← Κύπρος

Θεοχαρίδου ν. Μικελλίδη υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Μικελλίδη, Αρ. Αγωγής: 1726/2019, 29/12/2021

Θεοχαρίδου ν. Μικελλίδη υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Μικελλίδη, Αρ. Αγωγής: 1726/2019, 29/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A218 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1726/2019 Μεταξύ: Θεοχαρίδου XXXXX Ενάγουσα -και- XXXXX Μικελλίδη υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Μικελλίδη Εναγόμενου Ημερομηνία: 29 Δεκεμβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο/ Αιτητή: Ο κ. Παρασκευάς Κάφκαρος για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Ενάγουσα/Καθ'ης η αίτηση: Ο κ. Μιχάλης Πελεκάνος για Ε. Πελεκάνος & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση με ημερ. 09.11.2020 για διαγραφή της αγωγής) O εναγόμενος/Αιτητής («ο Αιτητής»), επιζητεί με την παρούσα αίτησή του τη διαγραφή και/ή παραμερισμό της αγωγής που καταχώρισε η ενάγουσα/ Καθ' ης η αίτηση («η Καθ' ης η αίτηση») εναντίον του για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι η παραβίαση της αρχής του δεδικασμένου και ότι αυτή εγέρθηκε καταχρηστικά και ο δεύτερος ότι είναι δικονομικά λανθασμένη αφού δεν προηγήθηκε αυτής η καταχώριση ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας που να επαληθεύει την ορθότητα του περιεχομένου του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή της αγωγής σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.2 Θ.13 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η αίτηση όπως και η ένσταση που ακολούθησε στηρίζονται σε ταυτόσημη νομική βάση, ήτοι στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2, Θ.13 Δ.19 Θ.3, 4, 22, 26 και 27 Δ.21 Θ.Θ.1-5, Δ.27 Θ.1, 2 και 3, Δ.48 Θ.Θ.1-9, Δ.39, Δ.49, Δ.57, Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/60)Άρθρα 31, 35-38, στα Άρθρα 15, 23 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και στο Άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, στην Κυπριακή Νομολογία και τη γενική πρακτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση υποστηρίζονται σε ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο Αιτητής ο οποίος παραπέμπει και στο φάκελο του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα της ένστασης υποστηρίζονται από την η Καθ' ης η αίτηση. Στις ένορκες δηλώσεις η κάθε πλευρά εκθέτει τη δική της εκδοχή τόσο ως προς τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης όσο και ως προς τη νομική πτυχή που διέπει αυτά κατά τη συμβουλή των δικηγόρων τους. Θα προσπαθήσω να δώσω μια συνοπτική εικόνα των σχέσεων των διαδίκων και από που και πως προκλήθηκε η επίδικη διαφορά εφόσον όσα ενδιαφέρουν για την επίλυση των ερωτημάτων που εδώ έχουν τεθεί θα εξεταστούν στο κατάλληλο μέρος της απόφασης μου στη συνέχεια. Από τις ένορκες δηλώσεις όπως και από τα τεκμήρια που επισυνάφθηκαν σε αυτές προκύπτουν τα ακόλουθα αδιαμφισβήτητα γεγονότα: (α) Ο Αιτητής τυγχάνει αδελφός του αποβιώσαντος XXXXX Μικελλίδη ο οποίος απεβίωσε την 20.08.2014 («ο αποβιώσας»). Η Καθ' ης η αίτηση ήταν συμβία του αποβιώσαντος για κάποια χρόνια προ του θανάτου του. Με τον θάνατο του αποβιώσαντος αναδύθηκαν στην επιφάνεια περιουσιακές διαφορές και οικονομικά προβλήματα λόγω ληξιπρόθεσμων δανειακών υποχρεώσεων σε τραπεζικό ίδρυμα που διατηρούσαν ο αποβιώσας με την Καθ' ης η αίτηση. Για τα ως άνω οι διάδικοι έχουν εμπλακεί σε δικαστικές διαδικασίες προς επίλυση των διαφορών τους ή την κατοχύρωση των συμφερόντων τους επί της περιουσίας του αποβιώσαντος. (β) Μετά τον θάνατο του αποβιώσαντος ο Αιτητής είχε καταχωρήσει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στις 10.09.2014 την Αίτηση υπ' αρ. XXXXX/2014 για την έκδοση προς αυτόν Παραχωρητηρίου για την διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντος αδελφού του. Κατά της έκδοσης του εν λόγω Παραχωρητηρίου η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στις 17.09.2014 Ειδοποίηση Ανακοπής. Την εν λόγω Ειδοποίηση Ανακοπής ακολούθησε στις 5.11.2014 Αγωγή της Καθ' ης η αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας κατά του Εναγόμενου υπό την ιδιότητα του ως προτεινόμενου Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος σε Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (Ο.2 r.1), με αριθμό XXXXX/2014 («η Αγωγή αρ. XXXXX/2014 ή «η Πρώτη Αγωγή»). Στα πλαίσια αυτής η Καθ' ης η αίτηση Ενάγουσα καταχώρισε την Έκθεση Απαίτησης της στις 28.01.2015, η Υπεράσπιση του Αιτητή καταχωρίστηκε στις 24.04.2015 και η Απάντηση στην Υπεράσπιση στις 5.07.2016. (γ) Ως αποτέλεσμα της καταχώρισης από την Καθ' ης η αίτηση της Πρώτης Αγωγής υπ' αριθμό XXXXX/2014, δεν κατέστη δυνατή η έκδοση και παροχή στον Αιτητή του αιτούμενου από αυτόν Παραχωρητηρίου. Τούτο έγινε τελικά στις 5.06.2019 μετά την απόρριψη στις 16.05.2019 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας της ως άνω Πρώτης Αγωγής της Καθ' ης η αίτηση, ένεκα μη προώθησης της από την τελευταία αφού κατά την ημέρα ακρόασης η Καθ' ης η αίτηση δεν προσκόμισε καμιά μαρτυρία στο Δικαστήριο. Μεταγενέστερη αίτηση της Καθ' ης η αίτηση για επαναφορά της Πρώτης Αγωγής, με ημερομηνία 23.05.2019 αποσύρθηκε και έτσι απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 28.06.2019 χωρίς έξοδα. Κατά της απόφασης απόρριψης της Πρώτης Αγωγής της Καθ' ης η αίτηση η τελευταία καταχώρισε την Έφεση Ε148/19 στις 24.06.2019 η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί. (δ) Στις 5.11.2019 η Καθ' ης η αίτηση προχώρησε στην καταχώριση της παρούσας Αγωγής της σε Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (Ο.2 r.1). Η Έκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε στις 8.05.2020. Ο Αιτητής καταχώρισε στις 10.06.2020 Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση η δε Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε την Απάντησή της και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση στις 24.07.2020. (ε) Ταυτόχρονα με την παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε στις 5.11.2019 και αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων για μη αποξένωση της υπό διαχείριση περιουσίας και απαγόρευσης εισόδου και επέμβασης του εναγόμενου στην κατοικία στα XXXXX Λάρνακας και όπως επιτραπεί στην Καθ' ης η αίτηση η εκεί διαμονή της. Στην ως άνω αίτηση, μετά από ακροαματική διαδικασία, εκδόθηκε απόφαση στις 30.09.2020 με την οποία εκδόθηκαν διατάγματα ως ανωτέρω. Σημειώνεται ότι κατά την εκδίκαση της ανωτέρω αίτησης είχαν τεθεί υπόψιν του εκδικάζοντος Δικαστηρίου όσα είχαν προηγηθεί και αφορούσαν την Αγωγή αρ. XXXXX/2014. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Η παρούσα απόφαση μου βασίζεται στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν αντίστοιχα την αίτηση και ένσταση όπως και στα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτές επί τη βάσει των οποίων διεξήχθη και η ακρόαση εφόσον δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Στις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών με παρέπεμψαν εκτός από τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά αντικατοπτρίζονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις και σε νομική πτυχή που διέπει τα επίδικα ζητήματα. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και λαμβάνω υπόψη μου τις εισηγήσεις τους, όπου δε χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486 και πρόσφατα την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ. 28.09.2021 όπως και στην εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση του Δευτεροβάθμιου και πάλι Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 20/2020 Γ.Λ. v. X.I. ημερ. 15.12.2021 όπου επαναλήφθηκαν τα ίδια με την ακόλουθη διατύπωση: «. Όπως επανειλημμένα έχει λεχθεί δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να σχολιάζει κάθε επιχείρημα ή δήλωση των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Καθήκον του είναι η διατύπωση καθαρής δικαστικής κρίσης η οποία να είναι αιτιολογημένη. (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 AAΔ.490)». Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Θα εξετάσω κατ' αρχή τους ισχυρισμούς του Αιτητή περί παράβασης δεδικασμένου και κατά συνέπεια κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου θέτει σαφώς τις αρχές που διέπουν την εφαρμογή του κωλύματος λόγω δεδικασμένου. Σύμφωνα με τις υποθέσεις Πανέρας v. Πανέρα
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1684 και Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, για να τύχει εφαρμογής ο κανόνας αυτός προϋποτίθεται ότι υπάρχει: (α) Ταύτιση διαδίκων (β) Ταύτιση ιδιότητας διαδίκων (γ) Ταύτιση επίδικων θεμάτων (δ) Τελεσίδικη απόφαση. Μελέτη των δύο αγωγών με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει ταύτιση διαδίκων αφού η παλαιότερη αγωγή ήταν εναντίον του κληρονόμου του αποβιώσαντος που ενεργούσε ως προτεινόμενος διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος και η θεραπεία που ζητείτο ήταν να αναγνωριστεί και η ενάγουσα ως κληρονόμος του, ενώ η παρούσα αγωγή στρέφεται εναντίον ουσιαστικά της περιουσίας του αποβιώσαντος μέσω του διαχειριστή της και αφορά δάνειο, παράβαση συμφωνίας και αναγνώριση ιδιοκτησίας δυνάμει εξ' υπαγωγής καταπιστεύματος. Επιπλέον, στη βάση των πιο πάνω προκύπτει επίσης ότι δεν υπάρχει ούτε ταύτιση επιδίκων θεμάτων καθότι τα επίδικα θέματα και οι θεραπείες της αγωγής αρ. XXXXX/2014 (της Πρώτης Αγωγής), αφορούσαν θεραπείες αναγνώρισης από το Δικαστήριο ότι η ενάγουσα είναι κληρονόμος δυνάμει καταπιστεύματος. Αντίθετα, οι θεραπείες της παρούσας αγωγής δεν αφορούν τους κληρονόμους εφ' όσον κατ' ουσία η αγωγή είναι εναντίον της περιουσίας του αποβιώσαντος δυνάμει δανείου ή/και παράβασης συμφωνίας ή/και εξ' υπαγωγής καταπιστεύματος. Υπό τις περιστάσεις δεν σχετίζονται οι αιτίες αγωγής και τα επίδικα θέματα. Ούτε διαπιστώνεται ταύτιση της ιδιότητας διαδίκων διότι ναι μεν ο διαχειριστής εν εκκρεμοδικία και ο εναγόμενος στην αγωγή αρ. XXXXX/2014, είναι το ίδιο πρόσωπο, πλην όμως ενάγεται υπό διαφορετική ιδιότητα. Θα εξετάσω αμέσως στη συνέχεια ειδικότερα το ζήτημα της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Η επίδικη αίτηση εδράζεται στην Δ.27 Θ.3, στο άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου (inherent jurisdiction) προς αποτροπή κατάχρησης των ίδιων των διαδικασιών του. Η Δ.27 Θ.3 προνοεί τα ακόλουθα: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just». Σε μετάφραση: «Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οιονδήποτε δικόγραφο διαγραφεί για τον λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή φανεί από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δικαία». Η κλασσική διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του δικαστηρίου έχει γίνει στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου». Στην Περέλλα (πιο πάνω) έγινε αναφορά στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, στην οποία αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής δικαιοδοσίας. Αποφασίστηκε, επίσης, ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές, και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. To άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960, διαπνέεται από την ίδια επιθυμία αποφυγής της πολλαπλότητας των διαδικασιών και προβλέπει τα εξής։ «Έκαστov δικαστήριov εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας oφείλει εv εκάστη δίκη ή άλλη διαδικασία, vα παρέχη είτε απoλύτως ή υπό τoιoύτoυς όρoυς και πρoϋπoθέσεις, ως τo δικαστήριov κρίvει δίκαιov, πάσας τας θεραπείας εις ας οιοσδήποτε τωv διαδίκωv θα εδικαιoύτo εv σχέσει πρoς oιαvδήπoτε εγερθείσαv υπ' αυτoύ αξίωσιv στηριζoμέvηv επί τoυ vόμoυ ή τωv αρχώv της επιεικίας (equity) κατά τoιoύτov τρόπov, εφ' όσov τoύτo είvαι δυvατόv, ώστε πάvτα τα αμφισβητoύμεvα θέματα μεταξύ τωv διαδίκωv vα διαγιγvώσκωvται πλήρως και τελικώς και πάσα πoλλαπλότης της διαδικασίας αφoρώσης εις oιovδήπoτε τωv θεμάτωv τoύτωv vα απoφεύγεται». Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Avgousta K. Theori v. Maroula A. Tzioni
(1984)1 C.L.R. 296, υιοθετήθηκε έννοια της κατάχρησης της διαδικασίας στη βάση του κανόνα που έθεσε η αγγλική απόφαση Henderson v. Henderson, 1843-1860, All E.R. Rep.
  1. Συνάγεται από την υπόθεση αυτή ότι δεν έχει σημασία το κατά πόσον τα επίδικα θέματα της δεύτερης αγωγής είναι ακριβώς τα ίδια με εκείνα που ηγέρθηκαν στην πρώτη αγωγή, αλλά αντίθετα σημαντικό είναι το κατά πόσον τα επίδικα θέματα της δεύτερης αγωγής «κανονικά ανήκαν» (properly belonged) στη πρώτη αγωγή, στην οποία περίπτωση δημιουργείται καθήκον των διαδίκων να ενώσουν όλα τα θέματα στην πρώτη αγωγή προς αποφυγή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι για να εφαρμοστεί ο κανόνας της Henderson προϋποτίθεται ότι υπάρχει η ταύτιση των διαδίκων και η ταύτιση της ιδιότητας των διαδίκων κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Έστω όμως και να υπήρχαν τα πιο πάνω, που δεν υπάρχουν, και πάλι δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί ο κανόνας της Henderson καθότι ούτως ή άλλως η παρούσα αγωγή αφενός δεν μπορούσε να εγερθεί παλαιότερα εφ' όσον έπρεπε να ήταν ενάντια στον διαχειριστή του αποβιώσαντος, πράγμα το οποίο έγινε μόλις διορίσθηκε διαχειριστής, αφετέρου πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική βάση αγωγής εναντίον διαφορετικού εναγόμενου. Επομένως καταλήγω ότι δεν υφίσταται στην παρούσα περίπτωση κατάχρηση της διαδικασίας με την καταχώριση της παρούσας αγωγής. Ούτε και δικαιούται ο εναγόμενος να επικαλείται οποιαδήποτε ζημιά στην περιουσία του αποβιώσαντος (την οποία ούτως ή άλλως δεν εξειδικεύει) εφ' όσον είχε διοριστεί διαχειριστής εν εκκρεμοδικία. Όσα περαιτέρω αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις και αφορούν διαπροσωπικές σχέσεις, ενέργειες και συμπεριφορές είτε πριν από τον θάνατο του αποβιώσαντος είτε και μετά δεν αφορούν την υπό κρίση αίτηση και ό,τι είναι που απασχολεί εδώ και έτσι κρίνω ότι δεν πρέπει να με απασχολήσουν σε αυτή την απόφαση. Είναι δε αναγκαίο όπως παραθέσω όσα προκύπτουν από την Πρώτη Αγωγή σε σχέση με την αξίωση της Καθ' ης η αίτηση. Καταγράφω την παράγραφο 13 της Έκθεσης Απαιτήσεως της η οποία είχε καταχωριστεί στις 28.01.2015 και όπου είχε προβληθεί ο ισχυρισμός ότι: «Η ΣΠΕ Μακράσυκας με επιστολές της ημερομηνίας 26.06.2014 και 14.07.2014 αξιώνει από την ενάγουσα την συμμόρφωση της προς τα πιο πάνω συμβόλαια δανείων, όπως επίσης, και με επιστολή της ΣΠΕ Μακράσυκας προς τον αποβιώσαντα ημερ. 14.07.
  2. Ο αποβιώσας κατά/ή περί τις αρχές Ιουλίου του 2014 έδωσε οδηγίες στον δικηγόρο του κ. Χρυσόστομο Μάγο όπως συντάξει τη διαθήκη του αφήνοντας ως κληροδόχο του κατά το ½ της περιουσίας των κινητών και ακινήτων του στην ενάγουσα. Είναι ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι κατόπιν συμφωνίας ο αποβιώσας κατέστη καταπιστευματοδόχος και/ή εμπιστευματοδόχος της ενάγουσας δυνάμει ρητού (express), και ή εξυπακουόμενου (implied). Τη ρητή συμφωνία του η ενάγουσα και ο αποβιώσαντας την κοινοποίησαν σε πάρα πολλούς γνωστούς και φίλους τους. Είναι ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτρια του μεριδίου αυτού». Στο δε παρακλητικό της Έκθεσης Απαιτήσεως αξίωνε: « α) Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να απορρίπτεται και/ή παραμερίζεται η αίτηση του προτεινόμενου διαχειριστή XXXXX Μικελλίδη με αριθμό XXXXX/14 (προφανώς παρατίθεται λανθασμένα ο αριθμός της αγωγής αντί της αίτησης που είναι η XXXXX/2014 Ε.Δ. Λάρνακας) του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, Δικαιοδοσία Διαχειρίσεων Κληρονομιών, προς έκδοση Διατάγματος ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Μικελλίδη τέως από τα XXXXX Λάρνακας ως άκυρη και/ή άνευ νομίμου αποτελέσματος και/ή διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται σε αυτόν να διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος. β) Απαγορευτικό Διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται ο προτεινόμενος διαχειριστής και/ή οι υπηρέτες και/ή αντιπρόσωποι του από το να διαχειρίζονται την περιουσία του αποβιώσαντα XXXXXX Μικελλίδη. γ) Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η χορήγηση των εγγράφων της διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντος Γιάγκου Μικελλίδη στην ενάγουσα». Εξετάζοντας επομένως τα ως άνω, διαπιστώνω ότι ουσιαστικά με την Πρώτη αγωγή της η Καθ' ης η αίτηση την οποία ήγειρε εναντίον του εδώ εναγόμενου υπό την τότε ιδιότητα του ως προτεινόμενου διαχειριστή, επεδίωκε να αναγνωριστεί ως κληρονόμος του αποβιώσαντος αλλά και να της χορηγούνταν αυτής τα έγγραφα της διαχείρισης της περιουσίας του. Η παρούσα υπενθυμίζεται ότι εγείρεται εναντίον του εναγόμενου ως διαχειριστή πλέον της ίδιας περιουσίας. Στην παρούσα αγωγή, η Καθ' ης η αίτηση διατείνεται ότι κατέστησε τον εαυτό της συνοφειλέτιδα σε δάνεια του αποβιώσαντος και εξόφλησε με δικά της χρήματα προγενέστερα δάνεια του τελευταίου, με αποτέλεσμα ο αποβιώσας και η περιουσία του να έχουν επωφεληθεί σε ποσόν πέρα του μισού εκατομμυρίου. Δεν μπορεί δε να παραγνωριστεί ο ως άνω ισχυρισμός της Καθ' ης η αίτηση ότι, σε ανύποπτο χρόνο κατέστησε τον εαυτό της συνοφειλέτιδα σε δάνεια πέραν του ενός εκατομμυρίου ευρώ, εξοφλώντας όλα τα παλαιότερα δάνεια του αποβιώσαντος. Τέτοιες πράξεις ή ενέργειες οδηγούν εύλογα και συνειρμικά στη σκέψη ότι δεν μπορεί παρά να υπήρχε κάποια συμφωνία ή συνεννόηση μεταξύ της και του αποβιώσαντος για αυτό το θέμα και αυτό ανεξάρτητα της προσωπικής τους σχέσης. Ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα αίτηση μετά την έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) στις 30.09.2020, μετά από ακροαματική διαδικασία, σε αίτηση με ημερομηνία 5.11.2019 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με τα οποία απαγορεύτηκε η αποξένωση όλης της ακίνητης περιουσίας την οποία κατέλειπε ο αποβιώσας μεταξύ της οποίας και η οικία στα XXXXX Λάρνακας στην οποία απαγορεύτηκε στον Αιτητή από του να εισέρχεται ή επεμβαίνει σε αυτή ενώ αντίθετα επιτράπηκε στην Καθ' ης η αίτηση να διαμένει σε αυτή. Ζήτημα δεδικασμένου και κατάχρησης της διαδικασίας είχε προβληθεί και στην ένσταση που καταχώρισε ο Αιτητής και στην αίτηση της Καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 5.11.2019 για έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων. Υπό τις περιστάσεις φαίνεται ότι το Δικαστήριο αποφάσισε επί των εν λόγω θεμάτων τα οποία όμως εγείρει εκ νέου ο Αιτητής με την παρούσα αίτηση του. Εν ολίγοις λόγοι ένστασης του Εναγόμενου/Αιτητή στην αίτηση με ημερομηνία 5.11.2019 για την έκδοση των απαγορευτικών διαταγμάτων είναι οι ίδιοι με τις θεραπείες που ζητά στην παρούσα αίτηση. Στη σελ. 12 της ως άνω απόφασης της 30.09.2020 καταγράφονται οι σχετικοί λόγοι ένστασης ως ακολούθως: «Στην παρούσα υπόθεση, η ενάγουσα δεν μπορεί να προωθεί τα αγώγιμα της δικαιώματα σε βάρος της διαχείρισης της περιουσίας του Γιάγκου και αυτού ως του μόνου κληρονόμου αυτού, ένεκα δεδικασμένου και κατάχρησης από μέρους της εδώ και 6 χρόνια των δικαστικών διαδικασιών αφού η Ενάγουσα είχε καταχωρίσει εναντίον του στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας την αγωγή αρ. XXXXX/2014 η οποία απορρίφθηκε στις 16.05.2019 ένεκα μη προώθησης της. Η αίτηση της Ενάγουσας για επαναφορά της πιο πάνω αγωγής, ημερ. 23.05.2019, επίσης απορρίφθηκε. Η ενάγουσα καταχώρησε έφεση στις 24.06.2019 κατά της ως άνω απορριπτικής απόφασης της αγωγής, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί». Τα ως άνω σημειώνεται ότι αντικρούστηκαν με συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ενάγουσας. Συγκεκριμένα ο αδελφός Δικαστής καταληκτικά στην απόφαση του αναφέρει τα ακόλουθα: «Η αξίωση της Αιτήτριας παρουσιάζεται ως ικανοποιούσα τα σχετικά κριτήρια της νομολογίας και του Νόμου και έτσι είναι επάναγκες να δεσμευθεί η συγκεκριμένη περιουσία του Καθ' ου η αίτηση ούτως ώστε σε περίπτωση που εκδοθεί υπέρ της απόφαση, να παρέχεται κάποια εξασφάλιση». Επομένως και τα δύο ως άνω ζητήματα ήταν υπό την κρίση του εκδικάζοντος δικαστηρίου και δεν απέτρεψαν την έκδοση των διαταγμάτων. Εν όψει των πιο πάνω κρίνω ότι έχει δίκαιο η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση ότι τυχόν έγκριση της παρούσας αίτησης θα καθιστούσε το παρόν Δικαστήριο Εφετείο του εαυτού του, πράγμα ανεπίτρεπτο. Η Καθ' ης η αίτηση επιπρόσθετα εισηγείται, ορθά κατά την αντίληψη μου, ότι δεν νοείται μια λανθασμένη αγωγή να αποτελέσει κώλυμα σε μια καινούργια αγωγή με διαφορετικούς διαδίκους και διαφορετικά επίδικα θέματα. Θέτει δε εύλογα ερωτήματα όπως εάν η προσπάθεια της ενάγουσας να αναγνωριστεί σαν κληρονόμος έχει αποτύχει, γιατί να της απαγορεύεται να εγείρει αγωγή εναντίον της περιουσίας του αποβιώσαντος για δάνειο ή/και για παράβαση συμφωνίας από τον αποβιώσαντα. Δηλαδή εάν η ενάγουσα ήταν κληρονόμος δεν θα είχε το δικαίωμα να διεκδικήσει τα λεφτά που κατ' ισχυρισμό της πλήρωσε στον αποβιώσαντα για τα οποία σήμερα είναι υπόλογη να πληρώσει και κινδυνεύει η περιουσία της; Δεν θα είναι δε άδικο να επωφεληθεί η περιουσία του αποβιώσαντος ποσόν πέρα του μισού εκατομμυρίου ευρώ από χρήματα που ανήκαν στην ενάγουσα; Επίσης σε περίπτωση πώλησης των ακινήτων ή/και εξόφλησης των δανείων, ο Διαχειριστής αποκτά άμεσα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της ενάγουσας εφ' όσον ήταν συνοφειλέτιδα. Δηλαδή η ενάγουσα κινδυνεύει να καταλήξει να οφείλει περαιτέρω, μισό εκατομμύριο στη διαχείριση από λεφτά δικά της. Είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο το δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση να εγείρει τις αξιώσεις της ενώπιον Δικαστηρίου και να τύχει θεραπείας. Καμία κατάχρηση της διαδικασίας ή και δεδικασμένο δεν διακρίνεται σε σχέση με την παλαιότερη αγωγή αφού η παρούσα αγωγή αφορά παράβαση συμφωνίας, εξ' υπαγωγής καταπίστευμα και δάνειο και το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση και καλή βάση αγωγής καθώς και ισχυρή πιθανότητα η ενάγουσα να δικαιούται τις θεραπείες που ζητά με βάση την απόφαση του για έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων ημερομηνίας 30.09.
  3. Θα με απασχολήσουν στη συνέχεια οι ισχυρισμοί του Αιτητή ότι δεν προηγήθηκε της σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος ένορκη δήλωση από την ενάγουσα η οποία ένορκη δήλωση να επαληθεύει την οπισθογράφηση του κλητηρίου σύμφωνα με την Δ.2, θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: Η Δ.2, Θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας βασίζεται η Αίτηση του εναγόμενου προνοεί τα ακόλουθα: «The sealing of a writ of summons in probate actions shall be preceded by the filing of an affidavit by the plaintiff, or one of the plaintiffs, in verification of the endorsement on the writ». Σε μετάφραση: «Της σφράγισης του κλητηρίου σε αγωγές για επικύρωση διαθήκης θα προηγείται η καταχώριση μιας ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα ή ενός των Εναγόντων, στην οποία θα επαληθεύεται η οπισθογράφηση του κλητηρίου». Ουσιαστικά η δικονομική αυτή διάταξη επιβάλλει όπως σε αγωγή κληρονομίας (probate actions), πρέπει απαραίτητα να προηγείται της σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος ένορκη δήλωση που γίνεται από τον ενάγοντα, ή, αν είναι περισσότεροι του ενός, από οποιονδήποτε από τους ενάγοντες η οποία ένορκη δήλωση να επαληθεύει την οπισθογράφηση του κλητηρίου. Αυτό που επιβεβαιώνεται με την ένορκη δήλωση είναι η αξίωση του ενάγοντα και δηλώνεται το ισχυριζόμενο συμφέρον του εναγόμενου. Αν δεν υπάρξει συμμόρφωση προς τον εν λόγω δικονομικό κανόνα όλες οι διαδικασίες είναι αυτοδικαίως άκυρες και δεν θεραπεύονται με οποιοδήποτε δικονομικό τρόπο, αφού, η προηγούμενη ένορκη βεβαίωση της οπισθογράφησης του κλητηρίου συνιστά αναγκαία προηγούμενη προϋπόθεση (condition precedent) για την έγκυρη έναρξη μιας αγωγής. Στον Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 17, στη σελ. 413 στη σημείωση 1, της παραγράφου 778, αναφέρεται όσον αφορά την έννοια της κληρονομικής αγωγής (Probate action): «Ιn the Rules of the Supreme Court probate action means an action for the grant of probate of the will, or letters of administration of the estate, of a deceased person or for the revocation of such a grant or for a decree pronouncing for or against for or against the validity of an alleged will, not being an action which is non-contentious or common form business: ORS Ord. 76 R. 1
(2)». Περαιτέρω, στο σύγγραμμα «Κυπριακό Κληρονομικό Δίκαιο» του κ. Α. Αιμιλιανίδη, στη σελίδα 234, αναφέρονται τα εξής: «Τα θέματα για τα οποία εγείρεται κληρονομική αγωγή (probate action), δηλαδή η έκδοση παραχωρητηρίου επικύρωσης διαθηκών ή εγγράφων διαχείρισης της περιουσίας αποβιώσαντος προσώπου ή για την ανάκληση ενός τέτοιου παραχωρητηρίου ή για διάταγμα που να κηρύσσει ως έγκυρη ή ως άκυρη μια ισχυριζόμενη διαθήκη, δεν συνιστούν θέματα που μπορούν να επιλυθούν με εναρκτήρια κλήση». Στο ίδιο σύγγραμμα, στις σελίδες 228 - 229, αναφέρονται τα εξής: «Ως αγωγή για επικύρωση διαθήκης ή ορθότερα κληρονομική αγωγή (probate action) υπό την έννοια της Δ.2 Κ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, νοείται σύμφωνα με το διάταγμα 76 των Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας η αγωγή για την παραχώρηση επικύρωσης διαθήκης ή εγγράφων διαχείρισης της περιουσίας αποβιώσαντος προσώπου ή για την ανάκληση ενός τέτοιου παραχωρητηρίου ή για διάταγμα που να κηρύσσει ως έγκυρη ή ως άκυρη μια ισχυριζόμενη διαθήκη. Δεν εμπίπτει όμως εντός της έννοιας της κληρονομικής αγωγής, μια αγωγή για παραχωρητήρια κοινού τύπου, δηλαδή μη αμφισβητούμενα παραχωρητήρια. Ούτε και συνιστούν κληρονομικές αγωγές, οι γενικότερες αγωγές που στρέφονται κατά των διαχειριστών της περιουσίας από πιστωτές για χρέη του αποβιώσαντα ή από πρόσωπα που είχαν συμβατικές σχέσεις με τον αποβιώσαντα ή για άλλους λόγους. Η διάκριση μεταξύ των κληρονομικών αγωγών και άλλων αγωγών που μπορεί να στρέφονται κατά της περιουσίας αποβιώσαντος είναι ουσιώδης, διότι αν και σε κληρονομικές αγωγές εφαρμόζονται γενικά οι διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, υπάρχουν ορισμένες ειδικές διατάξεις που αφορούν αποκλειστικά την εν λόγω κατηγορία αγωγών». Επιπρόσθετα, η «κληρονομική αγωγή» στο Annual Practice του 1957, στη σελ. 255, εξηγείται ως εξής: «Probate Action - Includes actions and other matters relating to the grant or recall of probate or letters of administration other than common form business». Με βάση και τα ανωτέρω, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η παρούσα αγωγή ουδεμία σχέση έχει με αγωγή κληρονομίας (probate action) καθότι αυτή αφορά δάνειο, παράβαση συμφωνίας και αναγνώριση ιδιοκτησίας δυνάμει εξ' υπαγωγής καταπιστεύματος. Το γεγονός δε ότι ο εναγόμενος έχει αποβιώσει και η αγωγή στρέφεται κατά του διαχειριστή της περιουσίας του σε καμία περίπτωση δεν μεταβάλει την αγωγή από μια καθαρά αστική διαφορά σε κληρονομική αγωγή. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι η αίτηση δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Καθ' ης η αίτηση €1.600,00 τα οποία να πληρωθούν στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής εκτός αν υπάρξει διαφορετική διαταγή ως προς αυτά. (Υπ.) ........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.