ΚΟΥΛΟΥΝΤΗ ν. PANTELIS G. CHARALAMBOUS PROPERTY LTD κ.α., Αγωγή Αρ.: 653/21, 29/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A211 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΓΕΩΡΓΙΟΥ - ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Α.Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 653/21 Μεταξύ: XXXXX ΜΕΤΤΑ ΚΟΥΛΟΥΝΤΗ Ενάγουσα -και- 1.PANTELIS G. CHARALAMBOUS PROPERTY LTD
- XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
- XXXXX ΣΥΝΝΟΥ Εναγόμενων Αίτηση ημερ. 28/05/21 για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων Ημερομηνία: 29 Δεκεμβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Λαζάρου για Α. Σωτηρίου & Σωτηρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1, 2 και 3 - Καθ΄ ων η αίτηση: κα Λαζαρίδου. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αιτήτρια με την Αίτησή της ζητά την έκδοση τριών διαταγμάτων. Ζητά διάταγμα με το οποίο να απαγορεύει στον Eναγόμενο 2 - Kαθ΄ ου η αίτηση προσωπικά ή/και σε οποιονδήποτε αντιπρόσωπο ή/και υπάλληλο ή/και αξιωματούχο του ή/και εντολοδόχο του ή/και οποιοδήποτε πρόσωπο ή/και εταιρεία που ενεργεί εκ μέρους του από του να χρησιμοποιήσει, πωλήσει, δωρίσει ή/και υποθηκεύσει ή/και αποξενώσει ή/και επιβαρύνει τα μηχανοκίνητα οχήματα με αριθμούς εγγραφής
- XXXXX81,
- XXXXX54,
- XXXXX83,
- XXXXX41,
- XXXXX23,
- XXXXX68,
- XXXXX14 καθώς και το ανυψωτικό μηχάνημα μάρκας MERLO με αριθμό μηχανής XXXXX
- Επιπρόσθετα ζητείται διάταγμα που να απαγορεύει ή/και να εμποδίζει τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 ή/και οποιουσδήποτε αντιπροσώπους τους ή/και υπαλλήλους τους ή/και εντολοδόχους τους ή/και υπηρέτες τους από του να πωλήσουν ή/και μεταβιβάσουν ή/και δωρίσουν ή/και ενεχυριάσουν ή/και επιβαρύνουν οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία μέχρι του ποσού των €125,000 μέχρι την εκδίκαση της υπό κρίση αγωγής. Ενώ ζητείται και διάταγμα που να διατάσσει τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 όπως προσδιορίσουν και καταγράψουν σε ένορκη δήλωση τα περιουσιακά τους στοιχεία εντός και εκτός Κύπρου είτε αυτά τους ανήκουν αποκλειστικά είτε από κοινού με τρίτους και παραδώσουν αντίγραφο της ένορκης δήλωσης στους δικηγόρους της Ενάγουσας - Αιτήτριας. Η Αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στην Δ.48 θ.θ.1 - 4, 8 και 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και στην συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τα γεγονότα που υποστηρίζουν την Αίτηση παρατέθηκαν σε ένορκη δήλωση της Ενάγουσας - Αιτήτριας, η οποία γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα λόγω της προσωπικής της εμπλοκής. Είναι η θέση της ότι ο Εναγόμενος 2 - Καθ΄ου η αίτηση τον Ιούλιο 2020, μέσω της Εναγόμενης 1 - Καθ΄ης η αίτηση, ανέλαβε εργασίες διακόσμησης και ανακαίνισης της κατοικίας στην οποία διέμενε με το σύζυγό της και σε συζητήσεις που είχαν της ανέφερε ότι ασχολείτο με την αγοραπωλησία και ανέγερση κατοικιών, μέσω της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Την 01/08/2020 ο Εναγόμενος 2 - Καθ΄ου η αίτηση της ανέφερε ότι αν ενδιαφερόταν θα μπορούσε να εξεύρει αγοραστή για την κατοικία της. Λόγω του ότι είχαν αποφασίσει να διαμένουν σε ξεχωριστές κατοικίες με το σύζυγό της ενημέρωσαν τον Εναγόμενο 2 - Καθ΄ου η αίτηση ότι ενδιαφέρονταν για την πώληση της κατοικίας τους. Η ίδια ενημέρωσε τον Εναγόμενο 2 - Καθ΄ου η αίτηση ότι ενόψει της πώλησης της κατοικίας της ενδιαφερόταν να αγοράσει άλλο ακίνητο για να διαμένει. Τότε ο Εναγόμενος 2 την ενημέρωσε ότι θα ανέγειρε πολυκατοικία στην περιοχή ΜΑΚΕΝΖΥ, με την ονομασία «ΠΑΝΕΥΤΥΧΙΑ ΚΩΡΤ» και ότι υπήρχαν διαθέσιμα διαμερίσματα προς πώληση. Ακολούθησε επίσκεψη στα γραφεία της Εναγόμενης 1 - Καθ' ης η αίτηση όπου ο Εναγόμενος 2 - Καθ΄ου η αίτηση παρουσίασε στην ίδια και το σύζυγό της διάφορες φωτογραφίες καθώς και την πρόσοψη των σχεδίων της πολυκατοικίας που θα ανέγειρε. Καθ΄ όλη τη διάρκεια της επίσκεψης ο Εναγόμενος 2 - Καθ΄ου η αίτηση συζητούσε με την Εναγομένη 3 - Καθ΄ης η αίτηση διάφορες λεπτομέρειες που αφορούσαν το συγκεκριμένο έργο και λόγω αυτής της συμπεριφοράς τους η ίδια είχε πεισθεί και ζήτησε να της υποδειχθεί το οικόπεδο στο οποίο θα ανεγειρόταν η πολυκατοικία. Της αναφέρθηκε από τον Εναγόμενο 2 - Καθ΄ου η αίτηση ότι η τιμή του διαμερίσματος ανερχόταν στις €145.000 και ότι αν κατέβαλλε άμεσα προκαταβολή ύψους €75.000 η τιμή πώλησης θα μειωνόταν στις €125.
- Την 01/08/2020 κατέβαλε στον Εναγόμενο 2 - Καθ΄ου η αίτηση το ποσό των €75.000, ως προκαταβολή για την αγορά του διαμερίσματος από την Εναγόμενη 1 - Καθ΄ης η αίτηση και της παραδόθηκε σχετική απόδειξη ημερομηνίας 28/08/
- Κατέβαλε επίσης, τον Αύγουστο 2020, επιπρόσθετο ποσό ύψους €50.000 με το οποίο ως της είχε αναφέρει ο Εναγόμενος 2 - Καθ΄ου η αίτηση θα αγόραζε ανυψωτικά μηχανήματα για την έναρξη των εργασιών. Σύμφωνα με την Ομνύουσα μετά από συνομιλίες με τρίτα πρόσωπα, τον Σεπτέμβρη 2020, περιήλθε στην αντίληψή της ότι ο Εναγόμενος 2 - Καθ΄ου η αίτηση στο παρελθόν, εμπλεκόταν με διάφορες απάτες και είχε αποσπάσει διάφορα χρηματικά ποσά από άλλα πρόσωπα. Λόγω του ότι ανησύχησε τηλεφώνησε του Εναγόμενου 2 - Καθ΄ου η αίτηση ζητώντας του την επιστροφή των λεφτών της και αναφέροντάς του ότι δεν ενδιαφερόταν πλέον για την αγορά του διαμερίσματος. Λόγω του ότι ο Εναγόμενος 2 - Καθ΄ου η αίτηση δεν της επέστρεψε οποιοδήποτε ποσό απευθύνθηκε στην Αστυνομία και υπέβαλλε καταγγελία για την οποία ο Εναγόμενος 2 - Καθ΄ου η αίτηση κατηγορήθηκε και αντιμετωπίζει υπόθεση στο Κακουργιοδικείο. Είναι η θέση της Ομνύουσας ότι η απαίτησή της ύψους €125.000 κινδυνεύει να μείνει ανικανοποίητη αφού υπάρχει κίνδυνος οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 - Καθ΄ων η αίτηση να αποξενώσουν οποιαδήποτε αντικείμενα είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι τους. Σε έρευνα στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών εντοπίστηκε αριθμός οχημάτων εγγεγραμμένων επ' ονόματι του Εναγόμενου 2 - Καθ΄ου η αίτηση, κάποιων εκ των οποίων η εγγραφή είναι μεταγενέστερη της απόσπασης χρημάτων από την ίδια. Επίσης, προκύπτει ότι αγοράστηκε από τον Εναγόμενο 2 - Καθ΄ου η αίτηση ανυψωτικό μηχάνημα αξίας €52.000, του οποίου η πληρωμή είχε γίνει μετά την απόσπαση χρημάτων από την ίδια. Ισχυρίζεται ότι ο μόνος τρόπος να ικανοποιηθεί η απαίτησή της είναι με την παρεμπόδιση του Εναγόμενου 2 - Καθ΄ου η αίτηση από του να αποξενώσει την συγκεκριμένη κινητή περιουσία. Καταλήγει, ότι για σκοπούς απονομής δικαιοσύνης, λόγω του ότι θα είναι δύσκολο έως αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο καθώς και ενόψει του ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημιάς ότι τα αιτούμενα διατάγματα θα πρέπει να εκδοθούν. Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με Ένσταση στην οποία καταγράφονται οκτώ
(8)λόγοι ενστάσεως οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και στερείται νομικού υποβάθρου ή/και ερείσματος, ότι δεν υπάρχει σοβαρό θέμα προς εκδίκαση, ότι δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα η Ενάγουσα - Αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία, ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, ότι δεν έχει αποδειχθεί το κατεπείγον έκδοσης του διατάγματος ή οι ειδικές περιστάσεις για την έκδοσή του, ότι η έκδοση του διατάγματος θα προκαλέσει σοβαρότατες βλάβες ή/και ζημιές στους Εναγόμενους - Καθ΄ων η αίτηση που θα είναι δύσκολο να αποκατασταθούν, ότι η Ενάγουσα δεν έχει καλή υπόθεση εναντίον των Εναγομένων και ότι η Ενάγουσα δεν αποκάλυψε όλα τα γεγονότα ή /και παραποίησε ουσιώδη γεγονότα. Η Ένσταση βασίζεται στην Δ.48 θ.θ. 2 και 4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στα άρθρα 29 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στη γενική πρακτική του Δικαστηρίου, στις συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στη νομολογία. Τα γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν την Ένσταση παρατέθηκαν σε ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2 - Καθ΄ ου η αίτηση ο οποίος τα γνωρίζει προσωπικά λόγω της εμπλοκής του στην υπόθεση. Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε καταχρηστικά αφού μετά την ακύρωση της συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων 1 και 2 της είχε γίνει εισήγηση όπως της επιστραφεί το ποσό που κατέβαλε πλην όμως δεν το αποδέχθηκε. Ισχυρίζεται, ο Ομνύοντας, ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο το κόστος των οικοδομικών εργασιών που εκτελέστηκαν στην οικία της καθώς και στην οικία της μητέρας της. Όσο αφορά την αγορά των οχημάτων υποστηρίζει ότι ο κύκλος εργασιών των Εναγομένων 1 και 2 τους επιτρέπει την αγορά οχημάτων. Επικαλείται, ο Ομνύοντας, το Τεκμήριο της Αθωότητας και υποστηρίζει ότι τα οχήματα υπ΄ αριθμόν 1, 2, 5, 6 και 7 αγοράστηκαν πριν τον επίδικο χρόνο ενώ τα οχήματα υπ΄αριθμόν 3, 4 και 8 κατά τον επίδικο χρόνο. Όσο αφορά το ανυψωτικό όχημα μάρκας MERLO είναι η θέση του ότι δεν είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι του οπόταν δεν μπορεί να πωληθεί, ρευστοποιηθεί ή εκποιηθεί. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση του δραστικού διατάγματος που επιζητείται γιατί επεμβαίνει στην εύρυθμη λειτουργία της Εναγόμενης 1, αφού με τα συγκεκριμένα αυτοκίνητα διακινούνται οι υπάλληλοι της στα εργοτάξια. Προωθεί τη θέση ότι το μέλλον της αγωγής είναι αβέβαιο αφού προτίθενται, οι Εναγόμενοι - Καθ΄ων η αίτηση να εγείρουν σοβαρά θέματα προς εκδίκαση στην υπεράσπισή τους. Εισηγείται ότι δεν αποκαλύπτεται καμία βάση αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 3 - Καθ΄ης η αίτηση και ότι τυχόν έκδοση διατάγματος θα επηρεάσει τον τρόπο που επιθυμεί να διαχειρίζεται την περιουσία της. Κατά την δική του άποψη δεν είναι δίκαιο να απαγορευτεί στην Εναγόμενη 1 και τον Εναγόμενο 2 να διαχειρίζονται την περιουσία τους μόνο για τον λόγο ότι εκκρεμεί εναντίον του Εναγομένου 2 ποινική υπόθεση, αφού η πιθανότητα αθώωσής του είναι υπαρκτή. Καταλήγει, ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης αφού η έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος θα έχει καταστροφικές συνέπειες. Και οι δυο συνήγοροι προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις διαβιβάζοντας στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις στις οποίες εξέθεσαν με λεπτομέρεια τις θέσεις τους. Δεν αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων και θα κάνει αναφορά σ΄αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Είναι και από τις δυο πλευρές αποδεκτά τα ακόλουθα γεγονότα: Ότι η εταιρεία PANTELIS G. CHARALAMBOUS PROPERTY LTD, της οποίας ο Καθ΄ου η αίτηση - Εναγόμενος 2 είναι διευθυντής είχε πωλήσει στην Ενάγουσα - Αιτήτρια ένα διαμέρισμα για το οποίο έλαβε χρηματικό ποσό ύψους €125.000. Η συμφωνία δεν τελεσφόρησε και η Ενάγουσα - Αιτήτρια ζήτησε την επιστροφή των λεφτών της πράγμα που δεν έγινε και αναγκάστηκε αρχικά να καταγγείλει τον Εναγόμενο 2 - Καθ΄ου η αίτηση στην Αστυνομία για απόσπαση χρημάτων και στη συνέχεια να καταχωρίσει την υπό κρίση αγωγή καθώς και την υπό κρίση Αίτηση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί, θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για έκδοση τέτοιου είδους διαταγμάτων. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς. Το άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν, για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα, είναι οι εξής: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Όσον αφορά τις προϋποθέσεις για την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος και κατά πόσο αυτές ικανοποιούνται στην υπό εξέταση υπόθεση, καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111. Επιπρόσθετα, με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express
(1998)1(A) A.A.Δ. 149). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Recnex Trading Limited, Ιωάννη Μιχαηλίδη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Εφ. 71/2011 ημερ. 16/04/2014: « Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ΑΒΡ Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 και στην Πολιτική Έφεση 52/10 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. E. Σιακατίδου, ημερ. 19.3.2014. Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.» Στην υπόθεση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής : « Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ.
- Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». Βλ. επίσης Hazelwood Investment & Finance Ltd v. XXX Manuel κ.α. Πολ. Εφ. Ε14/17 και Ε209/17 ημερ. 16/07/
- Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Ο αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής του και ενίοτε της διατήρησής του σε ισχύ. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων, στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση, τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, δεδομένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις, των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, είναι αν έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους της Ενάγουσας - Αιτήτριας ώστε σε συσχετισμό με τη δικογραφία της Αίτησης και το αγώγιμο της δικαίωμα να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, σελ. 257-258). Προκύπτει από γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι στις 28/08/2020 Εναγόμενος 2 - Καθ΄ου η αίτηση είχε εισπράξει το συνολικό ποσό των €125.000 σε μετρητά από την Ενάγουσα - Αιτήτρια σύμφωνα και με τα Τεκμήρια Γ και Δ, που έχουν επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, για την αγορά διαμερίσματος στην πολυκατοικία «ΠΑΝΕΥΤΥΧΙΑ ΚΩΡΤ». Σύμφωνα με την κατάθεση του Εναγόμενου 2 - Καθ΄ου η αίτηση στην Αστυνομία, Τεκμήριο Ε στην Αίτηση, είχε πει ψέματα στην Ενάγουσα - Αιτήτρια ότι θα έκτιζε τη συγκεκριμένη πολυκατοικία σε συγκεκριμένο οικόπεδο το οποίο της είχε υποδείξει στο Μακένζυ με απώτερο στόχο να εισπράξει το συνολικό ποσό των €125.000 γιατί το χρειαζόταν. Στη βάση των πιο πάνω αναφερθέντων γεγονότων, τα οποία παρέμειναν αδιαμφισβήτητα, έκδηλα καθίσταται φανερό ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια έχει αποδείξει στο βαθμό που απαιτείται, στα πλαίσια εξέτασης αυτής της φύσης των αιτήσεων, ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση με βάση το δικόγραφό της και συνεπώς πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32, της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Το βάρος απόδειξης ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις βαραίνει την Ενάγουσα - Αιτήτρια και ανατρέχοντας στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων Γ, Δ και Ε, τα οποία έχουν επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, η Ενάγουσα - Αιτήτρια έχει πετύχει να αποσείσει το βάρος αυτό στο βαθμό που απαιτείται σε τέτοιου είδους αιτήσεις βλ. Χαρούς ν. Χαρούς
(2010)1 ΑΑΔ 267. Όσο αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση είναι αρκετό η Ενάγουσα - Αιτήτρια να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Η Ενάγουσα - Αιτήτρια πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που θα πείσουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται, σ΄ αυτό το στάδιο, από τις ένορκες δηλώσεις και από τυχόν προφορική μαρτυρία σε περίπτωση αντεξέτασης, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ζητηθεί από οποιαδήποτε από τις αντίδικες πλευρές. Η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει η Ενάγουσα συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως υπεδείχθη στην Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολ. Έφ. Ε143/2015, ημερ. 23/03/17 «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.». Το Δικαστήριο έχει κάθε δυνατή ευχέρεια με την εκατέρωθεν ενώπιον του μαρτυρία να σχηματίσει μια εικόνα για τις πιθανότητες επιτυχίας της παρούσας αγωγής. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ήδη εκτεθεί πιο πάνω και είναι η άποψή μου ότι η Αιτήτρια - Ενάγουσα έχει αποδείξει ότι έχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα επιτυχίας αφού έχει καταβάλει το ποσό των €125.000 χωρίς αντάλλαγμα αφού αυτό είναι παραδεκτό από τον Εναγόμενο 2 - Καθ΄ου η αίτηση στην παράγραφο 5(α) της ένορκης δήλωσής του που συνοδεύει την Ένσταση. Οπόταν πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση των διαταγμάτων θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αυτή εξετάζεται απαντώντας το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή, αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ της Ενάγουσας - Αιτήτριας στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Οι νομολογιακές αρχές που καθορίζουν τον τρόπο προσέγγισης του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αυτής της προϋπόθεσης επαναβεβαιώνονται στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Εφ. Ε203/2013, ημερ. 11/09/2019, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Η τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, αφορά στο κατά πόσο, χωρίς την έκδοση του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, στον αιτητή, σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση όπου αυτή, επιτύχει στις αξιώσεις του. Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 ΑΑΔ 1245 αναφέρθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 A.A.Δ. 1848. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Η πιο πάνω νομολογία σαφώς προσδιορίζει ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την υποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των αιτητών. Το θέμα αυτό, βεβαίως, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και συμπεριλαμβάνονται μέσα στην ένορκη δήλωση, επί του προκειμένου, των εφεσειόντων.». Είναι νομολογημένο η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσουν οι Εναγόμενοι - Καθ΄ων η αίτηση να ικανοποιήσουν απόφαση που, ενδεχομένως, ληφθεί εναντίον τους. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης. Αφορά δε την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων προς ικανοποίηση τυχόν μελλοντικής απόφασης υπέρ της Ενάγουσας - Αιτήτριας. Στην υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδης (Αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 14 αποσαφηνίστηκε η δυνατότητα έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της μαρτυρίας, υφίσταται βάσιμος κίνδυνος η απόφαση υπέρ της Ενάγουσας να παραμείνει ανικανοποίητη. Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της χρηματικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Στο Σύγγραμμα του Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη «Διατάγματα», στη σελίδα 132 αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: «Δηλαδή αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη». Οι αξιώσεις της Ενάγουσας - Αιτήτριας ως αυτές εμφαίνονται στο Κλητήριο Ένταλμα αποτιμώνται σε χρήμα ως εκ τούτου, η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της όμως ο Εναγόμενος 2 - Καθ΄ου η αίτηση δεν έχει προωθήσει οποιονδήποτε ισχυρισμό περί φερεγγυότητας της Εναγομένης 1 - Καθ΄ης η αίτηση ή του ιδίου. Αντιθέτως το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Ε που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση καταδεικνύει ότι ο Εναγόμενος 2 - Καθ΄ου η αίτηση αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες ή αντιμετώπιζε τέτοιες δυσκολίες το 2020, ισχυρισμός που δεν ανατράπηκε. Οπόταν, ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση. Ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 2 - Καθ΄ου η αίτηση που αφορά το χρόνο αγοράς των συγκεκριμένων οχημάτων και το γεγονός ότι χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά των υπαλλήλων της Εναγόμενης 1 - Καθ' ης αίτηση μόνο περιορισμένη αξία έχει αφού δεν υποστηρίχθηκε δεόντως με την απαραίτητη μαρτυρία. Το θέμα που απομένει για απόφαση από το Δικαστήριο είναι το θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας κατά πόσο, δηλαδή, είναι δίκαιο ή κατάλληλο υπό τις περιστάσεις να εκδοθούν τα διατάγματα. Το απαιτούμενο «ισοζύγιο της ευχέρειας» σχετίζεται με το καθήκον του Δικαστηρίου να σταθμίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει για τον οποιονδήποτε ενάγοντα ή τον εναγόμενο αναλόγως αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να έχει λιγότερους κινδύνους αδικίας. Οι φόβοι που έχουν καταγραφεί από την Αιτήτρια - Ενάγουσα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση είναι εύλογοι και διαπιστώνεται η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης, η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ της. Βλ. Phasarias (Auto Centre) Ltd ν. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785. Στην πρόσφατη απόφαση Αντώνης και Φουλής Μιχαήλ Λιμιτεδ ν. Ιωαννίδη Πολ. Εφ. Ε44/14 ημερ. 16/07/19 νομολογήθηκε ότι αυτό το κεφάλαιο εξετάζεται με βάση το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης, όπως χαρακτηρίστηκε. Ο λόγος της πρόσφατης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου Πολ. Εφ. 7/18 ημερ. 21/03/19 είναι περιεκτικός και διαφωτιστικός: «Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Όπως είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο (Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(B) AΑΔ 1237, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας πρωτόδικου Δικαστηρίου προς έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, εκτός εάν διαπιστώσει ότι ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών που η νομολογία αναγνωρίζει, υπό το φως πάντα των ιδιαίτερων γεγονότων που περιβάλλουν την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. ». Συνεπώς, πρέπει να εξετασθεί η επίδραση που ενδεχομένως θα έχει τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων στα συμφέροντα των δύο πλευρών. Ένας σημαντικός παράγων είναι η έκταση κατά την οποία οι οποιεσδήποτε απώλειες του κάθε μέρους θα είναι αδύνατο να αποζημιωθούν με αποζημιώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης κλίνει υπέρ της Ενάγουσας - Αιτήτριας αφού η ανάγκη προστασίας της πρέπει να σταθμίζεται προς την αντίστοιχη ανάγκη των Εναγομένων - Καθ΄ ων η Αίτηση. Παρά το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 - Καθ΄ων η Αίτηση προώθησαν τον ισχυρισμό ότι έχουν μεγάλο κύκλο εργασιών δεν προσκόμισαν οποιοδήποτε στοιχείο προς υποστήριξη της θέσης τους. Επίσης το γεγονός ότι κάποια από τα αυτοκίνητα είχαν αγοραστεί πριν η Αιτήτρια - Ενάγουσα παραδώσει το συγκεκριμένο ποσό στον Καθ΄ου η αίτηση - Εναγόμενο 2 δεν συνιστά λόγο για να μην εκδοθεί το οποιοδήποτε διάταγμα. Το ζητούμενο είναι κατά πόσο οι Καθ΄ων η αίτηση - Εναγόμενοι 1, 2 και 3, στην περίπτωση που εκδοθεί απόφαση εναντίον τους μπορούν να ανταποκριθούν οικονομικά. Με τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου θεωρώ ότι στην περίπτωση που δικαιωθεί η Αιτήτρια - Ενάγουσα είναι προφανές ότι δεν θα μπορεί να εκτελέσει την απόφασή της. Επαναλαμβάνεται ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ίχνος μαρτυρίας σε σχέση με τη σημερινή οικονομική κατάσταση των Εναγομένων 1, 2 και 3 - Καθ΄ων η αίτηση. Αφού εξέτασα ενδελεχώς τις αντίστοιχες θέσεις των δυο πλευρών από το σύνολο των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι πληρείται και αυτή η προϋπόθεση. Η ταλαιπωρία που θα υποστούν οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 - Καθ' ων η αίτηση από την έκδοση του οποιουδήποτε διατάγματος, είναι πολύ λιγότερη από αυτή που θα υποστεί η Ενάγουσα - Αιτήτρια από την μη έκδοση του. Εν πάσει περιπτώσει η εξουσία έκδοσης διατάγματος ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης πηγάζει από το ίδιο το άρθρο 32
(2)του Ν.14/60 αλλά και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου δυνάμει των αρχών της επιείκειας. Κρίνω ότι έκδοση ενός εκ των αιτούμενων διαταγμάτων δικαιολογείται. Καταληκτικά θεωρώ ότι το ένα από τα ζητούμενα διατάγματα και συγκεκριμένα το Α μπορεί να εκδοθεί. Όμως ως προς τα λοιπά διατάγματα που ζητούνται θεωρώ ότι δεν θα πρέπει να αποδοθούν. Το υπό Β της Αιτήσεως είναι πολύ ευρύ και γενικό και εκτείνεται σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων 1 , 2 και 3 - Καθ΄ων η αίτηση ενώ η αξίωση της Εναγόμενης - Αιτήτριας είναι συγκεκριμένη και προσδιορίζεται στις €125.000. Όσο αφορά το αιτούμενο διάταγμα στην παράγραφο Γ της Αιτήσεως δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία που να δικαιολογεί την έκδοσή του. Tα νομικά και πραγματικά θέματα που εγείρονται στην παρούσα Αίτηση προς εξέταση και τα οποία σε τελευταία ανάλυση συνθέτουν τα επίδικα της παρούσας υπόθεσης θέματα σαφώς και δεν είναι σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας που θα απαντηθούν προς επίλυση της διαφοράς βλ. Ιερά Μονά Κύκκου δια του Ηγουμένου της Παν. Μητροπολίτη Κύκκου & Τυλληρίας κ. κ. Νικηφόρου ν. White Moon Services Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ.
- Το ζητούμενο εν προκειμένω δεν είναι η διαμόρφωση οριστικής κατάληξης για την υπόθεση της Αιτήτριας - Ενάγουσας. Υπό τις περιστάσεις και με δεδομένο ότι έχω ικανοποιηθεί από την Ενάγουσα - Αιτήτρια ότι συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960 σε σχέση με ζητηθέν υπό της παραγράφου Α της Αίτησης διάταγμα θα ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια και θα το εκδώσω. Ως προς τα υπόλοιπα διατάγματα που ζητούνται η αίτηση θα απορριφθεί. Συνεπακόλουθα εκδίδεται διάταγμα ως η παρά. Α της Αιτήσεως ημερ. 19/07/
- Το διάταγμα θα έχει ισχύ μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή μέχρι να δοθεί άλλη διαταγή από το Δικαστήριο. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, η Αιτήτρια - Ενάγουσα δικαιούται στα έξοδά της. Οι Καθ΄ων η Αίτηση - Εναγόμενοι 1, 2 και 3 να καταβάλουν τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν όμως στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο