Ευαγγέλου υπό την ιδιότητά της ως Διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Χριστοδούλου κ.α. ν. Φώτη, Αρ. Αγωγής: 1140/2021, 16/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A194 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1140/2021 Μεταξύ:
- XXXXX Ευαγγέλου υπό την ιδιότητά της ως Διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Χριστοδούλου
- XXXXX Ευαγγέλου υπό την ιδιότητά τους ως Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Χριστοδούλου Εναγόντων -και- XXXXX XXXXX Φώτη Εναγόμενης Ημερομηνία: 16 Δεκεμβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: Δρ Ανδρέας Π. Ποιητής για Δρ Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση: κ. Αντ. Παπαλλής για Αντώνης Α. Παπαλλής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος) Οι Ενάγοντες/ Αιτητές («οι Αιτητές») αποτάθηκαν μονομερώς και εξασφάλισαν προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν στην Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση («η Καθ' ης η αίτηση») από του να μεταβιβάσει ή πωλήσει ή αποξενώσει ή δεσμεύσει ή διαθέσει ή άλλως πως επιβαρύνει κτήμα επί του οποίου έχει ανεγερθεί μια οικία στην Αραδίππου Λάρνακας χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος. H Καθ' ης η αίτηση και ο αποβιώσας υπήρξαν σύζυγοι και η οικία ήταν κοινό περιουσιακό τους στοιχείο. Το διάταγμα ορίστηκε προς αναθεώρηση και η Καθ' ης η αίτηση εμφανίστηκε διά των δικηγόρων της και ζητήθηκε χρόνος για καταχώριση ένστασης στη συνέχιση ισχύος του διατάγματος όπως και έγινε στη συνέχεια. Η απόφαση αυτή επομένως έχει ως αντικείμενο είτε την οριστικοποίηση του προσωρινά εκδοθέντος διατάγματος είτε την ακύρωση του. Το προσωρινό διάταγμα είχε εξασφαλιστεί στη βάση ένορκης δήλωσης του Αιτητή 2 και κατ' εξουσιοδότηση της Αιτήτριας 1, οι οποίοι ενεργούν ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος πρώην συζύγου της Καθ' ης η αίτηση δυνάμει Δικαστικού Διατάγματος με ημερ. 26.02.2021 (Τεκμ. 1 στην αίτηση). Σύμφωνα με αναμφισβήτητα γεγονότα ο αποβιώσας και η Καθ' ης η αίτησης υπήρξαν σύζυγοι για πέντε χρόνια ήτοι από το 2012 μέχρι το
- Κατά τον χρόνο του διαζυγίου τους είχαν ως κοινό περιουσιακό στοιχείο την οικία τους η οποία είναι το αντικείμενο της παρούσας. Στις 29.11.2016 είχαν υπογράψει συμφωνητικό έγγραφο (τεκμ.2 στην αίτηση), το οποίο αποσκοπούσε στην επίλυση των περιουσιακών τους διαφορών. Το έγγραφο αυτό προνοούσε ότι η οικία ανήκε σε ποσοστό 65% στην Καθ' ης η αίτηση και σε ποσοστό 35% στον αποβιώσαντα. Σύμφωνα με όρο της συμφωνίας το καθαρό τίμημα πώλησης της, όπως θα πρόκυπτε, θα διαμοιραζόταν κατά τα ως άνω ποσοστά στον καθένας τους μετά την εξόφληση του δανείου το οποίο εξασφαλιζόταν με υποθήκη που είχε εκτελεστεί και με την οποία επιβαρυνόταν η οικία ή/και λοιπών πιστωτών, όπως επίσης και την πληρωμή οποιωνδήποτε άλλων κοινών εξόδων. Η οικία που ανεγέρθηκε σε ιδιόκτητο οικόπεδο της Καθ' ης η αίτηση (Τεκμ. 4 στην αίτηση) βρίσκεται στην κατοχή της Καθ' ης η αίτηση η οποία σύμφωνα με δικό της ισχυρισμό την ενοικίαζε μέχρι πρόσφατα (το ενοικιαστήριο έγγραφο που έχει συναφθεί την 30.11.2020 (Τεκμ. Γ στην ένσταση) έληγε την 30.11.
- Σημειώνεται ότι στον όρο 2 της Συμφωνίας (Τεκμ. 3 στην αίτηση) προνοείται και ανανέωση της ενοικίασης. Για περαιτέρω εξασφάλιση, ο αποβιώσας εκχώρησε προς την Τράπεζα τα δικαιώματά του που απέρρεαν από ασφαλιστήριο που είχε συνάψει με την εταιρεία Hellenic Life, συμπεριλαμβανομένου του ασφαλίσματος το οποίο θα ήταν δυνατό να πληρωθεί λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου. Κατά το χρόνο του θανάτου του, ο αποβιώσας είχε ασφαλιστική κάλυψη προς όφελος της τράπεζας που ήταν πιστωτής του ζεύγους και ενυπόθηκος δανειστής για το ποσό των €240.000,00.- πλέον τόκους. Με το θάνατο του αποβιώσαντος, το ασφάλισμα το οποίο είχε συμφωνηθεί με το ασφαλιστήριο κατέστη πληρωτέο προς την τράπεζα και η τράπεζα εισέπραξε το ποσό των €206.838,51σ. (Τεκμ. 5 στην αίτηση). Είναι ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι η εναγόμενη ωφελήθηκε κατά το 65% επί του ως άνω ποσού, ήτοι το ποσό των €134.445,06σ. για το οποίο η αναλογία της στο χρέος κατέστη λιγότερη, αφού με την πίστωση του ως άνω ποσού πληρώθηκε σχεδόν το 100% του δανείου. Για το ποσοστό 65% του δανείου υπόλογη ήταν η Καθ' ης η αίτηση σύμφωνα με το Τεκμ. 2 στην αίτηση αλλά και όπως η ίδια παραδέχεται στην Υπεράσπισή της (Τεκμ. 7 στην αίτηση) στην Αγωγή Αρ. 833/2020 του Ε.Δ. Λάρνακας (Τεκμ. 6 στην αίτηση) την οποία σύμφωνα με τους Αιτητές καταχώρισε ο αποβιώσας εναντίον της στις 25.05.
- Οι θεραπείες που ζητούνται σε εκείνη την αγωγή φαίνονται υπό τις αξιώσεις Α-Δ του κλητηρίου. Μετά το θάνατό του αποβιώσαντος, καταχωρίστηκε αίτηση τροποποίησης της Αγωγής με σκοπό τη συνέχιση της από τους διαχειριστές της περιουσίας του. Τόσο η Αίτηση όσο και η αγωγή εκκρεμούν. Είναι ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι ζήτησαν επανειλημμένα από την Καθ' ης η αίτηση το ως άνω ποσό, αλλά η ίδια αρνείται να το πληρώσει και ανέφερε ότι επιθυμεί να πωλήσει το σπίτι χωρίς να πληρώσει ή επιβαρυνθεί την αναλογία που αναφέρεται πιο πάνω. Ο ενόρκως δηλών αναφέρθηκε σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε την προηγούμενη της υπογραφής εκ μέρους του της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης ότι η Καθ' ης η αίτηση ρωτούσε συνεχώς το ποσό που απομένει για πλήρη εξόφληση του δανείου για να προχωρούσε εντός της επόμενης εβδομάδας στην πώλησή του. Πέραν αυτών επικαλείται αναφορά του αποβιώσαντος προς τον ίδιο ότι η εναγόμενη δεν έχει άλλο περιουσιακό στοιχείο επ' ονόματί της και ότι είχε πάντοτε την πρόθεση να αποξενώσει το σπίτι. Γι' αυτό ακριβώς υπάρχει σχετική πρόνοια στη συμφωνία την οποία κατήρτισαν. Ως εκ τούτου, δηλώνει ο ενόρκως δηλών, υπάρχει ο κίνδυνος ανά πάσα στιγμή η εναγόμενη να προβεί σε μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου. Πέραν όμως του γεγονότος ότι, σύμφωνα με την ως άνω πληροφορία του, η Καθ' ης η αίτηση δεν έχει οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό στοιχείο, κάτι για το οποίο επικαλείται και το περιεχόμενο του Τεκμ. 2 στην αίτηση, εξ όσων ο ίδιος ο ενόρκως δηλών γνωρίζει, δεν έχει ούτε τέτοια εισοδήματα που να είναι αρκετά για να μπορέσει να αποπληρώσει το διεκδικούμενο ποσό σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής, με αποτέλεσμα η διαχείριση να παραμένει απροστάτευτη σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Σε περίπτωση που η εναγόμενη δεν εμποδιστεί και μεταβιβάσει την οικία και εκδοθεί απόφαση υπέρ των Αιτητών αυτοί ισχυρίζονται ότι δεν θα μπορέσουν να εισπράξουν το ποσό που αναλογεί στην περιουσία του αποβιώσαντος ως αναλογεί δυνάμει του ασφαλιστηρίου και της συμφωνίας (Τεκμ. 2 στην αίτηση). Περαιτέρω σύμφωνα με έκθεση εγκεκριμένου εκτιμητή ακινήτων (Τεκμ. 8 στην αίτηση) η αγοραία αξία της οικίας ανέρχεται στα €800.000,
- Ως εκ τούτου, κατά τον ενόρκως δηλούντα, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι ορθή και δίκαιη. Τα ως άνω καθιστούν εξαιρετικά επείγουσας φύσεως την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, δεδομένου ότι οι ενάγοντες ενδέχεται να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημία σε περίπτωση μη έκδοσής του, αφού η Καθ' ης η αίτηση δεν έχει άλλα περιουσιακά στοιχεία. Η Καθ' ης η αίτηση προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «
- Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 επί του οποίου στηρίζονται οι ενάγοντες - αιτητές στην παρούσα καθότι ούτε καλή υπόθεση έχουν, ούτε πιθανότητες επιτυχίας αλλά ούτε και αδυναμία ικανοποίησης τυχόν απόφασης τους εναντίον της εναγόμενης - καθ' ης η αίτηση υπάρχει.
- Η αίτηση είναι παράτυπη ή/και άκυρη ή/και δεν πληροί τις προϋποθέσεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ή/και που θέτει ο Νόμος και η Νομολογία
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του κατεπείγοντος για να πετύχει η επίδικη αίτηση.
- Ουδείς ισχυρισμός ή/και τεκμήριο υπάρχει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, που να τεκμηριώνει το ενδεχόμενο μεταβίβασης, αποξένωσης ή επιπρόσθετης επιβάρυνσης της ακίνητης περιουσίας της καθ'ής η αίτηση.
- Οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν προσφεύγουν με καθαρά τα χέρια και δεν προέβησαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης προς το Δικαστήριο.
- Οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν έχουν εισάξει επαρκή και/ή στερεά και/ή αληθή μαρτυρία που να αποδεικνύει, σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, την οποιαδήποτε δυνατότητα και/ή πιθανότητα μη αποζημίωσης τους και/ή μη καταβολής σε αυτούς του κατ' ισχυρισμό οφειλόμενου ποσού, σε περίπτωση που οι Ενάγοντες - Αιτητές ήθελε κερδίσουν την αγωγή τους.
- Ουδείς ισχυρισμός ή/και στοιχείο αποκαλύφθηκε από τους ενάγοντες - αιτητές που να καταδεικνύει ότι η εναγόμενη - καθ' ης η Αίτηση είναι αφερέγγυα και ότι σε περίπτωση που οι ενάγοντες - αιτητές επιτύχουν στην αγωγή τους δεν θα μπορέσουν να εισπράξουν το λαβείν τους από την εναγόμενη - καθ' ης η Αίτηση.
- Οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν προβάλουν σοβαρό και ουσιαστικό λόγο που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και βασίζονται σε γενικούς ή/και αόριστους ή/και ανυπόστατους ή/και αβάσιμους ή/και αναληθείς ή/και αντιφατικούς ισχυρισμούς.
- Η συνέχιση της επίδρασης του επίδικου Διατάγματος δεν είναι δίκαιη και πρόσφορη υπό τις περιστάσεις και με την συνέχιση του δεν εξυπηρετούνται οι ανάγκες της Δικαιοσύνης.
- Η αιτούμενη δέσμευση είναι πλήρως αδικαιολόγητη καθώς και άδικη διότι η αξία του επίδικου ακινήτου είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από το χρηματικό ποσό που αξιώνουν οι Ενάγοντες - Αιτητές με την αγωγή τους». Η Καθ' ης η αίτηση υποστηρίζει με ένορκη δήλωση της τους πιο πάνω λόγους ένστασης προβάλλοντας τους δικούς της ισχυρισμούς περί της επίδικης διαφοράς πέραν κάποιων παραδοχών στις οποίες προβαίνει από την ένορκη δήλωση των Αιτητών οι οποίες βασίζονται σε αναμφισβήτητα έγγραφα. Εισηγείται στη βάση αυτών ότι δεν είναι αναγκαία η οριστικοποίηση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος καθ' ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις προς τούτο και δεν είναι ούτε επείγων αλλά ούτε και πρόσφορο να εξακολουθήσει να ισχύει εφόσον και αν ακόμα ήθελε πετύχει η αγωγή των εναγόντων θα είναι σε θέσει να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό της επιδικαστεί σύμφωνα με τα περιουσιακά στοιχεία που παρουσιάζει και τα εισοδήματα της. Σε περαιτέρω σχολιασμό των θέσεων της Καθ' ης η αίτηση θα προβώ όπου χρειαστεί στη συνέχεια κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει και σε αντιπαραβολή με τις θέσεις των Αιτητών. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Αν και αρχικά προφορικά είχε τεθεί ζήτημα καταχώρισης αιτήσεων για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων εντούτοις στη συνέχεια δεν προχώρησαν σε αυτές και έτσι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσώπησαν τις δύο πλευρές προχώρησαν με αγορεύσεις. Επομένως η παρούσα βασίζεται στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις και στα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτές και τις υποστηρίζουν. Στις σύντομες αλλά περιεκτικές αγορεύσεις τους με παρέπεμψαν εκτός από τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά αντικατοπτρίζονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις και σε νομική πτυχή που διέπει τα επίδικα ζητήματα. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και λαμβάνω υπόψη μου τις εισηγήσεις τους, όπου δε χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486 και πρόσφατα την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ. 28.09.2021). Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Σύμφωνα με τα γεγονότα όπως τέθηκαν ενώπιον μου με τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις όπως και τα έγγραφα /τεκμήρια τα οποία τις υποστηρίζουν και ανατρέχοντας στο περιεχόμενο της Έκθεσης Απαιτήσεως και Υπεράσπισης, η απαίτηση των εναγόντων στην υπόθεση αυτή προέρχεται από διαφορά ως προς τη διάθεση του ακινήτου (οικίας) η οποία υπήρξε αντικείμενο της συμφωνίας για διευθέτηση περιουσιακών και οικονομικών θεμάτων. Αφορά δε συγκεκριμένα το ποσό κατά το οποίο η Καθ' ης η αίτηση, κατ' ισχυρισμό των Αιτητών, ωφελήθηκε και το οποίο αντιστοιχεί στο ποσοστό που ως τέως σύζυγοι, ως είναι παραδεκτό, συμφώνησαν ότι ανήκει στον καθένα, όπου οι ενάγοντες υπό την ιδιότητα των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου, ενός εκ των μερών της συμφωνίας, διεκδικούν προς όφελος της κληρονομικής του περιουσίας. Είναι σαφές ότι η Καθ' ης η αίτηση δικαιούται να λάβει, σύμφωνα με την συμφωνία των μερών (Τεκμ. 2 στην αίτηση), το 65% του τιμήματος που θα απέφερε η πώληση της οικίας ενώ το υπόλοιπο 35% ο αποβιώσας ή οι εδώ Αιτητές αφού ασφαλώς προσδιοριστούν οι ισχυριζόμενες καταβολές δόσεων έναντι του δανείου αποκλειστικά από την Καθ' ης η αίτηση ή τη συμβολή της σε ανάλογο ποσοστό στα έξοδα συντήρησης της οικίας και άλλες επί μέρους διαφορές όπως προκύπτουν από σχετικούς ισχυρισμούς. Οι προϋποθέσεις έκδοσης ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων ως προς το ζήτημα της παροχής προσωρινής θεραπείας καθορίζονται στο Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960), το οποίο παρέχει διακριτική ευχέρεια και ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει, εκκρεμούσης αγωγής ή άλλης διαδικασίας, οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που ήθελε κρίνει δίκαιο και πρόσφορο. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις εφαρμογής του πιο πάνω άρθρου έχουν αναλυθεί σε σημαντικό αριθμό αποφάσεων (βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates Lts and Another,
(1982)1 C.L.R. 557) και συνοψίζονται στις ακόλουθες τρεις: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (β) Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούνται ο Ενάγων σε θεραπεία. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η δεύτερη προϋπόθεση, για την ύπαρξη πιθανότητας ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας (Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.,
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Η νομική αντίκριση του ζητήματος μπορεί να συνοψιστεί στο ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση ικανοποιείται από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης. Η πιθανότητα επιτυχίας ικανοποιείται από το αποδεικτικό υλικό του Αιτητή. Τα δύο κριτήρια είναι αλληλένδετα, όμως το πρώτο εξετάζεται σε σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης και το δεύτερο συσχετίζει τη νομική θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Αν ο Αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση και λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται στην εκδίκαση της ουσίας μίας υπόθεσης, θεωρείται ότι έχει επιτύχει να ικανοποιήσει και το δεύτερο κριτήριο. Η τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι οι αιτητές δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν σε χρήμα καθ' ότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη στην οποία αν και μπορεί να υπολογιστεί ή αποτιμηθεί η ζημιά του αιτητή σε χρήμα εντούτοις δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί λόγω της οικονομικής αδυναμίας του εναγόμενου (βλ. Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited κ.ά.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1301). Επίσης, ακόμη και εκεί που η ζημιά θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα οι αιτητές δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού (βλ. Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland o,
(1997)1 A.A.Δ. 1791). Περαιτέρω, στην HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD κ.α. v. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 317 λέχθηκε ότι «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα (Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788, Ζηντίλης ν. Ανδρέου,
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Τimberland,
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Koukkouris Trading,
(1998)1 Α.Α.Δ. 149). Όπως επανειλημμένα λέχθηκε τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ' αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και τη μαρτυρία που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να προκύπτει μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ' αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, οι αιτητές πρέπει να παραθέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα έχει σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka,
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 225, 235). Περαιτέρω, η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται, όπως φαίνεται από το σώμα της, εκτός από το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60και στο άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6: «4.-
(1)Το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο, ενώ εκκρεμεί σε αυτό αγωγή, να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης.». Προσωρινό διάταγμα εκδίδεται δυνάμει του Άρθρου 4 του Κεφ. 6 σε σχέση με περιουσία που είναι το αντικείμενο της αγωγής. Σύμφωνα δε με την υπάρχουσα νομολογία το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα που αφορά ακίνητη ιδιοκτησία που είναι το αντικείμενο της αγωγής ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Ν.14/60 (βλ. Papastratis v. Petrides,
(1979)1 C.L.R. 231). Όμως, όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, η ειδική ρύθμιση που γίνεται στο άρθρο 4 δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Ν.14/60 το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας αναφορικά με την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων (βλ. ABP Holdings Ltd v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 694). Συνεπώς και σε αυτή την περίπτωση το Δικαστήριο θα καθοδηγηθεί από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Ν.14/60. Προχωρώ με την εξέταση των ως άνω προϋποθέσεων εξετάζοντας τους λόγους ένστασης χωρίς κατ' ανάγκη να ακολουθηθεί η σειρά με την οποία αυτοί προβάλλονται και όπου αυτοί μπορούν να εξεταστούν μαζί αυτό θα επιχειρηθεί στη συνέχεια. Ο λόγος ένστασης 3 αφορά το ζήτημα του κατεπείγοντος. Η εξουσία του Δικαστηρίου για χορήγηση μονομερούς θεραπείας προβλέπεται από το Άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το οποίο προβλέπει ότι: «Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο». Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου,
(1998)1 Α.Α.Δ. σελ. 598 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγόμενου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει γνώμη». Το ζήτημα εξετάστηκε και κατά το στάδιο που η αίτηση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μονομερώς προς εξέταση της. Τα γεγονότα που το στοιχειοθετούσαν ήταν ότι η αγωγή καταχωρίστηκε αμέσως μετά την πληρωμή του ποσού του ασφαλίσματος, η οποία απελευθέρωσε το κτήμα και συγκεκριμένα στις 7.10.
- Η πληρωμή είχε γίνει στις 17.09.
- Ως εκ τούτου, κρίθηκε και έτσι είναι και εδώ η απόφασή μου ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση. Αντίθετα η αγωγή έγινε αμέσως μετά την δήλωση της ίδιας της εναγόμενης, όπως παρουσιάστηκε στο μονομερές στάδιο, ότι προτίθεται να πωλήσει το σπίτι μετά την απαλλαγή του από την υποθήκη. Αν και αυτή η δήλωση διαψεύδεται, εντούτοις δεν κλήθηκαν οι ενόρκως δηλούντες να αντεξεταστούν επ' αυτού του ζητήματος και έτσι παρέμεινε το ζήτημα να αιωρείται. Στην υπόθεση ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΙ ΦΟΥΛΗΣ ΜΙΧΑΗΛ ΛΙΜΙΤΕΔ v. IΩΑΝΝΙΔΗ Πολ. Έφεση Αρ. Ε 44/2014 με ημερ. 16.07.2019, λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον κ. Α. Λιάτσο, Δ. σε σχέση με το ζήτημα του κατεπείγοντος: «Το άρθρο του 9 περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, προβλέπει για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο, χωρίς ειδοποίηση της αντίδικης πλευράς, στη βάση της διαδικασίας του κατεπείγοντος. Το κατεπείγον συνιστά σημαντικό δικαιοδοτικό όρο για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, δεδομένου ότι η διαδικασία προχωρά στην παρουσία της μιας πλευράς, με επιπτώσεις όμως στα δικαιώματα προσώπου το οποίο δεν έχει κληθεί να παρουσιαστεί και κατά παρέκκλιση της αρχής φυσικής δικαιοσύνης να ακούγονται και τα δύο μέρη της διαφοράς. Κατ' ακολουθία της νομολογίας (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) ΑΑΔ 598), παρέχεται στο Δικαστήριο το δικαιοδοτικό πλαίσιο στις περιπτώσεις εκείνες που καταδεικνύεται το κατεπείγον της αξίωσης. Υπό το πρίσμα αυτό, εκδοθέν διάταγμα ακυρώνεται εφόσον δεν αποδειχθεί η προϋπόθεση του κατεπείγοντος, στοιχείο που συνιστά ανεξάρτητο λόγο προς ακύρωση. Είναι πάγια γραμμή της νομολογίας ότι η δυνατότητα έγερσης του ζητήματος στο στάδιο της έφεσης υφίσταται, ασχέτως της έκδοσης μονομερώς διατάγματος (Κούππας ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.ά.
(2014)1(Β) ΑΑΔ 1665). Αυτό που πρωτίστως έχει σημασία ως προς την ικανοποίηση του στοιχείου του κατεπείγοντος σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση, είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί (C. Phasarias (Automotive Center) Ltd v. Σκυροποιΐα «Λεωνίκ»
(2001)1(Β) ΑΑΔ 785)». Στην Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.ά.v. Adeona Holdings Limited, Πολ. Έφεση Αρ. Ε6/2014 ημερ.27.02.2015 λέχθηκαν ακόμα και τα εξής: «Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο .. και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του ..». Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου
(2004)1Β ΑΑΔ 784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου
(2012)1Α ΑΑΔ 604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος». Έχοντας υπόψη τις ως άνω αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία μας κρίνω ότι ο σχετικός λόγος ένστασης δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα και απορρίπτεται καθώς το Δικαστήριο δεν είναι μόνο στη βάση της αποδιδόμενης στην Καθ' ης η αίτηση δήλωση περί της πρόθεσης της να αποξενωθεί το επίδικο ακίνητο που το οδήγησε ότι συνέτρεχε ο παράγοντας του επείγοντος του χαρακτήρα της αίτησης αλλά και από τις άλλες περιβάλλουσες περιστάσεις όπως ή πρόσφατη απαλλαγή του ακινήτου από την υποθήκη που το βάραινε και το γεγονός ότι προέκυπταν διάφορα ζητήματα που καθιστούσαν επείγουσα την αίτηση όπως ήταν η οικονομική διαφορά που προέκυπτε από την πληρωμή της ασφάλειας ζωής προς εξόφληση του υπολοίπου της οφειλής που ήταν εξασφαλισμένη η υποθήκη που βάραινε το ακίνητο και των κληρονομικών δικαιωμάτων που αναδύονταν και εμπλέκονταν και της πιθανής επίδρασης που θα έχει τυχόν επιβάρυνση ή αποξένωση της οικίας σύμφωνα με την ως άνω νομολογία ήταν τέτοια που καθιστούσαν το όλο ζήτημα επείγον. Προχωρώ στην κοινή εξέταση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του Άρθρου 32 εφόσον τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνω ότι επιτρέπουν αυτό. Από τα γεγονότα που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης φαίνεται σαφώς ότι υπάρχει σοβαρό θέμα προς εκδίκαση καθότι υπάρχει συμφωνία που είναι παραδεκτή και από την άλλη πλευρά. Αναφύονται διαφορές ως προς την ερμηνεία όρων της συμφωνίας αυτής και η εκτέλεση της φαίνεται να προσκρούει σε αυτές. Σύμφωνα με την συμφωνία αυτή, ο αποβιώσας δικαιούτο να λάβει το 35% και η εναγόμενη το 65% της αξίας της οικίας μετά από πώληση της, όπως αυτή θα προκύψει ή θα προέκυπτε, αφού αφαιρεθούν τα έξοδα, χρέη και οι υποχρεώσεις. Στα έξοδα, χρέη και υποχρεώσεις, η αντιστοιχία ήταν και πάλι 35% εις βάρος του αποβιώσαντος και 65% εις βάρος της εναγόμενης. Το ποσό του ασφαλίσματος που καταβλήθηκε δυνάμει του ασφαλιστηρίου, ήτοι €206.838,51, καταβλήθηκε στο κοινό χρέος. Προφανώς η εναγόμενη ωφελήθηκε κατά ποσοστό 65%. Όλα τα πιο πάνω προκύπτουν σαφώς από την ένορκη δήλωση που καταχώρισαν οι ενάγοντες. Η ένορκη δήλωση συνοδεύεται από τα τεκμήρια, τα οποία αποδεικνύουν την συμφωνία, το κοινό χρέος και την καταβολή του ασφαλίσματος προς όφελος του κοινού χρέους του αποβιώσαντος με την εναγόμενη. Χωρίς να παραγνωρίζω ότι η Καθ' ης η αίτηση προβάλλει ισχυρισμούς περί της συμβολής της στην ανέγερση της κατοικίας, στη συντήρηση της, στην καταβολή μόνον από αυτή οφειλόμενων δόσεων του κοινού δανείου που είχε συναφθεί για την ανέγερση της και άλλους ισχυρισμούς οι οποίοι αναδεικνύουν διαφορά μεταξύ των διαδίκων λαμβανομένου όμως υπ' όψη περαιτέρω του σημαντικού κατά την άποψη μου γεγονότος ότι την κατοχή και εκμετάλλευση της οικίας την έχει η Καθ' ης η αίτηση και ισοζυγίζοντας όλα αυτά κρίνω ότι οι Αιτητές παρουσίασαν συζητήσιμη υπόθεση με ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας και επομένως οι δύο πρώτες προϋποθέσεις πληρούνται. Ως προς την 3η προϋπόθεση, κατά πόσο δηλαδή με την μη οριστικοποίηση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, θα πρέπει να εξετασθούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί. Διαπιστώνω ότι από τη μια προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι εκφρασθείσα πρόθεση της εναγόμενης είναι να πωλήσει το ακίνητο, κάτι που η ίδια αρνείται, ισχυριζόμενη ότι ποτέ δεν εξέφρασε τέτοια πρόθεση επικαλούμενη και συναισθηματικούς λόγους προς τούτο, εφόσον πρόκειται για περιουσία που της έδωσαν οι γονείς της. Ο ισχυρισμός της Καθ' ης η αίτηση έρχεται όμως σε αντίφαση με όσα διαλαμβάνει η συμφωνία (Τεκμ. 2 στην αίτηση). Η εναγόμενη στην ένσταση της παρουσιάζει στοιχεία σε σχέση με την οικονομική της κατάσταση ότι είναι ιδιοκτήτρια του ½ των μετοχών μιας εταιρείας στην οποία και εργάζεται και λαμβάνει ως καθαρό μισθό το ποσό των €2.137,00. Δεν δηλώνει οποιαδήποτε άλλη περιουσία. Με αυτά ως δεδομένα κρίνω ότι δεν παύει να ενυπάρχει ο κίνδυνος αποξένωσης της οικίας τώρα που δεν βαρύνεται αυτή με υποθήκη ή και με την εγγραφή εκ νέου τέτοιας επιβάρυνσης χωρίς τη συγκατάθεση των Αιτητών έστω και αν επί του παρόντος δεχόμουν προς χάριν συζήτησης ότι δεν έχει τέτοια πρόθεση επί του παρόντος επικαλούμενη και την ενοικίαση της και αποκόμιση από αυτή ενοικίου. Σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, αν δεν παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα θα ελλοχεύουν οι ως άνω κίνδυνοι με την περιουσία να μένει απροστάτευτη και θα καταστεί δύσκολη η αποζημίωση των Αιτητών. Σύμφωνα με τη νομολογία μας η 3η προϋπόθεση του Άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που, ενδεχομένως, ληφθεί εναντίον του. Όπως προκύπτει από σχετική νομολογία η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης (βλ. Παντελίδη v. Πιερή
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 2111, Larticon Ltd v. Detergenta Developments
(2004)1 A.A.Δ. 1121). Περαιτέρω σύμφωνα με τη νομολογία δεν είναι απαραίτητη προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της πρόθεσης της εναγόμενης να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία της. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση εφόσον πραγματοποιηθούν στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί (βλ. Phasarias (automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ»
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-790, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πραγματική πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία.». Επομένως κρίνω ότι εκπληρώνεται και η τρίτη προϋπόθεση καθώς δεν είναι εξωπραγματικοί οι φόβοι που εκφράζονται από τους Αιτητές ως προς τούτο. Το Δικαστήριο προτού οριστικοποιήσει το διάταγμα θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι κάτι τέτοιο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο και ότι εξυπηρετεί τις ανάγκες της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη υπόθεση. Σε τέτοιες περιπτώσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να ζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκληθεί στην εναγόμενη από το διάταγμα, εάν τελικά φανεί ότι δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί και τον κίνδυνο οι ενάγοντες να απομείνουν τελικά χωρίς θεραπεία εάν δεν συνεχίσει τοι διάταγμα. Η υποχρέωση του Δικαστηρίου είναι να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας (Baccardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788, NWL Ltd v. Woods
(1989)3 All E.R. 614, 625 (H.L.). Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι το "ισοζύγιο της ευχέρειας" όπως αποκαλείται στην American Cyanamid Co Ltd v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 503, το κατά πόσο δηλαδή είναι δίκαιο και εύλογο να συνεχίσει η ισχύς του διατάγματος (Οdysseos (ανωτέρω), Ιπποδρομική Αρχή Κύπρου v. X" Βασίλη
(1999)1 Α.Α.Δ. 152), κλείνει σαφώς υπέρ των Αιτητών. Πράγματι εδώ κρίνω ότι η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης στην οποία αποσκοπεί αποκλειστικά το εκδοθέν διάταγμα δεν επηρεάζει κανενός τα συμφέροντα. Η οικία ήταν ενοικιασμένη μέχρι πρόσφατα, αν δεν ανανεώθηκε η ενοικίαση της υπάρχει τέτοια δυνατότητα της Καθ' ης η αίτηση να την ενοικιάσει εκ νέου με τη συγκατάθεση των Αιτητών εφόσον κάτι τέτοιο είναι προς το κοινό συμφέρον τους. Επομένως η διατήρηση του διατάγματος δεν θα προκαλέσει καμιά βλάβη στα συμφέροντα της. Είναι φανερόν ότι η διατήρηση του status quo που είναι ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας, με την απαγόρευση της μεταβίβασης, πώλησης, αποξένωσης, δέσμευσης, διάθεσης ή επιβάρυνσης μονομερώς του επίδικου ακινήτου από την Καθ' ης η αίτηση χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση των Αιτητών στην παρούσα, θα βοηθήσει στην επίλυση της παρούσας διαφοράς και δεν θα προκαλέσει σε κανένα αδικία και κατ' επέκταση θα εξυπηρετήσει τις ανάγκες απονομής της δικαιοσύνης καθιστώντας την πιο αποτελεσματική. Για την επεξήγηση της φράσης "status quo" βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another
(1979)F.S.R. 571). Ο λόγος ένστασης που άπτεται του ζητήματος της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης εκ μέρους των Αιτητών όλων των γεγονότων και πληροφοριών που είχαν στη διάθεσή τους και ειδικότερα εκείνα τα γεγονότα που κατά την Καθ' ης η αίτηση απεκρύβησαν από το Δικαστήριο όταν αυτό εξέταζε την αίτηση μονομερώς είναι πράγματι ένας σοβαρός παράγοντας που εξετάζεται όταν ένα διάταγμα εκδίδεται μονομερώς (ex parte), που συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί. Η ορθή διάσταση της υποχρέωσης πλήρους αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις, αναπτύχθηκε από τον Πική, Π. δίδοντας την απόφαση της Ολομέλειας στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd,
(1996)1 A.A.Δ. 597, 601-602. Βλέπε ακόμα την Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 σελ. 264-265, Cobelfret κ.ά. v. Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1 A.A.Δ. 733. Έχω εξετάσει τα στοιχεία ή και γεγονότα τα οποία παραθέτει η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση και τα οποία κατά την άποψη της απεκρύβησαν για να καταδείξει αυτόν τον λόγο ένστασης. Αφορούν τη μη αποκάλυψη του περιεχομένου της αίτησης τροποποίησης στην Αγωγή Αρ. 833/2020 Ε.Δ. Λάρνακας, με βάση το οποίο ουσιαστικά ζητούν το ίδιο με την παρούσα αγωγή, δεν αποκάλυψαν τη φύση του ασφαλιστηρίου και τους όρους του, δηλαδή ότι ήταν Ομαδικό Ασφαλιστήριο με σκοπό μόνο την κάλυψη του εκάστοτε υπολοίπου του Δανείου, δεν αποκάλυψαν ότι ο αποβιώσας είχε παραβεί τη Συμφωνία διευθέτησης των περιουσιακών τους μη καταβάλλοντας τις συμφωνηθείσες δόσεις προς την τράπεζα, γεγονός που διαφοροποίησε και τη στάση του και δεν αποκάλυψε ότι η κατοικία ενοικιαζόταν, για να ενισχύσει τη θέση του ότι δήθεν είχε η Καθ' ης η αίτηση σκοπό να την πωλήσει άμεσα, όπως ψευδώς ισχυρίστηκαν. Βρίσκω ότι αυτά είτε δεν θα επιδρούσαν καθ' οιονδήποτε τρόπο στην απόφαση του Δικαστηρίου έστω και αν ήταν γνωστά σ' αυτό είτε αυτά αμφισβητούνται από την άλλη πλευρά ή τους δίδεται διαφορετική ερμηνεία είτε πρόκειται για αντικρουόμενες εκδοχές. Σε σχέση με την ενοικίαση της κατοικίας ειδικότερα επισημαίνω ότι το ενοικιαστήριο έγγραφο, αν αυτό ήταν σε γνώση των Αιτητών και το κατείχαν, έληγε σε μικρό χρονικό διάστημα. Κατ' ακολουθίαν λοιπόν όλων των πιο πάνω και ενόψει του ότι στην παρούσα υπόθεση υφίστανται από τις αντίδικες πλευρές αντικρουόμενες εκδοχές ως προς τα γεγονότα κατά τρόπο που δεν εγείρεται θέμα απόκρυψης και/ή μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και/ή ότι οι Αιτητές δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια κατά το στάδιο που αιτήθηκαν την έκδοση του υπό εξέταση προσωρινού διατάγματος μονομερώς. Έχοντας καταλήξει ως άνω, κρίνοντας ότι εκπληρώνονται οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος, κρίνω ότι έχουν απαντηθεί και οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης και η περαιτέρω συζήτηση επ' αυτών όπως σχολιασμός της σχετικής επιχειρηματολογίας που αναπτύσσεται στις αγορεύσεις προς υποστήριξη ή αντίκρουση τους, είναι ζητήματα ουσίας τα οποία ενδεχομένως να τύχουν εξέτασης αν τεθούν κατά την ακρόαση της αγωγής. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Για τους πιο πάνω λόγους τους οποίους προσπάθησα κατά το δυνατόν να απλοποιήσω και εξηγήσω, κρίνω ότι είναι προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης στην παρούσα υπόθεση όπως το προσωρινό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε στις 07.10.2021, οριστικοποιηθεί και διά του παρόντος οριστικοποιείται. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εναγόντων/ Αιτητών και εναντίον της εναγόμενης/Καθ' ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο