← Κύπρος

ΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟ RAWLINS, Αρ. Αίτησης: 22 / 2021, 28/12/2021

ΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟ RAWLINS, Αρ. Αίτησης: 22 / 2021, 28/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A216 Ο ΠΕΡΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΑΝΙΚΑΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΝΟΜΟΣ 23(Ι)/96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 22 / 2021 Επί της αφορώσι τον: XXXXX XXXXX RAWLINS, Αρ. Αγγλικού Διαβατηρίου GBR XXXXX85 εκ Ηνωμένου Βασιλείου ΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟ: XXXXX XXXXX RAWLINS Αρ. Αγγλικού Διαβατηρίου XXXXX12, από Ηνωμένο Βασίλειο - Αιτήτρια ΑΠΟΦΑΣΗ ημερομηνίας 28.12.21 αναφορικά με το δικαιοδοτικό ζήτημα που ήγειρε το Δικαστήριο δυνάμει του Ν.23(Ι)/96 Εμφανίσεις: Για την την Αιτήτρια: κα Μ. Σιακού για Νέστορας Αδάμου Νικηφόρου Δ.Ε.Π.Ε. I. Εισαγωγή

  1. Με την υπό κρίση Γενική Αίτηση (η «Αίτηση»), η Αιτήτρια αξιώνει: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο ο XXXXX XXXXX RAWLINS κηρύσσεται ανίκανος να διαχειρίζεται και / ή να διευθύνει την περιουσία του και / ή τις υποθέσεις του λόγω της νοητικής του κατάστασης ως εκ γεροντικής άνοιας η οποία τον καθιστά ανίκανο και / ή ανήμπορο να ασκήσει την κρίση και βούληση του. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται και / ή να επιτρέπεται η XXXXX XXXXX RAWLINS να υπογράψει εκ μέρους του XXXXX XXXXX RAWLINS το Εκχωρητήριο Έγγραφο το οποίο επισυνάπτεται μεταξύ του XXXXX XXXXX Rawlins και των XXXXX Messina και XXXXX XXXXX Jane Newstead για την εκχώρηση των δικαιωμάτων του XXXXX XXXXX RAWLINS αναφορικά με το ακίνητο με αριθμό εγγραφής XXXXX, Τεμάχιο XXXXX, Φ/Σχ. XLIX / 46, στο χωριό Σκαρίνου της Επαρχίας Λάρνακας στους XXXXX Messina και XXXXX XXXXX Jane. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται και / ή να επιτρέπεται η XXXXX XXXXX RAWLINS να προβεί σε όλες τις δέουσες ενέργειες και να υπογράψει όλα τα αναγκαία έγγραφα και / ή Αιτήσεις και / ή έντυπα προς οποιαδήποτε Αρμόδια Αρχή προκειμένου να κατατεθεί το Εκχωρητήριο Έγγραφο και να εκχωρηθούν τα δικαιώματα του αναφορικά με το ακίνητο με αριθμό εγγραφής XXXXX, Τεμάχιο XXXXX, Φ/Σχ. XLIX / 46, στο χωριό Σκαρίνου της Επαρχίας Λάρνακας στους XXXXX Messina και XXXXX XXXXX Jane. Δ. Διάταγμα δια του οποίου να διατάσσεται και / ή να επιτρέπεται η TERESA ANN RAWLINS να εισπράξει και να καταθέσει το ποσό των €109.020,00 (εκατό εννέα χιλιάδων είκοσι ευρώ) από την Εκχώρηση του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 20 / 02 / 2003 στους XXXXX MESSINA και XXXXX XXXXX XXXXX NEWSTEAD, στον λογαριασμό της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ με αριθμό IBAN XXXXX8101, SWIFT: XXXXX, επ' ονόματι των «Rawlins XXXXX και / ή Rawlins XXXXX»
  2. Η Αίτηση βασίζεται στον περί Διαχείρισης της Περιουσίας Ανικάνων Προσώπων Νόμο 23(Ι)/1996 άρθρα 2 - 8, 10, 12-14 και 18-19, στους περί Νοητικά Ασθενών Κανονισμούς, κ. 22, 23 και 29, στον περί Δικαστηρίων Νόμο αρθρο 32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 άρθρο 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα στη Δ.2 θ.1, 4(β), Δ.25 θ.1-6, Δ.48, θ.1-9, Δ.57, Δ.64, στη νομολογία, στις αρχές της επιείκειας και τις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Αίτηση εκτίθενται στην Ένορκη Δήλωση της κας XXXXX Μπόγκλες, ασκούμενης δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια, ημερομηνίας 11.10.2021 (η «ΕΔ Μπόγκλες»), καθώς και στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Μπόγκλες, ημερομηνίας 29.11.21 (η «ΣΕΔ Μπόγκλες»). II. Η ΕΔ Μπόγκλες
  3. Με την ΕΔ Μπόγκλες, η πλευρά της Αιτήτριας προβάλλει, όπως μπορώ να συνοψίσω τα πιο κάτω: (α) Ο XXXXX XXXXX Rawlins, το κατ' ισχυρισμό ανίκανο πρόσωπο (ο «TR») γεννήθηκε στις 16.9.1948 και είναι σήμερα ηλικίας 73 ετών. Η Αιτήτρια, XXXXX XXXXX Rawlins είναι η σύζυγος του. Οι συγγενείς πρώτου βαθμού του TR είναι η Αιτήτρια και οι δύο υιοί του, XXXXX XXXXX Rawlins και XXXXX XXXXX Rawlins οι οποίοι διαμένουν μόνιμα στο Ηνωμένο Βασίλειο. (β) Τα τελευταία χρόνια η νοητική κατάσταση του TR δεν ήταν καλή και μέρα με την μέρα επιδεινωνόταν. Έτσι στις 21.3.2019 υπογράφθηκε πληρεξούσιο έγγραφο (Lasting Power of Attorney) στο Ηνωμένο Βασίλειο μεταξύ της Αιτήτριας και των δύο αναφερόμενων υιών του και του Κυβερνητικού Γραφείου του Δημόσιου Κηδεμόνα (Office of the Public Guardian) το οποίο καθιστά την Αιτήτρια και τους υιούς της Πληρεξούσιους Αντιπρόσωπους του TR (το «Πληρεξούσιο Έγγραφο»). Αντίγραφο του Πληρεξουσίου Εγγράφου επισυνάπτεται στην ΕΔ Μπόγκλες ως τεκμήριο. (γ) Στις 24.7.2020 o RT εισήχθη στην Ιατρική Κλινική Magnolia House Sunningdale (NHS) στο Ηνωμένο Βασίλειο ούτως ώστε να του παρασχεθεί η απαραίτητη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και φροντίδα καθότι η Αιτήτρια αδυνατούσε να του παρέχει τα απαραίτητα. Έκτοτε ο RT διαμένει στην ως άνω Ιατρική Κλινική. (δ) Περί τον Ιούνιο του έτους 2020, ο RT διαγνώστηκε με προχωρημένη αγγειακή άνοια με αποτέλεσμα να μην κατέχει την νοητική ικανότητα να προβαίνει σε αποφάσεις αναφορικά με την περιουσιακή και οικονομική του κατάσταση. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τον Νόμο του Ηνωμένου Βασιλείου περί Ψυχικής Ικανότητας του 2005 (Mental Capacity Act 2005) θεωρείται ως ανίκανο πρόσωπο. Επισυνάπτει προς τούτο ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 12.3.2021 από ιατρό της Κλινικής Magnolia House Sunningdale (NHS). (ε) Επίσης αναφέρει ότι ο RT είναι ο ιδιοκτήτης του Ακινήτου με αριθμό εγγραφής XXXXX, Τεμάχιο XXXXX, Φ/Σχ. XLIX / 46 στο χωριό Σκαρίνου της Επαρχίας Λάρνακας (το «Ακίνητο») δυνάμει του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 20.2.
  4. Το Ακίνητο είναι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο εγγεγραμμένο επ' ονόματι του στην Κύπρο. Έχει δε εξευρεθεί αγοραστής για το Ακίνητο και οι δικηγόροι του RT συνέταξαν εκχωρητήριο έγγραφο μεταξύ του RT και των προτειθέμενων αγοραστών, κ.κ. XXXXX Messina και XXXXX XXXXX Jane Newstead, δυνάμει του οποίου ο RT εκχωρεί τα δικαιώματα του προς όφελος των εν λόγω αγοραστών. (στ) Ένεκα της ως άνω νοητικής του κατάστασης, ο RT αδυνατεί να υπογράψει το πιο πάνω εκχωρητήριο έγγραφο και ως εκ τούτου η Αιτήτρια αιτείται την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων προκειμένου να το υπογράψει ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος του. Οι δύο υιοί του RT συμφωνούν και συναινούν στην εκχώρηση των δικαιωμάτων του αναφορικά με το επίδικο Ακίνητο. (η) Εκφράζει την πεποίθηση της ότι το Δικαστήριο δύναται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελος της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων καθότι η έκδοση τους θα είναι προς όφελος του ανίκανου προσώπου και της περιουσίας του. Σήμερα ο RT δεν βρίσκεται σε θέση να απολαύσει το Ακίνητο το οποίο είναι περιουσία του, ενώ με την εκχώρηση των δικαιωμάτων του στα ως άνω αναφερόμενα πρόσωπα και την καταβολή του τιμήματος των €109.020,00 θα αυξηθεί η αξία της περιουσίας του. III. Το ζήτημα της δικαιοδοσίας που εγέρθηκε αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο
  5. Το Δικαστήριο ήγειρε αυτεπάγγελτα το ζήτημα της δικαιοδοσίας του να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα και έδωσε προς τούτο την ευκαιρία προς την πλευρά της Αιτήτριας να τοποθετηθεί. Ειδικότερα, επισημάνθηκε προς την πλευρά της Αιτήτριας ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, ο Νόμος εφαρμόζεται: «σε κάθε περίπτωση προσώπου για το οποίο, κατόπιν ιατρικής ή άλλης απόδειξης, το αρμόδιο δικαστήριο ικανοποιείται ότι είναι ανίκανο πρόσωπο κατά την έννοια του παρόντος Νόμου, απαγορεύοντας σ' αυτό τη διενέργεια οποιωνδήποτε πράξεων ή παραλείψεων που επιφέρουν έννομα αποτελέσματα».
  6. «Αρμόδιο δικαστήριο» ορίζεται από το άρθρο 2 του Νόμου ως: «τo επαρχιακό δικαστήριo εvτός τωv oρίωv της τoπικής αρμoδιότητας τoυ oπoίoυ διαμέvει τo αvίκαvo πρόσωπo ή, σε περίπτωση διαvoητικά ασθεvoύς πoυ τελεί υπό περιoρισμό, εvτός τωv oρίωv της τoπικής αρμoδιότητας όπoυ διέμεvε πριv από τov περιoρισμό τoυ. Σε περίπτωση αμφιβoλίας αvαφoρικά με τo αρμόδιo δικαστήριo, αρμόδιo θα είvαι τo Επαρχιακό Δικαστήριo Λευκωσίας.» IV. Η ΣΕΔ Μπόγκλες
  7. Κατόπιν της πιο πάνω επισήμανσης του Δικαστηρίου, η πλευρά της Αιτήτριας αιτήθηκε άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δια της οποίας, όπως ανέφερε η συνήγορος, θα παρατείθετο το πραγματικό υπόβαθρο με βάση το οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να οδηγηθεί σε συμπέρασμα ότι πράγματι έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της Αίτησης. Άδεια προς τούτο δόθηκε. Με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε από την πλευρά της Αιτήτριας, δια μέσου της ΣΕΔ Μπόγκλες, αναφέρονται τα ακόλουθα: (α) Ότι κατά το έτος 2019 ο RT διαγνώστηκε με γεροντική άνοια και κατά συνέπεια η Αιτήτρια περί τον Σεπτέμβριο του έτους 2019 πήρε την απόφαση να επιστρέψει μαζί με τον σύζυγο της στο Ηνωμένο Βασίλειο προκειμένου να παρασχεθεί στον Καθ' ου η Αίτηση η απαιτούμενη ιατρική βοήθεια. Προς τούτο υπογράφθηκε το Πληρεξούσιο Έγγραφο. (β) Ότι «περί το έτος 2020», η διανοητική κατάσταση του Καθ' ου η Αίτηση επιδεινώθηκε, με αποτέλεσμα να μην καταστεί δυνατό να φροντίζει ο ίδιος τον εαυτό του. Ως εκ τούτου, στις 24.7.20 κατέστη αναγκαία και απαραίτητη η εισαγωγή του RT στην Ιατρική Κλινική Magnolia House Sunningdale (NHS), στο Ηνωμένο Βασίλειο προκειμένου να του παρέχεται η απαιτούμενη ημερήσια θεραπευτική φροντίδα. (γ) Ότι «σύμφωνα με τα ως άνω αναφερόμενα», η μετατόπιση του RT στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν ήταν προϊόν δικής του πρόθεσης αλλά απόφαση της Αιτήτριας στην οποία οδηγήθηκε όταν η κατάσταση υγείας του RT δεν της επέτρεπε να παραμείνουν στην Κύπρο και θεώρησε καλύτερο για τον ίδιο να μεταβούν στο Ηνωμένο Βασίλειο προκειμένου να είναι ευχερέστερη η νοσηλεία και φροντίδα του. Κατά συνέπεια η φυσική παρουσία του RT στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν αποτελεί δική του επιλογή και δεν βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο για να ασκεί κοινωνική δραστηριοποίηση ως ένα υγιές άτομο, αλλά βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο προκειμένου να παρακολουθείται και να φροντίζεται ιατρικά. (δ) Η συνήθης διαμονή του RT πριν περιέλθει στην περιγραφόμενη κατάσταση υγείας, ήτο η Σκαρίνου της Επαρχίας Λάρνακας, όπου βρίσκεται η κατοικία του. (ε) Ως εκ τούτου, ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος ο οποίος χειρίζεται την παρούσα υπόθεση, η φυσική παρουσία και η προσωρινή διαμονή του Καθ' ου η Αίτηση εκτός των ορίων δικαιοδοσίας δεν καταδεικνύει ότι ήταν εκτός δικαιοδοσίας η συνήθης διαμονή του αμέσως πριν την μετατόπιση του στο Ηνωμένο Βασίλειο, ένεκα των συνθηκών της υγείας του. Κατά συνέπεια το παρόν Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αναλάβει την εκδίκαση της υπό κρίση Αίτησης. V. Η επιχειρηματολογία που πρόβαλε η πλευρά της Αιτήτριας
  8. Η πλευρά της Αιτήτριας παρέδωσε στο Δικαστήριο γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη της θέσης της ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα παραπέμποντας προς τούτο στην πρωτόδικη απόφαση Αναφορικά με την περιουσία της Χριστίνας Σωκράτη, Γενική Αίτηση Αρ. 10/2017, απόφαση ημερ. 19.1.
  9. Κεντρικό άξονα της επιχειρηματολογίας που προβλήθηκε εκ μέρους της Αιτήτριας αποτελεί η θέση ότι ο ΤR, ο οποίος είναι κάτοχος Αγγλικού διαβατηρίου, δεν επέλεξε την Αγγλία ως τη συνήθη διαμονή του αλλά ότι «αναγκάστηκε» να μεταβεί στο Ηνωμένο Βασίλειο λόγω της κατάστασης της υγείας του. Ως εκ τούτου, συνεχίζει, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ότι «διαμένει» στο Ηνωμένο Βασίλειο εφόσον, το Ηνωμένο Βασίλειο, δεν αποτελεί τη «συνήθη διαμονή» του και, ειδικότερα, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ο ΤR έχει ως συνήθη διαμονή του την Επαρχία Λάρνακας. VI. Η Σύμβαση της Χάγης για τη Διεθνή Προστασία των Ενηλίκων της 13ης Ιανουαρίου 2000
  10. Προτού στραφώ σε ανάλυση του άρθρου 2 του Νόμου κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στις πρόνοιες της Σύμβασης της Χάγης για τη Διεθνή Προστασία των Ενήλικων στις 13η Ιανουαρίου 2000 (η «Σύμβαση»). Σύμφωνα με το άρθρο 1 της Σύμβασης, η Σύμβαση έχει ως αντικείμενο την προστασία των ενηλίκων σε «διεθνείς καταστάσεις», οι οποίοι, λόγω μείωσης ή ανεπάρκειας των προσωπικών τους ικανοτήτων, δεν είναι σε θέση να προστατεύσουν τα συμφέροντα τους, ως δηλαδή οι σχετικοί οι ισχυρισμοί από την πλευρά της Αιτήτριας σε σχέση με τον RT. Το δε άρθρο 5 της Σύμβασης το οποίο φέρει τίτλο «ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ» διαλαμβάνει σαφώς ότι: «τόσο οι δικαστικές αρχές όσο και οι διοικητικές αρχές του Συμβαλλόμενου Κράτους της συνήθους διαμονής του ενηλίκου, έχουν διεθνή δικαιοδοσία να λαμβάνουν μέτρα για την προστασία του προσώπου και της περιουσίας του. Σε περίπτωση μεταφοράς της συνήθους διαμονής του ενηλίκου σε άλλο Συμβαλλόμενο.»
  11. Επομένως εάν κριθεί ότι εφαρμόζεται στην υπό εξέταση περίπτωση, έχει επαυξημένη ισχύ έναντι του Νόμου[1] και συνεπώς η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου θα πρέπει να κριθεί εφαρμόζοντας το άρθρο 5 της Σύμβασης και όχι το άρθρο 2 του Νόμου. Για να καταλήξει όμως το Δικαστήριο σε συμπέρασμα για την εφαρμογή της Σύμβασης στην υπό εξέταση περίπτωση θα πρέπει η σύμβαση να έχει κυρωθεί με νόμο (βλ. άρθρο 169

(2)του Συντάγματος) και να εφαρμόζεται και από το αντισυμβαλλόμενο κράτος (άρθρο 169
(3)του Συντάγματος). 11. Η Σύμβαση αποτελεί μέρος του κυπριακού δικαίου δυνάμει του κυρωτικού Νόμου 6(ΙΙΙ)/2018. Το Ηνωμένο Βασίλειο επίσης επικύρωσε τη Σύμβαση, όπως όμως προκύπτει και από την αγγλική απόφαση του Δικαστηρίου Προστασίας ("Court of Protection") στην υπόθεση The Health Service Executive of Ireland v. IM & Anor [2020] EWCOP 51, η επικύρωση αυτή αφορά μόνο τη Σκωτία και όχι την Αγγλία και Ουαλία. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η οδός στην οποία αναφέρεται ως η οδός όπου ο RT διαμένει είναι η «Ascot, Berkshire SL5 0QJ». Η πλευρά της Αιτήτριας δεν προσκόμισε μαρτυρία δια το ότι η πιο πάνω οδός βρίσκεται στη Σκωτία. Ως εκ τούτου, η Σύμβαση και οι πρόνοιες της δεν δύναται να εφαρμοστούν στα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης. Δεν μου διαφεύγει η αναφορά στην πιο πάνω αγγλική υπόθεση ότι το Mental Capacity Act 2003 διαλαμβάνει ότι: "Schedule 3 -
  1. a)gives effect in England and Wales to the Convention on the International Protection of Adults signed at the Hague on 13th January 2020 (Cm. 5881) (insofar as this act does not otherwise do so), and
  2. b)makes related provision as to the private international law of England and Wales." 12. Παρόλα αυτά η Σύμβαση αυτή καθ' εαυτή δεν κυρώθηκε σε σχέση με την Αγγλία και Ουαλία και περαιτέρω ανάλυση του αγγλικού Mental Capacity Act 2005, στην απουσία μαρτυρίας περί αγγλικού δικαίου, η οποία θα πρέπει να αποδεικνύεται ως πραγματικό γεγονός, θα αποτελούσε υπέρβαση εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Επομένως, το παρόν Δικαστήριο δεν θα απασχοληθεί περαιτέρω με το ζήτημα αυτό και η κρίση του για το κατά πόσο κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπό κρίση αίτηση θα βασιστεί μόνο στις πρόνοιες του Νόμου. VII. Ερμηνεία της λέξης «διαμένει» 13. Στρεφόμενη τώρα στο κατά πόσο ο TR «διαμένει» εντός των ορίων της Επαρχίας Λάρνακας, θα πρέπει καταρχήν να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει ορισμός του ρήματος αυτού εντός του κειμένου του Νόμου. Ούτε ο ορισμός του εντοπίζεται στο κείμενο του περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ.1. Συνεπώς, ο όρος αυτός υπόκειται σε ερμηνεία, ζήτημα για το οποίο αποκλειστική ευθύνη φέρει το Δικαστήριο,[2] εφαρμόζοντας τους κανόνες ερμηνείας νόμων όπως αυτοί αποκρυσταλλώθηκαν από την πάγια νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου. Η συνήθης έννοια του όρου 14. Βασικός κανόνας ερμηνείας φράσεων ή λέξεων που περιέχονται σε ημεδαπές νομοθεσίες είναι η απόδοση από το Δικαστήριο της φυσικής και συνηθισμένης τους έννοιας.[3] Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Εφόρου ΦΠΑ ν. Ιάσω Ιδιωτικό Νοσοκομείο Ζωών Λτδ (ECLI:CY:AD:2019:C48, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 69/2013, 21.2.2019) (ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου): «Επί τούτου και κατά πάγια νομολογιακή αρχή, όπου εγείρεται θέμα ερμηνείας ενός νόμου, η έννοια συγκεκριμένων προνοιών του διαπιστώνεται κατά κύριο λόγο μέσα από το απλό γραμματικό και κατά κυριολεξία νόημα των λέξεων που χρησιμοποιούνται (Βλ. Δ. Γαλατάκης Ltd. v. Δημοκρατίας
(2008)3 Α.Α.Δ. 78). Ακόμα όταν η φρασεολογία μιας νομοθετικής διάταξης είναι σαφής, τότε αποδίδεται στις λέξεις η φυσική και συνήθης έννοια τους, το δε κείμενο της νομοθεσίας αποτελεί το μόνο αυθεντικό οδηγό για τους σκοπούς του νομοθέτη (βλ. Halsbury's "Laws of England" 3rd Edition, V36, para 579, ΚΟΤ v Παπαδόπουλου
(1990)2 ΑΑΔ 86) [.] Στην παρούσα περίπτωση η ουσία εστιάζεται στην φράση «οποιαδήποτε συναλλαγή» του άρθρου 18
(1)η οποία έχει ακριβώς την έννοια που της αποδίδεται στην καθομιλουμένη, χωρίς να χρειάζεται να υποβληθεί σε περαιτέρω ερμηνεία» 15. Σκοπός του να αποδοθεί η φυσική και συνηθισμένη έννοια των λέξεων του νόμου είναι να εφαρμοστεί ο σκοπός του νομοθέτη. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα: Maxwell, "Interpretation of Statutes" 12η έκδοση
(1969), The Law Book Company Ltd (το «Σύγγραμμα Maxwell») στη σελ.28 με αναφορά στις αγγλικές αυθεντίες R v. Banbury (Inhabitants)
(1834)1 A.& E. 136, Capper v. Baldwin [1965] 2 QB 53, Davies Jenkins & Co Ltd v. Davies [1967] 2 WLR 1139 και IRC v. Dowdall, O' Mahoney & Co [1952] AC 401: "The rule of construction is to intend the Legislature to have meant what they have actually expressed. The object of all interpretation is to discover the intention of Parliament but the intention of Parliament must be deducted from the language used [.]" 16. Για το σκοπό αυτό, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ιάσω Ιδιωτικό Νοσοκομείο Ζωών Λτδ (ανωτέρω) απέδωσε στην εκεί υπό κρίση φρασεολογία του νόμου την έννοια ακριβώς όπως «αποδίδεται στην καθομιλουμένη». Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Valery Mechanov για την Έκδοση Εντάλματος της Φύσεως Habeas Corpus
(2003)1 ΑΑΔ 217 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεξε στη λεξικολογική ερμηνεία των λέξεων που καλείτο να ερμηνεύσει.
  1. Στην υπό εξέταση περίπτωση, αποτελεί την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ότι το ρήμα «διαμένω» δεν μπορεί παρά να αναφέρεται στον τόπο όπου συγκεκριμένο πρόσωπο μένει για σκοπούς διαβίωσης, στον τόπο δηλαδή όπου περνά τη ζωή του. Η έννοια του ρήματος δεν μπορεί εύλογα και κατά τη συνήθη του έννοια να εξισωθεί με την απλή ιδιοκτησία ακίνητης περιουσίας σε συγκεκριμένο τόπο. Θα πρέπει να υπάρχει, κατ' ελάχιστον, φυσική παρουσία σε μια μόνιμη μορφή (χωρίς στο σημείο αυτό να απασχολείται το Δικαστήριο με την εξαίρεση που τίθεται στο ίδιο του άρθρο 2 του Νόμου, ζήτημα στο οποίο στρέφομαι αμέσως πιο κάτω). Αυτή είναι κατά την κρίση μου η φυσική και συνήθης έννοια της λέξης «διαμονής».
  2. Έρεισμα για την πιο πάνω κρίση μου αποτελεί και η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Hani El Sayegh για Έκδοση Διαταγμάτων Certiorari και Prohibition
(1991)1 AAΔ.773 όπου υιοθετήθηκε το ακόλουθο απόσπασμα στα πλαίσια ερμηνείας των λέξεων «διαμένω» και διαμονή» ("reside" και "residence") δυνάμει του περί Κηδεμονίας Ασώτων και Ανηλίκων Νόμου, Κεφ. 277, άρθρο 2 ως ακολούθως (ο τονισμός του παρόντος Δικαστηρίου): «Η λέξη 'reside' και 'residence' ερμηνεύεται στα Αγγλικά Νομικά Λεξικά ως εξής:
(1)RADIN Law Dictionary στη σελ. 296: RESIDE. To live permanently in a fixed abode. It generally means actual physical presence in a particular place, as distinguished from domicile, which ordinary deals, with a place considered by a person as his home whether he is there or not. Temporary sojourn or casual presence in transit - even if for a substantial time - is usually not called residence. Story, Conflict of Laws, ad hoc. RESIDENCE. A place of one's abode. See Reside." '
(2)Stroud's Judicial Dictionary of Words and Phrases, 4th Ed. Vol. 4 p. 2358:
(1)Residence, 'signifies a man's abode or continuance in a place".
(2)What is the meaning of the word 'resides'? I take it that that word, where there is nothing to show that it is used in a more extensive sense, denotes the place where an individual eats drinks and sleeps, or where his family or his servants eat drink and sleep. A man's residence is where he habitually sleeps...» 19. Περαιτέρω, σύμφωνα με το «Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας», Γ. Μπαμπινιώτη
(1998), Κέντρο Λεξικολογίας Ε.Π.Ε., «διαμονή» στη σελ.495, αποτελεί την «παραμονή και διαβίωση σε συγκεκριμένο τόπο» (βλ. σελ. 495) ενώ η λέξη «διαμένω» σημαίνει «μένω για μικρότερης ή μεγαλύτερης διάρκειας χρονικό διάστημα σε συγκεκριμένο μέρος, έχω το σπίτι μου (κάπου)» (βλ. σελ. 494).
  1. Ως εκ των πιο πάνω, καμία ασάφεια προκύπτει από τη χρήση του ρήματος «διαμένει» στο άρθρο 2 του Νόμου και ούτε η λέξη αυτή είναι εύλογα επιδεκτική περαιτέρω ερμηνείας ώστε να υπάρχει περιθώριο στον ερμηνευτή του Νόμου να εγκαταλείψει ή να παρεκκλίνει από την γραμματική και συνήθη ερμηνεία του ρήματος αυτού προστρέχοντας σε άλλους ερμηνευτικούς κανόνες.[4]
  2. Ούτε βεβαίως και είναι αναγκαία η εισαγωγή του όρου «συνήθως» στη λέξη «διαμένει» ως η σχετική εισήγηση της συνηγόρου της Αιτήτριας, για να αποδοθεί η συνήθης έννοια του ρήματος. Το ρήμα «διαμένω» μπορεί να ερμηνευτεί και να αποδώσει ξεκάθαρη και σαφή έννοια, αυτοτελώς, σύμφωνα με τα όσα έχω παραθέσει πιο πάνω, χωρίς την εισαγωγή οποιωνδήποτε επιθέτων ή επιρρημάτων ή άλλων λέξεων. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κωνσταντής Καντούνας ν. Ioannis N. Patsalides General Enterprises Ltd κ.ά.
(2004)1 ΑΑΔ 1876: «Υιοθέτηση των εισηγήσεων του εφεσείοντος θα ισοδυναμούσε με προσθήκη του όρου 'ανταλλαγή' στο λεκτικό του αρ. 25 του Νόμου και με εισαγωγή - στο Νόμο - διεύρυνσης η οποία δε βρίσκεται στο Νόμο. Μια τέτοια πορεία απαγορεύεται από τους κανόνες ερμηνείας των Νόμων (Papaneophytou (No. 1) v. Republic
(1973)3 C.L.R. 191, 204). Θα ισοδυναμούσε επίσης με μεταβολή ή τροποποίηση ή διαφοροποίηση των λέξεων 'πωλήσει' και 'πώληση' - στο αρ. 25 του Νόμου - οι οποίες από μόνες τους δεν είναι ασαφείς ή διφορούμενες (obscure or unambiguous) (βλ. London Brick Co. Ltd v. Robinson [1943] A.C. 341, 348). Και αυτή η πορεία απαγορεύεται από τους ερμηνευτικούς κανόνες.» 22. Ομοίως, στην E. Cirilli & A. Pantelides v. Metaforiki Eteria Dumpers (M.E.T.) Ltd and Others
(1979)1 C.L.R. 794 λέχθηκε ότι: "It is said, time and again, that if there is nothing to modify, nothing to alter, nothing to qualify the language which a statute contains, the words and sentences must be construed in their ordinary and natural meaning. 'We are not entitled to read words into an Act of Parliament unless clear reason for it is to be found within the four corners of the Act itself' said Lord Loreburn L.C. in Vickers, Sons & Maxim Ltd. v. Evans, [1910] A.C. 444 at 445."
  1. Στην Φρίξος Κωνσταντίνου (ανωτέρω) υιοθετήθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από την αγγλική απόφαση Thompson v. Goold & Co [1910] A.C. 409, "It is a strong thing to read into an Act of Parliament words which are not there, and in the absence of clear necessity it is a wrong thing to do."
  2. Τίποτε από τα όσα παρέθεσε η πλευρά της Αιτήτριας προκύπτει αναγκαιότητα ("necessity" - Thompson v. Goold) η ξεκάθαρος λόγος ("clear reason" - Metaforiki Eteria Dumpers) για την ερμηνεία του όρου «διαμένει» ως «συνήθως διαμένει».
  3. Υπό το φως των πιο πάνω αποτελεί την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ότι δεν θα ήταν ούτε αναγκαία, ούτε εύλογη, ούτε επιτρεπτή η εισαγωγή της λέξεως «συνήθως» ή «συνήθης» στο κείμενο του Άρθρου 2 του Νόμου.
  4. Παρατηρώ επίσης στο σημείο αυτό ότι ο Κύπριος νομοθέτης επέλεξε να μην εισάξει την έννοια «συνήθους διαμονής» στο άρθρο 2 του Νόμου, κατ' αντίστοιχο τρόπο που, για παράδειγμα: (α) ο Άγγλος νομοθέτης εισήγαγε την έννοια αυτή στην αντίστοιχη αγγλική νομοθεσία Mental Capacity Act 2005 (βλ. The Health Service Executive of Ireland v. IM & Anor [2020] EWCOP 51 στην οποία αναλύεται η σχετική πρόνοια του πιο πάνω αγγλικού νόμου και ειδικότερα το Schedule 3 άρθρο 7
(1)το οποίο διαλαμβάνει ότι "the court may exercise its functions under the Act [.] in relation to an adult habitually resident in England and Wales", (β) ο Ευρωπαίος νομοθέτης εισήγαγε την έννοια αυτή στο Άρθρο 8 του Κανονισμού 2201/2003 (ΕΚ) αναφορικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές και διαφορές γονικής μέριμνας, το οποίο διατυπώνει το γενικό κανόνα ότι το πλέον κατάλληλο δικαστήριο για ζητήματα γονικής μέριμνας, είναι το δικαστήριο του κράτους μέλους της «συνήθους διαμονής» του παιδιού.[5] (γ) ο κύπριος νομοθέτης εισάγαγε την έννοια αυτή στον περί Δήμων Νόμου του 1985 (Ν.111/85)δυνάμει του άρθρου 9
(1)το οποίο προσδιορίζει την έννοια του «δημότη» για σκοπούς παροχής δικαιώματος εκλογής στο αξίωμα του δημάρχου ως αυτού που «έχει τη συνήθη διαμονή του το Δήμο»[6] (δ) τα κράτη μέλη στη στη Σύμβαση της Χάγης για τη Διεθνή Προστασία των Ενηλίκων της 13ης Ιανουαρίου 2000 συμφώνησαν να εισαγάγουν την έννοια αυτή στο άρθρο 5 το οποίο φέρει τίτλο «Δικαιοδοσία» (βλ. παρ. 9 πιο πάνω) 27. Αντίθετα, ο Κύπριος νομοθέτης περιορίστηκε στον όρο «διαμένω» ως δικαιοδοτική βάση δυνάμει του Νόμου, με τη μοναδική εξαίρεση να αποτελεί η «περίπτωση διανοητικά ασθενούς που τελεί υπό περιορισμό» οπόταν και η κατά τόπο δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι αυτή όπου «διέμενε πριν από τον περιορισμό του». Η χρήση δε της λέξης «διαμένει» στο άρθρο 2 του Νόμου συμπλέει, αντανακλά και βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με την προσέγγιση του Κύπριου νομοθέτη αναφορικά με άρθρο 21
(1)(β) του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60το οποίο και πάλιν αναφέρεται σε «διαμονή» του Εναγόμενου για σκοπούς κατά τόπο αρμοδιότητας των Επαρχιακών Δικαστηρίων σε πολιτικές υποθέσεις και όχι σε «συνήθη διαμονή». 28. Στην περίπτωση δε του άρθρου 21
(1)(β) του περί Δικαστηρίου Νόμου Ν.14/16, ο νομοθέτης εισήγαγε ως επιπρόσθετη και χωριστή δικαιοδοτική βάση (γεγονός που προκύπτει από το τη χρήση του διαζευκτικού συνδέσμου «ή»), την διεξαγωγή επαγγέλματος του Εναγόμενου εντός της επαρχίας στην οποία το Επαρχιακό Δικαστήριο καθιδρύθηκε, προφανώς αναγνωρίζοντας ότι η αναφορά σε «διαμένει» δεν θα μπορούσε να καλύψει ή να εξισωθεί, κατά τη φυσική και συνήθη της έννοια, με την φράση «διεξαγωγή επαγγέλματος» του Εναγόμενου εντός της επαρχίας που καθιδρύεται το Δικαστήριο. Σε αντίθεση όμως, η έννοια «συνήθης διαμονή» περιλαμβάνει και ανάλυση του τόπου διεξαγωγής επαγγέλματος του υπό εξέταση προσώπου, όπως προκύπτει από τις σχετικές επί του θέματος αυθεντίες και στις οποίες προβαίνει σε λεπτομερή αναφορά στις παραγράφους 49-50 πιο κάτω.
  1. Είναι καταφανής ο λόγος που η πλευρά της Αιτήτριας επιχειρεί να αποδώσει το νόημα «συνήθης διαμονή» στο ρήμα «διαμένω» και δεν είναι άλλος από το να καταστήσει εφαρμοστέες τις αυθεντίες όπου αναλύθηκε ο όρος «συνήθης διαμονή» και από τις οποίες προκύπτει ότι το Δικαστήριο, με αναφορά σε παντελώς διαφορετικές νομοθεσίες οι οποίες και περιλαμβάνουν στο κείμενο τους τον όρο «συνήθης διαμονή», πέραν από την «διαμονή» του υπό εξέταση προσώπου (τον τόπο δηλαδή όπου περνά τη ζωή του, όπου κοιμάται, ξυπνά και ζει) λαμβάνει υπόψη του και σωρεία άλλων παραγόντων, περιλαμβανομένου και του τόπου διεξαγωγής επαγγέλματος του υπό εξέταση προσώπου. Λαμβάνοντας όμως υπόψη όλα τα πιο πάνω η προσέγγιση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή στα πλαίσια στα πλαίσια του άρθρου 2 του Νόμου.
  2. Με βάση λοιπόν τις σαφείς και ξεκάθαρες πρόνοιες του Νόμου, η μοναδική περίπτωση που το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδώσει διατάγματα δυνάμει του Νόμου εκεί όπου το κατ' ισχυρισμό πρόσωπο δεν διαμένει εντός της κατά τόπο δικαιοδοσίας του, είναι σε περίπτωση όπου το κατ' ισχυρισμό ανίκανο πρόσωπο είναι «διανοητικά ασθενής» και «τελεί υπό περιορισμό». Αυτό είναι και το κριτήριο που η Αιτήτρια θα έπρεπε να ικανοποιήσει ώστε να ενεργοποιείται η κατά τόπο δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, με δεδομένο ότι στο παρόν στάδιο το κατ' ισχυρισμό ανίκανο πρόσωπο διαμένει εκτός της κατά τόπο δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου.
  3. Δηλαδή, το ερώτημα που το παρόν Δικαστήριο θα πρέπει να θέσει στον εαυτό του για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο έχει κατά τόπο αρμοδιότητα να εξετάσει την υπό κρίση αίτηση είναι το κατ' ισχυρισμό ανίκανο πρόσωπο περνά τη ζωή του, ξυπνά, κοιμάται, εντός της Επαρχίας Λάρνακας; Εάν η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι όχι, το δεύτερο ερώτημα που τίθεται δυνάμει του άρθρου 2 του Νόμου είναι κατά πόσο πρόκειται για «διανοητικά ασθενή» ο οποίος «τελεί υπό περιορισμό» και εάν είναι τέτοια η περίπτωση το τρίτο ερώτημα είναι κατά πόσο προτού τεθεί υπό περιορισμό το πρόσωπο αυτό διέμενε εντός των ορίων της Επαρχίας Λάρνακας.
  4. Στην υπό εξέταση περίπτωση είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο RT περνά τη ζωή του, διαμένει δηλαδή στο Ηνωμένο Βασίλειο. Επιπλέον, δεν υπάρχει ούτε μαρτυρία ούτε ισχυρισμός ότι ο ΡΤ τελεί υπό οποιονδήποτε «περιορισμό» κατά τρόπο που να επιτρέπει την επίκληση της εξαίρεσης του Άρθρου
  5. Ούτε από το γεγονός και μόνο της εισδοχής του στο "Mangolia House Sunningdale" θα ήταν εύλογο να εξαχθεί συμπέρασμα περί περιορισμού του RT, χωρίς οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από την οποία να στοιχειοθετείται τέτοιος «περιορισμός». Εξάλλου, δεν ήταν αυτή η θέση και η προσέγγιση από την πλευρά της Αιτήτριας όπως προκύπτει από τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της η οποία και περιορίστηκε στη θέση ότι η «διαμονή» θα πρέπει να ερμηνευτεί ως «συνήθης διαμονή».[7] Προκύπτει ότι δεν υπάρχει περιθώριο εφαρμογής της εξαίρεσης που θέτει το Άρθρο 2 του Νόμου.
  6. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, αποτελεί την κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν κέκτηται αρμοδιότητας να επιληφθεί της Αίτησης. VIII. Η τελεολογική προσέγγιση
  7. Ακόμα όμως και εάν συμφωνούσα με τη θέση της Αιτήτριας ότι το ρήμα «διαμένει» είναι επιδεκτικό περαιτέρω ερμηνείας ή είναι άλλως πως η λέξη είναι ασαφής και πάλιν θα κατέληγα στο ίδιο συμπέρασμα περί έλλειψης κατά τόπο δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπό κρίση αίτηση. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση ΑΗΚ ν. ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΤΔ (όπως μετονομάστηκε την 21.9.2001)
(2006)3 ΑΑΔ 151 (ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου): «Όπως έχει νομολογιακά καθιερωθεί, όταν η φρασεολογία μιας νομοθετικής διάταξης είναι σαφής, τότε αποδίδεται στις λέξεις η φυσική και συνήθης έννοιά τους. (Βλ. Halsbury's "Laws of England" 3rd Edition, V. 36, para 579, Odger's "The Construction of Deeds and Documents" 4th Edition, 173, Μακεδόνας ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 162, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348 και Ghalanos Distributors Ltd. v. Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 528). Όμως σε περιπτώσεις όπου εμφανίζεται μια ασάφεια στη γραμματική ερμηνεία ενός νομοθετήματος, επιτρέπεται η καταφυγή στην τελεολογική ερμηνεία και ο προσανατολισμός μέσω των σκοπών του νομοθέτη. Όμως πρέπει να σημειωθεί ότι η τελεολογική προσέγγιση δεν επιτρέπει την απόκλιση από ρητές νομοθετικές διατάξεις ή την τροποποίηση του κειμένου. (Βλ. Odger's "The Construction of Deeds and Documents" 4th Edition, 174). Όπως έχει τονισθεί χαρακτηριστικά στην υπόθεση Κ.Ο.Τ. ν. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86, 89: 'Η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων (teleological, purposive interpretation) επιτρέπει οποτεδήποτε το κείμενο της νομοθεσίας παρέχει την ευχέρεια, την απόδοση της ερμηνείας εκείνης που αποτελεσματικότερα προωθεί την ευόδωση των κατά άλλα έκδηλων σκοπών του νομοθέτη. Δεν δικαιολογεί όμως η τηελεολοηική μέθοδος ερμηνείας, ούτε καθιστά εφικτή, ούτε επιτρέπει την απόκλιση από τις ρητές διατάξεις της νομοθεσίας ή τη μεταβολή του κειμένου της. Όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς το κείμενο της αποτελεί το μόνο αυθεντικό οδηγό για τους συγκεκριμένους σκοπούς του νομοθέτη."»
  1. Επομένως, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω, συνοπτικά, τον σκοπό του Νόμου, ως αυτός έχει αναγνωριστεί από τη δεσμευτική προς το παρόν Δικαστήριο νομολογία. Όπως αναγνωρίστηκε στην Κ.Μ. κ.ά. ν. Αναφορικά με την Α.Μ.Κ., ECLI:CY:AD:2019:A297, Πολιτική Έφεση Αρ. 436/12, Απόφαση ημερ. 10.7.2019, ο Νόμος: «στοχεύει πρωτίστως στην προστασία του σκοπούμενου να κηρυχθεί ανίκανου προσώπου, εξ ου και στην Αγγλία το αρμόδιο Δικαστήριο καλείται και Court of Protection.»
  2. Στην Ανδρέας Θεμιστοκλέους ν. Αθηνάς Λεωνίδου
(2005)1 ΑΑΔ 417, λέχθηκε ότι: «Ο περί Διαχείρισης της Περιουσίας Ανικάνων Προσώπων Νόμος του 1996 αποβλέπει στην προστασία της περιουσίας του ανικάνου και κατ' επέκταση στην ευημερία του. Ο νόμος, παρέχει στα δικαστήρια σειρά εξουσιών για τον όσο το δυνατό αποτελεσματικό έλεγχο της δράσης του διαχειριστή.»
  1. Ο πιο πάνω αναγνωρισμένος από το Ανώτατο Δικαστήριο σκοπός του Νόμου συνάδει απόλυτα με την έκταση των συνεπειών στην περιουσία, στη δικαιοπρακτική ικανότητα και στην ίδια τη ζωή προσώπου που κηρύττεται ανίκανο, γεγονός που μπορεί να διαπιστωθεί από μια απλή ανάγνωση των προνοιών του Νόμου. Για παράδειγμα, σε περίπτωση κήρυξης προσώπου ως «ανίκανου προσώπου» δυνάμει του Νόμου, το Δικαστήριο έχει εξουσία να λάβει ή να φροντίσει να ληφθούν όλα τα μέτρα τα οποία κρίνει αναγκαία ή σκόπιμα για την εν γένει διαχείριση της περιουσίας και των υποθέσεων του ανίκανου προσώπου,[8] για τη συvτήρηση ή για άλλo όφελoς τoυ αvίκαvoυ πρoσώπoυ,[9] έχοντας επιπλέον εξουσία να δίδει οδηγίες για την πώληση, ανταλλαγή, επιβάρυνση, διάθεση ή δοσοληψία σε σχέση με οποιαδήποτε περιουσία του ανίκανου προσώπου,[10] για την διάθεση της περιουσίας του ανίκανου προσώπου με τη δημιουργία εμπιστεύματος προς όφελος του ιδίου ή των προσώπων που είναι υπόχρεο να συντηρεί,[11] για την άσκηση, διεξαγωγή ή συνέχιση από κατάλληλο πρόσωπο οποιουδήποτε επαγγέλματος, εργασίας ή επιχείρησης του ανίκανου προσώπου,[12] για τη διάλυση οποιουδήποτε συνεταιρισμού ή ιδιωτικής εταιρείας στον ή στην οποία το ανίκανο πρόσωπο είναι μέλος,[13] για την εκτέλεση οποιασδήποτε σύμβασης που σύνηψε το ανίκανο πρόσωπο πριν να καταστεί ανίκανο,[14] για την καταβολή από την περιουσία του ανίκανου προσώπου με ή χωρίς τόκους χρημάτων τα οποία δαπανήθηκαν από οποιοδήποτε πρόσωπο με σκοπό την πληρωμή χρεών του ανίκανου προσώπου για τη συντήρηση ή για άλλο όφελος αυτού ή μελών της οικογένειας του ή άλλων προσώπων για τα οποία αυτό θα αναμενόταν να μεριμνήσει, αν δεν ήταν ανίκανο[15] και για την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας, περιλαμβανομένης της παροχής συγκατάθεσης, την οποία το ανίκανο πρόσωπο κατέχει.[16] Περαιτέρω το αρμόδιο δικαστήριο έχει εξουσία με διάταγμα του να προβαίνει στο διορισμό διαχειριστή της περιουσίας ανικάνου προσώπου[17] ο οποίος και δύναται να ασκεί όλες ή οποιαδήποτε από τις εξουσίες που το αρμόδιο δικαστήριο έχει εξουσία να ασκεί, δυνάμει των άρθρων 5 και 6 του Νόμου όπως ορίζεται στο διάταγμα διορισμού του διαχειριστή. [18]
  2. Από τα πιο πάνω παραδείγματα προκύπτει, και σε καμία περίπτωση μπορεί να αγνοηθεί, το γεγονός ότι το ανίκανο πρόσωπο δύναται νομίμως να αποστερηθεί της δικαιοπρακτικής του δυνατότητας, του δικαιώματος του να απολαμβάνει ή να διαθέτει κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία του, του δικαιώματος του να προβαίνει σε επικερδή εργασία ή απασχόληση, του δικαιώματος του σε απόρρητο της αλληλογραφίας του και κάθε άλλης επικοινωνίας του και του δικαιώματος του στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή - δικαιώματα τα οποία είναι συνταγματικά κατοχυρωμένα από το Δεύτερο Μέρος του Συντάγματος, και ειδικότερα από τα άρθρα 15, 17, 23, 25 και 26 του Συντάγματος και δικαιώματα τα οποία επίσης τυγχάνουν προστασίας από την Ευρωπαϊκή Συνθήκη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Προκύπτει επίσης ότι με τη θέσπιση του Νόμου η νομοθετική εξουσία θεώρησε ορθή, αναλογική και αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία την απόκλιση από συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα, κατά τον τρόπο που ο ίδιος ο Νόμος ορίζει. Ποιον άλλο πρωταρχικό σκοπό θα μπορούσε να επιχειρεί να εξυπηρετήσει και ποια άλλη ανησυχία θα μπορούσε να επιχειρήσει να αντιμετωπίσει μια νομοθεσία, που θεσπίζεται σε μια Δημοκρατική κοινωνία και επιτρέπει τη μέγιστη δυνατή παρέκκλιση από τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα συγκεκριμένου προσώπου, άλλην από την προστασία της περιουσίας και ευημερίας του ιδίου του προσώπου αυτού;
  3. Το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο με το καθήκον να διασφαλίζει την αποτελεσματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων εκάστου πολίτη (βλ. Άρθρο 35 του Συντάγματος) και επομένως, στα πλαίσιο της παρούσας συζήτησης, να ερμηνεύει με φειδώ και αυστηρά τις πρόνοιες του Νόμου και προς όφελος προσώπου σε σχέση με το οποίο προωθείται αίτημα για κήρυξη του ως ανίκανο πρόσωπο. Όπως λέχθηκε στην Spyrou a.o. (No.2) v. The Republic of Cyprus Through the Lisencing Authority
(1973)3 CLR 627 με αναφορά στην Marangos and Others v. The Municipal Committee of Famagusta
(1970)3 C.L.R. 7: "as it was laid down in Marangos' case (infra) 'if there is involved interference with a fundamental right, such as the right to property, any doubt about the extent and effect of the relevant enactment has to be resolved in favour of the liberties of the citizen (see Fina (Cyprus) Ltd. and The Republic, 4 R.S.C.C. 26, at p. 33; Chester v. Bateson f 1920] 1 K.B. 829, at p. 838; Newcastle Breweries Ltd v. The King 119201 1 K.B. 854)."
  1. Έχοντας κατά νου το πιο πάνω σκοπό του Νόμου αποτελεί την κρίση του Δικαστηρίου ότι η εισήγηση της συνηγόρου για την Αιτήτρια, ότι δηλαδή, το ρήμα «διαμένει» θα πρέπει να ερμηνευτεί ως «συνήθως διαμένει» θα διεύρυνε κατά δυσανάλογη έκταση την εμβέλεια εφαρμογής του Νόμου, καθιστώντας έτσι τη μοναδική εξαίρεση που το ίδιο το άρθρο 2 του Νόμου ορίζει στον όρο «διαμένει» άνευ οποιασδήποτε πρακτικής σημασίας. Ειδικότερα, αποδοχή της θέσεως της Αιτήτριας θα ήταν η απόδοση αρμοδιότητας σε Δικαστήριο να κηρύξει πρόσωπο ανίκανο όταν δεν βρίσκεται, δεν διαμένει, εντός της κατά τόπο δικαιοδοσίας του όχι μόνο όταν πρόκειται για «διανοητικά ασθενή που τελεί υπό περιορισμό» αλλά οποτεδήποτε κάποιοι παράγοντες που η νομολογία που ερμηνεύει τον όρο «συνήθης διαμονή» που εμπεριέχεται σε άλλες νομοθεσίες[19] έθεσε ως σχετικούς, κατά τρόπο μάλιστα μη εξαντλητικό.[20] Ανάλυση των παραγόντων αυτών παρατίθεται στις παραγράφους 49-
  2. Ο Κύπριος νομοθέτης όμως σαφώς επέλεξε να περιορίσει τις περιπτώσεις που το Δικαστήριο δικαιούται να αναλάβει αρμοδιότητα μόνο στην περίπτωση όπου πρόκειται για «διανοητικά ασθενή που τελεί υπό περιορισμό» και ο οποίος «διέμενε».
  3. Προφανώς, ο κύπριος νομοθέτης έκρινε ότι δεν θα ήταν ευχερές για το Δικαστήριο να ασκεί αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο της διαχείρισης της περιουσίας ή της ευημερίας του ανίκανου προσώπου εάν αυτό διέμενε, βρίσκεται δηλαδή, εκτός των ορίων της κατά τόπο αρμοδιότητας του.
  4. Το πιο πάνω συμπέρασμα ενισχύεται και από το ότι το Άρθρο 4
(1)του Νόμου το οποίο δημιουργεί υποχρέωση επίδοσης της αίτησης στο ανίκανο πρόσωπο καθώς και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κρίνεται αναγκαίο από το αρμόδιο Δικαστήριο. Σύμφωνα με την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αναφορικά με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερ. 14.3.200 στην αίτηση αρ. 3/99
(2002)1 ΑΑΔ 435: «Είναι αυτονόητο ότι η επίδοση μιας δικαστικής διαδικασίας έχει ένα και μοναδικό σκοπό. Να ενημερώσει το πρόσωπο προς το οποίο γίνεται η επίδοση για την ύπαρξη της διαδικασίας και να του δώσει την ευκαιρία να λάβει τα δέοντα μέτρα για την υπεράσπιση των νόμιμων δικαιωμάτων του. Στην παρούσα υπόθεση το Πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιον του το πιο πάνω ιατρικό πιστοποιητικό. Εν όψει του περιεχομένου του είναι αμφίβολο κατά πόσο το ανίκανο πρόσωπο ήταν σε θέση να αξιολογήσει την κατάσταση και να λάβει μέτρα για την υπεράσπιση των νόμιμων δικαιωμάτων του. Είναι για αυτό το λόγο που το άρθρο 4
(1)του Νόμου 23(Ι)/(96 προβλέπει 'η αίτηση επιδίδεται στο ανίκανο πρόσωπο και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κρίνεται αναγκαίο από το Δικαστήριο' Ο νομοθέτης εν τη σοφία του έχει μεριμνήσει όπως η αίτηση επιδίδεται 'και' σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κρίνεται αναγκαίο από το Δικαστήριο. Λαμβάνω υπόψη ότι σκοπός του Νόμου είναι η προστασία των οικονομικών συμφερόντων των ανίκανων προσώπων. Πρόσθετα λαμβάνω υπόψη τους σκοπούς για τους οποίους διενεργείται μια επίδοση σε συνάρτηση με τους σκοπούς του άρθρου 4
(1)του Νόμου 23(Ι)/96 όπως αυτοί αποκαλύπτονται από το λεκτικό του. Θεωρώ ότι ο σύνδεσμος 'και' στο άρθρο 4
(1)του Νόμου έχει σωρευτικό ή αθροιστικό νόημα (βλ. Strouds' Judicial Dictionary, Fourth ed., σελ. 131: 'and' has generally a cumulative sense, requiring the fulfilment of all the conditions that it joins together'). Κρίνω, επομένως, ότι η επίδοση και σε άλλο πρόσωπο είναι επιτακτική. Διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υφίσταται μόνο ως προς τα πρόσωπα στα οποία θα γίνει η επίδοση. Εδώ πρόκειται για διαδικασία διορισμού διαχειριστή της περιουσίας ανίκανου προσώπου. Ο Νόμος περιέχει πρόνοια για την επίδοση στο ανίκανο πρόσωπο και σε άλλο πρόσωπο. Ερμηνεία του Νόμου με τρόπο που να θεωρείται ικανοποιητική η επίδοση μόνο στο ανίκανο πρόσωπο θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα. Τέτοια ερμηνεία πρέπει να αποφεύγεται όπου είναι δυνατό να ερμηνευθεί ο Νόμος με τρόπο που οδηγεί σε εύλογη και λειτουργήσιμη εφαρμογή του (βλ. Kyriakides v. Republic
(1979)3 C.L.R. 86). Υπό το φως της πιο πάνω ερμηνείας κρίνω ότι η επίδοση δεν συνάδει με τις πρόνοιες του άρθρου 4
(1). Στην απουσία έγκυρης επίδοσης έχει παραβιασθεί το άρθρο 4
(1)του Νόμου καθώς και οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης οι οποίοι διασφαλίζουν το δικαίωμα ακρόασης του διαδίκου. Για το λόγο αυτό πρέπει να χορηγηθεί το επίδικο διάταγμα.»
  1. Από τα πιο πάνω προκύπτουν οι εξής προβληματισμοί αναφορικά με την πρακτική εφαρμογή του Νόμου σε περίπτωση που το παρόν Δικαστήριο συμφωνούσε με την προσέγγιση της πλευράς της Αιτήτριας: (α) Η αιτήτρια θα έπρεπε να αιτηθεί εκ νέου άδειας για επίδοση της Αίτησης στο εξωτερικό, στο κατ' ισχυρισμό ανίκανο πρόσωπο, και να πείσει ότι η υπό εξέταση περίπτωση εμπίπτει εντός των προνοιών της Δ.6 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. (β) ακόμα και εάν ήταν επιτυχής να εξασφαλίσει τέτοια άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, το επόμενο ερώτημα θα ήταν σε ποιο πρόσωπο ή πρόσωπα θα ήταν εύλογο το Δικαστήριο να παραχωρήσει οδηγίες για επίδοση της Αίτησης, ζήτημα το οποίο αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου. Θα ήταν το Γραφείο Ευημερίας στην Κύπρο; Πώς θα μπορούσε εύλογα να τοποθετηθεί το Γραφείο Ευημερίας σε σχέση με πρόσωπο που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας; (γ) ένα άλλο ερώτημα είναι, σε περίπτωση διορισμού διαχειριστή, κατά πόσο θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ο διαχειριστής αυτός είναι σε θέση να εκτελέσει το τεράστιο εύρος καθηκόντων του που βρίσκεται στους ώμους του αναφορικά με την ευημερία του κατ' ισχυρισμό ανίκανου προσώπου όταν οι δύο τους βρίσκονται σε δύο διαφορετικές χώρες. (δ) επίσης, τίθεται το ερώτημα πώς θα μπορούσε το Δικαστήριο να διεξάγει τη διαδικασία ως διαδικασία διερευνητικού χαρακτήρα, καλώντας ενώπιον του τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, εάν τα πρόσωπα αυτά (το κατ' ισχυρισμό ανίκανο πρόσωπο, οι θεράποντες ιατροί, οι διοικητικές αρχές οι οποίες θα μπορούσαν να εκφέρουν άποψη) βρίσκονταν εκτός δικαιοδοσίας ώστε να αποφανθεί πώς και με ποιο τρόπο θα ήταν προς το συμφέρον του κατ' ισχυρισμό ανίκανου προσώπου να ασκήσει της εξουσίες που το παρέχει ο Νόμος ή να αποφασίσει ποιες από το τεράστιο εύρος εξουσιών που του παρέχει ο Νόμος θα πρέπει να ασκήσει;
  2. Όπως αναφέρθηκε στην Kyriakides v. Republic
(1979)3 C.L.R. 86: "we, on appeal, are faced with a proposed construction of a statutory provision which would lead to unreasonable results, when, in our view, it is clearly possible to construe such provision, without entertaining any doubt at all, in a manner leading to a reasonable and workable application of it."
  1. Όπως επίσης αναφέρεται στο Σύγγραμμα Maxwell στη σελ 201: "Where possible, a construction should be adopted which will facilitate the smooth working of the scheme of legislation established by the Act which will avoid producing or prolonging artificiality in the law, and which will not produce anomalous results."
  2. Ομοίως, στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αναφορικά με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερ. 14.3.200 στην αίτηση αρ. 3/99
(2002)1 ΑΑΔ 435 αναφέρθηκε ότι: «Ερμηνεία του Νόμου με τρόπο που να θεωρείται ικανοποιητική η επίδοση μόνο στο ανίκανο πρόσωπο θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα. Τέτοια ερμηνεία πρέπει να αποφεύγεται όπου είναι δυνατό να ερμηνευθεί ο Νόμος με τρόπο που οδηγεί σε εύλογη και λειτουργήσιμη εφαρμογή του.»
  1. Υπό το φως των όσων έχω παραθέσει πιο πάνω, προκύπτει ότι τυχόν αποδοχή και εφαρμογή των εισηγήσεων της πλευράς της Αιτήτριας θα προκαλούσε προβλήματα στην πρακτική εφαρμογή του Νόμου αλλά και θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα και αποτελέσματα που είναι αντίθετα προς τον πρωταρχικό σκοπό του Νόμου, ο οποίος, επαναλαμβάνω, είναι η προστασία της ευημερίας και περιουσίας του κατ' ισχυρισμό ανίκανου προσώπου. IX. «Διαμένει» ως «συνήθως διαμένει»
  2. Προχωρώ τώρα να εξετάσω το κατά πόσο στην υπό εξέταση περίπτωση θα μπορούσε εύλογα να εξαχθεί συμπέρασμα περί «συνήθους διαμονής» του RT εντός της Επαρχίας Λάρνακας σε περίπτωση που ήθελε φανεί κατ' έφεση ότι το ρήμα «διαμένει» στο άρθρο 2 του Νόμου θα έπρεπε να είχε εξομοιωθεί με «συνήθη διαμονή», καθιστώντας έτσι τις σχετικές αυθεντίες που ερμηνεύουν τον όρο αυτό, κατά τον τρόπο που εισηγείται η πλευρά της Αιτήτριας.
  3. Για σκοπούς της πιο κάτω ανάλυσης το Δικαστήριο καθοδηγείται από τον ορισμό της «συνήθους διαμονής» όπως διαμορφώθηκε της ακόλουθες αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου: (α) στην Κωνσταντίνος Γιαννόπουλος ν. Μόνικας Γιαννοπούλου
(2010)1 ΑΑΔ 1997, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε τον όρο «συνήθης διαμονή» σύμφωνα με το Άρθρο 8 του ΕΔ 2202/2003 το οποίο διατυπώνει το γενικό κανόνα ότι το πλέον κατάλληλο δικαστήριο για ζητήματα γονικής μέριμνας, είναι το δικαστήριο του κράτους μέλους της «συνήθους διαμονής» του παιδιού (στην εκεί περίπτωση, η κυρίως αίτηση του εφεσείοντος αφορούσε σε θέματα γονικής μέριμνας που περιλαμβάνει το δικαίωμα της επικοινωνίας που ο της διεκδικούσε). Εκεί αναφέρθηκε ότι: «ο όρος 'συνήθης διαμονή' δεν είναι τεχνικός όρος, αλλά καθορίζεται με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Η συνήθης διαμονή αντιδιαστέλλεται με την προσωρινή ή την έκτακτη. Παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν το θέμα της συνήθους διαμονής, είναι η επαγγελματική απασχόληση, η συμμετοχή σε πολιτιστικές ή κοινωνικές εκδηλώσεις, η ύπαρξη μόνιμης ή συνήθους κατοικίας κ.α. [.] Στην περίπτωση παιδιού, τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε περίπτωσης είναι καθοριστικά για τον προσδιορισμό του τόπου της 'συνήθους διαμονής' του. Της από της παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη, είναι η φυσική παρουσία του παιδιού στο κράτος μέλος. Της η φυσική παρουσία θα πρέπει να συνοδεύεται με μαρτυρία ότι δεν είναι προσωρινή ή διακοπτόμενη, αλλά μόνιμη. Θα πρέπει να υπάρχουν ενδείξεις ενσωμάτωσης στο κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον. Της υποδείχθηκε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Yπόθεση με Αρ. C523/07, ημερ. 2.4.2009, στην οποία έκαμε αναφορά το πρωτόδικο δικαστήριο, άλλοι παράγοντες που της λαμβάνονται υπόψη είναι η διάρκεια της παραμονής, οι λόγοι που οδήγησαν την οικογένεια και τα παιδιά να μετακινηθούν και να παραμείνουν στο έδαφος του κράτους μέλους, η υπηκοότητα των παιδιών, οι όροι φοίτησης σε σχολείο, η γλώσσα και γενικά οι οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις των παιδιών στη συγκεκριμένη χώρα.» (β) Στην Χάρης Φασαρίας ν. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δμοσίας Τάξεως
(2008)1 ΑΑΔ 1024, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε τον όρο «συνήθης διαμονή» δυνάμει του άρθου 3 της Σύμβασης για Αστικές Πτυχές της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών (η οποία κυρώθηκε με το Ν. 11(ΙΙΙ)/94). Λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (απόφαση πλειοψηφίας), μεταξύ άλλων, ότι: «Της υποθέσεις που ανέφερε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, In Re B (minors: abduction) (Νο 2) [1993] 1 FLR 993 και In Re F (A minor) (Child Abduction) [1992] 1 FLR 548, λέχθηκε ότι η φράση 'habitual residence' έχει αναφορά, τουλάχιστον για νυμφευμένα ζευγάρια που ζουν μαζί, το μέρος εκείνο που οικειοθελώς επέλεξαν να ζήσουν ως μέρος της συνήθους πορείας της ζωής της για το συγκεκριμένο χρόνο, είτε μικρής, είτε μεγάλης διάρκειας. Εκείνο που χρειάζεται είναι η ύπαρξη κοινής πρόθεσης να ζήσουν σε μια χώρα έχοντας ικανοποιητικό βαθμό συνέχειας. Ακόμη και η πάροδος της μηνός σε νέα χώρα μπορεί να θεωρηθεί ως ικανοποιητική για να υπάρξει εύρημα για απόκτηση της συνήθους διαμονής. Περαιτέρω, η απόκτηση της της κατοικίας θα πρέπει να είναι οικειοθελής και θα πρέπει να συνοδεύεται από συγκεκριμένο σκοπό, που μπορεί να είναι είτε εξειδικευμένος, είτε γενικός. Πρέπει, με άλλα λόγια, να υπάρχει κατασταλαγμένος σκοπός ('a settled purpose'), αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος πρέπει να έχει και την πρόθεση να μείνει εκεί επ' αόριστον. Ο σκοπός της διαμονής μπορεί να έχει περιορισμένη χρονική διάρκεια, αλλά και πάλι να υπάρχει η αναγκαία πρόθεση διαμονής. Στο κατά πόσο υιοθετήθηκε από ένα πρόσωπο μια νέα συνήθης διαμονή, μπορούν να ληφθούν υπόψη παράγοντες της η μόρφωση, η εργασία ή επιτήδευμα, η υγεία, άλλοι οικογενειακοί δεσμοί, ακόμη και η απλή αγάπη για το μέρος το οποίο επιλέγεται για κατοικία.» (γ) Στην Αναφορικά με την εκλογική αίτηση σχετικά με την εκλογή Δημάρχου στον Δήμο Πόλεως Χρυσοχούς που έγινε της 16.12.2001
(2004)1 ΑΑΔ 1935, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε τον όρο «συνήθης διαμονή» δυνάμει του άρθρου 9
(1)του περί Δήμων Νόμου του 1985 (Ν.111/85)το οποίο προσδιορίζει την έννοια του «δημότη» για σκοπούς παροχής δικαιώματος εκλογής στο αξίωμα του δημάρχου ως αυτού που «έχει τη συνήθη διαμονή του το Δήμο». «Η νομολογία της σε σειρά πρωτόδικων αποφάσεων, αρχίζοντας από την υπόθεση Razis and Another v. Republic
(1979)3 C.L.R. 127, ασχολήθηκε ειδικά με το θέμα, αντλώντας κυρίως καθοδήγηση από την αντίστοιχη αγγλική, για να ερμηνεύσει τον όρο 'ordinary residence', με δεδομένο ζητούμενο πως πρέπει να υπάρχει διαμονή ή φυσική παρουσία σε ορισμένο τόπο. Η δε αναβάθμιση της διαμονής σε συνήθη, με τη φυσική σημασία του όρου που δεν είναι τεχνητός, εξαρτάται από διάφορες της περιστάσεις. H δε έννοια της συνήθους διαμονής αντιδιαστέλλεται της την έκτακτη ή προσωρινή. Σημειώνουμε δε πως σε κάθε περίπτωση το εγχείρημα δεν εξαντλείται στην αναζήτηση οποιουδήποτε συγκεκριμένου στοιχείου, το οποίο, αφ΄εαυτού, θα ήταν δυνατό να δώσει απάντηση. Αντίθετα, εκτείνεται και στον συνυπολογισμό ποιοτικών χαρακτηριστικών ή δεδομένων, και εν γένει, της χαρακτηριστικά λέχθηκε, στον τρόπο και της συνήθειες της ζωής, που βεβαίως δεν είναι δυνατό να προκαθοριστούν κατά τρόπο εξαντλητικό. Είναι πραγματικά θέματα σε κάθε περίπτωση αλλά, πέραν από όσα σχετίζονται με την επαγγελματική απασχόληση, αφού αναφερόμαστε σε εκλογικό νόμο, σημειώνουμε και τη συμμετοχή σε πολιτιστικές και κοινωνικές εκδηλώσεις και όποια άλλη δραστηριότητα σε σχέση με τα κοινά. Επιπλέον, αναγνωρίζεται και η δυνατότητα τεκμαιρόμενης συνήθους διαμονής (constructive residence) στην περίπτωση προσωρινής απομάκρυνσης από ορισμένο τόπο για κάποιο σκοπό, με πρόθεση την επάνοδο.» 50. Περαιτέρω καθοδηγούμαι από τα όσα αναφέρθηκαν στην πρόσφατη απόφαση του Αγγλικού Δικαστηρίου Προστασίας (Court of Protection) στην υπόθεση The Health Service Executive of Ireland v. IM & Anor [2020] EWCOP 51 η οποία αποφασίστηκε δυνάμει των προνοιών του αντίστοιχου αγγλικού Νόμου, Mental Capacity Act 2005. Επαναλαμβάνω, εκεί ο όρος «συνήθης διαμονή» ("habitual residence") αναφέρεται ρητά στο κείμενο της αγγλικής νομοθεσίας (βλ. παρ. 26(α) πιο πάνω). To επίδικο θέμα στην υπόθεση αυτή ήταν κατά πόσο το κατ' ισχυρισμό ανίκανο πρόσωπο, τότε ηλικίας 92 χρονών, είχε ως συνήθη διαμονή την Ιρλανδία, όπου και μετοίκησε 2 χρόνια περίπου πριν την έκδοση της πιο πάνω απόφασης, ή την Αγγλία και Ουαλία, όπου διέμενε για 55 χρόνια. Όπως τέθηκε από την Δικαστή Δικαστής Knowles J: "If, as the Applicant contended, IM remained habitually resident in this jurisdiction, then issues as to her health and welfare were matters for the Court of Protection. If she was now habitually resident in Ireland as both Respondents contended, then such matters would fall within the jurisdiction of the High Court in Ireland. 51. Σε εκείνη την υπόθεση η Δικαστής Knowles J παρέθεσε της σχετικές αρχές «συνήθους διαμονής» ως ακολούθως: "Habitual Residence Habitual residence is defined in neither the MCA[21] nor the Convention. [22] In An English Local Authority v SW and Others [2014] EWCOP 43, Moylan J (as he then was) held that the meaning to be given to habitual residence in the context of the Convention and the MCA should be the same as in other family law instruments such as the 1996 Hague Child Protection Convention and Council Regulation EC 2201/2003 (Brussels IIA) though he also acknowledged that different factors will be relevant and will bear differential weight (see [64]-[65]). Thus, habitual residence is to be determined in accordance with the guidance given by the Supreme Court and the Court of Justice of the European Union in a number of recent cases. The following principles are key:
  1. a)Habitual residence is a question of fact and not a legal concept such as domicile (A v A (Children: Habitual Residence) [2014] AC 1 at [54]);
  2. b)The test adopted by the ECJ is the 'place which reflects some degree of integration by the child in a social and family environment.' The child's physical presence should not be temporary or intermittent (Proceedings brought by A (Case C-523/07) [2010] Fam 42 at [38]);
  3. c)Consideration needs to be given to conditions and reasons for the child's stay in the state in question (Mercredi v Chaffe (Case C-497/10PPU) [2012] Fam 22 at [48]);
  4. d)The essentially factual and individual nature of the enquiry should not be glossed with legal concepts which would produce a different result from that which the factual enquiry would produce (see A v A above at [54]);
  5. e)Both objective and subjective factors need to be considered. Rather than consider a person's wishes or intentions, it is better to think in terms of the reasons why a person is in a particular place and his or her perception of the situation while there - their state of mind (Re LC (Children) [2014] AC 1038 at [60]);
  6. f)It is the stability of the residence that is important, not whether it is of a permanent character (Re R (Children) [2016] AC 76 at [16]); and
  7. g)Habitual residence is to be assessed by reference to all the circumstances as they exist at the time of assessment (FT v MM [2019] EWHC 935 (Fam) at [13]). In Re LC (Children) (see above), Baroness Hale stressed the need to look at the circumstances which led to the move in question: 'The quality of a child's stay in a new environment, in which he has only recently arrived, cannot be assessed without reference to the past. Some habitual residences may be harder to lose than others and others may be harder to gain. If a person leaves his home country with the intention of emigrating and having made all the necessary plans to do so, he may lose one habitual residence immediately and acquire a new one very quickly. If a person leaves his home country for a temporary purpose or in ambiguous circumstances, he may not lose his habitual residence there for some time, if at all, and correspondingly he will not acquire a new habitual residence until then and later. Of course there are many permutations in between, where a person may lose one habitual residence without gaining another". In An English Local Authority v SW (see above), Moylan J made the following additional points:
  8. a)The overarching test for habitual residence should be the same whether one is considering adults or children, although different factors may or will have differing degrees of relevance [66].
  9. b)The expression 'degree of integration' is an overarching summary or question rather than the sole, or even necessarily the primary factor in the determination of habitual residence. The court's focus should not be narrowed to this issue alone as a question of fact [68] and [72].
  10. c)Integration, as an issue of fact, can be an emotive and loaded word. It is not difficult to think of examples of an adult who is not integrated at all in a family environment and only tenuously integrated in a social environment but who is undoubtedly habitually resident in the country where they are living. Integration as an issue of fact can also raise difficulties when a court is determining the habitual residence of a person who lacks capacity [70].
  11. d)The court 'should not lose sight of the wood for the trees' [71]. Where an incapacitous adult has been moved from one jurisdiction to another, the question of the authority that the person effecting the move had to make it is also important. In Re MN (Recognition and Enforcement of Foreign Protective Measures) [2010] EWHC 1926 (Fam), Hedley J held that a move which was wrongful should not effect a change in the habitual residence of the incapacitated adults and should leave the courts of the country from which that person was taken free to take protective measures [22]. In determining whether a decision is wrongful, the court must look not only at the terms of the authority conferred upon the person taking the decision, but also at their motives for taking that decision. The fact that the person effecting the move has formed a subjective view that it is in P's best interests may not suffice to prevent the move from being wrongful. Pursuant to s.4
(9)and s.5
(1)(b) of the MCA, a person making a decision on behalf of an incapacitous adult must 'reasonably believe' the decision to be in their best interests. Thus, in Re QD (Jurisdiction: Habitual Residence) (No 1) [2019] EWCOP 56, Cobb J held that a decision by P's children to move him from Spain to England was wrongful and that they could not rely upon the doctrine of necessity [29]. The judge indicated that, whilst they may have believed that they were acting in P's best interests, this was not a reasonable belief on their part."
  1. Μελετώντας το σύνολο των πιο πάνω αυθεντιών, αποτελεί την κρίση του Δικαστηρίου ότι, ακόμα και εάν ο όρος «διαμένει» ερμηνευόταν ως «συνήθως διαμένει» και εφάρμοζε της πιο πάνω αυθεντίες στα υπό κρίση γεγονότα, η ενώπιον μου μαρτυρία δεν είναι ικανή για να ικανοποιήσει το κριτήριο της «συνήθους διαμονής» εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας και, ειδικότερα, εντός της κατά τόπο δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, ως αυτή ερμηνεύτηκε με βάση της πιο πάνω αυθεντίες. Εξηγώ.
  2. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε εκ μέρους της Αιτήτριας της υποστήριξη της θέσης της δια το ότι ο RT απέκτησε «συνήθη διαμονή» εντός των ορίων της Επαρχίας Λάρνακας την οποία διατηρεί μέχρι και σήμερα παρά την αγγλική του υπηκοότητα (γεγονός που προκύπτει από τον τίτλο της Αίτησης) καθώς και τη διαμονή του στο Ηνωμένο Βασίλειο από το έτος 2019, περιορίζεται της εξής ισχυρισμούς: (α) ότι ο RT και η Αιτήτρια, αφού συνταξιοδοτήθηκαν αποφάσισαν να αγοράσουν το Ακίνητο στην Κύπρο, όπως και έγινε, το έτος 2003, προκειμένου να μείνουν εκεί για το υπόλοιπο της ζωής της. Εκεί έμειναν μέχρι το έτος
  3. (β) Κατά το έτος 2019 ο ΡΤ διαγνώστηκε με γεροντική άνοια και κατά συνέπεια η Αιτήτρια περί τον Σεπτέμβριο του έτους 2019 πήρε την απόφαση να επιστρέψει μαζί με το σύζυγο της στο Ηνωμένο Βασίλειο προκειμένου να παρασχεθεί στον RT η απαιτούμενη ιατρική φροντίδα. (γ) ακολούθως, το έτος 2020 η διανοητική κατάσταση του RT επιδεινώθηκε, με αποτέλεσμα να μην καταστεί δυνατό να φροντίζει ο της τον εαυτό του. Ως εκ τούτου, της 24.7.20 κατέστη αναγκαία και απαραίτητη η εισαγωγή του σε Ιατρική Κλινική στο Ηνωμένο Βασίλειο προκειμένου να του παρέχεται η απαιτούμενη ημερήσια θεραπευτική φροντίδα.
  4. Συνεχίζει η κα Μπόγκλες και λέει (βλ. παρ. 11 της ΣΕΔ Μπόγκλες) ότι: «η μετατόπιση του Καθ' ου η Αίτηση στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν ήταν προϊόν δικής του πρόθεσης αλλά απόφαση της Αιτήτριας στην οποία οδηγήθηκε όταν η κατάσταση της υγείας του Καθ' ου η Αίτηση δεν της επέτρεπε να παραμείνουν στην Κύπρο και θεώρησε καλύτερο για τον Καθ' ου η Αίτηση να μεταβούν στο Ηνωμένο Βασίλειο προκειμένου να είναι ευχερέστερη η νοσηλεία και φροντίδα του. Κατά συνέπεια [.] η φυσική παρουσία του Καθ' ου η Αίτηση στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν αποτελεί δική του επιλογή και δεν βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο για να ασκεί κοινωνική δραστηριοποίηση ως ένα υγιές άτομο, αλλά βρίσκεται εκεί προκειμένου να παρακολουθείται και να φροντίζεται ιατρικά.»
  5. Ο μοναδικός δεσμός που προκύπτει μεταξύ του RT και της Επαρχίας Λάρνακας από τα πιο πάνω είναι η ιδιοκτησία από τον RT του Ακινήτου το οποίο, σημειωτέο, της προκύπτει από μια απλή ανάγνωση της Αίτησης και των τεκμηρίων που συνοδεύουν την ΕΔ Μπόγκλες, η Αιτήτρια επιχειρεί να διαθέσει προς πώληση και είναι για το σκοπό αυτό που αποτείνεται στο Δικαστήριο.[23]
  6. Επομένως, δεν είναι αντιληπτό με βάση ποια γεγονότα και στοιχεία η Αιτήτρια επιχειρηματολογεί ότι ο δεσμός του RT είναι τέτοιος με τη Δημοκρατία, που, παρά το ότι ο RT σήμερα διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο το Δικαστήριο θα μπορούσε εύλογα να προβεί σε εύρημα περί συνήθους διαμονής του στην Κυπριακή Δημοκρατία, και ειδικότερα, στην Επαρχία Λάρνακας. Δεν υπάρχει δηλαδή ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια μαρτυρία με βάση την οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε να προβεί σε αντίστοιχη ενδελεχή ανάλυση των γεγονότων της ακριβώς προέβη το Ανώτατο Δικαστήριο και το Αγγλικό Court of Protection της αυθεντίες που παρέθεσα πιο πάνω. Για παράδειγμα δεν υπάρχει καμία μαρτυρία περί οποιασδήποτε διείσδυσης ("integration") σε κοινωνικό ή οικογενειακό πλαίσιο του RT ή οποιασδήποτε δραστηριοποίηση του στην Κυπριακή Δημοκρατία ή στην Επαρχία Λάρνακας.
  7. Αντίθετα, από τα ενώπιον μου στοιχεία, εύλογα συνάγεται το αντίθετο συμπέρασμα, δηλαδή περί «συνήθους διαμονής» του RT στο Ηνωμένο Βασίλειο: (α) Ο RT διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο από το έτος
  8. Στην αρχή, διέμενε με τη σύζυγο του στη οδό «Flat 4, Richmond House, Hillside Park, Sunningdale, Ascot, SL59RP»[24] στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ακολούθως, της 24.7.2020[25] εισήχθηκε στο "Mangolia House Sunningdale" στην οδό «Ascot, Berkshire SL5 0QJ»[26], όπου διαμένει μέχρι σήμερα,[27] καθότι η Αιτήτρια αδυνατεί να του παρέχει την απαραίτητη ιατρική φροντίδα.[28] (β) Από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν θα μπορούσε να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ότι πρόκειται για «προσωρινή» ή «έκτακτη» διαμονή προσωρινότητας ή παροδικότητας της διαμονής του RT στο Ηνωμένο Βασίλειο κατ' αναλογίαν των όσων λέχθηκαν στην Κωνσταντίνος Γιαννόπουλος (ανωτέρω) εφόσον: i. Δεν υπάρχει καμία αναφορά και κανένας ισχυρισμός δια το ότι η διαμονή του στην ως άνω κλινική είναι προσωρινής φύσεως ή ότι είτε ο RT είτε η Αιτήτρια σκοπεύουν να επιστρέψουν στην Κύπρο οποτεδήποτε στο μέλλον. ii. Από το Τεκμήριο Β της ΕΔ Μπόγκλες, προκύπτει ότι η κατάσταση της υγείας του RT δεν θα καλυτερεύσει εφόσον η εκεί ιατρική βεβαίωση αναφέρεται στο ότι "Mr Terence Rawilings has a diagnosis of advance vascular dementia [.] He is not going to re-gain capacity as this is an advancing dementia picture." Επομένως δεν είναι σαφές υπό ποιες περιστάσεις θα ήταν εφιτκό ο RT να επιστρέψει στην Κύπρο. iii. Η ίδια η Αιτήτρια αναφέρει ότι εξ αρχής αποφάσισε να μετακομίσει με το σύζυγο της στο Ηνωμένο Βασίλειο «προκειμένου να παρασχεθεί» στον RT «η απαιτούμενη ιατρική φροντίδα».[29] Παρά το ότι δεν επεξηγεί της λόγους για της οποίους η φροντίδα αυτή δεν μπορούσε να παρασχεθεί στην Κύπρο (ζήτημα στο οποίο στρέφομαι πιο κάτω) προκύπτει η υποκειμενική πεποίθηση και επιθυμία της της Αιτήτριας της η ιατρική φροντίδα του RT να του παρέχεται στο Ηνωμένο Βασίλειο. iv. Οι προσπάθειες πώλησης του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου του RT στην Κύπρο, του μοναδικού του δεσμού δηλαδή με την Κύπρο με βάση την ίδια τη μαρτυρία που η πλευρά της Αιτήτριας προσκόμισε, είναι εμφανείς και διάχυτες σε όλο το σώμα της Αίτησης και των ενόρκων δηλώσεων που τη συνοδεύουν. Ούτε καταδεικνύεται οποιαδήποτε προσπάθεια διατήρησης του Ακινήτου ως «κατοικία» του RT στην Κύπρο ή απόκτησης οποιασδήποτε της «κατοικίας» στην Κύπρο. (γ) η ίδια η Αιτήτρια, σύζυγος του RT είναι Αγγλίδα υπήκοος[30] και «διαμένει μόνιμα» στο Ηνωμένο Βασίλειο[31] και ειδικότερα, στην οδό «Flat 4, Richmond House, Hillside Park, Sunningdale, Ascot, SL59RP»[32] και δεν ήταν σε θέση να «προσέλθει ενώπιον του Πρωτοκολλητείου προκειμένου να προβεί στην υπογραφή» των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την Αίτηση.[33] Σημειώνεται ότι η περιοχή «Ascot» αναγράφεται και επί του επιστολόχαρτου της ιατρικής βεβαίωσης που εκδόθηκε από την κλινική "Mangolia House Sunningdale" (Τεκμήριο Β της ΕΔ Μπόγκλες) και επομένως προκύπτει ότι η διεύθυνση της κατοικίας της Αιτήτριας στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι εντός της της περιοχής όπου ευρίσκεται η εν λόγω κλινική στην οποία βρίσκεται ο σύζυγος της και ότι οι δύο τους διαμένουν, όχι μόνο εντός της ίδιας χώρας, αλλά, και της ίδιας περιοχής. Οι δε υιοί του RT, είναι Άγγλοι υπήκοοι οι οποίοι «διαμένουν μόνιμα» στο Ηνωμένο Βασίλειο.[34] (ε) τα πιο πάνω συγγενικά πρόσωπα του RT διατηρούν και Πληρεξούσιο Έγγραφο ώστε «να λαμβάνουν αποφάσεις αναφορικά με την περιουσία και με τα οικονομικά ζητήματα» του RΤ.[35] Αντίγραφο του εν λόγω πληρεξουσίου εγγράφου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην ΕΔ Μπόγκλες. Παρά το ότι δεν επεξηγείται ο λόγος για τον οποίο η πώληση που επιχειρεί η Αιτήτρια να πραγματοποιήσει δεν δύναται να επιτευχθεί δυνάμει του Πληρεξουσίου αυτού Εγγράφου, εντούτοις, η αναγκαιότητα κατάρτισης Πληρεξουσίου Εγγράφου στο Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο και τιτλοφορείται ως "Lasting Power of Attorney" προς όφελος στενών του συγγενικών προσώπων οι οποίοι διαμένουν στο Ηνωμένο Βασίλειο, τείνει να καταδείξει ότι ο RT διατηρεί «περιουσία» αλλά και «οικονομικά ζητήματα» στο Ηνωμένο Βασίλειο τα οποία χρήζουν αντιμετώπισης από τους πληρεξούσιους αντιπρόσωπους του.
  9. Στρεφόμενη τώρα στα όσα η πλευρά της Αιτήτριας επικαλείται δια το ότι η μεταφορά του RT στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν ήταν προϊόν δικής του πρόθεσης αλλά απόφαση της Αιτήτριας,[36] η θέση της αυτή βασίζεται στα όσα αναφέρει αμέσως προηγουμένως, στην παρ.8 της ΣΕΔ Μπόγκελς, ότι «κατά το έτος 2019 ο Καθ' ου η Αίτηση διαγνώστηκε με γεροντική άνοια και κατά συνέπεια η Αιτήτρια περί τον Σεπτέμβριο του έτους 2019 πήρε την απόφαση να επιστρέψει με το σύζυγο της στο Ηνωμένο Βασίλειο προκειμένου να παρασχεθεί στον Καθ' ου η Αίτηση η απαιτούμενη ιατρική φροντίδα». Παρατηρούνται τα εξής: (α) ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε ιατρική μαρτυρία από την οποία θα μπορούσε να εξακριβωθεί συμπέρασμα αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του RT κατά τον ουσιώδη χρόνο της μετοίκισης του στο Ηνωμένο Βασίλειο ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο ο RT πράγματι είχε την ικανότητα να αποφασίσει ή να λάβει μέρος στην απόφαση για την μετοίκιση του στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η ιατρική βεβαίωση που επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο Β στην ΕΔ Μπόγκλες δεν αναφέρεται στην ουσιώδη με την μετοίκιση χρονική περίοδο (το έτος 2019) αλλά σε μεταγενέστερη περίοδο (23.3.21) και επομένως δεν μπορεί να επενεργήσει ως ιατρική μαρτυρία αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του RΤ κατά τον ουσιώδη χρόνο της μετοίκισης του από την Κύπρο στο Ηνωμένο Βασίλειο. (β) Από την πρώτη σελίδα του Πληρεξουσίου Εγγράφου προκύπτει ότι η δηλωθείσα διεύθυνση του RT είναι η «Flat 4, Richmond House, Hillside Park, Sunningdale, Ascot, SL59RP» και όχι οποιαδήποτε διεύθυνση εντός της Επαρχίας Λάρνακας. Παρατηρείται ότι το Πληρεξούσιο Έγγραφο φέρεται να έχει ημερομηνία 21.3.2019, δηλαδή προγενέστερη της ημερομηνίας που οι RT και η Αιτήτρια «μετοίκησαν» στο Ηνωμένο Βασίλειο, δηλαδή, σύμφωνα με της της της ισχυρισμούς της κας Μπόγκλες, πριν από τον Σεπτέμβριο του έτους 2019, [37] χωρίς να δίδεται της τούτο οποιαδήποτε επεξήγηση ποιος είναι ο λόγος που δεν δηλώθηκε ως η διεύθυνση κατοικία τους η διεύθυνση του Ακινήτου και ως διεύθυνση διαμονής δηλώθηκε η πιο πάνω διεύθυνση τους στο Ηνωμένο Βασίλειο. (γ) Από το περιεχόμενο του Πληρεξούσιου Εγγράφου προκύπτει ότι ο RT διέμενε στην πιο πάνω διεύθυνση μαζί με την σύζυγο του, στην πιο πάνω διεύθυνση. Επομένως προκύπτει ότι όταν ο RΤ μετέβη στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν νοσηλεύτηκε σε οποιαδήποτε κλινική ή ιατρικό κέντρο, αλλά, διέμενε στην πιο πάνω διεύθυνση η οποία και περιγράφεται ως «διαμέρισμα 4» ("flat 4") μαζί με τη σύζυγο του.
  10. Υπό το φως των πιο πάνω παρατηρήσεων, δεν είναι σαφείς οι λόγοι που οδήγησαν στην απόφαση της Αιτήτριας να μετοικίσει με τον RΤ στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά το χρόνο που η πλευρά τις Αιτήτριας ισχυρίζεται ότι το έπραξαν. Ούτε και είναι σαφής ο λόγος για τον οποίο η «απαιτούμενη ιατρική φροντίδα» δεν μπορούσε να παρασχεθεί στον RΤ από το Ακίνητο, ακριβώς όπως παρασχέθηκε από την πιο πάνω διεύθυνση της στο Ηνωμένο Βασίλειο, δεδομένης και της δηλωθείσας πρόθεσης της Αιτήτριας και του RΤ να παραμείνουν στο Ακίνητο «για το υπόλοιπο της ζωής τους»,[38] θέση η οποία προωθήθηκε σθεναρώς με σκοπό η πλευρά της Αιτήτριας να πείσει για την απόκτηση «συνήθους διαμονής» εντός της Επαρχίας Λάρνακας.
  11. Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω, η θέση που προωθήθηκε (για πρώτη φορά μέσω της ΣΕΔ Μπόγκλες από την πλευρά της Αιτήτριας και αφού το Δικαστήριο έθεσε ζήτημα αρμοδιότητας) ότι η μετακόμιση του RT στο Ηνωμένο Βασίλειο «δεν ήταν προϊόν δικής του πρόθεσης αλλά απόφαση της Αιτήτριας στην οποία οδηγήθηκε όταν η κατάσταση υγείας του Καθ' ου η Αίτηση δεν της επέτρεπε να παραμείνουν στην Κύπρο» (βλ. παρ. 11 της ΣΕΔ Μπόγκλες) παραμένει γενική, χωρίς εξειδίκευση, χωρίς την προσκόμιση επεξηγήσεων σε εύλογα ερωτήματα που τίθενται και άνευ επίρρωσης από οποιαδήποτε ιατρική ή άλλη αποδεκτή μαρτυρία, στην απουσία της οποίας, δεν θα μπορούσα να προβώ σε οποιοδήποτε εύρημα περί έλλειψης ικανότητας του RT να αποφασίσει ο ίδιος, ή, και ο ίδιος να μετοικίσει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η πιο πάνω προσέγγιση συνάδει και με την προσέγγιση της Knowles J της παραγράφους 38 και 41 της απόφασης της στην The Health Service Executive of Ireland v. IM & Anor [2020] EWCOP 51, ως ακολούθως: "I have assumed that IM had the capacity to decide to move to Ireland in September 2018 unless it was established that she did not [.] Standing back and looking at matters in the round, I have concluded that IM had the capacity to decide to move to Ireland with VS and AM in the summer of
  12. Evidence which would rebut the presumption of capacity did not emerge consistently until after the move took place."
  13. Δεν μου διαφεύγει ότι η πλευρά της Αιτήτριας επικαλείται το Πληρεξούσιο Έγγραφο της προς επίρρωση της θέσης της περί της νοητικής κατάστασης του RT κατά το έτος
  14. Το Πληρεξούσιο αυτό Έγγραφο, όπως η ίδια η κα Μπόγκλες αναφέρει, υπογράφηκε «στο Ηνωμένο Βασίλειο μεταξύ της Αιτήτριας και των δύο αναφερόμενων υιών του και του Κυβερνητικού Γραφείου του Δημόσιο Κηδεμόνα (Office of the Public Guardian) το οποίο καθιστά την Αιτήτρια και της υιούς της Πληρεξούσιος Αντιπρόσωπους» του RΤ. Ανατρέχοντας στο εν λόγω τεκμήριο προκύπτει ότι αυτό αποτελεί έγγραφο με τίτλο "Lasting power of attorney for property and financial affairs" και το οποίο εκδόθηκε από μια αρχή επ' ονόματι "Office of the Public Guardian". Όμως, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αναφορικά με την ορθή ερμηνεία και νομική ισχύ του εγγράφου αυτού ως ζήτημα αγγλικού δικαίου, το οποίο θα έπρεπε να αποδεχθεί ως πραγματικό ζήτημα, ούτε και το έγγραφο αυτό δεν αποτελεί ιατρική μαρτυρία ούτε φαίνεται να επισυνάπτεται οποιαδήποτε ιατρική βεβαίωση σε αυτό.
  15. Υπό το φως των πιο πάνω, το Πληρεξούσιο Έγγραφο δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για της σκοπούς για της οποίους η πλευρά της Αιτήτριας το επικαλείται. Εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με τη νοητική κατάσταση της υγείας του ΡΤ με βάση το Πληρεξούσιο Έγγραφο θα προϋπόθετε και νομική ερμηνεία του εγγράφου αυτού ως ζήτημα αγγλικού δικαίου, πράγμα ανεπίτρεπτο εν τη απουσία σχετικής μαρτυρίας.
  16. Δεν μου διαφεύγει ότι σε περίπτωση που η πλευρά της Αιτήτριας επέλεγε να προσκομίσει μαρτυρία ως ζήτημα αγγλικού δικαίου σε σχέση με την ερμηνεία ή ισχύ του εν λόγω Πληρεξουσίου Εγγράφου, αυτή δεν θα μπορούσε να μην αναφερθεί και στο ζήτημα το οποίο η ίδια η πλευρά της Αιτήτριας προβάλλει ότι ο RT ήδη θεωρείται ως ανίκανο πρόσωπο δυνάμει του αγγλικού Mental Capacity Act 2005.[39] Σε περίπτωση που διαφαινόταν ότι πράγματι ο RT κηρύχθηκε ως ανίκανο πρόσωπο δυνάμει αγγλικής νομοθεσίας, τότε θα ετίθετο ζήτημα κατάχρησης στην προώθηση της παρούσας Αίτησης, ζήτημα το οποίο το Δικαστήριο θα εξέταζε αυτεπάγγελτα, εφόσον ζητείται ακριβώς η ίδια θεραπεία στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης. Δεν νοείται, δηλαδή, πρόσωπο το οποίο αποτείνεται στο Δικαστήριο δυνάμει Νόμου του οποίου βασικός στόχος είναι η αναγκαία προστασία του κατ' ισχυρισμό ανίκανου προσώπου, να γνωρίζει ότι το εν λόγω πρόσωπο ήδη έχει κηρυχθεί ως ανίκανο πρόσωπο δυνάμει αλλοδαπού δικαίου και εντούτοις, να εμμένει, ότι είναι της το συμφέρον του να εκδοθεί εκ νέου διάταγμα που να το κηρύττει από την αρχή ως ανίκανο πρόσωπο. Δεν θα προβώ σε περαιτέρω σχολιασμό επί του σημείου αυτού καθότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου η απαραίτητη μαρτυρία ως ζήτημα, επαναλαμβάνω, αγγλικού δικαίου, από την οποία θα μπορούσε να εξαχθεί συμπέρασμα τέτοιας κατάχρησης. X. Κατάληξη
  17. Υπό το φως όλων των πιο πάνω αποτελεί την κρίση του Δικαστηρίου ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας να κηρύξει τον κο Terrence John Rawlings ανίκανο πρόσωπο ως το αιτητικό (Α) το οποίο και απορρίπτεται.
  18. Υπό το φως της απόρριψης του αιτητικού (Α) αφ' ενός, καθώς και των πιο πάνω διαπιστώσεων, αφ' ετέρου, αποτελεί την κρίση του Δικαστηρίου ότι εκλείπει το αναγκαίο υπόβαθρο για έκδοση των λοιπών αιτούμενων διαταγμάτων και ως εκ τούτου και αυτά απορρίπτονται.
  19. Ως προς τα έξοδα ενόψει του ότι επιλήφθηκα της παρούσης μονομερώς και ενόψει της απόρριψης της Αίτησης δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή. (Υπ.) .......... Ν. Παπανδρέου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αναφορικά με την αίτηση του Valery Mechanov για την Έκδοση Εντάλματος της Φύσεως Habeas Corpus
(2003)1 ΑΑΔ 217. [2] Χατζηπαύλου ν. ΑΗΚ
(1991)3ΑΑ 11, ΑΗΚ ν. Μιχαηλίδης κ.ά. (Αναθεωρητικές Εφέσεις Αρ. 115/13 και 116/13 (απόφαση πλειοψηφίας) και βλ. Αναφορικά με την Αίτηση για Certiorari υπό ή εκ μέρους του Γεωργίου Συκοπετρίτη και Υιών Λτδ
(1989)1Ε ΑΑ 314). [3] Φρίξος Κωνσταντίνου ν. Μιχάλη Αντωνιάδη
(1998)1 ΑΑΔ 120 και βλ. Ghalanos Distributors Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Μέσω Υπουργού Οικονομικών
(2002)3 ΑΑΔ 528. [4] βλ. Φρίξος Κωνσταντίνου ν. Μιχάλη Αντωνιάδη
(1998)1 ΑΑΔ 120, Αναφορικά με την Αίτηση για Certiorari υπό ή εκ μέρους του Γεωργίου Συκοπετρίτη και Υιών Λτδ
(1989)1Ε ΑΑ 314 και MPM Eurocars Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Μέσω Υπουργού Οικονομικών κ.ά.
(1994)4 ΑΑΔ 2259. [5] Βλ. Κωνσταντίνος Γιαννόπουλος ν. Μόνικας Γιαννοπούλου
(2010)1 ΑΑΔ 1997. [6] Βλ. Αναφορικά με την εκλογική αίτηση σχετικά με την εκλογή Δημάρχου στον Δήμο Πόλεως Χρυσοχούς που έγινε στις 16.12.2001
(2004)1 ΑΑΔ 1935. [7] Βλ. σελ.1 -2 της γραπτής αγόρευσης της κας Σιακού. [8] Άρθρο 5(α). [9] Άρθρο 5(β). [10] Άρθρο 6(β). [11] Άρθρο 6(δ). [12] Άρθρο 6(ε). [13] Άρθρο 6(στ). [14] Άρθρο 6(η). [15] Άρθρο 6(θ). [16] Άρθρο 6(ι). [17] Άρθρο 7
(1). [18] Άρθρο 7
(2). [19] Βλ. για παράδειγμα παρ. 26 πιο πάνω. [20] Βλ. για παράδειγμα Αναφορικά με την εκλογική αίτηση σχετικά με την εκλογή Δημάρχου στον Δήμο Πόλεως Χρυσοχούς που έγινε στις 16.12.2001
(2004)1 ΑΑΔ 1935: «σε κάθε περίπτωση το εγχείρημα δεν εξαντλείται στην αναζήτηση οποιουδήποτε συγκεκριμένου στοιχείου, το οποίο, αφ΄ εαυτού, θα ήταν δυνατό να δώσει απάντηση. Αντίθετα, εκτείνεται και στον συνυπολογισμό ποιοτικών χαρακτηριστικών ή δεδομένων, και εν γένει, όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε, στον τρόπο και τις συνήθειες της ζωής, που βεβαίως δεν είναι δυνατό να προκαθοριστούν κατά τρόπο εξαντλητικό.» [21] Αναφερόμενη στο αγγλικό Mental Capacity Act 2005. [22] Αναφερόμενη στην Σύμβαση - για την εφαρμογή της Σύμβασης τα υπό εξέταση γεγονότα βλ. παρ. 9-12 πιο πάνω. [23] Το κατά πόσο ορθά έπραξε αποτελεί ζήτημα ουσίας της Αίτησης και θα αποφασιζόταν στο κατάλληλο στάδιο εάν το Δικαστήριο αποφάσιζε ότι κέκτηται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της Αίτησης. [24] σελ. 1 και 2 του Τεκμηρίου Α στην ΕΔ Μπόγκλες. [25] παρ. 6 της ΕΔ Μπόγκλες. [26] βλ. Παράρτημα Β της ΕΔ Μπόγκλες. [27] βλ. παρ.7 της ΕΔ Μπόγκελς. [28] βλ. παρ.5 της ΕΔ Μπόγκλες. [29] παρ. 8 της ΣΕΔ Μπόγκλες. [30] Βλ. τίτλο της Αίτησης όπου η Αιτήτρια παρουσιάζεται ως κάτοχος αγγλικού διαβατηρίου. [31] παρ. 3 της ΕΔ Μπόγκλες. [32] σελ.2 του Τεκμηρίου Α στην ΕΔ Μπόγκλες. [33] παρ. 3 της ΕΔ Μπόγκλες. [34] παρ. 4 της ΕΔ Μπόγκλες. [35] παρ. 8 της ΣΕΔ Μπόγκλες. [36] βλ. παρ. 11 της ΣΕΔ Μπόγκλες. [37] Βλ. παρ. 8 της ΣΕΔ Μπόγκλες. [38] Βλ. παρ. 7 της ΣΕΔ Μπόγκλες. [39] βλ. παρ. 8 της ΕΔ Μπόγκλες. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.