Bank of Cyprus Public Company Ltd ν. Πασιουρτίδης κ.α., Αγωγή Αρ. 1077/2020, 29/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A225 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 1077/2020 Μεταξύ: Bank of Cyprus Public Company Ltd Εναγόντων -και-
- XXX Πασιουρτίδης
- XXX Πασιουρτίδου Εναγομένων Αίτηση ημερ. 4.8.2021 για διόρθωση του Διατάγματος ημερ. 28.4.2021 Ημερ.: 29 Νοεμβρίου 2021 Για τους Αιτητές: κα Χ. Θεοδούλου Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Α. Μαθηκολώνης για Ανδρέας Μαθηκολώνης & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 28.04.2021 εκδόθηκε απόφαση στα πλαίσια ακρόασης της αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή. Κατόπιν ακρόασης, η αίτηση έγινε δεκτή και εκδόθηκε μεταξύ άλλων διάταγμα ως η παράγραφος Β της αίτησης. Η πιο πάνω παράγραφος ήταν διατυπωμένη ως ακολούθως: Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους Εναγόμενους ή/και τους υπηρέτες ή/και αντιπροσώπους τους ή/και υπαλλήλους τους ή/και οποιαδήποτε πρόσωπα ενεργούν κατόπιν εντολών τους, όπως εκκενώσουν και παραδώσουν κενή και ελεύθερη την κατοχή του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 3/XXXXX, Φ/Σχ. 0/2-254-355 Τεμάχιο XXXXX τμήμα 3 στο χωριό Περβόλια στην Λάρνακα στους Ενάγοντες καθώς και της Κατοικίας που έχει ανεγερθεί εντός αυτού αμέσως ή/και εντός του χρόνου που ήθελε καθορίσει ως δίκαιο και εύλογο το Δικαστήριο. Με την υπό κρίση Αίτηση η Ενάγουσα, υπέρ της οποίας εκδόθηκε απόφαση, ζητά όπως το εν λόγω διάταγμα τροποποιηθεί δια της απαλείψεως της φράσης ' . αμέσως και ή εντός του χρόνου που ήθελε καθορίσει ως δίκαιο και εύλογο το Δικαστήριο' και δια της αντικαταστάσεως του με τη φράση 'εντός τριάντα
(30)ημερών από την επίδοση του εν λόγω διατάγματος'. Η Αίτηση εδράζεται στη Διάταξη 25 θ.θ. 5 και 6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Αποτελεί θεμελιωμένη αρχή ότι ένα διάταγμα και ιδιαίτερα ένα διάταγμα που αφορά παράδοση της κατοχής ενός ακινήτου, θα πρέπει να καταγράφει με ρητό τρόπο το χρόνο εντός του οποίου θα πρέπει να υπάρξει συμμόρφωση. Σχετική είναι η Δ.34 θ5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το κείμενο της οποίας παραθέτω αυτούσιο για σκοπούς εύκολης αναφοράς: "
- Every judgment or order made in any cause or matter requiring any person to do an act thereby ordered shall state the time, or the time after service of the judgment or order, within which the act is to be done." Η πιο πάνω Διάταξη αντιστοιχεί με το Order 41 r.5 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών. Στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαπιστώνω ότι το υπό κρίση διάταγμα δεν είναι διατυπωμένο με τον ορθό τρόπο, αλλά είναι διατυπωμένο με γενικό τρόπο που μόνο σύγχυση προκαλεί. Πρόκειται για δική μου αβλεψία και όχι για λάθος των δικηγόρων των Αιτητών ως ήταν η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση. Ο κ. Μαθηκολώνης πρόβαλε τη θέση ότι ήταν ο δικηγόρος της Αιτήτριας που είχε ζητήσει την έκδοση διατάγματος ως η παράγραφος Β και το Δικαστήριο απλώς εξέδωσε το αιτούμενο διάταγμα. Η πιο πάνω θέση δεν είναι αποδεκτή, εκδίδοντας το διάταγμα της παραγράφου Β, θα έπρεπε παράλληλα να είχα καθορίσει με ρητό τρόπο το χρόνο συμμόρφωσης με το εν λόγω διάταγμα, πράγμα που ως αναφέρω και πιο πάνω δεν έπραξα. Η Αιτήτρια εισηγείται ότι η πιο πάνω παράλειψη μπορεί να διορθωθεί με βάση τις πρόνοιες της Δ.25 θ.θ. 5 και 6 των Θεσμών. Παραθέτω τις εν λόγω πρόνοιες αυτούσιες αμέσως πιο κάτω: «
- Το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία.
- Γραφικά λάθη σε δικόγραφα, αποφάσεις ή διατάγματα, ή λάθη που προκύπτουν σ' αυτά από οποιοδήποτε τυχαίο σφάλμα ή παράλειψη, μπορούν σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με τη φύση και έκταση του λάθους από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, γραπτής ή προφορικής, χωρίς δικαίωμα έφεσης.» Η Δ.25 θ.6 των Θεσμών δίδει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να διορθώσει παραλείψεις ή λάθη που είναι άνευ ουσιαστικής σημασίας και τα οποία ανάγονται στην εκ παραδρομής τυπογραφική παράλειψη διατύπωσης κάποιου γεγονότος. Καθοδηγητικό επί του θέματος είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Λαζάρου και Νέμεσις
(2012)1 Α.Α.Δ. 1101: «Αυτό, διότι, όπως έχει ερμηνευθεί η Δ.25 θ.6, η διόρθωση σε απόφαση ή διάταγμα Δικαστηρίου αφορά είτε λανθασμένη αναγραφή ή τυπογραφικό λάθος («clerical mistakes»), είτε σε λάθη που προέρχονται από τυχαία παράλειψη. Η Δ.25 θ.6, εμπεριέχει τον κανόνα της απλής παράλειψης ή λάθους («slip rule») και έχει διεξοδικά αναλυθεί, μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Katarina Shipping v. Ship "Poly"
(1978)1 C.L.R. 486, καθώς και στην υπόθεση Ορφανίδης ν. Μιχαηλίδη
(1968)1 C.L.R. 295. Η εφαρμογή του «slip rule» σημαίνει τη δυνατότητα διόρθωσης παραλείψεων ή λαθών άνευ ουσιαστικής σημασίας αναγόμενα στην εκ παραδρομής τυπογραφική παράλειψη διατύπωσης γεγονότος κατά τη σύνταξη της απόφασης ή του διατάγματος, που φανερά δεν μεταφέρουν ορθά είτε το λεκτικό το οποίο αποτέλεσε το σκεπτικό του Δικαστηρίου, είτε τη σημασία του. Το τελεσίδικο των δικαστικών αποφάσεων, περιλαμβανομένων και αυτών στο επίπεδο του Εφετείου, δεν αφήνει περιθώρια για διόρθωση αποφάσεων με τη συμπερίληψη διαταγών που αφορούν ουσιαστικές ρυθμίσεις και οι οποίες δεν μπορούν να ταξινομηθούν ως λάθη, (Ντάγκλας ν. Ντάγκλας
(2008)1 Α.Α.Δ. 744). Το αντίστοιχο O.28 r.11 των τότε ισχυόντων Αγγλικών Θεσμών, έχει ερμηνευθεί κατά αυτό τον τρόπο και όπως εξηγείται στο Annual Practice 1958 σελ. 633-644, το λάθος ή η παράλειψη πρέπει να αφορά σε λάθος στην έκφραση της πρόδηλης πρόθεσης του Δικαστηρίου. Εάν η απόφαση ή διάταγμα συνταχθεί στη βάση της απόφασης, όπως αυτή έχει εκφραστεί και διατυπωθεί, δεν μπορεί να γίνει διόρθωση εφόσον δεν θεωρείται ότι υπήρχε απλή γραμματική ή λανθασμένη αναγραφή, λάθος ή παράλειψη στη διατύπωση της απόφασης ή του διατάγματος». Η παράλειψη στην υπό κρίση υπόθεση δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του 'slip rule' που αναλύεται πιο πάνω και κατ' επέκταση δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της πιο πάνω διάταξης, καθότι με τον τρόπο που είναι διατυπωμένο το διάταγμα δεν φαίνεται με ευκρίνεια ποια ήταν η πρόθεση του Δικαστηρίου σε σχέση με το χρόνο συμμόρφωσης με το επίδικο διάταγμα. Στο διάταγμα ο χρόνος συμμόρφωσης καθορίζεται ως 'αμέσως' και στη συνέχεια ακολουθεί η φράση 'ή/και εντός του χρόνου που ήθελε καθορίσει ως δίκαιο και εύλογο το Δικαστήριο'. Η λέξη 'αμέσως' είναι ικανοποιητική περιγραφή του χρόνου. Όταν περιλαμβάνεται σε ένα διάταγμα η πιο πάνω λέξη, πρέπει να ερμηνεύεται ότι η ενέργεια πρέπει να εκτελεσθεί αμέσως μόλις είναι λογικό να εκτελεσθεί. Σχετική είναι η πιο κάτω αναφορά από το Annual Practice 1959, σελίδα 655: «Forthwith has been held to be sufficient expression of time for doing an act directed by an order. . . . . . . . . . . . . . . . . ... Generally the word 'forthwith' in Statutes and Rules of Court must be construed with reference to the objects of the provision and the circumstances of the case. (ex p. Lamb
(1881), 19 Ch.D. 169; and see Lowe v. Fox
(1885), 15 Q.B.D. p.679). An order to do an act forthwith means that the act is to be done as soon as it can reasonably be done." Στη συγκεκριμένη περίπτωση η συμπερίληψη της φράσης 'ή/και', μεταξύ της λέξης 'αμέσως' και της φράσης 'εντός του χρόνου που ήθελε καθορίσει ως δίκαιο και εύλογο το Δικαστήριο' προκαλεί σύγχιση στον αναγνώστη και προφανώς αυτός ήταν και ο λόγος που οι Αιτητές προσέφυγαν στο δικαστήριο και ζητούν με την υπό κρίση Αίτηση τον καθορισμό του χρόνου, εντός του οποίου πρέπει να υπάρξει συμμόρφωση με το διάταγμα. Το γεγονός ότι στο διάταγμα δεν έχει καθορισθεί χρόνος δεν επηρεάζει την εγκυρότητα του και δεν το καθιστά αναποτελεσματικό. Η παράλειψη αυτή μπορεί να θεραπευθεί με το κατάλληλο δικονομικό μέτρο. Το δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να διορθώσει ένα διάταγμα που δεν είναι διατυπωμένο με τον ορθό τρόπο. Στην απόφαση Λαζάρου και Νέμεσις (ανωτέρω) διαβάζουμε τα πιο κάτω σε σχέση με τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου: "Υπάρχει όμως πάντοτε η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να τροποποιεί τις αποφάσεις ή τα διατάγματα του ώστε να μεταφερθεί ορθά το μήνυμα τους ή να τα αποσαφηνίσει. Όπως αναφέρεται επί λέξει στη σελ. 633 του Annual Practice 1958, όπου στα πλαίσια του σχολιασμού του O. 28 r. 11, εξηγείται και η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου: «Apart from the Rule, the Court has an inherent power to vary its own orders so as to carry out its own meaning and to make its meaning plain (Lawrie v. Lees, 7 App. Cas. Pp. 34, 35; Milson v. Carter [1893] A.C. 640; Kay v. Lovell, [1941] Ch. 420); City Housing Trust, [1942] Ch. 262. "Where an error of that kind has been committed it is always within the competency of the Court, if nothing has intervened which would render it inexpedient or inequitable to do so, to correct the record in order to bring it into harmony with the order which the Judge obviously meant to pronounce.» Καθοδηγητικές επί του συγκεκριμένου θέματος είναι και οι αποφάσεις Νικολαίδου και Αττίπα
(1999)1 ΑΑΔ 2471 και E.G. Falekkos Ltd και Reana Manufacturers Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 443. Στην τελευταία απόφαση αναγνωρίστηκε ότι το Δικαστήριο έχει δικαίωμα στα πλαίσια των προνοιών της Δ.25 θ.5 να διορθώσει κάποιο λάθος ή παράλειψη και να προβεί, ακόμη και μετά την έκδοση απόφασης, «σε όλες τις τροποποιήσεις που είναι αναγκαίες ώστε να αποφασίζονται τα πραγματικά επίδικα θέματα». Ως ανέφερα και πιο πάνω η Δ.35 θ.5 των Θεσμών αντιστοιχεί με το Order 41 r.5 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών. Στο Annual Practice του 1959, σελίδα 965, διαβάζουμε τα πιο κάτω σε σχέση με την ευχέρεια του δικαστηρίου να καθορίσει εκ των υστέρων το χρόνο συμμόρφωσης με το διάταγμα: Omission to Fix Time. - 'Four -day Order'. - When the order omits to fix a time, it is not thereby rendered ineffectual, but the Court will make a supplemental order fixing the time, in the Ch. D. designated a 'four day order', although the time after service of the order is not always four days (Needham v. Needham
(1842), 1 Haze 633). But until a time is fixed the order cannot be enforced (Gilbert v. Endean
(1878), 9 Ch. D. p.266, C.A. ; Re Wilde
(1910)W.N. 128, C.A.; Townend v. Townend
(1906)1 Ch.D. p.696, C.A.). Σχετική επί του θέματος είναι και η απόφαση Νικολαίδου και Αττίπα
(1991)1 Α.Α.Δ. 62, παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: "Η αγγλική Ο. 41 r.5, πριν την τροποποίησή της ήταν όμοια, κάλυπτε και διατάγματα όπως το συζητούμενο, και, όπως προκύπτει από τη νομολογία στην οποία παραπέμπει η Annual Practice του 1958 σελ. 954 κ.επ., ερμηνεύθηκε και εφαρμόστηκε με αυτό τον τρόπο. Εξηγείται συναφώς πως ενώ η διαταγή δεν καθίσταται αναποτελεσματική (ineffectual) χρειάζεται, για να είναι δυνατό να εφαρμοστεί (enforced) να οριστεί χρόνος με διαδικασία που καθορίζεται. (Βλ. Νeedham v. Needham [1842] 1 Hare 633, Gilbert v. Endean [1878] 9 Ch. D. at p. 266, In re Wilde [1910] W.N. (Weekly Notes) 128, Townend v. Townend [1906] 93 L.T. 680 and Re Tuck [1906] 1 Ch. D. 692)." Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω αρχές καταλήγω ότι το δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία στην υπό κρίση υπόθεση να διορθώσει το διάταγμα που εκδόθηκε και να καθορίσει το χρόνο εντός του οποίου θα πρέπει να υπάρξει συμμόρφωση με τις πρόνοιες αυτού. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διαγράφεται από το επίδικο διάταγμα της παραγράφου Β που εκδόθηκε στην απόφαση ημερομηνίας 28.04.2021 η φράση 'αμέσως και ή εντός του χρόνου που ήθελε καθορίσει ως δίκαιο και εύλογο το Δικαστήριο'. Εκδίδεται επίσης διάταγμα με το οποίο ο χρόνος συμμόρφωσης με το επίδικο διάταγμα, της παραγράφου Β καθορίζεται σε δεκαπέντε
(15)ημέρες από την ημέρα επίδοσης του διατάγματος. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο