπόθηκων ακινήτων έχει καθοριστεί στη βάση εκτιμήσεων που έχουν διενεργηθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου και παρά το γεγονός ότι οι Καθ' ων η αίτηση σε όλες τις περιπτώσεις επέδωσαν την προβλεπόμενη ειδοποίηση τύπου ΙΒ, εντούτοις οι Αιτητές παρέλειψαν να ασκήσουν το εν λόγω δικαίωμά τους με αποτέλεσμα να κωλύονται στο στάδιο αυτό να προβάλουν σχετικούς ισχυρισμούς. Στη μοναδική περίπτωση όπου ασκήθηκε από τους Αιτητές το σχετικό δικαίωμα ήταν για το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/12000 όπου σύμφωνα με την εκτίμηση των Αιτητών η αξία του ανερχόταν στα €2.0εκ έναντι €1.320.000 σύμφωνα με την εκτίμηση των Καθ' ων η αίτηση. Λόγω της απόκλισης των εκτιμήσεων διενεργήθηκε και 3η εκτίμηση μέσω του ΕΤΕΚ όπως προβλέπεται από την σχετική νομοθεσία, σύμφωνα με την οποία η αγοραία αξία ανήλθε στο €1.265.000 H διαδικασία ορισμού πλειστηριασμού δεν προχώρησε στην συνέχεια. Το συγκεκριμένο ακίνητο διατέθηκε εν συνεχεία προς πώληση από τον Παραλήπτη/Διαχειριστή, μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας BidX
  4. Ο Π/Δ προχώρησε στην διενέργεια 2 εκτιμήσεων με την πιο ψηλή να ανέρχεται στα €1.200K. Στην συνέχεια προέβη σε πώληση του για €950 και ενώ έγινε πρόσθετη διαγραφή έτσι ώστε το συνολικό ποσό που κατατέθηκε έναντι των υποχρεώσεων ανήλθε στις €1.200.000,00 δηλαδή στο ύψος της υψηλότερης αγοραίας αξίας της εκτίμησης του Π/Δ). Στις περιπτώσεις των 3 ακινήτων που πωλήθηκαν μέσω πλειστηριασμού δεν ασκήθηκε το δικαίωμα διορισμού εκτιμητή. Σε σχέση με το ακίνητο με αρ. εγγρ. 3/XXXXX δεν υπήρξε διορισμός εκτιμητή από τους εναγόμενους στη βάση της ειδοποίησης ΙΒ αφού η εκτίμηση που αποστάλθηκε από τον δικηγόρο των εναγόμενων διενεργήθηκε στις 5.10.2020 και συνεπώς ήταν εκπρόθεσμη. Η εφαρμογή και η προώθηση της διαδικασίας πώλησης των Ενυπόθηκων Ακινήτων κρίνω ότι είναι υπό τις περιστάσεις πλήρως εναρμονισμένη με τις πρόνοιες και το σκοπό του Νόμου και αποτελεί ουσιαστικά ενάσκηση δικαιώματος που προβλέπεται στο Νόμο και στην Υποθήκη. Οι Καθ' ων η αίτηση με την προώθηση της παρούσας διαδικασίας, επιδιώκουν αποτέλεσμα που παρέχεται στον ίδιο το Νόμο ο οποίος δεν εμποδίζει τους Καθ' ων η αίτηση από του να προχωρήσουν με τη διαδικασία πώλησης των Ενυπόθηκων Ακινήτων με οιονδήποτε τρόπο επιλέξουν ή και με τη χρήση παράλληλων διαδικασιών. Σε σχέση με την έκθεση του ελεγκτικού οίκου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και τούτο καθώς όπως έχει επεξηγηθεί επανειλημμένα στους Αιτητές από τους Καθ' ων η αίτηση, κατά τη διενέργεια της εκτίμησης τους δεν λήφθηκε υπόψη το συμφωνηθέν συμβατικό επιτόκιο των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων το οποίο ήταν βασικό επιτόκιο πλέον περιθώριο αλλά αυθαίρετα οι υπολογισμοί έγιναν στη βάση Euribor/libor, για τους πλείστους λογαριασμούς είχαν στη διάθεση τους καταστάσεις μέχρι το 2015 και οι οποιουδήποτε υπολογισμοί για ισχυριζόμενες παράνομες χρεώσεις από το 2015 και έπειτα έγιναν στη βάση υποθέσεων χωρίς να έχουν στην κατοχή τους τις καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών, οι ίδιοι αναφέρουν στην έκθεση τους ότι ενόψει του ότι δεν είχαν στην κατοχή τους τις καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών, τα συμπεράσματα τους δεν είναι οριστικά και συνεπώς το αποτέλεσμα των υπολογισμών τους δεν είναι βέβαιο, τέλος στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση οι ίδιοι παραδέχονται ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο ενός εκ των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων δεν έχει καθόλου ληφθεί υπόψη εφόσον αυτό θεωρούν ότι ήταν εξ υπαρχής άκυρο, θέση η οποία δεν ευσταθεί ως έχει επεξηγηθεί ήδη ανωτέρω. Συνεπώς, από τα πιο πάνω επιβεβαιώνεται η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι οι ισχυρισμοί των Αιτητών ότι το ύψος του συνολικού οφειλόμενου υπολοίπου είναι χαμηλότερο από το ισχυριζόμενο δεν ευσταθούν και δεν μπορούν να βασιστούν στην προαναφερόμενη έκθεση καθότι αυτή ετοιμάστηκε λαμβάνοντας υπόψη λανθασμένα δεδομένα. Επίσης, αυτό που θα πρέπει να τονιστεί είναι ότι οι Αιτητές παραδέχονται ρητά την ύπαρξη του οφειλόμενου υπολοίπου αλλά αρνούνται το ύψος αυτού. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση κατά πόσο δηλαδή με τη μη χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή στην ουσία σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων κάτω από το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Είναι δε νομολογημένο ότι εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του αιτούντα διαδίκου τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Στην υπόθεση Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd (Αρ 2)
(2008)1 Α.Α.Δ. 662, 630 λήφθηκε υπόψη στα πλαίσια εξέτασης της τρίτης προϋπόθεσης από το Δικαστήριο ότι ο ενάγων δεν πρόβαλε κανένα ισχυρισμό ότι η οικονομική κατάσταση των εναγόμενων ήταν τέτοια που θα στερούσε τον ενάγοντα καταβολής αποζημιώσεων, εάν επιτύγχανε στην αγωγή του, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να καταλήξει ότι δεν ικανοποιείτο η τρίτη προϋπόθεση. Όπως έχει νομολογηθεί για να ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί του ενάγοντα ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη δεν αρκούν και ο ενάγων με την ένορκη του δήλωση θα πρέπει να επεξηγεί και αιτιολογεί τέτοιους ισχυρισμούς με σαφή και θετική μαρτυρία, ώστε να γίνουν δεχτοί από το Δικαστήριο (βλ. Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd (Αρ.2)
(2008)1 Α.Α.Δ. 662, 630) Κατά το στάδιο εξέτασης από το Δικαστήριο του κατά πόσο πληρείται η τρίτη προϋπόθεση, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη φερεγγυότητα του Καθ' ου η αίτηση και ειδικότερα την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει χρηματικές αποζημιώσεις στον Αιτητή όπου η βλάβη είναι ικανή να αποζημιωθεί με την καταβολή χρηματικών αποζημιώσεων. Για παράδειγμα στην υπόθεση Marketrends (Capital Market)Ltd v. Γεωργίου
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1759, το παρεμπίπτον διάταγμα δεν εκδόθηκε λόγω της οικονομικής επιφάνειας του εναγόμενου και της δυνατότητας του σύμφωνα με την κατάληξη του Δικαστηρίου να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση που θα εκδιδόταν εναντίον του. Σύμφωνα με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 4/60 πρέπει να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, προϋπόθεση η οποία συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο Αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη (βλ. Odysseos (ανωτέρω). Από την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης προκύπτει ότι οι Αιτητές εντελώς γενικά και αόριστα αναφέρουν ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση ανεπανόρθωτης βλάβης στους ίδιους ή ότι σε περίπτωση μη έκδοσή τους οι Καθ' ων η αίτηση δεν θα μπορούν να αποζημιώσουν σε χρήμα τους Αιτητές. Καμία απολύτως σαφής και θετική μαρτυρία και στοιχεία δεν παραθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου ως απαιτεί η νομολογία (βλ. Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd (Αρ. 2)
(2008)1 Α.Α.Δ. 662, 630) προκειμένου η θέση αυτή να γίνει δεχτή από το Δικαστήριο με αποτέλεσμα να μην μπορεί παρά να απορριφθεί. Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν και δεν πιθανολογούν βασίμως οποιαδήποτε πιθανότητα πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς σε αυτούς, ούτε αποκαλύπτουν ή πιθανολογούν βασίμως οιαδήποτε πιθανότητα πραγματικής δυσκολίας ή αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Άνευ βλάβης των προαναφερθέντων, οι Αιτητές έχουν αποτύχει να παράσχουν επαρκή και πειστική μαρτυρία ως προς το ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τυχόν μελλοντική απαίτηση τους με το πέρας της δίκης, χωρίς εν τω μεταξύ οποιαδήποτε διατάγματα να βρίσκονται σε ισχύ. Οι θέσεις τους επί του προκειμένου είναι ότι: (α) Οι Καθ' ων η αίτηση δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τυχόν αποζημίωση που θα κληθούν να καταβάλουν σε μεταγενέστερο στάδιο δεν ευσταθεί. Από την επιστολή των ελεγκτών των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 27.07.2021[10], προκύπτει η φερεγγυότητα των Καθ' ων η αίτηση και η δυνατότητά τους να ικανοποιήσουν τυχόν ζημιά των Αιτητών. Σύμφωνα με την εν λόγω επιστολή, οι Καθ' ων η αίτηση διαθέτουν στο χαρτοφυλάκιο τους περιουσιακά στοιχεία που ανέρχονται συνολικά σε Ευρώ 1.031.602.103,00 στα τέλη του έτους 2020, με τα ταμειακά διαθέσιμα να ανέρχονται σε Ευρώ 61.595.451,00, γεγονός το οποίο καθιστά, χωρίς καμία αμφιβολία, δυνατή την αποκατάσταση οποιασδήποτε ζημιάς κληθούν οι Καθ' ων η αίτηση να αποκαταστήσουν. (β) Η θέση ότι η επιχείρηση θα επαναδραστηριοποιηθεί στο εν λόγω ακίνητο επίσης δεν ευσταθεί αφού το εργοστάσιο εντός του οποίου ασκείτο η επιχείρηση έχει ήδη παραδοθεί στον Παραλήπτη /Διαχειριστή με κενή κατοχή στη βάση εκ συμφώνου απόφασης η οποία εκδόθηκε στις 9.07.2019 με 8 μήνες αναστολή και η ανάκτηση της κατοχής έγινε στις 24.03.
  1. (γ) Ο ισχυρισμός ότι θα χάσουν τα ακίνητα εντός των οποίων είναι οι κατοικίες τους είναι αναληθείς αφού κανένα από τα ενυπόθηκα ακίνητα δεν είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι των διαχειριστών του αποβιώσαντα εναγόμενου
  2. Επίσης, το σύνολο των ενυπόθηκων ακινήτων που είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι της εναγόμενης 6, όπως προκύπτει από την περιγραφή των εν λόγω ακινήτων από τους σχετικούς τίτλους ιδιοκτησίας καθώς και τα έγγραφα υποθηκών πρόκειται για οικόπεδα εντός των οποίων δεν φαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε κατοικία. (δ) Ο ισχυρισμός ότι τα εν λόγω ακίνητα θα αναπτυχθούν και θα προσφέρουν κέρδη και πάλιν δεν ευσταθεί αφού με βάση τα έγγραφα υποθήκης οποιαδήποτε βελτίωση, τροποποίηση και οποιοδήποτε κτήριο ανεγερθεί εντός αυτών θα καλύπτεται από την υποθήκη που έχει δοθεί προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση. (ε) Ο ισχυρισμός ότι οι αγωγές θα εκδικαστούν εντός του 2021 επίσης δεν ευσταθεί εφόσον τα δικαστήρια είναι επιβαρυμένα με την εκδίκαση παλαιότερων υποθέσεων και συγκεκριμένα με την εκδίκαση αγωγών backlog, στις οποίες δεν εμπίπτει η παρούσα αγωγή. Συμφωνώντας με τα πιο πάνω όπως προκύπτουν από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής προχωρώ να επισημάνω ότι σε κάθε περίπτωση υπάρχει παντελής έλλειψη αναφορών ή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, βάσει της οποίας να υποδεικνύεται, έστω και στον ελάχιστο βαθμό, η ύπαρξη άμεσου κινδύνου. Αντίθετα, υπάρχει ξεκάθαρη μαρτυρία ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υπάρχει. Σε συνάρτηση με τα ανωτέρω κρίνω ότι οι Αιτητές έχουν αποτύχει να αποδείξουν ότι εκτός εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο καθώς: (α) Η θεραπεία των αποζημιώσεων είναι επαρκής εάν ήθελε φανεί ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων έχει επιφέρει βλάβη στους Αιτητές∙ (β) Δεν εγείρεται οποιοδήποτε ζήτημα περί επιδίκασής αποζημιώσεων προς όφελος των Αιτητών∙ (γ) Οι Καθ' ων η αίτηση είναι φερέγγυα εταιρεία, η οποία έχει ικανότητα να αποζημιώσει τους Αιτητές και δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί του αντιθέτου. Επομένως οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί των Αιτητών περί πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημίας απορρίπτονται στην ολότητα τους ως ανυπόστατοι και αόριστοι στη βάση των όσων έχουν ήδη αναφερθεί ανωτέρω. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα των Γιώργου Ερωτοκρίτου & Πέτρου Αρτέμη, «ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ - INJUNCTIONS», 1η έκδοση, 2016, σελ. 132-133: «αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη. Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται όχι μόνο όταν η φύση της ζημιάς είναι τέτοια που δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα, αλλά και εκεί όπου οι Αιτητές δεν θα αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή αποζημιώσεων, π.χ. οχληρία, θόρυβος, παραβίαση διπλώματος ευρεσιτεχνίας, εμπορική εύνοια, επηρεασμός φήμης από δυσφήμηση». Στη βάση των πιο πάνω δεν διακρίνω οποιονδήποτε κίνδυνο οι Αιτητές να υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη ή οποιαδήποτε ζημιά σε περίπτωση μη χορήγησης των αιτούμενων θεραπειών και δεν υπάρχει οποιαδήποτε πιθανότητα πραγματικής δυσκολίας ή αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Εφόσον είναι οι πιο πάνω κατάληξη μου σε σχέση με τις τρεις προϋποθέσεις οι οποίες κατά τη νομολογία μας πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά δεν κρίνω σκόπιμο να με απασχολήσει το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω να απορρίψω την αίτηση καθ' ότι κανένας από τους λόγους που προβάλλονται είναι τέτοιος που θα με οδηγούσε στο να εκδώσω τα αιτούμενα διατάγματα. ΕΞΟΔΑ: Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγόντων/ Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Εναγόμενων/Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το διάταγμα ημερομηνίας 23/05/2019 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην Ένσταση. [2] Οι επιστολές 30/01/2018 επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 65 στην Ένσταση. [3] Τα goodbye letters επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 66 στην Ένσταση. [4] Τα hello letters επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 67 στην Ένσταση. [5] Τα πρακτικά συνεδρίας επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 68 στην Ένσταση. [6] Τα καταστατικά των Εναγόμενων 2, 3 και 4 επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 69 στην Ένσταση. [7] Το σχετικό διάταγμα επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 70 στην Ένσταση. [8] Οι αιτήσεις χορήγησης των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων έχουν επισυναφθεί στο σύνολο τους ως Τεκμήριο 71 στην Ένσταση. [9] Σχετικό είναι το Τεκμήριο 69 της Ένστασης. [10] Τεκμήριο 77 στην Ένσταση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.