← Κύπρος

ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α. ν. CORPORATE RECOVERY & INSOLVENCY GROUP LTD, γνωστής και ως CRI GROUP κ.α., Αγ. αρ.: 7/21, 8/11/2021

ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α. ν. CORPORATE RECOVERY & INSOLVENCY GROUP LTD, γνωστής και ως CRI GROUP κ.α., Αγ. αρ.: 7/21, 8/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A196 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΓΕΩΡΓΙΟΥ - ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Α.Ε.Δ. Αγ. αρ.: 7/21 Μεταξύ:

  1. XXXXX ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
  2. XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Ενάγοντες -και- 1.CORPORATE RECOVERY & INSOLVENCY GROUP LTD, γνωστής και ως CRI GROUP
  3. XXXXX ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ, γνωστός ως XXXXX Ιακωβίδης 3.XXXXX ΧΑΤΖΗΘΩΜΑΣ άλλως XXXXX Χ΄Θωμάς Εναγόμενων Αίτηση ημερ. 19/01/21 για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος Ημερομηνία: 08 Νοεμβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: Ν. Ιερωνιμίδης για Γ. Αργυρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους - Καθ΄ων η αίτηση: Σ. Βασιελίου για Σ. Βασιλείου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε . ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Aιτητές με μονομερή αίτηση τους αιτούνται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στους Eναγόμενους - Kαθ΄ ων η αίτηση ή και σε οποιονδήποτε αντιπρόσωπο ή υπάλληλο ή αξιωματούχο τους ή εντολοδόχο τους ή και οποιοδήποτε πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους τους από το να αλλάξει οποιανδήποτε κλειδαριά ή και να εισέλθει ή και με οποιονδήποτε τρόπο να επέμβει στο ακίνητο επί της οδού XXXXX 21, στην ενορία Αγίου Φανουρίου, XXXXX Αραδίππου. Επιπρόσθετα ζητούν διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος 2 όπως αποκαταστήσει και επανασυνδέσει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο επίδικο ακίνητο καθώς και διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους να προβαίνουν σε διακοπή της παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος στη συγκεκριμένη οικία. Η αίτηση βασίζεται στην Δ.48 θ.θ.1 - 4, 8 και 9, Δ.39 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στα άρθρα 31, 32, 42 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 2, 26 και 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, στα Άρθρα 7, 8 11, 13, 15, 16, 17, 23 και 30 του Συντάγματος, στα Άρθρα 5, 8 και 13 της ΕΣΔΑ, στη διακριτική ευχέρεια, στις συμφυείς και σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου, την ακολουθητέα πρακτική και τις Αρχές της Επιείκειας. Όσον αφορά τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση παρατέθηκαν σε ένορκη δήλωση της κας Κερτεπενέ, δικηγορικής υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό της είναι πλήρως και δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Eνάγοντες, λόγω του ότι οι ίδιοι απουσιάζουν στο εξωτερικό, στην κατάρτιση της ενόρκου δηλώσεως. Γνώση των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση έχει αποκτήσει τόσο από το περιεχόμενο των φακέλων που τηρούνται στο δικηγορικό γραφείο όπου εργάζεται αλλά και από όλα όσα της έχει αναφέρει ο Ενάγοντας
  4. Η Ομνύουσα ισχυρίζεται ότι στις 12/01/2021 υπήρξε παράνομη επέμβαση από τους Εναγόμενους στο συγκεκριμένο ακίνητο, το οποίο κατέχεται και απολαμβάνεται νόμιμα από τους Ενάγοντες λόγω του ότι 50% του συγκεκριμένου ακινήτου αγοράστηκε από αυτούς τον Αύγουστο 2000 και για την ανακαίνισή του είχαν καταβάλει σημαντικά ποσά. Υποστηρίζει ότι το συγκεκριμένο ακίνητο μέχρι σήμερα βρίσκεται στην κατοχή των Εναγόντων παρόλο που από τον Οκτώβριο του 2013 μέχρι και τις αρχές του 2018 αυτοί διέμεναν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το 2013 το συγκεκριμένο ακίνητο μεταβιβάστηκε επ΄ ονόματι της εταιρείας MEDACO & ELOMAS DISTRIBUTORS LIMITED, της οποίας μοναδική διευθύντρια είναι η θυγατέρα των Εναγόντων ενώ ο Ενάγοντας 1 είναι μέλος του Διοικητικού της Συμβουλίου με άμεση εμπλοκή στη διαχείριση της, η οποία ασχολείτο με την εισαγωγή και εμπορία προϊόντων υπεραγοράς. Τα έξοδα συντήρησης του καθώς και όλες οι σχετικές φορολογίες και η κατανάλωση νερού καταβάλλονταν προσωπικά από τους Ενάγοντες. Το 2003 παραχωρήθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου προς την εταιρεία MEDACO & ELOMAS DISTRIBUTORS LIMITED πιστωτικές διευκολύνσεις για τις οποίες οι Ενάγοντες υπέγραψαν εγγυήσεις, ενώ ως επιπρόσθετη εξασφάλιση εκδόθηκε, από την Εταιρεία, στις 15/04/2003 Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης για το ποσό €170.860,14 σε όλη την περιουσία της εταιρείας, το οποίο στις 09/12/2009 μετατράπηκε σε Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης για απεριόριστο ποσό. Ήταν εις γνώση της Τράπεζας Κύπρου, κατά την κατάρτιση των συγκεκριμένων Ομολόγων Επιβάρυνσης, ότι οι Ενάγοντες είχαν στην κατοχή τους το επίδικο ακίνητο και ουδέποτε είχε τεθεί ως όρος, κατά τη σύναψη των συμφωνών, ότι οι Ενάγοντες όφειλαν να παραδώσουν την κατοχή του επίδικου ακινήτου. Στις 26/11/2013, λόγω των διαφορών που προέκυψαν μεταξύ της Τράπεζας και της εταιρείας ELOMAS, η Tράπεζα διόρισε τον Εναγόμενο 2 ως Παραλήπτη - Διαχειριστή δυνάμει των Ομολόγων και στις 19/09/2014 εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης της Εταιρείας μετά από αίτηση των πιστωτών της. Ο Εναγόμενος 2 με το διορισμό του έλαβε υπό τον έλεγχο του όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας πλην του επίδικου ακινήτου, το οποίο συνέχιζε να παραμένει στην κατοχή των Εναγόντων. Είναι η θέση της Ομνύουσας ότι ο Εναγόμενος 2 δεν θα μπορούσε να λάβει κατοχή του συγκεκριμένου ακινήτου λόγω του ότι η Τράπεζα, κατά την κατάρτιση των συμφωνιών και των ομολόγων, γνώριζε ότι το επίδικο ακίνητο κατεχόταν από τους Ενάγοντες, ιδιαίτερα ενόψει του ότι αυτοί συνέχισαν να το κατοικούν, όλα τα έπιπλα και τα προσωπικά τους αντικείμενα βρίσκονται μέχρι σήμερα εντός αυτού και ποτέ δεν το παρέδωσαν στον Εναγόμενο
  5. Είναι ο ισχυρισμός της Ομνύουσας ότι με την επιστροφή του Ενάγοντα 1 στην Κύπρο, τον Φεβρουάριο 2018, είχε ξεκινήσει έρευνα σε σχέση με τις συνθήκες αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας από τον Εναγόμενο
  6. Στις 06/08/2018 ο Ενάγοντας 1 διευθέτησε συνάντηση με τον Εναγόμενο 2, στα γραφεία της Εναγόμενης 1 στην Λευκωσία, στην παρουσία των δικηγόρων των μερών, όπου στη συγκεκριμένη συνάντηση εξέφρασε επιθυμία όπως αγοράσει την επίδικη κατοικία. Ο Εναγόμενος 2 ανέφερε στον Ενάγοντα 1 ότι θα συζητούσε την πρότασή του με την Τράπεζα Κύπρου και θα τον ενημέρωνε. Στο μεταξύ είχαν καταχωριστεί εναντίον των εγγυητών της Εταιρείας δύο αγωγές, Αγ. αρ. XXXXX/2014 και Αγ. αρ. XXXXX/2014, με τις οποίες η Τράπεζα απαιτούσε τα οφειλόμενα από την Εταιρεία υπόλοιπα καθώς και διατάγματα εκποίησης των υποθηκών που επιβάρυναν το επίδικο ακίνητο. Στη συνάντηση που είχε ο Ενάγοντας 1 με τον Εναγόμενο 2 είχε ενημερωθεί ότι λόγω της μη εμφάνισης του είχαν εκδοθεί αποφάσεις εναντίον της εταιρείας. Ζητήθηκε από τον Επίσημο Παραλήπτη, λόγω του ότι η Εταιρεία τελούσε υπό εκκαθάριση, όπως διορίσει δικηγόρους για την Εταιρεία με σκοπό να παραμεριστούν οι αποφάσεις που εκδόθηκαν ερήμην της. Σχετική συγκατάθεση παραχωρήθηκε από τον Επίσημο Παραλήπτη και παραδόθηκαν στον κ. Αργυρίδη και τον κ. Χρυσάνθου, εκ μέρους του Εφόρου Εταιρειών, έντυπα διορισμού δικηγόρων. Ακολούθησε η καταχώριση αιτήσεων για παραμερισμό των εκδοθέντων αποφάσεων και στις 20/12/2018, με δικαστική απόφαση, οι συγκεκριμένες αποφάσεις παραμερίστηκαν. Ακολούθησε η καταχώριση Έκθεσης Υπεράσπισης, με την οποία η Εταιρεία ισχυρίζεται ότι το χρέος έχει εξοφληθεί και ανταπαιτεί την εξάλειψη των επίδικων υποθηκών. Η συγκεκριμένη θέση για εξόφληση στηρίζεται στο γεγονός ότι ο Παραλήπτης - Διαχειριστής, Εναγόμενος 2, είχε εισπράξει ποσά από την πώληση των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας τα οποία δεν αφαιρέθηκαν από το οφειλόμενο, προς την Τράπεζα Κύπρου, ποσό. Προωθεί τη θέση ότι ο Εναγόμενος 2 - Καθ΄ου η αίτηση κακόπιστα, δόλια και με ιδίον συμφέρον πώλησε τον Ιανουάριο 2014 περιουσία της Εταιρείας για το ποσό των €321.300.- χωρίς να λάβει επαρκείς προσφορές και χρησιμοποίησε από αυτά το ποσό των €273.000.- για την αμοιβή του και κατέβαλε προς την Τράπεζα Κύπρου, για τις υποχρεώσεις της Εταιρείας, μόνο το ποσό των €131.000.- χωρίς να ετοιμάσει ή και παραδώσει προς τους εγγυητές της Εταιρείας οποιουσδήποτε λογαριασμούς. Αυτό οδήγησε τον Ενάγοντα 1 - Αιτητή και τη θυγατέρα του στην καταχώριση της παρούσας αγωγής και της Αγ. αρ. 573/19, με την οποία ζητείται δηλωτική απόφαση ότι ο διορισμός του Εναγόμενου 2 είναι εξ΄ υπαρχής άκυρος και παράνομος, ενώ παράλληλα ζητούνται αποζημιώσεις για την παράβαση καθήκοντος του Εναγόμενου 2 - Καθ΄ου η αίτηση προς την Εταιρεία. Κατά την Ομνύουσα αποδεικνύεται, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι το επίδικο ακίνητο όντως κατέχεται από τους Ενάγοντες και ότι οι Εναγόμενοι παράνομα επενέβηκαν σ΄ αυτό στις 12/01/
  7. Ουδέποτε το ακίνητο είχε παραδοθεί οικειοθελώς στον Εναγόμενο 2 και ούτε και θα μπορούσε να είχε γίνει κάτι τέτοιο αφού τον Ιανουάριο 2014 οι Ενάγοντες διέμεναν στο Ηνωμένο Βασίλειο και η διαδικασία για εκποίηση της υποθήκης είχε ξεκινήσει τον Μάιο 2018, σε σχέση με το συγκεκριμένο ακίνητο. Προωθεί τη θέση ότι ο Εναγόμενος 2 - Καθ΄ου η αίτηση προέβη στη συγκεκριμένη ενέργεια με απώτερο σκοπό να ασκήσει πίεση προς τους Ενάγοντες - Αιτητές. Με την καταχώριση, από τον Εναγόμενο 2 - Καθ΄ου η αίτηση, της Αιτ. Εταιρ. XXXXX/14 στις 06/02/2019, με την οποία ζητούσε άδεια για έγερση αγωγής εναντίον των Εναγόντων σε σχέση με την ανάκτηση κατοχής του επίδικου ακινήτου, ο Εναγόμενος 2 αναγνωρίζει ότι οι Ενάγοντες είναι κάτοχοι του επίδικου ακινήτου και συνεπακόλουθα εάν επιθυμούσε την ανάκτηση το ακινήτου θα έπρεπε να το πράξει δικαστικά ακολουθώντας όλες τις νόμιμες διαδικασίες. Όμως ουδέν έπραξε και ουδέποτε προέβη σε οποιοδήποτε διάβημα για ανάκτηση της κατοχής του επίδικου ακινήτου. Όσον αφορά την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο επίδικο ακίνητο οι Ενάγοντες - Αιτητές, επιστρέφοντας από το Ηνωμένο Βασίλειο τον Φεβρουάριο του 2018, είχαν διαπιστώσει ότι είχε διακοπεί με σκοπό την άσκηση πίεσης προς αυτούς έτσι ώστε να αναγκαστούν να το εγκαταλείψουν. Παρά τις προσπάθειες των Εναγόντων - Αιτητών για επανασύνδεση της παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος η Α.Η.Κ. τους ενημέρωσε ότι μόνο ο Εναγόμενος 2 - Καθ΄ου η αίτηση ή ο Επίσημος Παραλήπτης θα μπορούσε να προβεί στην επανασύνδεσή του. Ο Εναγόμενος 2 - Καθ΄ου η αίτηση αρνήθηκε να συνεργαστεί αναφέροντας ότι δεν ήταν αναγκασμένος να το πράξει. Στις 12/01/2021 ο Ενάγοντας 1 - Αιτητής έλαβε τηλεφώνημα από γειτονικό πρόσωπο, στο οποίο ενημερώθηκε ότι στην αυλή του επίδικου ακινήτου βρισκόταν άγνωστος, ο οποίος λάμβανε φωτογραφίες. Ειδοποιήθηκε οικογενειακός φίλος του Ενάγοντα 1 - Αιτητή, ο οποίος έσπευσε στο ακίνητο και διαπίστωσε ότι άγνωστο πρόσωπο προσπαθούσε να παραβιάσει την μπροστινή πόρτα του ακινήτου στην παρουσία δυο αστυνομικών, οι οποίοι είχαν κληθεί από τον Εναγόμενο 3 - Καθ΄ου η αίτηση. Διερευνώντας το θέμα διαφάνηκε ότι το άγνωστο πρόσωπο ενεργούσε κατ΄ εντολή των οδηγιών της Εναγόμενης 1 και του Εναγόμενου 2 - Καθ΄ων η αίτηση. Μετά την αποχώρηση του Εναγομένου 3 - Καθ΄ου η αίτηση από την οικία το φιλικό πρόσωπο άλλαξε τις κλειδωνιές της οικίας, αφού εντός της υπάρχουν έπιπλα αλλά και προσωπικά αντικείμενα των Εναγόντων - Αιτητών. Είναι η θέση της Ομνύουσας ότι σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων οι Εναγόμενοι - Καθ΄ων η αίτηση δεν θα διστάσουν να επιχειρήσουν ξανά να λάβουν την κατοχή του επίδικου ακινήτου. Ισχυρίζεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των διαταγμάτων, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 και του άρθρου 4 του Κεφ.6 και ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές επιθυμούν να προασπίσουν και προστατέψουν τα δικαιώματα τους και παράλληλα να διατηρήσουν την κατάσταση πραγμάτων ως έχει μέχρι να αποφασιστεί η αγωγή. Κατά την Ομνύουσα στάθμιση όλων των γεγονότων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας συνηγορεί υπέρ της έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων. Το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την επίδοση της συγκεκριμένης Αίτησης, η οποία αντιμετωπίστηκε από τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η αίτηση 1, 2 και 3 με την καταχώριση Ένστασης στην οποία προβάλλονται δεκαπέντε

(15)λόγοι ένστασης, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι η δικαστική διαδικασία πάσχει εξ΄ υπαρχής και δεν μπορεί να προχωρήσει λόγω του ότι δεν συνενώνονται σ΄ αυτήν όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι, συγκεκριμένα ο Εναγόμενος 2 - Καθ΄ου η αίτηση ενάγεται υπό την προσωπική του ιδιότητα και όχι ως Παραλήπτης - Διαχειριστής, ο Εναγόμενος 3 - Καθ΄ου η αίτηση είναι ένας απλός υπάλληλος και δεν μπορεί να ενάγεται υπό την προσωπική του ιδιότητα, η Εναγόμενη 1 - Καθ΄ης η αίτηση δεν σχετίζεται με οποιονδήποτε τρόπο με τα επίδικα γεγονότα ενώ η εταιρεία MEDACO & ELOMAS DISTRIBUTORS LTD δεν είναι μέρος της διαδικασίας. Ότι οι Αιτητές δεν έχουν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια ή και έχουν παραπλανήσει το Δικαστήριο σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Ότι απέτυχαν να παρουσιάσουν δίκαιη και ειλικρινή εικόνα των γεγονότων καθιστώντας με αυτό τον τρόπο την αίτησή τους καταχρηστική. Ότι η αίτηση δεν είναι κατ΄ επείγουσας φύσεως έτσι ώστε να δικαιολογείται η έκδοση ενδιάμεσων θεραπειών. Ότι η αίτηση δεν φανερώνει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ή καλό αγώγιμο δικαίωμα. Ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ότι οι Αιτητές δεν έχουν παρουσιάσει επαρκή στοιχεία για να αποδείξουν ορατή προοπτική και πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής τους. Ότι δεν έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ή ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ότι τα διατάγματα Β και Γ δεν αφορούν τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η αίτηση και ότι το διάταγμα Δ είναι άνευ αντικειμένου. Ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Ότι τα αιτητικά της αίτησης είναι τα ίδια ή και παρόμοια με τις θεραπείες που αξιώνονται στην αγωγή. Ότι η δικαστική διαδικασία είναι καταχρηστική αφού είχαν προηγηθεί άλλες δικαστικές διαδικασίες, συγκεκριμένα η Αγ. αρ. 573/2019 στην οποία θα μπορούσαν να προωθηθούν τα συγκεκριμένα αιτήματα και ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές κωλύονται από προηγούμενες ένορκες δηλώσεις τους στο να προωθούν τον ισχυρισμό ότι έχουν κατοχή του επίδικου ακινήτου. Η Ένσταση βασίζεται στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στην Δ.39 θ.θ. 20 και 21, Δ.48 θ.θ. 1-4, 8 και 9 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 334 - 344 του περί Εταιρειών Νόμου και στις συμφυείς εξουσίες και την γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν την Ένσταση παρατέθηκαν σε ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2 - Καθ΄ ου η αίτηση ο οποίος τα γνωρίζει προσωπικά λόγω της άμεσης εμπλοκής του στην υπόθεση, αφού ενεργεί ως Παραλήπτης - Διαχειριστής της εταιρείας MADACO & ELOMAS DISTRIBUTORS LTD, η οποία τελεί υπό διαχείριση αλλά εκκαθάριση και είναι ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου. Είναι η θέση του ότι στις 26/11/2013 η Τράπεζα Κύπρου τον διόρισε Παραλήπτη - Διαχειριστή ολόκληρης της περιουσίας της συγκεκριμένης εταιρείας, δυνάμει Ομολόγων Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερ. 15/04/2003 και 09/12/
  1. Σε σχέση Στις 19/09/2014 εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης της, στης Αίτηση Αρ. XXXXX/14 Ε.Δ. Λάρνακας. Ο ίδιος εκτός από εγκεκριμένος λογιστής και αδειούχος σύμβουλος αφερεγγυότητας έχει εξειδικευτεί στις διασυνοριακές εκκαθαρίσεις φερέγγυων και αφερέγγυων εταιρειών και τα τελευταία 37 χρόνια χειρίστηκε μεγάλο αριθμό πολύπλοκων υποθέσεων τόσο στην Κύπρο καθώς και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τον Απρίλιο 2009 μαζί με άλλους επαγγελματίες ίδρυσε την Εναγόμενη 1 - Καθ΄ ης η αίτηση και ο Εναγόμενος 3 - Καθ΄ου η αίτηση είναι εργοδοτούμενος της Εναγόμενης 1 - Καθ΄ ης η αίτηση. Είναι εξουσιοδοτημένος τόσο από την Εναγόμενη 1 καθώς και από τον Εναγόμενο 3 όπως προβεί στην ένορκη δήλωση παραθέτοντας τα γεγονότα. Ο Εναγόμενος 3 - Καθ΄ου η αίτηση έχει επίσης καταγράψει τα γεγονότα όπως τα έχει ζήσει σε δική του ένορκη δήλωση. Ισχυρίζεται ότι η κα Κερτεπενέ, Ομνύουσα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, είναι ακατάλληλο πρόσωπο να υπογράφει την ένορκη δήλωση αφού είναι δικηγορική υπάλληλος και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατό να γνωρίζει ή να αντιλαμβάνεται τα θέματα που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση αφού πρόκειται για πολύπλοκα νομικά ζητήματα τα οποία προέκυψαν από σειρά γεγονότων. Είναι η δική του θέση ότι το συγκεκριμένο ακίνητο αποτελεί περιουσία της Εταιρείας, η οποία τελεί υπό εκκαθάριση και διαχείριση και ότι οι επισκέψεις του ίδιου ή και των υπαλλήλων της Εναγόμενης 1 - Καθ΄ης η αίτηση έγιναν καθόλα νόμιμα αφού ο ίδιος έχει διοριστεί ως Παραλήπτης - Διαχειριστής ολόκληρης της περιουσίας της Εταιρείας. Παραδέχεται ότι όντως πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ του Ενάγοντα 1 - Αιτητή και του ιδίου στα γραφεία της Εναγόμενης 1 στην Λευκωσία, τον Αύγουστο του 2018, όπου ο Ενάγοντας 1- Αιτητής πρότεινε όπως αγοράσει ή ενοικιάσει το συγκεκριμένο ακίνητο. Οπόταν, εύλογα εγείρεται το ερώτημα πως προωθεί τον ισχυρισμό, ο Ενάγοντας 1- Αιτητής, ότι το είχε στην κατοχή του αφού ζήτησε να το ενοικιάσει ή και να το αγοράσει. Σε σχέση με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στις 12/01/2021 είναι η θέση του ότι ανέθεσε σε στέλεχος της Εναγόμενης 1- Καθ΄ης η αίτηση και συγκεκριμένα στον Εναγόμενο 3 - Καθ΄ ου η αίτηση όπως μεταβεί στο ακίνητο για να επιθεωρήσει την κατάστασή του. Το κλειδί που ο ίδιος είχε στην κατοχή του και παρέδωσε στον Εναγόμενο 3 - Καθ΄ ου η αίτηση και χρησιμοποιήθηκε για να εισέλθει στην κατοικία οπόταν, δεν εισήλθε, είναι η δική του θέση δια της βίας στο ακίνητο, όπως παραπλανητικά αναφέρει ο Ενάγοντας 1 - Αιτητής. Ισχυρίζεται ότι η εκδοχή των Αιτητών, ότι το συγκεκριμένο ακίνητο είχε αγοραστεί κατά το ήμισυ με προσωπικούς πόρους του Ενάγοντα 1, δεν υποστηρίζεται με οποιοδήποτε έγγραφο και αντικρούεται από τη θέση του ίδιου του Ενάγοντα 1 - Αιτητή, ο οποίος ζήτησε να το αγοράσει ή και να το ενοικιάσει. Επιπρόσθετα, όταν ο Ενάγοντας 1- Αιτητής υπέβαλλε την περιουσιακή του κατάσταση στον Επίσημο Παραλήπτη, όταν είχε εκδοθεί εναντίον του διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του, δεν συμπεριέλαβε το συγκεκριμένο ακίνητο στα περιουσιακά του στοιχεία. Προωθεί τη θέση ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές χρησιμοποιούσαν το συγκεκριμένο ακίνητο όταν επέστρεφαν, για περιορισμένο διάστημα, στην Κύπρο από το Ηνωμένο Βασίλειο παρά το γεγονός ότι είχαν παραδώσει στον ίδιο, από τον Ιανουάριο του 2014, τα κλειδιά. Υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός των Εναγόντων - Αιτητών, ότι είχαν στην κατοχή τους το ακίνητο, συνιστά εκ των υστέρων σκέψη αφού το συγκεκριμένο ακίνητο έχει εμφανή σημάδια μακροχρόνιας εγκατάλειψης, όπως προκύπτει και από φωτογραφίες που λήφθηκαν στις 09/01/2021 και 12/01/
  2. Είναι η δική του θέση ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές ζουν μόνιμα στο Ηνωμένο Βασίλειο από το 2013 και ότι όλα τα προσωπικά τους αντικείμενα τα έχουν μεταφέρει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Εντός της επίδικης κατοικίας έχουν αφήσει κάποια ξεχασμένα αντικείμενα με απώτερο σκοπό να προωθήσουν τη θέση ότι η πώληση της συγκεκριμένης κατοικίας επηρεάζει τα δικαιώματα τους. Κατά τον Ομνύοντα η μεταβίβαση της επίδικης κατοικίας στην εταιρεία MEDACO & ELOMAS DISTRIBUTORS LTD έγινε για να εξαπατηθούν οι Φορολογικές Αρχές του Κράτους και αφού το συγκεκριμένο ακίνητο αποτελεί περιουσία της Εταιρείας, η οποία εν πάση περιπτώσει τελεί υπό διαχείριση, το γεγονός παραμένει ότι ο Παραλήπτης - Διαχειριστής δικαιωματικά δικαιούται να παραλάβει και να διαθέσει τη συγκεκριμένη περιουσία για την καλύτερη εξυπηρέτηση των συμφερόντων της Τράπεζας Κύπρου. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα τον Αύγουστο του 2018 περιήλθε στην αντίληψή του ότι παρά την παράδοση της κατοικίας στον ίδιο, τον Ιανουάριο του 2014, οι Ενάγοντες - Αιτητές είχαν εισέλθει παράνομα εντός του ακινήτου χωρίς τη συγκατάθεση του και προχώρησε με καταγγελία στην Αστυνομία ενώ εξασφαλίστηκε, μετά από καταχώριση σχετικής αίτησης στις 09/12/2019, διάταγμα Δικαστηρίου το οποίο επέτρεπε την έγερση της αγωγής εναντίον των Εναγόντων. Στην προσπάθεια να επιδοθεί η αγωγή, η οποία είχε καταχωριστεί εναντίον των Εναγόντων για παράνομη επέμβαση, η επιδότης ενημερώθηκε από γείτονες της επίδικης κατοικίας ότι ήταν εγκαταλελειμμένη και ότι κανένας δεν διέμενε σ΄ αύτη εδώ και αρκετό καιρό. Λόγω της κατάστασης του ακινήτου αποφασίστηκε όπως προωθηθεί διαδικασία προστασίας του συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου αφού αποτελεί περιουσία της υπό εκκαθάριση και διαχείριση Εταιρείας, η όποια δεν αποτελεί καν διάδικο στην υπό κρίση διαδικασία. Δεν έχει παραχωρηθεί οποιαδήποτε άδεια χρήσης της συγκεκριμένης κατοικίας ούτε και έχει καταβληθεί οποιοδήποτε αντάλλαγμα για την κατοχή της για τόσα χρόνια. Εξηγεί ότι ο εξοπλισμός και τα αποθέματα της Εταιρείας πωλήθηκαν στην τιμή των €300.000.- ήτοι στην υψηλότερη δυνατή τιμή στην οποία μπορούσαν να πωληθούν και από τη συγκεκριμένη πώληση καταβλήθηκε το ποσό των €131.903,97 στην Τράπεζα, ως οφειλόμενο για την παροχή δανείου ενοικιαγοράς για τον εξοπλισμό της Εταιρείας. Επιπρόσθετα, καταβλήθηκε η δική του αμοιβή καθώς και διάφοροι φόροι, εκκρεμούντες μισθοί υπάλληλων της Εταιρείας, οφειλές προς τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις καθώς και άλλα οφειλόμενα ποσά, όπως τα παραθέτει στη παράγραφο 31 της ένορκης δήλωση του. Οπόταν είχε πράξει τα δέοντα, ως Παραλήπτης - Διαχειριστής, σε σχέση με τα ποσά που είχαν εισπραχθεί εκ μέρους της Εταιρείας. Όσον αφορά το συγκεκριμένο ακίνητο ο ίδιος έδωσε οδηγίες για τη διενέργεια εκτιμήσεων και διαφάνηκε ότι η αγοραία αξία του ανέρχεται στο ποσό των €500.000.- και αξία καταναγκαστικής πώλησης του στο ποσό των €375.000.-. Η μόνη συμφέρουσα προσφορά που υποβλήθηκε για την πώλησή του ανερχόταν στο ποσό των €245.000.-, η οποία απορρίφθηκε από τον ίδιο ως πολύ χαμηλή. Το συγκεκριμένο ακίνητο δεν έχει πωληθεί και συνιστά το μεγαλύτερο περιουσιακό στοιχείο της Εταιρείας. Υποστηρίζει ότι είναι αντιφατικό οι Αιτητές - Ενάγοντες να ισχυρίζονται ότι το ακίνητο τους ανήκει και παράλληλα να ζητούν να το αγοράσουν ή να το ενοικιάσουν έναντι χρηματικού αντιτίμου. Προωθεί τη θέση ότι οι Αιτητές - Ενάγοντες σκόπιμα αποκρύπτουν ουσιώδεις πληροφορίες και συγκεκριμένα το γεγονός ότι εκκρεμούν έξι
(6)αγωγές εναντίον της συγκεκριμένης Εταιρείας: Αγ. αρ. XXXXX/2014, XXXXX/2014, XXXXX/2014, XXXXX/2014, XXXXX/2014 και XXXXX/
  1. Θεωρεί ότι ο Ενάγοντας 1 - Αιτητής έλαβε γνώση των εκκρεμουσών αγωγών, λόγω της επίδοσής τους στον ίδιο αλλά και γιατί ο ίδιος είχε τον είχε ενημερώσει ότι θα μπορούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό του, στις αγωγές, με δικούς του δικηγόρους αφού ο ίδιος είχε διοριστεί ως Παραλήπτης - Διαχειριστής από την Τράπεζα. Εκφράζει παράπονο ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές στρέφονται προσωπικά εναντίον του, παρά το γεγονός ότι υπάρχει Επίσημος Παραλήπτης της Εταιρείας, ο οποίος δεν στοχοποιείται για τις πράξεις ή τις οποιεσδήποτε παραλήψεις του. Ο ίδιος λειτουργεί, κατά τη δική του άποψη, πάντα μέσα στα πλαίσια που θέτει ο Νόμος και χωρίς ποτέ να προβαίνει σε παράλογες ενέργειες. Σημειώνει ότι η Εταιρεία διεκδικεί, στην Αγ. αρ. XXXXX/2014, με ανταπαίτηση τις ίδιες θεραπείες που αξιώνουν οι Αιτητές στην παρούσα αγωγή ενώ παράλληλα διεκδικεί και την κατοικία με δική της αγωγή, την Αγ. αρ. 573/
  2. Οπόταν, διαπιστώνεται, σύμφωνα με τον Ομνύοντα, μια αλλοπρόσαλλη αλλά και καταχρηστική δικονομική συμπεριφορά εκ μέρους των Εναγόντων - Αιτητών. Υποστηρίζει, ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές ουδέποτε ζήτησαν από τον ίδιο οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με την περιουσία της Εταιρείας και τη διαχείριση αυτής όμως, ως Παραλήπτης - Διαχειριστής, ο ίδιος ενημέρωνε σε τακτά χρονικά διαστήματα τον Έφορο Εταιρειών και τον Επίσημο Παραλήπτη για την πληρωμή των οποιωνδήποτε εξόδων. Σχολιάζοντας, ο Ομνύοντας, τις θέσεις της ενόρκου δηλούσας που αφορούν την Αιτ. Πτωχ. αρ.XXXXX/2006, υποστηρίζει ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αφού αιτήσεις του συγκεκριμένου είδους καταχωρούνται από τον Επίσημο Παραλήπτη και όχι από τον Διαχειριστή - Παραλήπτη δυνάμει Ομολόγου. Καταλήγει, ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές οικειοθελώς παρέδωσαν την κατοχή του ακινήτου παραδίδοντας, μέσω της αδελφής του Ενάγοντα 1, τα κλειδιά στον ίδιο περί τα τέλη Ιανουαρίου 2014 και παράνομα διέμεναν στο ακίνητο έκτοτε. Ουδέποτε αναγνώρισε ο ίδιος τους Ενάγοντες - Αιτητές ως κατόχους της επίδικης κατοικίας αλλά αντίθετα τους αναγνώρισε ως παράνομους επεμβασίες και γ΄ αυτό αποτάθηκε στο Δικαστήριο. Παράλληλα, περί τα τέλη του 2020 αρχές του 2021 έδωσε οδηγίες στον Εναγόμενο 3 - Καθ΄ ου η αίτηση ν΄ αλλάξει τις κλειδαριές, στην παρουσία της Αστυνομίας, για να ανακτηθεί η κατοχή της συγκεκριμένης κατοικίας. Ο ίδιος δεν είχε δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες στην Α.Η.Κ. για διακοπή της ηλεκτροδότησης της κατοικίας αλλά, κατά τη δική του άποψη, ήταν το αποτέλεσμα των συσσωρευμένων απλήρωτων λογαριασμών. Εισηγείται την απόρριψη της αίτησης των Εναγόντων - Αιτητών λόγω του ότι, κατά την δική του άποψη, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ των Αιτητών. Προωθεί δε τη θέση ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν έχουν αδιαμφισβήτητο νομικό δικαίωμα με πιθανότητες επιτυχίας και ότι δεν είναι ορθό και δίκαιο, υπό τις περιστάσεις, να ανατραπεί η υφιστάμενη κατάσταση. Ένορκη δήλωση υποβλήθηκε και από τον Εναγόμενο 3 - Καθ΄ου η αίτηση, εργοδοτούμενο της Εναγομένης 1 - Καθ΄ης η αίτηση στο Τμήμα Διαχειρίσεων και Εκκαθαρίσεων Εταιρειών. Υποστηρίζει ότι τα όσα περιγράφει η κα Κερτεπενέ στην ένορκη δήλωσή της δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αφού ο ίδιος είχε βιώσει τα γεγονότα του Ιανουαρίου
  3. Ισχυρίζεται ότι η κατοχή της συγκεκριμένης κατοικίας είχε παραδοθεί στον Εναγόμενο 2 - Καθ΄ου η αίτηση, ως Παραλήπτη - Διαχειριστή, τον Ιανουάριο 2014 πλην όμως τον Αύγουστο 2014 μια συνάδελφός του τον ενημέρωσε ότι υπήρχε φως στη συγκεκριμένη κατοικία και για αυτό την επισκέφθηκε στις 02/08/2018, όπου εξελίχθηκαν διάφορα γεγονότα για τα οποία ο ίδιος ετοίμασε σχετικό σημείωμα. Αρχές Ιανουαρίου 2021 έλαβε οδηγίες από τον Διαχειριστή όπως μεταβεί στην κατοικία και αλλάξει κλειδαριές για αυτό και την επισκέφθηκε στις 09/01/2021 και στις 12/01/21 και έλαβε φωτογραφίες. Κατέγραψε το τι είχε συμβεί σε εσωτερικό σημείωμα το οποίο επισύναψε ως Τεκμήριο 2, και το τι είχε συμβεί δεν ανταποκρίνεται στα όσα καταγράφει η κα Κερτεπενέ στη δική της ένορκη δήλωση. Με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου δόθηκε άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τους Ενάγοντες - Αιτητές. Στην συγκεκριμένη ένορκη δήλωση η κα Κερτεπενέ δηλώνει ότι σύμφωνα με την πληροφόρηση που είχε από τον Ενάγοντα 1- Αιτητή η μόνη πρόταση που είχε υποβληθεί στον Εναγόμενο 2 - Καθ΄ου η αίτηση ήταν για αγορά του ακινήτου μετά από αφαίρεση της συνεισφοράς του Ενάγοντα 1 - Αιτητή στην αγορά του. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ουδέποτε δόθηκε κλειδί από τους Ενάγοντες - Αιτητές στον Εναγόμενο 2 - Καθ΄ου η αίτηση αλλά το εντόπισε όταν παρέλαβε τα αντικείμενα της Εταιρείας. Προωθεί τη θέση ότι το ακίνητο ουδέποτε εγκαταλείφθηκε από τους Ενάγοντες - Αιτητές και ότι το μόνο που τους εμποδίζει να επιστρέψουν είναι τα μέτρα που έχουν ληφθεί λόγω του κορονοϊού. Υποστηρίζει, ότι υπάρχουν εντός της κατοικίας προσωπικά αντικείμενα των Εναγόντων - Αιτητών. Ισχυρίζεται ότι ουδέποτε παραδόθηκε η συγκεκριμένη κατοικία από την αδελφή του Ενάγοντα 1 - Αιτητή στον Εναγόμενο 2 - Καθ΄ου η αίτηση αφού και οι τέσσερεις αδελφές του διαμένουν μόνιμα στο εξωτερικό, οπόταν δεν θα μπορούσαν να παραδώσουν τα κλειδιά στον Εναγόμενο 2 - Καθ΄ου η αίτηση. Υποστηρίζει ότι ο Εναγόμενος 2 - Καθ΄ου η αίτηση έλαβε το νόμο στα χέρια του και παρά το γεγονός ότι από τις 09/12/2019 του είχε δοθεί άδεια για σφράγιση του Κλητηρίου ουδέν έπραξε. Καταλήγει, ότι οι θεραπείες που αξιώνονται στις Αγ. αρ. XXXXX/14 και 573/2019 δεν σχετίζονται με οποιονδήποτε τρόπο με την Ανταπαίτηση στην Αγ. αρ.XXXXX/
  4. Και οι δυο συνήγοροι προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις διαβιβάζοντας στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις στις οποίες εξέθεσαν με λεπτομέρεια τις θέσεις τους. Δεν αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων και θα κάνει αναφορά σ΄αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Είναι και από τις δυο πλευρές αποδεκτά τα ακόλουθα γεγονότα: Ότι η εταιρεία MEDACO & ELOMAS DISTRIBUTORS LTD, της οποίας ο Αιτητής - Εναγόμενος 1 είναι μέρος του Διοικητικού Συμβουλίου, έλαβε τραπεζικές διευκολύνσεις από την Τράπεζα Κύπρου για της οποίες παραχώρησε Ομόλογα Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης για απεριόριστο ποσό. Λόγω του ότι η Εταιρεία δεν μπορούσε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της η Τράπεζα Κύπρου ενεργοποίησε τα συγκεκριμένα Ομόλογα διορίζοντας τον Εναγόμενο 2 - Καθ΄ου η Αίτηση ως Παραλήπτη - Διαχειριστή της περιουσίας της Εταιρείας. Παράλληλα οι πιστωτές της συγκεκριμένης Εταιρείας καταχώρισαν αίτηση διάλυσης και εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της. Το ακίνητο με αρ. εγγραφής 6/XXXXX, Φ./ Σχ. 40/47W, Τμήμα 6 και Τεμάχιο XXXXX, στο οποίο έχει αναγερθεί μια κατοικία, στην οποία φαίνεται να διέμεναν οι Ενάγοντες 1 και 2 - Αιτητές μέχρι το 2013 που μετακόμισαν μόνιμα στην Αγγλία, συνιστά περιουσιακό στοιχείο της συγκεκριμένης Εταιρείας και ως τέτοιο περιήλθε στην κατοχή του Παραλήπτη - Διαχειριστή, Εναγόμενου 2 - Καθ΄ου η αίτηση. Ο Ενάγοντας 1 - Αιτητής είχε προσεγγίσει τον Εναγόμενο 2 - Καθ΄ου η αίτηση το 2018 για να αγοράσει το συγκεκριμένο ακίνητο όμως η συζήτηση δεν τελεσφόρησε και ακολούθησε η καταχώριση αριθμού αγωγών που εκκρεμούν μεταξύ των μερών. Ο Εναγόμενος 2 - Καθ΄ου η αίτηση στις 12/01/2021 απέστειλε εργοδοτούμενο του να αλλάξει τις κλειδωνιές της συγκεκριμένης κατοικίας, λόγω του ότι διαφάνηκε ότι έμεναν εντός της κατοικίας άτομα παρά το γεγονός ότι τα κλειδιά του είχαν παραδοθεί από το
  5. Ακολούθησε η καταχώριση της υπό κρίση αγωγής. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί, θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για έκδοση τέτοιου είδους διαταγμάτων. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς. Το άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν, για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα, είναι οι εξής: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Όσον αφορά τις προϋποθέσεις για την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος και κατά πόσο αυτές ικανοποιούνται στην υπό εξέταση υπόθεση, καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111. Επιπρόσθετα, με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express
(1998)1(A) A.A.Δ. 149). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Recnex Trading Limited, Ιωάννη Μιχαηλίδη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Εφ. 71/2011 ημερ. 16/04/2014: «Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ΑΒΡ Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 και στην Πολιτική Έφεση 52/10 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. E. Σιακατίδου, ημερ. 19.3.2014. Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.» Στην υπόθεση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής : «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». (Βλ. επίσης Hazelwood Investment & Finance Ltd v. XXX Manuel κ.α. Πολ. Εφ. Ε14/17 και Ε209/17 ημερ. 16/07/19).» Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Ο αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής του και της διατήρησής του σε ισχύ. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων, στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση, τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, δεδομένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις, των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, είναι αν έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους των Εναγόντων - Αιτητών ώστε σε συσχετισμό με τη δικογραφία της αίτησης και το αγώγιμο τους δικαίωμα να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). Το συγκεκριμένο ακίνητο, όπως προκύπτει από γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι εγγεγραμμένο στην εταιρεία MEDACO & ELOMAS TRADING LTD, σύμφωνα και με το Τεκμήριο 1 που έχει επισυναφθεί στην Αίτηση, η οποία έχει τεθεί υπό διαχείριση λόγω του ότι είχε παραχωρήσει προς την Τράπεζα Κύπρου δυο Ομόλογα Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης. Η Τράπεζα Κύπρου διόρισε τον Εναγόμενο 2 - Καθ΄ου η αίτηση ως Διαχειριστή - Παραλήπτη της περιουσίας της συγκεκριμένης εταιρείας στην προσπάθεια της να προστατεύσει τα οικονομικά της συμφέροντα. Διαπιστώνεται ότι με το γενικώς οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν αναγνωριστική απόφαση ότι κατέχουν άδεια χρήσης του συγκεκριμένου ακινήτου η οποία δεν έχει τερματιστεί καθώς και διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η αίτηση από του να επεμβαίνουν στο συγκεκριμένο ακίνητο. Και οι δυο αυτές θεραπείες είναι γνωστές στο Νόμο. Όμως σημειώνεται ότι δεν καταχωριστεί Έκθεση Απαίτησης έτσι ώστε να μπορεί να αποκρυσταλλωθεί που βασίζεται η θέση ότι υπάρχει εν ισχύ άδεια χρήσης. Παρόλο που οι Αιτητές - Ενάγοντες επιζητούν γνωστές στο Νόμο θεραπείες αυτό που διαπιστώνεται είναι ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ότι τους δόθηκε άδεια χρήσης της συγκεκριμένης κατοικίας από τον Παραλήπτη - Διαχειριστή ούτε και προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με το γεγονός ότι ο Ενάγοντες - Αιτητής έχει συνεισφέρει κατά 50% στην αγορά του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόμενων - Καθ΄ων η αίτηση στην αγόρευσή του παρέπεμψε το Δικαστήριο με λεπτομέρεια στις νομικές αρχές που διέπουν τις εξουσίες του Παραλήπτη - Διαχειριστή δυνάμει κυμαινόμενων ομολόγων και οι συγκεκριμένες εξουσίες κατά κύριο λόγω αφορούν τον έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Με δεδομένο ότι δεν προσκομίστηκε ίχνος μαρτυρίας για τη συνεισφορά των Εναγόντων - Αιτητών στην αγορά του συγκεκριμένου ακινήτου και έχοντας ως παραδεκτό γεγονός ότι υπάρχουν προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου δυο κυμαινόμενα ομόλογα τα οποία έχουν ενεργοποιηθεί και μη λησμονώντας ότι το ακίνητο συνιστά περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας για την οποία έχει διοριστεί Παραλήπτης - Διαχειριστής ο Εναγόμενος 2 - Καθ΄ου η αίτηση καθώς και ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές από το 2013 έχουν εγκαταλείψει την Κύπρο, οπόταν η πιθανότητα να τους έχει δοθεί άδεια χρήσης απομακρύνεται. Η μόνη κατάληξη είναι με τα γεγονότα που έχουν παρατεθεί και προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωριστεί και από τις δυο πλευρές ουσιαστικά δεν υπάρχει σοβαρό θέμα προς εκδίκαση και οι πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής είναι απομακρυσμένες αν όχι ανύπαρκτες έχοντας πάντοτε υπόψη τις αιτούμενες θεραπείες στο Κλητήριο Ένταλμα. Οπόταν ούτε η πρώτη αλλά ούτε και η δεύτερη προϋπόθεση ικανοποιείται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό οι Αιτητές να πείσουν το Δικαστήριο ότι έχουν κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Σύμφωνα με τη νομολογία αν ο Αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο κριτήριο. Οι Αιτητές πρέπει να αναφέρονται σε γεγονότα που θα πείθουν το Δικαστήριο ότι έχουν πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σ΄ αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις. Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης ή να καταλήξει σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά εκεί όπου επιτρέπεται η διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Όμως σύμφωνα και με τον Δικαστή Slade στη Re Lord Cable (Deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R .417 (σελ. 430) η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: «Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law.». Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο με τα όσα οι Ενάγοντες - Αιτητές έχουν θέσει υπόψη του Δικαστηρίου και λαμβανομένων υπόψη των θέσεων της άλλης πλευράς, στοιχειοθετείται ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Πιθανότητα τέτοια που δεν είναι μια απλή πιθανότητα, αλλά με τον πήχη να βρίσκεται πιο χαμηλά από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει το δεύτερο κριτήριο. Από νομικής πλευράς υπάρχουν ζητήματα τα οποία αποδυναμώνουν την ορατότητα πιθανότητας επιτυχίας ως προς τις αξιώσεις των Αιτητών - Εναγόντων, οι οποίες αποτέλεσαν και το βασικό υπόβαθρο για την Αίτηση ως έχει επεξηγηθεί πιο πάνω ιδιαίτερα ενόψει των παραδοχών στις οποίες έχουν προβεί και στη μη προσκόμιση στοιχείων με την επικαλούμενη συνεισφορά τους σε σχέση με την κατοικία, η οποία συνιστά ακίνητο το οποίο εμπίπτει εντός περιουσιακών στοιχείων μιας εταιρείας που είναι υπό διαχείριση δυνάμει Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης εφ΄όλης της περιουσίας της. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση αυτή της ανεπανόρθωτης ζημιάς απαιτείται να διαφανεί ότι, χωρίς την έκδοση του διατάγματος, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄ εξοχή στο δίκαιο της Επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοσή του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ΄ ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της χρηματικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Στο Σύγγραμμα του Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη «Διατάγματα», στη σελίδα 132 αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: «Δηλαδή αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη». Περαιτέρω, η κα Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, στην απόφαση της στην υπόθεση Παπαδάκη v. Hellenic Bank Public Company Ltd Αγ. Αρ. 484/2018 Ε.Δ. Λάρνακας, αναφέρει σχετικά τα ακόλουθα με τα οποία συμφωνώ και υιοθετώ και για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης μου σε σχέση με το υπό συζήτηση θέμα : «Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοση του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ' ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής και/ή χρηματικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Αποτέλεσε θέση των Αιτητών ότι τυχόν εκποίηση της μόνιμης κατοικίας των Εναγόντων σε αυτό το στάδιο θα καταστήσει την παρούσα Αγωγή ουσιαστικά άνευ αντικειμένου αφού αν κριθεί ότι η επίδικη υποθήκη άκυρη και/ή μη έγκυρη δεν θα υπάρχει θεραπεία αφού η κατοικία θα έχει ήδη πλειστηριασθεί. Σε τέτοια περίπτωση η ζημία των Εναγόντων, όπως αναφέρεται, θα είναι ανεπανόρθωτη τόσο σε οικονομικό αλλά και σε κοινωνικό και ηθικό επίπεδο. Προστίθεται, ακόμη, ότι η επίδραση από τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού στα δικαιώματα των Αιτητών θα είναι μη αναστρέψιμη αφού θα απολέσουν τελεσίδικα την ακίνητη ιδιοκτησία τους ενώ τα συνταγματικά τους δικαιώματα δεν θα είναι αποτιμητά σε χρηματική αποζημίωση. Ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι το ακίνητο, αντικείμενο της επίδικης υποθήκης, αποτελεί την μόνιμη κατοικία τους δεν θεωρώ ότι καταδεικνύει ότι η εκποίηση του θα έχει ως συνέπεια να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επιπλέον δεν είναι άνευ σημασίας και το ότι η Αιτήτρια 1 με βάση τα στοιχεία που επικαλέστηκε η πλευρά της Εναγόμενης μέσω Πιστοποιητικού έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας (Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση της Ένστασης), τα οποία δεν έχουν με οποιοδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί από τους Αιτητές, φαίνεται να είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια μεριδίου σε κατοικία. Σε ό,τι αφορά τα συνταγματικά δικαιώματα που οι Αιτητές επικαλούνται αναφορικά με την ιδιοκτησία τους δεν πρέπει, θεωρώ, να αγνοηθεί το γεγονός ότι όταν η επίδικη υποθήκη παραχωρείτο στην Τράπεζα ως εξασφάλιση λογικό είναι να υποτεθεί ότι οι πρωτοφειλέτες/Αιτητές γνώριζαν ότι υφίστατο κίνδυνος εκποίησης της στην περίπτωση μη εκπλήρωσης των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε η πλευρά των Καθ' ης η Αίτηση λέω ότι η οποιαδήποτε ισχυριζόμενη ζημιά των Αιτητών, εάν επιτύχει η Αγωγή τους, είναι καθαρά χρηματική και εύκολα αποτιμητέα». Οι αξιώσεις των Εναγόντων - Αιτητών ως αυτές εμφανίζονται στο Κλητήριο Ένταλμα αποτιμώνται σε χρήμα ως εκ τούτου, η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους και για αυτό δεν πληρείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση της Νομολογίας. Η κατάληξη του Δικαστηρίου για την μη ικανοποίηση και του τρίτου κριτηρίου και την ως εκ τούτου μη συνδρομή των προϋποθέσεων για την έκδοση των διαταγμάτων που ζητούνται, θα πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της Αίτησης. Δεν μπορεί να παραγνωριστεί η αντιφατική συμπεριφορά των Αιτητών - Εναγόντων αφού ενώ δηλώνουν ότι διαμένουν στο εξωτερικό από το 2013 από την άλλη ισχυρίζονται ότι χρησιμοποιούν το συγκεκριμένο ακίνητο και ζητούν από το Δικαστήριο να τους αναγνωρίσει άδεια χρήσης για ένα ακίνητο το οποίο ανήκει σε εταιρεία που τελεί υπό εκκαθάριση και το οποίο εμπίπτει εντός των Κυμαινόμενων Ομολόγων Επιβάρυνσης τα οποία η εταιρεία έχει εκδώσει προς όφελος της Τράπεζας. Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, κρίνω ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν κατάφεραν να αποδείξουν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι άμεσα καταβλητέα. (Υπ.) ............... Ε.Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.