← Κύπρος

A. SOULIS ENTERPRISES LTD ν. ΑΓΓΕΛΗ, Αρ. Αγωγής: 4212/13, 8/1/2021

A. SOULIS ENTERPRISES LTD ν. ΑΓΓΕΛΗ, Αρ. Αγωγής: 4212/13, 8/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A219 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4212/13 A. SOULIS ENTERPRISES LTD Ενάγοντες και XXXXX ΑΓΓΕΛΗ Εναγομένου Ημερομηνία: 8 Ιανουαρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Κος Ποσνακίδης Για τον Εναγόμενο: Κα Δημητρίου ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση Με την υπό τoν ως άνω τίτλο και αγωγή, η Ενάγουσα επιδιώκει την έκδοση απόφασης υπέρ της και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €14.141,90 στη βάση κατ' ισχυρισμό παράβασης της μεταξύ τους συμφωνίας. Η εκδοχή της Ενάγουσας Είναι η εκδοχή της Ενάγουσας ότι, περί τον Ιούλιο, 2008 και μέχρι και τον Νοέμβριο, 2008, κατόπιν προφορικής συμφωνίας των διαδίκων, προσέφερε υπηρεσίες γερανού σε έργο στο οποίο ο Εναγόμενος εργαζόταν ως υπεργολάβος. Όλες οι προσφερθείσες υπηρεσίες ήταν αξίας €17.141,90, έναντι του οποίου ποσού ο Εναγόμενος κατέβαλε το συνολικό ποσό των €3.000, με αποτέλεσμα να παραμένει οφειλόμενο το απαιτούμενο ποσό. Πάντα κατά την Ενάγουσα, ο Εναγόμενος συνεχίζει να οφείλει το συγκεκριμένο ποσό, παρά τις επανειλημμένες, προς τούτο, οχλήσεις που του έγιναν. Η εκδοχή του Εναγόμενου Στη βάση του περιεχομένου της Υπεράσπισης, η βασική εκδοχή του Εναγόμενου είναι ότι ουδέποτε συμβλήθηκε με την Ενάγουσα, και κατά συνέπεια, ουδέποτε τούτη προσέφερε στον ίδιο οποιεσδήποτε υπηρεσίες. Είναι ο δικογραφημένος ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι, ουδέποτε ο ίδιος υπέγραψε οποιοδήποτε τιμολόγιο ή παρέλαβε τέτοιο, και ουδέποτε συνεργάστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο με την Ενάγουσα, ούτε και οφείλει σε αυτήν οποιοδήποτε ποσό. Αποτελεί περαιτέρω δικογραφημένο ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι, όποια τυχόν υπηρεσία προσέφερε η Ενάγουσα, δεν είναι της αξίας που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης. Τέλος αρνείται ότι ο ίδιος ή οποιοδήποτε πρόσωπο εκ μέρους του κατέβαλε στην Ενάγουσα το ποσό των €3000.00 έναντι των επιδίκων υπηρεσιών που παρείχε. Κατά τον Εναγόμενο, σε χρόνο πριν τον Ιούλιο του 2008 (χρόνος έναρξης παροχής των επιδίκων υπηρεσιών της Ενάγουσας), ο ίδιος είχε αναλάβει υπεργολάβος σε συγκεκριμένο, υπό ανέγερση, έργο στη Βιομηχανική Περιοχή Γερίου (στο εξής "το έργο"), και πιο συγκεκριμένα, για τη συναρμολόγηση και τοποθέτηση ραφιών. Για σκοπούς της εργασίας του ήταν αναγκαίο να συνεργαστεί με εταιρεία που παρέχει υπηρεσίες γερανού και προς τούτο συνεργάστηκε με τέτοια εταιρεία, άλλη από την Ενάγουσα. Περί τον Μάρτιο του 2008, συνεπεία ανεμοστρόβιλου, επήλθε ατύχημα στο εργοτάξιο με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος και άλλο ένα πρόσωπο να καταπλακωθούν από τα υπό τοποθέτηση ράφια και ο πρώτος να τραυματιστεί σοβαρά. Διακομίστηκε προς τούτο στο Νοσοκομείο και παρέμεινε κλινήρης για μεγάλο χρονικό διάστημα και κατέστη ανίκανος προς εργασία. Από το ατύχημα και μετά, ουδέποτε επισκέφθηκε το έργο και ειδικότερα, ουδέποτε επισκέφθηκε το έργο κατά τον Ιούλιο μέχρι και Νοέμβριο του 2008, χρόνος, κατά τον οποίο, σύμφωνα πάντα με την Ενάγουσα, τούτη παρείχε τις υπηρεσίες της. Αναφορικά με την επίδικη απαίτηση της Ενάγουσας, γνώστης έγινε λίγο χρόνο πριν την έγερση της παρούσας αγωγής στα πλαίσια συνάντησης που είχε με τον διευθυντή της Ενάγουσας. Εξ όσων ενημερώθηκε από τρίτο, η υπεργολαβία που είχε αναλάβει να διεκπεραιώσει, μετά το ατύχημά του, δόθηκε σε άλλο πρόσωπο, με το οποίο ουδεμία σχέση έχει και ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν εργαζόταν ως υπάλληλός του και/ή εκπρόσωπός του και/ή αντιπρόσωπός του. Παραδεκτά γεγονότα Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας η συνήγορος του Εναγόμενου δήλωσε ότι δεν αμφισβητείται το εύρος και η αξία των παρεχόμενων υπηρεσιών της Ενάγουσας, ούτε και το γεγονός ότι έναντί της καταβλήθηκε το ποσό των €3.000, με αποτέλεσμα να οφείλεται σε αυτήν το απαιτούμενο ποσό. Παρέμεινε, ωστόσο, επίδικο ζήτημα το κατά πόσο το ποσό αυτό οφείλεται από τον Εναγόμενο στη βάση της πάγιας θέσης του τελευταίου που τον θέλει να μην αποτελεί συμβαλλόμενο στην επίδικη συμφωνία. Κοινό τόπο, στη βάση των σχετικών τοποθετήσεων των μαρτύρων και των συνηγόρων των διαδίκων, αποτελεί και το ότι οι επίδικες υπηρεσίες της Ενάγουσας παρασχέθηκαν στο έργο, ως τούτο ορίστηκε ανωτέρω. Ακροαματική διαδικασία Η Ενάγουσα, προς απόδειξη της υπόθεσης της, παρουσίασε δύο μάρτυρες και συγκεκριμένα τον XXXXX Σουλή (Μ.Ε.1) και τον XXXXX Σουλή (Μ.Ε.2). Ο Εναγόμενος, για αναχαίτισή της, κάλεσε, περιλαμβανομένου του ίδιου, τρεις μάρτυρες. Πρώτος κατέθεσε ενόρκως ο αδελφός του, XXXXX Αγγελή (Μ.Υ.1), δεύτερος, ο ίδιος (Μ.Υ.2/Εναγόμενος ‑ στο εξής "Ο Εναγόμενος") και τρίτος, ο XXXXX Βαρνάβα (Μ.Υ.3). Μαρτυρία Μ.Ε.1 Ο Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε ότι δεν είχε οποιανδήποτε σχέση με την επίδικη συμφωνία και ότι η εμπλοκή του στην υπόθεση αυτή, άρχισε μετά την παροχή των επίδικων υπηρεσιών. Ως ανέφερε, σε κάποιο στάδιο ενημερώθηκε ότι εκκρεμούσε η επίδικη οφειλή και πήρε πρωτοβουλία να επικοινωνήσει μαζί με τον Εναγόμενο και να απαιτήσει την καταβολή του οφειλόμενου ποσού. Στα πλαίσια των ενεργειών του αυτών, διευθετήθηκε συνάντηση στο γραφείο του στην οποία παρευρέθηκαν ο Εναγόμενος και ο Μ.Υ.

  1. Κατά τη συνάντηση αυτή, ο Εναγόμενος παραδέχθηκε την οφειλή του, δήλωσε, ωστόσο, οικονομική στενότητα και αδυναμία καταβολής του οφειλόμενου ποσού και ζήτησε περαιτέρω χρόνο για να το εξοφλήσει, χωρίς ποτέ να προβάλει τους δικογραφημένους, στην Υπεράσπισή του, ισχυρισμούς. Μ.Ε.2 Ο Μ.Ε.2 ισχυρίστηκε ότι είναι το πρόσωπο που, εκ μέρους της Ενάγουσας, σε χρόνο πριν τον Ιούλιο του 2008, συνομίλησε με τον Εναγόμενο στα γραφεία της τελευταίας και συμφώνησε μαζί του, όπως τούτη παρέχει υπηρεσίες γερανού σε χρόνο που θα της υποδείξει. Κατόπιν της προφορικής αυτής συμφωνίας, επήλθε μία νέα επικοινωνία μεταξύ των δύο αντρών, στα πλαίσια της οποίας ο Εναγόμενος τον ενημέρωσε για την ημερομηνία έναρξης παροχής των επιδίκων υπηρεσιών, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να αποστείλει γερανό στο εργοτάξιο, ο οποίος ενεργούσε στη βάση των εντολών του Εναγόμενου. Η ανάγκη παροχής υπηρεσιών της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο δεν ήταν καθημερινή, αλλά ανάλογα με την πορεία του έργου. Στη βάση δε της παροχής αυτών των υπηρεσιών, ετοιμάστηκαν συγκεκριμένα τιμολόγια, τα οποία και παραδίδονταν, κατά καιρούς (κατά τη διάρκεια που παρέχονταν οι υπηρεσίες της Ενάγουσας) σε αντιπρόσωπο του Εναγόμενου στο έργο, ο οποίος και τα υπέγραψε. Ο χειριστής του γερανού της Ενάγουσας δεν ήταν πάντα ο ίδιος, και σε δύο ή τρεις περιπτώσεις χειριστής του ήταν ο ίδιος ο Μ.Ε.2, ο οποίος, κατά την παρουσία του στο έργο, αντίκρισε και συνομίλησε και με τον Εναγόμενο. Μ.Υ.1 Ο Μ.Υ.1, αδελφός του Εναγόμενου, ισχυρίστηκε ότι ήταν ο διευθυντής της εταιρείας που ανέλαβε το έργο και η οποία έδωσε την υπεργολαβία στον Εναγόμενο για τη συναρμολόγηση και τοποθέτηση των ραφιών. Ο Εναγόμενος ανέλαβε την υπεργολαβία έχοντας μεγάλο αριθμό υπαλλήλων. Κατά τον Μάρτιο του 2008, συνεπεία ανεμοστρόβιλου επήλθε ατύχημα στο εργοτάξιο που είχε ως αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του Εναγόμενου, ο οποίος, έκτοτε, ουδέποτε επισκέφθηκε το έργο. Επειδή οι εργασίες ήταν ημιτελείς, ο Μ.Υ.1, εκ μέρους της κατασκευάστριας εταιρείας, συμβλήθηκε με κάποιον Ανδρέα XXXXX (στο εξής «ο Ανδρέας»), ο οποίος ήταν συνεργάτης του Εναγόμενου, για να περατώσει το έργο που είχε αναλάβει ο τελευταίος. Αν και ο Εναγόμενος, καθ' ον χρόνο ενεργούσε ως υπεργολάβος, για σκοπούς υπηρεσίας γερανού συμβλήθηκε με άλλη από την Ενάγουσα εταιρεία, εν τούτοις, ο Ανδρέας συμβλήθηκε με την Ενάγουσα, την παρουσία των γερανών της οποίας έτυχε να δει στο έργο. Περί το 2010 - 2011, τον επισκέφθηκε ο Μ.Ε.1, θεωρώντας ο τελευταίος ότι ο Μ.Υ.1 ήταν ο Εναγόμενος. Αφού του εξήγησε ότι δεν ήταν ο Εναγόμενος, αλλά ο αδελφός του, ο Μ.Ε.1 του ανέφερε ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που τηρούνται στην Ενάγουσα, πελάτης της τελευταίας, για την επίδικη οφειλή, ήταν ο Εναγόμενος. Τότε, ο Μ.Υ.1 εξήγησε στον Μ.Ε.1 ότι υπεύθυνος του έργου ήταν ο Ανδρέας, ο οποίος δολίως έδωσε στην Ενάγουσα τα στοιχεία του Εναγόμενου ώστε να αποφύγει ο ίδιος την όποια ευθύνη έναντι της Ενάγουσας. Μετά τη συνάντηση τους αυτή, ο Μ.Υ.1 ενημερώθηκε ότι ο Μ.Ε.1 επιθυμούσε να μιλήσει στον Εναγόμενο στο γραφείο του και έτσι αποφάσισε να συνοδεύσει τον αδελφό του στη συνάντηση. Κατά τη συνάντηση, ο Μ.Ε.1 απαίτησε, εκ νέου, όπως καταβληθεί η επίδικη οφειλή, και σε απάντηση στην απαίτησή του, του αναφέρθηκε ξανά η μη ανάμειξη του Εναγόμενου στο όλο έργο και η επί τούτου ανάμειξη του Ανδρέα. Τότε, ο Μ.Ε.1 τους ανέφερε ότι, αν δεν πληρωθεί η επίδικη οφειλή, θα τους κινήσει αγωγή. Κατά τον Μ.Υ.1, μετά το ατύχημα, ο Εναγόμενος ουδέποτε επισκέφθηκε το έργο. Όσο δε αφορά στον Ανδρέα, ως ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε, τούτος του παραδέχθηκε ότι, λόγω αδυναμίας του να καταβάλει την επίδικη οφειλή προς την Ενάγουσα, έδωσε τα στοιχεία του Εναγόμενου για να αποφύγει τη δική του ευθύνη. Εναγόμενος Ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε, ως η εκδοχή του, και ειδικότερα ότι μετά το ατύχημα ουδέποτε επισκέφθηκε εκ νέου το έργο και ουδεμία σχέση είχε με τα πρόσωπα τα οποία ανέλαβαν τις εργασίες που θα διεκπεραίωνε ο ίδιος αν δεν επερχόταν ο τραυματισμός του. Ισχυρίστηκε, ακόμα, ότι, για σκοπούς υπηρεσιών γερανού, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που εργάστηκε στο έργο, συνεργάστηκε με άλλη από την Ενάγουσα εταιρεία και προς τούτο κατέθεσε τιμολόγια που εκδόθηκαν από τέτοια εταιρεία για τον μήνα Μάρτιο του
  2. Αναφορικά με την επίδικη απαίτηση εναντίον του, γνώστης έγινε την ημέρα της συνάντησης με τον Μ.Ε.1 και ποτέ προηγουμένως ενημερώθηκε σχετικά από οποιονδήποτε. Μ.Υ.3 Ο Μ.Υ.3 ισχυρίστηκε ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στις αποθήκες της εργοληπτικής εταιρείας που ανέλαβε το έργο και επισκεπτόταν το εργοτάξιο όποτε ήταν αναγκαίο να παραδώσει αντικείμενα από τις αποθήκες. Ήταν η θέση του ότι, μετά τον Μάρτιο του 2008 ο Εναγόμενος ουδέποτε επισκέφθηκε το έργο. Για να καταθέσει ενόρκως τον προσέγγισε ο Μ.Υ.1, ο οποίος και του ζήτησε να έρθει στο Δικαστήριο και να πει τα όσα γνώριζε γι' αυτήν την υπόθεση. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.1 Ο Μ.Ε.1 μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο είπε την αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα που ήρθαν στη γνώση του. Ήταν σαφής στις διάφορες τοποθετήσεις του και η μαρτυρία του παρουσιάζει την αναγκαία συνοχή. Δεν δίστασε εκεί που δεν ήταν γνώστης κάποιου δεδομένου να παραδεχθεί τούτο, παρά να προβάλει ισχυρισμούς οι οποίοι θα βοηθούσαν την Ενάγουσα. Ενδεικτικό τούτου, είναι ότι παραδέχθηκε ότι η όποια ανάμειξή του στα επίδικα γεγονότα αρχίζει μετά την παροχή των επίδικων υπηρεσιών της Ενάγουσας, αλλά και ότι τελούσε υπό άγνοια των συνθηκών συνομολόγησης της επίδικης συμφωνίας για την παροχή τους. Οι δε διάφοροι ισχυρισμοί του, αναφορικά με το τι διαμείφθηκε μεταξύ του ιδίου, του Εναγόμενου και του Μ.Υ.1 κατά την, κοινώς αποδεκτή, συνάντηση στο γραφείο του, συνάδουν και με τη μετέπειτα εξέλιξη των πραγμάτων. Τονίζεται στο σημείο αυτό ότι, στον μάρτυρα αυτό δεν υποβλήθηκαν οι πλείστες των θέσεων που προέβαλαν ο Μ.Υ.1 και ο Εναγόμενος κατά τη διά ζώσης μαρτυρία τους αναφορικά με τα όσα, κατ' ισχυρισμό, ειπώθηκαν κατά την εν λόγω συνάντηση, αλλά και την όποια δική του συμπεριφορά στα πλαίσια άλλης, κατ' ισχυρισμό, συνάντησής του με τον Μ.Υ.
  3. Κατά συνέπεια τη μαρτυρία του την αποδέχομαι στο σύνολό της. Μ.Ε.2 Και ο Μ.Ε.2 μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Είμαι και γι' αυτόν τον μάρτυρα πεπεισμένος ότι, στο Δικαστήριο, ανέφερε όσα πραγματικά γνώριζε για την υπόθεση αυτήν. Και αυτός ο μάρτυρας προώθησε σαφής και αταλάντευτους ισχυρισμούς, οι οποίοι είχαν μία λογική συνέπεια και παρουσίαζαν την απαραίτητη συνοχή που λογικά αναμένεται να παρουσιάζουν αληθινοί ισχυρισμοί. Απαντούσε με αμεσότητα, ευθύτητα και χωρίς περιστροφές. Ελλείπουν όποιες αντιφάσεις στη μαρτυρία του, παρά της έντονης αντεξέτασης που έτυχε, και σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του. Τουναντίον, σε κάθε αντίθετη με τους ισχυρισμούς του θέση που του υποβάλλετο, με πειστικό τρόπο και με επαρκείς λεπτομέρειες προέβαλε τις δικές του τοποθετήσεις. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του ότι ο ίδιος ήταν ένας εκ των χειριστών του γερανού που παρείχε υπηρεσίες στο έργο δεν αμφισβητήθηκε, όπως ούτε και η ιδιότητά του ως αντιπρόσωπος της Ενάγουσας σε σχέση με έργα του βεληνεκούς του επίδικου έργου. Κατά συνέπεια τη μαρτυρία του την αποδέχομαι στο σύνολό της. Μ.Υ.1 Ο Μ.Υ.1 μου έκανε την χείριστη των εντυπώσεων και δεν έχω αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο δεν είπε όλη την αλήθεια. Η μαρτυρία του βρίθει αντιφάσεων, παρουσιάζει υπεκφυγές, και σε ουσιώδη σημεία της συγκρούεται και με την κοινή λογική. Ήταν έκδηλη η προσπάθειά του να προωθήσει ισχυρισμούς με μόνο σκοπό να αποφύγει ο Εναγόμενος (αδελφός του) την όποια ευθύνη του έναντι της Ενάγουσας. Επρόκειτο ακριβώς για πρόσωπο που για λόγους στενότατης συγγένειας ήρθε στο Δικαστήριο με μόνο σκοπό να βοηθήσει τον Εναγόμενο παρά για να διαφωτίσει το Δικαστήριο με τα πραγματικά γεγονότα που αφορούν στην παρούσα υπόθεση. Για σκοπούς πληρότητας και αιτιολογίας της μόλις πιο πάνω εκφρασθείσας θέσης μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του Μ.Υ.1, σημειώνω, όχι εξαντλητικά, τα εξής: Ήταν η θέση του ότι ως διευθυντής της κατασκευάστριας εταιρείας κατείχε αριθμό επιταγών που εξέδιδαν οι ιδιοκτήτες της προς τον ίδιο, στο όνομά του, για να γίνονται κατά καιρούς πληρωμές διάφορων υπεργολάβων και/ή συνεργατών της εταιρείας. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 2(α) (δύο επιταγές για ποσά €1.500 έκαστη) ως δύο τέτοιες επιταγές, δηλώνοντας, ωστόσο, ότι, δεν ήταν σε θέση να θυμάται για ποιον λόγο καταβλήθηκαν τούτες. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι πρόκειται για επιταγές που εκδόθηκαν από την κατασκευάστρια εταιρεία στο όνομα του Μ.Υ.1, που ως ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι ήτο η πρακτική, και οι οποίες κατέληξαν στην Ενάγουσα. Ωστόσο, στη βάση της μαρτυρίας του, είχε εμπλοκή στα επίδικα ζητήματα τουλάχιστον από τη κατ' ισχυρισμό συνάντηση που είχε με τον Μ.Ε.1 στο Δασάκι Αχνας το 2010-2011 και είχε και ενεργό ανάμειξη στην όλη αντιμετώπιση της παρούσας αγωγής, μιας και παρουσιάζεται ως το πρόσωπο που προσέγγισε τον Μ.Υ.3 για να καταθέσει ενόρκως. Στα πλαίσια δε της παρούσας αγωγής κατατέθηκε ένορκη αποκάλυψη εγγράφων στην οποία γίνεται αναφορά στις επιταγές Τεκμήριο 2(α). Επίσης, το Τεκμήριο 2(α) κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σε χρόνο πολύ πριν την ένορκη μαρτυρία του (6 περίπου μήνες προηγουμένως[1]). Πως είναι δυνατό στη βάση όλων των ανωτέρω ο ΜΥ1 να μην αναζητήσει μέσω της εταιρείας πληροφόρηση ως προς τους σκοπούς που δόθηκαν οι συγκεκριμένες επιταγές; Δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι η αναφορά του περί απώλειας μνήμης σε σχέση με το ζητούμενο δεν αποτελεί πραγματικό ισχυρισμό του, αλλά εκ προθέσεως προσπάθεια υπεκφυγής. Ο μάρτυρας αυτός, ως, ακροθιγώς, υποδείχθηκε και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Ε.1, προώθησε πλειάδα ουσιωδών ισχυρισμών για τα επίδικα ζητήματα, τα οποία, για πρώτη φορά, αναφέρθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τίποτα σχετικό δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της Υπεράσπισης (χωρίς να υπονοείται ότι κάτι τέτοιο ήταν αναγκαίο), αλλά, πρωτίστως, τίποτα σχετικό δεν υποβλήθηκε είτε στον Μ.Ε.1 είτε, έστω, στον Μ.Ε.2, με αποτέλεσμα οι μάρτυρες αυτοί να στερηθούν του δικαιώματος να τοποθετηθούν επί των εν λόγω αναφορών του. Είναι στη βάση αυτού του δεδομένου που το Δικαστήριο θα αγνοήσει τους ισχυρισμούς του αυτούς και δεν τους αποδέχεται (βλέπε Acuaq v. Frederickou Schools

(2002), 1(Γ) Α.Α.Δ 1540). Εξωπραγματικός είναι και ο ισχυρισμός του ότι ουδέποτε ενημέρωσε τον αδελφό του περί της δήθεν συνάντησης που είχε με τον Μ.Ε.1 στο Δασάκι της Άχνας, όταν ο τελευταίος τον επισκέφθηκε για να απαιτήσει την εξόφληση του επίδικου χρέους. Θεωρώ αδιανόητο να έχει ο Μ.Ε.1 επισκεφθεί τον Μ.Υ.1 στον χώρο διαμονής του, να τον αντιμετωπίζει ωσάν να επρόκειτο για τον Εναγόμενο, τον οποίο ο Μ.Ε.1 θεωρεί πελάτη της Ενάγουσας ο οποίος οφείλει €14.141,90 και να μην ενημερώνει σχετικά τον αδελφό του. Η λογική και μόνο θέλει ότι, αν όντως λάμβανε χώρα μία τέτοια συνάντηση και στα πλαίσια της αναφέρθηκαν τα όσα ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε, άμεσα θα ενημέρωνε τον Εναγόμενο, ώστε, αν μη τι άλλο, να ακούσει και την εκδοχή του ίδιου αναφορικά με την όποια ενδεχόμενη οφειλή του και όχι να κρατήσει μίαν τέτοια πληροφόρηση για τον εαυτό του. Πόσο μάλλον όταν, κατά τον ίδιο, συνεπεία της δικής του ανάμειξης στο έργο, είχε γνώση για τη παροχή των επιδίκων υπηρεσιών από την ενάγουσα. Ο υπό συζήτηση ισχυρισμός του Μ.Υ.1, περί δήθεν αρχικής συνάντησής του με τον Μ.Ε.1 στο Δασάκι της Άχνας και περί ενημέρωσης του Μ.Ε.1 για τη δήθεν αποκλειστική ανάμειξης του Ανδρέα, δεν συμβαδίζει με την μετέπειτα αποδοχή του να επισκεφθεί το γραφείο του Μ.Ε.1 για να συζητήσουν για την επίδικη οφειλή. Ποια η ανάγκη και/ή λόγος να παρευρεθεί σε συνάντηση στο γραφείο του Μ.Ε.1 αν όντως στον τελευταίο είχε ήδη αναφέρει την εκδοχή του περί ευθύνης του Ανδρέα και περί μη εμπλοκής του Εναγόμενου στα επίδικα ζητήματα; Ξενίζει ακόμα και η απάθεια που φέρεται να έχει επιδειχθεί από τον ίδιο, και ως θα φανεί κατά την αξιολόγηση του Εναγόμενου, και από τον τελευταίο, σε σχέση με τα όσα, κατά τους ίδιους, ο Ανδρέας έπραξε. Είναι δυνατόν ο Ανδρέας να έχει συμβληθεί με την κατασκευάστρια εταιρεία, διευθυντής της οποίας ήταν ο Μ.Υ.1 και να έχει δημιουργήσει την επίδικη οφειλή προς την Ενάγουσα, επωμίζοντας τη σχετική ευθύνη, εντελώς αναίτια και με δόλιο τρόπο, στους ώμους του Εναγόμενου, και ούτε ο Μ.Υ.1 αλλά ούτε και ο Εναγόμενος να προβούν σε οποιανδήποτε καταγγελία στην Αστυνομία; Ως σημειώθηκε ανωτέρω, η μαρτυρία του Μ.Υ.1, επί ουσιωδών ζητημάτων, συγκρούεται και με τη μαρτυρία του Εναγόμενου για θέματα, που η λογική και μόνο θέλει να προωθούσαν αμφότεροι σύμφωνες σχετικές θέσεις. Και τούτη η σύγκρουση οφείλεται κατά τη γνώμη μου στην απουσία προσυνεννόησης για τα ειδικά αυτά ζητήματα. Παραδείγματος χάριν, κατά τον Μ.Υ.1, ο Ανδρέας υπήρξε συνεργάτης του Εναγόμενου όταν ο τελευταίος εκτελούσε εργασίες ως υπεργολάβος του έργου. Κατά τον Εναγόμενο, ο Ανδρέας ουδεμία σχέση είχε με αυτόν. Επίσης, κατά τον Μ.Υ.1, όταν αναζήτησε τον Ανδρέα τον βρήκε, χωρίς να επικαλεστεί οποιαδήποτε δυσκολία στην ανεύρεσή του. Οι επί τούτου τοποθετήσεις του Εναγόμενου συγκρούονται μετωπικά με αυτές του Μ.Υ.1, μιας και ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι προσπάθησε πλειστάκις να ανεύρει τον Ανδρέα πλην όμως η όποια προσπάθειά του δεν καρποφόρησε. Ένας άλλος ισχυρισμός του Μ.Υ.1, ο οποίος συγκρούεται με την κοινή λογική είναι αυτός που θέλει τον Μ.Ε.1 να καλεί τον ίδιο και τον Εναγόμενο σε συνάντηση στο γραφείο του, όταν αντιλήφθηκε ότι ο Μ.Υ.1 δεν ήταν ο Εναγόμενος. Και τούτο γιατί, ο Μ.Υ.1 τοποθετεί την εν προκειμένω αντίληψη του Μ.Ε.1 περί το 2010 - 2011, ενώ τη συνάντηση στο γραφείο του, το
  1. Είναι ενάντια στη λογική, ο Μ.Ε.1 να έχει, από το 2010 ή 2011, ενημερωθεί περί του ότι ο Μ.Υ.1 δεν ήταν ο Εναγόμενος και να αποφασίζει, στη βάση αυτής της αντίληψης του, να καλέσει τούτους σε συνάντηση δύο ολόκληρα χρόνια αργότερα. Επίσης, ο μάρτυρας αυτός, κατά τη διά ζώσης μαρτυρία του, ανέφερε ότι για διάφορους ισχυρισμούς του είναι σε θέση να τους αποδείξει μέσω μαρτυρίας που θα έδιναν άλλα πρόσωπα τα οποία και θα παρουσιάζονταν στη δίκη ως μάρτυρες. Ακολούθως, όμως, αντιλαμβανόμενος, προφανώς, ότι με τα λεγόμενα του δημιουργούσε προσδοκίες, προώθησε τον ισχυρισμό ότι οι πλείστοι εξ αυτών των προσώπων είναι φίλοι του Ανδρέα και πιθανόν να μην αποδέχονταν να καταθέσουν στο Δικαστήριο. Ήταν έκδηλη η προσπάθεια του Μ.Υ.1 να υποκαταστήσει στην ουσία τον Εναγόμενο και να παρουσιαστεί ως το πρόσωπο που γνώριζε όλα τα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή γεγονότα, σε σημείο που, κατά τη μαρτυρία του, ένιωθε την ανάγκη να αναφέρεται και στον εαυτό του για θέματα που αφορούσαν αμιγώς τον Εναγόμενο ή ακόμα στο να αναφέρεται στον πληθυντικό («εμείς») για θέματα που θα έπρεπε να τοποθετηθεί ο Εναγόμενος. Επίσης, με τη λογική συγκρούεται και ο ισχυρισμός ότι, μετά που ο Ανδρέας τον ενημέρωσε για τον δήθεν δόλιο τρόπο με τον οποίο επώμισε την ευθύνη στον Εναγόμενο, τούτος αφέθηκε στο απυρόβλητο χωρίς καν να τον αναζητήσει εκ νέου και να προσπαθήσει να τον πείσει, αν μη τι άλλο, να καταβάλει την οφειλόμενη απαίτηση για να απαλλαχθεί ο Εναγόμενος από τα όσα του αποδίδονται στην παρούσα αγωγή. Για τους πιο πάνω λόγους, τη μαρτυρία του, στον βαθμό που τούτη συγκρούεται με την υπόλοιπη ενώπιόν μου αποδεκτή μαρτυρία, δεν την αποδέχομαι. Εναγόμενος Ούτε ο Εναγόμενος μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Τουναντίον θα έλεγα. Πρόκειται για μάρτυρα ο οποίος μοναδικό σκοπό είχε να αποφύγει την οποιανδήποτε ευθύνη του σε σχέση με την επίδικη οφειλή και να προωθήσει κάθε υποστηρικτικό τούτης της εκδοχής ισχυρισμό, ανεξαρτήτως αληθείας ή όχι του περιεχομένου του. Και αυτού του μάρτυρα η μαρτυρία παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις, καθώς επίσης και συγκρούεται και με την κοινή λογική. Για σκοπούς αιτιολόγησης της μόλις αναφερθείσας κρίσης μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του Εναγόμενου, σημειώνω τα εξής: Αποτέλεσε βασική θέση του Εναγόμενου ότι ουδεμία σχέση έχει με το Δασάκι της Άχνας και ότι ουδέποτε ο ίδιος κατοίκησε στη συγκεκριμένη περιοχή. Και τούτο για να υποδείξει ότι η Ενάγουσα κατέγραψε, λανθασμένα, επί της κατάστασης λογαριασμού (τεκμήριο 4), που διατηρούσε στο όνομά του, ότι διέμενε στο Δασάκι της Άχνας. Εν τούτοις, στην ένορκή του δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, αναφέρει ως χώρο διαμονής του το Δασάκι της Άχνας. Ένας άλλος ουσιώδης ισχυρισμός του Εναγόμενου ήταν ότι, κατά τον χρόνο που παρασχέθηκαν οι επίδικες υπηρεσίες της Ενάγουσας (Ιούλιος ‑ Νοέμβριος 2008), ήταν κλινήρης λόγω των τραυμάτων που υπέστη στο εργατικό ατύχημα του Μαρτίου του 2008 και ανήμπορος για να εργαστεί. Ήταν δε στη βάση αυτού του ισχυρισμού που προώθησε και τη θέση ότι από το ατύχημα και μετά δεν ξανά επισκέφθηκε το έργο. Ωστόσο, το μοναδικό σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό που προσκόμισε, θέλει τούτον να είναι ανίκανος για εργασία μέχρι τις 31/05/2008 (ένα και πλέον μήνα πριν την έναρξη των επιδίκων υπηρεσιών της Ενάγουσας), χωρίς καν να ισχυριστεί ότι η ανικανότητά του διήρκησε και σε χρόνο μετά τον Μάιο του εν λόγω έτους. Και αυτός ο μάρτυρας προώθησε ισχυρισμούς που προβλήθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της μαρτυρίας του, οι οποίοι, αν όντως ήταν αληθείς, η λογική και μόνο θέλει ότι τούτοι θα υποβάλλονταν προς τον Μ.Ε.1 κατά τη μαρτυρία του τελευταίου. Συναφώς, θεωρώ αδιανόητο να επικαλείται ότι ο Μ.Ε.1 τον κάλεσε τηλεφωνικά και του ανέφερε ότι αρχικά πίστευε ότι την επίδικη οφειλή την είχε ο αδελφός του XXXXX και όχι ο ίδιος και κάτι τέτοιο να μην υποβληθεί στον Μ.Ε.1 για να τοποθετηθεί. Εν πάση περιπτώσει, η συγκεκριμένη αυτή θέση του μάρτυρα συγκρούεται μετωπικά με τη σχετική θέση που προώθησε ο Μ.Υ.1, σύμφωνα με την οποία ο Μ.Ε.1 τον επισκέφθηκε στο Δασάκι της Άχνας, όχι με σκοπό να επωμίσει σε αυτόν την ευθύνη για την επίδικη οφειλή, αλλά θεωρώντας ότι τούτος (ο Μ.Υ.1), ήταν ο Εναγόμενος. Ενάντια στη λογική είναι και η ενέργειά του να μην καταγγείλει τον Ανδρέα για τα όσα, κατ' ισχυρισμό του, έπραξε στην επίδικη περίπτωση. Θεωρώ εντελώς παράλογο να ενημερώνεται ο Εναγόμενος ότι ο Ανδρέας έλαβε τις υπηρεσίες της Ενάγουσας για δικό του όφελος και ως πρόσωπο το οποίο η Ενάγουσα θα χρέωνε για τις επίδικες υπηρεσίες υπέδειξε τον ίδιο, και τούτος να μην καταγγείλει το συμβάν στην Αστυνομία. Ούτε καν να επιχειρήσει να φέρει τον Ανδρέα ως διάδικο στην παρούσα διαδικασία ώστε να επωμιστεί την όποια ευθύνη για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες. Η δε δικαιολογία που έδωσε για τη μη καταγγελία στην Αστυνομία του όλου συμβάντος, επίσης, συγκρούεται με την κοινή λογική. Και τούτο γιατί, ως ισχυρίστηκε, ο λόγος που δεν κατάγγειλε τον Ανδρέα στην Αστυνομία ήταν γιατί δεν μπορούσε να τον βρει, ως αν και η καταγγελία ενός προσώπου από παραπονούμενο πολίτη εξαρτάται από το κατά πόσο τούτος μπορεί να ανεύρει τον καταγγελλόμενο. Και αν κάποιος ήθελε ισχυριστεί ότι με την πρώτη αντίληψη περί των ενεργειών του Ανδρέα ενδεχομένως να δικαιολογείτο η μη άμεση καταγγελία του συμβάντος, η μη αντίδραση, καθ' οιονδήποτε τρόπο, έναντι του Ανδρέα μετά την επίδοση σε αυτόν της παρούσας αγωγής, δεν μπορεί να αντέξει στη βάσανο της λογικής. Οι πιο πάνω παρατηρήσεις μου δικαιολογούν κατά τη γνώμη μου την ήδη εκφρασθείσα θέση μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του Εναγόμενου, η οποία, στον βαθμό που συγκρούεται με τη λοιπή αποδεκτή ενώπιον μου μαρτυρία, δεν γίνεται δεκτή. Μ.Υ.3 Ο Μ.Υ.3 παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με σκοπό να υποστηρίξει τη βασική θέση του Εναγόμενου ότι, μετά το ατύχημα του Μαρτίου 2008, δεν επισκέφθηκε το έργο. Ωστόσο, ο Μ.Υ.3, με τη μαρτυρία του, δεν βοήθησε την πλευρά του Εναγόμενου, Και τούτο γιατί, ως ισχυρίστηκε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εργαζόταν στην αποθήκη της κατασκευαστικής εταιρείας η οποία βρίσκεται σε μίαν απόσταση 2‑3 χιλιόμετρα από τον χώρο του έργου. Ήταν δε η θέση του ότι, το έργο το επισκεπτόταν μόνο όταν απαιτείτο η παράδοση υλικών που βρισκόταν στις αποθήκες. Είναι στη βάση αυτών των κατά καιρούς επισκέψεών του που βάσισε το κατά τα άλλα υποκειμενικό συμπεράσματά του ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε επέστρεψε στο έργο μετά το ατύχημα του Μαρτίου του
  2. Τελικά ευρήματα Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιόν μου μαρτυρίας καταλήγω στα εξής τελικά ευρήματα: Σε κάποιον χρόνο πριν τον Ιούλιο του 2008, η Ενάγουσα, μέσω του Μ.Ε.2, συμβλήθηκε με τον Εναγόμενο για να παρέχει υπηρεσίες γερανού στο έργο κατά τα διαστήματα που ο τελευταίος θα απαιτούσε την παροχή τέτοιων υπηρεσιών. Κατόπιν της συμφωνίας αυτής, κατ' εντολή του Εναγόμενου αλλά και εκπροσώπων του, η Ενάγουσα παρείχε τις επίδικες υπηρεσίες για τις οποίες καταβλήθηκε, έναντι της αξίας τους, €3.000 και παρέμειναν οφειλόμενα €14.141,
  3. Μετά την παροχή των επίδικων υπηρεσιών και αφού δεν καταβλήθηκαν οποιαδήποτε άλλα χρήματα έναντι της οφειλής, η Ενάγουσα αναζήτησε τον Εναγόμενο και αφού τον βρήκε απαίτησε από αυτόν όπως καταβάλει το υπόλοιπο ποσό. Σε συνάντηση δε που έγινε για τον σκοπό αυτό, στην οποία παρευρέθηκε και ο Μ.Υ.1, ο Εναγόμενος παραδέχθηκε την οφειλή του και δήλωσε οικονομική στενότητα σε εκείνο το στάδιο, ζητώντας δε περαιτέρω χρόνο για να καταφέρει να την εξοφλήσει. Μέχρι και σήμερα δεν κατέβαλε το οφειλόμενο ποσό. Νομική πτυχή Παράβαση Σύμβασης Συνεπεία της νομικής βάσης της αγωγής, και δη της παράβασης συμφωνίας, χρήσιμο, κρίνεται, να παρατεθούν τα όσα αποφασίστηκαν σε σχέση με τις πρόνοιες του άρθρου 73
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149[2]. Εκείνο που προκύπτει από την σχετική με το θέμα νομολογία είναι ότι, η αποζημίωση που επιδικάζεται υπέρ του αναίτιου συμβαλλόμενου, αφορά την ζημιά, η οποία προέκυψε φυσιολογικά κατά την συνήθη ροή των πραγμάτων ή την ζημιά, που οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν, κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, ότι θα πρόκυπτε, ως φυσιολογικό αποτέλεσμα της παράβασης. Η δε συνισταμένη των αρχών που διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων, είναι η αποκατάσταση του αθώου μέρους, ώστε τούτο να βρεθεί στην θέση που θα βρισκόταν αν δεν σημειωνόταν η διάρρηξη της σύμβασης. Κατά κανόνα, τούτο επιτυγχάνεται με την επιδίκαση τέτοιου ύψους αποζημιώσεων που κατά την λογική πρόβλεψη, κατά τον χρόνο εκτέλεσης της σύμβασης, θα πρόκυπταν ως αποτέλεσμα της διάρρηξης της συμφωνίας. Αναφέρθηκε ακόμα ότι, η αποζημίωση έχει την έννοια της αποκατάστασης εκείνης της απώλειας ή της ζημιάς που στην πραγματικότητα υπέστη το αθώο μέρος. Τέλος, ως προς τον χρόνο υπολογισμού της ζημιάς, αποφασίστηκε ότι «(η) έκταση της ζημιάς την οποία είναι πιθανό να υποστεί το αθώο μέρος, είναι συνήθως διακριτέα κατά το χρόνο της διάρρηξης. Οι επιπτώσεις από την διάρρηξη καθίστανται γνωστές κατά το χρόνο της διάρρηξης. Έτσι συνήθως η ζημιά υπολογίζεται κατά το χρόνο της διάρρηξης» (βλέπε George Charalambous Ltd v. Kalos Kafes ltd κ. α.
(1997)1 ΑΑΔ 199, Μιχαήλ Μουρτζινός ν. πλοίου «Galaxias» κ.α.
(1997)1 ΑΑΔ 80, Αλπάν (Αδελφοί Τάκοι) Λτδ κ.α. ν. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 ΑΑΔ 679, Ηλίας Αριστοδήμου ν. Τάκη Χαραλάμπους
(1990)1 ΑΑΔ 319, Saab and Another v. Holy Monastery of Ay. Noephytos
(1982)1 C.L.R. 499, Charalambous v. Vakana
(1982)1 C.L.R. 310, Markou v. Michael 19 C.L.R. 282 και Johnson v. Agnew [1979], 1 Αll E.R. 883). Κατάληξη Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η υπαγωγή των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση στο πιο πάνω νομικό πλαίσιο οδηγεί μονοδρομικά στη δικαστική κρίση ότι η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον του Εναγόμενου. Και τούτο γιατί παρείχε σε αυτόν υπηρεσίες έναντι αμοιβής, συγκεκριμένης αξίας, έναντι της οποίας καταβλήθηκε μόνο μέρος, με αποτέλεσμα να υπολείπεται από τον αντισυμβαλλόμενο και δη τον Εναγόμενο, το υπόλοιπο ποσό που ανέρχεται στο ποσό των €14.141,90. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €14.141,90, με νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής (δεν αιτιολογήθηκε η καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της) μέχρι εξοφλήσεως. Ως προς τα έξοδα, δεν έχω κανέναν λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που θέλει τούτα να επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντος διάδικου και κατά συνέπεια αυτά επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Δ Θεοδώρου, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΦΡΑΦΟΝ [1] Είχε στο μεταξύ ξεσπάσει η πανδημία του κορονοιού και η υπόθεση αναβλήθηκε [2] 73.-
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.
(2)Το πρόσωπο το οποίο ζημιώνεται από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης που προσομοιάζει με τις συμβατικές, δικαιούται να λάβει από τον υπαίτιο την ίδια αποζημίωση, ωσάν να επρόκειτο για παράβαση σύμβασης.
(3)Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.