Αίτηση από τη Μηλιώτου, Αρ. Αίτησης Εταιρείας: 112/2020, 17/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A217 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Εταιρείας: 112/2020 Σε ό,τι αφορά την εταιρεία Μηλιώτης & Σπύρου Λίμιτεδ και Σε ό,τι αφορά τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 Αίτηση από τη XXXXX Μηλιώτου, Αιτήτρια Μονομερείς Αιτήσεις ημ. 27.10.20 και 4.11.20 για προσωρινά διατάγματα Ημερομηνία: 17 Δεκεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Γ. Χατζηαναστασίου για Χατζηαναστασίου, Ιωαννίδη ΔΕΠΕ Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση Μηλιώτης & Σπύρου Λτδ, Αντώνη Σπύρου και Κυριάκο Σπύρου: κα Α. Newton για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Για τον Έφορο Εταιρειών: ουδεμία εμφάνιση Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Aιτήτρια, ισχυριζόμενη καταπιεστική συμπεριφορά εις βάρος της ως μετόχου μειοψηφίας, καταχώρισε την κυρίως Αίτηση με την οποία ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου για την αγορά των μετοχών της στην Kαθ΄ ης η Aίτηση εταιρεία (εφεξής καλουμένη «η εταιρεία») από τους μετόχους πλειοψηφίας, XXXXX Σπύρου και XXXXX Σπύρου, και διαζευκτικά διάταγμα του Δικαστηρίου για την αγορά των μετοχών της από την εταιρεία και για τη ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των εργασιών της εταιρείας. Η Αίτηση εδράζεται βασικά στα άρθρα 202 και 211 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Με την καταχώριση της κυρίως Αίτησης στις 27.10.20, η Αιτήτρια καταχώρισε και μονομερή Αίτηση (εφεξής «η πρώτη αίτηση») δυνάμει της οποίας στις 2.11.20 το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στην εταιρεία και ή στους αξιωματούχους της προσωπικά και ή μέσω των αξιωματούχων, αντιπροσώπων και ή υπαλλήλων της από του να αποξενώσουν, πωλήσουν, μεταβιβάσουν και ή εκχωρήσουν την επιχείρηση και ή οποιοδήποτε σημαντικό μέρος της επιχείρησης της εταιρείας, μέχρι την τελική εκδίκαση της κυρίως Αίτησης και ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Το προσωρινό διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο και το υπόλοιπο μέρος της αίτησης ορίστηκε για επίδοση στις 10.11.20. Τα υπόλοιπα αιτητικά αφορούν διατάγματα για την αναστολή ισχύος του ψηφίσματος στη γενική συνέλευση της εταιρείας ημ. 17.10.20, με το οποίο η Αιτήτρια παύθηκε από μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, για την απαγόρευση παύσης της Αιτήτριας από μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, για την απαγόρευση τερματισμού και ή αναστολής και ή ουσιώδους μείωσης των εργασιών της εταιρείας και για την απαγόρευση των μετόχων και ή αξιωματούχων της εταιρείας να συνάψουν εμπορική συνεργασία με προμηθευτές των τελευταίων 12 μηνών της εταιρείας και ή να προσφέρουν εργοδότηση σε υπάλληλο των τελευταίων 12 μηνών της εταιρείας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου, τόσο το προσωρινό διάταγμα όσο και η πρώτη αίτηση επιδόθηκαν στην εταιρεία και στους ΑΣ και ΚΣ (εφεξής «οι Καθ΄ ων») στις 3.11.20. Την επομένη, 4.11.20, η Αιτήτρια καταχώρισε και δεύτερη μονομερή αίτηση (εφεξής «η δεύτερη αίτηση») με την οποία ζητά την έκδοση διαταγμάτων για αναστολή της ισχύος της απόφασης και ή του ψηφίσματος της εταιρείας για την παύση της Αιτήτριας από διοικητική σύμβουλος της εταιρείας, για αναστολή της ισχύος της σχετικής κοινοποίησης της εν λόγω απόφασης στον Έφορο Εταιρειών και για απαγόρευση παύσης της Αιτήτριας από διοικητική σύμβουλος της εταιρείας. Πριν την εξέταση της δεύτερης αίτησης από το Δικαστήριο, ο δικηγόρος της Αιτήτριας απέσυρε τα δύο αιτητικά της πρώτης αίτησης που αφορούν στην αναστολή ισχύος του ψηφίσματος για την παύση της Αιτήτριας και στην απαγόρευση παύσης της από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας. Εδώ σημειώνεται πως ο δικηγόρος της Αιτήτριας αναγνωρίζει ότι με την απόσυρση των προαναφερόμενων αιτητικών υπό τις παρ. Α και Γ, συμπαρασύρεται και καθίσταται άνευ αντικειμένου και το αιτητικό υπό την παρ. Β για την απαγόρευση κοινοποίησης στον Έφορο Εταιρειών της παύσης της Αιτήτριας. Το Δικαστήριο δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα μονομερώς αναφορικά με τη δεύτερη αίτηση και έδωσε οδηγίες για την επίδοση της. Οι τρεις Καθ΄ ων καταχώρισαν ένσταση και στις δύο αιτήσεις οι οποίες ορίστηκαν για ακρόαση. Λόγω του ότι οι αιτήσεις αφορούν το ίδιο πραγματικό υπόβαθρο και σε αυτές εγείρονται ως επί το πλείστον ταυτόσημα ζητήματα, το Δικαστήριο κρίνει ορθό όπως εκδώσει μια απόφαση και για τις δύο αιτήσεις, επισημαίνοντας όπου είναι αναγκαίο ζητήματα τα οποία αφορούν μόνο στη μια εξ αυτών. Άλλωστε και οι δικηγόροι των δύο πλευρών κατέθεσαν μια κοινή αγόρευση και για τις δύο υπό κρίση αιτήσεις. Τα γεγονότα στα οποία βασίζονται οι δύο αιτήσεις περιέχονται στις συνημμένες σε αυτές ένορκες δηλώσεις της Αιτήτριας, οι οποίες με κάποια μικρή διαφοροποίηση έχουν το ίδιο περιεχόμενο. Σε αυτές η Αιτήτρια περιγράφει το ιστορικό ίδρυσης της εταιρείας, επεξηγεί τη δική της συμμετοχή και συμβολή στην ανάπτυξη και κερδοφορία της εταιρείας και επικαλείται γεγονότα τα οποία, κατ΄ ισχυρισμόν της, συνιστούν καταπιεστική συμπεριφορά στην ίδια ως μετόχου μειοψηφίας. Αυτά τα γεγονότα, σύμφωνα πάντα με την Αιτήτρια, συνίστανται στη σύγκληση γενικής συνέλευσης στις 10.6.20 κατά την οποία αποφασίστηκε η παύση της από γραμματέας της εταιρείας και ο επαναδιορισμός του ΚΣ ως διοικητικού συμβούλου και στη σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης στις 17.10.20 κατά την οποία αποφασίστηκε η μείωση του ωραρίου εργασίας και του μισθού της και η παύση της από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας και εκφράστηκε η πρόθεση των δύο άλλων μετόχων, ΑΣ (εφεξής «ο ΑΣ») και ΚΣ (εφεξής «ο ΚΣ»), για την αδρανοποίηση - παύση των εργασιών της εταιρείας και τη δημιουργία νέας στην οποία αυτοί οι δύο θα είναι μέτοχοι και θα μεταφερθούν οι δραστηριότητες και το πελατολόγιο της εταιρείας. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι δεν ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη από τον Νόμο διαδικασία σύγκλησης συνέλευσης για την παύση συμβούλου καθότι η Αιτήτρια ουδέποτε συγκατατέθηκε στη σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης, η ειδοποίηση ήταν παράτυπη και αντικανονική όπως ήταν και η διαδικασία κατά τη συνέλευση. Τέλος, αναφέρει πως και στη μετέπειτα έκτακτη γενική συνέλευση ημ. 24.10.20 οι ΑΣ και ΚΣ επανέλαβαν την πρόθεση τους για τη δημιουργία αυτής της νέας εταιρείας. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως εξής:
- i)Οι αιτήσεις υπόκεινται σε απόρριψη καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για απόδοση θεραπείας δυνάμει του άρθρου 202 του Κεφ. 113.
- ii)Οι αιτήσεις καταχωρίστηκαν με υπέρμετρη καθυστέρηση και με αυτές επιδιώκεται η ανατροπή του υφιστάμενου status quo. iii) Δεν συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος.
- iv)Η Αιτήτρια δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων. Οι ενστάσεις συνοδεύονται από ένορκη δήλωση του ΑΣ στην οποία ισχυρίζεται πως είναι ο ΚΣ (πατέρας του) που ασκούσε πλήρη έλεγχο στις καθημερινές δραστηριότητες της εταιρείας ενώ η Αιτήτρια (μητέρα του) ανέκαθεν επεδείκνυε πλήρη αδιαφορία για την εταιρεία. Σύμφωνα με τον ΑΣ, ο ίδιος απέκτησε συμμετοχή στην εταιρεία και ανέλαβε και τη διαχείριση της και αυτός ζήτησε από τη μητέρα του να επανέλθει στην εταιρεία ο πατέρας του για να τον αποφορτίσει από τα βεβαρημένα καθήκοντα του. Ο ΑΣ απορρίπτει τις θέσεις της Αιτήτριας ως προς τη δική της ανάμειξη στα της εταιρείας και αποδίδει σε αυτή παραλείψεις στην τήρηση των λογιστικών βιβλίων και αναλήψεις μεγάλων χρηματικών ποσών καθ΄ ον χρόνο η εταιρεία αντιμετώπιζε προβλήματα ταμειακής ροής. Τέλος, ο ΑΣ ισχυρίζεται πως με την επιστροφή του πατέρα του και λόγω της συμπεριφοράς της μητέρας του η κατάσταση μεταξύ τους στην εταιρεία είχε γίνει ανυπόφορη με αποτέλεσμα στην έκτακτη γενική συνέλευση η παύση της από διοικητική σύμβουλος να ήταν λύση ανάγκης καθότι δεν υπήρχε πρόθεση από πλευράς της για βελτίωση της κατάστασης. Ισχυρίζεται επίσης πως η ειδοποίηση στάληκε σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα το οποίο ακολουθήθηκε και για τις προηγούμενες συνελεύσεις. Ο ΑΣ αναφέρει πως ο ίδιος απλώς πρότεινε την ίδρυση μιας νέας εταιρείας με τη συμμετοχή του ιδίου και της αδελφής του ακριβώς για τη συνέχιση της οικογενειακής επιχείρησης και ενώ η Αιτήτρια ανέλαβε να το σκεφτεί, δεν παρευρέθηκε στη γενική συνέλευση της 24ης Οκτωβρίου 2020 και αντ΄ αυτού προχώρησε με την καταχώριση της κυρίως Αίτησης και της πρώτης αίτησης. Το πρώτο ζήτημα το οποίο αποτελεί λόγο ένστασης και χρήζει εξέτασης είναι η ισχυριζόμενη μη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων από την Αιτήτρια. Αποτελεί βασική νομική αρχή ακολουθούμενη σταθερά τόσο από την Αγγλική όσο και την Κυπριακή νομολογία ότι στις μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που δύνανται να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων θεωρείται ως είδος «εξαπάτησης» του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπεια την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει ακυρώνοντας το προσωρινό διάταγμα που εξέδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία του. Η πιο πάνω καθιερωμένη νομική αρχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί, όπως έχει χαρακτηριστικά λεχθεί στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 το Εφετείο τόνισε για ακόμα μια φορά ότι η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως («uberrima fides»), και επομένως ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων εκτείνεται ακόμα και σε αναφορά σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά - βλ. Global Cruises v. Metro Shipping
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 607. Κρίνεται ακόμη σκόπιμη η παραπομπή στην υπόθεση Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. v. Daventree Resources Ltd κ.ά.
(2008)1(B) Α.Α.Δ. 801, η οποία περιέχει μια διαφωτιστική σύνοψη των αρχών που διέπουν το θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών στοιχείων. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρει επίσης η πιο πρόσφατη υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.ά. v. Adeona Holdings Ltd
(2015)1(Α) Α.Α.Δ. 386. Από τα πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι αυτό το ζήτημα εξετάζεται μόνο στα πλαίσια της πρώτης αίτησης, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε μονομερώς διάταγμα, και όχι στη δεύτερη αίτηση της οποίας ζητήθηκε η επίδοση και η πλευρά των Καθ΄ ων έθεσε και τις δικές της θέσεις πριν το Δικαστήριο κληθεί να αποφασίσει επί αυτής. Όπως θα διαφανεί από την κατωτέρω παράθεση των ισχυρισμών των δύο πλευρών και την ανάλυση της μαρτυρίας, στον βαθμό που αυτό επιτρέπεται σε τέτοιας φύσης αιτήσεις, διαφαίνεται πως οι δύο πλευρές διαφωνούν ως προς τα γεγονότα και τα παρουσιάζουν από τη δική τους σκοπιά. Επομένως, οι Καθ΄ ων δεν μπορούν να κάνουν λόγο για μη αποκάλυψη απλώς και μόνο επειδή η Αιτήτρια προβάλλει τους ισχυρισμούς της επί των γεγονότων όπως η ίδια τα αντιλαμβάνεται. Άλλωστε, η Αιτήτρια αποκαλύπτει και τις θέσεις της άλλης πλευράς, όπως το ότι ο ΚΣ δήλωσε στις 17.10.20 πως η Αιτήτρια δεν εργαζόταν αρκετές ώρες. Όπως θα φανεί κατωτέρω, το μοναδικό στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να λεχθεί πως η Αιτήτρια δεν παρουσίασε ορθά είναι το γεγονός πως μετά την παύση της ως σύμβουλος παρέμεινε μόνο ένας σύμβουλος, κατά παράβαση του καταστατικού της εταιρείας. Όμως, ακόμα και αυτός ο ισχυρισμός της δεν είναι τέτοιος που να οδηγεί δίχως άλλο σε ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος καθότι από το υπόλοιπο μέρος της ένορκης της δήλωσης, προκύπτει σαφώς πως κατά τον χρόνο παύσης της παρέμειναν δύο άλλοι διοικητικοί σύμβουλοι, οι ΑΣ και ΚΣ. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν θεωρεί πως υπάρχει τέτοια παράλειψη αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων που να οδηγεί στην ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο οποίο βασίζονται, μεταξύ άλλων οι αιτήσεις, παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο αιτητής δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερθείσες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο στο οποίο το Δικαστήριο, στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Ακόμα όμως και όταν διαπιστωθεί η συνδρομή των πιο πάνω προϋποθέσεων, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R. 557, το θέμα δεν τελειώνει εδώ, και το Δικαστήριο πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ'Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα, ούτε προβαίνει σε πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διερεύνηση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αιτητή στην αίτηση. Ενδεικτικά παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R. 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R. 417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι΄ αυτό δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Διαφωτιστικό επί τούτου είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση M. Ch. Mitsingas Trading Ltd. and Another ν. Timberland Co.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791: «Το ίδιο ισχύει και για το εύρημα του Δικαστηρίου ότι στην απουσία του προσωρινού διατάγματος θα ήταν, σε περίπτωση τελικής επιτυχίας, αδύνατη η πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους. Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, 240, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλείται στην απόφαση του, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός έχει προεκτάσεις, μεταξύ των οποίων και ο επηρεασμός της εμπορικής εύνοιας, που είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε χρήμα ή να εξακριβωθούν με βεβαιότητα.» Με βάση το περιεχόμενο της κυρίως Αίτησης, ζητούνται διαζευκτικές θεραπείες και συγκεκριμένα είτε η αγορά των μετοχών της Αιτήτριας από τους μετόχους πλειοψηφίας είτε η αγορά αυτών από την εταιρεία και η ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των εργασιών της εταιρείας, στη βάση των άρθρων 202 και 211 του Κεφ. 113. Από αυτό και μόνο συνάγεται ότι με την κυρίως Αίτηση η Αιτήτρια επικαλείται καταπιεστική συμπεριφορά εις βάρος της ως μετόχου μειοψηφίας από τους μετόχους πλειοψηφίας έτσι ώστε να ζητά την προστασία των συμφερόντων της με μια από τις αιτούμενες θεραπείες. Με βάση το περιεχόμενο της κυρίως Αίτησης, την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας που τη συνοδεύει, και τη φύση των αιτούμενων θεραπειών, ικανοποιούμαι ότι η Αιτήτρια έχει αποκαλύψει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Στο πλαίσιο εξέτασης της δεύτερης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της Αιτήτριας στην κυρίως Αίτηση, κρίνεται σκόπιμη η παράθεση του άρθρου 202 του Κεφ. 113: «
(1)Οποιοδήποτε µέλος εταιρείας που παραπονείται ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται µε τρόπο καταπιεστικό μέρους των µελών (περιλαμβανομένου του ιδίου), ή, σε περίπτωση που εμπίπτει στο εδάφιο
(3)του άρθρου 163, το Υπουργικό Συμβούλιο, δύναται να μεριμνήσει για την υποβολή αίτησης στο Δικαστήριο για διάταγμα σύμφωνα µε το άρθρο αυτό.
(2)Αν σε τέτοια αίτηση το Δικαστήριο έχει τη γνώμη - (α) ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται όπως προαναφέρθηκε· και (β) ότι η εκκαθάριση της εταιρείας θα επηρέαζε δυσμενώς εκείνο το μέρος των µελών, αλλά διαφορετικά, τα γεγονότα θα δικαιολογούσαν την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης για το λόγο ότι ήταν δίκαιο και σύμφωνα µε τους κανόνες της επιείκειας όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί, το Δικαστήριο δύναται, για το σκοπό επίλυσης των θεμάτων αναφορικά µε εκείνα που υποβλήθηκε παράπονο, να εκδώσει τέτοιο διάταγμα που θεωρεί σωστό, είτε για τη ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της εταιρείας ή για την αγορά των μετοχών οποιωνδήποτε µελών της εταιρείας από άλλα µέλη της εταιρείας ή από την εταιρεία και, σε περίπτωση αγοράς από την εταιρεία, για την ανάλογη μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας, ή διαφορετικά.» Από το ίδιο το λεκτικό του άρθρου, προκύπτει ότι η οποιαδήποτε αιτούμενη θεραπεία δυνάμει αυτού δεν είναι η εκκαθάριση της εταιρείας αλλά είτε η αγορά των μετοχών είτε η ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της εταιρείας. Καθίσταται σαφές ότι οποιοδήποτε μέλος εταιρείας, το οποίο έχει παράπονο, μπορεί να υποβάλει τέτοια αίτηση προς το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο με την τελική του απόφαση δύναται να εκδώσει μια από τις αιτούμενες θεραπείες νοουμένου ότι ικανοποιηθεί πως οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται με τρόπο καταπιεστικό προς το μέλος και πως η εκκαθάριση θα το επηρέαζε δυσμενώς, αλλά τα γεγονότα είναι τέτοια που θα καθιστούσαν δίκαιον να εκκαθαριστεί η εταιρεία. Το λεκτικό του άρθρου 202 του Κεφ. 113 είναι σαφές πως δίδει το δικαίωμα στον μέτοχο μειοψηφίας να καταχωρίσει αίτηση δυνάμει του εν λόγω άρθρου. Η ερμηνεία που αποδίδεται από τη δικηγόρο των Καθ΄ ων, ήτοι πως μόνο τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται να αιτούνται την εκκαθάριση εταιρείας δυνάμει του άρθρου 213
(1)του Κεφ. 113, ήτοι πιστωτής ή συνεισφορέας, δύνανται να υποβάλουν αίτηση δυνάμει του άρθρου 202, δεν βρίσκει έρεισμα τόσο στο ίδιο το λεκτικό του άρθρου 202 όσο και στην υπόθεση Re Pelmaco Development Ltd
(1999)1(B) A.A.Δ. 1369, από την οποία παραθέτω το σχετικό διαφωτιστικό απόσπασμα: «Η εκδήλωση υπεροχής της πλειοψηφίας έναντι της μειοψηφίας εμφανίζεται συνήθως με τρόπο ο οποίος επηρεάζει δυσμενώς κατ' ιδίαν δικαιώματα (individual rights) μετόχου ή μετόχων της εταιρείας ή τα ειδικώς διαφοροποιημένα δικαιώματα (qualified rights) της μειοψηφίας. Όταν η πλειοψηφία καταπιέζει τη μειοψηφία, η μειοψηφία έχει εκ του νόμου τη δυνατότητα να αποταθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει τη διάλυση της εταιρείας με βάση τις διατάξεις του άρθρου 211 (στ) του νόμου. Επειδή η διάλυση της εταιρείας προκαλεί, στις πιο πολλές περιπτώσεις, τέτοιες επιζήμιες επιπτώσεις επί των συμφερόντων της μειοψηφίας που υφίσταται την καταπίεση, ο νόμος παρέχει στην καταπιεζόμενη μειοψηφία μια άλλη εναλλακτική θεραπεία, αυτή του άρθρου 202 του νόμου, ως διαζευκτική της αναγκαστικής διάλυσης. Όπως έχει ειπωθεί, αυτή η διάταξη αποτέλεσε τη νομική βάση της αίτησης. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 202 του νόμου θεραπεία παρέχεται εφόσον διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις οι οποίες, ακολουθούν μεταξύ τους σειρά λογικής αλληλουχίας ήτοι, (α) ότι η διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας γίνεται κατά τρόπο καταπιεστικό για κάποιο από τους μετόχους ή για μερίδα των μετόχων, (β) ότι το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να εκδώσει διάταγμα διάλυσης της εταιρείας με βάση το άρθρο 211 (στ) του νόμου, (γ) πλην όμως η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος θα ήταν επιζήμια και θα επηρέαζε αδίκως τους ίδιους τους μετόχους που υφίστανται την καταπίεση. Προκύπτει από το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης ότι το Δικαστήριο διαπίστωσε πρώτα ότι συντρέχουν όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις και μετά προχώρησε στην έκδοση διατάγματος αγοράς των μετοχών των αιτητών από τους Χριστόφορο Πελεκάνο, Γεώργιο Πελεκάνο και Γιαννάκη Πελεκάνο, θεραπεία η οποία προβλέπεται από το άρθρο 202 του νόμου. . Στην Scottish Co-operative Wholesale Society Ltd ν. Mayer [1959] A.C. 324 η οποία αναφέρεται στην πρωτόδικη απόφαση, το Δικαστήριο αποδέχθηκε το αίτημα των αιτητών για αγορά των μετόχων της καταπιεζόμενης μειοψηφίας από την πλειοψηφία.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ως εκ τούτου δεν χωρεί αμφιβολία πως πέραν των όσων αναφέρονται στο άρθρο 211 του Κεφ. 113, παρέχεται η δυνατότητα σε μέλος, μέτοχο (μειοψηφίας), της εταιρείας να αποταθεί στο Δικαστήριο για θεραπεία δυνάμει του άρθρου 202. Στα πλαίσια του άρθρου 202, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί μεν πως θα ήταν δίκαιο όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί πλην όμως κάτι τέτοιο θα ήταν επιζήμιο για την εταιρεία και άδικο για τον μέτοχο που υφίσταται την καταπίεση, εξ ου και δύναται να εκδώσει θεραπεία δυνάμει του άρθρου 202 στο μέλος - μέτοχο, ανεξαρτήτως της δυνατότητας οποιουδήποτε πιστωτή ή συνεισφορέα να υποβάλει αίτηση για την εκκαθάριση της εταιρείας βάσει του άρθρου 211 για τους εκεί αναφερόμενους λόγους. Στην υπό κρίση περίπτωση, η Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση ζητά τις θεραπείες οι οποίες προβλέπονται ρητώς από το άρθρο 202 και το κατά πόσον οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται με καταπιεστικό τρόπο προς αυτήν αποτελεί ένα από τα βασικά ερωτήματα που θα πρέπει να απασχολήσουν το Δικαστήριο στο πλαίσιο εκδίκασης της κυρίως Αίτησης. Οι θεραπείες του άρθρου 202 του Κεφ. 113 μπορούν να ζητηθούν αυτοτελώς και ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 211(στ). Η θεραπεία για εκκαθάριση της εταιρείας δυνάμει του άρθρου 211(στ) αποτελεί εναλλακτική και ξεχωριστή θεραπεία, ανεξαρτήτως του ότι το Δικαστήριο, στο πλαίσιο του άρθρου 202, θα πρέπει να καταλήξει κατά πόσο τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης καθιστούν δίκαιον να εκκαθαριστεί η εταιρεία. Σχετική είναι η υπόθεση Re Pelmaco Development Ltd (ανωτέρω). Αυτή η προσέγγιση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα και στο σύγγραμμα Buckley on the Companies Acts, 12η έκδοση, σελ. 423-424, όπου γίνεται αναφορά στις αντίστοιχες Αγγλικές νομοθετικές πρόνοιες των άρθρων 210 και 225
(2). Επομένως, στο πλαίσιο της κυρίως Αίτησης δεν είναι αναγκαίο όπως περιληφθεί η εκκαθάριση της εταιρείας ή το δικαίωμα της Aιτήτριας σε διάταγμα εκκαθάρισης ως αιτούμενη θεραπεία. Είναι και πάλι στο πλαίσιο εξέτασης των προϋποθέσεων του άρθρου 202 που το Δικαστήριο θα κληθεί να αποφασίσει κατά πόσο τα γεγονότα θα δικαιολογούσαν την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης. Με δεδομένες τις αιτούμενες θεραπείες στην κυρίως Αίτηση, είναι προφανές ότι με τις υπό κρίση αιτήσεις η Αιτήτρια επιδιώκει τόσο τη διατήρηση της επιχείρησης της εταιρείας (μέσω της πρώτης αίτησης) όσο και την παραμονή της ως διοικητικής συμβούλου στην εταιρεία με τρόπο που να διασφαλίζεται η προστασία των δικών της συμφερόντων ως μετόχου μειοψηφίας (μέσω της δεύτερης αίτησης) μέχρι την εκδίκαση της κυρίως Αίτησης. Έχει ήδη λεχθεί πως η Αιτήτρια επικαλείται καταπιεστική προς αυτή συμπεριφορά ως μετόχου μειοψηφίας από τους μετόχους πλειοψηφίας. Είναι κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών πως η εταιρεία αποτελεί ουσιαστικά οικογενειακή επιχείρηση και πως με την ίδρυση της μέτοχοι αυτής ήταν η Αιτήτρια, ο τότε και νυν εν διαστάσει σύζυγος της ΚΣ και ο πατέρας της ΑΜ (εφεξής «ο ΑΜ») με 8.333 συνήθεις μετοχές έκαστος. Είναι επίσης κοινό έδαφος πως μετά από αυξήσεις του ονομαστικού κεφαλαίου της εταιρείας και με την αποχώρηση του το 1995 ο ΑΜ μεταβίβασε τις μετοχές του στην Αιτήτρια η οποία με τη σειρά της μεταβίβασε το ½ των μετοχών της στον γιο τους ΑΣ, ούτως ώστε η Αιτήτρια, ο ΚΣ και ο ΑΣ να κατέχουν από 100.000 συνήθεις μετοχές έκαστος. Είναι επίσης κοινώς παραδεκτό πως ενώ ο ΑΣ ήταν μέτοχος της εταιρείας από το 2004, διορίστηκε διοικητικός σύμβουλος το 2007, όταν επέστρεψε στην Κύπρο από τις σπουδές του. Και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν πως από την ίδρυση της εταιρείας διοικητικοί σύμβουλοι ήταν η Αιτήτρια και ο ΚΣ ο οποίος αποχώρησε το 2014 λόγω της ρήξης των σχέσεων μεταξύ τους η οποία έκτοτε τους έφερε σε διάσταση. Τέλος, αναφορικά με τη δεύτερη αίτηση μόνο, είναι κοινώς αποδεκτό πως στις 3.11.20, και αφού έλαβαν γνώση του μονομερούς διατάγματος, οι ΑΣ και ΚΣ παρέδωσαν στην Αιτήτρια επιστολή τερματισμού της εργοδότησης της στην εταιρεία. Αναφορικά με τα υπόλοιπα γεγονότα οι δύο πλευρές βρίσκονται σε διαφωνία. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η εταιρεία ιδρύθηκε το 1986 κατόπιν κοινής απόφασης της ίδιας και του ΚΣ για να διαδεχθεί την εταιρεία του πατέρα της ΑΜ, Αντωνάκης Μηλιώτης & Σια Λτδ στην οποία η Αιτήτρια ήταν μέτοχος. Η εταιρεία ασχολείται με το εμπόριο μηχανημάτων, υλικών και εξαρτημάτων οικοδομής και κυρίως οικοδομικού σιδήρου. Εξ ου και η Αιτήτρια ζήτησε από τον ΚΣ όπως ο πατέρας της συνεχίσει να είναι μέτοχος. Σύμφωνα με την Αιτήτρια, από την ίδρυση της εταιρείας μέχρι και σήμερα, ο ΚΣ απείχε από τα καθήκοντα του ως σύμβουλος και ασχολείτο περιστασιακά με την εταιρεία ενώ η Αιτήτρια εργάζεται ανελλιπώς και λαμβάνει μισθό €3.500 μηνιαίως ως υπεύθυνη λογιστηρίου και εισπράξεων και ασχολείται με εμπορικά και ή οικονομικά θέματα. Η Αιτήτρια αποδίδει στην σκληρή δουλειά της την οικονομική πρόοδο και κερδοφορία της εταιρείας η οποία το 2019 είχε κέρδη περί τα €1.300.
- Η σκληρή εργασία συνεχίστηκε από την Αιτήτρια και τον γιο της μετά την αποχώρηση του ΚΣ. Ο ΑΣ λάμβανε μηνιαίο μισθό εκ €4.500 και κατόπιν αιτήματος της ο δικός της μισθός αυξήθηκε από τις €3.000 κατά €
- Περί τον Μάιο του 2020 ο ΚΣ επέστρεψε στην εταιρεία και ασχολείτο με θέματα πωλήσεων. Με την επιστροφή του οι σχέσεις μεταξύ των μερών άλλαξαν και άρχισαν να δημιουργούνται αντιπαραθέσεις και θέματα επικοινωνίας. Από τον Ιούνιο του 2020 ο ΑΣ, κατόπιν συνεννόησης με τον ΚΣ, ζητούσε από την Αιτήτρια να του μεταβιβάσει δυνάμει δωρέας τις μετοχές της, κάτι το οποίο η Αιτήτρια αρνήθηκε. Τελικώς, στις 10.6.20 στην ετήσια γενική συνέλευση ζητήθηκε από την Αιτήτρια να παραιτηθεί από γραμματέας, το οποίο και έπραξε ενώ σε έκτακτη γενική συνέλευση στις 17.10.20 η οποία (συνέλευση) συγκλήθηκε παράτυπα και αντικανονικά, λήφθηκε απόφαση για την παύση της και από διοικητική σύμβουλος της εταιρείας και οι δύο άλλοι μέτοχοι εξέφρασαν την πρόθεση να αδρανοποιήσουν και παύσουν τις εργασίες της εταιρείας και να μεταφέρουν τις δραστηριότητες και το πελατολόγιο της σε νέα εταιρεία η οποία θα ιδρυθεί από τον ΑΣ. Επίσης έλαβαν απόφαση για τη μείωση του μισθού της και την αύξηση των ωρών εργασίας της με στόχο την απόλυση της από την εταιρεία. Σε συζήτηση μεταξύ των μετόχων στην, συνέχεια της πρώτης, έκτακτη γενική συνέλευση στις 24.10.20, οι ΚΣ και ΑΣ επανέλαβαν την πρόθεση τους για τη δημιουργία νέας εταιρείας με τις ίδιες εργασίες όπως η εταιρεία και η Αιτήτρια επανέλαβε πως δεν αποδέχεται την αδρανοποίηση της εταιρείας και δήλωσε πως η έκτακτη γενική συνέλευση συγκλήθηκε παράτυπα. Σύμφωνα με την Αιτήτρια, αυτή ζήτησε τα πρακτικά της εν λόγω συνέλευσης ημ. 17.10.20 τα οποία δεν της έχουν δοθεί μέχρι σήμερα και ετοίμασε ένα σημείωμα με το τι λέχθηκε κατά την εν λόγω συνέλευση. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται πως λαμβάνει μόνο μισθό από την εταιρεία και έλαβε ένα μικρό μέρος των μερισμάτων, τα οποία ανέρχονται σε σημαντικό ποσό σύμφωνα με τις συνημμένες στην ένορκη της δήλωση ελεγμένες καταστάσεις για τα έτη 2018 και
- Αποτελεί ισχυρισμό της Αιτήτριας πως η εταιρεία αποτελεί οιονεί συνεταιρισμό καθότι πρόκειται για οικογενειακή επιχείρηση στη βάση συμφωνίας όπως όσοι επιθυμούν, δύνανται να είναι μέτοχοι και διοικητικοί σύμβουλοι της εταιρείας. Τέλος, η Αιτήτρια αναφέρει πως η εταιρεία, ως οιονεί συνεταιρισμός, συστάθηκε στη βάση αμοιβαίας εμπιστοσύνης στα πλαίσια της οποίας η ίδια υποθήκευσε το σπίτι της ως εξασφάλιση δανείου που δόθηκε από Τράπεζα προς την εταιρεία. Οι Καθ΄ ων με τη σειρά τους αναφέρουν πως η εταιρεία συστάθηκε από τους γονείς του ΑΣ και ο ΑΜ έλαβε μετοχές, κατόπιν παράκλησης της Αιτήτριας, χωρίς να έχει σχέση ή να συνεισέφερε οτιδήποτε στην εταιρεία, με τη διαβεβαίωση πως αυτός κατείχε τις μετοχές ανά ίσα μερίδια προς όφελος της Αιτήτριας και του ΚΣ. Ο ΑΣ αναφέρει πως οι αυξήσεις του κεφαλαίου της εταιρείας έγιναν με σκοπό τη διατήρηση και ανάπτυξη της εταιρείας και αποδίδει ενεργό ρόλο στον πατέρα του στη διοίκηση της. Σύμφωνα με τον ΑΣ, για φορολογικούς σκοπούς αποφασίστηκε η μεταβίβαση δια δωρεάς των μετοχών του ΑΜ προς την Αιτήτρια, η οποία θα τις κατείχε ανά ίσα μερίδια για την ίδια και τον ΚΣ. Ο ΑΣ παρουσιάζει τον ΚΣ ως τον ιθύνοντα νου της εταιρείας ενώ η Αιτήτρια, η οποία είχε τη θέση της υπεύθυνης λογιστηρίου, ουδέποτε εργαζόταν κανονικές ώρες, αδιαφορούσε για την εταιρεία και η συμπεριφορά της προς τους πελάτες ήταν προβληματική. Ο ΑΣ συμμετείχε στην εταιρεία από το 2007 με την ολοκλήρωση των σπουδών του και υπό την καθοδήγηση του πατέρα του. Λόγω της ρήξης της σχέσης μεταξύ των γονέων του, ο ΚΣ αποχώρησε από την εταιρεία όμως βοηθούσε τον ΑΣ σε ό,τι χρειαζόταν και χωρίς αμοιβή. Λόγω του ΑΣ η εταιρεία αναπτυσσόταν και κερδοφορούσε, ενώ η ρήξη των σχέσεων μεταξύ του ΑΣ και της μητέρας του προκαλούσε παρεμπόδιση του ΑΣ στην εκτέλεση των καθηκόντων του. Έτσι, κατόπιν παράκλησης του ΑΣ, τον Οκτώβριο του 2019 ο ΚΣ ξεκίνησε να εργάζεται στην εταιρεία χωρίς αμοιβή και από τον Ιούλιο του 2020 ανέλαβε γραφειακά καθήκοντα εξυπηρέτησης πελατών και διεκπεραίωσης παραγγελιών με μισθό ο οποίος καθορίστηκε στη γενική συνέλευση ημ. 10.6.
- Τον Ιανουάριο του 2020 η Αιτήτρια προέβη σε αύξηση του μισθού της σε €3.500 και παρά την απόφαση στη γενική συνέλευση ημ. 17.10.20 για επαναφορά στον παλαιότερο της μισθό, αυτή εξακολουθεί να λαμβάνει €3.500 μηνιαίως. Σύμφωνα με τον ΑΣ, η Αιτήτρια ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για τη διανομή των μερισμάτων στους μετόχους και ενώ όλοι οι μέτοχοι απέσυραν κάποια χρήματα για κάλυψη πραγματικών αναγκών, η Αιτήτρια απέσυρε μεγάλα ποσά όχι για αυτόν τον σκοπό και παρά την αντίρρηση του ΑΣ καθότι η εταιρεία αντιμετώπιζε προβλήματα ταμειακής ροής. Επιπλέον, από την επιστροφή του ΚΣ στην εταιρεία τον Οκτώβριο του 2019, οι ΚΣ και ΑΣ ζητούσαν από την Αιτήτρια, ως γραμματέα, να συγκαλέσει συνέλευση καθότι ο ΚΣ επιθυμούσε να διοριστεί διοικητικός σύμβουλος και, παρά την αρχική άρνηση της, τελικώς η Αιτήτρια έστειλε ειδοποίηση για συνέλευση στις 10.6.20, όπου κατά πλειοψηφία αποφασίστηκε η παύση της Αιτήτριας από γραμματέας, ο επαναδιορισμός του ΚΣ ως διοικητικού συμβούλου και ο καθορισμός της αμοιβής του. Στην έκτακτη γενική συνέλευση στις 17.10.20, ένα από τα θέματα ήταν η εμπορική δραστηριότητα της εταιρείας λόγω των προσπαθειών για εξεύρεση λύσης και ο ΑΣ εισηγήθηκε τη δημιουργία νέας εταιρείας με μετόχους τον ίδιο και την αδελφή του, για συνέχιση της οικογενειακής επιχείρησης, πρόταση η οποία έπρεπε να γίνει αποδεκτή και από τους τρεις μέτοχους. Σε εκείνη τη συνέλευση η Αιτήτρια δεν ήγειρε θέμα μη νομότυπου της ειδοποίησης και τελικώς λήφθηκε απόφαση παύσης της ως σύμβουλος καθότι δεν είχε διάθεση βελτίωσης της κατάστασης. Ουδέποτε λήφθηκε απόφαση για την αλλαγή του ωραρίου της Αιτήτριας παρά μόνο ο ΑΣ της υπέδειξε να μην αφήνει εκκρεμότητες πριν το τέλος του ωραρίου της. Η Αιτήτρια ανέλαβε να μελετήσει την πρόταση και θα τοποθετείτο στη συνέλευση της 24ης Οκτωβρίου 2020, στην οποία δεν παρουσιάστηκε αλλά αντιθέτως ενήργησε με τη λήψη δικαστικών μέτρων. Τέλος, ο ΑΣ αναφέρει πως παρουσιάζονταν ελλείψεις στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας που κρατούσε η Αιτήτρια και κινδύνευαν να χάσουν πελάτες λόγω της συμπεριφοράς της ή να επωμιστούν πρόστιμο για καθυστέρηση στην υποβολή φορολογικών δηλώσεων και πως υπάρχουν σοβαροί λόγοι για την απόλυση της. Με βάση τους ισχυρισμούς και των δύο πλευρών και χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγηση αυτών ή σε οποιαδήποτε τελικά συμπεράσματα, διαφαίνεται πως υπάρχει ρήξη μεταξύ των τριών μετόχων της εταιρείας και ειδικότερα, μετά την επιστροφή του ΚΣ στην εταιρεία. Όπως ισχυρίζεται ο ΑΣ, διαφαίνεται πως ο ΚΣ επανήλθε στην εταιρεία κατόπιν επιθυμίας του ΑΣ και μάλιστα ανέλαβε ενεργό ρόλο στη διαχείριση των εργασιών αυτής με καθήκοντα εξυπηρέτησης πελατών και διεκπεραίωσης παραγγελιών. Διορίστηκε εκ νέου μέλος του διοικητικού συμβούλου και λαμβάνει μισθό. Ταυτόχρονα, διαφαίνεται πως οι ΑΣ και ΚΣ, μέτοχοι πλειοψηφίας, έχασαν την εμπιστοσύνη τους στην Αιτήτρια και στην εκπλήρωση των καθηκόντων της τόσο σε λογιστικά θέματα όσο και γενικότερα ως προς τη συμπεριφορά της προς πελάτες, επηρεάζοντας, κατά τους δύο αυτούς μέτοχους, αρνητικά την εταιρεία και την επιχείρηση. Έτσι, αυτοί δεν συμφωνούν στην αύξηση του μισθού της και έλαβαν απόφαση για την επαναφορά στον προηγούμενο μισθό της, για την παύση της από γραμματέας και για την παύση της από διοικητική σύμβουλος και στα πλαίσια της πρώτης αίτησης διέτρεχε τον κίνδυνο απόλυσης της ενώ στα πλαίσια της δεύτερης αίτησης τελικώς τερμάτισαν και την εργοδότηση της στην εταιρεία. Παρά την αντίθεση θέση των δύο πλευρών επί τούτου, διαφαίνεται επίσης πως τέθηκε προς συζήτηση η αναστολή των εργασιών της εταιρείας και η ίδρυση μιας νέας διάδοχης εταιρείας με τη συμμετοχή του ΑΣ και χωρίς τη συμμετοχή της Αιτήτριας. Η μεν Αιτήτρια ισχυρίζεται πως η νέα εταιρεία θα έχει μετόχους τους ΑΣ και ΚΣ ενώ ο ΑΣ τον ίδιο και την αδελφή του. Αυτή η αναφορά του ΑΣ σε συμμετοχή της αδελφής του ΑΣ στη νεοσυσταθείσα εταιρεία δεν φαίνεται να συνάδει με προγενέστερη αναφορά του στην ίδια ένορκη του δήλωση πως η αδελφή του AΣ (εφεξής «η ΑΡΣ») «αποφάσισε να ακολουθήσει άλλο κλάδο και δεν επιθυμούσε να συμμετέχει ενεργά στην Εταιρεία». Εν πάση περιπτώσει όμως, διαφαίνεται πως η εμπιστοσύνη των μετόχων πλειοψηφίας έναντι στη μέτοχο μειοψηφίας έχει κλονιστεί με αποτέλεσμα τη σταδιακή (στην πρώτη αίτηση) και ολοκληρωτική (στη δεύτερη αίτηση) απομάκρυνση και παραγκωνισμό της τόσο από τις εργασίες της εταιρείας όσο και από τα αξιώματα της ως γραμματέα και συμβούλου, ενώ υπάρχει η σκέψη για την ίδρυση νέας εταιρείας η οποία θα διαδεχθεί την υπό κρίση εταιρεία και χωρίς τη συμμετοχή της Αιτήτριας. Εδώ σημειώνεται πως με βάση το άρθρο 178 του Κεφ. 113 απαιτείται ειδική ειδοποίηση για ψήφισμα για παύση συμβούλου και όπως ο σύμβουλος του οποίου ζητείται η παύση, στην προκειμένη περίπτωση η Αιτήτρια, δύναται να ακουστεί στη Συνέλευση σε σχέση με το ψήφισμα για την παύση της. Το άρθρο 135 απαιτεί την αποστολή ειδοποίησης για ειδικό ψήφισμα τουλάχιστον 21 μέρες πριν την συνέλευση. Ανεξαρτήτως της θέσης των Καθ΄ ων πως η ειδοποίηση στάληκε με βάση το ίδιο χρονοδιάγραμμα όπως και οι προγενέστερες, με βάση τους ισχυρισμούς και των δύο πλευρών ενώπιον του Δικαστηρίου, και την ίδια την ειδοποίηση ημ. 7.10.20 (Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας στην πρώτη αίτηση και Τεκμήριο 4 στην ένορκη της δήλωση στη δεύτερη αίτηση) για τη σύγκληση της έκτακτης γενικής συνέλευσης στις 17.10.20, διαφαίνεται πως δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες των άρθρων 135 και
- Περαιτέρω, η Αιτήτρια παραπέμπει στο άρθρο 20 του καταστατικού της εταιρείας, Τεκμήριο 8, και στις δύο ένορκες της δηλώσεις που συνοδεύουν τις αιτήσεις, δυνάμει του οποίου ο αριθμός των διοικητικών συμβούλων της εταιρείας δεν μπορεί να είναι κατώτερος των δύο, και ισχυρίζεται πως μετά την παύση της Αιτήτριας ως διοικητική σύμβουλος, έχει παραμείνει μόνο ένας σύμβουλος. Αυτή η θέση φαίνεται όμως να αναιρείται από άλλους ισχυρισμούς τόσο της ίδιας της Αιτήτριας όσο και του ΑΣ, καθότι μετά την παύση της Αιτήτριας ο ΑΣ και ο ΚΣ παραμένουν διοικητικοί σύμβουλοι της εταιρείας. Αυτά τα ζητήματα δύνανται να αποτελούν διεξαγωγή των εργασιών της εταιρείας με τρόπο καταπιεστικό στην Αιτήτρια ως μέτοχο μειοψηφίας από τον εν διαστάσει σύζυγο της και τον γιο της ως μετόχους πλειοψηφίας οι οποίοι διαφαίνεται πως έχουν αναλάβει κατόπιν κοινής συνεννόησης μεταξύ τους τη διαχείριση της εταιρείας, έχουν χάσει κάθε εμπιστοσύνη στην Αιτήτρια αναφορικά με τη εκτέλεση των δικών της καθηκόντων στην εταιρεία, αρνούνται την αύξηση του μισθού της και (για την πρώτη αίτηση) θεωρούν πως συντρέχουν λόγοι για την απόλυση της και (για τη δεύτερη αίτηση) τερμάτισαν την εργοδότηση της και την έχουν απομακρύνει από διάφορες θέσεις και αξιώματα που κατείχε. Επίσης υπάρχει το ενδεχόμενο δημιουργίας νέας διάδοχης εταιρείας και όλοι αυτοί οι παράγοντες επηρεάζουν το σύνολο και την αξία της περιουσίας της εταιρείας και κατά συνέπεια την αξία των μετοχών σε αυτήν, σε βαθμό που θα δικαιολογούσε διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας. Σημειώνεται για ό,τι αξίζει πως η Αιτήτρια έχει προσφέρει και την υποθήκευση ακινήτου της ως εξασφάλιση για τις διευκολύνσεις της εταιρείας. Επομένως για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας το Δικαστήριο θεωρεί πως οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας καταδεικνύουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην κυρίως Αίτηση. Υπενθυμίζεται ότι στο παρόν στάδιο, το Δικαστήριο περιορίζεται να κρίνει κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αιτήτριας στην κυρίως Αίτηση, ενώ κατά την εκδίκαση αυτής (της κυρίως Αίτησης) θα αποφασίσει πλέον τελικά κατά πόσον η κυρίως Αίτηση επιτυγχάνει και σε ποιον βαθμό. Χρήσιμη καθοδήγηση ως προς την έννοια της λέξης «καταπίεση» αντλείται από την Αγγλική νομολογία αναφορικά με το παλαιό άρθρο 210 το οποίο είναι το ίδιο με το δικό μας άρθρο 202, καθότι το Αγγλικό άρθρο 210 έχει αντικατασταθεί με το νέο άρθρο 459 το οποίο δεν περιέχει πλέον τη λέξη «καταπίεση» αλλά τη φράση «άδικη και επιζήμια συμπεριφορά». Συνοπτικά αναφέρω ότι ο όρος «καταπίεση» έχει ερμηνευτεί στην υπόθεση In re H. R. Harmer Ltd
(1959)1 W.L.R. 62, η οποία υιοθέτησε τα όσα αναφέρθηκαν στην Elder v. Elder and Watson Ltd
(1952)S.C. 49. Ειδικότερα αποφασίστηκε ότι το κατά πόσο υπάρχει καταπίεση εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και δεν εξετάζονται οι περιπτώσεις της ισχυριζόμενης καταπίεσης μεμονωμένα αλλά ως μέρος μιας συνεχούς διαδικασίας, και ότι: «It is not lack of confidence between shareholders per se that brings section 210 into play, but lack of confidence springing from oppression of a minority by a majority in the management of the company's affairs and oppression involves, I think, at least an element of probity or fair dealing to a member in the matter of his proprietary right as a shareholder.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση In re Five Minute Car Wash Service Ltd
(1966)1 W.L.R. 745, από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «The mere fact that a member of a company has lost confidence in the manner in which the company's affairs are conducted does not lead to the conclusion that he is oppressed; nor can resentment at being outvoted; nor mere dissatisfaction with or disapproval of the conduct of the company's affairs, whether on grounds relating to policy or to efficiency, however well founded.» Στην υπόθεση In re Pelmaco Development Ltd (ανωτέρω) γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Scottish Co-Operative Wholesale Society Ltd v. Meyer
(1958)3 All E.R. 66 για την ερμηνεία του όρου καταπίεση, όπου δόθηκε η γραμματική έννοια της λέξης ως «burdensome, harsh and wrongful». Στην Κυπριακή υπόθεση λέχθηκε ότι ο όρος καταπίεση περιλαμβάνει συμπεριφορά η οποία ενέχει το στοιχείο της έλλειψης αξιοπιστίας (probity), ή δίκαιης μεταχείρισης (fair dealing) προς μέλη της εταιρείας σε σχέση με τα δικαιώματα τους ως μετόχων. Ανεπάρκεια (inefficiency) ή αμέλεια ως προς τη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας δεν τεκμηριώνει καταπιεστική συμπεριφορά. Στην υπόθεση In re Five Minute Car Wash Service Ltd (ανωτέρω) λέχθηκε επίσης ότι το παράπονο θα πρέπει να αφορά το άτομο υπό την ιδιότητα του ως μέλους της εταιρείας, και ειδικότερα ότι: «. the matters complained of must affect the person or persons alleged to have been oppressed in his or their character as a member or members of the company. Harsh or unfair treatment of the petitioner in some other capacity, as, for instance, a director or a creditor of the company, or as a person doing business or having dealings with the company, or in relation to his personal affairs apart from the company, cannot entitle him to any relief under section 210.» Η φράση «εργασίες της εταιρείας» έχει ερμηνευτεί σε Αγγλική νομολογία με αναφορά στο άρθρο 165 του Companies act 1948, όμως θεωρώ ότι η ίδια ερμηνεία ισχύει και για σκοπούς του άρθρου 210. Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση R. v. Board of Trade, ex p. St. Martin Preserving Co Ltd
(1965)1 Q.B. 603, «the company's affairs included its goodwill, its profits or losses, its contracts and assets including its shareholding in and ability to control the affairs of a subsidiary.» Τέλος, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι θα ήταν δίκαιο και σύμφωνα με τους κανόνες της επιείκειας όπως εκκαθαριστεί η εταιρεία. Η έννοια του όρου αυτού αναλύεται στην υπόθεση Westbourne
(1973)A.C. 360 και στην υπόθεση In re Pelmaco Development Ltd (ανωτέρω). Τα ακόλουθα αποσπάσματα από την υπόθεση Westbourne είναι διαφωτιστικά: «The 'just and equitable' provision .It does, as equity always does, enable the court to subject the exercise of legal rights to equitable considerations; considerations, that is, of a personal character arising between one individual and another, which may make it unjust, or inequitable, to insist on legal rights, or to exercise them in a particular way.. The just and equitable provision nevertheless comes to his assistance if he can point to, and prove, some special underlying obligation of his fellow member(s) in good faith, or confidence, that so long as the business continues he shall be entitled to management participation, an obligation so basic that, if broken, the conclusion must be that the association must be dissolved.» Τονίζεται πως οι όποιες διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αφορούν εργασίες της εταιρείας που επηρεάζουν την Αιτήτρια ως μέτοχο της εταιρείας και όχι ως διοικητική σύμβουλο αυτής. Σχετικές είναι οι υποθέσεις In re Five Minute Car Wash Service Ltd και Scottish Co-Operative Wholesale Society Ltd v. Meyer (ανωτέρω), στις οποίες αξίζει να σημειωθεί ότι οι μέτοχοι ήταν και διοικητικοί σύμβουλοι της εταιρείας, όπως και στην προκειμένη περίπτωση. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση και στα πλαίσια της πρώτης αίτησης, το Δικαστήριο θεωρεί πως οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν επαρκή θεραπεία στην προκειμένη περίπτωση και πως θα πρέπει να διατηρηθεί η υφιστάμενη κατάσταση λειτουργίας και η κερδοφορία της επιχείρησης της εταιρείας μέχρι την εκδίκαση της κυρίως Αίτησης. Και τούτο, καθότι με την κυρίως Αίτηση ζητείται η πώληση των μετοχών της Αιτήτριας είτε από τους μετόχους πλειοψηφίας είτε από την ίδια την εταιρεία σε δίκαιη τιμή και η ρύθμιση των μελλοντικών εργασιών της εταιρείας. Αυτό σαφώς συνηγορεί υπέρ της διατήρησης της λειτουργίας και οικονομικής κατάστασης της εταιρείας, ούτως ώστε κατά την έκδοση οποιουδήποτε των αιτούμενων διαταγμάτων πώλησης των μετοχών (είτε στους μετόχους πλειοψηφίας είτε στην ίδια την εταιρεία) να διασφαλιστεί ο καθορισμός της δίκαιης τιμής με βάση την υφιστάμενη κατάσταση της εταιρείας και όχι την όποια μελλοντική ενδεχόμενη επέμβαση ή μείωση των εργασιών της. Εδώ βεβαίως αξίζει να σημειωθεί πως το καταστατικό της εταιρείας, και ειδικότερα τα άρθρα 2(α) και 6-14, ρυθμίζουν με συγκεκριμένο και περιοριστικό τρόπο τη μεταβίβαση των μετοχών της εταιρείας χωρίς να παρέχεται η δυνατότητα αγοράς των μετοχών οποιουδήποτε μετόχου από την εταιρεία. Αυτό ενδεχομένως να καθιστά αδύνατη την έκδοση της δεύτερης διαζευκτικής αιτούμενης θεραπείας για πώληση των μετοχών της Αιτήτριας στην εταιρεία, στα πλαίσια εκδίκασης της κυρίως Αίτησης, πλην όμως γεγονός παραμένει πως η Αιτήτρια επιθυμεί και αιτείται την πώληση των μετοχών της. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θεωρεί πως το προσωρινό υπό την παρ. Δ εκδοθέν διάταγμα για τη μη αποξένωση, πώληση, μεταβίβαση, εκχώρηση και ή μείωση σημαντικού μέρους της επιχείρησης της εταιρείας θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ μέχρι και την εκδίκαση της κυρίως Αίτησης ακριβώς για να διασφαλιστεί και διατηρηθεί η υφιστάμενη κατάσταση της εταιρείας, όσον αφορά τη λειτουργία και κερδοφορία της η οποία και σαφώς έχει αντίκτυπο στην αξία της περιουσίας της εταιρείας και στην αξία των μετοχών της. Επί τούτου, θεωρώ πως και το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της Αιτήτριας, καθότι προέχει η διατήρηση της επιχείρησης και δραστηριότητας της εταιρείας μέχρι τον καθορισμό των δικαιωμάτων της ως μετόχου μειοψηφίας, ενώ έχει διαφανεί πως η όποια εισήγηση για την αναστολή λειτουργίας της εταιρείας και την ίδρυση νέας διαδόχου αυτής κρίθηκε αναγκαία λόγω της ρήξης των σχέσεων μεταξύ των τριών μετόχων και όχι λόγω της κατάστασης της ίδιας της εταιρείας η οποία φαίνεται ότι δύναται να συνεχίσει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της. Σε αυτά τα πλαίσια κρίνεται δικαιολογημένη και η έκδοση του αιτούμενου υπό την παρ. Ε της πρώτης αίτησης διατάγματος το οποίο αποσκοπεί στην απαγόρευση τερματισμού και ή αναστολής και ή ουσιώδους μείωσης των εργασιών και ή αδρανοποίησης της εταιρείας μέχρι την εκδίκαση της κυρίως Αίτησης. Παρόλο που τα δύο προαναφερόμενα αιτητικά προσφέρουν προστασία διατήρησης της λειτουργίας της εταιρείας και της οικονομικής της κατάστασης, εντούτοις λόγω της ύπαρξης πιθανότητας ίδρυσης νέας εταιρείας με την ίδια ακριβώς δραστηριότητα, κρίνεται αναγκαία και η έκδοση του αιτούμενου υπό την παρ. Στ της πρώτης αίτησης ούτως ώστε να απαγορεύεται στους μετόχους και ή αξιωματούχους της εταιρείας από του να παρέμβουν με οποιοδήποτε τρόπο στις εργασίες και στην πελατεία της εταιρείας, δηλαδή να αποσπάσουν πελάτες και ή εργασίες της εταιρείας. Στο πλαίσιο εξέτασης του ισοζυγίου της ευχέρειας, το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψιν και τον παράγοντα καθυστέρησης στην καταχώρηση της πρώτης αίτησης, κάτι το οποίο αποτελεί και λόγο ένστασης. Σύμφωνα με την υπόθεση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788, ανεξήγητη καθυστέρηση από τον αιτητή αποτελεί εμπόδιο για τη χορήγηση προσωρινού διατάγματος, και ακόμα το γεγονός της καθυστέρησης καταδεικνύει ότι ο αιτητής δεν χρειάζεται την άμεση και εξαιρετική θεραπεία που προσφέρεται από το προσωρινό διάταγμα. Βέβαια η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη υπόθεση εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, παρά την επάνοδο του ΚΣ στην εταιρεία από το 2019, εντούτοις τα ουσιώδη γεγονότα παύσης της Αιτήτριας από γραμματέας και διοικητική σύμβουλος και γενικότερα της αποκάλυψης της πρόθεσης απομάκρυνσης της Αιτήτριας από την εταιρεία διαφάνηκαν αρχικώς στις 10.6.20 και κορυφώθηκαν στις 17.10.20. Η καταχώριση της κυρίως Αίτησης και της πρώτης αίτησης στις 27.10.20, ήτοι δέκα μέρες αργότερα, δεν δείχνει καθυστέρηση και δη τέτοια που να λειτουργεί εναντίον της οριστικοποίησης του διατάγματος και ή της έκδοσης οποιουδήποτε άλλου διατάγματος. Όσον αφορά το ζήτημα του κατεπείγοντος, προκύπτει ότι με δεδομένες τις ημερομηνίες κατά τις οποίες λήφθηκαν οι αποφάσεις για την παύση της Αιτήτριας από γραμματέας και διοικητική σύμβουλος και κυρίως την έκφραση της πρόθεσης δημιουργίας διάδοχης εταιρείας, συνέτρεχε το στοιχείο του επείγοντος στη διατήρηση της επιχείρησης της εταιρείας, εξ ου και το Δικαστήριο προφανώς περιορίστηκε μόνο στην έκδοση μονομερώς του διατάγματος το οποίο κρίθηκε επείγον ενώ διέταξε την επίδοση του υπόλοιπου μέρους της αίτησης. Με βάση την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι αν δεν οριστικοποιηθεί το προσωρινό διάταγμα και εκδοθούν τα άλλα δύο αιτούμενα διατάγματα, θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί στο μέλλον πλήρης δικαιοσύνη και το ισοζύγιο της ευχέρειας σαφώς κλίνει υπέρ της Αιτήτριας. Ερχόμενη τώρα στα αιτητικά της δεύτερης αίτησης, αυτά αφορούν στην παύση της Αιτήτριας ως διοικητική σύμβουλος και ειδικότερα αποσκοπούν στην αναστολή ισχύος της απόφασης για την παύση της και της όποιας κοινοποίησης της παύσης στον Έφορο Εταιρειών καθώς επίσης και στην παύση της μέχρι την εκδίκαση της κυρίως Αίτησης. Βασικά αποσκοπούν στη διατήρηση της προτέρας της παύσης κατάστασης πραγμάτων, η οποία είναι επιτρεπτή νοουμένου ότι δικαιολογείται από τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης. Στην υπόθεση Όξυνος κ.ά. v. Λου
(2011)1(Β) Α.Α.ΑΔ. 1066 λέχθηκαν τα εξής: «Όπως έχει νομολογηθεί, σκοπός ενός συντηρητικού διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει των προνοιών του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, είναι η διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων (status quo ante), όπως αυτή είχε κατά το χρόνο που η υπό εκδίκαση διαφορά προέκυψε και παράλληλα η διατήρηση της επίδικης περιουσίας, για όλο το χρονικό διάστημα που εκκρεμεί η εκδίκαση της αγωγής (Michael v. Brevinos Limited
(1969)1 C.L.R. 578 και Κούνουνα v. C. & A. Simonos Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1361). . Ειδικότερα, και σε σχέση με την τρίτη θεσμική προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, στην οποία να σημειωθεί δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εφεσειόντων, υπενθυμίζουμε την αρχή ότι οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν τη μοναδική παράμετρο κρίσης του συγκεκριμένου θέματος. Υπόψη λαμβάνονται και άλλα στοιχεία και μεταβλητά κριτήρια και σε τελική ανάλυση η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εξαρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα, (Κυρισάββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Κωνσταντίνου Κκίζη κ.ά. v. Κύζη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαριτσούς Κωστή Κκίζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Ας μη μας διαφεύγει ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται, όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση M. and Ch. Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. v. The Timberland Co.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791, με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου που επιδιώκει τη θεραπεία. Λαμβανομένων υπόψη όλων των στοιχείων, θεωρούμε επίσης ότι ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience), κλίνει υπέρ της εφεσίβλητης. Όπως πολύ ορθά σημειώνει: "... Ακόμα και αν στο τέλος της ημέρας αποδειχθεί ότι το επίδικο αυτοκίνητο ανήκει τελικά στην εναγόμενη 2 - καθ'ης η αίτηση εταιρεία, και η αιτήτρια στο μεταξύ προκαλέσει ζημιά στο αυτοκίνητο, αντιπαρέρχομαι την ασφαλιστική κάλυψη που αναφέρθηκε ο κ. Στυλιανού, ως υπεδείχθη και στην Κούνουνα (ανωτέρω), υπάρχει πάντα η ικανοποίηση της επιδίκασης αποζημίωσης. Και ακριβώς το στοιχείο αυτό θέτει προς τελική εξέταση κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα. Το ισοζύγιο της ευχέρειας έχω την άποψη για τους πιο πάνω λόγους πως κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της αιτήτριας, αφού ως υπεδείχθη στις υποθέσεις Γρηγορίου και Κούνουνα (ανωτέρω), κρίνεται με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία κατά τον ουσιώδη χρόνο."» Οι νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης διατάγματος αναφορικά με την απαγόρευση παύσης διοικητικού συμβούλου στα πλαίσια τέτοιας διαδικασίας έχουν αναλυθεί από το παρόν Δικαστήριο στην ενδιάμεση απόφαση του στην Αίτηση Εταιρείας 385/14 ΕΔ Λευκωσίας, ημ. 24.3.15, από την οποία κρίνεται σκόπιμη η παράθεση αυτούσιου του σχετικού αποσπάσματος: «Είναι αδιαμφισβήτητο το δικαίωμα που έχει μια εταιρεία με βάση το Νόμο, και ειδικότερα το Κεφ.113, να παύει διοικητικούς συμβούλους σύμφωνα με τις πρόνοιες του καταστατικού της. Αυτό αναγνωρίζεται στα συγγράμματα Palmer's on Company Law, Τόμος 1, 22η έκδοση, παρ. 59-25 και Halsbury's Laws of England, Τόμος 7
(1), 4η έκδοση, παρ. 639. Στα εν λόγω συγγράμματα γίνεται επίκληση της Αγγλικής υπόθεσης Bentley-Stevens v. Jones
(1974)1 W.L.R. 638, στην οποία ο ενάγων και οι δύο εναγόμενοι ήταν διοικητικοί σύμβουλοι της εταιρείας H Ltd. Υπήρχε και τρίτη εναγομένη εταιρεία, η οποία ανήκε εξ ολοκλήρου στην H Ltd. Ο ενάγων και ο πρώτος εναγόμενος είχαν το 42% των μετοχών ενώ ο δεύτερος εναγόμενος το 16%. Κατόπιν διαφωνίας μεταξύ του ενάγοντα και των δύο εναγομένων οι τελευταίοι συγκάλεσαν συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου για τη σύγκληση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης στην οποία αποφασίστηκε η απομάκρυνση του ενάγοντος από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας. Η ειδοποίηση για τη σύγκληση της συνεδρίας του συμβουλίου είχε σταλεί στον ενάγοντα, ο οποίος όμως δεν την παρέλαβε έγκαιρα. Ο ενάγων ήγειρε αγωγή ζητώντας διάφορες θεραπείες και με αίτηση ζήτησε την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να απαγορεύει την απομάκρυνση του από το συμβούλιο, επικαλούμενος παρατυπίες οι οποίες κατ΄ ισχυρισμόν του καθιστούσαν την απόφαση άκυρη. Το Δικαστήριο ασχολήθηκε με τα θέματα των παρατυπιών που επικαλέστηκε ο ενάγων και κατέληξε ότι, ακόμα και στην περίπτωση που το παράπονο του ενάγοντος για τις παρατυπίες είναι ορθό, η περίπτωση δεν ήταν κατάλληλη για να εκδοθεί προσωρινό διάταγμα καθότι οι παρατυπίες μπορούσαν να θεραπευθούν με τις κατάλληλες διαδικασίες και το αποτέλεσμα προφανώς θα παρέμενε το ίδιο. Έγινε παραπομπή στην υπόθεση Browne v. La Trinidad
(1887)37 Ch. D. 1 η οποία υποστηρίζει τη θέση ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επεμβαίνει για να επιβάλλει σε εταιρείες πώς να χειρίζονται τις υποθέσεις τους όπου η παρατυπία για την οποία υπάρχει παράπονο μπορεί να διορθωθεί ανά πάσα στιγμή. Ο ενάγων επίσης είχε εισηγηθεί ότι η εταιρεία αποτελεί οιονεί συνεταιρισμό και επικαλέστηκε την υπόθεση In re Westbourne Galleries Ltd
(1973)A.C. 360 για να υποστηρίξει τη θέση ότι το Δικαστήριο οφείλει να απαγορεύσει στους δύο εναγόμενους - συνεταίρους από του να απομακρύνουν τον ενάγοντα από την εταιρεία. Αναφορικά με αυτό τον ισχυρισμό, το Δικαστήριο ανέφερε ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν αποφασίστηκε ότι ο ενάγων δικαιούται σε προσωρινό διάταγμα με το οποίο να γίνεται επέμβαση στο νομοθετικό δικαίωμα της εταιρείας να απομακρύνει ένα σύμβουλο, αλλά ότι όταν ένας σύμβουλος απομακρυνθεί δυνάμει νόμιμης νομικής βάσης τότε, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, δικαιούται σε διάταγμα για την εκκαθάριση της εταιρείας νοουμένου ότι αυτό είναι ορθό και σύμφωνα με τους κανόνες της επιείκειας (just and equitable). Πράγματι μία ανάγνωση της τελευταίας απόφασης (Westbourne) επιβεβαιώνει ότι σε αυτή δεν απασχόλησε καθόλου το θέμα της δυνατότητας έκδοσης προσωρινού διατάγματος που να απαγορεύει τη μη απομάκρυνση συμβούλου. Αντίθετα αφορούσε την ουσία εκδίκασης αίτησης συμβούλου (ο οποίος είχε απομακρυνθεί από την πλειοψηφία) για εκκαθάριση της εταιρείας ως οιονεί συνεταιρισμού δυνάμει του άρθρου 222(f) του Companies Act 1948 (που είναι το ίδιο με το άρθρο 211(στ) του Κεφ.
- Επί τούτου δεν υιοθετώ τη θέση του δικηγόρου των καθ΄ ων η αίτηση ότι οι δύο προαναφερόμενες υποθέσεις (Bentley-Stevens και Westbourne) αποτελούν αυθεντίες που υποστηρίζουν τη θέση ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει την παύση ενός συμβούλου η οποία έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 178 του Κεφ.
- Μάλιστα το Δικαστήριο στην υπόθεση Bentley-Stevens άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο έκδοσης τέτοιου διατάγματος και απλώς αποφάσισε ότι τα δεδομένα της συγκεκριμένης υπόθεσης δεν δικαιολογούσαν την έκδοση του. . . στο σύγγραμμα Minority Shareholders, Law, Practice and Procedure, των Joffe QC, Drake, Richardson, Lightman και Collingwood, 4η έκδοση, σελ. 363, και ειδικότερα στο ακόλουθο απόσπασμα: «It is not only the petitioner's status as a shareholder which can be protected under CA2006, s.
- An interim injunction can also be granted at least in some cases to restrain his removal as a director or employee of the company (assuming that the petitioner can establish that there is a serious issue to be tried as to the existence of a quasi-partnership which would enable the court to apply equitable considerations to control the exercise of the power of the majority to remove him). In William v. Brinkman [2004] EWHC 601 (Ch), the petitioner applied for an interim injunction restraining the respondents from taking any further steps to remove him as managing director by dismissing him as an employee or removing him as a director, or from interfering with his day-to-day conduct of the company's business as its managing director. The respondents relied on Bentley-Stevens v. Jones [1974] 1 WLR 638 as authority for the proposition that even in the case of a quasi-partnership the court should not, other than in exceptional circumstances, interfere with the respondents' statutory right to remove the petitioner from the board where there may be justifiable grounds for doing so. However, granting the injunction Charles Aldous QC (sitting as deputy High Court Judge, [2004] EWCH 601, [47]-[48], distinguished Bentley Stevens v Jones on the grounds that the only relief sought in that case was a winding-up order, whereas in the present case the petitioner sough an order that he be entitled to purchase the respondent's shares and continue to run the company as a going concern; and in those circumstances held that the position was governed by the guidance given by Harman J in Re A Company (No 002612 of 1984) [1985] BCLC 80, 82i-83b - to the effect that the existing position should be preserved pending trial. Mr Aldous QC also derived support for the proposition that the court will protect the director's position pending the hearing of the petition from Re Sticky Fingers Restaurant Ltd [1992] BCLC 84, where the court permitted an application to appoint additional directors on terms that the directors would not vote to dismiss the minority shareholder as director or interfere in his day-to-day conduct of the company's affairs. The limits of this decision are unclear. Reliance was placed on the fact that the petitioner sought to purchase the majority's shares and thereby conduct the company's business, but it is difficult to see why an injunction restraining the petitioner's removal as director or employee should be granted where all he seeks is an order for the purchase of his shares, thereby indicating that he wished to sever his connections with the company, or where a petitioner's presence would demonstrably disrupt the company's business.» . Πράγματι αυτές οι υποθέσεις αφορούν τα εν λόγω άρθρα που προνοούν για άδικη και επιζήμια συμπεριφορά (unfair prejudicial conduct). Στην πρώτη ο αιτητής ζήτησε την αγορά των μετοχών του και τη συνέχιση της διοίκησης της εταιρείας, ενώ στις άλλες δύο ο αιτητής ζήτησε την αγορά των μετοχών ή την εκκαθάριση της εταιρείας. Θεωρώ ότι οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα έκδοσης προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος ισχύουν κατ΄ αναλογίαν στην υπό κρίση περίπτωση για τον απλούστατο λόγο ότι στην κυρίως Αίτηση η αιτήτρια δεν ζητά μόνο την αγορά των μετοχών της αλλά διαζευκτικά τη ρύθμιση των εργασιών της εταιρείας, με την παραμονή της στο διοικητικό συμβούλιο αυτής. Αυτό θεωρώ ότι είναι και το στοιχείο που διαχωρίζει την υπό κρίση περίπτωση από τις υποθέσεις Bentley-Jones και Westbourne, καθότι σε εκείνες δεν τέθηκε θέμα παραμονής του ενάγοντος ή αιτητή στο συμβούλιο της εταιρείας με τις αιτούμενες θεραπείες και περαιτέρω στην πρώτη υπόθεση υπήρχε η δυνατότητα θεραπείας των παρατυπιών. Στην παρούσα περίπτωση λαμβάνω υπ΄ όψιν τη φύση των αιτούμενων θεραπειών στην κυρίως Αίτηση, η μία εκ των οποίων συνεπάγεται την παραμονή της αιτήτριας στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας, και η οποία προβλέπεται από το άρθρο
- Επομένως θεωρώ ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να παρέμβει με την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να απαγορεύει την απομάκρυνση της αιτήτριας από το συμβούλιο ακριβώς για να διατηρηθεί το υφιστάμενο καθεστώς μέχρι την εκδίκαση της κυρίως Αίτησης. Σε διαφορετική περίπτωση, το ίδιο το Δικαστήριο θα καθόριζε στο παρόν στάδιο και πρόωρα εν μέρει την πορεία και τύχη της κυρίως Αίτησης καθιστώντας πλέον ανέφικτη τη δεύτερη αιτούμενη θεραπεία και προδιαγράφοντας ότι σε περίπτωση επιτυχίας αυτής η μόνη θεραπεία που παρέχεται στην αιτήτρια είναι η αγορά των μετοχών της καθ΄ ον χρόνο η ίδια έχει και διαζευκτική θεραπεία την οποία το Δικαστήριο, ενδεχομένως στο τέλος κρίνει ως πιο κατάλληλη. Και αυτό βεβαίως νοουμένου ότι το Δικαστήριο καταλήξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση του εν λόγω διατάγματος. Με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι τόσο ο πρώτος όσο και ο δεύτερος λόγος ένστασης κρίνονται αβάσιμοι. Επίσης ούτε και ο δέκατος λόγος ευσταθεί, καθότι, ως αναφέρεται ανωτέρω, η αιτήτρια ζητά διαζευκτικές θεραπείες σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 202, και επομένως το διάταγμα για τη μη απομάκρυνση της ως συμβούλου ουδόλως αφορά τη θεραπεία για την αγορά των μετοχών της αλλά αφορά την αιτούμενη θεραπεία για τη ρύθμιση διεξαγωγής των εργασιών της εταιρείας.» Παρόλο που η Αιτήτρια επικαλείται τη φύση της εταιρείας ως οιονεί συνεταιρισμού και την ανάγκη παραμονής της στο διοικητικό συμβούλιο για να συμμετέχει στη διοίκηση της εταιρείας, εντούτοις με την κυρίως Αίτηση καθιστά σαφές πως δεν επιθυμεί πλέον την ανάμειξη της ως μετόχου στην εταιρεία εξ ου και ζητά την πώληση των μετοχών της. Βασικά η Αιτήτρια επιζητεί την αποδέσμευση και διακοπή της σχέσης και συμμετοχής της στην εταιρεία με την πώληση των μετοχών της, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα πως η πώληση θα γίνει στην ορθή και δίκαιη τιμή και πως η εταιρεία θα συνεχίσει να δραστηριοποιείται. Από τη στιγμή που με την κυρίως Αίτηση η ίδια δεν επιθυμεί να είναι πλέον μέρος στην εταιρεία, και εφόσον με τα εκδοθέντα διατάγματα διασφαλίζεται η λειτουργία της εταιρείας και η διατήρηση της τρέχουσας οικονομικής της κατάστασης, δεν συντρέχει λόγος για τη συνέχιση παραμονής της στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως τυχόν παραμονή της στο συμβούλιο θα της παρέχει τη δυνατότητα ενημέρωσης των εργασιών και τεκταινόμενων γενικότερα στην εταιρεία, πλην όμως αυτό δεν αποτελεί βάσιμο λόγο για επαναφορά της προτέρας κατάστασης πραγμάτων με την παραμονή της Αιτήτριας στο διοικητικό συμβούλιο. Άλλωστε, η Αιτήτρια διατηρεί κάθε δικαίωμα να επανέλθει με οποιαδήποτε αίτηση αν διαπιστώσει ανάγκη προς τούτο. Με βάση τα ανωτέρω, δεν ικανοποιούμαι ότι δικαιολογείται η έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος στα πλαίσια της δεύτερης αίτησης. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, αναφορικά με την πρώτη αίτηση ημ. 27.10.20: Α) Tο προσωρινό διάταγμα ημ. 2.11.20 οριστικοποιείται μέχρι τελικής εκδίκασης της κυρίως Αίτησης και ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β) Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην εταιρεία και ή στους μετόχους και ή αξιωματούχους της προσωπικά και ή μέσω των αξιωματούχων, αντιπροσώπων, υπαλλήλων και ή εντολοδόχων αυτών, από του να λάβουν οποιαδήποτε απόφαση ή να προχωρήσουν σε οποιαδήποτε ενέργεια με σκοπό να τερματίσουν και ή αναστείλουν και ή μειώσουν ουσιωδώς τις εργασίες και ή δραστηριότητες της εταιρείας και ή να καταστήσουν αδρανή την εταιρεία, μέχρι τελικής εκδίκασης της κυρίως Αίτησης και ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ) Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στον καθένα από τους μετόχους και ή αξιωματούχους της εταιρείας προσωπικά και ή μέσω των αντιπροσώπων, υπαλλήλων και ή εντολοδόχων αυτών και ή μέσω άλλων νομικών και ή φυσικών προσώπων, άλλων από την εταιρεία, από του: (α) να παρέχει ή να προσπαθήσει να παρέχει εκτός των πλαισίων και των δομών της εταιρείας σε πελάτη της εταιρείας και ή σε πρόσωπο που ήταν πελάτης της εταιρείας κατά τους τελευταίους 12 μήνες οποιοδήποτε αγαθό ή υπηρεσία που συνήθως παρέχεται σε αυτόν από την εταιρεία, και ή (β) να εισέλθει ή να προσπαθήσει να εισέλθει εκτός των πλαισίων και των δομών της εταιρείας σε εμπορική συνεργασία ή να προμηθευτεί ή να προσπαθήσει να προμηθευτεί αγαθά και ή υπηρεσίες από προμηθευτή της εταιρείας ή από πρόσωπο που ήταν προμηθευτής της εταιρείας κατά τους τελευταίους 12 μήνες οποιοδήποτε προϊόν και ή υπηρεσία που συνήθως προμηθεύεται από αυτόν η εταιρεία, και ή (γ) να απασχολήσει και ή να προσφέρει εκτός των πλαισίων και των δομών της εταιρείας εργοδότηση σε υπάλληλο της εταιρείας ή να προμηθευτεί ή να προσπαθήσει να προμηθευτεί αγαθά και ή υπηρεσίες από προμηθευτή της εταιρείας ή από πρόσωπο που ήταν προμηθευτής της εταιρείας κατά τους τελευταίους 12 μήνες οποιοδήποτε προϊόν και ή υπηρεσία που συνήθως προμηθεύεται από αυτόν η εταιρεία, μέχρι τελικής εκδίκασης της κυρίως Αίτησης και ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η δεύτερη αίτηση ημ. 4.11.20 αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της πρώτης αίτησης ημ. 27.10.20 επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ΄ ων αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα της δεύτερης αίτησης ημ. 4.11.20 επιδικάζονται εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ΄ ων, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ενόψει της φύσης των δύο υπό κρίση αιτήσεων στο πλαίσιο της ίδιας κυρίως Αίτησης και της ταυτότητας των διαδίκων, και με βάση τις πρόνοιες της Δ.59 θ.7 και 13 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και την υπόθεση Serguei Pugachev
(2006)1 Α.Α.Δ. 353, το Δικαστήριο θεωρεί ορθό όπως συμψηφιστούν τα έξοδα των δύο αυτών αιτήσεων. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα για συμψηφισμό μεταξύ (
- i)των εξόδων τα οποία επιδικάστηκαν υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ΄ ων αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως ως ανωτέρω στα πλαίσια της αίτησης ημ. 27.10.20 και (
- ii)των εξόδων τα οποία επιδικάστηκαν εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ΄ ων ως ανωτέρω στα πλαίσια της αίτησης ημ. 4.11.20, αφού υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ......... Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Γ.Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο