← Κύπρος

HUSSEIN ν. ABBAS κ.α., Αρ. Αγωγής: 1004/19, 3/11/2021

HUSSEIN ν. ABBAS κ.α., Αρ. Αγωγής: 1004/19, 3/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A201 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1004/19 Μεταξύ: XXXXX XXXXX XXXXX HUSSEIN Ενάγοντας και

  1. XXXXX ABBAS
  2. A.C. EUROPA PROPERTIES LIMITED
  3. XXXXX ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ
  4. XXXXX ΧΑΣΑΠΗΣ
  5. XXXXX ΧΑΣΣΑΠΗΣ Εναγόμενων ------------------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερομ. 10/03/2020 για αντεξέταση ενάγοντος Ημερομηνία: 03 Νοεμβρίου,
  6. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές - Εναγόμενους 2- 5: κ. Καπελάκης για Ε.Πελεκάνος & Σία και Β. & Α. ΛΟΙΖΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ου η Αίτηση - Ενάγοντα: κα. Γιατρού για Ν. Θρασυβούλου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση τους οι Εναγόμενοι 2 - 5 - Αιτητές ζητούν από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης του Ενάγοντα κατά την ακρόαση της αίτησης για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων ημερ. 17/09/2019 σε σχέση με το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής του ημερ. 19/02/2020 ήτοι την παρά. 4 καθώς και επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του δικηγόρου Γιαννάκη Βασιλείου ημερ. 19/07/2019 σε σχέση με τις παρ. 24 -
  7. Η αίτηση βασίζεται στην Δ.1, Δ.2, Δ.27, Δ.29, Δ.39 θ.θ.1 - 21, Δ.48 θ.θ.1 - 4

(1),
(2)και 8 - 13, Δ.55, Δ.57 θ.θ.1 - 4, Δ.64 θ.θ.1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 29 - 32 και 35 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 4 - 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο, Ν.31(Ι)/1992, στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στις αρχές της Νομολογίας και της Επιείκειας, στην πρακτική και στις συμφυείς και γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση παρατίθενται στην ένορκη δήλωση του XXXXX Χασάπη, Εναγομένου 4, ο οποίος γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα. Είναι ένας εκ των διευθυντών της Εναγόμενης 1 εταιρείας και είναι εξουσιοδοτημένος από τους Εναγόμενους 2, 3 και 5 στον καταρτισμό της ενόρκου δηλώσεως. Σύμφωνα με τον ομνύοντα ο Ενάγοντας καταχώρισε στις 19/07/2019 την υπό αναφορά αγωγή μαζί με αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, η οποία αίτηση αντιμετωπίστηκε με ένσταση, από τους Εναγόμενους 2 - 5, καταχωρισθείσα στις 11/11/
  1. Στις 13/02/2020 με άδεια του Δικαστηρίου καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Κατά την κρίση του Ομνύοντα στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Ενάγοντα προβλήθηκαν ισχυρισμοί οι οποίοι είναι αντίθετοι και ασυμβίβαστοι με την αρχική ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 19/07/2019 και οι οποίοι χρήζουν διευκρίνισης. Είναι η θέση του ότι οι Εναγόμενοι 2 - 5 επιθυμούν να αντεξετάσουν τον Ενάγοντα σε σχέση με τον ισχυρισμό που προβάλλει, στην παρά. 4v, για την πλαστογράφηση της υπογραφής του στο πληρεξούσιο έγγραφο δυνάμει του οποίου έγινε η πώληση του ακινήτου στους Εναγόμενους 3 και
  2. Θέλουν να διερευνήσουν το συγκεκριμένο θέμα λόγω του ότι δεν αμφισβητείται το ειδικό πληρεξούσιο ημερ. 25/10/2018 - ψήφισμα, με το οποίο αγοράστηκε το ακίνητο και μεταβιβάστηκε επ΄ ονόματι της Εναγόμενης 2, τα δυο πληρεξούσια εκτελέστηκαν και πιστοποιήθηκαν ταυτόχρονα, πλην όμως αμφισβητεί το πληρεξούσιο με το οποίο πωλήθηκε. Περαιτέρω ισχυρίζεται ο Ομνύοντας ότι ο Ενάγοντας θα πρέπει να αντεξεταστεί σε σχέση με τις ενέργειές του για να ενημερωθεί για το τι συνέβη καθώς και για ποιο λόγο δεν επέλεξε να τύχει πληροφόρησης από δικηγορικό γραφείο, που τον εκπροσωπούσε και συνεχίζει να τον εκπροσωπεί σε δικαστικές διαδικασίες, για τα θέματα των μεταβιβάσεων του ακινήτου και των μετοχών, θέματα στα οποία γίνεται αναφορά στις παρα. 24 μέχρι 27 της ένορκης δήλωσης του κ. Γιαννάκη Βασιλείου ημερ. 19/07/
  3. Καταλήγει, ο Ομνύοντας, ότι η αντεξέταση επί των συγκεκριμένων θεμάτων είναι επιβεβλημένη για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα πραγματικά γεγονότα έτσι ώστε να καταστεί ικανό το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και για να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Ο Ενάγοντας αντιμετώπισε την αίτηση με την καταχώριση ένστασης στην οποία αριθμούνται 34 λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι κατά κύριο λόγο επαναλαμβάνονται και μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι δεν αποκαλύπτονται οποιεσδήποτε εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την έγκριση της αίτησης. Ότι έκδοση του διατάγματος θα οδηγήσει στην εξέταση θεμάτων που εκφεύγουν του πλαισίου της υπό κρίση ενδιάμεσης αίτησης. Ότι η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, κακόπιστη και σκοπεί στο να μετατρέψει τη διαδικασία σε κυρίως δίκη. Ότι επιχειρείται η εκμαίευση μαρτυρίας και δεν διευκρινίζεται πως η αντεξέταση του Ενάγοντα σχετίζεται με τη διαδικασία. Ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει τα ζητήματα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με όσα έχουν τεθεί ενώπιον του και ότι εάν επιτραπεί η σκοπούμενη αντεξέταση θα μετατραπεί η εκδίκαση της αίτησης σε κυρίως δίκη. Ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.39 και της νομολογίας. Ότι δεν επιτρέπεται η αντεξέταση σε θέματα για τα οποία υπάρχει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων η οποία σκοπεί στην μείωση της αξιοπιστίας των ενόρκως δηλούντων. Ότι η προτεινόμενη αντεξέταση θα περιπλέξει και θα καθυστερήσει την εκδίκαση της αίτησης. Ότι εάν επιτραπεί η αιτούμενη αντεξέταση το Δικαστήριο θα ασχοληθεί με τις διιστάμενες θέσεις των διαδίκων σε σχέση με γεγονότα και νομικά ζητήματα που αποτελούν την ουσία της διαφοράς. Και ότι σκοπεί στο να πλήξει την αξιοπιστία του Ενάγοντα. Ως νομικό υπόβαθρο για την ένσταση καταγράφηκε το Άρθρο 30 του Συντάγματος, το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, οι Δ.33, Δ.36, Δ.38, Δ.39 θ.θ.1 - 21, Δ.48 θ.θ 1-9 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, τα άρθρα 4 - 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, τα άρθρα 29 - 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, η σύμφυτη και εγγενής εξουσία του Δικαστηρίου, οι αρχές της επιείκειας, οι αρχές της ισότητας των όπλων, της αναλογικότητας και της δίκαιης δίκης, η νομολογία και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε με ένορκη δήλωση του ίδιου του Ενάγοντα, ο οποίος γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα δεν αποκαλύπτονται, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, οποιεσδήποτε εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την έγκριση της. Αντίθετα αποκαλύπτονται αυθαίρετα συμπεράσματα και ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες του Εναγόμενου
  4. Είναι η θέση του ότι έκδοση του ζητούμενου διατάγματος θα παρασύρει το Δικαστήριο στην εξέταση θεμάτων που εκφεύγουν του πλαισίου εξέτασης της ενδιάμεσης αίτησης και επεκτείνονται επί της ουσίας της υπόθεσης. Προωθεί τη θέση πως δεν διευκρινίζεται στην αίτηση με ποιο τρόπο σχετίζεται η αντεξέταση του Ενάγοντα με τους επιδιωκόμενους σκοπούς της ένστασης αφού η διαδικασία για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δεν προσφέρεται για αντεξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων αλλά ούτε και για να τονιστούν ή να υποδειχθούν αντιφάσεις. Προωθεί την άποψη ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε αναγκαιότητα για αντεξέταση του Ενάγοντα αφού το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει τα ζητήματα που είναι ενώπιον του από το περιεχόμενο του φακέλου και τα όσα έχουν κατατεθεί. Προωθεί τη θέση ότι έγκριση του αιτήματος ουσιαστικά θα οδηγήσει στην εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και θα μετατρέψει την αίτηση για προσωρινά διατάγματα σε κυρίως δίκη και θα οδηγήσει το Δικαστήριο στο να εξετάσει την αξιοπιστία του Ενάγοντα. Είναι η δική του θέση ότι δεν μπορεί να επιτραπεί στους Εναγόμενους 2 - 5 να χρησιμοποιήσουν την εκκρεμούσα διαδικασία για σκοπούς εξαγωγής οριστικών ευρημάτων αξιοπιστίας μαρτύρων ή συμπερασμάτων, σε σχέση με γεγονότα που αφορούν τα επίδικα θέματα της αγωγής. Καταλήγει ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Και οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου και θα αναφερθεί σ' αυτό όπου το κρίνει απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τη Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε το 1999: «Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Η Διαταγή 39, θ. 1 προβλέπει: «Κατόπιν αιτήσεως μαρτυρία μπορεί να δοθεί με ένορκο κατάθεση (δήλωση) αλλά το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί, κατόπιν παρακλήσεως οιουδήποτε των διαδίκων, να διατάξει την παρουσία του καταθέτη για αντεξέταση». Στην αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια Order 38, βλ. Annual Practice 1958, στη σελ. 865, επεξηγείται η άσκηση της δικαστικής εξουσίας με έμφαση στο γεγονός ότι δεν υπάρχει υποχρέωση για έκδοση τέτοιου διατάγματος. Ανάλογη θέση καταγράφεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τομ. 21, παρ. 878, σελ. 418-419 όπου αναγράφονται τα εξής: «The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion. » Στην απόφαση Λ. Μήλου κ.α. Αιτ. 18/08,
(2008)1 ΑΑΔ 280, στην οποία με έχει παραπέμψει και ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών, όπου εξετάστηκε η ορθότητα ή μη της απόρριψης του αιτήματος γι΄ αντεξέταση, το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση τονίζοντας πως η αίτηση που στηριζόταν στη Δ.39 θ. 1, παρείχε τη διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να την εγκρίνει ή να την απορρίψει, ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Για τούτο σημαντικό στοιχείο αποτελεί το είδος της αίτησης και τα στοιχεία που πρέπει να αποδεικνύονται και να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Σημειώνεται ότι με την υπό κρίση Αίτηση ζητείται η αντεξέταση δυο προσώπων του Ενάγοντα και του Ομνύοντα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, κ. Βασιλείου. Η εξουσία του Δικαστηρίου, δυνάμει της Δ.39 θ.1, θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και να εξυπηρετεί τους σκοπούς της σχετικής δικονομικής πρόνοιας. Για να δοθεί άδεια αντεξέτασης θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι το αμφισβητούμενο γεγονός είναι σχετικό με την αίτηση και ουσιώδες. Θεωρώ απαραίτητο να καταγράψω το ακόλουθο απόσπασμα από το σκεπτικό της απόφασης Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Washed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 ΑΑΔ 1660: «Tο ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος διέπεται από τον θ.1 της Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών σύμφωνα με το οποίο σε αίτηση μπορεί να δοθεί μαρτυρία με ένορκη δήλωση πλην όμως το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται με παράκληση οποιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει όπως ο ομνύσας την ένορκη δήλωση παρουσιαστεί για αντεξέταση. Επομένως το θέμα εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Για τα κριτήρια άσκησης της διακριτικής αυτής ευχέρειας μπορούμε να αντλήσουμε χρήσιμη καθοδήγηση από τα κρατούντα στην Αγγλία. Σύμφωνα με την υποσημείωση (α) της παραγράφου 74 των Halsbury's Laws of England, 3rd Ed., Vol. 11, οι ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την ένσταση στην αίτηση Habeas Corpus πρέπει να καταχωρούνται πριν από την ημερομηνία της ακρόασης. Πρόσθετες ένορκες δηλώσεις μπορεί να καταχωρούνται αν δοθεί άδεια κατά την ακρόαση και μπορεί να δοθεί άδεια σε οποιοδήποτε από τους διαδίκους να καταχωρήσουν πρόσθετες ένορκες δηλώσεις σε σχέση με ένα νέο ζήτημα το οποίο εγείρεται από τις ένορκες δηλώσεις του αντιδίκου. Αντεξέταση επί των ενόρκων δηλώσεων δεν επιτρέπεται (Βλ. R. v. Kent Justices ex parte Smith [1928] W.N. 137 και την σημείωση της Δ.59, θ.44 των Παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών). Σύμφωνα με αυτή τη σημείωση αντεξέταση επί των ενόρκων δηλώσεων πολύ σπάνια επιτρέπεται. Η σημείωση παραπέμπει στην R. v. Kent Justices (πιο πάνω) και στην R. v. Stokesley Justices [1956] 1 W.L.R. 254. Στην τελευταία αυτή υπόθεση αναφέρεται ότι «πιθανόν αυτή θα είναι η πρώτη υπόθεση στην πρόσφατη ιστορία στην οποία έγινε αίτηση σε διαδικασία προνομιακών ενταλμάτων για άδεια αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων. Άδεια δεν έχει ποτέ δοθεί ή τουλάχιστο δεν έχει δοθεί για μεγάλο αριθμό ετών». Στην Stokesley (πιο πάνω) γίνεται αναφορά στην Kent Justices (πιο πάνω) στην οποία λέχθηκαν τα εξής (σε δική μου μετάφραση): «Για περίπου 50 ή 60 χρόνια δεν έχει εκδοθεί διάταγμα για την αντεξέταση ομνύσαντος. Ήταν αρκετό να προστεθεί ότι δεν υπήρχε πιθανότητα να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα εκτός σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις και ότι δεν έχουν αποδειχθεί τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις στην παρούσα υπόθεση.». Πιο πρόσφατα στην απόφαση Χαράλαμπος Ανδρέα Κουππά ν. Πουλλάς Τσαδιώτη ΛΤΔ κ.α. Πολ. Εφ.312/10 ημερ. 17/07/14 κατεγράφησαν, σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα, τα ακόλουθα σχετικά: «Εξάλλου στις υπό συζήτηση διαδικασίες, άδεια για αντεξέταση σπάνια δίδεται (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660 και σύγγραμμα Injunctions του David Bean, 8η έκδοση, σελ. 70-71) εφόσον στις διαδικασίες αυτές το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητουμένων γεγονότων.». Με την υπό κρίση Αίτηση ζητείται η αντεξέταση του Ενάγοντα σε σχέση με την παρά. 4v της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του, η οποία ουσιαστικά αφορά τον ισχυρισμό του περί πλαστότητας του πληρεξουσίου, μέρος του Τεκμηρίου 1 στην Ένσταση των Καθ΄ων η αίτηση και όχι Τεκμήριο 2 όπως λανθασμένα ισχυρίζεται ο Ενάγοντας σ αυτή τούτη την παρά. 4ν της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής του. Οι Αιτητές - Εναγόμενοι επικαλούνται ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του Ενάγοντα έρχεται σε αντίφαση με γεγονότα τα οποία ο ίδιος ο Ενάγοντας έχει αποδεχθεί. Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση των Εναγομένων - Αιτητών υποβλήθηκε στο πλαίσιο μιας παρεμπίπτουσας διαδικασίας η οποία βασίζεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60. Όπως έχει νομολογηθεί όταν εξετάζεται κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το εν λόγω άρθρο το Δικαστήριο δεν εξετάζει στην ουσία της διαφοράς. Ειδικότερα, δεν αξιολογεί την προσφερόμενη μαρτυρία και ούτε προβαίνει σε ευρήματα επί γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση των αναγκαίων στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων που θέτει το συγκεκριμένο άρθρο. Ερχόμενη τώρα στις παραγράφους για τις οποίες ζητείται η αντεξέταση του Ενάγοντα, θεωρώ ότι τα όσα αναφέρονται σε σχέση με την παρά. 4v της ένορκης του δήλωσης, αυτά είναι θέματα που αφορούν την ουσία της αγωγής και όχι τα πλαίσια της αίτησης για έκδοση απαγορευτικών Διαταγμάτων. Όσον αφορά τις παρα. 24 με 28 της ένορκης δήλωσης του κ. Βασιλείου και πάλι είναι θέμα που αφορά την ουσία της αγωγής. Θεωρώ ότι η προσπάθεια των Εναγομένων - Αιτητών είναι να πλήξουν γενικά την αξιοπιστία των δύο ενόρκως δηλούντων μέσα από τα πλαίσια της ενδιάμεσης διαδικασίας έκδοσης απαγορευτικών Διαταγμάτων καθώς επίσης και να διαπιστώσουν λεπτομέρειες σε σχέση με τη μαρτυρία που θα προσκομιστεί κατά την ακρόαση της ουσίας. Έχει καταδειχθεί από τη νομολογία ότι ο κλονισμός της αξιοπιστίας του ενόρκως δηλούντα και μόνον δεν μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. Όπως προκύπτει από τα όσα αναφέρονται στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση του Λευτέρη Μήλου (ανωτέρω) αντεξέταση ενόρκως δηλούντα είναι επιτρεπτή επί ζητημάτων τα οποία είναι αναγκαία για την επίλυση του θέματος που αφορά η εκάστοτε αίτηση, αλλά δεν θα πρέπει να δίδεται άδεια για αντεξέταση όταν αυτή εμφανώς θα επεκτείνει τη συζήτηση της Αίτησης σε μη αναγκαία για την εξέταση της Αίτησης ζητήματα, πολύ περισσότερο δε όταν η αντεξέταση αφορά σε ζητήματα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης και της διαφοράς των διαδίκων. Γι' αυτό και πιστεύω ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων ανεξέτασης με βάση τις αρχές της νομολογίας όπως έχουν ανωτέρω εξεταστεί. Επιπρόσθετα το γεγονός ότι οι Αιτητές δεν παρέχουν τις αναγκαίες εξηγήσεις ούτε εξειδικεύουν και/ή προσδιορίζουν και/ή αποδεικνύουν τον λόγο και δη τον καλό λόγο για τον οποίο αιτείται την αντεξέταση του Ομνύοντα στην Αίτηση και του Ενάγοντα, ως καθιερώνεται νομολογιακά, καθιστά κατά την κρίση μου την Αίτηση απορριπτέα. Κρίνω ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντεξέτασης όχι μόνον δεν θα εξυπηρετήσει το συμφέρον και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, ως η νομολογία επιβάλλει, αλλά αντίθετα θα εκτρέψει την διαδικασία από την ορθή της διάσταση, μετατρέποντας ανεπίτρεπτα την εκδίκαση της αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων σε δίκη επί της ουσίας και αναπόφευκτα θα οδηγήσει στην άσκοπη ανάλωση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και/ή σε κατάχρηση διαδικασίας. Συνακόλουθα η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Καθ΄ου η Αίτηση - Ενάγοντα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν όμως στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .................. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α. Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.