← Κύπρος

Λουκαϊδη ν. Γενικού Εισαγγελέα, Αγωγή Αρ.: 1419/18, 9/11/2021

Λουκαϊδη ν. Γενικού Εισαγγελέα, Αγωγή Αρ.: 1419/18, 9/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A202 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου- Αντωνίου, Α.Ε. Δ. Αγωγή Αρ.: 1419/18 Μεταξύ: XXXXX Λουκαϊδη Ενάγοντα -και- Γενικού Εισαγγελέα Εναγόμενου ----------------------------------------- Απόφαση στην εκδίκαση νομικού σημείου προδικαστικά Ημερομηνία: 09 Νοεμβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Καθ΄ου η Αίτηση: κ. Λουκαϊδης για Λουκή Λουκαίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο - Αιτητή: κα Τσαγγάρη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα. ----------------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η συνήγορος του Εναγόμενου στην καταχωρηθείσα Υπεράσπισή της ημερ. 23/05/2019, ήγειρε τρείς προδικαστικές ενστάσεις και στις 14/09/2020 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα όπως οι ενστάσεις αποφασιστούν προδικαστικά. Οι συγκεκριμένες προδικαστικές ενστάσεις αφορούν, η πρώτη τον ισχυρισμό ότι η αγωγή είναι σκανδαλώδης και ενοχλητική (frivolous and vexatious) και δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εναγόμενου γιατί στρέφεται εναντίον απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου που εκδόθηκε στο πλαίσιο της Ποιν. Υπ.XXXXX/15 και καταχωρείται κατά παράβαση του άρθρου 4

(4)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου. Η δεύτερη αφορά το ότι δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εναγόμενου και η τρίτη αφορά το γεγονός ότι η υπό κρίση αγωγή είναι καταχρηστική γιατί αφορά πράξεις του Δικαστηρίου, οι οποίες δεν ελέγχονται μέσω αγωγής αλλά μέσω του ένδικου διαβήματος της έφεσης. Και οι δυο συνήγοροι προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με γραπτές αγορεύσεις τις οποίες διαβίβασαν προς το Δικαστήριο. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Δημοκρατίας με αναφορά σε νομολογία υποστήριξε ότι η αγωγή θα πρέπει να διαγραφεί λόγω του ότι δεν υπάρχει αιτία αγωγής αφού η αγωγή βασίζεται στο Άρθρο 172 του Συντάγματος, το οποίο αφορά πράξεις των «αρχών της Δημοκρατίας» και το Δικαστήριο δεν συνιστά «αρχή της Δημοκρατίας» αφού το ίδιο το Σύνταγμα διαχωρίζει τις «δικαστικές αρχές της Δημοκρατίας». Περαιτέρω εισηγείται ότι αναθεώρηση της ορθότητας απόφασης που λήφθηκε σε ποινική διαδικασία από Δικαστή δύναται να επιτευχθεί μόνο με την άσκηση έφεσης και όχι με την καταχώριση αγωγής, η οποία θα εκδικαστεί από ομόβαθμo Δικαστή. Σε σχέση με την κατάχρηση της διαδικασίας είναι η θέση της ότι οι πράξεις που περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης δεν ελέγχονται δικαστικά μέσω αγωγής αφού αμφισβητείται η ορθότητα απόφασης Δικαστηρίου κατά την άσκηση των καθηκόντων του και ζητείται από το πρωτόδικο Δικαστήριο να ενεργήσει ως Εφετείο. Στην αντίπερα όχθη ο Καθ΄ου η Αίτηση - Ενάγοντας υποστηρίζει ότι το Άρθρο 172 του Συντάγματος επιτρέπει την καταχώριση αγωγής εναντίον υπαλλήλων ή αρχών της Δημοκρατίας στην άσκηση των καθηκόντων τους. Ισχυρίζεται, ότι η συγκεκριμένη Δικαστής παρέβη τα κατά νόμο καθήκοντά της ως Δικαστής εκδίδοντας απόφαση η οποία ήταν το αποτέλεσμα κακοδικίας και παράβασης του δικαιώματος δίκαιης δίκης. Για τη συγκεκριμένη συμπεριφορά του ο Δικαστής, είναι η θέση του, είναι υπόλογος για αποζημιώσεις. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο γεννάται αγώγιμο δικαίωμα αναφορικά με την δικαστική λειτουργία ενός Δικαστή και συγκεκριμένα σε σχέση με κατ΄ ισχυρισμό δικαστικά λάθη κατά την έκδοση δικαστικής απόφασης. Καθοδηγητικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την παλαιά αγγλική απόφαση στην υπόθεση Sirros v. Moore and others [1972 S. NO1660] 1975 QB 118 όπου στην παρά. 127 διαβάζονται τα ακόλουθα: «Judicial error cannot trigger the liability of a Judge. Only the state may seek to establish the civil liability of a judge through court action in the event it had to award compensation.». Το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο η αγωγή είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική ή και δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα. Η αγωγή στρέφεται κατά απόφασης άλλου Δικαστή κατά την άσκηση των καθηκόντων του, συγκεκριμένα στην Ποιν. Υπ. Αρ. XXXXX/2015 Ε. Δ. Λάρνακας η οποία, σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, ήταν το αποτέλεσμα κακοδικίας και παραβίασης των δικαιωμάτων του Ενάγοντα σε δίκαιη δίκη. Έχει νομολογηθεί ότι το οποιοδήποτε παράπονο που αφορά απόφαση Δικαστή επιλύεται από το Ανώτατο Δικαστήριο και όχι από ομόβαθμο Δικαστήριο, με την καταχώριση έφεσης. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Παπαχριστοφόρου κ.α. ν. Χαραλάμπους
(1991)1 ΑΑΔ 906 διαβάζονται τα ακόλουθα: «Όμως δεν ήταν μέσα στις εξουσίες του πρωτόδικου Δικαστηρίου να ελέγξει κατά πόσο το Δικαστήριο στην αγωγή 4873/83 είχε ενεργήσει μέσα στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του ή καθ' υπέρβασή τους. Αυτό το έργο εμπίπτει μέσα στη σφαίρα της αποκλειστικής αρμοδιότητας του Ανωτάτου Δικαστηρίου.». Ο ευπαίδευτος συνήγορος, Ενάγοντας, υποστηρίζει ότι το Άρθρο 172 του Συντάγματος επιτρέπει αγωγή εναντίον υπαλλήλων ή αρχών της Δημοκρατίας και συνεπακόλουθα εναντίον Δικαστών για τις αποφάσεις τους εν τη ασκήση των καθηκόντων τους. Ανάγνωση των αξιώσεών του, όπως αυτές προκύπτουν από την Έκθεση Απαίτησής του, αποκαλύπτει ότι ζητά δήλωση του Δικαστηρίου ότι άλλη Δικαστής παρανόμησε καταλήγοντας στην απόφασή της στην Ποιν. Υποθ. XXXXX/15 και ότι παρακώλυσε το δικαίωμά του σε έφεση ενώ παράλληλα επιζητεί και γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για την παραβίαση των δικαιωμάτων του. Το Άρθρο 172 του Συντάγματος προνοεί ως ακολούθως: «Η Δημοκρατία ευθύνεται δια πάσαν ζημιογόνον άδικον πράξιν ή παράλειψιν των υπαλλήλων ή αρχών της Δημοκρατίας εν τη ασκήσει των καθηκόντων αυτών ή κατ' επίκλησιν ασκήσεως των καθηκόντων αυτών. Νόμος θέλει καθορίσει τα περί της ευθύνης της Δημοκρατίας.» Οι Δικαστές δεν μπορούν να θεωρηθούν υπάλληλοι της Δημοκρατίας εν την εννοία του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου αφού διορίζονται από το Δικαστικό Συμβούλιο και όχι από την Ε.Δ.Υ., με μια ανεξάρτητη και διαφορετική διαδικασία από αυτή της Ε.Δ.Υ. για να υπηρετήσουν τη Δικαστική Υπηρεσία, η οποία είναι ανεξάρτητη. Έρεισμα για τη συγκεκριμένη θέση προκύπτει από το Άρθρο 122 του Συντάγματος το οποίο ερμηνεύει τον όρο «δημόσιος υπάλληλος» και «δημόσια υπηρεσία» και δεν περιλαμβάνει τους Δικαστές ή την Δικαστική Εξουσία. Επίσης το άρθρο 4
(4)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 διαχωρίζει τους Λειτουργούς της Δημοκρατίας από τους Δικαστές, όσον αφορά την αστική ευθύνη. Αν το επιχείρημα του κ. Λουκαϊδη ήταν ορθό ο νομοθέτης δεν θα προέβαινε στο συγκεκριμένο διαχωρισμό. Στην απόφαση Στυλιανίδη ν. Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Υπ. Αρ. 83/16 ημερ. 05/02/2018 διαβάζονται τα ακόλουθα σχετικά: «Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας εναποθέτει τη στελέχωση της Δικαστικής Υπηρεσίας στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου (Άρθρο 157.2 του Συντάγματος). Οι δικαστικοί διορισμοί είναι, όχι μόνο στενά, αλλά και άρρηκτα συνυφασμένοι με την άσκηση της δικαστικής λειτουργίας. Στην πραγματικότητα, αποτελούν προϋπόθεση γι' αυτήν. Η εναπόθεση των διορισμών των Δικαστών στην ίδια τη δικαστική λειτουργία αποτελεί πτυχή της ανεξαρτησίας της Δικαστικής Εξουσίας και έκφραση της αυτοτέλειας της λειτουργίας της. Ο Νόμος 33/64 εδράζεται σ' αυτήν τη θέση και αντανακλά τη συνταγματική τάξη ...». Συνδυασμένη ανάγνωση των Άρθρων 157.2 και 155 του Συντάγματος και του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες Διατάξεις ) Νόμου Ν.33/64 οδηγούν στην κατάληξη ότι η Δικαστική Υπηρεσία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αρχή της Δημοκρατίας και οι Δικαστές δεν μπορούν να ενταχθούν στον όρο «δημόσιοι υπάλληλοι». Καθοδήγηση για την ανεξαρτησία των Δικαστών παρέχει και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th ed. Reissue, v.8
(2), όπου στη παρά. 304, σελ. 224 διαβάζονται τα ακόλουθα: «304.Immunity of judicial office holders from civil liability. In order to be sure that judicial officers can discharge their functions impartially and without fear of incurring personal civil liability to anyone aggrieved by their acts, comments or decisions, they are in principle immune at common law from civil actions in respect of acts that would otherwise be tortious providing they are done in a judicial capacity in a court of justice.». Σύμφωνα με την αγγλική απόφαση στην υπόθεση Garnett v Ferrand
(1827)6 B & C 611: «This freedom from action and question at the suit of an individual is given by the law to the Judges, not so much for their own sake as for the sake of the public, and for the advancement of justice, that being free from actions, they may be free in thought and independent in judgment, as all who are to administer justice ought to be.» Σύμφωνα με τον Lord Tenterden CJ: «...................................
  1. Those words apply not only to judges of the superior courts, but to judges of all ranks, high and low . They were reinforced in well- [1995] 2 IR 56 at 63 chosen language in relation to a county court judge by Kelly CB in Scott v Stanfield; and to a colonial judge by Lord Esher MR in Anderson v Gorrie [1895] 1 QB 668.». Καθοδηγητικό είναι και το σκεπτικό της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην υπόθεση Asociaţia "Forumul Judecătorilor din România" and Others v Inspecţia Judiciară and Others, Judgment of the Court (Grand Chamber), Joined Cases C-83/19, C-127/19, C-195/19, C-291/19, C-355/19 and C-397/19, της 18ης Μαΐου,
  2. Ο Ενάγοντας χωρίς να έχει εφεσιβάλλει την απόφαση του Δικαστηρίου στην Ποιν. Υπ.8629/15, την οποία θεωρεί παράνομη και αποτέλεσμα έκδηλης κακοδικίας, ζητά από ομόβαθμο Δικαστήριο με αυτό που την έχει εκδώσει να την κηρύξει ως τέτοια και να του αποδώσει αποζημιώσεις. Αποδοχή της θέσης του αυτής θα καταργούσε την αναγκαιότητα ύπαρξης του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και θα επέτρεπε σε ομόβαθμα Δικαστήρια να ελέγχουν τις αποφάσεις άλλων Δικαστηρίων, ομόβαθμων τους, καθιστώντας τα εφετεία. Η θέση του Ενάγοντα δεν έχει ούτε νομικό αλλά ούτε και ουσιαστικό έρεισμα και δεν βρίσκει νομική υποστήριξη στο Νόμο ή στο Σύνταγμα. Αναφορά μπορεί να γίνει στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 22η Έκδ. παρά. 5-103, σελ. 355 στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα: «...............................In other words, the cause of action may be either an abuse of jurisdiction or an absence of jurisdiction. However, a mere allegation that a decision reached was fundamentally wrong provides no basis for an action in tort.» Καταλήγω λοιπών ότι από τη στιγμή που δεν εφεσιβλήθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου ως λανθασμένη δεν τίθεται θέμα εξέτασής της στην υπό κρίση διαδικασία. Δεν αναγνωρίζεται τέτοιο αγώγιμο δικαίωμα από το Σύνταγμα ή τον οποιονδήποτε Νόμο, αναγνωρίζεται μόνο το δικαίωμα άσκησης έφεσης το οποίο ο Ενάγοντας δεν επέλεξε για λόγους που μόνο ο ίδιος γνωρίζει. Συνεπακόλουθα δεν προκύπτει οποιαδήποτε αιτία αγωγής και η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας αγωγής, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται σε βάρος του Ενάγοντα και υπέρ του Εναγόμενου. (Υπ.) ................. Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Α. Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.