← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. ΡΗΓΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 42/20

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. ΡΗΓΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 42/2013, 30/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A227 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 42/2013 ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Ενάγοντες και

  1. XXXXX ΡΗΓΑΣ άλλως ΡΗΓΑΣ XXXXX άλλως XXXXX ΡΗΓΑΣ
  2. XXXXX ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ άλλως XXXXX ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
  3. A. IOANNOU & G. PANAYI DEVELOPMENTS LIMITED Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.9.
  4. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, πρώην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Ενάγοντες και
  5. XXXXX ΡΗΓΑΣ άλλως ΡΗΓΑΣ XXXXX άλλως XXXXX ΡΗΓΑΣ
  6. XXXXX ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ άλλως XXXXX ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
  7. ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ, από Λευκωσία, ως εκκαθαριστής της υπό εκκαθάριση εταιρείας A. IOANNOU & G. PANAYI DEVELOPMENTS LIMITED Εναγομένων Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου,
  8. Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: Ο κ. Τάσος Κουκούνης μαζί με κα Χριστιάνα Ηλία για ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΚΟΥΝΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ. Για τον εναγόμενο 1: Ο κ. Ανδρέας Κασσιανής για ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΘΗΚΟΛΩΝΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ. Για την εναγόμενη 2: Ο κ. Βάσος Θεοδώρου για Θεοδώρου Β. & Θεοδώρου Για τους εναγόμενους 3: Ο κ. Θεόδωρος Ποσνακίδης για ΚΥΠΡΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΔΕΠΕ. ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με ό,τι προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης, οι ενάγοντες, Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (στις 29.3.2013 η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, μεταβίβασε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, όλα τα περιουσιακά της στοιχεία, τίτλους ιδιοκτησίας και δικαιώματα της), οι οποίοι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήσαν τραπεζίτες, παραχώρησαν στους εναγομένους 1 και 2 δάνειο τακτής προθεσμίας ή/και πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους €185.000= στη βάση γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 15.4.
  9. Ήταν ρητοί όροι της Συμφωνίας Δανείου πως: (α) το δάνειο (περιλαμβανομένων τόκων και άλλων χρεώσεων) θα ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση ή θα εξοφλείτο διά μηνιαίων δόσεων ύψους €876,02 εκάστη, για την περίοδο 10.5.2008 μέχρι 9.3.2009 και στη συνέχεια διά 326 μηνιαίων δόσεων ύψους €1.115,05 εκάστη, για την περίοδο 10.3.2009 μέχρι πλήρους εξόφλησης. (β) το δάνειο θα έφερε τόκο ο οποίος θα υπολογίζετο με κυμαινόμενο επιτόκιο, το οποίο θα συνίστατο από το εκάστοτε καθοριζόμενο από την τράπεζα βασικό επιτόκιο, προσαυξημένο κατά 1.75%. Κατά την υπογραφή της Συμφωνίας, το επιτόκιο είχε καθοριστεί στο 5.75% (βασικό επιτόκιο 4% και 1.75% προσαύξηση) ετησίως. (γ) εάν οποιοδήποτε ποσό που καθίστατο πληρωτέο δεν επληρώνετο κατά την δήλη ημέρα, τούτο θα έφερε τόκο υπερημερίας, ο οποίος θα υπολογίζετο με επιτόκιο το οποίο θα ήταν κατά 5.00 εκατοστιαίες μονάδες μεγαλύτερο από το συμβατικό επιτόκιο, όπως τούτο θα ίσχυε κατά την χρονική στιγμή της υπερημερίας. (δ) οι ενάγοντες θα εδικαιούντο, κατά την κρίση τους, να μεταβάλλουν μέσα στα πλαίσια των νομισματικών και πιστωτικών κανονισμών που ίσχυαν κάθε φορά, των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος, το βασικό επιτόκιο, τα περιθώρια, τον τρόπο υπολογισμού του τόκου, τον χρόνο καταβολής του, την προμήθεια, τον τόκο υπερημερίας, τα έξοδα και άλλες χρεώσεις και γενικά είχαν το δικαίωμα να προβαίνουν σε οποιαδήποτε μεταβολή, η οποία θα ήταν δεσμευτική για τους εναγόμενους 1 και 2, ανακοινώνοντας τούτο στον ημερήσιο τύπο ή ειδοποιώντας γραπτώς τους τελευταίους. (ε) εάν καθ΄ οιονδήποτε χρόνο, οι εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειπαν ή αμελούσαν να καταβάλουν τις δύο δόσεις του δανείου, μαζί με τις χρεώσεις των τόκων ή των προμηθειών όταν αυτές θα καθίσταντο απαιτητές, οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να καταστήσουν απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου, πλέον τόκους, χρεώσεις και προμήθειες και να απαιτήσουν την άμεση αποπληρωμή του. Η εναγόμενη 3 εταιρεία (με διάταγμα του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερομηνίας 28.4.2020, η εταιρεία τέθηκε υπό εκκαθάριση και ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε εκκαθαριστής της), η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο διεξήγαγε, μεταξύ άλλων, εργοληπτικές εργασίες, εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1 και 2, μέχρι ποσού €205.033=, πλέον τόκους, προμήθειες και τραπεζικά δικαιώματα, στη βάση Εγγυητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 15.4.
  10. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων τους, οι εναγόμενοι 1 και 2, βάσει Εκχωρητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 15.4.2008, εκχώρησαν στους ενάγοντες όλα τα δικαιώματα τους, που απέρρεαν από το Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 27.12.2006, δυνάμει του οποίου αγόρασαν από την εναγόμενη 3 εταιρεία, το διαμέρισμα αρ. XXXXX, το οποίο θα ανεγείρετο στο χωράφι με αριθμό εγγραφής 9/XXXXX, τεμάχιο γης XXXXX, Φ/Σχ. 40/39W2, τοποθεσία Ασπράδια, ενορία Απόστολος Λουκάς, Δήμος Αραδίππου, επαρχία Λάρνακος. Το Πωλητήριο Έγγραφο κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακος στις 3.1.2007, για σκοπούς Ειδικής Εκτέλεσης και φέρει αριθμό ΠΩΕ 8/
  11. Λόγω παράλειψης των εναγομένων 1 και 2 να τηρήσουν τα συμφωνηθέντα, οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 15.3.2021 προς όλους τους εναγομένους, τους κάλεσαν να πληρώσουν τις καθυστερημένες δόσεις εντός 21 ημερών από την ημερομηνία της επιστολής. Τους πληροφορούσαν επίσης πως μετά την πάροδο των 21 ημερών, το επιτόκιο θα αυξάνετο σε 14% και ο τόκος θα κεφαλαιοποιείτο δύο φορές ετήσια, την 1η Ιουλίου και την 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους. Οι εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειψαν να συμμορφωθούν και οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 14.6.2011 προς όλους τους εναγόμενους, τερμάτισαν την συμφωνία δανείου και απαίτησαν την εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου του δανείου. Με μεταγενέστερη επιστολή τους ημερομηνίας 19.11.2012, οι ενάγοντες κάλεσαν και πάλι όλους τους εναγόμενους να εξοφλήσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου, το οποίο την 1.10.2012 ανήλθε στο ποσό των €240.379,63 πλέον τόκου προς 12% ετησίως επί του ποσού αυτού από 1.10.2012 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιημένου του τόκου την 1η Ιουλίου και 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους. Οι εναγόμενοι παρέλειψαν και πάλι να συμμορφωθούν. Με την αγωγή τους οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα: (α) Την καταβολή του ποσού των €240.379,63 ως οφειλόμενο δυνάμει συμφωνίας δανείου. (β) Τόκο προς 12% επί του ποσού των €240.379,63 από 1.10.2012 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιημένου του τόκου την 1η Ιανουαρίου και την 1η Ιουλίου εκάστου έτους. (γ) Δήλωση ή/και Διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι οι ενάγοντες είναι οι αποκλειστικοί δικαιούχοι των δικαιωμάτων των εναγομένων 1 και 2 που απορρέουν από το Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 27.12.
  12. (δ) Δήλωση ή/και Διάταγμα με το οποίο να επιτρέπεται στους ενάγοντες να προβούν καθ΄ οιονδήποτε χρόνο αποφασίσουν οι ίδιοι, στην απόσυρση του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 27.12.2006, το οποίο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Λάρνακας με αριθμό ΠΩΕ 8/
  13. (ε) Δήλωση ή/και Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται στους ενάγοντες να προβούν καθ΄ οιονδήποτε χρόνο αποφασίσουν οι ίδιοι, στην ακύρωση του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 27.12.2006 (ΠΩΕ 8/2007). (στ) Δήλωση ή/και Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται στους ενάγοντες να πωλήσουν, καθ΄ οιονδήποτε χρόνο, σε οποιοδήποτε πρόσωπο και με οποιουσδήποτε όρους, το διαμέρισμα αρ. XXXXX. (ζ) Δήλωση ή/και Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται στους ενάγοντες η ανάκτηση της κατοχής του διαμερίσματος αρ. XXXXX. (η) Δήλωση ή/και Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η εγγραφή στο Κτηματικό Μητρώο του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, του διαμερίσματος αρ. XXXXX, επ΄ ονόματι των εναγόντων ή/και οποιουδήποτε προσώπου υποδείξουν οι ενάγοντες. (θ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο θα θεωρήσει δίκαιο, υπό τις περιστάσεις, να αποδώσει. (ι) Έξοδα και ΦΠΑ. Ο εναγόμενος 1 στην Έκθεση Υπεράσπισης που καταχώρησε αρνείται όλους τους ισχυρισμούς των εναγόντων και ισχυρίζεται πως δεν έλαβε το «αναφερόμενο στην Έκθεση Απαίτησης ποσό». Διαζευκτικά, ισχυρίζεται πως η Συμφωνία Δανείου είναι άκυρη ή/και μη εφαρμόσιμη καθότι οι ενάγοντες «δεν τήρησαν την εγκύκλιο που αποστάληκε από την Κεντρική Τράπεζα σχετικά με την παραχώρηση δανείων ή και πιστωτικών διευκολύνσεων ή/και παρέλειψαν να παράσχουν στον εναγόμενο 1 ή και 2 ή και 3 όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες». Περαιτέρω είναι η θέση του πως σε περίπτωση που η Συμφωνία Δανείου κριθεί έγκυρη, οι ενάγοντες όφειλαν να ενεργούν καλόπιστα ή/και «κάτω από καθήκον αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων ή και προστασίας των συμφερόντων των εναγομένων ή και ως τραπεζίτες έναντι πελάτη τους». Διατείνεται πως τόσο ο ίδιος όσο και η εναγόμενη 2 δεν εκχώρησαν οποιαδήποτε δικαιώματα τους που πηγάζουν από το Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 21.12.
  14. Διαζευκτικά, ισχυρίζεται πως εάν αποδειχθεί η ύπαρξη Εκχωρητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 15.4.2008, τούτο είναι «άκυρο ή και ανίσχυρο» και δεν δεσμεύει ούτε τον ίδιο ούτε την εναγόμενη 2 καθότι οι ενάγοντες δεν τους ενημέρωσαν «επαρκώς» για τις συνέπειες υπογραφής του εγγράφου, γεγονός που δηλώνει πως οι ενάγοντες ενήργησαν κακόπιστα ή και παρέβηκαν το καθήκον αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Περαιτέρω διατείνεται πως το Εκχωρητήριο Έγγραφο δόθηκε κατά παράβαση των σχετικών νομοθετικών προνοιών. Αρνείται πως έλαβε (α) επιστολή ημερομηνίας 15.3.2011 ή ότι ενημερώθηκε σχετικά με την αλλαγή του επιτοκίου, (β) επιστολή ημερομηνίας 14.6.2011 και διατείνεται πως σε περίπτωση που αποδειχθεί ο τερματισμός της Συμφωνίας Δανείου, αυτός είναι παράνομος ή και αντίθετος με τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες, (γ) επιστολή ημερομηνίας 19.11.2012, με την οποία ενημερώθηκε για το υπόλοιπο του λογαριασμού του δανείου. Είναι η θέση του πως το ποσό που φέρεται ως οφειλόμενο υπόλοιπο είναι υπερβολικό και αποτέλεσμα ανατοκισμών και παράνομων χρεώσεων. Τέλος ισχυρίζεται πως η έκδοση των αιτουμένων θεραπειών «θα είναι άδικη, αντινομική, νόμω και ουσία αβάσιμη». Η εναγόμενη 2 επίσης αρνείται όλους τους ισχυρισμούς των εναγόντων. Αρνείται την υπογραφή της Συμφωνίας Δανείου και ισχυρίζεται ότι «ουδέποτε» της παραχωρήθηκε «οποιοδήποτε δάνειο, οποιασδήποτε μορφής». Ισχυρίζεται διαζευκτικά ότι η Συμφωνία Δανείου δεν είναι έγκυρη νομικά, καθότι περιέχει «καταχρηστικούς και/ή αβέβαιους όρους», αναφορικά με το δικαίωμα των εναγόντων να αυξάνουν ή να μειώνουν οποτεδήποτε κατά την κρίση τους, το βασικό επιτόκιο, τα περιθώρια, τον τόκο υπερημερίας και οποιεσδήποτε άλλες χρεώσεις. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι κάλεσε τους εναγομένους 3 και/ή τους πληρεξουσίους αντιπροσώπους των και/ή τους «δικαιούχους των δικαιωμάτων» του Πωλητηρίου Εγγράφου, βάσει της Συμφωνίας Εκχώρησης ημερομηνίας 15.4.2008, ήτοι τους ενάγοντες, να μεταβιβάσουν στην ίδια και στον εναγόμενο 1, το διαμέρισμα Α301, πλην όμως οι ενάγοντες και/ή οι εναγόμενοι 3 αρνήθηκαν να πράξουν τούτο. Είναι η θέση της πως σε περίπτωση μεταβίβασης του ακινήτου επ΄ ονόματι των εναγόντων, ολόκληρο το ποσό του δανείου θα θεωρείται ως εξοφληθέν και οι υποχρεώσεις της ως εκπληρωθείσες. Αρνείται ότι έλαβε «οποιεσδήποτε» επιστολές από τους ενάγοντες και ειδικότερα αρνείται ότι η Συμφωνία Δανείου τερματίστηκε νόμιμα. Τέλος ισχυρίζεται ότι το αξιούμενο ποσό «περιέχει παράνομες χρεώσεις τόκων και/ή παράνομους και αντισυμβατικούς ανατοκισμούς τόκων και περαιτέρω παράνομες, μη αντικειμενικές, υπερβολικές και καταχρηστικές χρεώσεις τραπεζικών δικαιωμάτων και άλλων επιβαρύνσεων». Η εναγόμενη 3 εταιρεία, στο δικόγραφο της αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων. Είναι η θέση της πως η Συμφωνία Δανείου δεν παραβιάστηκε και συνεπώς το αξιούμενο ποσό, δεν κατέστη πληρωτέο. Περαιτέρω, ισχυρίζεται πως η ίδια «ουδέποτε» έδωσε το δικαίωμα και/ή απεδέχθη και/ή συμφώνησε την «αυθαίρετη» αύξηση του επιτοκίου ή την «αυθαίρετη» επιβολή τόκου υπερημερίας. Διατείνεται πως «ουδέποτε» εγγυήθηκε τους εναγόμενους 1 και 2 για απεριόριστο ποσό και πως «ουδέποτε» επκληρώθηκαν οι προϋποθέσεις για «ενεργοποίηση» της εγγύησης. Πως δεν συνέτρεχε «καμμιά αιτία» τερματισμού της συμφωνίας δανείου και πως αυτή τερματίστηκε παράνομα. Ισχυρίζεται πως οι ενάγοντες δεν ήταν μέρος της συμφωνίας μεταξύ της ιδίας και των εναγομένων 1 και 2 και δεν είχαν «οιονδήποτε δικαίωμα επί του αγοραπωλητηρίου εγγράφου». Αρνείται ότι έλαβε οποιαδήποτε επιστολή από τους ενάγοντες και ισχυρίζεται πως «ουδέποτε» πληροφορήθηκε για οποιαδήποτε καθυστέρηση στην πληρωμή των δόσεων του δανείου. Ουδέποτε δε έλαβε επιστολή τερματισμού της Συμφωνίας Δανείου. Τέλος διατείνεται πως οι ενάγοντες προέβαιναν σε παράνομες χρεώσεις και/ή παράνομους ανατοκισμούς για τους οποίους ουδέποτε ενημέρωσαν την ίδια. Για να αποδείξουν την υπόθεση τους οι ενάγοντες κάλεσαν πέντε

(5)μάρτυρες, τον XXXXX Σωφρονίου (ΜΕ1), τον XXXXX Σταύρου (ΜΕ2), την XXXXX Θεοδώρου (ΜΕ3), την XXXXX Καϊλή (ΜΕ4) και τον XXXXX Νικολάου (ΜΕ5). Από πλευράς εναγομένων δεν προσφέρθηκε μαρτυρία. Ο XXXXX Σωφρονίου (ΜΕ1), υπάλληλος των εναγόντων, τοποθετημένος στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών, αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, κατέθεσε πως γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης προσωπικά. Ο ΜΕ1 κατέθεσε τα ακόλουθα έγγραφα: · Φωτοαντίγραφο της Συμφωνίας Δανείου ημερομηνίας 15.4.2008 (Τεκμήριο 1) · Φωτοαντίγραφο του Εγγυητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 15.4.2008 (Τεκμήριο 2) · Φωτοαντίγραφο του Εκχωρητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 15.4.2008 (Τεκμήριο 3) · Φωτοαντίγραφο του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 27.12.2006 (Τεκμήριο 4) · Φωτοαντίγραφα των Εταιρικών Εγγράφων (Πιστοποιητικό Σύστασης Διευθυντών και Γραμματέα, Ιδρυτικό Έγγραφο και Καταστατικό της εναγόμενης 3 εταιρείας (Τεκμήριο 5) · Φωτοαντίγραφο επιστολής Marfin Popular Bank Public Co Ltd, ημερομηνίας 15.3.2011, προς τους εναγόμενους 1 και 2 [Τεκμήριο 6
(1)] και προς την εναγόμενη 3 [Τεκμήριο 6
(2)] · Φωτοαντίγραφο επιστολής Marfin Popular Bank Public Co Ltd, ημερομηνίας 14.6.2011 προς τους εναγόμενους 1 και 2 [Τεκμήριο 7
(1)] και προς την εναγόμενη 3 (Τεκμήριο 7[2]) · Φωτοαντίγραφο επιστολής των δικηγόρων των εναγόντων, ημερομηνίας 19.11.2012, προς τους εναγόμενους 1, 2 και 3, η οποία εστάλη με συστημένο ταχυδρομείο (Τεκμήριο 8) · Φωτοαντίγραφο γραπτών Εντολών των εναγομένων 1 και 2 προς τους ενάγοντες ημερομηνίας 7.4.2008 (Τεκμήριο 9) · Φωτοαντίγραφο επιστολής εναγόμενης 3 ημερομηνίας 7.2.2008 προς Marfin Popular Bank Public Co Ltd (Τεκμήριο 10) · Φωτοαντίγραφο των Γενικών Όρων και Κανονισμών της Λαϊκής Τράπεζας Λτδ [Τεκμήριο 11
(1)] και φωτοαντίγραφο του Καταλόγου Προμηθειών και Χρεώσεων [Τεκμήριο 11
(2)]. · Φωτοαντίγραφο αποσπάσματος πρακτικών της συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης 3 εταιρείας που έλαβε χώρα στις 7.2.2008 (Τεκμήριο 12) · Φωτοαντίγραφο Ανέκκλητης Δήλωσης των εναγομένων 1 και 2 ημερομηνίας 15.4.2008 (Τεκμήριο 13) · Φωτοαντίγραφο γραπτών εντολών των εναγομένων 1 και 2, ημερομηνίας 15.4.2008 προς τους ενάγοντες [Τεκμήριο 14
(1)και 14
(2)]. · Κατάσταση Λογαριασμού του Δανείου με αριθμό XXXXX1609 (ο νέος αριθμός του Λογαριασμού κατά την 6.6.2014 ήταν XXXXX1752) των εναγομένων 1 και 2 (Τεκμήριο 15). · Αναδομημένη Κατάσταση Λογαριασμού του Δανείου με αριθμό XXXXX1609 (Τεκμήριο 16). · Κατάσταση Λογαριασμού σύμφωνα με την οποία ποσό €144.186,09 χρεώθηκε στις 2.5.2008 στον Λογαριασμό του επίδικου Δανείου και πιστώθηκε στον Λογαριασμό με αρ. XXXXX0580 επ΄ ονόματι των εναγομένων 1 και 2 (Τεκμήριο 17). · Κατάσταση Λογαριασμού σύμφωνα με την οποία ποσό €40.217,37 χρεώθηκε στις 6.5.2008 στον Λογαριασμό του επίδικου δανείου και πιστώθηκε στον Λογαριασμό με αρ. XXXXX6162 επ΄ ονόματι των εναγομένων 1 και 2 (Τεκμήριο 18). Ο μάρτυρας κατέθεσε περαιτέρω τα εξής. Μετά την έκδοση του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν.17(Ι)/2013) και των σχετικών Διαταγμάτων, η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, η οποία μέχρι την 5.4.2012 ονομαζόταν Marfin Popular Bank Public Co Ltd, μεταβίβασε στις 29.3.2013 στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, όλα τα περιουσιακά της στοιχεία, τίτλους ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της και η τελευταία υποκατέστησε την πρώτη σε οποιαδήποτε νομική ή άλλη διαδικασία σχετιζόμενη με τα μεταβιβασθέντα στοιχεία, περιλαμβανομένης και της υπό κρίση αγωγής. Το επίδικο δάνειο παραχωρήθηκε για να εξοφληθεί υφιστάμενο στεγαστικό δάνειο (αρ. XXXXX0580) και για να καλυφθεί το κόστος επιπλέον εργασιών που έγιναν στο διαμέρισμα (Α301) που αγόρασαν οι εναγόμενοι 1 και 2 από την εναγομένη 3 εταιρεία. Το ποσό του δανείου (€185.000=) κατατέθηκε σε Λογαριασμό (αρ. XXXXX1609) που ανοίχθηκε για τον σκοπό αυτό. Μετά την μεταφορά στις 6.6.2014 του συγκεκριμένου Λογαριασμού από τα ηλεκτρονικά συστήματα του δικτύου της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στα ηλεκτρονικά συστήματα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ο Λογαριασμός έλαβε τον αριθμό XXXXX
  1. Ο ΜΕ1 δέχθηκε αντεξεταζόμενος πως ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή των Συμφωνιών Δανείου, Εγγύησης και του Εκχωρητηρίου Εγγράφου και πως δεν είχε καμία συμμετοχή στην διαπραγμάτευση των όρων του δανείου. Ένεκα της θέσης του (είναι τοποθετημένος στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών) παρακολουθούσε και παρακολουθεί τον επίδικο Λογαριασμό του Δανείου. Ο ίδιος εκτύπωσε τις Καταστάσεις Λογαριασμού (Τεκμήρια 15 και 16), τις οποίες σύγκρινε με τις καταχωρημένες στο ηλεκτρονικό σύστημα της τράπεζας (τραπεζικό βιβλίο) πράξεις (χρεοπιστώσεις) και διαπίστωσε ότι ήσαν ακριβώς οι ίδιες. Δηλαδή, οι Καταστάσεις Λογαριασμού απεικόνιζαν την κατάσταση ως είχε στο βιβλίο της τράπεζας που τηρείται ηλεκτρονικά. Η Κατάσταση Λογαριασμού (Τεκμήριο 15) «ξεκινά» από το άνοιγμα του Λογαριασμού και φθάνει μέχρι την 31.10.
  2. Η Αναδομημένη Κατάσταση Λογαριασμού (Τεκμήριο 16) ετοιμάστηκε από τον ίδιο αφού χρησιμοποίησε συγκεκριμένο λογισμικό πρόγραμμα. Αφαιρέθηκαν κάποιες χρεώσεις και διαφοροποιήθηκε το επιτόκιο προς τα κάτω. Η Αναδομημένη Κατάσταση «ξεκινά» από την 1.1.2011, χρόνο κατά τον οποίο έγινε η τελευταία κεφαλαιοποίηση των τόκων πριν τον τερματισμό της Συμφωνίας Δανείου και φθάνει μέχρι την 10.1.
  3. Ο τόκος υπερημερίας με τον οποίο χρεώθηκε ο Λογαριασμός κατά την ετοιμασία της Αναδομημένης Κατάστασης του Λογαριασμού, μειώθηκε στο 2% από το 5%, που είχε συμφωνηθεί μεταξύ της Τράπεζας και των εναγομένων 1 και
  4. Σύμφωνα με την Αναδομημένη Κατάσταση Λογαριασμού (Τεκμήριο 16), το δάνειο παρουσίαζε κατά την 10.1.2020 χρεωστικό υπόλοιπο €384.948,35, συμπεριλαμβανομένων των τόκων. Η Αναδομημένη Κατάσταση Λογαριασμού είναι συνέχεια της Κατάστασης Λογαριασμού (Τεκμήριο 15). Στο συμβατικό επιτόκιο 5.75%, το οποίο ίσχυε και στις 14.6.2011, ημερομηνία τερματισμού της Συμφωνίας Δανείου, προστέθηκε ποσοστό 2% ως τόκος υπερημερίας, παρόλο που η Συμφωνία Δανείου προέβλεπε ποσοστό 5%. Ο XXXXX Σταύρου (ΜΕ2) υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου Λτδ, κατέθεσε πως το 2008 εργαζόταν στην Λαΐκή Τράπεζα και ήταν υπεύθυνος (διευθυντής) του καταστήματος στην Αθηένου. Αναγνώρισε την υπογραφή του στην Συμφωνία Δανείου (Τεκμήριο 1). Υπέγραψε ως μάρτυρας των υπογραφών. Οι δανειολήπτες (εναγόμενοι 1 και 2) προσήλθαν στο κατάστημα της τράπεζας και υπέγραψαν τα «έγγραφα», την Συμφωνία Δανείου δηλαδή, αφού προηγουμένως τους επεξηγήθηκε το περιεχόμενο τους. Όπως κατέθεσε, η τράπεζα διέθετε διάφορα σχέδια δανειοδότησης, στα οποία το επιτόκιο ήταν σταθερό ή κυμαινόμενο. Ανάλογα με το σχέδιο που επέλεγε ο πελάτης, «έπαιρνε» και το επιτόκιο που αντιστοιχούσε στο συγκεκριμένο σχέδιο. Οι Γενικοί Όροι και ο Κατάλογος Επιτοκίων και Χρεώσεων [Τεκμήρια 11
(1)και 11
(2)] που εκδόθηκαν τον Ιανουάριο του 2008 και τον Ιούνιο του 2017 αντίστοιχα, δόθηκαν στους εναγόμενους 1 και 2 την ημέρα που υπέγραψαν την Συμφωνία Δανείου. Ο Κατάλογος Επιτοκίων και Χρεώσεων (Τεκμήριο 19) που εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2008, μεταγενέστερα της υπογραφής της Συμφωνίας Δανείου, κοινοποιήθηκε στους εναγόμενους 1 και 2 με την διαδικασία που προβλεπόταν στην τράπεζα (είτε με ανάρτηση στο διαδίκτυο στην ιστοσελίδα της τράπεζας, είτε με χορήγηση φωτοαντιγράφων στους πελάτες όταν αυτοί επισκέπτοντο την τράπεζα, είτε με ενημέρωση στις Καταστάσεις Λογαριασμού που αποστέλλοντο στους δανειολήπτες). Το βασικό επιτόκιο κατά την ημερομηνία υπογραφής της Συμφωνίας Δανείου ήταν 4%. Το βασικό επιτόκιο δεν διαφοροποιείται. Αυτό που διαφοροποιείται είναι το περιθώριο. Μετά την εξαγορά της Λαϊκής Τράπεζας από την Marfin Laiki Bank, το βασικό επιτόκιο διαφοροποιήθηκε. Από τις 14.4.2008, το επιτόκιο αυξήθηκε από 4% σε 4.45%. Στη συνέχεια διαφοροποιήθηκε σε 5% για την περίοδο 26.6.2008 μέχρι 4.7.2008 και σε 5,25% για την περίοδο από 5.7.2008 - 16.11.
  1. Ακολούθως μειώθηκε στο 5% για την περίοδο 17.11.2008 μέχρι 16.5.2011 και αυξήθηκε σε 5,5% για την περίοδο 17.5.2011 μέχρι 12.9.
  2. Η τράπεζα δημοσίευσε σχετικές Ανακοινώσεις στον ημερήσιο τύπο (Τεκμήριο 20) οι οποίες καλύπτουν την περίοδο 14.4.2008-13.7.
  3. Λόγω των διαφοροποιήσεων του βασικού επιτοκίου, διαφοροποιήθηκε και το επιτόκιο του επίδικου δανείου, αφού το σχέδιο δανειοδότησης που επέλεξαν οι εναγόμενοι 1 και 2 προέβλεπε κυμαινόμενο επιτόκιο. Οι επιστολές (Τεκμήρια 6 και 7) στάληκαν από το Τμήμα Είσπραξης Χρεών στην διεύθυνση που έδωσαν οι εναγόμενοι 1 και
  4. Δεν επεστράφησαν. Τον Ιούνιο του 2014, όταν μεταφέρθηκαν οι Λογαριασμοί της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου δεν «άλλαξε» οτιδήποτε σε σχέση με τις μέχρι τότε χρεώσεις ή τις μεταγενέστερες. Η Κατάσταση Λογαριασμού (Τεκμήριο 15) είναι «πιστόν αντίγραφο» του τραπεζικού βιβλίου που τηρείται στην τράπεζα για τον συγκεκριμένο Λογαριασμό. Αντεξεταζόμενος επέμενε στη θέση πως προτού υπογράψουν οι εναγόμενοι 1 και 2, ο ίδιος προσωπικά τους επεξήγησε όλους τους όρους του σχεδίου δανειοδότησης που επέλεξαν, ενημερώθηκαν και για τις δόσεις, οι εναγόμενοι 1 και 2 του έφεραν τα στοιχεία που εχρειάζοντο και υπεβλήθη το αίτημα στο αρμόδιο τμήμα της τράπεζας. Όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε, προτού υπογράψουν οι εναγόμενοι 1 και 2, ο ίδιος μίλησε με τον εναγόμενο 1 «πάνω από 10 φορές». Επεξήγησε πως το βασικό επιτόκιο καθορίζεται από το είδος της χρηματοδότησης. Εάν δηλαδή το δάνειο είναι στεγαστικό, επιχειρηματικό ή προσωπικό. Εξαρτάται επίσης και από τις εξασφαλίσεις που μπορεί να δοθούν (υποθήκες, εκχώρηση δικαιωμάτων). Για να μεταβληθεί το βασικό επιτόκιο λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες της αγοράς. Η XXXXX Θεοδώρου (ΜΕ3) κατέθεσε πως το 2011, εργαζόταν στην Λαϊκή Τράπεζα και ήταν προϊστάμενη της Μονάδας Υποστήριξης του Τμήματος Διευθέτησης Χρεών. Έργο της Μονάδας ήταν η ετοιμασία των επιστολών προς τους οφειλέτες δανειολήπτες. Αναγνώρισε την υπογραφή της στις επιστολές ημερομηνίας 15.3.2011 [Τεκμήρια 6
(1)και 6
(2)] και 14.6.2011 [Τεκμήρια 7
(1)και 7
(2)] αντίστοιχα, που στάληκαν σε όλους τους εναγόμενους. Οι επιστολές ετοιμάστηκαν από την XXXXX Χατζημιχαήλ, Λειτουργό της Μονάδας και η ίδια τις ήλεγξε και τις υπέγραψε. Οι επιστολές στάληκαν στις διευθύνσεις των εναγομένων, όπως αυτές ήταν καταχωρημένες στο σύστημα. Δεν τις ταχυδρόμησε η ίδια, δόθηκαν στον αρμόδιο υπάλληλο της τράπεζας για να τις ταχυδρομήσει. Με την επιστολή ημερομηνίας 15.3.2011 [Τεκμήριο 6
(1)], εζητείτο από τους εναγόμενους 1 και 2, η εξόφληση των καθυστερημένων δόσεων του δανείου. Η εναγόμενη 3 με την επιστολή της ίδιας ημερομηνίας [Τεκμήριο 6
(3)], ενημερώνετο σχετικά. Με τις επιστολές ημερομηνίας 14.6.2011 [Τεκμήρια 7
(1)και 7
(2)], η τράπεζα τερμάτισε την Συμφωνία Δανείου και απαιτούσε από τους εναγόμενους 1 και 2, ως πρωτοφειλέτες, την εξόφληση του οφειλόμενου ποσού του δανείου και από την εναγόμενη 3 την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της ως εγγυήτρια των εναγομένων 1 και
  1. Η XXXXX Καϊλή (ΜΕ4), υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο Ανδρέας Κουκούνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., αναγνώρισε την επιστολή ημερομηνίας 19.11.2012 (Τεκμήριο 8), η οποία εστάλη σε όλους τους εναγόμενους. Κατέθεσε πως την δακτυλογράφησε και αφού την υπέγραψε ο κ. XXXXX Κουκούνης, η ίδια την απέστειλε με συστημένο ταχυδρομείο στους εναγόμενους 1 και 2, ενώ στην εναγόμενη 3 με «απλό» ταχυδρομείο. Καμμιά από τις επιστολές δεν επεστράφη. Οι διευθύνσεις των εναγομένων 1, 2 και 3, τους δόθηκαν από την τράπεζα. Ο XXXXX Νικολάου (ΜΕ5), εργαζόμενος στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας Κύπρου από το 2013, κατέθεσε πως του ζητήθηκε να υπολογίσει ποιο θα ήταν το οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου, σε περίπτωση που τούτο βαρύνετο με διαφορετικό επιτόκιο. Του ετέθησαν τρία διαφορετικά σενάρια («που θα μπορούσαν να ισχύουν») και βάσει αυτών ετοίμασε τρεις «Καταστάσεις» (Τεκμήρια 21, 22 και 23) σε σχέση με το οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου. Στο πρώτο σενάριο, το οποίο κάλυπτε την περίοδο από 1.1.2011 μέχρι 20.11.2020, υπολόγισε τον τόκο από την ημερομηνία τερματισμού του δανείου, με το συμβατικό επιτόκιο 5,75% (βασικό 4% συν το περιθώριο της τράπεζας 1,75%) χωρίς τον τόκο υπερημερίας. Στο δεύτερο σενάριο, ο Λογαριασμός χρεώθηκε με το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, από την γένεση του Λογαριασμού μέχρι και τις 20.11.2020 και με τόκο υπερημερίας 2%, μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας Δανείου. Στο τρίτο σενάριο, ο Λογαριασμός χρεώθηκε με το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας από την γένεση του Λογαριασμού μέχρι και τις 20.11.2020, χωρίς όμως το ποσό να χρεωθεί με τόκο υπερημερίας. Οι αλλαγές στο βασικό επιτόκιο της Λαϊκής Τράπεζας δημοσιεύοντο στον ημερήσιο τύπο. Ως Τεκμήριο 24 κατέθεσε φωτοαντίγραφο Ανακοίνωσης που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ στις 5.7.
  2. Ο μάρτυρας διευκρίνισε πως οι ενάγοντες επέμεναν στην έκδοση απόφασης ως η αξίωση τους και σύμφωνα με τις καταστάσεις Λογαριασμού (Τεκμήρια 15 και 16). Κατά το στάδιο των αγορεύσεων η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε της θέσης της. Ο κ. Κασσιανής εκ μέρους του εναγόμενου 1 υπεστήριξε πως η Συμφωνία Δανείου περιέχει «πληθώρα καταχρηστικών ρητρών», οι οποίες είναι παράνομες, συνεπώς «άκυρες και ανεφάρμοστες», με αποτέλεσμα η Συμφωνία Δανείου να είναι «ανεφάρμοστη και άκυρη». Περαιτέρω πως «δεν έχει αποδειχθεί η παράβαση όρου εξ΄ υπαιτιότητας των εναγομένων 1 και 2, που δίδει δικαίωμα προς τερματισμό της συμφωνίας, στοιχείο που αποτελεί βασική προϋπόθεση απόδειξης σε υποθέσεις τραπεζικού χρέους». Πως η πλευρά των εναγόντων απέτυχε να αποδείξει «ως όφειλε», το κατ΄ ισχυρισμόν οφειλόμενο υπόλοιπο, καθότι τα έγγραφα που προσκόμισαν ως προς τούτο, δεν συμμορφώνονται με τους κανόνες απόδειξης αλλά και τον περί Αποδείξεως Νόμο, ΚΕΦ.
  3. Πως το υπόλοιπο του δανείου εχρεώνετο με παράνομους και καταχρηστικούς τόκους και/ή με αδικαιολόγητες και/ή καταχρηστικές χρεώσεις. Τέλος, πως το επίδικο Εκχωρητήριο είναι «παράνομο, άκυρο και καταχρηστικό» και πως οι ενάγοντες δεν δικαιούνται τις θεραπείες και τις αξιώσεις που απορρέουν από αυτό. Ο κ. Θεοδώρου και ο κ. Ποσνακίδης εκ μέρους των εναγομένων 2 και 3 αντίστοιχα, δεν καταχώρησαν Γραπτές Αγορεύσεις αλλά υιοθέτησαν την Γραπτή Αγόρευση του κ. Κασσιανή. Ο κ. Κουκούνης από πλευράς εναγόντων υπεστήριξε πως οι τελευταίοι κατάφεραν να αποδείξουν την υπόθεση τους στον απαιτούμενο βαθμό. Με την μαρτυρία που προσκόμισαν, τόνισε, απέδειξαν τόσο την έγκυρη υπογραφή της Συμφωνίας Δανείου, του Εγγυητηρίου και του Εκχωρητηρίου Εγγράφου, όσο και το οφειλόμενο υπόλοιπο. Εστίασε την προσοχή του στο γεγονός πως κανένας από τους εναγόμενους δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία ώστε να αποδείξουν τις θέσεις και τους ισχυρισμούς των. Κατά τον ίδιο, τα όσα οι τελευταίοι επικαλούνται είναι δεύτερες και εκ των υστέρων σκέψεις, οι οποίες προβλήθηκαν σε μία απέλπιδα προσπάθεια να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους. Έχω εξετάσει την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου με μεγάλη προσοχή και παρακολούθησα τους μάρτυρες των εναγόντων ενώ κατέθεταν. Και οι πέντε
(5)μου έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων μαρτύρων. Η μαρτυρία τους όχι μόνο δεν κλονίστηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης, αλλά δεν έχει ουσιαστικά αντικρουστεί από άλλη μαρτυρία. Αποδέχομαι τα όσα κατέθεσαν στο σύνολο τους τα οποία συνιστούν και τα ευρήματά μου. Είναι καλά γνωστό και νομολογημένο πως τα επίδικα θέματα είναι αυτά που προσδιορίζονται από την δικογραφία. Η δίκη, όπως νομολογιακά ελέχθη, δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τρένο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής [Ηοneros Th. Courtis and others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134, Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, Ayia Napa Nissi Development Ltd και άλλοι ν. Χρίστου Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549]. Είναι μέσα σ΄ αυτά τα πλαίσια που θα εξεταστούν τα επίδικα θέματα. Η θέση των εναγομένων πως οι ενάγοντες δεν απέδειξαν την κατάρτιση της Συμφωνίας Δανείου (Τεκμήριο 1) δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Η μαρτυρία επί τούτω του XXXXX Σταύρου (ΜΕ2), ο οποίος ήταν μάρτυρας των υπογραφών των εναγομένων 1 και 2 επί του Τεκμηρίου 1, είναι σχετική. Θα πρέπει να λεχθεί πως πέραν των λεκτικών ισχυρισμών όλων των εναγομένων, δεν υπεβλήθη στους ΜΕ1 και ΜΕ2, η συγκεκριμένη θέση κατά την αντεξέταση τους ούτε και προσφέρθηκε μαρτυρία που να ανατρέπει την θέση των εναγόντων, πως όλα τα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα, υπεγράφησαν δεόντως από τους εναγόμενους. Τα προαναφερθέντα ισχύουν απόλυτα τόσο για την κατάρτιση της Συμφωνίας Εγγύησης (Τεκμήριο 2), όσο και του Εκχωρητηρίου Εγγράφου (Τεκμήριο 3). Απορριπτέα κρίνεται και η θέση των εναγομένων πως οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 παραβίασαν ουσιώδη όρο της Συμφωνίας Δανείου ώστε να παρέχεται στους ενάγοντες το δικαίωμα να την τερματίσουν. Ο Λογαριασμός του Δανείου, σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία (τα όσα κατέθεσε η ΜΕ3, XXXXX Θεοδώρου, καθ΄ υπόδειξη της οποίας ετοιμάστηκαν οι σχετικές επιστολές είναι σχετικά), παρουσίαζε καθυστερήσεις στην αποπληρωμή των δόσεων. Γι΄ αυτό και οι ενάγοντες απέστειλαν τις προειδοποιητικές επιστολές Τεκμήρια [Τεκμήρια 6
(1)και 6
(2)]. Η παράλειψη πληρωμής των οφειλόμενων δόσεων συνιστούσε παραβίαση ουσιώδους όρου της Συμφωνίας Δανείου και έδιδε το δικαίωμα στους ενάγοντες να την τερματίσουν. Μη αποδεκτή είναι και η θέση της Υπεράσπισης πως οι ενάγοντες δεν απέδειξαν τον νόμιμο τερματισμό της Συμφωνίας Δανείου (Τεκμήριο 1). Οι εναγόμενοι αρνούνται τόσο την αποστολή όσο και την από μέρους των παραλαβή των επιστολών ημερομηνίας 14.6.2011, Τεκμήρια 7
(1)-7
(2). Σύμφωνα με την μαρτυρία της ΜΕ3 XXXXX Θεοδώρου η οποία κρίθηκε αξιόπιστη, οι ενάγοντες απέστειλαν τις επιστολές τερματισμού [Τεκμήρια 7
(1)-7
(2)] σ' όλους τους εναγομένους. Οι επιστολές στάληκαν στις διευθύνσεις των εναγομένων όπως αυτές δηλώθηκαν στην τράπεζα ως διεύθυνση επικοινωνίας. Οι εναγόμενοι παρόλο που αμφισβήτησαν την λήψη των επιστολών τερματισμού, δεν απέσεισαν από τους ώμους τους το βάρος που οι ίδιοι είχαν, να αποδείξουν πως δεν έλαβαν τις εν λόγω επιστολές. Είναι καλά γνωστό πως από την στιγμή που γίνεται αποδεκτή μαρτυρία πως οι επιστολές ταχυδρομήθηκαν και δεν επεστράφησαν, δημιουργείται τεκμήριο παραλαβής των επιστολών και το βάρος απόδειξης για την μη παραλαβή τους μετέρχεται στους ώμους των εναγομένων [Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R.9]. Επίσης οι εναγόμενοι σε καμία περίπτωση ισχυρίστηκαν ότι ειδοποίησαν τους ενάγοντες ότι άλλαξαν διεύθυνση ή έδωσαν σ' αυτούς νέα διεύθυνση αλληλογραφίας [Barclays Bank Plc v. J.G.L (Constructions) Ltd κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1726]. Ο τερματισμός της Συμφωνίας Δανείου, είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί απαιτητό το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου. Στην υπόθεση Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465, λέχθηκε πως το κυρίαρχο στοιχείο στην στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής είναι ο τερματισμός του λογαριασμού, ο οποίος συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Επομένως ο τερματισμός του λογαριασμού και ο καθορισμός του ποσού αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό. Απορριπτέα είναι και η θέση πως οι ενάγοντες δεν απέδειξαν το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού. Είναι νομολογημένο πως η τράπεζα (οι ενάγοντες εν προκειμένω) φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησής της [Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργος Οικονόμου
(2014)1 Α.Α.Δ. 2287]. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της είναι πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση [Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τον μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο [βλ. Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1138]. Στην προκειμένη περίπτωση η Κατάσταση Λογαριασμού (Τεκμήριο 15), είναι αναλυτική και δείχνει τις χρεωπιστώσεις, τον τόκο, καθώς και άλλες χρεώσεις που έχουν επεξηγηθεί με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια από τον ΜΕ1. Αποτυπώνει δηλαδή με λεπτομέρεια την κίνηση του επίδικου Λογαριασμού. Η υπό κρίση περίπτωση διαφοροποιείται από τις υποθέσεις D&G Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Limited
(1999)1 Α.Α.Δ. 263, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Σταυρινού
(2005)1 Α.Α.Δ. 1390 και Γεώργιος Γρηγορίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 846. Στις εν λόγω υποθέσεις το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε τις απορρίψεις των αγωγών από τα πρωτόδικα Δικαστήρια, επεξηγώντας τις συνέπειες από την μη επαρκή απόδειξη των στοιχείων των Καταστάσεων Λογαριασμού, που παρουσιάστηκαν προς απόδειξη του υπό αμφισβήτηση χρέους. Οι Καταστάσεις ήταν γενικής μορφής, δεν επεξηγήθηκαν με την πρέπουσα σαφήνεια και πειστικότητα και σε αυτές παρέμειναν άγνωστα τα στοιχεία των όποιων συντελεστών ή χρεοπιστώσεων που έγιναν στο παρελθόν και τα οποία απέληγαν στο εμφανιζόμενο υπόλοιπο. Υπήρχε, επίσης, κενό στην κίνηση του Λογαριασμού και απουσία ικανοποιητικής εξήγησης ως προς το πώς προέκυπτε το ποσό που φαινόταν ως μεταφερόμενο υπόλοιπο. Εν τέλει, δεν τέθηκε ενώπιον των πρωτόδικων Δικαστηρίων επαρκής μαρτυρία και αναλυτικές Καταστάσεις που να δείχνουν τις χρεοπιστώσεις και την κίνηση των εν λόγω Λογαριασμών. Στην υπό κρίση υπόθεση, τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι ικανά να καταδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό, το χρεωστικό υπόλοιπο του Λογαριασμού. Τόσο η Αναλυτική Κατάσταση του Λογαριασμού (Τεκμήριο 15) όσο και η Αναδομημένη Κατάσταση (Τεκμήριο 16) συνιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων στα τραπεζικά βιβλία, δυνάμει του άρθρου 22
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9. Οι εναγόμενοι είχαν το βάρος να αποδείξουν την μη ύπαρξη των καταχωρήσεων στα τραπεζικά βιβλία ή ότι οι καταχωρήσεις δεν ήσαν στην ουσία ορθές ως μη αντιστοιχούσες με τα πρωτότυπα τραπεζικά βιβλία [Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, 493]. Οι εναγόμενοι απέτυχαν να αντικρούσουν την πιο πάνω μαρτυρία, δεδομένου του ότι δεν πρόσφεραν οποιαδήποτε σχετική ή περί του αντιθέτου μαρτυρία. Οι ενάγοντες προχώρησαν στην ετοιμασία Αναδομημένης Κατάστασης Λογαριασμού (Τεκμήριο 16) από την οποία αφαιρέθηκαν διάφορες χρεώσεις τις οποίες επεξήγησε ο ΜΕ1. Ακόμη και εάν θεωρηθεί πως η Κατάσταση Λογαριασμού (Τεκμήριο 16) περιέχει αδικαιολόγητες χρεώσεις, είναι νομολογιακά καθιερωμένο πως οι αδικαιολόγητες ή παράνομες χρεώσεις, δεν προσδίδουν παρανομία στην Σύμβαση (C.T.A. Techno Marketing Ltd και άλλοι ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφεση αρ. 11449, ημερομηνίας 23.3.2004). Θεωρώ πως οι ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση όπως οι μειωθείσες αξιώσεις τους σύμφωνα με την Αναδομημένη Κατάσταση Λογαριασμού (Τεκμήριο 16). Σχετική επί του θέματος είναι η υπόθεση Φρουταρία το Πανέρι Λτδ κ.ά. ν. Hellenic Bani Public Co Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A432, Πολιτική Έφεση αρ. 426/2011, ημερομηνίας 29.11.2017, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Γενικά να λεχθεί ότι σε αυτού του είδους τις υποθέσεις ο ρόλος του πρωτόδικου Δικαστηρίου, πόσον μάλλον του Εφετείου, δεν είναι να προβεί σε λογιστικό ή άλλο αναλογιστικό έλεγχο των κατατεθειμένων λογαριασμών (η εφεσίβλητη τράπεζα κατέθεσε όλους τους λογαριασμούς που υπερβαίνουν τις 500 σελίδες), αλλά να αποφασίσει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων κατά πόσο η τράπεζα που διεκδικεί το οφειλόμενο ποσό έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεση της. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εφεσίβλητη τράπεζα παρουσίασε όλο το ιστορικό της διαφοράς, τους αρχικούς και τους αναδομημένους λογαριασμούς και εξήγησε με κάθε δυνατή λεπτομέρεια τις χρεώσεις που έγιναν αφαιρώντας ό,τι θεωρήθηκε ως μη συμβατό με την τραπεζική πρακτική και τη νομολογία. Από την άλλη, οι οφειλέτες, δηλαδή οι εφεσείοντες, δεν ήσαν επιτυχείς στο να δείξουν ότι οι λογαριασμοί αυτοί ήσαν λανθασμένοι και αναμφίβολα η εισήγηση τους ότι ήταν η τράπεζα που τους χρωστούσε χρήματα ήταν εντελώς εξωπραγματική και δεν υποστηρίχθηκε από σαφή μαρτυρία». Όσον αφορά το θέμα της εγγύησης, δεν έχω να πω πολλά. Στην υπόθεση Savvides v. Christofides
(1978)1 C.L.R. 303, λέχθηκε πως, εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός εάν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωση του πρωτοφειλέτη να αποπληρώσει, καθίσταται υπόλογος και ο εγγυητής να εξασφαλίσει την αποπληρωμή της οφειλής. Εν προκειμένω, αφ' ης στιγμής το υπόλοιπο του Λογαριασμού κατέστη, διά του τερματισμού της Συμφωνίας Δανείου (Τεκμήριο 1), απαιτητό έναντι των εναγομένων 1 και 2 ως πρωτοφειλετών, αναμφίβολα κατέστη απαιτητό και έναντι των εναγομένων 3, ως εγγυητών των υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και 2. Συνεπώς οι ενάγοντες δικαιούνται απόφασης και εναντίον των εγγυητών. Απορριπτέα είναι και η θέση της Υπεράσπισης πως το Εκχωρητήριο είναι «παράνομο, άκυρο και καταχρηστικό». Η εκχώρηση των δικαιωμάτων των εναγομένων 1 και 2 που πηγάζουν από την αγορά του διαμερίσματος XXXXX προς όφελος των εναγόντων, ήταν μέρος των εξασφαλίσεων που δόθηκαν από τους εναγόμενους 1 και 2 για την χορήγηση του δανείου. Τούτο καταγράφεται ρητώς στην Συμφωνία Δανείου Τεκμήριο 1, σύμφωνα με την οποία οι εναγόμενοι 1 και 2 δεσμεύτηκαν περαιτέρω ότι θα υποθήκευαν το διαμέρισμα προς όφελος της τράπεζας, με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό, τα όσα κατέθεσε ο ΜΕ Σταύρος Σταύρου αναφορικά με την υπογραφή της Συμφωνίας Δανείου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, όλοι οι όροι του δανείου επεξηγήθηκαν με κάθε λεπτομέρεια στους δανειολήπτες, οι οποίοι συμφώνησαν με αυτούς. Ο συνήγορος του εναγόμενου 1, στην γραπτή του αγόρευση εισηγήθηκε πως οι εναγόμενοι 1 και 2 «εμπίπτουν εντός της έννοιας του καταναλωτή», όπως αυτή ερμηνεύεται από την Ευρωπαϊκή Οδηγία 93/2013/ΕΟΚ και την σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ). Πέραν του ότι η συγκεκριμένη θέση δεν δικογραφείται, ουδέποτε ετέθη στους μάρτυρες των εναγόντων ώστε να τοποθετηθούν επί τούτου. Κατ΄ ακολουθίαν και η θέση αυτή απορρίπτεται. Τέλος, απορριπτέα είναι και η θέση πως η Σύμβαση Δανείου περιέχει καταχρηστικές ρήτρες. Ο εναγόμενος 1, μέσω του συνηγόρου του, πέραν του επιτοκίου, δεν συγκεκριμενοποίησε ποιος όρος της Σύμβασης Δανείου είναι κατ΄ αυτόν καταχρηστικός, ούτε και υπεβλήθη στους μάρτυρες των εναγόντων οτιδήποτε σχετικό. Για όλους τους λόγους που επεξηγήθηκαν ανωτέρω, κρίνω πως οι ενάγοντες επέτυχαν να αποδείξουν την απαίτηση τους στον απαιτούμενο βαθμό και δικαιούνται απόφασης υπέρ τους. Διά ταύτα εκδίδεται απόφαση προς όφελος των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3, ευθυνομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για το ποσό των €384.948,35 με τόκο επί του ποσού αυτού προς 7,75% από 10.1.2020 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιημένου του τόκου δύο φορές ετήσια, την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου. Περαιτέρω εκδίδεται αναγνωριστική απόφαση ως τα αιτητικά (Γ), (Δ), (Ε), (ΣΤ), (Ζ) και (Η) του αιτητικού της Έκθεσης Απαίτησης. Τα έξοδα της αγωγής όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται σε βάρος των εναγομένων 1, 2 και 3, ευθυνομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, και προς όφελος των εναγόντων. (Υπ.) ............. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.