Tsvetkov κ.α. ν. Magdeev κ.α., Αρ. Αγωγής:1201/2018, 14/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A192 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1201/2018 Μεταξύ:
- XXXXX Tsvetkov
- XXXXXKhayrova Εναγόντων και
- XXXXX Magdeev
- XXXXX Magdeev
- EQUIX GROUP LIMITED
- SKALENS DIRECTORS LTD Εναγόμενων Και Εξ ανταπαιτήσεως: EQUIX GROUP LIMITED Εξ Ανταπαιτήσεως/ Ενάγουσα και
- XXXXX TSVETKOV
- XXXXX KHAYROVA
- XXXXX GUBAYDULLIN
- PERCIATELLI LIMITED
- XXXXX ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ
- HEGIR CAPITAL MANAGEMENT LTD
- KEYFORCE MANAGEMENT LIMITED
- MONVERT INVESTMENTS SA Εξ Ανταπαιτήσεως/ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 14 Δεκεμβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 1 και 2/ Αιτητές : Η κα Αλ. Σάββα για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 3/ Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση: H κα Μ. Αυξεντίου για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση με ημερ. 9.06.2020 για παραμερισμό και/ή διαγραφή της Ανταπαίτησης και μέρους της Υπεράσπισης) Οι Ενάγοντες/Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 1 και 2/Αιτητές («οι Αιτητές») με την υπό κρίση αίτησή τους αιτούνται τον παραμερισμό και τη διαγραφή της Ανταπαίτησης της Εναγόμενης 3/ Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας («η Καθ'ης η αίτηση») στη βάση ουσιαστικά δύο ισχυρισμών. Κατά πρώτον, ισχυρίζονται ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια και δη το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας δεν έλκουν δικαιοδοσία για να εκδικάσουν την παρούσα Ανταπαίτηση δυνάμει των προνοιών του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012 και κατά δεύτερον, υποστηρίζουν ότι η Ανταπαίτηση θα πρέπει να αποκλειστεί δια τον λόγο ότι δεν είναι πρόσφορη η συνεκδίκαση της με την αγωγή. Περαιτέρω και διαζευκτικά, αξιώνουν τη διαγραφή μέρους της Έκθεσης Υπεράσπισης και της Ανταπαίτησης και συγκεκριμένα των παραγράφων 25, 26, 38, 39, 40, 41.1 - 41.4, 60-62 και
- Η Καθ' ης η αίτηση όταν επιδόθηκε σ' αυτήν η αίτηση καταχώρισε Ειδοποίηση περί Προθέσεως Ενστάσεως προβάλλοντας διάφορους λόγους για τους οποίου η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Σ' αυτούς θα γίνει αναφορά κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. Η αίτηση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση της δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί στην παρούσα τους Αιτητές κας Γεωργίας Τουμαζή (Ε/Δ Τουμαζή), ενώ η ένσταση με ένορκη δήλωση του επίσης δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί εδώ της Καθ' ης η αίτηση κ. Χρίστου Στρόππου (Ε/Δ Στρόππου). Προς αποφυγή επανάληψης θα αποφύγω την καταγραφή του ιστορικού της διαφοράς και των διαδικασιών που έχουν γίνει μέχρι σήμερα καθώς, σε σχέση με αυτές, όπου χρειαστεί, θα γίνει αναφορά κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει όπως επίσης των αιτούμενων διαταγμάτων και των λόγων ένστασης που αφορούν την υπό κρίση αίτηση όσο και των εκατέρωθεν ισχυρισμών που αναπτύσσονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις οι οποίες συνοδεύονται από πληθώρα εγγράφων/τεκμηρίων στα οποία επίσης θα γίνει αναφορά εκεί και όπου απαιτηθεί κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ H νομική βάση της αίτησης στηρίζεται κατά κύριο λόγο στη Δ.19 Θ.26, στη Δ.27 Θ.3 καθώς και στη Δ.21 Θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Η Δ.27 Θ.3 (βλ. Annual Practice 1960 - σελ. 574 αντίστοιχη αγγλική διάταξη - Ο.25 R.4), αφορά την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου, ενώ η Δ.19 Θ. 26, παρέχει τη δυνατότητα να διαγραφεί μέρος δικογράφου όταν είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να καθυστερήσει τη δίκαιη δίκη της υπόθεσης. Η Δ.27 Θ. 3 επί της οποίας βασίζονται τα αιτητικά Α-Δ της υπό κρίση αίτησης προβλέπει ότι: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just». Σε μετάφραση: «Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε δικόγραφο διαγραφεί για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή η υπεράσπιση φανεί από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί, ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δικαία». Σύμφωνα με την πιο πάνω Διαταγή, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να απορρίψει μια αγωγή όταν η αγωγή δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική (frivolous or vexatious) και όταν το δικόγραφο στερείται οποιουδήποτε νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλ. In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 C.L.R. 246, Sartas Importers -Distrributors Ltd v. Ανδρέα Μαρούλλη
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1446, Papamichael v. Haholiades
(1970)1 C.L.R. 360). Η εξουσία διαγραφής ασκείται με βάση το περιεχόμενο του δικογράφου και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό (βλ. Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 21). Η Δ.19 θ.26 επί της οποίας στηρίζεται επίσης το αίτημα των αιτητών για διαγραφή συγκεκριμένων παραγράφων της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, προβλέπει τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action». Σε μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί καθ' οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οποιουδήποτε ζητήματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που να τείνει να προκαταβάλλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής» Στην υπόθεση Cyber Group Ltd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη κ. ά., 2004 1(Γ) Α.Α.Δ. 1852, λέχθηκε ότι κύριος σκοπός της Δ.19 θ. 26 είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων. Κατά την εξέταση αίτησης δυνάμει του πιο πάνω θεσμού δεν επιχειρείται και δεν εξετάζεται η εγκυρότητα του δικογράφου, ζήτημα το οποίο εξετάζεται δυνάμει της Δ.27 Θ.3. Η εξουσία διαγραφής που παρέχει η Δ.19 θ. 26 είναι διακριτικής μορφής και ταυτόχρονα πλατιά και επιτρέπει τη διαγραφή ή τροποποίηση οποιουδήποτε ζητήματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο το οποίο τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Η Δ.21 Θ.10 προνοεί τα ακόλουθα: «Where a defendant sets up a counter-claim, if the plaintiff, or any other person made a party to it, contends that the claim thereby raised ought not to be disposed of by way of counter-claim, but in an independent action, the Court or a Judge may at any time order that such counter-claim be excluded». Σε μετάφραση: «Όπου ένας εναγόμενος εγείρει ανταπαίτηση, εάν ο Ενάγοντας, ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που κατέστη διάδικος σ' αυτή, ισχυριστεί ότι η εγερθείσα σ' αυτήν απαίτηση έπρεπε να αποφασισθεί όχι σαν ανταπαίτηση αλλά σε ανεξάρτητη αγωγή το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο να διατάξει όπως τέτοια ανταπαίτηση εξαιρεθεί». Σε ότι αφορά τη Δ.21 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στην οποία επίσης στηρίζεται η παρούσα Αίτηση, σημειώνεται ότι παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει αποκλεισμό ή διαγραφή Ανταπαίτησης όταν ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι θα έπρεπε να εγερθεί άλλη αγωγή για τα ζητήματα που αφορά η Ανταπαίτηση. Παρά το ότι η Δ.21 Θ.10 δεν καθορίζει τα κριτήρια για αποκλεισμό μιας Ανταπαίτησης, αυτά πηγάζουν από τη νομολογία (βλ. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (SAL),
(1992)1 A.Α.Δ. 710 και Athina Learthergoods Ltd v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.α.,
(2001)1 Α.Α.Δ. 787, 804, Aristo Developers Ltd v. Ανδρέα Σπύρου,
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1379). Τα κριτήρια αυτά θα αναλυθούν στη συνέχεια. Ερχόμενος τώρα στα γεγονότα της υπόθεσης και τους λόγους ένστασης σε συνάρτηση με τις νομολογιακές αρχές που έχουν καθιερωθεί για τα ζητήματα που προβλήθηκαν, θα εξετάσω κατ' αρχήν τη θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε περαιτέρω εξέτασή της αφενός λόγω της καθυστέρησης στην καταχώρισή της και αφετέρου λόγω της οικειοθελούς υπαγωγής των Αιτητών στη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα αυτοί να μην μπορούν να αμφισβητούν την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης 3 υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας αίτησης. Σύμφωνα με τη νομολογία η αίτηση για διαγραφή πρέπει να γίνεται το συντομότερο δυνατό. Στην υπόθεση Νίκος Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon (S.A.L)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1338, τονίσθηκε πως τέτοιου είδους αιτήσεις πρέπει να καταχωρούνται ταχέως και κατά κανόνα προτού συμπληρωθεί η δικογραφία. Στην υπόθεση Κοινοπραξία Ασφαλιστών ν. G.N. Ellinas Imports - Exports Ltd,
(2005)1(B) A.A.Δ.1327 λέχθηκε ότι: «Η ουσία της απόφασης στην G.D.Magdon Ltd v. A.L.Metal Trading Ltd
(2001)1(Γ) A.A.Δ. 2064, είναι ότι ο εναγόμενος δεν έχει απεριόριστο δικαίωμα να ενεργεί κατά το δοκούν ενώ εκκρεμεί εναντίον του καταχωρηθείσα αγωγή. Η εξέταση έγερσης ζητήματος πιθανής ένστασης στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τη νομολογία, πρέπει να εξετάζεται άμεσα και κατά προτεραιότητα. Το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από τον εναγόμενο». Προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία ότι η υποχρέωση ενός διαδίκου να αποταθεί για παραμερισμό ή αναστολή του κλητηρίου (και κατά λογική αλληλουχία της Ανταπαίτησης) πρέπει να γίνεται πάντοτε με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Στην υπόθεση Πελετιέ ν. Atayah,
(1990)1 Α.Α.Δ. 535, η καταχώριση αίτησης διαγραφής μετά την πάροδο 6 μηνών κρίθηκε αδικαιολόγητη και συνεπώς μοιραία για την αίτηση. Προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης ότι οι αιτητές ενώ είχαν υποχρέωση να θέσουν αμέσως και κατά προτεραιότητα την οποιαδήποτε πιθανή τους ένσταση σε σχέση με την δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την Ανταπαίτηση, επέλεξαν κατά παράβαση και έξω από τα πλαίσια των εφαρμοστέων νομολογιακών αρχών να εγείρουν το ζήτημα αυτό όποτε οι ίδιοι έκριναν κατά βούληση και συγκεκριμένα 5 μήνες μετά την καταχώριση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Σημειώνεται ότι η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση καταχωρίστηκε στις 10.01.2020 και αφού προηγουμένως αποτάθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ζητώντας άλλες θεραπείες, ήτοι άδεια του Δικαστηρίου για παράταση της προθεσμίας καταχώρισης της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση για 45 ημέρες. Η εξήγηση που δίδεται από τους Αιτητές στην Ε/Δ Τουμαζή για τη μη καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης μετά τις 04.05.2020 (ημερομηνία κατά την οποία με Ανακοίνωση του ημερ. 30.04.2020 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε όπως επαναλειτουργήσουν όλα τα Πρωτοκολλητεία) δεν μπορεί να αποτελέσει επαρκή αιτιολογία για να δικαιολογήσει την παράλειψή τους αυτή. Ταυτόχρονα αξίζει να σημειωθεί ότι ενώ στις 04.05.2020 βρίσκονταν ήδη ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με σκοπό να καταχωρίσουν την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, εντούτοις δεν προχώρησαν αυθημερόν στην καταχώριση της παρούσας Αίτησης αλλά ανέμεναν πέραν του ενός μηνός για να το πράξουν, ήτοι στις 09.06.2020, προβάλλοντας κατά την αντίληψη μου ανεπαρκείς εξηγήσεις για να δικαιολογήσουν την παράλειψή τους αυτή. Η παρέλευση επομένως 5 μηνών από την ημερομηνία καταχώρισης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης για την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης κρίνω ότι είναι υπερβολικός χρόνος ακόμα και υπό τις συνθήκες της πανδημίας, αλλά κάτω από τα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας με αποτέλεσμα η Αίτηση να καθίσταται απορριπτέα και θα την απέρριπτα για αυτόν τον λόγο. Παρά τα πιο πάνω, προχωρώ στην εξέταση της αίτησης και επί της ουσίας της σε συνάρτηση ασφαλώς με τους λόγους ένστασης. Η υπαγωγή των Αιτητών στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ως ο λόγος ένστασης 2, είναι ένας άλλος παράγοντας ο οποίος θα πρέπει να εξεταστεί. Οι Αιτητές, σύμφωνα με την Καθ' ης η αίτηση, έχουν υπαχθεί μέσω της συμπεριφοράς τους στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων και δη του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και συνεπώς, κωλύονται (estopped) από του να προωθούν την υπό κρίση αίτηση. Ως προς το θεμελιώδες ζήτημα της υπαγωγής ενός διαδίκου στην δικαιοδοσία του εκδικάζοντος Δικαστηρίου στην υπόθεση Williams & Glyn's Bank plc v. Astro Dinamico Compania Naviera
(1984)1 W.L.R. 438 η Βουλή των Λόρδων ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «that a step in the proceedings only amounts to a submission when the defendant has taken some step which is only necessary or only useful if the objection to the jurisdiction has been waived». Περαιτέρω, στην υπόθεση Akai Pty Ltd v. People's Insurance Co Ltd, Queen's Bench Division (Commercial Court)
(1997)C.L.C. 1508 λέχθηκαν τα εξής: «the question for the court, in determining whether the steps taken by a party in an overseas court amount to a submission for the purposes of s.32 or s.33; is whether the step was only necessary or useful it the party was not objecting to the jurisdiction! A step that is not consistent with or relevant to the challenge to the jurisdiction or obtaining a stay will usually be a submission to that jurisdiction. The court must consider the matter objectively; it must have regard to the general framework of its own procedural rules, but also to trie domestic law of the court where the steps were taken. This is because the significance of those steps can only be understood by reference to that law. If a step taken by a person in a foreign jurisdiction, such as making a counterclaim, might well be regarded by English law as amounting to a submission to the jurisdiction, but would not be regarded by that foreign court as a submission to its jurisdiction, an English court will take into account the position under foreign law». Επομένως, συμφωνώντας με τη θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι, η καταχώριση τόσο της αίτησης για παράταση χρόνου καταχώρισης Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση ημερομηνίας 05.02.2020 (δυνάμει της οποίας εκδόθηκε σχετικό διάταγμα στις 18.02.2020) όσο και η καταχώριση της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση στις 04.05.2020 (παρά τα μέτρα που λήφθηκαν για την Πανδημία ως άνω), κρίνω ότι συνιστούν δικονομικά διαβήματα τα οποία δεν ήταν απαραίτητα για την προσβολή της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου για εκδίκαση της Ανταπαίτησης και συνεπώς μπορεί ξεκάθαρα να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι Αιτητές έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων και δη του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και άρα κωλύονται από το να προωθούν την παρούσα αίτηση. Οι λόγοι ένστασης 5-7, 9-10 αφορούν το ζήτημα της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων για την εκδίκαση της Ανταπαίτησης. Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια και δη το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας δεν κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την Ανταπαίτηση καθότι οι Ενάγοντες κατά το χρόνο καταχώρισης τόσο της παρούσας Αγωγής όσο και της Ανταπαίτησης κατοικούσαν στο Ηνωμένο Βασίλειο με συνέπεια η προώθηση της παρούσας Ανταπαίτησης ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας να παραβιάζει τις πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012 (ο Κανονισμός). Ο Κανονισμός αυτός εφαρμόζεται στην Κύπρο και υπερισχύει κάθε αντίθετης νομοθετικής ή κανονιστικής διάταξης του Κυπριακού Δικαίου περιλαμβανομένων και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (Ironhold Estates Ltd v. Travelworld Vacation Ltd,
(2010)1(A) A.A.Δ. 452). Σε σχέση με το ζήτημα της δικαιοδοσίας, τα σχετικά άρθρα του Κανονισμού είναι τα ακόλουθα: Άρθρο 4 1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους. Άρθρο 8 Ένα πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί επίσης να εναχθεί: 1) εφόσον υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας ενός εξ αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικαστούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων λόγω της χωριστής εκδίκασής τους· 2) αν πρόκειται για προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή ή άλλη προσεπίκληση, ενώπιον του δικαστηρίου της κύριας δίκης, εκτός αν μόνος σκοπός της ήταν να απομακρύνει τον εγγυητή ή τον προσεπικαλούμενο από το δικαστήριο που θα είχε διεθνή δικαιοδοσία στην περίπτωσή τους· 3) αν πρόκειται για ανταγωγή που απορρέει από την ίδια σύμβαση ή τα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η κύρια αγωγή, ενώπιον του δικαστηρίου όπου εκκρεμεί η αγωγή αυτή· 4) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, εάν η αγωγή μπορεί να συνδυασθεί με αγωγή κατά του ιδίου εναγομένου σε διαφορές που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτου, ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου. Σύμφωνα με τη νομολογία μας τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and another,
(1989)1 Α.Α.Δ. 729). Εν προκειμένω, ανεξαρτήτως του ότι οι Αιτητές κατοικούν στο Ηνωμένο Βασίλειο, τα Κυπριακά Δικαστήρια και δη το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας κέκτηται κατά την αντίληψη μου δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα Ανταπαίτηση δια τον λόγο ότι η Ανταπαίτηση πηγάζει από τα ίδια πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν την Αγωγή η οποία εκκρεμεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και η οποία καταχωρίστηκε από τους ίδιους τους Αιτητές εναντίον, μεταξύ άλλων, και της Καθ' ης η Αίτηση. Υπό το φως λοιπόν του άρθρου 8
(3)του Κανονισμού, επιτρέπεται η παρέκκλιση από τον κανόνα ότι κάθε πρόσωπο ενάγεται στο κράτος μέλος όπου διατηρεί την κατοικία του και δίδεται το δικαίωμα στην Καθ' ης η Αίτηση να καταχωρίσει την παρούσα Ανταπαίτηση ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων, τα οποία δεν μπορούν να αρνηθούν δικαιοδοσία για να την εκδικάσουν. Επιπρόσθετα, και για τον λόγο που αναφέρεται στην υπόθεση S.P.P. Projects Ltd v. Integral Equipment Sarl,
(1993)1 Α.Α.Δ. 762, ότι (σελ. 764): «Η διαταγή για την επίδοση κλητηρίου (ειδοποίησης) εντάλματος στο εξωτερικό επιμαρτυρεί την ύπαρξη των προϋποθέσεων που θέτει η Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας για την εκδίκαση αγωγής που στρέφεται εναντίον κάτοικου του εξωτερικού, οπόταν δικαιολογείται η επίδοση της στην αλλοδαπή. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας εκ μέρους του δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς. Η έκδοση διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό, υποδηλώνει ότι το δικαστήριο είναι αρμόδιο και έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος». Στην υπό κρίση περίπτωση, το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) εξέδωσε στις 30.06.2020 διάταγμα με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση των σχετικών με την παρούσα Ανταπαίτηση δικαστικών εγγράφων στους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους που βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας. Η έκδοση του εν λόγω διατάγματος αποδεικνύει επομένως ότι το παρόν Δικαστήριο έχει εκ πρώτης όψεως δικαιοδοσία να εκδικάσει την Ανταπαίτηση καθότι η Καθ' ης η αίτηση με την προσκομισθείσα μαρτυρία κατέδειξε ότι έχει προφανή καλή υπόθεση (apparent cause of action) εναντίον των προσώπων που διαμένουν εκτός δικαιοδοσίας και όχι απλά υποστηρικτική της υπόθεσης που έχει εναντίον των διαδίκων που βρίσκονται εντός καθώς και ότι οι αλλοδαποί εναγόμενοι είναι αναγκαίοι και κατάλληλοι διάδικοι. Περαιτέρω, η δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την παρούσα Ανταπαίτηση αντλείται και από το γεγονός ότι η Καθ' ης η αίτηση αξιώνει αποζημιώσεις εναντίον του Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου/Αιτητή 1 για, μεταξύ άλλων, παράβαση σύμβασης εργοδότησης. Όπως εμφαίνεται στην πρόνοια 16 της σύμβασης εργοδότησης, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμ. 1 στην Ε/Δ Στρόππου και η οποία υπογράφηκε μεταξύ της Καθ' ης η αίτηση και του Ενάγοντα/ Αιτητή 1, τα Κυπριακά Δικαστήρια έλκουν δικαιοδοσία για την εκδίκαση οποιασδήποτε διαφοράς προκύψει από ή σε σχέση με την εν λόγω σύμβαση. Συνεπώς, ο Αιτητής 1 κωλύεται από το να επικαλείται ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να εκδικάσουν την υπό εξέταση διαφορά. Σε ότι αφορά τη θέση των Αιτητών περί αναρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας να εκδικάσει την παρούσα Ανταπαίτηση κρίνω ότι οι Αιτητές εμποδίζονται από το να ισχυρίζονται ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται κατά τόπον δικαιοδοσίας για τους ακόλουθους λόγους: (α) Είναι οι ίδιοι οι Αιτητές που επέλεξαν να προωθήσουν την Αγωγή ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στη βάση απόλυτα συνυφασμένων γεγονότων με αυτών που πραγματεύεται η Ανταπαίτηση. (β) Η επιλογή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας για την καταχώριση της παρούσας Αγωγής δεν είναι καθόλου τυχαία καθότι το εγγεγραμμένο γραφείο της Καθ' ης η αίτηση βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας του εν λόγω Δικαστηρίου. (γ) Οι ίδιοι οι Αιτητές έκριναν ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας είναι καταλληλότερο από αυτό της Λεμεσού για την καταχώριση της Αγωγής, παρά το γεγονός ότι στην παράγραφο 28 της ΕΔ Τουμαζή ισχυρίζονται ότι η Καθ' ης η αίτηση διατηρούσε κατάστημα στη Λεμεσό και ότι όλες οι δραστηριότητές της ασκούνταν εντός της εν λόγω επαρχίας. (δ) Το παρόν Δικαστήριο κέκτηται τοπικής αρμοδιότητας να εκδικάσει την Ανταπαίτηση ως εκ του ότι, αποτελεί το forum εντός του οποίου επήλθαν τα αποτελέσματα των ζημιογόνων γεγονότων που έλαβαν χώρα σε βάρος των συμφερόντων της Καθ' ης η αίτηση από τους Εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους και τα οποία αναφέρονται στο σώμα της Ανταπαίτησης. Στην βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια και δη το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας έλκουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα Ανταπαίτηση. Οι Αιτητές από την άλλη δεν έχουν παρουσιάσει μαρτυρία με την οποία να υποστηρίζεται η θέση τους περί ύπαρξης άλλου προσφορότερου και καταλληλότερου forum για την εκδίκαση της παρούσας Ανταπαίτησης αλλά ούτε και παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία, η οποία να επιμαρτυρεί την ύπαρξη συνδετικού στοιχείου της επίδικης διαφοράς με οποιοδήποτε άλλο κράτος ή ακόμη και με τα Δικαστήρια της Αγγλίας. Οι Αιτητές ακόμα κωλύονται από το να αξιώνουν την αναστολή της Ανταπαίτησης καθότι έχουν λάβει τέτοια διαδικαστικά διαβήματα στην παρούσα διαδικασία όπως φαίνεται και στο φάκελο αφού καταχώρισαν αίτηση για παράταση χρόνου καταχώρισης Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση στις 05.02.2020 (δυνάμει της οποίας εκδόθηκε σχετικό διάταγμα στις 18.02.2020) και στις 04.05.2020 προχώρησαν στην καταχώριση της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, διαβήματα τα οποία δεν δικαιολογούν το αίτημά τους για αναστολή αλλά αντιθέτως το καθιστούν απορριπτέο. Σχετική προς τούτο το σημείο είναι η υπόθεση Vector Onega A.G. v. Του Πλοίου M/N Girvas κ. ά.,
(1999)1 Α.Α.Δ. 1, όπου κρίθηκε πως η εμφάνιση Αιτητών κατά την ημερομηνία της πρώτης εμφάνισης στην Αγωγή και η λήψη οδηγιών για καταχώριση Υπεράσπισης, η αποστολή επιστολής προς τους δικηγόρους των Εναγόντων με την οποία τους ζητούσαν να καταχωρίσουν την αναφορά τους, η εμφάνιση τους στο Δικαστήριο και η λήψη νέας προθεσμίας και οδηγιών για καταχώριση της Υπεράσπισής τους καθώς και η εμφάνιση τους στο Δικαστήριο για παράταση χρόνου, αποτελούσαν νέα βήματα στην Αγωγή και τους απέκλειαν από το να ζητούν αναστολή της διαδικασίας. Επιπρόσθετα, εμφάνιση ενώπιον δικαστού και αίτημα για άδεια για καταχώριση υπεράσπισης (Pitchers Ltd v. Plaza (Queensbury) Ltd [1940] 1 All E.R. 151) και εμφάνιση του εναγόμενου στην ακρόαση αίτησης για οδηγίες με βάση την οποία εκδίδεται διάταγμα για παράταση του χρόνου για καταχώριση έκθεσης υπεράσπισης (Ford's Hotel Co. Ltd v. Bartlett [1896] A.C. 1), θεωρήθηκαν ως νέα βήματα στην διαδικασία, τα οποία δεν δικαιολογούσαν την αναστολή της διαδικασίας. Επομένως, στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι ούτε το αίτημα των Αιτητών για αναστολή της εκδίκασης της Ανταπαίτησης βρίσκει οποιοδήποτε έρεισμα ούτε στα γεγονότα της υπόθεσης ούτε στη νομολογία με αποτέλεσμα να είναι καταδικασμένο σε απόρριψη. Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι η Ανταπαίτηση θα πρέπει να διαγραφεί καθότι είναι εντελώς άσχετη και/ή δεν έχει οποιαδήποτε σχέση ή σύνδεση με την απαίτηση με αποτέλεσμα τυχόν συνεκδίκαση τους να καθυστερήσει υπέρμετρα τη δίκαιη δίκη της αγωγής. Η Καθ' ης η αίτηση απορρίπτει τον εν λόγω ισχυρισμό στην ολότητά του ως αβάσιμο (Λόγοι ένστασης 1, 11 - 13, 15) όπου υποστηρίζεται η συνάφεια της αγωγής με την Ανταπαίτηση. Για να εξεταστεί το πιο πάνω αίτημα θα πρέπει να ανατρέξουμε στα γεγονότα της υπόθεσης και στα στοιχεία που συνθέτουν τόσο την Αγωγή όσο και την Ανταπαίτηση. Η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει αποκλεισμό ή διαγραφή μιας Ανταπαίτησης βασίζεται στη Δ.21,θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. πιο πάνω στη σελ. 5). Σύμφωνα με την ως άνω Διαταγή δίδεται ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει τον αποκλεισμό Aνταπαίτησης όταν ο ενάγων ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που γίνεται διάδικος με την Aνταπαίτηση ισχυρίζεται ότι θα έπρεπε να είχε εγερθεί άλλη ανεξάρτητη αγωγή και όχι να εξετασθεί το θέμα στα πλαίσια Aνταπαιτήσεως. Όπως αναφέρθηκε επίσης πιο πάνω παρά το γεγονός ότι η Δ.21 Θ.10 δεν καθορίζει τα κριτήρια για αποκλεισμό μιας Ανταπαίτησης αυτά πηγάζουν από τη νομολογία (βλ. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (SAL),
(1992)1 A.A.Δ. 710 και Athina Learthergoods Ltd v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.α.,
(2001)1 Α.Α.Δ. 787, 804), στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Καθώς έχει προαναφερθεί το θέμα διέπεται από το θ.10 της Δ.21. Ο τελευταίος έχει ερμηνευθεί στην Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1992)1 Α.Α.Δ 710, 714, στην οποία οι σχετικές αρχές έχουν επεξηγηθεί ως εξής: "
- Παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να αποκλείσει τη συνεκδίκαση της ανταπαίτησης με την αγωγή εφόσον τούτο κρίνεται πρέπον. 2.Η σχετική εξουσία του Δικαστηρίου είναι συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης η οποία συναρτάται άμεσα με την απρόσκοπτη κατά το δυνατό διεκπεραίωση της δίκης. 3.Η Αγγλική Νομολογία, ερμηνευτική των αντίστοιχων αγγλικών δικονομικών προνοιών στις οποίες η Δ.21,θ.10 είναι προσαρμοσμένη αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να αποκλείσει ανταπαίτηση οποτεδήποτε κρίνεται ότι συνεκδίκαση της με την αγωγή δεν είναι πρόσφορος (expedient) ή θα προκαλέσει δυσχέρεια (inconvenience) στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος.
- Ενδεχόμενο πρόκλησης σημαντικής καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής συνιστά δυσχέρεια που παρέχει έρεισμα για τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης. 5.Το κυριαρχικό στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου είναι το πρόσφορο της εκδίκασης της ανταπαίτησης συγχρόνως με την αγωγή και η πιθανότητα πρόκλησης δυσχέρειας στον ενάγοντα απ' αυτό το ενδεχόμενο"». Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το κατά πόσο είναι πρόσφορη η συνεκδίκαση Απαίτησης και Ανταπαίτησης η μεταξύ τους συνάφεια δεν αποτελεί προϋπόθεση αλλά έναν από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη. Η πολυπλοκότητα, η πρόκληση δυσχέρειας στην άλλη πλευρά και η τυχόν σημαντική ή υπέρμετρη καθυστέρηση που θα προκύψει από τη συνεκδίκαση είναι παράγοντες που επίσης λαμβάνονται υπόψη. Βέβαια, αξίζει να αναφερθεί ότι η αλληλεξάρτηση της Ανταπαίτησης με την αγωγή δεν συνθέτει προϋπόθεση για την έγερση της πρώτης διότι τούτη υπέχει θέση αυτοτελούς και ανεξάρτητης αγωγής (Amon v. Bobbett,
(1889)22 Q.B. 543, 548). Εξετάζοντας τους δικογραφημένους ισχυρισμούς στην Ανταπαίτηση, διαπιστώνεται ότι συντρέχει επαρκής συσχετισμός και συνάφεια μεταξύ αυτών με όσα προβάλλονται στην Αγωγή από μία και μόνο ανάγνωσή τους. Η συνάφεια μεταξύ της Αγωγής και της Ανταπαίτησης βασίζεται στο ότι και οι δύο πηγάζουν από το ίδιο πλέγμα γεγονότων, τα οποία συνθέτουν τα αγώγιμα δικαιώματα επί των οποίων εδράζεται τόσο η Αγωγή όσο και η Ανταπαίτηση. Πιο συγκεκριμένα, τα γεγονότα που προβάλλονται από την Καθ' ης η αίτηση αποδεικνύουν κατά την αντίληψη μου τη συνάφεια της Ανταπαίτησης με αυτά της Έκθεσης Απαιτήσεως. Μπορούν δε να συνοψιστούν αυτά στα ακόλουθα:
- Η Καθ' ης η Αίτηση δραστηριοποιείτο στον τομέα της πώλησης κοσμημάτων πολυτελείας στη Λεμεσό. Ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 1 ήταν Διευθυντής Επιχειρηματικής Ανάπτυξης στην Καθ' ης η αίτηση και ουσιαστικά ήταν επιφορτισμένος με τον έλεγχο του αποθέματος της Καθ' ης η αίτηση καθώς και τη διεκπεραίωση καθηκόντων διοικητικής φύσης. Ουσιαστικά, ο Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 1 ενεργούσε ως de facto διευθυντής της Καθ' ης η αίτηση. Ως εκ της θέσης του, είναι ο ισχυρισμός ότι σε συνομωσία και συνεννόηση με τους λοιπούς Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους υπεξαίρεσαν σωρεία περιουσιακών στοιχείων της Καθ' ης η αίτηση. Ειδικότερα, μετά από έλεγχο αποθέματος που διεξήχθη από την Καθ' ης η αίτηση καθώς και σχετική έρευνα από διεθνή ελεγκτικό οίκο είναι επίσης ο ισχυρισμός ότι διαπιστώθηκε: 1(α) Δύο πολυτελή κοσμήματα μεγάλης αξίας με κωδικό GP 18382 και GP12406 αντίστοιχα έλειπαν από το αποθεματικό της Καθ' ης η αίτηση. 1(β) Μεγάλος αριθμός κοσμημάτων είχαν πωληθεί από τον Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 1 σε πρόσωπα συνδεδεμένα με αυτόν και τα οποία δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να τα αποπληρώσουν. 1(γ) Ποσό ύψους πέραν των USD 20.000.000,000 σε σχέση με εμπορεύματα που πωλήθηκαν δεν κατατέθηκε ποτέ στους λογαριασμούς της Καθ' ης η αίτηση. 1(δ) Δαπανήθηκαν υπέρογκα ποσά από τους λογαριασμούς της Καθ' ης η αίτηση για την κάλυψη κατ' ισχυρισμό του πολυτελούς τρόπου ζωής του Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 1 και της Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης
- Η Καθ' ης η αίτηση με την Ανταπαίτηση αξιώνει, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις εναντίον των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενων για την αδικοπρακτική συμπεριφορά που έλαβε χώρα εναντίον των συμφερόντων της και για τη ζημιά που υπέστη στα συμφέροντα της. Ως εμφαίνεται από το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, οι Ενάγοντες αξιώνουν πληθώρα αναγνωριστικών αποφάσεων επιδιώκοντας ουσιαστικά όπως κηρυχθούν ως αναληθείς και ανυπόστατοι οι ισχυρισμοί της Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας περί υπεξαίρεσης χρημάτων και κατακράτησης αντικειμένων (όπως τα κοσμήματα με κωδικό GP 18382 και GP12406 αντίστοιχα) από τον Ενάγοντα 1 εις βάρος των συμφερόντων της. Επιπρόσθετα, οι Ενάγοντες αξιώνουν αποζημιώσεις εναντίον των Εναγόμενων στην Αγωγή για κατ' ισχυρισμό τους ζημιές που υπέστησαν εξαιτίας της κατ' ισχυρισμό τους συνωμοσίας εναντίον τους.
- Με την Αγωγή οι Ενάγοντες ζητούν την έκδοση αναγνωριστικής απόφασης ότι δεν υπεξαίρεσαν τα κοσμήματα με κωδικό GP 18382 και GP12406 αντίστοιχα, ενώ από την άλλη η Καθ' ης η αίτηση στις παραγράφους 60-62 της Ανταπαίτησής της ισχυρίζεται ότι τα δύο αυτά κοσμήματα έλειπαν από το αποθεματικό της και εντοπίστηκαν στην κατοχή του Ενάγοντα και Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 1, σε μια προσπάθεια να καταδείξει τις δόλιες αποξενώσεις που έγιναν από τους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους εις βάρος των περιουσιακών της στοιχείων, στο πλαίσιο της όλης συνομωσίας που εκτυλίχθηκε εναντίον της. Από την ανάγνωση των δικογράφων διαφαίνεται επαρκής συσχετισμός των εκατέρωθεν θέσεων και συνάφεια των επίδικων ζητημάτων με αποτέλεσμα όπως κρίνω η συνεκδίκαση της Αγωγής και της Ανταπαίτησης να είναι πρόσφορη και εύλογη υπό τις περιστάσεις. Όπως προκύπτει από τα κατατεθειμένα δικόγραφα σ' αμφότερες τις περιπτώσεις κεντρικός άξονας είναι οι Αιτητές και οι εταιρείες που αυτοί ελέγχουν είτε υπό την ιδιότητά τους ως διευθυντές είτε υπό την ιδιότητά τους ως τελικοί δικαιούχοι εταιρειών καθώς και πρόσωπα που σε συνομωσία με τους Αιτητές έδρασαν εις βάρος των συμφερόντων της Καθ' ης η αίτηση. Οι όποιοι ισχυρισμοί προβάλλονται στις παραγράφους 7-9 της Ε/Δ Τουμαζή περί διαφορετικής χρονικής περιόδου εντός της οποίας τα επίδικα γεγονότα έλαβαν χώρα, δεν στηρίζονται στα γεγονότα που η Καθ' ης η αίτηση επικαλείται με αναφορά σε έγγραφα/τεκμήρια τα οποία παρέμειναν αναμφισβήτητα και ως τέτοιοι επομένως απορρίπτονται. Επιπρόσθετα, η συνάφεια μεταξύ της Αγωγής και της Ανταπαίτησης προκύπτει και από το γεγονός ότι οι ίδιοι οι Αιτητές στο κείμενο της Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση παραπέμπουν στις παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησής τους και/ή της Απάντησης τους στην Υπεράσπιση. Ενδεικτικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα:
- Στην παράγραφο 46 της Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, οι Αιτητές αναφέρουν: «οι Ενάγοντες υιοθετούν και επαναλαμβάνουν τα σχετικά αναφερόμενα στην παράγραφο 12 της Απάντησης στην Υπεράσπιση ανωτέρω προς απάντηση».
- Στην παράγραφο 47 της Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, οι Αιτητές αναφέρουν: «ισχυρισμούς έχουν ήδη απαντήσει και επαναλαμβάνουν σχετικά τις παραγράφους 12, 15.3 και 19.2 της Απάντησης στην Υπεράσπιση ανωτέρω».
- Στην παράγραφο 58.1 της Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, οι Αιτητές αναφέρουν: «οι Ενάγοντες υιοθετούν και επαναλαμβάνουν τα σχετικά αναφερόμενα στην παράγραφο 15.3 της Απάντησης στην Υπεράσπιση ανωτέρω».
- Στην παράγραφο 58.2 της Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, οι Αιτητές αναφέρουν: «υιοθετούν και επαναλαμβάνουν την παράγραφο 36 της Έκθεσης Απαίτησης και τα σχετικά αναφερόμενα στην παράγραφο 22 της απάντησης στην Υπεράσπιση ανωτέρω».
- Στην παράγραφο 61 της Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, οι Αιτητές αναφέρουν: «υιοθετούν και επαναλαμβάνουν τις υπο παραγράφους 37.9 και 37.10 της απάντησης στην Υπεράσπιση ανωτέρω».
- Στην παράγραφο 62 της Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, οι Αιτητές αναφέρουν: «Σχετικά οι Ενάγοντες υιοθετούν και επαναλαμβάνουν τις παραγράφους 37.1-37.3 της απάντησης στην Υπεράσπιση ανωτέρω και την παράγραφο 48 της Έκθεσης Απαίτησης».
- Στην παράγραφο 63 της Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, οι Αιτητές αναφέρουν: «Αναφορικά με την παράγραφο 65.1 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση οι Ενάγοντες υιοθετούν και επαναλαμβάνουν τις παραγράφους 22, 23 και 27.6 ανωτέρω της απάντησης στην Υπεράσπιση. Όσον αφορά την παράγραφο 65.2 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση οι Ενάγοντες υιοθετούν και επαναλαμβάνουν την παράγραφο 37.11 ανωτέρω της απάντησης στην Υπεράσπιση. Όσον αφορά την παράγραφο 65.3 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση οι Ενάγοντες υιοθετούν και επαναλαμβάνουν το περιεχόμενο της παραγράφου 37.12 -37.14 ανωτέρω της απάντησης στην Υπεράσπιση. Όσον αφορά την παράγραφο 65.4 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση οι Ενάγοντες υιοθετούν και επαναλαμβάνουν σχετικά την παράγραφο 37.4 ανωτέρω». Επομένως, βρίσκω ότι οι Αιτητές δεν μπορούν να προωθούν την παρούσα Αίτηση ισχυριζόμενοι ότι τα γεγονότα της Ανταπαίτησης διαφέρουν από εκείνα της Αγωγής ενώ παράλληλα στο πλαίσιο της Υπεράσπισης τους στην Ανταπαίτηση παραπέμπουν σε συγκεκριμένες παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης και της Απάντησης στην Υπεράσπιση, με στόχο να απαντήσουν σε ισχυρισμούς που εγείρονται στο πλαίσιο της Ανταπαίτησης. Ως εκ των ανωτέρω, το γεγονός ότι η Αγωγή και η Ανταπαίτηση εδράζονται επί των ιδίων επίδικων θεμάτων και αφορούν κοινά νομικά και πραγματικά ζητήματα, επιβεβαιώνει, όπως κρίνω, ότι η συνεκδίκαση είναι προς όφελος της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Τυχόν χωριστή εκδίκαση της Αγωγής και της Ανταπαίτησης θα υπείχε τον κίνδυνο έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων στη βάση κοινού νομικού και πραγματικού υποβάθρου. Τουναντίον, η κοινή συνεκδίκαση θα οδηγήσει στην τελειωτική επίλυση όλων των διαφορών μεταξύ των διαδίκων και θα βοηθήσει στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου. Ούτε και όσα επικαλείται η κα Τουμαζή στην παρ. 30 της ένορκης δήλωσης της βοηθούν τους Αιτητές εφόσον οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι η εκδίκαση της Αγωγής θα καθυστερήσει ενόψει του ότι η διαδικασία της επίδοσης προς τους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους που βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας είναι χρονοβόρα και τούτο χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι η παρούσα Αγωγή έχει καταχωριστεί από το 2018 και η επίδοση προς τους Εναγόμενους 1 και 2 δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί ή ακόμη κι αν ήθελε φανεί ότι έχει ολοκληρωθεί, αυτό έχει γίνει μόλις πρόσφατα και ότι ακόμη εκκρεμεί η καταχώριση των δικογράφων εκ μέρους τους. Συνεπώς, η μη επίδοση των δικαστικών εγγράφων στους Εναγόμενους 1 και 2, για 3 και πλέον χρόνια από τη καταχώριση της Αγωγής και κατ' επέκταση η μη καταχώριση των δικογράφων εκ μέρους των Εναγόμενων 1 και 2 αποτελεί από μόνο του τροχοπέδη στην προώθηση της Αγωγής γενικότερα και ουδεμία ευθύνη φέρει η Καθ' ης η Αίτηση και η παρούσα Ανταπαίτηση για την εν λόγω καθυστέρηση που προκλήθηκε στην εκδίκαση της Αγωγής. Σε κάθε περίπτωση, η Αγωγή βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, ήτοι στο στάδιο των δικογράφων και συνεπώς, η ύπαρξη της Ανταπαίτησης ουδεμία καθυστέρηση θα προκαλέσει. Σε ότι αφορά την Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 8 να σημειωθεί ότι η επίδοση έχει ολοκληρωθεί με επιτυχία και έχει καταχωριστεί σχετικό σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία από τους δικηγόρους που εκπροσωπούν τους Αιτητές. Επομένως, κατά την αντίληψη μου οι Αιτητές κωλύονται από το να επικαλούνται την επίδοση στους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους ως πρόφαση για να παραμεριστεί η Ανταπαίτηση. Προωθείται δε η επίδοση στους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 6 και 7 ως ο ισχυρισμός της Καθ' ης η αίτηση με αποτέλεσμα οι όποιοι ισχυρισμοί περί καθυστέρησης λόγω ύπαρξης Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενων στο εξωτερικό να καθίστανται εκ των πραγμάτων άκυροι και άτοποι. Επομένως, καταλήγω ως προς το ζήτημα αυτό ότι η θέση των Αιτητών περί καθυστέρησης της εκδίκασης της Αγωγής στη βάση της ύπαρξης Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενων στην αλλοδαπή δεν έχει έρεισμα και απορρίπτεται. Στις παραγράφους 21 και 31 της Ε/Δ Τουμαζή, οι Αιτητές κάνουν αναφορά σε δικαστικές διαδικασίες οι οποίες εγέρθηκαν από την Καθ' ης η αίτηση και στη συνέχεια (και πριν την καταχώριση της παρούσας Ανταπαίτησης) έχουν αποσυρθεί θέλοντας, όπως το αντιλήφθηκα, να αποδώσουν με αυτόν τον τρόπο καταχρηστική συμπεριφορά στην Καθ' ης η αίτηση, η οποία κατά την άποψή τους είναι ικανή να οδηγήσει στον παραμερισμό της Ανταπαίτησης. Σχετικός είναι ο λόγος ένστασης
- Ως προς το ζήτημα της κατάχρησης διαδικασίας η νομολογία είναι ξεκάθαρη (βλ. Διευθυντής των Φυλακών v. Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η διαδικασία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα· μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου». Οι Αιτητές προς υποστήριξη αυτής της θέσης τους μέσω της Ε/Δ Τουμαζή κάνουν αναφορά στην αγωγή υπ' αριθμόν 2877/2018 (Τεκμ. 3Γ της Ε/Δ Τουμαζή) καθώς και στην αγωγή υπ' αριθμόν 1155/2019 (Τεκμ. 4 της Ε/Δ Τουμαζή), με στόχο να δείξουν ότι η παρούσα Ανταπαίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. Οι Αιτητές όμως στην προσπάθειά τους να προσδώσουν μια επιλήψιμη συμπεριφορά στην Καθ' ης η αίτηση κρίνω ότι απέτυχαν στο να παρουσιάσουν όλο το φάσμα των γεγονότων που έλαβε χώρα σε σχέση με τις ανωτέρω ρηθείσες αγωγές καθώς και μια ολοκληρωμένη εικόνα του τι ακριβώς συνέβη από την καταχώριση των εν λόγω αγωγών μέχρι και την καταχώριση της παρούσας Ανταπαίτησης. Ως προς τούτο σχετικά είναι όσα αναφέρονται στην παρ. 25 της ΕΔ Στρόππου με παραπομπή στα σχετικά έγγραφα/ τεκμήρια, τα οποία μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα:
- Στις 11.12.2018 καταχωρίστηκε η αγωγή υπ' αριθμόν 2877/2018 εναντίον του Ενάγοντα και Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου/Αιτητή
- Στη συνέχεια, περιήλθε στην αντίληψη της Καθ' ης η αίτηση ότι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος/Αιτητής 1 δεν έδρασε αποκλειστικά μόνος του αλλά σε συνέργεια και σε συνομωσία με τους Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους οι οποίοι μαζί εφάρμοσαν το δολοπλόκο σχέδιό τους για να προκαλέσουν ζημία στην Καθ' ης η αίτηση. Στη βάση της πληροφόρησης αυτής, η Καθ' ης η αίτηση αποφάσισε να προωθήσει νέα αγωγή εναντίον των αδικοπραγούντων που ήταν μέχρι τότε γνωστοί στην Καθ' ης η αίτηση για να διασφαλίσει τα συμφέροντα της.
- Υπό το φως των ανωτέρω, καταχωρίστηκε στις 07.06.2019 ειδοποίηση διακοπής της αγωγής υπ' αριθμόν 2877/2019 (Τεκμ. 3Δ της Ε/Δ Τουμαζή) και αυθημερόν, καταχωρίστηκε η αγωγή υπ' αριθμόν 1155/
- Η αγωγή υπ' αριθμόν 1155/2019 επιδόθηκε μόνον στους εκεί εναγόμενους 2 - 4 (που βρίσκονταν εντός της δικαιοδοσίας), ενώ για τους λοιπούς Εναγόμενους λήφθηκε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας (Τεκμ. 2 της Ε/Δ Στρόππου). Ωστόσο η Καθ' ης η αίτηση δεν προχώρησε με την επίδοση των εγγράφων στους Εναγόμενους εκτός δικαιοδοσίας.
- Παρά το γεγονός ότι οι Αιτητές είχαν προστεθεί ως Εναγόμενοι στην αγωγή υπ' αριθμόν 1155/2019, η εν λόγω αγωγή δεν τους επιδόθηκε ποτέ. Προκαλείται δε εύλογη απορία, πως οι Αιτητές γνωρίζουν για την ύπαρξη της εν λόγω αγωγής χωρίς να τους έχουν επιδοθεί τα σχετικά με αυτή δικαστικά έγγραφα; κάτι που οδηγεί συνειρμικά ότι η πληροφόρηση των Αιτητών για την ύπαρξη της αγωγής με αριθμό 1155/19 δόθηκε από κάποιοn από τους εναγόμενους στον οποίο είχε επιδοθεί η αγωγή ή και όλοι μαζί ενημέρωσαν τους Αιτητές. Η εν λόγω συνεννόηση δεν μπορεί να είναι άσχετη με τη θέση της Καθ' ης η αίτηση για την ύπαρξη συνεννόησης και κοινής δράσης μεταξύ των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενων και υποστηρίζει περαιτέρω την βασιμότητα της παρούσας Ανταπαίτησης.
- Στις 27.09.2019, οι εναγόμενοι 3 και 4 στην αγωγή υπ' αριθμόν 1155/2019 (Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 3 και 4 στην Ανταπαίτηση) καταχώρησαν αίτηση για απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησης, η οποία ήταν ορισμένη για πρώτη φορά στις 06.11.2019 (Τεκμ. 3 της Ε/Δ Στρόππου).
- Κατά την δικάσιμο ημερομηνίας 06.11.2019, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως η Έκθεση Απαίτησης καταχωριστεί μέχρι τις 22.01.2020 και ως εκ τούτου η αίτηση παρέμεινε για οδηγίες την ίδια μέρα.
- Στις 22.01.2020, ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη για οδηγίες η αίτηση των εναγόμενων 3 και 4 στην αγωγή υπ' αριθμόν 1155/2019, η Καθ' ης η αίτηση προχώρησε στην καταχώριση ειδοποίησης διακοπής (Τεκμ. 4 της Ε/Δ Στρόππου) στη βάση της Δ.15 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
- Ωστόσο, παρά την καταχώριση της ειδοποίησης διακοπής, το Δικαστήριο όρισε την αγωγή με αριθμό 1155/19 στις 6.02.2020 προκειμένου να δήλωνε τη θέση του ο εκεί Εναγόμενος 2 (Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 5 στην Ανταπαίτηση) σε σχέση με τα έξοδα του ως εκ του ότι είχε καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Κανένα δικονομικό διάβημα δεν είχε προωθηθεί στο πλαίσιο της εν λόγω αγωγής, η οποία διακόπηκε νομότυπα και απορρίφθηκε με δικαίωμα επανακαταχώρησης νέας αγωγής. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί των Αιτητών περί απόσυρσης της αγωγής υπ' αριθμόν 1155/2019 σχεδόν 1 μήνα μετά την καταχώριση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ως τέτοιοι αγνοούνται. Ως προς το ζήτημα της απόσυρσης και του νομότυπου αυτής, στην υπόθεση Παμπορίδης v. Κτηματικής Τράπεζας
(1995)1 Α.Α.Δ. 670 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ο Ενάγων μπορεί να αποφασίσει αν θα προωθήσει την αγωγή του ή αν θα την αποσύρει. Αυτό είναι δικό του προνόμιο και είναι ο κανόνας πως στο βαθμό που η απόσυρση της αγωγής διενεργείται για να οδηγηθεί η ορισμένη αντιδικία σε οριστικό τέλος, ούτε ο εναγόμενος έχει λόγο αλλά ούτε και το Δικαστήριο. Εκείνο που δεν δικαιούται να κάμει είναι να τερματίσει οποτεδήποτε θέλει τη διαδικασία διατηρώντας μονομερώς το δικαίωμα να επανέλθει στα ίδια. Οι περιορισμοί εν προκειμένω είναι σαφείς. Ο Ενάγων δικαιούται να διακόψει (discontinue) με γραπτή ειδοποίηση την αγωγή, δηλαδή να την τερματίσει με δικαίωμα καταχώρισης νέας, οποτεδήποτε πριν την παραλαβή της υπεράσπισης, ή μετά την παραλαβή της πριν προβεί σε οποιοδήποτε άλλο δικονομικό διάβημα (με επιφύλαξη ως προς οποιανδήποτε ενδιάμεση αίτηση). Από εκεί και πέρα ο ενάγων παύει να είναι dominus litis. Η διακοπή της αγωγής τελεί πλέον υπό την αίρεση της εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο. Η απόσυρση της αγωγής και η επακόλουθη απόρριψη της χωρίς τέτοια άδεια που εξ΄ ορισμού εμπεριέχει την αναγνώριση στον ενάγοντα δικαιώματος καταχώρισης νέας αγωγής, δημιουργεί δεδικασμένο βλ. Spencer Bower and Turner - The Doctrine of Res Judicata 2η έκδοση σελ. 36, παρ. 39». Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην υπόθεση Θεοδώρου v. Μάντη,
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1036, στην οποία έγινε επίσης παραπομπή στην υπόθεση Πατσαλίδη ν. Δίσπυρου,
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 17 ως εξής: «Η ίδια αρχή επιβεβαιώθηκε στην μεταγενέστερη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Πατσαλίδη ν. Δίσπυρου
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 17, στην οποία, αφού τονίστηκε ότι ο μόνος τρόπος να επανέλθει διάδικος και να θέσει προς εκδίκαση τα ίδια επίδικα θέματα μετά από την απόσυρση της αγωγής του, προσφέρεται με την τήρηση της διαδικασίας που προνοείται για διακοπή (discontinuance) στη Δ.15 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Περαιτέρω, ένα πρακτικό Δικαστηρίου, σύμφωνα με το οποίο η αγωγή ή αίτηση αποσύρεται και απορρίπτεται, με κανένα τρόπο δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως να είχε υποβληθεί ρητή αίτηση για διακοπή της διαδικασίας με βάση τις πρόνοιες της Δ.15.2 και ότι παρασχέθηκε άδεια από το Δικαστήριο για την απόσυρση ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια». Σύμφωνα με τα γεγονότα που αφορούν τις διαδικασίες, όπως εκτέθηκαν πιο πάνω, κρίνω ότι έχουν ακολουθηθεί όλες οι ενδεδειγμένες διαδικασίες που προτάσσουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας για απόσυρση τόσο της αγωγής υπ' αριθμόν 2877/2018 όσο και της αγωγής υπ' αριθμόν 1155/
- Συνεπώς, η τήρηση της διαδικασίας που προνοείται στη Δ.15 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δίδει το δικαίωμα στην Καθ' ης η αίτηση να επανέλθει με την καταχώριση της παρούσας Ανταπαίτησης στο πλαίσιο της παρούσας Αγωγής. Συνεπώς, σε καμία περίπτωση η καταχώριση των προηγούμενων αγωγών δεν πρέπει αλλά ούτε και μπορεί να αποτελέσει λόγο για την διαγραφή της Ανταπαίτησης. Στο πλαίσιο των εν λόγω αγωγών δεν υπήρξε οποιαδήποτε κρίση επί νομικού ή πραγματικού ζητήματος και συνεπώς, η επίκληση τους δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει οποιοδήποτε κώλυμα για την προώθηση της παρούσης Ανταπαίτησης. Επιπρόσθετα, οι εν λόγω αγωγές είχαν διακοπεί χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου αφού δεν είχε καταχωριστεί από οποιονδήποτε εκ των (εκεί) εναγόμενων υπεράσπιση με αποτέλεσμα και οι δύο αγωγές να διακοπούν με επιφύλαξη δικαιωμάτων και εν απουσία οποιουδήποτε περιορισμού από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για την προώθηση νέων δικονομικών διαβημάτων από την Καθ' ης η αίτηση, οι όποιες αναφορές στις εν λόγω προγενέστερες αγωγές είναι κατά την αντίληψη μου άτοπες. Υπό το φως των πιο πάνω, διαφαίνεται ξεκάθαρα ο λόγος προώθησης της παρούσας Ανταπαίτησης στο πλαίσιο της Αγωγής. Υπάρχει συνάφεια των επίδικων θεμάτων και του πραγματικού υποβάθρου επί του οποίου άπτονται και οι δύο. Τυχόν χωριστή εκδίκαση των δύο θα υπείχε και υπέχει τον κίνδυνο έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων. Η συνεκδίκαση είναι πρόσφορη, εύλογη και προς όφελος της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, εφόσον τα επίδικα θέματα θα αποφασιστούν από ένα Δικαστήριο, γεγονός το οποίο θα έχει ως αποτέλεσμα να δικαστούν όλες οι επιμέρους διαφορές των μερών τελειωτικά και ολοκληρωτικά. Επίσης, η συνεκδίκαση κρίνω ότι θα συνδράμει στην εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και εξόδων. Είναι η θέση των Αιτητών ότι οι παράγραφοι 25, 26, 38, 39, 40, 41.1-41.4, 60-62 και 64 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης θα πρέπει να διαγραφούν ως ενοχλητικές και/ή επιπόλαιες και/ή αχρείαστες και/ή επουσιώδεις και/ή άσχετες και/ή κακόπιστες και/ή καταπιεστικές και/ή σκανδαλώδεις και/ή κακόβουλες και/ή ανυπόστατες. Ως προς αυτά η Καθ' ης η αίτηση προτάσσει τους λόγους ένστασης 4 και 16-
- Σε ότι αφορά τη διαγραφή μέρους δικογράφου, η Δ.19,θ.26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. πιο πάνω στη σελ. 4), προβλέπει ότι το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή οποιουδήποτε θέματος σε οπισθογράφηση ή δικόγραφο το οποίο είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο ενδέχεται να τείνει να επηρεάσει, ενοχλήσει ή καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Είναι δε καθαρό από τη φρασεολογία της εν λόγω Διάταξης ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαγραφή μέρους των δικογράφων και όχι ολόκληρης της αγωγής. Σύμφωνα δε με τη νομολογία μας, εφόσον η διαγραφή των δικογράφων ή μέρος αυτών αποτελεί δραστικό μέτρο πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή και σύνεση και μόνο σε πολύ ξεκάθαρες περιπτώσεις. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Bullen & Leake, Precedent of Pleadings, 12η έκδοση σελ.144, σκανδαλώδη ζητήματα σε οποιοδήποτε δικόγραφο μπορούν να διαγραφούν ή να τροποποιηθούν με διαταγή του Δικαστηρίου. Ισχυρισμοί σε ένα δικόγραφο θεωρούνται σκανδαλώδεις αν εκθέτουν ζητήματα που είναι προσβλητικά (offensive) ή απρεπή (indecent) ή που σκοπό και μόνο έχουν να επηρεάσουν δυσμενώς τον αντίδικο. Επίσης, αχρείαστοι (unnecessary) ή επουσιώδεις (immaterial) ισχυρισμοί θα διαγραφούν ως σκανδαλώδεις αν θίγουν τον αντίδικο ή αποδίδουν σε αυτόν ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κατηγορία για αθέμιτη διαγωγή ή συμπεριφορά (misconduct) ή κακή πίστη. Επίσης, σχετικό με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί "ως προκαλών αμηχανία" (embarrassing), είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen & Leake "Precedents of Pleadings" 12η έκδοση, σελ. 147: «Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations». Σε μετάφραση: «Συναφώς ένα δικόγραφο είναι προσβλητικό εάν είναι διφορούμενο ή ακατανόητο ή περιέχει άσχετα ζητήματα και τοιουτοτρόπως εγείρει άσχετα ζητήματα τα οποία δυνατόν να προκαλούν έξοδα, ανωμαλία και καθυστέρηση και ως εκ τούτου τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς τη δίκαιη δίκη της αγωγής και ως εκ τούτου είναι δικόγραφο το οποίο περιέχει μη αναγκαίους ή άσχετους ισχυρισμούς». Από το πιο πάνω σύγγραμμα προκύπτει ότι η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου έχει σκοπό να παρεμποδίζει την τάση όπως τα δικόγραφα να αποφεύγουν να εκθέτουν (evasive) ή να αποκρύβουν τα αληθινά αμφισβητούμενα ζητήματα μεταξύ των διαδίκων και να εξασφαλίζει σε σχέση με τα δικόγραφα την διεξαγωγή της δίκης με δίκαιους όρους μεταξύ των διαδίκων προς εξασφάλιση μιας απόφασης η οποία αποτελεί το νόμιμο αντικείμενο της αγωγής. Σύμφωνα με τα πιο πάνω, προκύπτει πως ένα δικόγραφο προκαλεί αμηχανία όταν είναι ασαφές ή μη καταληπτό ή όταν εκθέτει άσχετο υλικό και με τον τρόπο αυτό εγείρει άσχετα θέματα τα οποία δυνατόν να προκαλέσουν έξοδα και καθυστέρηση και κατ' επέκταση, θα επηρεάσουν δυσμενώς τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Ένα δικόγραφο θεωρείται ακόμα ότι προκαλεί αμηχανία όταν περιέχει αχρείαστους ή άσχετους ισχυρισμούς. Επίσης, μια απαίτηση ή υπεράσπιση της οποίας ο διάδικος δεν νομιμοποιείται να κάνει χρήση, θεωρείται ότι προκαλεί αμηχανία. Στην βάση των ανωτέρω προκύπτει πως όταν το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο συγκεκριμένα αποσπάσματα σε ένα δικόγραφο είναι σκανδαλώδη, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την φύση της υπόθεσης και αν κατά πόσο αυτά είναι σχετικά με τα επίδικα ζητήματα. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην εξέταση της αλήθειας τους. Στην υπό κρίση περίπτωση, είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να χορηγήσει την αιτούμενη θεραπεία για διαγραφή των παραγράφων 25, 26, 38, 39, 40, 41.-41.4, 60-62 και 64 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης καθότι από το περιεχόμενο της Ε/Δ Τουμαζή προκύπτει ότι οι Αιτητές επικαλούνται εντελώς γενικά και αόριστα ότι το περιεχόμενο των εν λόγω παραγράφων είναι δήθεν αχρείαστο, ενοχλητικό, επιπόλαιο, σκανδαλώδες και κακόπιστο χωρίς να εξειδικεύουν με οποιοδήποτε τρόπο αυτούς τους ισχυρισμούς και πως η αιτούμενη διαγραφή δικαιολογείται εν προκειμένω. Έχω διεξέλθει το περιεχόμενο των πιο πάνω παραγράφων. Κρίνω ότι πράγματι οι παράγραφοι αυτοί, συμφωνώντας με την Καθ' ης η αίτηση, καταγράφουν ουσιαστικά ουσιώδη και σημαντικά γεγονότα άμεσα συνυφασμένα με τα επίδικα θέματα της Ανταπαίτησης και της Αγωγής και απαραίτητα για τη στοιχειοθέτηση της υπόθεσης αλλά και της υπεράσπισής της και την προσκόμιση εκ μέρους της μαρτυρίας στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας προς απόδειξη αυτών των γεγονότων με αποτέλεσμα να μην δικαιολογείται σε καμία περίπτωση το αίτημα των Αιτητών για διαγραφή τους. Περαιτέρω, η Καθ' ης η αίτηση υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί των Αιτητών περί σκανδαλώδους ή ενοχλητικού χαρακτήρα των εν λόγω παραγράφων είναι ανυπόστατοι, αβάσιμοι και αναληθείς και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν από το Δικαστήριο. Συμφωνώ με αυτά εφόσον από το γεγονός ότι η πλειονότητα των παραγράφων των οποίων ζητείται η διαγραφή εμπεριέχει τις υπερασπιστικές θέσεις της Καθ' ης η αίτηση σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται από τους Αιτητές στην Έκθεση Απαίτησής τους, και οι οποίοι δεν έχουν διαγραφεί κατόπιν αιτήσεως με ημερ. 17.01.2020 της Καθ' ης η αίτηση και έκδοσης σχετικής ενδιάμεσης απόφασης από το Δικαστήριο. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για διαγραφή των σχετικών παραγράφων θα ισοδυναμούσε με αδικαιολόγητη αποστέρηση του δικαιώματος της Καθ' ης η αίτηση να προβάλει στο Δικαστήριο τις θέσεις της προς υποστήριξη της Υπεράσπισής της αλλά και της αξίωσης της εναντίον των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενων. Ως παράδειγμα μπορούν να αναφερθούν τα ακόλουθα:
- Οι παράγραφοι 25 και 26 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, των οποίων ζητείται η διαγραφή, αντιστοιχούν στην παράγραφο 24 της Έκθεσης Απαίτησης, της οποίας η διαγραφή έχει αποτύχει καθότι κρίθηκε ότι εμπεριέχει αναγκαίους ισχυρισμούς για να διαφανούν τα γεγονότα που συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα.
- Οι παράγραφοι 38 και 39 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, των οποίων ζητείται η διαγραφή, αντιστοιχούν στην παράγραφο 36 της Έκθεσης Απαίτησης, της οποίας η διαγραφή έχει αποτύχει καθότι κρίθηκε ότι εμπεριέχει αναγκαίους ισχυρισμούς για να διαφανούν τα γεγονότα που συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα.
- Η παράγραφος 40 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, της οποίας ζητείται η διαγραφή, αντιστοιχούν στην παράγραφο 37 της Έκθεσης Απαίτησης, της οποίας η διαγραφή έχει αποτύχει καθότι κρίθηκε ότι εμπεριέχει αναγκαίους ισχυρισμούς για να διαφανούν τα γεγονότα που συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα.
- Οι παράγραφοι 41.1 - 41.4 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, των οποίων ζητείται η διαγραφή, αντιστοιχούν στις παραγράφους 55-57 της Έκθεσης Απαίτησης, των οποίων η διαγραφή έχει αποτύχει καθότι κρίθηκε ότι εμπεριέχει αναγκαίους ισχυρισμούς για να διαφανούν τα γεγονότα που συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα. Σε σχέση με το περιεχόμενο κάθε μιας παραγράφου της οποίας που ζητείται η διαγραφή, μπορούν να ειπωθούν τα ακόλουθα: Με τις παραγράφους 24, 25 και 26 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης η Καθ' ης η αίτηση προβάλλει τις θέσεις της, απαντά και αντικρούει τους ισχυρισμούς των Αιτητών (ως αυτοί περιέχονται στην παράγραφο 24 της Έκθεσης Απαίτησης) περί προώθησης κακόβουλης και ανυπόστατης ποινικής καταγγελίας στην Κυπριακή Αστυνομία από την Καθ' ης η αίτηση σε σχέση με το πρόσωπο του Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου/Αιτητή
- Οι παράγραφοι 25 και 26, των οποίων οι Αιτητές αιτούνται την διαγραφή αποτελούν συνέχεια της παραγράφου 24 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και συνεπώς, τυχόν διαγραφή τους συμφωνώ με την Καθ' ης η αίτηση ότι θα προκαλέσει κενά στο περιεχόμενο του δικογράφου. Στην παράγραφο 25 η Καθ' ης η αίτηση υπερασπίζεται τη θέση της ότι η Κυπριακή Αστυνομία δεν προέβη σε εύρημα ότι η ποινική καταγγελία ήταν ανυπόστατη και κακόβουλη επί συγκεκριμένων γεγονότων, ενώ στην παράγραφο 26 η Καθ' ης η αίτηση αναφέρεται στα γεγονότα που αφορούν την έκδοση του εντάλματος σύλληψης εναντίον του Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου/Αιτητή 1 προς διασαφήνιση των παραπλανητικών θέσεων που παρατίθενται στο περιεχόμενο της παραγράφου 24 της Έκθεσης Απαίτησης. Συνεπώς το περιεχόμενο και των δύο παραγράφων κρίνω ότι είναι απόλυτα σχετικό με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαιτήσεως και ως εκ τούτου, δεν είναι δίκαιο να διαγραφεί. Με το περιεχόμενο των παραγράφων 38 και 39 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, η Καθ' ης η αίτηση απαντά στους ισχυρισμούς των Αιτητών που προβάλλονται στην παράγραφο 36 της Έκθεσης Απαίτησης ότι το περιδέραιο με λευκό διαμάντι με κωδικό XXXXX82 και τα λευκόχρυσα σκουλαρίκια με αριθμό αναφοράς GE 12406 βρίσκονταν νόμιμα στην κατοχή τους και ότι τα εν λόγω κοσμήματα δεν αποτελούσαν ιδιοκτησία της Καθ' ης η αίτηση. Σύμφωνα δε με την παρ. 27 της Ε/Δ Στρόππου η Καθ' ης η αίτηση επιθυμεί να αναφέρει ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμούσε η αίτηση για επιστροφή των κοσμημάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 60(α) της Ανταπαίτησης, στην απόφασή του ημερομηνίας 16.03.2020 διέταξε την επιστροφή του κοσμήματος με κωδικό XXXXX82 στην Καθ' ης η αίτηση η οποία κρίθηκε ως η νόμιμη δικαιούχος ενώ δεν κατέληξε σε εύρημα ότι το κόσμημα με κωδικό XXXXX06 δεν ανήκει στην Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα. Το Δικαστήριο απλώς αποφάνθηκε ότι η εξακρίβωση της κυριότητας του κοσμήματος με κωδικό GE12406 θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο απόφασης άλλου αρμοδίου Δικαστηρίου. Ως προς τούτο, οι Αιτητές καταχώρησαν την αγωγή υπ' αριθμόν 727/2020 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με την οποία αξιώνουν την κυριότητα του εν λόγω κοσμήματος. Στην παράγραφο 38 η Καθ' ης η αίτηση προβάλει τη θέση της σε σχέση με το μη νόμιμο της κατακράτησης της κατοχής των κοσμημάτων από τον Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο/Αιτητή 1 μετά τις επανειλημμένες οχλήσεις της για επιστροφή τους και απαντά και αναλύει τη θέση της ότι τα εν λόγω κοσμήματα ανήκαν στην ίδια. Στην παράγραφο 39 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης η Καθ' ης η αίτηση προβάλλει τη θέση της ότι η ποινική καταγγελία δεν έγινε κακόβουλα. Οι εν λόγω παράγραφοι συνδέονται και απαντούν στις θέσεις των Αιτητών και συνεπώς κρίνω ότι δεν είναι δίκαιο να διαγραφούν αφού θα αποστερηθεί η Καθ' ης η αίτηση της δυνατότητας να προβάλει την Υπεράσπισή της και να παρουσιάσει την υπόθεσή της σε σχέση με αυτούς τους ισχυρισμούς της. Με το περιεχόμενο 40 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης η Καθ' ης η αίτηση απαντά στους ισχυρισμούς των Αιτητών, ως αυτοί προβάλλονται στο περιεχόμενο της παραγράφου 37 της Έκθεσης Απαίτησης σε σχέση με τα ευρήματα του Γενικού Εισαγγελέα για την ποινική καταγγελία που είχε η Καθ' ης η αίτηση και τους ισχυρισμούς τους περί δήθεν εκπροσώπησης της Equix Dubai χωρίς την συγκατάθεση της τελευταίας και περί αλλότριων σκοπών. Η Καθ' ης η αίτηση απαντά στις εν λόγω θέσεις και συνεπώς, κατά την αντίληψη μου, δεν μπορεί η εν λόγω παράγραφος να θεωρηθεί ως άσχετη, όπως διατείνονται οι Αιτητές στην Ε/Δ Τουμαζή. Με την παράγραφο 41 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης η Καθ' ης η αίτηση απαντά στους ισχυρισμούς των Αιτητών που προβάλλονται στις παραγράφους 38, 39 και 40 της Έκθεσης Απαίτησης. Με τις παραγράφους 41.1 έως 41.4 των οποίων οι Αιτητές αιτούνται τη διαγραφή, η Καθ' ης η αίτηση διευκρινίζει τα γεγονότα του Ιουνίου του 2017 που αφορούν την διαπίστωση της σε σχέση με την απομάκρυνση των εμπορευμάτων της αξίας €50.000.000,00 σε θυρίδα ασφαλείας της Τράπεζας Κύπρου και την άσκηση πίεσης προς τον τότε διοικητικό σύμβουλο της Καθ' ης η αίτηση (Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 5) για υπογραφή διαφόρων εγγράφων προς νομιμοποίηση της αποξένωσης των περιουσιακών της στοιχείων. Οι Αιτητές κάνουν αναφορά στην απόφαση που εκδόθηκε από το Αγγλικό Δικαστήριο στην αγωγή που εκκρεμούσε μεταξύ του Ενάγοντα/Αιτητή 1 και του Εναγόμενου 1 στην Αγωγή καθώς και στην μαρτυρία που δόθηκε στο πλαίσιο των εν λόγω διαδικασιών, με σκοπό να στοιχειοθετήσουν την διαγραφή της εν λόγω παραγράφου. Η απόφαση όμως του Αγγλικού Δικαστηρίου καθώς και τα όσα διαμείφθηκαν κατά την διάρκεια της αγγλικής ακροαματικής διαδικασίας δεν λαμβάνονται υπ' όψη καθότι η ίδια η Καθ' ης η αίτηση σύμφωνα με τον ισχυρισμό της Καθ' ης η αίτηση, ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε, δεν αποτελούσε διάδικο μέρος στις εν λόγω διαδικασίες εφόσον η ανταπαίτηση που εγέρθηκε εναντίον της αποσύρθηκε, με αποτέλεσμα η εκδοθείσα απόφαση να μην είναι δεσμευτική για αυτή. Οι εν λόγω παράγραφοι επομένως στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι είναι απόλυτα σχετικές και τυχόν διαγραφή τους θα επηρεάσει το δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση να υπερασπίσει τον εαυτό της και να παρουσιάσει την υπόθεση της με τον τρόπο που κρίνει καταλληλότερο. Με τις παραγράφους 60 μέχρι 62 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης η Καθ' ης η αίτηση αναλύει τα γεγονότα που αιτιολογούν την αξίωση της και τις θέσεις της αναφορικά με την ύπαρξη και προώθηση ενός δόλιου και συνωμοτικού σχεδίου από τον Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο/Αιτητή 1 εναντίον των συμφερόντων της. Οι εν λόγω παράγραφοι σχετίζονται με το περιεχόμενο των παραγράφων 24, 25, 26, 38 και 39 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και με τις αντίστοιχες παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης. Συνεπώς κρίνω ότι, είναι απόλυτα σχετικές με τα επίδικα θέματα της Αγωγής και της Ανταπαίτησης και σε κάθε περίπτωση, οι εν λόγω παράγραφοι μαζί με το λοιπό περιεχόμενο του δικογράφου διευκολύνουν τους Αιτητές να αντιληφθούν πού εδράζεται επ' ακριβώς το αγώγιμο δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση. Το δε περιεχόμενο της παραγράφου 64 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης συνδέεται με το περιεχόμενο των παραγράφων 41.1 έως 41.4 και τις αντίστοιχες παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης. Επομένως, στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος διαγραφής. Το περιεχόμενο των παραγράφων των οποίων ζητείται η διαγραφή κρίνω ότι είναι σύμφωνο με τις νομοθετικές και νομολογιακές αρχές που διέπουν τη σύνταξη των δικογράφων και είναι αναγκαίο για τους σκοπούς διαμόρφωσης ολοκληρωμένης της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Περαιτέρω, η βασιμότητα των εν λόγω ισχυρισμών θα εξεταστεί κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας και το παρόν στάδιο δεν είναι το κατάλληλο για να καλείται το Δικαστήριο να προβεί σε οποιοδήποτε εύρημα σε σχέση με το υποστατό του περιεχομένου των εν λόγω παραγράφων. Κρίνω, έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, ότι με την αιτούμενη διαγραφή οι Αιτητές επιδιώκουν ουσιαστικά να αποτρέψουν την Καθ' ης η αίτηση να προωθήσει την αξίωση που έχει εναντίον τους και να την εμποδίσουν να παρουσιάσει με ολοκληρωμένο τρόπο την υπόθεσή της κάτι που δεν πρέπει να επιτραπεί από το Δικαστήριο. Στους λόγους ένστασης 14 και 21 - 23 προβάλλεται η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι η παρούσα Αίτηση προωθείται καταχρηστικά από τους Αιτητές οι οποίοι έχουν ως απώτερο σκοπό την πρόκληση ταλαιπωρίας στην Καθ' ης η αίτηση και την παρεμπόδισή της από την απρόσκοπτη και χωρίς καθυστέρηση προώθηση της Ανταπαίτησής της. Δεν θα με απασχολήσουν αυτοί ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου. Σημειώνω ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι οι Αιτητές θα υποστούν οποιανδήποτε ζημιά στα συμφέροντα τους από τη συνεκδίκαση της Αγωγής και της Ανταπαίτησης και τα όσα επικαλούνται κρίνω ότι δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο από ατεκμηρίωτους και γενικούς ισχυρισμούς. Από μια απλή ανάγνωση του περιεχομένου της Ε/Δ Τουμαζή προκύπτει ότι οι Αιτητές δεν εξειδικεύουν ποια είναι η συγκεκριμένη ζημιά που θα υποστούν από την συνεκδίκαση και ούτε προβάλλουν ότι η συνεκδίκαση δεν είναι προς όφελος της απονομής της δικαιοσύνης. Επιπρόσθετα, η επιτυχία της υπό κρίση Αίτησης κρίνω ότι θα αποστερούσε αφενός το δικαίωμα της η Καθ' ης η Αίτηση να προβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου τους ισχυρισμούς και τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την Ανταπαίτησή της εναντίον των Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενων και αφετέρου να προωθήσει την Ανταπαίτησή της για τις ζημιές που έχει υποστεί συνεπεία της ισχυριζόμενης ασφαλώς αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των Αιτητών και των λοιπών Εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας/Καθ' ης η αίτηση και εναντίον των Εξ Ανταπαιτήσεως εναγόμενων 1 και 2/ Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο